ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
(Ἰω. 7, 37-52˙ 8, 12)
Οἱ πιστοὶ καὶ ἀγωνιστὲς ἄνθρωποι, λέγει ὁ Κύριος, λαμβάνουν μὲ ἀφθονία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μετατρέπονται σὲ πηγὴ ζωῆς: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν».
Πράγματι, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χορηγεῖ τὰ πάντα στοὺς ἀνθρώπους, ἀναβλύζει τὴν προφητεία, καθιστᾶ τέλειους τοὺς ἱερεῖς, προσδίδει σοφία στοὺς ἀγραμμάτους. Δὲν ἐπεσκίασε μόνο τοὺς προφῆτες στὴν παλαιὰ ἐποχή, δὲν ἐμφανίστηκε μόνο τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἔπειτα ἔφυγε, δὲν εἶναι μόνο ἡ δόξα τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τὴ δύναμη ἐπιτέλεσης τῶν μυστηρίων, ἀλλὰ συνιστᾶ, συγκροτεῖ, τὴν Ἐκκλησία. Ἡ διαρκὴς παρουσία του κάνει τὴν Ἐκκλησία μία διαρκῆ Πεντηκοστή. Μέσα στὴν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι δὲν λαμβάνουν μία παροδικὴ ἔλλαμψη, ἀλλὰ γίνονται καὶ αὐτοὶ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.