ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

(Μρ. 15, 43 - 16, 8)

Οἱ Μυ­ρο­φό­ρες, δηλαδὴ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νή, ἡ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Κλω­πᾶ, ἡ Ἰ­ω­άν­να, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Χου­ζᾶ, ἐ­πι­τρό­που τοῦ Ἡ­ρώ­δη, ἡ Σα­λώ­μη, ἡ μη­τέ­ρα τῶν υἱ­ῶν Ζε­βε­δαί­ου, ἡ Σω­σάν­να καὶ ἡ Πα­να­γί­α, μη­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἦ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­χαν ἔλ­θει στὸν τά­φο τοῦ Κυ­ρί­ου, φέ­ρον­τας μα­ζί τους μύ­ρα γιὰ νὰ ἀ­λεί­ψουν, σύμ­φω­να μὲ τὴν τό­τε συ­νή­θει­α, τὸ σῶ­μα τοῦ δι­δα­σκά­λου. Ἦ­ταν οἱ ἴ­διες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ δι­α­κο­νοῦ­σαν τὸν Κύ­ρι­ο, κα­τὰ τὸ δι­ά­στη­μα τῆς τρι­ε­τοῦς δρά­σης του, πα­ρέ­με­ναν μα­ζί του καὶ τοῦ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν καὶ κα­τὰ τὸ Πά­θος του.


Ἀ­φοῦ ὁ Ἰ­ω­σὴφ καὶ ὁ Νι­κό­δη­μος ζή­τη­σαν καὶ πῆ­ραν ἀ­πὸ τὸν Πι­λά­το τὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τὸ ἑ­τοί­μα­σαν καὶ τὸ ἐν­τα­φί­α­σαν, οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­κό­λου­θοι τοῦ Κυ­ρί­ου, κου­βα­λῶν­τας μα­ζί τους τὰ ἀ­νά­λο­γα ἀ­ρώ­μα­τα «λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των», ὅ­ταν χά­ρα­ζε ἡ πρώ­τη καὶ πα­νέ­ορ­τος ἡ­μέ­ρα, αὐτὴ ποὺ ὀνομάστηκε Κυ­ρι­α­κή, προ­σῆλ­θαν στὸ μνη­μεῖ­ο γιὰ νὰ μυ­ρί­σουν τὸ ζω­η­φό­ρο σῶ­μα τοῦ Δι­δα­σκά­λου. Ἐ­νῶ ἀ­να­ρω­τι­όν­του­σαν ποιὸς θὰ με­τα­κι­νοῦ­σε τὸν λί­θο ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴν εἴ­σο­δο τοῦ τά­φου, ὥ­στε νὰ εἰ­σέλ­θουν σὲ αὐ­τόν, φτά­νον­τας ἐ­κεῖ, ὄ­χι μό­νο βλέ­πουν τὸν μέ­γα λί­θο τοῦ μνη­μεί­ου «ἀ­πο­κε­κυ­λι­σμέ­νον», ἀλ­λὰ συ­ναν­τοῦν καὶ ἀ­στρα­πό­μορ­φο ἄγ­γε­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοὺς εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται τὴν Ἀ­νά­στα­ση.

Ση­μει­ωτέον ὅ­τι ὁ λί­θος ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε γιὰ τὶς Μυ­ρο­φό­ρες, καὶ γιὰ τοὺς μα­θη­τές, ποὺ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­φτα­σαν καὶ αὐ­τοὶ στὸν τά­φο, καὶ ὄ­χι γιὰ τὸν Κύ­ρι­ο. Δη­λα­δὴ ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε γιὰ νὰ εἰ­σέλ­θουν οἱ Μυ­ρο­φό­ρες καὶ οἱ μα­θη­τὲς καὶ ὄ­χι γιὰ νὰ ἐ­ξέλ­θει ὁ Κύ­ρι­ος. Ἡ Ἀ­νά­στα­ση ἔ­γι­νε καὶ ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­ξῆλ­θε, ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὅ­πως λέ­ει καὶ ἕ­να Ἀ­να­στά­σι­μο Στι­χη­ρό: «Κύ­ρι­ε, ἐ­σφρα­γι­σμέ­νου τοῦ τά­φου ὑ­πὸ τῶν πα­ρα­νό­μων, προ­ῆλ­θες ἐκ τοῦ μνή­μα­τος, κα­θὼς ἐ­τέ­χθης ἐκ τῆς Θε­ο­τό­κου. Οὐκ ἔ­γνω­σαν πῶς ἐ­σαρ­κώ­θῃς οἱ ἀ­σώ­μα­τοί σου Ἄγ­γε­λοι˙ οὐκ ἤ­σθον­το πό­τε ἀ­νέ­στης οἱ φυ­λάσ­σον­τές σε στρα­τι­ῶ­ται».

Ὅ­πως τό­τε στὸν Πα­ρά­δει­σο, πρώ­τη ἡ Εὔα, με­τὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α, τὴν πλά­ση καὶ τὴ ζω­ο­ποί­η­ση τοῦ Ἀ­δάμ, μαρ­τύ­ρη­σε γιὰ τὸ θαῦ­μα, ἔ­τσι καὶ τώ­ρα οἱ μυ­ρο­φό­ρες πλη­ρο­φο­ροῦν­ται ἀ­πὸ τὸν λαμ­προ­φο­ροῦν­τα ἄγ­γε­λο τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ τοὺς ζη­τεῖ­ται νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ θαυ­μα­στὸ γε­γο­νὸς στοὺς Ἀ­πο­στό­λους. Αὐ­τὸ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θε­ω­ρεῖ­ται οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ˙ ἔ­πρε­πε τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φῦλο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πε­σε πρῶ­το στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ εἰ­σή­γα­γε στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα τὸν θά­να­το, νὰ εἶ­ναι πρῶ­το καὶ στὴ θέ­α τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καὶ στὴ χα­ρὰ τῆς ἀ­νόρ­θω­σης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας.

Πα­ρὰ τὴν πε­ρι­δε­ῆ της φύ­ση ἡ γυ­ναί­κα, τε­λι­κὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πλή­ρης θάρ­ρους, πρᾶγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἐ­πι­δεί­ξουν οἱ ἄν­δρες μα­θη­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ πί­στη τῆς γυ­ναί­κας καὶ ἡ ἀ­φο­σί­ω­σή της στὸν Κύ­ρι­ο εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή. Δὲν λο­γα­ριά­ζει τοὺς πολ­λοὺς κιν­δύ­νους ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν τῆς ἔ­χθρας κα­τὰ τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λὰ ἀ­ψη­φῶν­τας κά­θε δυ­σχέ­ρει­α σπεύ­δει νὰ ἀ­πο­νεί­μει τὴν πρέ­που­σα τι­μὴ καὶ φρον­τί­δα στὸν νε­κρό. Ἐν τέ­λει, μαρ­τυ­ρεῖ τὴ χα­ρὰ τῆς Ἀ­νά­στα­σης. Τῆς ζη­τεῖ­ται μά­λι­στα ἀ­πὸ τὸν ἄγ­γε­λο νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὸν πρῶ­το κή­ρυ­κα τοῦ θαύ­μα­τος. Ἔ­τσι ζεῖ τὸ ὄν­τως Πά­σχα, τὴν κα­τὰ κυ­ρι­ο­λε­ξί­α με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τῆς Αἰ­γύ­πτου στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς γῆς Χα­ναάν, τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν πα­λαι­ὰ κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, στὴν Και­νὴ ζω­ὴ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ.

Ὁ κά­θε ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­μᾶς μπο­ρεῖ νὰ βιώσει τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἀλ­λὰ ὅ­πως οἱ μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες πρέ­πει πρῶ­τα νὰ ἐ­πι­δεί­ξει ἀ­γά­πη στὸν Σω­τῆ­ρα Χρι­στό, πί­στη στὶς ἐν­το­λές του καὶ ἀ­φο­σί­ω­ση σὲ αὐ­τόν. Οἱ δυ­σχέ­ρει­ες καὶ οἱ ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις θὰ εἶ­ναι πολ­λές, ὅ­μως, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ἡ πί­στη στὸν Χρι­στὸ θὰ μᾶς ἐ­πι­τρέ­ψουν νὰ εἰ­σέλ­θου­με στὴν ἀ­λη­θι­νὴ χα­ρὰ τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἡ βί­ω­ση κα­τὰ ὀρ­θὸ τρό­πο τοῦ Πά­σχα καὶ τῆς Ἀ­ναστάσεως εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μὲ τὸν ἀ­γῶνα ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ου­με.  Ἔ­τσι ἀ­παι­τεῖ­ται κατ᾽ ἀρ­χὰς σπου­δὴ καὶ ἐ­γρή­γορ­ση στὴν τή­ρη­ση τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ, κα­θὼς καὶ ἄ­γρυ­πνη ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν ποι­κί­λων πει­ρα­σμῶν. Αὐ­τοὶ οἱ πει­ρα­σμοὶ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­πι­φέ­ρουν με­γά­λη πι­κρί­α στὴ ζω­ή μας, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ θυ­μό­μα­στε ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ δρό­μος τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἡ πλα­τεῖ­α καὶ ἄ­νε­τος καὶ εὐ­ρύ­χω­ρος ὁ­δὸς δὲν ἀν­τι­στοι­χεῖ στοὺς Χρι­στια­νούς. Οἱ Μυ­ρο­φό­ρες προ­τοῦ λά­βουν τὴν ἀγ­γε­λι­κὴ πα­ρη­γο­ριά, ἔ­κλα­ψαν καὶ πό­νε­σαν καὶ φο­βή­θη­καν. Ἐπέμειναν, ὅ­μως, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐν τέλει ἀξιώθηκαν τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου