ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Κυριακή 22 Ἀπριλίου 2018 ( ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ) (Μαρκ. ιε’ 43–ις’ 8)

Μεγάλη Παρασκευή ἀπόγευμα. Σκοτάδι πυκνό καλύπτει τά πάντα. Ὅλα ἔχουν τελειώσει. Στό Γολγοθᾶ ἔχει μείνει ἡ Παναγία μας, ὁ Ἰωάννης καί κάποιες ἀφωσιωμένες μαθήτριες τοῦ Κυρίου, μ’ ἕνα φόβο νά πλανᾶται στό νοῦ καί τήν καρδιά τους, τό φόβο μήπως μείνει τό πανάχραντο σῶμα τοῦ Κυρίου ἐπάνω στό Σταυρό ἄταφο, ἐκτεθειμένο σέ μύριες προσβολές.


Ὁ Πιλᾶτος ἦταν ὁ μόνος ἁρμόδιος νά ἐπιτρέψει τήν ταφή τοῦ ἄχραντου σώματος. Ποιός, ὅμως, θά τολμοῦσε μέσα στήν ἠλεκτρισμένη ἀτμόσφαιρα τῆς ἡμέρας νά τό ζητήσει αὐτό; Κι ἄν τό ζητοῦσαν πρῶτοι οἱ ἀρχιερεῖς, γιά νά τό βεβηλώσουν; Ἐκείνη τήν κρίσιμη ὥρα πού δέν φαινόταν καμία διέξοδος, ἀναπάντεχα παρουσιάζονται δύο πρόσωπα οὐρανόσταλτα γιά τό σκοπό αὐτό. Δύο κρυφοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας καί ὁ Νικόδημος. Καί οἱ δύο ἔντιμα μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου, ἑρμηνευτές τοῦ Νόμου, ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραήλ. Διακεκριμένοι λόγῳ τοῦ ἀξιώματος πού εἶχαν ἀλλά καί τῆς γενικότερης ὑπόληψής τους. Κι ἐνῶ ἦταν κρυφοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ, τώρα ἀποκαλύφθηκαν. Δέν ὑπολόγισαν τούς κινδύνους τῆς παράτολμης αὐτῆς ἐνέργειάς τους. Δέν σκέφθηκαν μήπως χάσουν τή θέση τους, τό ἀξίωμά τους, τόν πλοῦτο τους, τήν κοινωνική τους καταξίωση καί, τό χειρότερο, μήπως γίνουν ἀποσυνάγωγοι καί ἀφορισμένοι. Δέν ὑπολόγισαν τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά. Διότι ἀγαποῦσαν πολύ τόν Κύριο καί περίμεναν μέ πόθο ἱερό τή βασιλεία του. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος τούς ἀξιώνει νά γίνουν οἱ μυροφόροι καί ἐνταφιαστές τοῦ ἁγίου σώματός του. Μέ σφιγμένες τίς καρδιές τους, συγκλονισμένοι, ἀγγίζουν τό πανάσπιλο σῶμα τοῦ Σταυρωθέντος, τό ἀποκαθηλώνουν καί τοῦ ἀποδίδουν τό σεβασμό καί τή νεκρική τιμή. Ὁ Νικόδημος μάλιστα εἶχε φέρει γιά τήν ταφή ἑκατό λίτρα σμύρνας καί ἀλόης.

Ἔχει, λοιπόν, τούς ἀνθρώπους του ὁ Θεός. Ἀκόμη κι αὐτούς πού ἐμεῖς δέν ὑπολογίζουμε καί δέν περιμένουμε. Αὐτοί κάποτε παρουσιάζονται σέ δύσκολες στιγμές καί ἐποχές καί γίνονται οἱ πλέον δυνατοί καί ἀμετακίνητοι κήρυκες τῆς πίστεως. Καί ἀποδεικνύουν σέ ὅλους μας ὅτι «ζῇ Κύριος ὁ Θεός». Εἶναι ὁ Νικητής τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τῆς ἱστορίας καί τῆς ζωῆς μας, εἶναι Αὐτός πού «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»(Ἀποκ. ς’ 2).

Κοντά στό Σταυρό τοῦ Κυρίου οἱ ἀφοσιωμένες μαθήτριές του μέ σπαραγμό καρδίας βλέπουν τήν ὅλη ἀποκαθήλωση καί τήν ταφή. Πῶς νά ἀντέξουν νά βλέπουν Αὐτόν πού σαγήνευε τά πλήθη, τώρα νά κείτεται νεκρός! Πῶς νά ἀντικρύσουν ἄψυχο Αὐτόν πού ἔδινε ζωή! Πῶς νά μπορέσουν νά βαστάξουν τόν πόνο τοῦ θανάτου τοῦ πλέον ἀγαπημένου τους προσώπου; Κι ἀφοῦ ἔχυσαν τά καυτά τους δάκρυα δίπλα στό μνημεῖο, ὅταν τελείωσε ὁ ἐνταφιασμός, ἔφυγαν μέ στεναγμούς καί ὀδυρμούς γιά τά σπίτια τους.

Ὁ χρόνος τώρα ἄρχισε νά μετράει διαφορετικά. Οἱ ὧρες ἀτελείωτες. Κι αὐτές ἀνυπομονοῦσαν νά παρέλθει τό Σάββατο, γιά νά τρέξουν καί πάλι στό μνημεῖο, νά ἐκδηλώσουν μέ τά μύρα καί τά δάκρυά τους τόν πόνο τους καί τήν ἀγάπη τους. Εἶχαν δεῖ βέβαια ὅτι οἱ δύο μαθητές μύρωσαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Ἀλλά αὐτές δέν τό θεωροῦν ἀρκετό. Ἀγοράζουν κι ἄλλα ἀρώματα, πολλά, διαφορετικά ἴσως. Σκέπτονται πώς ὅ, τι κι ἄν κάνουν γιά τόν Ἰησοῦ δέν εἶναι ποτέ ἀρκετό καί ἀντάξιο τῆς ἀγάπης του. Ἴσως ἀκόμη πολυτιμότερα ἦταν τά καυτά τους δάκρυα πού ἔχυσαν γι’ Αὐτόν. Πόσο πολύ ἀγαποῦσαν οἱ μαθήτριες τοῦ Κυρίου τόν Διδάσκαλό τους. Δέν ἔκλεισαν ἴσως μάτι ὅλη τή νύχτα. Καί τώρα, πρίν καλά –καλά ξημερώσει, τρέχουν μέ τά μάτια κατακόκκινα ἀπό τό κλάμα καί τήν καρδιά νά γοργοχτυπᾶ ἀπό τόν πόθο νά δοῦν καί πάλι, ἔστω καί νεκρό, τόν ἀγαπημένο τους Ραββί, τό Χριστό. Κι ἐπειδή ἀγαποῦν, δέν ὑπολογίζουν κανένα ἐμπόδιο στό δρόμο τους. Οὔτε τό φόβο τῆς νύχτας οὔτε τό φόβο τῶν Ἰουδαίων οὔτε τό φόβο τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν οὔτε τό φόβο τῶν ληστῶν. Κι ἐνῶ ἤξεραν ὅτι πελώριος λίθος σφράγιζε τό μνῆμα, κι αὐτό ἀκόμη δέν ἀνέκοψε τήν πορεία τους. Ἡ καρδιά τους χτυποῦσε γιά τό Χριστό. Τρέχουν στόν τάφο, ἐνῶ κανείς ἀπό τούς μαθητές δέν τόλμησε νά ἔλθει ἐκεῖ πρίν ἀπό αὐτές.

Μόλις, ὅμως, πλησίασαν ἐκεῖ, συνειδητοποίησαν πώς ὅλα τά ἐμπόδια εἶχαν ξεπεραστεῖ. Οἱ φρουροί ἄφαντοι, ὁ λίθος εἶχε ἀποκυλιστεῖ μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου, ὁ δρόμος πρός τό Χριστό ἀνοιχτός, καί μπροστά τους ἄγγελοι φωτεινοί, ἀκτινοβόλοι, κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως. Πῶς ἄλλαξαν τόσο ἀστραπιαῖα ὅλα γύρω του καί μέσα τους; Πῶς ἄντεξαν αὐτή τήν ξαφνική μεταβολή τῶν γεγονότων καί τῶν συναισθημάτων τους; Πῶς τό σκοτάδι ἔγινε φῶς καί ἡ μαύρη ἀπελπισία χρυσή ἐλπίδα; Πῶς τόσο ξαφνικά ἡ ἀπογοήτευση ἔγινε ξέφρενη χαρά, ὁ πόνος ἐνθουσιασμός, ἔκσταση καί θαυμασμός;

Καί ἔγιναν οἱ γυναῖκες αὐτές ὄχι μόνον εὐαγγελίστριες τῆς Ἀναστάσεως στούς Ἀποστόλους, ἀλλά ἀγγελιοφόροι σ’ ὅλες τίς ἐποχές τοῦ μεγάλου διδάγματος: Ὅσοι ζητοῦν μέ πόθο τόν Κύριο καί πορεύονται μέ ἅγιο ζῆλο στό δρόμο του, θά βροῦν τίς δυσκολίες πού παρεμβάλλονται στήν πορεία τους νά ἐκμηδενίζονται μέ θαυμαστό τρόπο. Θά βλέπουν τήν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος νά ἐκδηλώνεται ἄμεσα καί κυριαρχικά πάνω ἀπό κάθε προσδοκία. Καί θά διαλαλοῦν μέ ὅλη τους τή δύναμη: Χριστός Ἀνέστη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου