ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ – 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

Λκ. ιστ΄, 19-31

Τήν εἰκόνα δύο ἀνθρώπων διαμετρικά ἀντίθετων μᾶς παρουσιάζει σήμερα ὁ Χριστός, μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ: ἑνός πλουσίου, ὁ ὁποῖος ζοῦσε στήν πολυτέλεια καί τήν καθημερινή ἀπόλαυση καί τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, πού προσπαθοῦσε νά ξεγελάσει τήν πεῖνα του μέ τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ἀλλά καί τά ἀδέσποτα σκυλιά προσέθεταν στήν καθημερινή του δυστυχία, καθώς ἔρχονταν καί τοῦ ἔγλειφαν τίς πληγές. Κάποτε πέθανε ὁ φτωχός καί ἄγγελοι τόν μετέφεραν στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ. Πέθανε καί ὁ πλούσιος καί ἐτάφη. Καί ἀπό τόν ἅδη, ὅπου βασανιζόταν, σήκωσε τό βλέμμα του καί εἶδε τόν Ἀβραάμ καί στήν ἀγκαλιά του τό Λάζαρο.


– Ἐλέησέ με, τοῦ λέει, καί στεῖλε τό Λάζαρο νά βουτήξει τό δάχτυλό του στό νερό καί νά μοῦ δροσίσει τή γλῶσσα, γιατί ταλαιπωροῦμαι σέ τούτη τή φλόγα.

– Θυμήσου, τοῦ ἁπαντᾶ ὁ Ἀβραάμ, ὅτι ὅσο ἤσουν στή ζωή ἀπόλαυσες κάθε ἀγαθό, ἐνῶ ὁ Λάζαρος κάθε κακό. Τώρα αὐτός παρηγορεῖται, ἐνῶ ἐσύ ταλαιπωρεῖσαι. Ἐπιπλέον, ὑπάρχει μεγάλο χάσμα ἀνάμεσά μας, πού καθιστᾶ ἀδύνατη τή μετάβαση ἀπό τή μία πλευρά στήν ἄλλη.

– Τότε, σέ παρακαλῶ, στεῖλε τον στό πατρικό μου σπίτι, γιατί ἔχω πέντε ἀδέλφια. Νά τούς διηγηθεῖ ὅσα συμβαίνουν ἐδῶ, ὥστε νά μήν ἔλθουν καί αὐτοί σέ τοῦτο τόν τόπο τῆς βασάνου.

– Ἔχουν τό Μωυσῆ καί τούς προφῆτες. Ἄς ἀκούσουν ἐκείνους.

– Ὄχι πατέρα Ἀβραάμ, δέν ἀρκεῖ αὐτό. Ἀλλά ἄν κάποιος ἀπό τούς νεκρούς πάει σέ αὐτούς, θά μετανοήσουν.

– Ἄν δέν ἀκοῦν τό Μωυσῆ καί τούς προφῆτες, δέν πρόκειται νά πεισθοῦν ἀκόμα κι ἄν κάποιος ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς.

Ποικίλες εἶναι οἱ σκέψεις πού προκαλοῦνται ἀπό τούτη τήν παραβολή. Καί πρώτη αὐτή τῆς ἀντιθέσεως ἀνάμεσα στήν πρόσκαιρη καί τήν αἰώνια ἀπόλαυση καί εὐτυχία. Ὡστόσο, ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δέν ἀφορᾷ τήν ἐπιφανειακή – μανιχαϊστική ἀντίληψη πού θέλει τά ὑλικά ἀγαθά νά ἀντιστρατεύονται τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ὁ πλούσιος δέν κατακρίθηκε γιατί ἦταν πλούσιος, ἀλλά γιά τήν σκληροκαρδία του.

Ἡ ἐνασχόληση μέ τήν προσωπική του εὐωχία δέν τοῦ ἄφησε οὔτε τό χρονικό οὔτε τό πνευματικό περιθώριο ὥστε νά προσέξει τόν φτωχό δίπλα του, πολύ δέ περισσότερο νά τόν βοηθήσει. Αὐτή ἡ ἐγωιστική αὐτάρκεια εἶναι πού τόν ἀποξένωσε οὐσιαστικά ὅσο ἦταν στή ζωή ἀπό τήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων, καί μετά τόν θάνατό του ἀπό τήν κοινωνία τῶν ἁγίων.

Ὁ φτωχός πάλι δέν ἀμείβεται στόν παράδεισο ἐπειδή ἦταν φτωχός καί κατατρεγμένος, ἀλλά ἐπειδή παρά τή δυστυχία του δέν γόγγυσε οὔτε κατά τοῦ Θεοῦ οὔτε κατά τοῦ πλουσίου, οὔτε ἀκόμα καί ἐνάντια στά σκυλιά πού τοῦ ἔγλειφαν τίς πληγές, ἀπομυζώντας του καί τήν ἐλάχιστη ρανίδα αἵματος. Ὁ φτωχός ἀμείβεται γιά τήν ὑπομονή του, γιά τήν καρτερία του, γιά τήν ταπείνωσή του.

Ἡ εἰκόνα ἑπομένως που μᾶς παρουσιάζει ἡ σημερινή παραβολή, τοῦ φτωχοῦ στόν παράδεισο καί τοῦ πλουσίου στόν ἅδη, δέν ἀποτελεῖ δικαίωση μέ τήν ἔννοια τῆς δίκης καί τῆς τιμωρίας. Πρόκειται οὐσιαστικά γιά τό ἀποτέλεσμα τῶν ἐπιλογῶν τοῦ καθενός, γιά τούς καρπούς τῶν ἔργων τους. Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ὁ ἐγωισμός τοῦ ἑνός τόν ὁδηγεῖ στήν ἀποκοπή ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους καί κατά συνέπεια ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἔτσι, θά λέγαμε, ὅτι ὁ καθένας γίνεται μέ τά ἔργα του κριτής τοῦ ἐαυτοῦ του, ἐφόσον ὁ ἴδιος τελικά ἐπιλέγει ἐλεύθερα καί καθορίζει τή σχέση του μέ τήν κοινωνία, μέ τόν πλησίον, μέ τόν Θεό. Λέμε ὅτι ἡ κοινωνία μας ἔχει γίνει ζοῦγκλα, καί ἀναζητᾶμε ἐπισταμένως, ἀναλισκόμενοι σέ συζητήσεις ἐπί συζητήσεων, τά αἴτια τῶν διαφόρων κρίσεων καί τούς ὑπεύθυνους αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Λές καί ἄν βρεθοῦν οἱ ὑπαίτιοι καί “τιμωρηθοῦν”, θά ἀλλάξει αὐτομάτως τό σύμπαν. Προσπαθοῦμε νά ἑστιάσουμε γύρω μας, περνᾶμε τά πάντα ἀπό τό μικροσκόπιο, κι ὅμως ἀφήνουμε ἔξω τούς ἑαυτούς μας. Στή σύγχρονη ζοῦγκλα οἱ πάντες εἶναι ἔνοχοι ἐκτός ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους. Ἄν ὅμως ὅλοι μας πιστεύουμε ὅτι δέν εὐθυνόμαστε, τότε ἤ κατοικοῦν στή γῆ μόνο ἅγιοι ἤ φταῖμε ὅλοι μας.

Ἀπέναντι, ἑπομένως, στά μύρια δεινά πού -ὀρθά- στηλιτεύουμε, ὀφείλουμε νά ἀντιπαραθέσουμε τή δική μας προσωπική συμβολή γιά τή διόρθωσή τους. Ὁ γογγυσμός, ἡ γκρίνια, οἱ διαμαρτυρίες δέν προσφέρουν οὐσιαστικά λύσεις στά κοινωνικά προβλήματα. Ἐκεῖνο πού χρειάζεται εἶναι ἡ προσωπική μας συστράτευση καί συμβολή στήν

ἐπίλυσή τους, στά μέτρα βέβαια τῶν φυσικῶν, πνευματικῶν καί ὑλικῶν δυνατοτήτων πού διαθέτει ὁ καθένας.

Ὁ πλούσιος της παραβολῆς ζητάει ἀπό τόν Ἀβραάμ νά στείλει τόν φτωχό Λάζαρο πίσω στή γῆ, ὥστε νά μετανοήσουν οἱ ἀδελφοί του. Ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Μωυσῆς καί οἱ προφῆτες, δηλαδή ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ πού περιγράφεται στήν Ἁγία Γραφή, δέν ἀρκεῖ γιά νά τούς συνετίσει. Ὁ Χριστός βάζει στό στόμα τοῦ Ἀβραάμ τή φράση ὅτι ἐφόσον δέν σέβονται τούς προφῆτες, δέν πρόκειται νά πειστοῦν ἀκόμα καί ἄν κανείς ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν. Καί ἐδῶ βρίσκεται γιά ἀκόμα μία φορά ἡ προφητική ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: λίγο καιρό μετά ἀπό αὐτή τήν παραβολή, ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου καί, ὄντως, πέρα ἀπό τόν πρόσκαιρο ἐνθουσιασμό τοῦ πλήθους, κανείς δέν μετανοεῖ καί δέν ἀλλάζει τρόπο ζωῆς. Ἀντίθετα, ἐκεῖνοι πού δέν σέβονταν τό νόμο τοῦ Θεοῦ ἔγιναν ἐχθρικότεροι ἀπέναντι στό Χριστό καί τόν ὁδήγησαν στό Σταυρό. Καί ἀκολουθεῖ μία ἀκόμα πιό συνταρακτική ἀνάσταση, αὐτή τοῦ ἴδιου του Χριστοῦ. Καί πάλι, οἱ σκληροκάρδιοι καί ἀπειθεῖς δέν μετανοοῦν, ἀλλά ὀφελοῦνται μόνον ὅσοι ἔχουν πίστη στήν καρδιά τους.

Συχνά ἀκοῦμε ὅτι χρειάζεται νά κάνει κάποιο θαῦμα ὁ Θεός, ὥστε νά διορθωθεῖ ἡ κατάσταση τῆς κοινωνίας μας. Νά τιμωρήσει τούς κακούς, ὥστε νά φοβηθοῦν καί νά διορθωθοῦν οἱ ὑπόλοιποι. Ἄλλοι πάλι εὔχονται καί ἐλπίζουν νά ἀλλάξουν τά πράγματα. Οἱ ἐπιτήδειοι πουλᾶνε φροῦδες ἐλπίδες. Καί κανείς στήν οὐσία δέν κινεῖ τό δαχτυλάκι του πρός τήν κατεύθυνση τοῦ εὐκταίου.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ σημερινή εὐκαιρία μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε ἀλλαγή ξεκινᾶ πρῶτα ἀπό μέσα μας. Ὅτι ὁ φόβος δέν ὁδηγεῖ πουθενά, ἀλλά χρειάζεται πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη. Μόνη ἡ ἐλπίδα, δίχως πίστη καί χωρίς ἀγάπη, ἀποτελεῖ οὐτοπία, ἕναν σπασμωδικό καί ἀτελέσφορο τρόπο ἀντίδρασης γιά τά προκείμενα ἤ ἐπερχόμενα δεινά. Ἡ πίστη ὅμως τροφοδοτεῖ τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἐπίγνωση τῆς πραγματικῆς του εἰκόνας καί τοῦ ἐμπνέει τόν σεβασμό πρός τόν Θεό καί πρός τόν συνάνθρωπο. Ἡ ἀγάπη πάλι, «ἔξω βάλλει τόν φόβον» καί ἀποτελεῖ τόν συνδετήριο ἱστό τῆς κοινωνίας, πάνω στά θεμέλια της ἐλευθερίας τῶν προσώπων καί ὄχι τοῦ περιορισμοῦ τῶν νόμων. Καί μέ τίς δυό αὐτές, ἡ ἐλπίδα δέν ἀποτελεῖ πλέον οὐτοπία, ἀλλά προοπτική μιᾶς νέας ζωῆς, αἰσιόδοξης καί φωτεινῆς. Ἀμήν



π. Δ.Χ.Χ.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου