ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016
Κυ­ρια­κή ΙΕ΄ Λου­κᾶ (Ζακ­χαί­ου)
(Λουκ. ιθ´ 1-10)
Ἡ ση­με­ρι­νὴ Εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή, ἀ­γα­πη­τοὶ ἀ­δελ­φοί, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ συ­νάν­τη­ση τοῦ Ζακ­χαί­ου μὲ τὸ Χρι­στό. Ὁ Ζακ­χαῖ­ος ἦ­ταν ἀρ­χι­τε­λώ­νης. Οἱ τε­λῶ­νες ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ προ­πλή­ρω­ναν τοὺς φό­ρους στοὺς Ρω­μαί­ους κα­τα­κτη­τὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἀ­νε­λάμ­βα­ναν νὰ τοὺς εἰ­σπρά­ξουν οἱ ἴ­διοι ἀ­πὸ τὸ λα­ό, ἐ­πι­βα­ρύ­νον­τας ὅ­μως τοὺς φο­ρο­λο­γού­με­νους μὲ ἐ­πι­πλέ­ον πο­σὰ ἀ­πο­σκο­πῶν­τας στὸν δι­κό τους πλου­τι­σμό. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ οἱ τε­λῶ­νες θε­ω­ροῦν­ταν ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἁ­μαρ­τω­λοὶ καὶ ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν κοι­νό­τη­τα τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Ζακ­χαῖ­ος, ὡ­στό­σο, ἂν καὶ τε­λώ­νης, εἶ­χε μί­α ἀ­γα­θὴ ἐ­πι­θυ­μί­α: ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὸν Ἰ­η­σοῦ. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως ἦ­ταν κον­τός, τὸ πλῆ­θος ποὺ πε­ρι­έ­βα­λε τὸ Χρι­στὸ δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ Τὸν ἀν­τι­κρύ­σει. Γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει λοι­πὸν νὰ Τὸν δεῖ σκαρ­φά­λω­σε σ’ ἕ­να δέν­τρο.
Ἡ πρά­ξη αὐ­τὴ τοῦ Ζακ­χαί­ου ἦ­ταν πρά­ξη τα­πει­νω­τι­κή. Πρῶ­τον, δι­ό­τι ἕ­νας πλού­σιος ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος τῆς ἐ­πο­χῆς σκαρ­φά­λω­νε σὰν μι­κρὸ παι­δὶ πά­νω σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δεύ­τε­ρον, δι­ό­τι, ἀ­νε­βαί­νον­τας στὸ δέν­τρο, ἐ­ξέ­θε­τε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κροῦ του ἀ­να­στή­μα­τος, πρᾶγ­μα ποὺ θὰ τὸν ἐ­ξέ­θε­τε ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ στὰ ἀρ­νη­τι­κὰ καὶ ἐν­δε­χο­μέ­νως εἰ­ρω­νι­κὰ σχό­λια τοῦ πλή­θους. Ὁ Ζακ­χαῖ­ος ὅ­μως τα­πει­νώ­νε­ται ἑ­κου­σί­ως, ἐ­πει­δὴ θέ­λει νὰ δεῖ τὸν Χρι­στό. Θέ­λει νὰ δεῖ τὸν Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πί­σης πρό­κει­ται σὲ λί­γο νὰ τα­πει­νω­θεῖ, ἀ­νε­βαί­νον­τας κι Ἐ­κεῖ­νος σ’ ἕ­να ξύ­λο, στὸ ξύ­λο τοῦ σταυ­ροῦ. Ἡ τα­πεί­νω­ση τοῦ Ζακ­χαί­ου συγ­κρο­τεῖ ση­μεῖ­ο ἐ­πα­φῆς μὲ τὸ Χρι­στό, ποὺ βα­δί­ζει τὸ δρό­μο πρὸς τὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, τὸ δρό­μο δη­λα­δὴ τῆς τα­πεί­νω­σης καὶ τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.
Γι’ αὐ­τὸ λοι­πόν, ὅ­ταν ὁ Ζακ­χαῖ­ος βλέ­πει τὸ Χρι­στό, τὸν βλέ­πει κι Ἐ­κεῖ­νος καὶ τοῦ ζη­τεῖ νὰ κα­τε­βεῖ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, δι­ό­τι αὐ­τό τὸ βρά­δυ πρό­κει­ται νὰ μεί­νει στὸ σπί­τι του. Ὁ Ζακ­χαῖ­ος κα­τε­βαί­νει καὶ Τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται μὲ χα­ρά, ἐ­νῷ τὸ πλῆ­θος, ἀ­νί­κα­νο νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὸ μή­νυ­μα καὶ τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Χρι­στοῦ, γογ­γύ­ζει καὶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ, ὅ­πως τὸν χα­ρα­κτη­ρί­ζει, Ζακ­χαί­ου, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἴ­διου τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ἐ­πέ­λε­ξε νὰ κα­τα­λύ­σει στὸ σπί­τι του.
Ἀν­τί­θε­τα ὁ Ζακ­χαῖ­ος, ἀλ­λοι­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πρό­σμε­νη ἀ­πο­δο­χὴ καὶ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λώ­νει ἑ­κου­σί­ως καὶ αὐ­το­βού­λως ὅ­τι θὰ δώ­σει τὴ μι­σή του πε­ρι­ου­σί­α στοὺς φτω­χοὺς καὶ ὅ­τι, ἐ­ὰν ἀ­δί­κη­σε κά­ποι­ον, θὰ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ τε­τρα­πλά­σια. Ἔ­χον­τας τα­πει­νω­θεῖ καὶ δι­α­πι­στώ­σει πό­σο πο­λὺ ἀ­πο­δέ­χε­ται καὶ ἀ­γα­πᾶ τὸν ἄν­θρω­πο ὁ Χρι­στός, ἐμ­φα­νί­ζε­ται πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ἔμ­πρα­κτα στὴν ἀ­γά­πη Του, υἱ­ο­θε­τῶν­τας μί­α ἀν­τί­στοι­χη στά­ση ἀ­γά­πης πρὸς τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους.
Με­τὰ τὴ γνω­στο­ποί­η­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ Ζακ­χαί­ου νὰ δι­α­νεί­μει τὴν πε­ρι­ου­σί­α του, ὁ Χρι­στὸς ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α ἦρ­θε σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι. Δι­ό­τι καὶ ὁ Ζακ­χαῖ­ος εἶ­ναι παι­δὶ τοῦ Ἀ­βρα­άμ. Εἶ­ναι, καὶ ἐ­κεῖ­νος, τὸ χα­μέ­νο πρό­βα­το ποὺ ἦλ­θε νὰ ζη­τή­σει καὶ νὰ σώ­σει ὁ κα­λὸς ποι­μέ­νας. Ὁ Υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἦρ­θε νὰ ζη­τή­σει τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ Ζακ­χαί­ου ἤ­δη πρὶν ὁ ἴ­διος ὁ Ζακ­χαῖ­ος ζη­τή­σει νὰ δεῖ ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ Χρι­στός. Ἡ σω­τη­ρί­α αὐ­τὴ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς σχέ­σης τοῦ Ζακ­χαί­ου τό­σο μὲ τὸν ἴ­διο τὸ Θε­ό, ὅ­σο καὶ μὲ τὴν κοι­νό­τη­τα τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α τὸν εἶ­χε ἀ­πο­κλεί­σει ἡ προ­γε­νέ­στε­ρη ἁ­μαρ­τω­λὴ ζω­ή του.
Ἡ ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πὴ μᾶς φα­νε­ρώ­νει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὰ στά­δια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ δι­έρ­χε­ται ἡ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λὸς καὶ ἄ­δι­κος. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως ἐ­πι­ζη­τεῖ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ σω­τη­ρί­α αὐ­τή, ἡ συ­νάν­τη­ση δη­λα­δὴ μὲ τὸ Χρι­στό, πα­ρεμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πὸ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ πλή­θη ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζουν τὸ Χρι­στό, χω­ρὶς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νὰ κα­τα­νο­οῦν καὶ νὰ ἐν­στερ­νί­ζον­ται τὸ μή­νυ­μα καὶ τὴν ἀ­πο­στο­λή Του.
Γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς τὸ Χρι­στὸ θὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ τὸ θέ­λει καὶ νὰ τὸ προ­σπα­θή­σει. Στὴ συ­νέ­χεια θὰ πρέ­πει νὰ τα­πει­νω­θεῖ, ὥ­στε νὰ ὁ­μοιά­σει ἐ­σω­τε­ρι­κὰ πρὸς ἐ­κεῖ­νον ποὺ τα­πει­νώ­θη­κε πά­νω στὸ Σταυ­ρὸ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας. Μὲ τὴν τα­πεί­νω­ση ἀ­νοί­γει ὁ δρό­μος τῆς συ­νάν­τη­σης μὲ τὸν Χρι­στό. Ἡ συ­νάν­τη­ση ὅ­μως αὐ­τὴ δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ­ται σὲ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ βι­ώ­μα­τα καὶ εὐ­σε­βεῖς σκέ­ψεις. Ἐ­ὰν εἶ­ναι γνή­σια, με­του­σι­ώ­νε­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νες πρά­ξεις. Ὁ­δη­γεῖ στὴν ἔμ­πρα­κτη ἀλ­λα­γὴ τῆς στά­σης τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Καὶ κα­τα­λή­γει ὄ­χι στὴν τυ­πι­κή, ἀλ­λὰ στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ καὶ πλή­ρη ἔν­τα­ξή του στὸ λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ, στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, στὴν κοι­νό­τη­τα δη­λα­δὴ τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἀ­γω­νί­ζον­ται νὰ ἀ­γα­πή­σουν τὸ Θε­ὸ καὶ τὸν ἄν­θρω­πο, καὶ ποὺ βι­ώ­νουν κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ θυ­σί­α ἀλ­λὰ καὶ τὴ χα­ρὰ τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ καὶ τοῦ ἀν­θρώ­που στὴ ζω­ή τους. Γέ­νοι­το.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου