ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Εἰς τάς Μυροφόρους καί εἰς τήν θεοσωμόν ταφήν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί εἰς τόν Ἰωσήφ τόν ἀπό Ἀριμαθαίας, καί εἰς τήν τριήμερον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Γρηγορίου Πατριάρχου Ἀντιοχείας

Εἶναι ἐπαινετός καί αὐτός ὁ νόμος τῆς Ἐκκλησίας, πού μᾶς προετοιμάζει νά πανηγυρίζωμε τήν ἀνάμνηση τοῦ ἀποθησαυρισμοῦ τοῦ Χριστοῦ στούς νεκρούς.
Διότι ποῖος, ἀναλογιζόμενος τόν ζωοποιόν θάνατο τοῦ Σωτῆρος, δέν θά θεωρήση ὅτι οἱ νεκροί μέσα στίς θῆκες τούς εἶναι ἐξαπλωμένοι σάν σέ σκηνές, περιμένοντας τήν οὐράνιο σάλπιγγα, ἡ ὁποία θά καλή ὅλους μας πρός τήν φοβεράν ἡμέρα τῆς κρίσεως;


Ποῖος δέ, ἀποβλέποντας πρός ἐκεῖνον τόν σωτήριο τάφο, δέν πλησιάζει στούς τάφους σάν σέ θαλάμους ζωῆς; Ποῖος, πιστεύοντας ὅτι ὁ Κύριος ἔχει ἐγερθῆ ἀπό τούς νεκρούς, δέν συμπεριφέρεται μέ τρόπο πού φανερώνει ὅτι πρόκειται νά ἀναστηθῆ καί ὁ ἴδιος, ἐπιτυγχάνοντας τήν ἀνάσταση διά μέσου Ἐκείνου;

Ἐπειδή λοιπόν, ὑπακούοντας στόν καλό νόμο τῆς Ἐκκλησίας, σεῖς πού εὐρίσκεσθε σέ ἐγρήγορση, ἐτρέξατε πρός αὐτούς πού κοιμοῦνται στούς τάφους, καί ὁ τόπος σᾶς στενοχωρεῖ, ὁ πόθος ὅμως σᾶς χαροποιεῖ, ἐπειδή εἶσθε τόσοι πολλοί καί ἔχετε συμπτυχθῆ σάν τό σταφύλι, γι’ αὐτό ἀκοῦστε, ὅπως ποθεῖτε, γιά τό μυστήριον τοῦ θανάτου, τό ὁποῖον ἠμπορεῖ κάποιος νά τό μάθη, κανείς ὅμως δέν ἠμπορεῖ νά τό κατέχη.
Ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ μονογενής, ἀπό ἰδικήν τοῦ πρωτοβουλία, χωρίς νά ἀναγκασθῆ ἀπό κάποιον, ἀφοῦ ἀνέβη στόν Σταυρό, καί ἁπλώνοντας τά χέρια, ἀπεκατέστησε τήν δικαιοσύνη ὑπέρ ὅλης της κτίσεως, κατετρόπωσε δέ ὅλες τίς ἀόρατες καί πονηρές δυνάμεις μέ τό Πάθος στό ὁποῖον ὑπέβαλε τό σῶμα του, ἠθέλησε νά γευθῆ ἡ ἁγία του σάρκα τήν τριήμερο νέκρωση πρός χάριν ὅλης της φύσεως, γιά νά χαρίση διά μέσου αὐτῆς στό νεκρωμένο γένος τήν ἀθανασία.
Καί μάλιστα, ἀφοῦ ἔγειρε τήν ἁγία κεφαλή του, διέταξε σάν δοῦλο τόν θάνατο νά προσέλθη στή σάρκα.
Ἔφθασε ἀμέσως ὡς δοῦλος ὁ θάνατος, ὑπηρετώντας τό δεσποτικόν πρόσταγμα, ὡς καί ἐπερχόμενος ἐκράτησε τό σῶμα πού τοῦ ἐπετράπη νά λάβη. Ὅταν δέ ἐκρατήθη ἀπό τόν θάνατο τό σῶμα ἐκεῖνο, τό φοβερό γιά τά Χερουβίμ καί φρικτό γιά τά Σεραφίμ, ὅπως ἠθέλησε ὁ Κύριος του σώματος, ἔτρεξε ἡ ψυχή τοῦ Σωτῆρος νά εὐαγγελισθῆ στίς ψυχές τήν ἀπολύτρωσή τους.
Ἡ δέ Θεότης τοῦ ἔμενε καί στό σῶμα καί στήν ψυχή, διότι δέν ἐχωρίσθη κατ’ οὐδένα τόπο καί τρόπον ἡ θεότης ἀπό τήν ἀνθρωπότητα μετά τήν ἕνωσή τους. Ἀλλά καί στούς οὐρανούς ἦταν καί στόν τάφο παρευρίσκετο, χωρίς νά ἐπηρεασθῆ καθόλου, διατηρώντας ἄφθαρτο τήν περιβολήν της.

Μετά τήν φρικτήν αὐτήν οἰκονομία, κάποιος εὐγενής καί πλούσιος ἄνδρας, ὁ Ἰωσήφ πού κατήγετο ἀπό τήν Ἀριμαθαία καί εἶχε γίνει μαθητής τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀποδίδοντας τό τελευταῖο χρέος μετά τήν τελευτή στόν διδάσκαλό του, παρουσιάσθη στόν Πιλάτο παρακαλώντας τον καί λέγοντας: γιά ἕναν νεκρό κάμω αὐτή τήν παράκληση, ἀπό τούς μέν ἐχθρούς συκοφαντημένον, ἀπό δέ τούς φίλους ἐγκαταλελειμμένον στόν καιρό τοῦ πάθους.
Γιά ἕνα νεκρόν ἱκετεύω, πού δέν ἔχει ἀποκτήσει οὔτε χρυσάφι οὔτε ἀσήμι οὔτε στρατιῶτες οὔτε συμμάχους οὔτε σωματοφύλακες, παρά μόνον μία φτωχή μητέρα, ἡ ὁποία ἐπλούτισε μέ τόν τοκετό της, γιά ἕνα νεκρό πρεσβεύω πού μέ τήν θέλησή του ἀπέθανε. Ἐπειδή ἄν δέν ἤθελε, δέν θά εἶχε ἀποθάνει.
Ἄς κατεβῆ λοιπόν ἀπό τόν σταυρό αὐτός πού σέ τίποτε κανέναν δέν ἠδίκησε, ἀλλά ἀντιθέτως μυριάδες μέ εὐεργεσίες εἶχε τιμήσει. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο, ἀπό τό ὁποῖο δέν ἔχεις καλύτερο. Χάρισέ μου ἕνα δῶρο πού θά κάνη εὐτυχῆ ἐμένα πού θά τό δεχθῶ. Δώρησέ μου τοῦτον τόν ζωοποιό νεκρό, καί ἐγώ παίρνοντας Τον, νά τόν καλύψω στήν γῆ. Δώρησέ μου τό τρισμακάριο σῶμα, τοῦ ὁποίου τόν θάνατο ἐπένθησεν ἡ κτίσις.
Δώρησέ μου τό σῶμα ἀπό τό ὁποῖον ἐσχίσθηκαν οἱ πέτρες, ἐκδηλώνοντας μέ τό ρῆγμα τό πένθος τους. Νά καταφιλήσω τά τραύματα τῶν ἁγίων χειρῶν, ἀπό τά ὁποία ἐθεραπεύθησαν τά τραύματα τῆς ψυχῆς μας. Νά ψηλαφήσω ἐκείνην τήν ἄχραντο πλευράν, ἀπό τήν ὁποίαν ἐπήγασεν αἷμα μυστικό καί ὕδωρ ἀναγεννήσεως.
Νά ἐνταφιάσουν τά χέρια αὐτά ἐκεῖνον πού πρόκειται νά λύση τοῦ θανάτου τά σπάργανα. Νά κηδεύσουν τά ἁμαρτωλά τοῦτα δάκτυλα ἐκεῖνον πού ἔπραξε καί ἐδίδαξε κάθε δικαιοσύνην. Νά ἀγγίσω τήν ἀναμάρτητο σάρκα, πού τρισμακάριος εἶναι αὐτός πού τήν ἀγγίζει μέ πίστη. Νά ὁδηγήσω στό μνῆμα αὐτόν πού θά ἀνοίξη τά μνημεῖα τῶν νεκρῶν.
Νά δώσω σ’ αὐτούς πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή, τήν πηγή τῆς Ἀναστάσεως. Νά ἀνάψω καί σ’ αὐτούς πού κρατεῖ ὁ Ἅδης τόν λύχνο τῆς Ἀναστάσεως.

Αὐτά ἔλεγε ὁ Ἰωσήφ εὐσεβῶς, καί ὁ Πιλάτος ὑπήκουσεν εὐμενῶς, ἐπειδή ἡ θεία δύναμις τοῦ ζητουμένου νεκροῦ ἐνεργοῦσε στούς ἁρμοδίους θεοπρεπῶς, καί ἐμάλαξε τήν ψυχή τοῦ Πιλάτου, ὥστε νά ὑπακούση. Καί ἀμέσως ὁ πρεσβευτής ἀπεδείχθη ἐνταφιαστής.
Διότι παίρνοντας τό σῶμα πού ἐποθοῦσε, τό ἐνηγκαλίζετο καί τό ἠσπάζετο, καί προσήρμοζε τά χείλη στά ἅγια μέλη, σκεπτόμενος μέσα του ὅτι «ἐάν ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα, ἀγγίζοντας τό ἱμάτιό του μέ πίστη, κατεξήρανε τοῦ αἵματος τήν πηγή, ἐγώ ποῦ πιάνω αὐτό τό ἴδιο τό θεῖον σῶμα, δωρεές δέν θά ἐπιτύχω;».
Ἔπειτα, τυλίγοντας μέ καθαρά σινδόνα τόν καθαρό μαργαρίτη, τόν ἀπέθεσε στό ἰδικό τοῦ καινούργιο μνῆμα, καί τοποθετώντας μία πέτρα στό στόμιο τοῦ τάφου, γεμάτος δάκρυα, ἐπέστρεψε, γυρίζοντας συχνά πυκνά πρός τόν τάφο καί θρηνώντας τοῦ διδασκάλου τήν στέρηση.

Ἀλλά ἔφθασε τοῦ Ἰωσήφ τήν εὐσέβεια τῶν Ἰουδαίων ἡ ἀσέβεια. Ἐπειδή πάλιν οἱ θεομάχοι συνεκεντρώθησαν τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, καί προσῆλθαν στόν Πιλάτο λέγοντας: «Κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ὁ πλάνος ἐκεῖνος ἔτι ζῶν εἶπε: μετά τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι.
Κέλευσον οὔν ἀσφαλισθῆναι τόν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας. Μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταί αὐτοῦ νυκτός, κλέψωσιν αὐτόν, καί εἴπωσι τῷ λαῶ ὅτι ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν. Καί ἔστω ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης». Τί λές ἐσύ πλάνε καί παράνομε Ἰουδαῖε;
Ἦταν πλάνος αὐτός ποῦ ἐθεράπευσε τούς ὁμοεθνεῖς σου λεπρούς; Ἦταν πλάνος αὐτός ποῦ ἀπήλλαξε τούς τυφλούς πατριῶτες σου ἀπό τήν νύκτα ποῦ εἶχε γεννηθῆ μαζί τους; Πλάνος ἦταν αὐτός ποῦ ἐλευθέρωσε τούς δαιμονιζομένους ἀπό τήν μανία τῶν δαιμόνων;
Πλάνος ἦταν αὐτός ποῦ στήν ἔρημό σου προσέφερε γεῦμα χωρίς καμμία καλλιέργεια; Πλάνος ἦταν αὐτός πού ἐκάλεσε τόν Λάζαρο νά ἐξέλθη ἀπό τόν τάφο, καί μέ τόν λόγο τοῦ ἐξύπνησε τόν νεκρό σάν νά κοιμόταν; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός; καί ποῖος ἄλλος εἶναι ἀληθινός; Ἦταν πλάνος ὁ Χριστός;
Γιατί λοιπόν φοβεῖσαι αὐτά ποῦ εἶπε ὁ πλάνος; Πλάνος ἦταν; Καί φοβεῖσαι τοῦ νεκροῦ τήν φωνή; Ἀλήθεια, μήπως εἶπε κάτι γιά τήν Ἀνάστασιν, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε; Μήπως πιστεύεις αὐτά ποῦ προεῖπε; Γιατί λοιπόν ἀδίκως ταλαιπωρεῖσαι γιά τήν ἔκβαση; Σάν λοιπόν δέν ἀναστηθῆ ὁ νεκρός γιά τόν ὁποῖο μεριμνᾶς, τότε εἶναι πλάνος, ὅπως βλασφημεῖς.

Τί τούς ἀπεκρίθη λοιπόν ὁ Πιλάτος; «Ἔχετε κουστωδίαν. Ὑπάγετε, ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε». Ἐάν γιά τόν ἀντίθεο καί παράνομο, ὅπως τόν ἀποκαλεῖτε, τόσο πολύ ἔχετε φρίξει. Ἐάν ἐσεῖς οἱ ζωντανοί φοβῆσθε τόσο τόν νεκρό, φρουρά ἔχετε, στρατιῶτες ἔχετε. Ἐκστρατεῦστε οἱ πολλοί κατά τοῦ ἑνός. Ἀσφαλίστε τόν νεκρό πού τόσο φοβεῖσθε ὅπως γνωρίζετε.
Θέλετε νά σφραγίσετε τόν τάφο; Σφραγίστε τόν. Θέλετε νά τόν περιβάλετε μέ σιδερένιες ἁλυσίδες; Κάντε τό κι αὐτό. Μήν εἰπῆτε ὕστερα: ἐάν μᾶς ἄφηνες νά φρουρήσωμε τόν τάφο δέν θά ἐχάναμε τόν νεκρό. Πηγαίνετε, ἀσφαλίστε τόν, ὅπως γνωρίζετε.
Ἄν φανῆ ἐκεῖ ὁ Πέτρος, θανατῶστε τόν μέ τά ὄπλα σας. Ἄν ἔλθη κάποιος ἀπό τούς μαθητᾶς τοῦ Ναζωραίου, σηκωθῆτε ἀμέσως καί σκοτῶστε τόν. Ἐπιμείνετε νά τόν φυλάσσετε μέ προσοχή καί ἀκρίβεια, μήν κατορθώση κάποιος ὕποπτος νά κλέψη τόν ἐχθρό σας.

Μέ τέτοια λόγια καί ὄπλα καί στρατιῶτες ἐφοδιασμένοι οἱ ἐχθροί τοῦ Σωτῆρος, ἔφθασαν μέ πολλήν προθυμία καί μανία στόν τάφο, καί βάζοντας σιδερένιες σφραγίδες στό μνῆμα ἐκάθισαν ἐκεῖ καί τόν «φρουροῦσαν ἐπί τόσον χρόνον ὅσον ἠθέλησε ὁ φυλαττόμενος ἀπό αὐτούς.
Ἐν τῷ μεταξύ ἔφθασε ἡ δεύτερη ἡμέρα. Καί τήν μέν πρώτην ἡμέρα ὁ θάνατος ἀναμασοῦσε τό θήραμά του, καί θέλοντας νά τό δαγκώση μέ τά δόντια τῆς διαφθορᾶς του, ἐστάθη ἀδύνατον.
Καί πάλι τήν δεύτερη ἡμέρα ἠθέλησε νά τό φάγη, ἀλλά δέν ἠμποροῦσε. Ἀποροῦσε λοιπόν μόνος του καί ὅπως ἦταν φυσικό, τοιαῦτα διελογίζετο μέσα του: «Ποῖος εἶναι αὐτός ὁ ἀκαταμάχητος καί παράδοξος νεκρός;
Ποῖος εἶναι αὐτός πού ἐνεκρώθη σύμφωνα μέ τόν φυσικό νόμο καί μένει ἄφθαρτος ξεπερνώντας τόν νόμο; Θεός δέν εἶναι ἐπειδή δέν θά ἀπέθαινε, ἀφοῦ θά ἦταν ἀσώματος. Ἄγγελος δέν εἶναι, ἀφοῦ ἔχει ἀνθρώπινη μορφή.
Ὑπέκυψε σέ μένα, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀλλά δέν ὑποκύπτει ὅπως ὁ Ἀδάμ στήν φθορά. Σάν ἄνθρωπος ὑπεχώρησε ἐνώπιόν μου, ἀλλά δέν ἀνέχεται νά πάθη ὅσα παθαίνουν οἱ θνητοί. Ἡ σάρκα τοῦ ἀποδεικνύεται ἀνωτέρα ἀπό τήν διαφθορά. Κανένας ἀπό τούς νεκρούς στούς ὁποίους ἔχω βασιλεύσει τόσους αἰῶνες, δέν ἐφάνη ἐδῶ μέ σῶμα ὅπως αὐτό.
Ἄραγε μήπως τό σῶμα αὐτό εἶναι ἔνδυμα τοῦ Θεοῦ, καί γι’ αὐτό δέν ἠμπορῶ νά τό μασήσω; Ἄραγε μήπως αὐτή εἶναι ἡ σκηνή τοῦ Λόγου; Ἄραγε μήπως αὐτός εἶναι ὁ ναός ἐκείνου πού εἶπε στούς Ἰουδαίους: «Λύσατε τόν ναόν τοῦτον καί ἐν τρισίν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν»;
Ἄραγε μήπως τό νά μένη ἀδιάφθορος σημαίνη ὅτι πρόκειται νά ἀναστηθῆ; Ἄραγε μήπως ὁ παράδοξος αὐτός νεκρός ἦλθε νά κατασκοπεύση τούς νεκρούς; Ἄραγε μήπως λάβη καί τούς νεκρούς πού ἀπό παλαιά ἔχω καταπιεῖ καί τούς ἀνεβάση ἐκεῖ ἐπάνω μαζί του;
Ἄραγε μήπως, ὅπως ὁ Ἰωνάς στήν κοιλία τοῦ κήτους ἔζησε χωρίς νά κινδυνεύση, ἔτσι καί αὐτός μένη ἐδῶ σέ μένα περιμένοντας τήν τρίτην ἡμέρα, γιά νά ἀναστηθῆ πρῶτος αὐτός καί νά ἀνοίξη καί στούς ἄλλους νεκρούς τόν δρόμο; Αὐτά ἔλεγε ὁ θάνατος, ὄχι μέ λόγια, ἀφοῦ ὁμιλοῦσαν τά γεγονότα.

Ἐνῶ συνέβαιναν αὐτά, καί οἱ φύλακες τῶν Ἰουδαίων ἤσαν καθισμένοι κοντά στό μνῆμα, «ὀψέ Σαββάτων, τή ἐπιφωσκούση εἰς μίαν Σαββάτων», ξημερώνοντας Κυριακή, «ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τόν τάφον».
Ὤ παράξενα καί παράδοξα θαύματα! Ὁ Πέτρος, ὁ πρῶτος στρατηγός τοῦ Χριστοῦ, ἐφοβήθη τήν γλώσσα τῆς παιδίσκης καί ἠρνήθη ζωντανόν τόν Κύριόν του, καί γυναῖκες τόσο ἀδύνατες καί δειλές ἦλθαν νά τιμήσουν νεκρό τόν διδάσκαλό τους.
Ἦλθαν νά ἰδοῦν τόν τάφο. Διότι δέν εἶχαν ἀκόμη πιστεύσει ὅτι θά ἀναστηθῆ. Ἦλθαν νά ἰδοῦν τόν τάφο, ὥστε νά παρηγορήσουν λίγο τήν λύπη τους μέ τήν θέα τοῦ μνήματος. Διότι ὁ τάφος γνωρίζει νά παρηγορῆ τίς πονεμένες ψυχές μέ τή θέα του, καθώς καί τό δάκρυ ὅταν ἔρχεται.
Ἦλθαν νά ἰδοῦν τόν τάφο, καί πλησίαζαν μέν, ὄχι ὅμως ὅσο ἐποθοῦσαν, γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Πότε πότε ἐπλησίαζαν κοντύτερα καί κρυφά. Ἔρραιναν τόν τάφο μέ μύρα καί πάλιν ἀναχωροῦσαν χωρίς νά γίνουν ἀντιληπτές.
Ἐστέκοντο ἔτσι ἀπό μακρυά, καί ἀτενίζοντας τόν τάφο μέ μάτια δακρυσμένα, μέ στεναγμούς καί ὀδυρμούς, ἐνόμιζαν ὅτι ὑπηρετοῦν τόν Κύριο. Κάπου κάπου κατηγοροῦσαν καί τούς Ἰουδαίους μέ σιγανή φωνή, λέγοντας ἡ μία στήν ἄλλη, ὅπως εἶναι φυσικό: «Πῶς ἐτόλμησαν αὐτά τά πράγματα ἐναντίον τοιούτου Δεσπότου, χωρίς νά ἔχουν καμμία δικαία κατηγορίαν ἐναντίον του;
Πῶς δέν ἔφριξαν καρφώνοντας τόν στόν Σταυρό; Αὐτόν τόν ὁποῖο βλέποντας ὁ ἥλιος νά σταυρώνεται ἔφυγε; Πῶς δέν ἐφοβήθησαν νά παραδώσουν στόν θάνατο αὐτόν ποῦ τίποτε ἄξιον θανάτου δέν ἔπραξε;
Πῶς δέν ἐχόρτασαν τήν ὠμότητά τους οὔτε μετά τόν θάνατο, ποῦ μάταια τόν προεκάλεσαν; Ἔστω, τόν καιρό πού ζοῦσε, τόν εἶχαν τόση μανία. Γιατί ὅμως καί μετά τόν θάνατο προσεδρεύουν στό μνῆμα, ἐμποδίζοντας καί τούς εὐεργετημένους νά εἰσέλθουν καί μέ θάρρος νά προσκυνήσουν τόν τάφο, καί νά τοῦ ἀποδώσουν μέ τά δάκρυα μικρᾶν ἀμοιβή γιά τήν χάρη ποῦ ὁ καθένας ἔλαβε;»

Μέ παρομοίους ὀδυρμούς ἐπενθοῦσαν οἱ γυναῖκες σάν νεκρό τόν Χριστόν, ὅταν αὐτός ὁ ἴδιος ὁ πενθούμενος Δεσπότης, διαφεύγοντας τήν προσοχή τῶν φυλάκων καί ἀφήνοντας τόν τάφο σφραγισμένο, μέ ἕνα ἅλμα εὑρέθη ἔξω ἀπ’ αὐτόν, ὅπως μόνος Αὐτός γνωρίζει, καί ἔστειλε ἕναν ἄγγελο λέγοντάς του: «πήγαινε σ’ αὐτές τίς γυναῖκες τίς ἀνδρεῖες καί πιστές, πού πενθοῦν καί μέ νομίζουν ἀκόμη νεκρό, καί πληροφόρησε τές ὅτι ἐνίκησα τόν θάνατο καί, oπως βλέπεις, ζῶ.
Μετάβαλε τήν σκυθρωπότητά τους σέ φαιδρότητα. Μετακίνησε μέ τό χέρι σου τόν λίθο, τόν ὁποῖον ἠσφάλισαν πολλά χέρια μαζί.
Πεῖσε τες πόσα ἠμπορεῖ ἕνας νόμιμος στρατιώτης νομίμου Βασιλέως, ἐναντίον πολλῶν ἀνόμων στρατιωτῶν ἑνός τυράννου. Εἰσάγαγε τίς γυναῖκες στόν θάλαμο τοῦ τάφου, ὥστε ἐρευνώντας τόν τόπο ὅπου μέ τήν θέλησή μου εἶχα τοποθετηθῆ νεκρός, νά ἀνυμνήσουν τήν δύναμή μου.
Νά φανῆς καί στούς φύλακες τοῦ μνήματος φοβερός, καί κατάπληξέ τους ὅλους μέ τήν ὄψη σου, γιά νά μάθουν ἀπό τήν δύναμή σου ὅτι ὄχι ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά ἀπό φιλανθρωπίαν ὑπέμεινα τό θράσος τους. Σύ νά προπορευθῆς ἀναγγέλλοντας τόν βασιλικό θρίαμβο, καί ἐγώ, ἐρχόμενος μαζί σου, θά σαλεύσω πάλι τήν γῆ, γιά νά γίνη ὁ σεισμός συνήγορος τῆς ἀναγγελίας σου.»

Ἔφθασε λοιπόν γρήγορα στόν δεσποτικόν τάφον ὁ ἄγγελος. Δέν ἐτόλμησε νά παρακούση τοῦ Κυρίου τό πρόσταγμα. Καί πρῶτα μέν, ὅταν ἔφθασε, ἐτίναξε συνθέμελα τήν γῆ γιά νά ξυπνήση τούς φύλακες, καί ἔχοντάς τους μάρτυρες νά τούς φανερώση τήν αἰτία γιά τήν ὁποίαν ἦλθε.
Κατόπιν, καθώς αὐτοί ἐκοιτοῦσαν, ἐκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου καί ἐκάθισε ἐπάνω της καταγελώντας τίς σιδερένιες σφραγίδες, καί βλέποντας ἐπιτιμητικῶς τούς Ἰουδαίους πού ἐνεπιστεύθησαν στήν πέτρα τήν ἀσφάλεια.
«Ἤν δέ ἡ μορφή αὐτοῦ ὡς ἀστραπή». Πράγματι, ὅπου δέν ὑπάρχει νέφος ἁμαρτίας γιά νά σκιάση, ἐκεῖ ἡ λαμπρότης τῆς μορφῆς εἶναι πολλή. «Καί τό ἔνδυμα αὐτοῦ λευκόν ὡσεί χιῶν». Διότι εἶχε τήν μορφή καί τήν στολήν ἀνταξία τῶν γεγονότων πού ἔμελλε νά διακηρύξη. Ἐπειδή ἔπρεπε ὁπωσδήποτε ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ χαρμοσύνου γεγονότος νά εἶναι σέ ὅλα του χαροποιός.

Ἀφοῦ κατέπληξε ἀπό τόν πολύ φόβο τούς φύλακες καί σχεδόν ἐνέκρωσε ὅλους τους παρόντες Ἰουδαίους, «γιατί φοβεῖστε», τούς ἔλεγε, «Φαρισαῖοι, γιατί τρέμετε καί πέσατε ὅλοι μέ τά πρόσωπα κάτω σάν νεκροί; Σ’ ἐμένα τόν δοῦλο νεκροί καί στόν Δεσπότη τολμηροί; Ἐγώ ὁ στρατιώτης σᾶς ἐφάνηκα φοβερός, καί ὁ Βασιλεύς τῶν Οὐρανῶν εὐκαταφρόνητος;
Τήν παρουσία ἑνός ἀγγέλου δέν τήν ἀντέχετε, καί πῶς ἐφανταστήκατε ὅτι θά ἀποδυναμώσετε τήν ἐνέργεια τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ἀγγέλων; Ἀφοῦ δέν εἶστε σέ θέση νά ἐμποδίσετε ἐμένα τόν οὐράνιον ἐργάτη νά μετακινήσω τήν πέτρα, πῶς θά ἠμπορούσατε νά ἐμποδίσετε τόν τεχνίτη ὅλης της κτίσεως ποῦ θέλει νά ἀνακαινίση τόν ναό τοῦ σώματός του;
Δέν ἠμπορεῖτε νά ἐμποδίσετε τό δημιούργημα καί ἐπιχειρεῖτε νά ἀντισταθῆτε στόν ποιητή; Ἀλλά σηκωθῆτε καί κοιτάξτε γύρω σας προσεκτικά: Μήπως ὁ Πέτρος εἶναι τώρα μαζί μου; Μήπως κάποιος ἀπό τούς ἁλιεῖς κλέβει μαζί μέ ἐμένα τόν νεκρό; Μήπως ἔχει ὁ Θεός ἀνάγκη βοηθοῦ; Μήπως χρειάζεται συνεργάτην ὁ Θεός Λόγος γιά τήν ἀνάσταση τῆς ἰδικῆς τοῦ σαρκός;»

Αὐτά εἶπε στούς Φαρισαίους καί τούς φύλακες καί, ἀφήνοντάς τους νά σπαρταροῦν στό ἔδαφος, ἔστρεψε πρός τίς γυναῖκες τό πρόσωπο. Καί πρῶτα μέν τίς ἄφησε νά ἀπολαύσουν ἕνα βλέμμα ἥμερο καί ἱλαρόν. Ἔπειτα ἀπέβαλε τόν φόβο τῆς ψυχῆς τούς φωνάζοντάς τους: «Μή φοβεῖσβε ὑμεῖς».
Αὐτοί νά δειλιάσουν καί νά φοβηθοῦν, ἐπειδή εἶναι ἐχθροί καί πολεμοῦν.
Σεῖς ὅμως μή φοβεῖσβε, ἀλλά νά σκιρτᾶτε καί νά χαίρετε, ἐπειδή οἱ πράξεις σᾶς ἀξίζουν βραβεῖα. Σεῖς μή φοβεῖσθε. Ἀφοῦ σέ μία Δεσποτίαν ἀνήκουμε, δοξάζουμε τόν ἴδιο Κύριο.» Οἶδα ὅτι Ἰησοῦν τόν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε». Δέν εἶπε «Ἰησοῦν τόν νεκρόν».
Ἀφοῦ τότε δέν ἦταν νεκρός, ἀλλά «Ἰησοῦν τόν ἐσταυρωμένον», αὐτόν πού γιά σᾶς κατεφρόνησε τήν αἰσχύνην» τοῦ σταυροῦ. Ζητεῖτε ἐκεῖνον πού ζητεῖ αὐτούς πού τόν ζητοῦν. «Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δέ ἐμέ ζητοῦντες εὐρήσουσι χάριν». Ζητεῖτε αὐτόν πού εἶναι «ἐγγύς τῶν ἐπικαλουμένων αὐτόν». Γνωρίζω ὅτι τόν Ἰησοῦν τόν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε. «Οὐκ ἔστιν ὧδε», δέν εἶναι ἐκεῖ πού νομίζετε. Δέν εἶναι ἐκεῖ ὅπου τόν εἶχαν τοποθετήσει.

Τί λέγεις, ἄγγελε; Δέν εἶναι ἐδῶ ὁ Δεσπότης μας καί Κύριος; Δέν εἶναι ἡ ἀφορμή τῶν δακρύων μας ἐδῶ; Ματαίως τόν ἐπενθήσαμε; Ματαίως τοῦ προσεφέραμε αὐτά ποῦ ἁρμόζουν στούς νεκρούς; Δέν εἶναι ἐδῶ; Τόν μετέφεραν πάλι κάπου ἀλλοῦ οἱ πονηροί; Ἐφθόνησαν καί τήν ταφή του, αὐτοί ποῦ εἶχαν φθονήσει τήν ζωή του; Δέν εἶναι ἐδῶ; Ἀλλά ποῦ εἶναι; Εἰπέ μας, σέ παρακαλοῦμε, γρήγορα.
Στήριξε τίς ψυχές μας πού τρέμουν. Μή προσθέσης πένθος ἄλλο στό πένθος μας. Δεῖξε μας τόν τόπο τοῦ νεκροῦ πού ἀναζητοῦμε, ὥστε τρέχοντας γρήγορα ἐκεῖ νά ἀφήσωμε τήν λύπη νά ξεχυθῆ ἀπό τά μάτια μας.

Καί ὁ ἄγγελος εἶπε: «Θέλετε νά μάθετε ποῦ εἶναι αὐτός πού ἀναζητεῖτε καί πῶς ἀνέστη; Θά σᾶς διηγηθῶ ἐγώ, ἐπειδή γι’ αὐτό μέ ἔστειλε σέ σᾶς ὁ ἴδιος ὁ νεκρός πού ζητεῖτε, γιά νά σᾶς διδάξω τήν Ἀνάσταση, καί νά θεραπεύσω τίς ψυχές σας καί τά δάκρυα νά σταματήσω καί νά σᾶς τονώσω εὐφραίνοντάς σας μέ τήν διήγηση. «Ἠγέρθη, καθώς εἶπε». Ἀλήθευσε καί τώρα ὅπως συνήθως ἡ Ἀλήθεια, καί αὐτά πού εἶπε μέ τά λόγια, τά ἐξεπλήρωσε μέ τά ἔργα.
Ἡ ἀθάνατος θεότης του δέν ἔπαψε νά ζῆ. Καί τήν ὥρα τοῦ θανάτου τῆς σάρκας, τό θνητόν του σῶμα, κλείνοντας τούς σωματικούς του ὀφθαλμούς, ἐδέχθη τόν ὕπνο τοῦ θανάτου. «Ἀναπεσῶν γάρ ἐκοιμήθη ὡς λέων» βασιλικῶς, ἐξέφυγε ὅμως καί ἐξῆλθε ἀπό ἐδῶ θεοπρεπῶς. Δέν ἀντελήφθησαν οἱ φύλακες τήν διέλευση ἐκείνου πού ἐφρουροῦσαν.
Διότι δέν ἤσαν ἄξιοι αὐτόν τόν ὁποῖον ἐπολεμοῦσαν νά τόν ἰδοῦν ἀναστημένο. Δέν ἐμπόδισε ὁ τάφος τήν Ἀνάσταση τοῦ Παντοδυνάμου. Δέν κατέστη δυνατόν στόν θάνατο νά δέση αὐτόν πού δέν ἔχουν δέσει οἱ ἁμαρτίες. Ὑπεχώρησε χωρίς νά θέλη ὁ τύραννος στόν Βασιλέα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅδης ἔτρεμε ἀπό τόν φόβο του.
Οἱ θυρωροί τοῦ Ἅδου, πετώντας τά κλειδιά καί ἀνοίγοντας τίς πύλες, δέν ἐτόλμησαν νά εἰποῦν τίποτε σέ κανέναν ἀπό ἐκείνους πού ἀνεστήθησαν μαζί του. Ἀνέστη, λοιπόν, καθώς εἶπε. Πῶς νά σᾶς διηγηθῶ τά ἀνέκφραστα; Πῶς νά κηρύξω αὐτά πού νικοῦν κάθε λόγο καί νοῦ; Πῶς νά ἐξηγήσω τῆς Δεσποτικῆς Ἀναστάσεως τό μυστήριον;
Καί ὁ Σταυρός μυστήριον εἶναι. Καί ὁ τριήμερός του θάνατος μυστήριον. Καί ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τόν Σωτήρα εἶναι μυστήρια. Διότι, ὅπως ἐγεννήθη «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» τῆς παρθενίας, ἔτσι ἀνέστη μέ κλεισμένον τόν τάφο. Καί ὅπως ἐγεννήθη πρωτότοκος ἀπό τήν μητέρα ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔτσι μέ τήν Ἀνάστασή του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν.
Ὅπως, λοιπόν, δέν ἔλυσε τήν παρθενία τῆς Παρθένου μητέρας μέ τήν γέννησή του, ἔτσι δέν ἔλυσε τίς σφραγίδες τοῦ μνήματος μέ τήν Ἀνάστασή του. Οὔτε λοιπόν τήν γέννησή του ἠμπορῶ σέ λέξεις νά περιλάβω, οὔτε τήν φυγή ἀπό τό μνῆμα νά καταλάβω.
Βλέπω τόν τόπο τῆς Ἀναστάσεως, καί προσκυνῶ τήν Ἀνάσταση. Δέν πολυεξετάζω τήν Ἀνάσταση. Προσκυνῶ τόν τόπο τοῦ θαύματος, ἄν καί δέν ἀντιλαμβάνομαι τόν τρόπο τοῦ πράγματος. Αὐτά πού βλέπω, ἐκεῖνα θέλω νά σᾶς ὑποδείξω. «Δεῦτε, ἴδετε τόν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος». Γι’ αὐτό μετετόπισα τόν λίθο.
Ὄχι γιά νά χαρίσω πύλη ἐξόδου στόν Ἰησοῦ. Δέν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό τήν ἰδική μου βοήθεια ἡ βοήθεια τῶν ἁπάντων. Ἐπειδή ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, πρίν ἀποκυλίσω τόν λίθο, ὅπως ἠθέλησε, ἀνεπήδησε. Ἀλλά τό ἔκαμα γιά νά ἐξετάσετε σεῖς τόν τόπο, καί νά ἀνυμνήσετε τόν ἀναστημένο Χριστό. «Δεῦτε ἴδετε τόν τόπο ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος».
Ἴδετε τώρα τόν τόπον, καί σέ λίγο θά ἰδῆτε καί τόν παράδοξο καρπό τοῦ τόπου. Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τόν τόπον ὅπου ὁ διάβολος ἐδέχθη τήν καίρια πληγή. Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τόν τόπο στόν ὁποῖον ἐγράφη τό συμβόλαιο τῆς ἰδικῆς σᾶς ἀναστάσεως.
Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τόν τόπο στόν ὁποῖο ἀπέθανεν ὁ θάνατος. Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τόν τόπο στόν ὁποῖον ἐσπάρη ὁ ἄσπορος κόκκος τοῦ σώματος καί ἐβλάστησε τό πλούσιο στάχυ τῆς ἀθανασίας. Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τόν τόπο πού εἶναι πιό εὐχάριστος ἀπό ὅλους τους παραδείσους.
Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τόν τόπο πού εἶναι λαμπρότερος ἀπό κάθε βασιλικό νυμφικό κοιτώνα. Ἐλᾶτε νά ἰδῆτε τόν τάφο πού χωρίς φωνή διακηρύττει τοῦ θαμμένου τήν δύναμη. Σκύψετε νά ἰδῆτε τό μνῆμα πού ἔγινε πύλη τῆς ἀφθάρτου ζωῆς.
 Σκύψετε νά ἰδῆτε τό σπήλαιον ἀπό τό ὁποῖο μεταφερθήκατε στόν οὐρανό. Σταματῆστε τούς στεναγμούς καί τά δάκρυα. Λέγετε στόν θάνατο χορεύοντας: «Ποῦ σου θάνατε τό κεντρί; Ποῦ σου ἅδη τό νίκος;». «Καί ταχύ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ oτι ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν, καί ἰδού προάγει ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτόν ὄψεσθε. Ἰδού εἶπον ὑμίν».
Κοιτάξτε μήν κρύψετε τό θαῦμα στήν σιωπή. Δέν εἶναι ἀκίνδυνος γιά τούς δούλους ἡ ἀποσιώπησις τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου. «Καί ἐξελθοῦσαι ταχύ ἀπό τοῦ μνημείου μετά φόβου καί χαρᾶς μεγάλης, ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ» ὅτι ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν «καί ἰδού προάγει ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ αὐτόν ὄψεσθε, καθώς εἶπεν ὑμίν».

Τίς γυναῖκες αὐτές προέτρεπε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά τρέχουν πιό γρήγορα, λέγοντας μέ τό στόμα τοῦ Προφήτου Ἠσαϊου: «Γυναῖκες ἐρχόμεναι ἀπό θέας, δεῦτε. Οὐ γάρ λαός ἔστιν ἔχων σύνεσιν».
Καθώς λοιπόν ἔτρεχαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες μέ φόβον καί πόθον πολύν, καί συνηγωνίζοντο μεταξύ τους γιά τήν ταχύτητα τῆς ὁδοιπορίας, ἀφοῦ ἡ κάθε μία ἤθελε νά φθάση πρώτη καί νά φέρη στούς Ἀποστόλους τό Εὐαγγέλιο πού τούς ἐνεπιστεύθησαν, ἔξαφνα τούς παρουσιάσθη ὁ Σωτήρ, ἐπισφραγίζοντας τά λόγια του ἀγγέλου μέ τήν σφραγίδα τῆς μορφῆς του.
Καί ἀνεπτέρωσε τίς ψυχές τούς λέγοντάς τους «Χαίρετε…». Ἡ κατακριτος Εὕα ἐδικαιώθη. Ὁ ἐξόριστος Ἀδάμ ἀνεκλήθη. Ἡ ἀπόφασις ἔχει πλέον λυθῆ. Ὁ πονηρός ὄφις κατεπατήθη, ὁ διάβολος ἔχει πλέον καταπέσει, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου κατησχύνθησαν. Οἱ ἐχθροί κατετροπώθησαν. Οἱ Ἰουδαῖοι πενθοῦν ἀπαρηγόρητα.
Οἱ Φαρισαῖοι θρηνοῦν γι’ αὐτό πού ἐτόλμησαν. Ὁ σταυρός ἐφάνη συνήγορός μου. Ὁ τάφος ἔγινε μάρτυς τῆς δυνάμεώς μου. Ὁ θάνατος ὁμολογεῖ τήν ἥττα του. Ὑπεγράφη γιά τούς ἀνθρώπους ἡ ἀθανασία. Μαζί μου ἀνεκαινίσθη ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων. Μαζί μέ ἐμένα θά ξαναζήσουν ὅλοι αὐτοί πού ἀπέθαναν.
Μαζί μέ ἐμένα βασιλεύει αὐτός μέ τόν ὁποῖον ἔχω ἐνωθῆ. Στό πρόσωπό μου ἐστεφανώθη ἡ εἰκόνα μου. Αὐτοί εἶναι οἱ καρποί τῆς τριημέρου ταφῆς μου. Αὐτοί εἶναι οἱ στέφανοι τῆς κατά τοῦ θανάτου νίκης. Αὐτοί εἶναι οἱ βασιλικοί μαργαρίτες τῆς ἰδικῆς μου βασιλείας, τούς ὁποίους παίρνοντας ἀπό τόν βυθό τοῦ Ἅδου ἔφερα στούς ἐραστᾶς μου.
Γιά ὅλα αὐτά λοιπόν νά χαίρετε, νά χορεύετε, νά ἀγάλλεσθε, νά πανηγυρίζετε. Πηγαίνετε νά τά ἀναγγείλετε στούς ἀδελφούς μου. Βλέπετε πόσον ἀμνησίκακος εἶμαι καί φιλάνθρωπος. Ὀνομάζω ἀδελφούς ἐκείνους πού μέ ἐγκατέλειψαν ἐπάνω στόν σταυρό. Ἐπειδή γνωρίζω νά μακροθυμῶ, ὅταν ὑβρίζωμαι.
Γνωρίζω νά ὑπομένω τήν ἀχαριστία. Γνωρίζω νά ἀνέχωμαι τίς ἀδυναμίες τῶν φίλων μου. Γνωρίζω νά ἐλεῶ καί νά δέχωμαι ὅσους ἁμαρτάνουν καί δακρύζουν γι’ αὐτό. «Ὑπάγετε, ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοίς μου, ἴνα ἀπέλθωσιν εἰς τήν Γαλιλαίαν, κακεῖ μέ ὄψονται». Ἀναγγείλατε στούς μαθητᾶς μου τά μυστήρια πού εἴδατε σεῖς.
Γίνετε πρῶτες διδάσκαλοι τῶν διδασκάλων. Ἄς μάθη ὁ Πέτρος, πού μέ ἠρνήθη, ὅτι ἠμπορῶ καί γυναῖκες νά ἀναδείξω ἀποστόλους. Ἄς πορευθοῦν καί στήν ἄλλη Γαλιλαία νά ἰδοῦν τήν πτωχή λίμνην ἀπό τήν ὁποία τούς ἁλίευσα. Γιά νά ἁλιεύσουν τούς ἰχθῦς τούς λογικούς. Ἄς ἰδοῦν τήν λίμνην ἀπό τήν ὁποία τούς μετέθεσα στήν ἀνθρώπινη θάλασσα.

Αὐτά ἔλεγε στίς γυναῖκες ὁ Κύριος. Αὐτός καί τώρα παρίσταται ἀοράτως στήν κολυμβήθρα γιά ἐκείνους πού πιστεύουν. Αὐτός ἀγκαλιάζει τούς νεοφωτίστους ὡς φίλους καί ἀδελφούς καί τούς λέγει: Χαίρετε. Αὐτός γεμίζει μέ χαρά καί εὐφροσύνη τίς καρδιές καί τίς ψυχές τους.
Αὐτός ἀποπλύνει τούς ἀκαθάρτους μέ τό ὕδωρ τῆς χάριτος. Αὐτός χρίει ἐκείνους πού ἀναγεννῶνται μέ τό μύρον τοῦ Πνεύματος. Αὐτός παρέχει στούς δούλους τοῦ τό πνευματικό συμπόσιον. Αὐτός λέγει πρός ὅλους τους εὐσεβεῖς: «Λάβετε, φάγετε τόν οὐράνιον ἄρτον.
Λάβετε τήν πηγήν τῆς πλευρᾶς μου, πού ἀντλεῖται συνεχῶς καί ποτέ δέν ἐξαντλεῖται. Ὅσοι πεινᾶτε, χορτάσετε. Ὅσοι διψᾶτε, μεθύσετε σωτήριον καί σώφρονα μέθη.» Ἀλλά ὤ Βασιλέα τῶν Οὐρανῶν, πού κάθεσαι στά δεξιά τῆς μεγαλωσύνης ἐκεῖ ὑψηλά, ὁ Κύριος τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων, αὐτός πού ὅπως θέλεις καθοδηγεῖς τήν κτίση, πού κυβερνᾶς μέ καλωσύνη τήν ἀνθρωπότητα, σύ πού μᾶς ἐχάρισες τήν ἡμέρα καί τήν πανήγυριν αὐτή, ἐλέησόν μας, ὅπως ἐλέησες τήν πόρνη, μή μᾶς ἀποδιώξης, ἐάν μέ τό θάρρος πού ἔχουμε στήν φιλανθρωπία σου τολμήσωμε μέ χέρια ἁμαρτωλά νά κρατήσωμε τό ἅγιόν σου σῶμα (τήν παλιά ἐποχή καί οἱ λαϊκοί μεταλάμβαναν τό ἅγιο σῶμα μέ τά χέρια).
Καί ὅπως δέν ἀπεδίωξες ἐκείνην τήν ἁμαρτωλόν, τήν πόρνη πού ἐκράτησε τά ἄχραντα πόδια σου, νά ἀνεχθῆς, σέ παρακαλοῦμε, καί ἐμᾶς τούς ἀναξίους πού σέ κρατοῦμε, καί ὡς φιλάνθρωπος, περιποιήσου ὅλους ἐμᾶς, καί ὡς φιλάνθρωπος, σαγήνευσέ μας στά δίκτυα τοῦ φόβου σου. Ὅπως συνέλαβες τόν τρισμακάριον Παῦλον ἀπό τόν οὐρανό καί τονανέδειξες Ἀπόστολο, ἀξίωσε καί ἐμᾶς νά ἐπιτελοῦμε μέ καθαρή συνείδηση τήν ἡμέρα τῆς τριημέρου καί ζωοποιοῦ Ἀναστάσεώς σου.
Διότι σύ εἶσαι ὁ μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Δεσπότης, Χριστέ ὁ Θεός ἠμῶν. «Καί σοί πρέπει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία σύν τῷ Παναχράντω σου Πατρί καί τῷ ζωοποιῶ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»
Ἀπό τό βιβλίο
Πατερικόν Κυριακοδρόμιον
σελίς 47 καί ἑξῆς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου