ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 12, 16-21)

Σή­με­ρα στὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα γιὰ ἀ­κό­μη μί­α φο­ρὰ πρω­τα­γω­νι­στὴς εἶ­ναι ἕ­νας πλού­σι­ος, ἀλ­λὰ δυ­στυ­χῶς ἄ­φρων. Ὁ Χρι­στός, ἀ­φορ­μώ­με­νος ἀ­πὸ μί­α δι­α­μά­χη δύ­ο ἀ­δελ­φῶν γιὰ κλη­ρο­νο­μι­κὰ θέματα ἀ­να­πτύσ­σει τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ ἄ­φρο­να πλού­σι­ου, γιὰ νὰ κα­τα­δι­κά­σει καὶ νὰ προ­φυ­λά­ξει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο κα­κὸ τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴν πλε­ο­νε­ξί­α, ποὺ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο εἶ­ναι «ρί­ζα πάν­των τῶν κα­κῶν» (Α΄ Τιμ. 6, 10).


Στὴν πα­ρα­βο­λὴ αὐ­τὴ ὁ Χρι­στὸς πα­ρου­σιά­ζει ἕ­ναν πλού­σι­ο ἄν­θρω­πο, ὁ ὁποῖος κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ πά­θος τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας, ποὺ με­τὰ ἀ­πὸ πα­ρα­γω­γὴ ἄ­φθο­νης σο­δειᾶς βά­ζει στὸ μυα­λό του νὰ πε­τύ­χει ὡς στό­χο τὴν ὑ­λι­στι­κὴ αὐ­τάρ­κει­α. Αὐ­τὴ ἡ αὐ­τάρ­κει­α, ποὺ ἐν­το­πί­ζε­ται στὴ φρά­ση «καὶ ἐ­ρῶ τῇ ψυ­χῇ μου· ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­γα­θὰ κεί­με­να εἰς ἔ­τη πολ­λά· ἀ­να­παύ­ου, φά­γε, πί­ε, εὐ­φραί­νου», ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως φαί­νε­ται φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ καὶ τὸ πο­θού­με­νο γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ ἂν τὴν ἐ­ξε­τά­σου­με μὲ βάση τὴ χριστιανικὴ ἠθικὴ θὰ δι­α­κρί­νου­με τὶς πα­γί­δες ποὺ κρύ­βει αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Κατ᾿ ἀρχάς, ἡ πα­γί­δα ἐν­το­πί­ζε­ται στὸ ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος νο­μί­ζει ὅ­τι μὲ τὴν ἀ­πό­κτη­ση τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν βρί­σκει τὴν εὐ­τυ­χί­α του. Ὁ Χρι­στὸς ὅμως προτοῦ δι­η­γη­θεῖ τὴν πα­ρα­βο­λὴ πα­ραγ­γέλ­λει ξε­κά­θα­ρα: «νὰ φυ­λά­γε­στε ἀ­πὸ κά­θε εἴ­δους πλε­ο­νε­ξί­α, για­τὶ τὰ πλού­τη, ὅ­σο πε­ρίσ­σια καὶ ἂν εἶ­ναι, δὲν δί­νουν στὸν ἄν­θρω­πο τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή». Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α ὁ ἄν­θρω­πος ξε­γε­λά­ει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ πο­τὲ δὲν ἀ­να­παύ­ε­ται. Ἀ­κό­μη καὶ ἂν ἀ­πο­κτή­σει ὅ­λα τὰ ἀ­ναγ­καῖ­α, ἀ­κο­λού­θως βά­ζει συ­νε­χῶς νέ­ους στό­χους καὶ κα­τα­λή­γει σὲ ἕ­να ἀ­στα­μά­τη­το παι­χνί­δι τοῦ πο­νη­ροῦ, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ ἀ­κα­τά­παυ­στο κυνηγητὸ ἀ­πό­κτη­σης ἀ­γα­θῶν.

Αὐ­τὸ τὸ πάθος τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας δὲν μέ­νει ἐ­κεῖ, ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ καὶ κά­θε ἄλ­λο μέ­σο γιὰ νὰ πε­τύ­χει τὸν στό­χο του καὶ τελικὰ καταλήγει καὶ σὲ ἄλλα μεγάλα σφάλματα, τὸν φθό­νο, τὴ ζή­λια, τὴν κλε­ψιὰ καὶ τὸ ψέ­μα. Ὁ πλε­ο­νέ­κτης ἄν­θρω­πος κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πὸ ἀ­φρο­σύ­νη, ἔ­χει λαν­θα­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τῶν πραγ­μά­των, νο­μί­ζει ὅ­τι θὰ εἶ­ναι αἰ­ώ­νι­ος κά­το­χος τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν καὶ με­ρι­μνᾶ μό­νο γιὰ τὴν ἐ­πί­γει­α ζωή. Κάποια στιγμή, ὅμως, ἔρ­χε­ται ἀ­προσ­δό­κη­τα ὁ θά­να­τος καὶ τὸν βρί­σκει ἀ­προ­ε­τοί­μα­στο. Ἐ­λέγ­χε­ται τό­τε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό: «ἄ­φρον, ταύ­τῃ τὴ νυ­κτὶ τὴν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τού­σιν ἀ­πό σου· ἃ δὲ ἡτοί­μα­σας τί­νι ἔ­σται;».

Ὁ Μ. Βασίλειος σημειώνει μὲ ἔμφαση τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ πλεονέκτη σὲ σχέση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀρκεῖται στὰ ἀπαραίτητα, ἀλλὰ καταλήγει στὸ ἄλλο ἄκρο τῆς ὑπέρμετρης ἀποθήκευσης ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὸν καθιστᾶ ἄρπαγα καὶ προπέτη. Καὶ τοῦτο ὄχι γιὰ ἄλλο λόγο παρὰ γιὰ τὸ ὅτι καταλήγει νὰ ἀδικεῖ ὅλους ὅσοι θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐὰν μέρος μόνο ἀπὸ ὅλα ὅσα ἀποθηκεύει τὰ μοίραζε στοὺς ἐμπερίστατους, ὁ πεινασμένος θὰ εἶχε ἀρκετὴ τροφή, ὁ γυμνὸς ἐνδύματα, ὁ ξυπόλητος ὑποδήματα καὶ ἐν γένει ὁ κάθε φτωχὸς θὰ βρισκόταν σὲ καλύτερη κατάσταση.

Ἐ­μεῖς ἀ­δελ­φοί μου ἂς μὴν εἴ­μα­στε πλεονέκτες χωρὶς φρόνηση, ἀλ­λὰ ἂς ἐπιδείξουμε σωφροσύνη, ἂς στη­ρί­ξου­με τὴν ἐλ­πί­δα μας στὸν Θε­ὸ καὶ ὄ­χι στὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά, ἂς ἀρ­κού­μα­στε σὲ ὅ­,τι ἔ­χου­με, ἂς εὐ­γνω­μο­νοῦ­με τὸν Θε­ὸ γιὰ τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ μᾶς χα­ρί­ζει καὶ ἂς τὰ δι­α­χει­ρι­ζό­μα­στε μὲ σύνεση, ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι εἴ­μα­στε πρό­σκαι­ροι δι­α­χει­ρι­στὲς αὐτῶν τῶν ἀ­γα­θῶν. Διαχειριζόμενοι κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ θὰ πλου­τί­ζου­με ὄ­χι βέβαια ὑ­λι­κῶς, ἀλ­λὰ κα­τὰ Θε­ό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου