ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακή  Τελώνου καὶ Φαρισαίου
(Λουκ. ιη΄ 10-14)
 Ὁ  κ ρ ί κ ο ς
«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς
τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι...».
(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Ἡ σημερινὴ παραβολὴ, ἀγαπητοί μου, εἶναι μιὰ ὁλοζώντανη ζωγραφιά.  Μιὰ ζωγραφιὰ ψυχῶν. Ἐπῆρε τὸ πινέλο ὁ Χριστὸς καὶ παρουσίασε μὲ μιὰ καταπληκτικὴ παραστατικότητα δύο τύπους. τὸν Φαρισαῖον καὶ τὸν Τελώνη.
Εἶναι δύο ἄνθρωποι τελείως διαφορετικοί. Δύο ξεχωριστοί κόσμοι. Ἡ μελέτη αὐτῶν τῶν τύπων θὰ μᾶς ὠφελήσῃ πολὺ.  Θὰ μᾶς ἀποκαλύψῃ πολλὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς.  Θὰ μᾶς προφυλάξῃ, ἴσως, ἀπὸ παρόμοια λάθη.

Δι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἀρχίζει τὸ Τριώδιον, τὴν περίοδον τῆς αὐτοπερισυλλογῆς, μὲ τὴν παραβολὴν αὐτή.  Διὰ νὰ μᾶς διξάξῃ.
Ἄς τὴν παρακολουθήσουμε.
1.«...ὁ εἰς Φαρισαῖος...»
Εἶναι ὁ διδάσκαλος τοῦ λαοῦ.  Εἶναι ἐπίσημον πρόσωπον, ποὺ τιμᾷ ἰδιαιτέρως ὁ κόσμος. Μὲ ὕφος, λοιπόν, ἐγωϊστικόν· μὲ κινήσεις ἐπιδεικτικές, μὲ βῆμα ἀλύγιστον, διασχίζει τὸ πλῆθος, ἀνεβαίνει εἰς τὸ ἱερὸν καὶ στέκεται εἰς τὸ ὑψηλότερον σημεῖον διὰ νὰ φαίνεται ἀπὸ παντοῦ.  Σηκώνει τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ἀρχίζει μὲ δυνατὴν φωνήν,  διὰ νὰ τὸν ἀκοῦνε ὅλοι, νὰ ἀπαριθμῇ τὶς ἀρετὲς του.
«Νηστεύω, λέγει, δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα (Δευτέρα καὶ Πέμπτην)· κάνω ἐλεημοσύνες· μοιράζω στοὺς πτωχοὺς τὸ δέκατον τῶν εἰσοδημάτων μου».  Πρῶτον, λοιπόν, στοιχεῖον τοῦ Φαρισαίου:

α) Ἡ   α ὐ τ ο δ ι α φ ή μ ι σ ι ς.
Τὸ ἴδιο ὅμως, ἀδελφέ μου, κάνει καὶ ὁ σύγχρονος Φαρισαῖος. Δημιουργεῖ θόρυβον γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά του. Ὅ,τι καὶ νὰ κάμῃ, θέλει νὰ τὸ γράψουν αἱ ἐφημερίδες. Διαφημίζει τὴν ἀρετὴν του.  Καυχᾶται διὰ τὰς ἐπιτυχίας του.  Θέλει καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν ὡς ἄνθρωπον ἀρετῆς καὶ δυνάμεως καὶ δραστηριότητος.
 Καὶ λησμονεῖ ὁ ταλαίπωρος, ὅτι εἶναι αἱ ἁμαρτίαι μας βουνὸ ἑνώπιον τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσῃς Κύριε, Κύριε, τίς ὑποστήσεται;» λέγει ὁ Ψαλμωδός. Ἐὰν ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ μᾶς κρίνῃ ὄχι μὲ τὴν ἀγάπη Του, ἀλλὰ μὲ τὴν δικαιοσύνη Του, ἀλλοίμονόν μας τότε.  Δὲν θὰ ἐσώζετο κανεὶς ἀπολύτως.
Καὶ ἐὰν ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἠσθάνοντο τὸν ἑαυτόν των μηδαμινὸν καὶ σκώληκα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἐὰν ὁ Ἀπ. Παῦλος ὠνόμαζε τὸν ἑαυτὸν του «ἔκτρωμα» (Α΄ Κορ. ιε΄, 8), ποῖοι εἴμεθα τώρα ἡμεῖς νὰ καυχώμεθα καὶ νὰ ὑπερηφανευθῶμεν διὰ τὰς ἀρετὰς μας καὶ τὶς καλωσύνες μας;
Θεέ μου!  Πῶς γίνεται, ἀλήθεια, ὁ ἄνθρωπος, ὅταν παύσῃ νὰ ζῇ μέσα στὸ δικό Σου πνεῦμα!
Μωραίνεται, ἐξευτελίζεται, καταστρέφεται τελείως.
β) Ἡ   κ α τ ά κ ρ ι σ ι ς
Ἀλλ’ ὁ Φαρισαῖος δὲν σταματᾷ ἐκεῖ.  Προχωρεῖ.  Κατακρίνει τοὺς πάντας μὲ δριμύτητα καὶ σκληρότητα. «Ὅλοι, λέγει, εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, ἀνήθικοι, ὅπως καὶ αὐτὸς ἐδῶ ὁ Τελώνης.  Μόνον ἐγὼ εἶμαι δίκαιος καὶ ἐνάρετος.  Σὲ εὐχαριστῶ, διότι δὲν ἔγινε ὡσὰν αὐτούς».
Μαχαῖρι, ἀδελφέ μου, ἡ γλῶσσά του. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἁμαρτωλοί... Μόνον αὐτὸς εἶναι ὁ ἄγγελος! ...
Φαρισαῖε!
Τί σοῦ ἔκαμαν οἱ ἄλλοι καὶ τοὺς κατηγορεῖς; Τί σοῦ ἔφταιξε καὶ ὁ ταλαίπωρος Τελώνης, ποὺ θρηνεῖ τὴ δυστυχία του; Γιατὶ κατηγορεῖς τόσο σκληρά; Γιατί δὲν συμπονᾶς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Γιατὶ δὲν προσεύχεται γι’ αὐτούς; Ποιός εἶσαι ἔπειτα ἐσύ, ποὺ κατακρίνεις; Ποιός σοῦ ἔδωσε αὐτὸ τὸ δικαίωμα;
«Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;»  (Ρωμ. ιδ΄4). Ταλαίπωρε Φαρισαῖε! Ὁ Θεὸς συγχωρεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς χαρίζει  τὴν εὐτυχίαν Του. Σὺ εἶσαι ὑπὲρ τὸν Θεόν; Σκληρὲ καὶ ἀνάγλητε ὑποκριτά!
Γεμάτη, ἀδελφέ, ἡ κοινωνία, δυστυχῶς, ἀπὸ Φαρισαίους. Κόλακες, θορυβοποιοί, ἐγωϊσταί, φίλαυτοι, συμφεροντολόγοι, καιροσκόποι, δουλοπρεπεῖς, ὑποκριταί, φυγόπονοι, διαλυτικὰ στοιχεῖα, φθονεροί, ἀσεβεῖς, ποὺ στὸ τέλος ταπεινώνονται καὶ συντρίβονται.  Διότι τὸ εἶπε σαφῶς ὁ Κύριος:
 «Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται....»
Κύριε! Ἀπάλλαξε μας ἀπὸ τὸν φαρισαϊσμὸν καὶ χάρισε εἰς τὴν κοινωνίαν μας ἁγίους!
2. «....καὶ ὁ ἕτερος Τελώνης»
Σκυμμένος σὲ μιὰ γωνιὰ ὁ Τελώνης, θλιμμένος, θρηνεῖ χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ ὁμιλήσῃ. Οὔτε τὰ μάτια του δὲν τολμᾷ νὰ ὑψώσῃ πρὸς τὸν οὐρανόν.  Δὲν κατηγορεῖ κανένα. Χτυπάει μόνον μὲ ὀδύνη τὰ στήθη του καὶ ζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.  Εἶναι ὁ σκλαβωμένος ἀετός.  Τὸν ἐπλήγωσεν ἡ ἁμαρτία μὲ τὸ φαρμεακερό της βέλος. Τοῦ ἔσπασε τὰ φτερὰ. Ὑποφέρει. Καὶ κράζει:
«Ὁ Θεὸς ἱλάσθητι μοι τῷ ἁματωλῷ!»
Μόνον αὐτὸ λέγει.
Ἀλήθεια, πῶς τὸν συμαπαθοῦμε;
Ἀδελφέ, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ Τελῶναι. Ὁ ἕνας ἔφταιξεν εἰς τοῦτο· ὁ ἄλλος εἰς ἐκεῖνο. Ὅλοι εἴμεθα ὑπόλογοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅμως!
Ἄς μὴ λιποψυχήσωμε!
Ψηλὰ τὰ μάτια!  Ἀνοιγμένες οἱ καρδιὲς!
Ὁ Κύριος εἶναι σπλαχνικός. Μᾶς δέχεται ὅλους. Δὲν τὸν ἀκοῦτε; «Δεῦτε πρὸς Μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28).
Ἐλᾶτε κοντά μου οἱ κουρασμένοι, οἱ φορτωμένοι μὲ ἀμαρτίες. Ἐγὼ θὰ σᾶς ξεκουράσω.  Ναί. Ἐκεῖ ψηλά, μὴ λησμονοῦμεν, εἶναι στημένος ὁ Σταυρός.  Γιὰ μένα καὶ γιὰ σᾶς ἐστήθηκε.
Γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Κουράγιο, λοιπόν. Οἱ Τελῶναι θὰ γεμίσουν τὸν Παράδεισον. Οἱ μετανοήσαντες Τελῶναι.
Διότι πρὶν τελειώσῃ ἡ παραβολή, ὁ Κύριος ἔκαμε τὴν πιὸ βαρυσήμαντη δήλωσι:
Ὅτι ἀπὸ τοὺς δύο, κατέβηκε δικαιωμένος στὸ σπίτι του ὄχι ὁ Φαρισαῖος, ἀλλ’ ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς Τελώνης.  Διότι: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».
Δὲν τὸν ἔσωσαν τὸν Φαρισαῖον αἱ νηστεῖαί του, οὔτε αἱ ἐλεημοσύναι του. Ἐδικαιώθη ὁ ἄλλος, ὁ ἁμαρτωλος, ἀλλὰ ταπεινὸς καὶ μεταμεληθεὶς Τελώνης. Πόσες τέτοιες ἐκπλήξεις θὰ ἴδῃ ὁ κόσμος εἰς τὴν ἄλλην ζωήν!  Ἄνθρωποι, ποὺ ἐθεωροῦντο ἅγιοι, θὰ καταδικασθοῦν.  Καὶ ἄλλοι πάλιν ποὺ ἐνομίζοντο ἁμαρτωλοί, θὰ κερδίσουν τὸ στεφάνι, διότι εἶχαν ἀληθινά μετανοήσει.
Ἀγαπητοί,
Ἦταν κάπου ἕνα ποτάμι.  Μεγάλο καὶ πλατύ.  Συχνὰ βάρκες ἔπλεαν καὶ μετέφεραν ἐμπορεύματα στὰ χωριά, ποὺ ἦσαν κτισμένα κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ.  Κάποτε ἔπλεαν τρεῖς ἐπιβάτες μὲ μιὰ τέτοια βάρκα. Εἶχε βρέξει στὸ βουνό.  Καὶ ξαφνινὰ κατέβασε πολὺ θολό, ὁρμητικό νερό.  Ἡ βάρκα παρεσύρετο, τὰ κουπιὰ ἦσαν ἀνίσχυρα νὰ τὴν κατευθύνουν.  Οἱ τρεῖς ἐκαλοῦσαν ἀπελπισμένοι εἰς βοήθειαν. Λίγο πιὸ κάτω ἦτο ἕνας τρομερὸς καταρράκτης.  Ποιός ὅμως καὶ πῶς θὰ βοηθησῃ; Τότε κάποιοι ἐσκέφθηκαν νὰ ρίξουν μίαν ἁλυσίδα. Ἦταν μεγάλη. Ἔφθασε μέχρι τὴ βάρκα.  Τὴν ἔπιασαν οἱ ἐπιβάται. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ τὴν σύρουν.
Ἡ βάρκα ὅλο καὶ ἐπλησίαζεν εἰς τὴν ὄχθην.
Αἴφνης ὅμως.....τρομερόν !  Ἡ ἁλυσίδα ἐκόπηκε. Ἡ βάρκα βρέθηκε στὴ διάθεσι πάλιν τῶν ὑδάτων. Σὲ λίγο ὁ καταρράκτης εἶχε ρουφήξει τὴ βάρκα μὲ τοὺς ἀτυχεῖς ἐπιβάτας.
Τί εἶχε συμβεῖ; Ἡ ἁλυσίδα ἦταν γερή.
Ἕνας μόνον κρίκος ἦταν χαλασμένος. Ἄνοιξε αὐτὸς ἀπὸ τὴν πίεσι. Καὶ ἡ ἁλυσίδα ....ἐκόπηκε.
Ἀδελφέ,
 Ἡ ζωὴ εἶναι ὁρμητικὸ ποτάμι. Κινδυνεύουμε ὅλοι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν. Εἶναι ἆρά γε οἱ κρίκοι τῆς ψυχῆς μας γεροί; Μήπως ἔχωμεν καμμίαν ἀδυναμίαν, κανένα ἐλάττωμα; Μήπως νομίζωμεν ὅτι ὅλα πᾶνε καλά, ἐνῷ δὲν εἶναι ἔτσι;
Καὶ ἄν ἕνα κρίκος εἶναι χαλασμένος;
Καὶ ἄν ἁμαρτίαι εἶναι μέσα μας ὅπως τοῦ Φαρισαίου;
Καὶ ἄν κοπῇ ἡ ἁλυσίδα;
Καὶ ἄν δὲν μετανοήσωμεν ὅπως ὁ Τελώνης;
Τότε τί θά γίνῃ ἡ ψυχή μας, ἀλήθεια, τότε;

Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου