ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

(Λκ. 15, 11-32)

Ἐ­πει­δὴ οἱ τε­λῶ­νες καὶ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ πλη­σί­α­ζαν τὸν Κύ­ρι­ο γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὴ δι­δα­σκα­λί­α του, ἡ ἄρ­χου­σα θρη­σκευ­τι­κὴ τά­ξη τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἀν­τι­δροῦ­σε: «καὶ δι­ε­γόγ­γυ­ζον οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι καὶ οἱ γραμ­μα­τεῖς λέ­γον­τες ὅ­τι Οὗ­τος ἁ­μαρ­τω­λοὺς προσ­δέ­χε­ται καὶ συ­νε­σθί­ει αὐ­τοῖς». Οἱ τό­τε δι­δά­σκα­λοι τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ τη­ροῦ­σαν τὴν ἀρ­χὴ ποὺ ἔ­λε­γε: «ἀ­γα­πή­σεις τὸν πλη­σί­ον σου καὶ μι­σή­σεις τὸν ἐ­χθρόν σου». Πλη­σί­ον ἦ­ταν οἱ ὁ­μο­ε­θνεῖς, οἱ ὁ­μό­πι­στοι, οἱ συγ­γε­νεῖς καὶ οἱ φί­λοι, ἐ­νῷ μὴ πλη­σί­ον καὶ ἄ­ρα ἐ­χθροὶ ἦ­ταν οἱ ἀλ­λο­ε­θνεῖς καὶ οἱ ἀλ­λό­πι­στοι, οἱ Σα­μα­ρεῖ­τες, οἱ τε­λῶ­νες, οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες καὶ ὅ­λοι ὅσοι θεωροῦνταν ἁ­μαρ­τω­λοί. Συ­νε­πῶς, κα­τὰ τοὺς Φα­ρι­σαί­ους, ἐ­ὰν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἦ­ταν ὁ Μεσ­σί­ας τοῦ Ἰσραὴλ θὰ ἀ­πέ­φευ­γε τὴ συ­να­να­στρο­φὴ μὲ τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς.


Ὁ Κύ­ρι­ος τότε γιὰ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὴ στά­ση του καὶ νὰ δι­δά­ξει τοὺς Φα­ρι­σαί­ους γιὰ τὴν και­νούρ­για πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ἔ­φερ­νε στὸν κό­σμο δι­η­γεῖ­ται τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ ἀ­σώ­του υἱ­οῦ. Μὲ τὴν πα­ρα­βο­λὴ αὐ­τὴ πε­ρι­γρά­φει τὴ συμ­πα­θῆ καὶ φι­λάν­θρω­πη στά­ση τοῦ Θε­οῦ πρὸς τοὺς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἁ­μαρ­τω­λοὺς καὶ ταυ­τό­χρο­να κα­λεῖ καὶ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, τοὺς θε­ω­ρού­με­νους δί­και­ους, νὰ συγ­χα­ροῦν μὲ τὴ με­τά­νοι­α τοῦ κά­θε ἀ­σώ­του.

Ἡ ἀ­παί­τη­ση τοῦ νε­ώ­τε­ρου υἱ­οῦ νὰ λά­βει τὸ μέ­ρος τῆς πα­τρι­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας ποὺ τοῦ ἀ­να­λο­γοῦ­σε, δὲν ἦ­ταν κά­τι τὸ μεμ­πτό. Σύμ­φω­να μὲ τὶς δι­α­τά­ξεις τοῦ Δευ­τε­ρο­νο­μί­ου ὅ­λα τὰ ἄρ­ρε­να τέ­κνα εἶ­χαν δι­καί­ω­μα, ἐ­νῷ ἀ­κό­μα ζοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας τους, νὰ μοι­ρα­στοῦν τὴν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ πε­ρι­ου­σί­α. Ὁ πρω­τό­το­κος υἱ­ὸς ἐ­λάμ­βα­νε τὰ 2/3 τῆς πε­ρι­ου­σί­ας καὶ τὸ ὑ­πό­λοι­πο 1/3 δι­α­μοι­ρα­ζό­ταν με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων ἄρ­ρε­νων τέ­κνων. Ἐκ τῶν πραγ­μά­των αὐ­τὸ τὸ με­ρί­δι­ο ἦ­ταν κα­τὰ κα­νό­να μι­κρό, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν μὴ πρω­τό­το­κων τέ­κνων ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νὰ ξε­νι­τευ­τεῖ, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει. Ἔ­τσι καὶ ὁ νε­ώ­τε­ρος υἱ­ὸς τῆς πα­ρα­βο­λῆς, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε ὅ,­τι τοῦ ἀ­να­λο­γοῦ­σε «ἀ­πε­δή­μη­σεν εἰς χώ­ραν μα­κράν». Τὸ σφάλ­μα τοῦ υἱ­οῦ ἀρ­χί­ζει ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­σκορ­πί­ζει τὴν πε­ρι­ου­σί­α του μὲ ἀ­σω­τεῖ­ες καὶ ἁ­μαρ­τω­λὴ ζω­ή.

Ἡ ἐ­ξα­θλί­ω­ση ὅ­μως ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς ἀ­σω­τεῖ­ες του τὸν ὁ­δή­γη­σε σὲ συ­ναί­σθη­ση τῆς τρα­γι­κῆς του θέ­σης. Ἔ­τσι παίρ­νει τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἐν με­τα­νοί­ᾳ στὸ πα­τρι­κό του σπί­τι. Ὁ εὔ­σπλα­χνος πα­τέ­ρας του βλέ­πον­τάς τον ἀ­πὸ μα­κρυ­ὰ σπεύ­δει νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σει. Δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α τοῦ υἱ­οῦ του, ἀλ­λὰ χαί­ρε­ται γιὰ τὴ με­τά­νοι­α καὶ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του. Αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας μοιά­ζει μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ἐγ­και­νι­ά­ζει ὁ Χρι­στὸς ἐ­πὶ τῆς γῆς. Κατ᾽ αὐ­τὴν ὁ Θε­ὸς δὲν οἰ­κτί­ρει μό­νο τοὺς θε­ω­ρού­με­νους δί­και­ους γραμ­μα­τεῖς καὶ Φα­ρι­σαί­ους, ἀλ­λὰ ἅ­παν­τας τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς. Ὁ πα­τέ­ρας πλη­σι­ά­ζον­τας τὸν υἱ­ό του «ἐ­πέ­πε­σεν ἐ­πὶ τὸν τρά­χη­λον αὐ­τοῦ καὶ κα­τε­φί­λη­σεν αὐ­τόν». Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ υἱ­οῦ του ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν ἀ­σω­τεί­α ἦ­ταν ἰ­σο­δύ­να­μη μὲ ἀ­νά­στα­ση ἐκ τῶν νε­κρῶν. Γι᾽ αὐ­τὸ συγ­κι­νη­μέ­νος καὶ μὲ με­γά­λη χα­ρὰ ἐν­τέλ­λε­ται στοὺς δού­λους του: α) νὰ ἐν­δύ­σουν τὸν υἱ­ό του μὲ πο­λυ­τε­λῆ ροῦ­χα, πρᾶγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ἀ­πό­δο­ση με­γά­λης τι­μῆς, β) νὰ βά­λουν δα­κτυ­λί­δι στὸ χέ­ρι του. Τὸ δα­κτυ­λί­δι, ὡς σύμ­βο­λο ἐ­ξου­σί­ας ση­μαί­νει τὴν ἐ­πα­να­φο­ρὰ τοῦ ἀ­σώ­του στὴν προ­τέ­ρα θέ­ση τοῦ υἱ­οῦ, γ) νὰ τοῦ φο­ρέ­σουν ὑ­πο­δή­μα­τα. Καὶ τὰ ὑ­πο­δή­μα­τα μαρ­τυ­ροῦν τὴν ἐ­πα­να­φο­ρὰ τοῦ υἱ­οῦ στὴν προ­τέ­ρα του θέ­ση, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μό­νο οἱ δοῦ­λοι ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­δη­τοι καὶ δ) νὰ σφά­ξουν «τὸν μό­σχον τὸν σι­τευ­τόν», ὥ­στε νὰ ἑ­ορ­τα­στεῖ μὲ κά­θε λαμ­πρό­τη­τα ἡ νε­κρα­νά­στα­ση τοῦ υἱ­οῦ.

Ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πρε­σβύ­τε­ρου υἱ­οῦ καὶ ἡ ὅ­λη ἀν­τί­δρα­σή του πα­ρα­πέμ­πουν στὸν γογ­γυ­σμὸ τῶν γραμ­μα­τέ­ων καὶ τῶν Φα­ρι­σαί­ων. Ὁ πρε­σβύ­τε­ρος υἱ­ὸς ὀρ­γί­ζε­ται γιὰ τὴν ἀ­γά­πη ποὺ ὁ πα­τέ­ρας προσφέρει στὸν ἀδελφό του καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ δι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρά, τὴν ὁ­ποί­α θε­ω­ρεῖ ἄ­μεμ­πτη. Οὐ­σι­α­στι­κὰ αὐ­τὸς νο­μί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­να­μάρ­τη­το. Ἔ­χει πε­ποί­θη­ση στὴν ἀ­ρε­τή του καὶ ἀ­να­μέ­νει δι­και­ω­μα­τι­κὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σή της. Ὁ ἀ­γα­θὸς πα­τέ­ρας ἀ­να­γνω­ρί­ζει μὲν τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες τοῦ πρε­σβύ­τε­ρου υἱ­οῦ, ὅ­μως τοῦ λέ­ει ὅ­τι στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἔ­πρε­πε νὰ χα­ρεῖ μὲ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του: «εὐ­φραν­θῆ­ναι δὲ καὶ χα­ρῆ­ναι ἔ­δει, ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου οὗ­τος νε­κρὸς ἦν καὶ ἀ­νέ­ζη­σε, καὶ ἀ­πο­λω­λῶς ἦν καὶ εὑ­ρέ­θη». 

Μὲ τὴν πα­ρα­βο­λὴ αὐ­τὴ ὁ Κύ­ρι­ος ἀ­πευ­θύ­νε­ται σὲ ἀν­θρώ­πους, ποὺ  μοιά­ζουν μὲ τὸν πρε­σβύ­τε­ρο υἱ­ὸ γιὰ νὰ διδάξει ὅ­τι ὅ­σοι θε­ω­ροῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους δί­και­ους καὶ ἐ­νά­ρε­τους καὶ συγ­χρό­νως ἀρ­νοῦν­ται νὰ συμ­με­τά­σχουν στὴ χα­ρὰ τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴ με­τά­νοι­α καὶ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, δὲν ἔ­χουν κα­τα­νο­ή­σει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτεται στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα. Τε­λι­κά, σχέ­ση μὲ τὸν Θε­ὸ ἔ­χει μό­νο αὐ­τὸς ποὺ ἐ­νερ­γεῖ κα­τὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­νερ­γεῖ ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός. Καὶ ὁ Θε­ὸς ἐ­νερ­γεῖ μὲ εὐ­σπλα­χνί­α ὄ­χι μό­νο πρὸς τοὺς θε­ω­ρού­με­νους δί­και­ους καὶ ἀ­να­μάρ­τη­τους, ἀλ­λὰ καὶ πρὸς τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πι­στρέ­φουν ἐν με­τα­νοί­ᾳ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου