ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ (ΤΟΥ ΘΩΜΑ) – 15 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018

Ἰω. κ΄, 19-31

Κανένα ἀπό τά γεγονότα τῆς ἱστορίας δέν ἀμφισβητήθηκε ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅσο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μά καί κανένα ἀπό τά γεγονότα τῆς ἱστορίας δέ βεβαιώνεται ἀδιάσειστα, ὅσο πάλι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνο πού βεβαίωναν οἱ Ἀπόστολοι τό βράδι τῆς «μιᾶς σαββάτων» ἐπαναλαμβάνεται ὅλο καί πιό ἠχηρό στό πέρασμα τῶν αἰώνων· «ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως».


Τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἐπικυρώνει αὐτό ἀκριβῶς πού λέμε τώρα. Μᾶς ἱστορεῖ πῶς ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀμφισβητεῖται καί συγχρόνως βεβαιώνεται. Οἱ Ἀπόστολοι, ἐνῶ δέν εἶναι καθόλου πρόθυμοι νά πιστέψουν ὅτι ὁ διδάσκαλός τους ἀναστήθηκε, οἱ ἴδιοι πάλι ἔπειτα διακηρύττουν τήν Ἀνάστασή του καί τόν ὁμολογοῦν Κύριο καί Θεό.

Διότι δύσπιστος δέν εἶναι μόνο ὁ Θωμᾶς. Τήν ἴδια στάση μπροστά στό μεγάλο θαῦμα πῆραν κι οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι. Ὅταν ἦρθαν οἱ γυναῖκες ἀπό τό μνημεῖο καί τούς ἔφεραν τό μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, ἐκεῖνοι δέν πίστευαν στίς γυναῖκες καί τά λόγια τους τά πῆραν γιά φλυαρίες. Ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰωάννης ἔφυγαν καί πῆγαν μόνοι τους στό μνημεῖο, γιά νά δοῦν μέ τά μάτια τους καί νά βεβαιωθοῦν. Ὅταν ὕστερα πάλι ὁ ἀναστᾶς Κύριος ἐμφανίστηκε ὁλόσωμος καί ζωντανός μπροστά σέ ὅλους καί τούς χαιρέτισε, ἐκεῖνοι δέν πίστευαν στά μάτια τους καί νόμιζαν πώς ἔβλεπαν φάντασμα. Καί χρειάστηκε νά τούς προκαλέσει ὁ Κύριος νά τόν ἀγγίξουν, νά βάλουν τό χέρι τους ἐπάνω του καί νά βεβαιωθοῦν πώς ἦταν αὐτός ὁ ἴδιος· «ψηλαφήσατέ με καί ἴδετε ὅτι αὐτός ἐγώ εἰμι».

Γιά νά τούς διαλυθεῖ κάθε ἀμφιβολία, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μέσα σέ σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάστασή του, ἐμφανίστηκε πολλές φορές στούς Ἀποστόλους καί μέ πολλά τεκμήρια τούς ἑδραίωσε τήν πίστη στήν Ἀνάστασή του.

Ἡ πρώτη ἀπό αὐτές τίς ἐμφανίσεις ἔγινε τό βράδι τῆς «μιᾶς σαββάτων», τῆς πρώτης ἡμέρας δηλαδή τῆς ἑβδομάδας. Ἡ πρώτη αὐτή ἡμέρα εἶν’ ἐκείνη, πού ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀργότερα ὀνομάστηκε Κυριακή. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα ὄχι πιά τῆς ἑβδομάδας, ἀλλά τῆς «καινῆς κτίσεως», τοῦ καινούριου δηλαδή κόσμου, πού ἔφερε ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Στό ἑξῆς, μέχρι τῆς συντέλειας τῶν αἰώνων, ἕνα γεγονός κυριαρχεῖ στή ζωή τοῦ κόσμου, ἡ Ἀνάσταση. Ἀλλά καί μετά τή συντέλεια ἡ Ἀνάσταση θά μείνει· καί μέ τήν Ἀνάσταση θά περάσουν ὅλα στήν ἀτελεύτητη ζωή τοῦ «μέλλοντος αἰῶνος», ὁ ὁποῖος θά εἶναι ὅλος μία ἡμέρα, ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης καί ἡμέρα Κυρίου.

Στήν πρώτη, λοιπόν, αὐτή ἐμφάνισή του στούς μαθητές του ὁ ἀναστᾶς Κύριος, καθώς μπῆκε ἐκεῖ πού ἦταν συγκεντρωμένοι, τούς χαιρέτισε μέ τό «Εἰρήνη ὑμῖν», δηλαδή «εἰρήνη σέ σᾶς». Ὁ χαιρετισμός αὐτός συνηθιζόταν στήν περιοχή καί μέχρι σήμερα ἀκόμη ἔτσι χαιρετίζονται μεταξύ τους οἱ ἄνθρωποι στήν Ἀνατολή. Ὅμως ὁ χαιρετισμός αὐτός ἀπό τό στόμα τοῦ ἀναστημένου Κυρίου ἐκεῖνο τό βράδι εἶχε κάποιον ἄλλο τόνο, γι’ αὐτό καί ἡ ἐπίδρασή του ἦταν ἄμεση καί ἀποτελεσματική στούς μαθητές.

Ἐκεῖνοι δικαιολογημένα φοβοῦνταν μήπως ξεσπάσει ἐπάνω τους ἡ ὀργή τῶν Ἰουδαίων. Ἡ πληροφορία πώς δέ βρέθηκε τό σῶμα τοῦ διδασκάλου στό μνημεῖο, σίγουρα δέ θά ἦταν γιά καλό τους. Δέν ἔφερε μόνο ἀναστάτωση μέσα τους, μήν ξέροντας τί νά ὑποθέσουν, ἀλλά καί τούς τρομοκράτησε, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι, ὅπως ἄλλωστε εἶχαν πεῖ, θά ἔριχναν τήν εὐθύνη σ’ αὐτούς ὅτι πῆγαν τή νύχτα κι ἔκλεψαν τό σῶμα τοῦ διδασκάλου.

Ἡ ἐμφάνιση, λοιπόν, τοῦ Κυρίου κι ὁ χαιρετισμός τούς γέμισε ἀπό χαρά. Ὁ Ἰησοῦς τούς χαιρέτισε πάλι γιά δεύτερη φορά μέ τό «Εἰρήνη ὑμῖν». Κι αὐτό, γιά νά τούς φύγει κάθε φόβος καί κάθε ἀνησυχία καί γιά νά ἑδραιωθεῖ μέσα τους μία μόνιμη εἰρήνη, ἕνα ἀκατανίκητο θάρρος καί μία ἀτρόμητη παρρησία.

Ὕστερα ὁ ἀναστᾶς Κύριος προχώρησε σέ μία μοναδική πράξη, τό ἴδιο δημιουργική μ’ ἐκείνη στόν παράδεισο, ὅταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο. Τότε ὁ Θεός φύσηξε στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ κι ἔγινε ὁ ἄνθρωπος ὕπαρξη ζωντανή, μέ ζωή Θεοῦ μέσα της, ἔτσι πού πραγματική ὕπαρξη στή ζωή τοῦ κόσμου νά εἶναι μόνο ὁ ἄνθρωπος. Τώρα ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή του ἀνακαινίζει τόν ἄνθρωπο. Φυσάει πάλι μέσα του τό πνεῦμα τῆς ζωῆς, πού αὐτή τώρα εἶναι μία νέα ζωή· ὄχι μόνο σάν ἐκείνη πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος πρίν ἀπό τήν πτώση του, ἀλλά πολύ παραπάνω. Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή του δέν ἐπαναφέρει τόν ἄνθρωπο στόν ἐπίγειο παράδεισο τῶν πρωτοπλάστων, δέν τόν γυρίζει δηλαδή πίσω, ἀλλά τοῦ ἀνοίγει τό δρόμο πρός τόν οὐρανό, πρός τό μέλλον· τόν ἀνεβάζει καί τόν καθίζει «ἐν δεξιᾷ τοῦ πατρός».

Στήν πρώτη αὐτή ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ στούς μαθητές του δέν ἦταν παρών ὁ Θωμᾶς. Αὐτό ἦταν σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιατί ἔτσι δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά βεβαιωθεῖ ἀκόμη καλύτερα ἡ Ἀνάσταση. Ὁ Θωμᾶς δέν εἶναι ὁ ἄπιστος, ἀλλά ὁ δύσπιστος ἄνθρωπος. Οἱ ἄπιστοι δέν πιστεύουν γιά νά μήν πιστέψουν· ξεκινᾶνε ἀπό τήν προκατάληψη πώς ἡ πίστη δέν ταιριάζει στό φωτισμένο ἄνθρωπο· καί φυσικά φωτισμό θεωροῦν μόνο τή γνώση καί τήν ἐπιστήμη. Ὁ Θωμᾶς κάνει σάν ἄπιστος· ἔχει τήν ἀξίωση τῶν ἀπίστων, θέλει δηλαδή νά δεῖ γιά νά πιστέψει. Μία εἶναι ἡ διαφορά, ὅτι ὁ Θωμᾶς θέλει νά πιστέψει καί δέν μπορεῖ, ἐνῶ οἱ ἄπιστοι μποροῦν νά πιστέψουν καί δέ θέλουν. Οἱ ἄπιστοι, ἀκόμη κι ὅταν ἔχουν σημεῖα, πάλι δέν πιστεύουν, ἀλλά ἐξηγοῦν τά σημεῖα καί τά θαύματα μέ φυσικό καί λογικό τρόπο. Κατά τά ἄλλα ὁ Θωμᾶς δέ διαφέρει ἀπό τούς ἄλλους μαθητές, γιατί ὅπως εἴδαμε, κι ἐκεῖνοι δέν ἦταν πρόθυμοι, ἀλλά μόνο ὅταν εἶδαν τότε πίστεψαν.

Ἡ Ἐκκλησία στούς ὕμνους τῆς σημερινῆς ἑορτῆς τήν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ τήν ὀνομάζει καλή: «ὦ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ». Γιά δύο λόγους ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ εἶναι καλή. Πρῶτα, γιατί εἶναι ἀπιστία καλοπροαίρετη· μόλις ὁ Θωμᾶς εἶδε κι ἄκουσε τόν Κύριο, δέν τόλμησε νά τόν ψηλαφήσει, ἀλλά ξέσπασε στήν ὁμολογία «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Κι ἀκόμη, ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ εἶναι καλή, γιατί ἔγινε αἰτία νά βεβαιωθεῖ ἀκόμη πιό πολύ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.

Τά τελευταία λόγια του ἀναστημένου Ἰησοῦ πρός τό Θωμᾶ σέ μερικούς γεννᾶνε κάποιες ἀπορίες. Τί πάει νά πεῖ «Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες»; Ἡ πίστη, ἀγαπητοί ἀδελφοί, δέν εἶναι συμπέρασμα τῆς λογικῆς διεργασίας. Ἡ πίστη εἶναι μία αἴσθηση στόν ἄνθρωπο ἐσωτερική καί πνευματική. Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀκούει, ὅταν μιλάει ὁ Θεός. «Ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς», γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καί μακάρι κι ἐμεῖς ν’ ἀκοῦμε τό Θεό μ’ ἐμπιστοσύνη, ὅταν μᾶς μιλάει στήν Ἐκκλησία μέσα ἀπό τίς ἅγιες Γραφές, καί γνωρίζοντας τή φωνή του ν’ ἀποκρινόμαστε «Ὁ Κύριός μας καί ὁ Θεός μας». Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου