ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

 Η Μεταμόρφωση του Χριστού

π. Θωμάς Χόπκο

Η Μεταμόρφωση του Χριστού είναι ένα από τα κεντρικά γεγονότα που καταγράφει το Ευαγγέλιο. Αμέσως αφού ο Χριστός αναγνωρίστηκε από τους Μαθητές Του ως ο «Μεσσίας. ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», τους είπε ότι «δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν… καὶ ἀποκτανθῆναι καὶ τῇ Τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι» (Ματθ. 16, 21-22). Η ανακοίνωση των επερχόμενων Παθών και του θανάτου του Χριστού, συνάντησε την αγανάκτηση των μαθητών. Και τότε ο Χριστός, αφού και πάλι τους εμψύχωσε, πήρε τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη πάνω σε ένα όρος υψηλό, (το όρος Θαβώρ κατά την παράδοση) και «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν».

 Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου Α΄[1]

Αγίου Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Σμύρνης

«Καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν·

καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος,

τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένοντο λευκὰ ὡς τὸ φῶς»

(Ματθ. 17, 2-3)

Ἡ ἑορτὴ αὕτη εἶνε ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν ἑορτὴ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, εἶνε τρόπον τινὰ ἡ Ἀνάστασις πρὸ τῆς Ἀναστάσεως, διότι κατ᾽ αὐτὴν τὴν μοναδικὴν ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ ἡμέραν ὁ Ἰησοῦς ηὐδόκησε νὰ φανερώσῃ εἰς τοὺς τρεῖς κορυφαίους μαθητάς του, τὸν Πέτρον, τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην, ἀμυδρὰς μέν, πλὴν ἐξαισίου κάλλους καὶ λαμπρότητος ἀκτῖνας τῆς ὑπερφυοῦς αὐτοῦ αἴγλης καὶ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἐκείνης δόξης, ἥτις ἐκαλύπτετο καθ᾽ ὅλον τὸν τριακονταετῆ ἐπὶ τῆς γῆς βίον του ὑπὸ τὸ ταπεινὸν περίβλημα τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός, ἐν ᾗ ἐσκήνωσεν ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων.

 Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου Β΄[1]

Αγίου Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Σμύρνης

«Ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς,

καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα·

Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός,

ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε»

(Ματθ. 17,5)

Ἀπὸ τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ἄρχεται ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ δημοσίου βίου τοῦ Κυρίου, ἥτις ἦτο ἡ ἐσχάτη πορεία αὐτοῦ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἀνέμενον αὐτὸν τὰ πάθη, ὁ σταυρός, ὁ θάνατος, ἅτινα ἦσαν καὶ ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ ἐπὶ γῆς βίου του καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦ κηρύγματος καὶ τῆς προπαρασκευῆς τοῦ πρώτου μέρους τῆς ἐπιγείου αὐτοῦ διακονίας.

 Η Μεταμόρφωση

Γκότσης Χρήστος

Ένα από τα θαύματα του Κυρίου που φανέρωσε την Αγία Τριάδα και έδειξε την κρυμμένη θεότητα του Χριστού και την ουράνια μακαριότητα του ανθρώπου ήταν η Μεταμόρφωση. Γι’ αυτή μιλούν οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές, ο Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς, καθώς κι ένας από τους αυτόπτες μαθητές του Κυρίου, ο Πέτρος. Τα όσα λένε ακούγονται στη θεία Λειτουργία της εορτής (6 Αυγούστου) και μας μεταφέρουν στο όρος Θαβώρ, όπου κατά την παράδοση έγινε η Μεταμόρφωση.

 Η θεολογία της Μεταμορφώσεως

Π.Β. Πάσχος

Βάθος και ύψος μυστικής θεολογίας αποκαλύπτει στον ορθόδοξο χριστιανό η γιορτή της Μεταμορφώσεως. Η σχετική ευαγγελική περικοπή και τα εμπνευσμένα τροπάρια της ημέρας πλέουν μέσα στο φως, που σκόρπισε το θαύμα της Μεταμορφώσεως. Ο Χριστός φόρεσε «ὅλον τὸν Ἀδὰμ» και την «ἀμαυρωθείσαν φύσιν του» ελάμπρυνε κ’ εθεούργησε, με την αλλοίωση της μορφής του. Είδαμε και πάλι να λάμπει το «ἀρχέτυπον κάλλος» το προπτωτικόν, που ενώ με την πτώση του Αδάμ αμαυρώθηκε, με τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος πήρε πάλι τη δόξα και τη θεία λαμπρότητα, ντυμένο με το άκτιστο κι αστραποβόλο φως της θεότητος. Στη Μεταμόρφωση βλέπει ο ορθόδοξος τη δόξα της θεώσεώς του, τη σωτηρία της αμαυρωθείσης εικόνας του και τη μεταμόρφωσή του στον πνευματικό κόσμο του θείου φωτός.

 Αὐγή ἡμέρας μυστικῆς

 Schmemann Alexander

 Τόν Αὔγουστο ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῆς Παναγίας, τό θάνατό της, γνωστό ὡς Κοίμηση, μιά λέξη ὅπου τό ὄνειρο, ἡ μακαριότητα, ἡ εἰρήνη,ἡ ἠρεμία καί ἡ χαρά ἑνώνονται.

Τίποτε δέν γνωρίζουμε γιά τίς συνθῆκες ποὺ περιβάλλουν τό θάνατο τῆς Παναγίας, τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ. Διάφορες ἱστορίες, διανθισμένες μέ παιδική τρυφεράδα, ἔχουν φθάσει ὥς ἐμᾶς ἀπό τόν πρώιμο Χριστιανισμό, ἀλλά, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ποικιλίας τους, δέν νιώθουμε ὑποχρέωση νά ὑπερασπιστοῦμε τήν «ἱστορικότητα» καμιᾶς ἀπ’ αὐτές.

Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου

Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας

Τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς τὸν βασανίζει τὸ ἐρώτημα: τί θὰ γίνει μέ μᾶς καὶ τί μᾶς περιμένει μετὰ τὸ θάνατο; Μία σαφῆ ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ τὴν βροῦμε. Ἀλλὰ ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ἀποκαλύπτουν αὐτὸ τὸ μυστικό.

Μᾶς τὸ ἀποκαλύπτουν ἐπίσης τὸ ἀπολυτίκιο καὶ τὸ κοντάκιο τῆς μεγάλης αὐτῆς γιορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι ποὺ ψάλλονται σ’ αὐτὴ τὴ γιορτή.

 Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου

 Ἠλίας Μηνιάτης

«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἰματισμῶ

διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».

Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον ζωντανὴ καὶ πρεπώδης εἰκὼν τῆς μεταστάσης εἰς οὐρανὸν Θεομήτορος.ὁπού ἐζωγράφισε μὲ θεοκίνητον κάλαμον ὁ Προφητάναξ· καὶ πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς εἰκόνος ταύτης προσκαλῶ σήμερον τὰ ὄμματα τῆς εὐλαβοῦς σας διανοίας, ὢ φιλέορτον σύστημα.

Μὴ στοχασθῆτε ἐδῶ κάτω τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα σύμβολα τοῦ θανάτου· ἐκεῖ, δηλαδή, ὁπού φαίνεται ἕνα σῶμα νεκρὸν ἁπλωμένον ἐπάνω εἰς ἕνα κράββατον, κηδευόμενον σεπτῶς παρὰ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, παραδόξως συνηγμένων ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. Εἰς τὴν ἁγιωτάτην Παρθένον ὅλα ἐστάθησαν ὑπὲρ ἄνθρωπον· εἰς τοῦτο μόνον ἔδειξε πὼς ἦτον φύσεως ἀνθρωπίνης, διατὶ σήμερον φαίνεται, πὼς εἶναι φύσεως θνητῆς· ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἐφάνησαν τὰ προνόμια τῆς θείας χάριτος· διατί, καθὼς ὅταν ἡ πανάμωμος Μαρία συνέλαβεν, ἡ σύλληψις ἐστάθη ἄσπορος, καὶ ὅταν ἐγέννησεν, ἡ κύησις ἐστάθη ἀδιάφθορος,ἔτζι ὅταν ἀπέθανεν, ἡ νέκρωσις ἐστάθη ἀθάνατος.

 Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν.

 Ἐγκώμιο στην Κοίμηση τῆς Ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου

 Θεοδώρου Στουδίτου

Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, πού νά ἀντηχῆ δυνατώτερα ἀπό ἀνθρώπινη φωνή καί νά συγκλονίζη τά πέρατα, ἀπαιτεῖ ἕνας λόγος πρός τιμήν τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἡμέρας, ἀγαπητοί μου· γι᾿ αὐτό καί κινδυνεύει ν᾿ ἀποτύχη τώρα, καθώς ἀκούγεται προερχόμενος ἀπό τό ἀσθενές φωνητικό μου ὄργανο. Ἡ Κυρία ὅμως καί Βασίλισσα τοῦ παντός, ἔτσι καθώς εἶναι ἀφιλόδοξη, θά δεχτῆ νομίζω κι αὐτόν ἐδῶ τόν σύντομο καί πενιχρό λόγο πού τῆς προσφέρουμε οἱ δοῦλοι της, ὅμοια μέ ἐκείνους τούς διεξοδικούς καί ἀστραφτερούς τῶν σπουδαίων ὁμιλητῶν, μέ τό νά παρακινεῖται σέ συμπάθεια ἀπό τίς προσευχές αὐτοῦ πού μέ προστάζει νά ὁμιλήσω· ἐπειδή ἀκριβῶς καί ἕνα μόνο πράγμα προσέχει ἡ φιλάγαθη: τήν πρόθεσι.

 Εἰς τὴν Πάνδοξον Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ Παναχράντου Θεοτόκου

 Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας

Κανεὶς νομίζω δὲν ἀγνοεῖ ὅτι σπουδαιότερος ἀγώνας ρητορικῆς ἐγκωμιαστικοῦ λόγου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ, ἐὰν βέβαια ἤθελε προσπαθήσει κανεὶς νὰ τηρήση τὰ καθιερωμένα καὶ πρέποντα. Ἐγὼ προσωπικὰ δυσκολεύομαι τόσο περισσότερο νὰ ἐπιδιώξω στὴν προκειμένη περίσταση τὸν πρέποντα λόγο, ὅσο νομίζω ὅτι ὅλοι μὲν οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουν ἀσφαλῶς αὐτὸ τὸν ἄθλο τῶν ἐγκωμίων πρὸς τὴν Παρθένο, πλὴν ὅμως οὔτε εἶναι κἄν δυνατὸν νὰ ἐλπίζουν ὅτι θὰ ἀνταποκριθοῦν μὲ τὰ ἐγκώμιά τους στὸ μεγαλεῖο της πραγματικότητας. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς κατηγορήσουν γιὰ τόλμη. Γιατί ποῦ ὑπάρχει τόλμη; Τὸ νὰ καταπιάνεται βέβαια κανεὶς μὲ ὑψηλὰ θέματα καὶ νὰ ἐγκαταλείπη τὴν προσπάθεια ἐμπρὸς στὸ ἐνδεχόμενο μίας ἥττας δὲν θὰ ἦταν λογικό. Πράγματι, κανεὶς ἀπολύτως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατηγορήση ὅσους ὑστέρησαν στὸν ἀγώνα τὸν ὁποῖο κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίση. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῆ ὑποχώρηση ἢ ἥττα ὅ,τι εἶναι ἐκτός εὐθύνης καὶ κατηγορίας;

 Ἡ κοίμησή της Θεοτόκου

 Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς ΠΘ 

«Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείω τίθεται

καὶ κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται».

(Προσόμοιον Μ.Ἑσπερινοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου).

Σήμερα, ὅπως καὶ σὲ κάθε γιορτὴ ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, κάνουμε κάτι πού φαίνεται παράδοξο· γιορτάζουμε τὸν θάνατο. Καὶ τὸ κάνουμε αὐτό, ὄχι γιατί χαιρόμαστε γιὰ τὸν θάνατο, ἀλλὰ γιατί χαιρόμαστε γιὰ τὴν δύναμη πού μᾶς παρέχει ἡ Ἐκκλησία νὰ ὑπερνικήσουμε τὸν θάνατο.

Γιορτάζουμε τὸν θάνατο ὡς πρόσκαιρη κοίμηση. Τὸν γιορτάζουμε ὄχι ὡς κάθοδο στὸν ἅδη, ἀλλὰ ὡς ἄνοδο στὸν οὐρανό. Καὶ ὅλοι μας ἔχουμε τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ νὰ ζήσουμε ὡς κοίμηση τὸν θάνατο· δωρεὰ πού πρώτη δέχθηκε ἡ Παναγία μὲ τὴν πρόθυμη αὐτοπροσφορά της στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, νὰ δεχθεῖ νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ αὐτὴν ὁ Χριστός: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1, 38).

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

 Οι Παρακλητικοί Κανόνες στην Παναγία

Ιωάννου Μ. Φουντούλη

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως, της μνήμης, της Θεοτόκου, που ετέθη ακριβώς στο μέσον του μηνός αυτού, ήταν αιτία και όλες οι ημέρες του να πάρουν σιγά – σιγά ένα θεομητορικό χαρακτήρα. Οι δεκατέσσαρες πρώτες ημέρες μπορούμε να ειπούμε ότι είναι τα προεόρτιά της και οι υπόλοιπες τα μεθέορτα, η παράταση της μεγάλης αυτής θεομητορικής εορτής. Κατά την αυστηρά εορτολογική τάξη, προεόρτιος ήμερα είναι μόνο η παραμονή, η 14η του μηνός, κατά την οποία και μόνο υπάρχουν ειδικά τροπάρια στην εκκλησιαστική ακολουθία. Αλλά το λειτουργικό έθιμο, που σήμερα αποτελεί πια γενικώς καθιερωμένη παράδοση, συνέδεσε όλες τις προ της εορτής ημέρες με την προπαρασκευή για τον εορτασμό της μνήμης της Παναγίας, αφ’ ενός μεν με την προπαρασκευαστική νηστεία, αφ’ ετέρου δε με την ψαλμωδία των παρακλητικών κανόνων προς αυτήν μετά τον εσπερινό των ημερών αυτών.

 Η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου

Αρχιμ. Συμεών Κούτσας

Η περίοδος αυτή της νηστείας προηγείται της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της μεγαλύτερης Θεομητορικής εορτής του ορθοδόξου εορτολογίου, είναι κατά πολύ νεώτερη εν σχέσει προς τις άλλες μακρές περιόδους νηστείας και αρχικά ήταν διηρημένη σε δύο τμήματα: αυτό που προηγείτο της εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και εκείνο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

 Η Κοίμηση της Θεοτόκου

π. Θωμάς Χόπκο

Η Κοίμηση της Θεοτόκου εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία στις 15 Αυγούστου, αφού έχει πρώτα προηγηθεί μία νηστεία δύο εβδομάδων. Αυτή την ημέρα μνημονεύεται η κοίμηση, η μετάσταση και η δοξολογία της Μητέρας του Χριστού. Διακηρύσσεται ότι η Παναγία «αναλήφθηκε» από τον Θεό στην ουράνια Βασιλεία του Χριστού, σωματικώς και πνευματικώς.

 Η Κοίμησις της Θεοτόκου

Ιερομόναχος Γρηγόριος

Η Θεοτόκος μετά την Ανάσταση του Υιού Της, την οποία πρώτη Αυτή αξιώθηκε να ιδή, παρέμεινε για δέκα περίπου χρόνια στην οικία του Ηγαπημένου Μαθητού, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού στον Σταυρό.[1]

Στην κοίμηση της Παναγίας συνάγονται με θαυμαστό τρόπο οι άγιοι Απόστολοι από κάθε μέρος της γης, για να εγκωμιάσουν το θεοδόχο σώμα, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως. Ο ίδιος ο Υιός Της είναι αοράτως παρών και αποδίδει στην μητέρα Του την αρμόζουσα τιμή. «Υποδέχεται στα χέρια Του την ιερή ψυχή Της, που χωρίζεται από το θεοδόχο σκήνωμα, και τιμά πρεπόντως Αυτήν που, ενώ κατά φύσιν (ως άνθρωπος) είναι δούλη Του, όμως από ανεξιχνίαστη θεία φιλανθρωπία, την έκανε μητέρα Του».[2]

 «Καὶ κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν, ὁ τάφος γίνεται…»

Π.Β. Πάσχος

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στον εξαίσιο κανόνα που έχει γράψει για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την θ’ ωδή την αρχίζει μ’ αυτό το τροπάριο:

Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ,

ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων·

χείλη δὲ πιστῶν τῇ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως,

φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα,

ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω·

Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.

Πόσο φοβερός είναι αυτός ο λόγος, «ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων»! Όπως στην Κιβωτό, την άψυχη μα ιερή, ο Οζά που άπλωσε τ’ ανάξια χέρια του να την αγγίξει θανατώθηκε απ’ το Θεό αμέσως, έτσι μας διασώζει κ’ η παράδοση πως κι ο εβραίος Ιεφονίας, όταν άπλωσε τα χέρια του στην έμψυχη κιβωτό, την Παναγία, καθώς οι άγιοι Απόστολοι κήδευαν το πάνσεπτο σκήνος της, εκόπηκαν τα χέρια του κ’ έμειναν στην κλίνη της.

 Εις την πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Παναχράντου Θεοτόκου

Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας

Kανείς νομίζω δεν αγνοεί ότι σπουδαιότερος αγώνας ρητορικής εγκωμιαστικού λόγου δεν μπορεί να υπάρξη από αυτόν εδώ, εάν βέβαια ήθελε προσπαθήσει κανείς να τηρήση τα καθιερωμένα και πρέποντα. Εγώ προσωπικά δυσκολεύομαι τόσο περισσότερο να επιδιώξω στην προκειμένη περίσταση τον πρέποντα λόγο, όσο νομίζω ότι όλοι μεν οι άνθρωποι οφείλουν ασφαλώς αυτό τον άθλο των εγκωμίων προς την Παρθένο, πλην όμως ούτε είναι καν δυνατόν να ελπίζουν ότι θα ανταποκριθούν με τα εγκώμιά τους στο μεγαλείο της πραγματικότητας. Γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι δυνατόν να μας κατηγορήσουν για τόλμη. Γιατί πού υπάρχει τόλμη;

 Λόγος πανηγυρικὸς εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Παρθένου

[Η. Μηνιάτης

«Παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἰματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». (Ψαλμ. 44, 10)

Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέα ζωντανὴ καὶ πρεπώδης εἰκὼν τῆς μεταστάσης εἰς οὐρανοὺς Θεομήτορος, ὁποῦ ἐζωγράφισε μὲ θεοκίνητον κάλαμον ὁ Προφητάναξ. Καὶ πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς εἰκόνος ταύτης προσκαλῶ σήμερον τὰ ὄμματα τῆς εὐλαβοῦς σας διανοίας, ὢ φιλέορτον σύστημα. Μὴ στοχασθῆτε ἐδῶ κάτω τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα σύμβολα τοῦ θανάτου. Ἐκεῖ, δηλαδή, ὁποῦ φαίνεται ἕνα σῶμα νεκρὸν ἡπλωμένον ἐπάνω εἰς ἕνα κράββατον, κηδευόμενον σεπτῶς παρὰ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, παραδόξως συνηγμένων ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. Εἰς τὴν Ἁγιωτάτην Παρθένον ὅλα ἐστάθησαν ὑπὲρ ἄνθρωπον. Εἰς τοῦτο μόνον ἔδειξε πὼς ἦτον φύσεως ἀνθρωπίνης, διατὶ σήμερον φαίνεται, πὼς εἶναι φύσεως θνητῆς. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἐφάνησαν τὰ προνόμια τῆς θείας χάριτος· διατὶ καθὼς ὅταν ἡ πανάμωμος Μαρία συνέλαβεν, ἡ σύλληψις ἐστάθη ἄσπορος, καὶ ὅταν ἐγέννησεν, ἡ κύησις ἐστάθη ἀδιάφθορος,ἔτσι ὅταν ἀπέθανεν, ἡ νέκρωσις ἐστάθη ἀθάνατος.

Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον – ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

 Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμηση της Θεομήτορος, Α΄

Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

1. «Μ’ εγκώμια μνημονεύουμε τους δίκαιους», λέγει ο σοφώτατος Σολομώντας. «Ο θάνατος των αγίων Του είναι αξετίμητος για το Θεό», προείπε ο θεοπάτορας Δαβίδ. Αν λοιπόν όλους τους δίκαιους τους μνημονεύουμε εγκωμιαστικά, ποιος δε θα προσφέρη τον έπαινό του στη βρυσομάννα της δικαιοσύνης και της οσιότητας το θησαυρό, όχι για να δοξάση, μα για να δοξαστή ο ίδιος με δόξα αιώνια; Δεν έχει ανάγκη από τη δική μας δόξα η σκηνή της δόξας του Θεού, η πόλη του Θεού, μια και γι’ Αυτήν ειπώθηκαν λόγια δοξασμένα, καθώς της λέγει ο εξαίσιος Δαβίδ: «Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ». Αλήθεια, ποια τάχα μπορούμε να νομίσουμε για πόλη του αόρατου και άπειρου Θεού, που όλα τα χωράει στην παλάμη Του, παρά μόνο Εκείνη, που με αληθινά υπερφυσικό και υπερούσιο τρόπο εχώρεσε απερίγραπτα τον υπερούσιο Λόγο του Θεού και Θεό; Γι’ Αυτήν ο ίδιος ο Κύριος με τα χείλη του προφήτη έχει λαλήσει λόγια όλο δόξα, γιατί τί ενδοξότερο υπάρχει από την αποδοχή της αρχαίας αληθινής Θεϊκής Βουλής;

 Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμηση της Θεομήτορος, Β΄

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

1. Άνθρωπος κανείς δε θα μπορέση ποτέ, άξια τη μετάσταση την ιερή να υμνήσει της Θεομήτορος, μακάρι μύριες νάχε γλώσσες και μύρια στόματα· μ’ ακόμα κι αν όλες των σκόρπιων ανθρώπων οι γλώσσες μαζεύονταν ποτέ, δε θα φτιάναν τα επάξια εγκώμια. Γιατί εκείνη βρίσκεται ψηλότερα από κάθε μέτρο δοξολογικό. Και λόγω που αγαπά ο Θεός το κατά δύναμη, όταν μ’ αγάπη του δωρίζεται και ζήλο και με προαίρεση αγαθή, κι αφού κι η μάνα του Θεού αγαπά όσα στο Γιο είναι αρεστά κι ευχάριστα, ας ξαναρχίσουμε τα εγκώμια με υποταγή στις διαταγές σας, άριστοι μες στους ποιμενάρχες κι αγαπημένοι του Θεού, αφού πρώτα το Λόγο, που από κείνην σαρκώθηκε, βοηθό μας γυρέψουμε, που κάθε στόμα οπού σ’ αυτόν ανοίγεται γεμίζει, κι οπού για κείνην μοναχό στολίδι και δοξαστικό τραγούδι Εκείνος φύτρωσε· κι αφού καλά το ξέρουμε, πως χρέος ξεπληρώνουμε αρχίζοντας τα εγκώμια κι όταν το ξεπληρώσουμε πάλι σε χρέος μπαίνουμε, για να κρατά παντοτινά το χρέος, όλο αρχίζοντας και τέλος να μην έχη.

 Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμηση της Θεομήτορος, Γ΄

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

1. Όποιοι έρωτα νιώθουνε για κάτι, συνηθίζουνε να μιλάν αδιάκοπα γι’ αυτό και να το φέρνουνε μέρα και νύχτα στη σκέψη τους. Μη με κατακρίνετε, λοιπόν, που για τρίτη φορά τώρα έκαμα τούτο δω το εφύμνιο στη μάνα του Θεού μου, για να της το προσφέρω σαν αποχαιρετιστήριο δώρο στην έξοδό της. Στην πραγματικότητα όμως τούτο το δώρο μου δεν είναι προσφορά σ’ εκείνη, αλλά σε μένα τον ίδιο και σε σένα, θείε και ιερέ λαέ, που παραστέκεσαι δω γύρω. Κι αυτό γίνεται με το να στρώσω τραπέζι με τροφές που δεν είναι μονάχα σωτήριες κι ωφέλιμες στις ψυχές, αλλά και ταιριαστές στην ιερή τούτη νύχτα· και με το να γενώ έτσι νοικοκύρης πνευματικής χαράς.

 Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτ’ απ’ όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ’ αυτή τη γιορτή.

 Η Κοίμηση της Παναγίας στη Φανερωμένη της Σαλαμίνας

Φώτης Κόντογλου

Το Πάσχα του Καλοκαιριού[1]

Άκου τις χαρούμενες καμπάνες που αντιλαλούνε από παντού και γεμίζουνε τον αγέρα με τη γλυκειά φωνή τους! Ποια χαρά μεγάλη γίνεται; Η Παναγία εκοιμήθη! Η Παναγία ανέβηκε από τη γη στον ουρανό! «Μετέστη πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσαν τῆς Ζωῆς».

Η Κοίμηση της Παναγίας είναι για μας τους Ορθοδόξους Έλληνες το καλοκαιρινό Πάσχα.

Ας πάμε λοιπόν σ’ ένα από τα πιο μεγάλα κ’ έμορφα μοναστήρια της, στη Φανερωμένη της Σαλαμίνας. Θα πάμε να προσκυνήσουμε, όπως πηγαίνανε τα καλά χρόνια που δεν είχε γεμίσει μηχανές η στεριά κ’ η θάλασσα, όπως σήμερα. Θα πάμε με το τρεχαντηράκι, με τα πανιά, που είναι τόσο ταιριαστά με τη γιορτή της Παναγίας.

 Τα εγκώμια της κοιμήσεως της Θεοτόκου

π. Βαρνάβας Βασιλείου

Στάσις Πρώτη

Ἡ Ἁγνὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης βαβαί, ἡ Θεὸν ἐν τῇ γαστρί Σου χωρήσασα καὶ κυήσασα ἀφράστως ἐπὶ γῆς.

Μαριὰμ πῶς θνήσκεις, πῶς τῷ τάφω οἰκεῖς, τῆς ζωῆς τὸν χορηγὸν ἡ γεννήσασα, τοὺς νεκροὺς ἑξαναστήσαντα φθορᾶς;

Μέτρα γῆς ὁ στήσας, Θεὸς Λόγος, ἁγνή, χωρητὸς τῇ Σῇ νηδὺϊ ἐγένετο· πῶς ἐν τάφῳ σμικροτάτῳ Σὺ χωρεῖς;

Τὸν ὡραῖον κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ἡ γεννήσασα ἀνείδεος φαίνεται, ὑποκύπτουσα θεσμοῖς τοῖς φυσικοῖς.

 Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου

Ιερομόναχος Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός

Τῇ ΙΕ΄ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου μνήμη τῆς πανσέπτου Μεταστάσεως[1] τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.

Όταν ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός αποφάσισε να πάρει κοντά Του στη Βασιλεία των Ουρανών την παναγία Μητέρα Του, με άγγελο,[2] τρεις μέρες νωρίτερα, της γνωστοποίησε τη μετάστασή της. Παρουσιάστηκε λοιπόν σ’ αυτήν ο άγγελος και της είπε: «Είναι καιρός, λέει ο Υιός σου, να παραλάβω πλησίον Μου την μητέρα Μου. Δέξου με χαρά και ευφροσύνη αυτό το λόγο και μη ταραχθείς καθόλου διότι πρόκειται να μεταβείς προς την αθάνατη ζωή».

 Η Κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου

π. Γεώργιος Δορμπαράκης

Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Και τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό, που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του -χωρίς την Ανάσταση ο Κύριος δεν θα ήταν ο Λυτρωτής του κόσμου-, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου, που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της «Κεχαριτωμένης» και της «εὐλογημένης ἐν πάσαῖς ταῖς γυναιξί».

 Συναξαριστής 15ης Αυγούστου

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Τῷ αὐτῷ μηνὶ ΙΕ΄, ἡ σεβασμία Μετάστασις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.[1]

Οὐ θαῦμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην,

Τοῦ Κοσμοπλάστου σαρκικῶς τεθνηκότος.

Ζῆ αἰεὶ Θεομήτωρ κᾂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ.

Ὅταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἠθέλησε νὰ παραλάβῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του τὴν ἐδικήν του Μητέρα, τότε προτίτερα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας, ἐφανέρωσεν εἰς αὐτὴν διὰ μέσου Ἀγγέλου (ὅστις λέγουσιν, ὅτι ἦτον ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ) τὴν ἀπὸ γῆς εἰς Οὐρανὸν αὐτῆς Μετάστασιν. Ἐλθὼν δὲ πρὸς αὐτὴν ὁ Ἄγγελος, εἶπε. Τάδε λέγει ὁ Υἱός σου· καιρὸς εἶναι νὰ παραλάβω τὴν Μητέρα μου εἰς τὸν ἑαυτόν μου. Ὅθεν μὴ ταραχθῇς διὰ τοῦτο, ἀλλὰ μὲ εὐφροσύνην δέξαι τὸ μήνυμα, ἐπειδὴ καὶ μεταβαίνεις εἰς ζωὴν ἀθάνατον. Τοῦτο δὲ μαθοῦσα ἡ Θεοτόκος, ἐχάρη χαρὰν μεγάλην. Καὶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν πόθον κινουμένη τοῦ νὰ μεταβῇ πρὸς τὸν Υἱόν της, ἀνέβη μὲ σπουδὴν καὶ προθυμίαν ἐπάνω εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν διὰ νὰ προσευχηθῇ. (Εἶχε γὰρ ἡ Πανύμνητος τοιαύτην συνήθειαν, νὰ ἀναβαίνῃ συχνὰ εἰς τὸ ὄρος αὐτό.) Τότε δὲ ἠκολούθησεν ἕνα θαῦμα παράδοξον. Διότι ὅταν ἀνέβη ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος, τότε ἔκλιναν τὴν κορυφὴν αὑτῶν τὰ δένδρα, ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ ὄρος φυτευμένα, ὡσὰν νὰ ἦτον ἔμψυχα καὶ λογικά, καὶ ἔτζι ἐπροσκύνησαν, καὶ ἀπέδωκαν κατὰ τὸ πρέπον, σέβας καὶ τιμὴν εἰς τὴν Κυρίαν τοῦ κόσμου καὶ Δέσποιναν.

 Κοίμησις της Θεοτόκου

Ιωάννου Μ. Φουντούλη

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που εορτάζει στις 15 Αυγούστου ο χριστιανικός κόσμος, είναι η μεγαλυτέρα από τις εορτές που καθιέρωσε η Εκκλησία προς τιμήν της Μητρός του Κυρίου, τις θεομητορικές εορτές. Ίσως είναι και η παλαιοτέρα από όλες. Τις πρώτες μαρτυρίες έχουμε γι’ αυτήν κατά τον Ε΄ αιώνα, γύρω στην εποχή που συνεκλήθη η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου (451), που καθώρισε το θεομητορικό δόγμα και έγινε αιτία να αναπτυχθή η τιμή στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Για πρώτη φορά φαίνεται ότι συνεστήθη στα Ιεροσόλυμα την 13η Αυγούστου και λίγο αργότερα μετετέθη στις 15 του ιδίου μηνός. Είχε δε γενικώτερο θεομητορικό χαρακτήρα, χωρίς ειδική αναφορά στο γεγονός της Κοιμήσεως. Ωνομάζετο «ημέρα της Θεοτόκου Μαρίας».