ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ (ΤΟΥ ΘΩΜΑ)

(Ἰω. 20, 19-31)

Τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου, δέ­κα ἐκ τῶν ἕν­τε­κα Ἀ­πο­στό­λων, βρι­σκόν­του­σαν, «δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δαί­ων», φο­βού­με­νοι δηλαδὴ μὴ συλληφθοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ καταδικαστοῦν ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς τους, κλει­δαμ­πα­ρω­μέ­νοι σὲ κά­ποιο σπί­τι στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ξαφ­νι­κὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἀ­να­στη­μέ­νος Κύ­ρι­ος ἀ­νά­με­σά τους καὶ τοὺς λέ­ει: «Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν», δεί­χνον­τάς τους ταυ­τό­χρο­να τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν του, γιὰ νὰ πει­σθοῦν ὅ­τι εἶ­ναι ὄν­τως ὁ ἴ­διος. Στὴ θέ­α τοῦ ἀ­να­στη­μέ­νου Κυ­ρί­ου οἱ πα­ρόν­τες Ἀ­πό­στο­λοι ἐ­πλή­σθη­σαν χα­ρᾶς.


Τὴ μέ­ρα τῆς ἐμ­φά­νι­σης τοῦ Χρι­στοῦ στοὺς Ἀ­πο­στό­λους, ὅ­μως, «τῇ μι­ᾷ τῶν σαβ­βά­των», ὁ Θω­μᾶς ἀ­που­σί­α­ζε, πρᾶγ­μα ποὺ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μυ­στή­ρι­ο τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὁ Θω­μᾶς ἦ­ταν πα­ρών, δὲν θὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σε τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἐ­ὰν δὲν ἀμ­φέ­βαλ­λε δὲν θὰ τοῦ ζη­τεῖ­το νὰ ψη­λα­φή­σει γιὰ νὰ πει­σθεῖ. Ἐ­ὰν πά­λι δὲν ψη­λά­φι­ζε δὲν θὰ πί­στευ­ε. Καὶ ἐ­ὰν δὲν πί­στευ­ε κατ᾽ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο δὲν θὰ μᾶς δί­δα­σκε νὰ πι­στεύ­ου­με χω­ρὶς νὰ ζη­τοῦ­με ἀ­πο­δεί­ξεις.

Ὅ­ταν λοι­πὸν ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ Θω­μᾶς, οἱ δέ­κα Ἀ­πό­στο­λοι τοῦ εἶ­παν ὅ­τι εἶ­δαν τὸν Κύ­ρι­ο ἀ­να­στη­μέ­νο. Τοῦ θύ­μη­σαν αὐ­τὸ ποὺ ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­χε πεῖ, ὅ­τι δη­λα­δή: «με­τὰ τρεῖς ἡ­μέ­ρας ἐ­γεί­ρο­μαι», κα­θὼς καὶ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε δι­α­κη­ρύ­ξει: «Ἐ­γὼ εἰ­μὶ ἡ ἀ­νά­στα­σις καὶ ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­λή­θει­α». Τὸν δι­α­βε­βαί­ω­σαν ὅ­τι εἶ­δαν τὸν εἰ­πόν­τα: «ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χω θεῖ­ναι τὴν ψυ­χήν μου, καὶ ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χω πά­λιν λα­βεῖν αὐ­τήν». Τοῦ μί­λη­σαν γιὰ τὸ θαυ­μα­στὸ γε­γο­νὸς τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου κε­κλει­σμέ­νων τῶν θυ­ρῶν, τὴν ἔκ­πλη­ξη ποὺ τοὺς κα­τέ­βα­λε ὅ­ταν εἶ­δαν τὴν πα­ρά­δο­ξη τού­τη εἴ­σο­δο στὸν χῶ­ρο ποὺ βρι­σκόν­του­σαν. Τοῦ εἶ­παν πὼς εἶ­δαν τὶς πλη­γὲς τῶν χε­ριῶν καὶ τῆς πλευ­ρᾶς του καὶ δέ­χθη­καν ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­ξου­σί­α καὶ δύ­να­μη νὰ συγ­χω­ροῦν τὶς ἁ­μαρ­τί­ες. Τοῦ εἶ­παν ἀ­κό­μα ὅ­τι ἡ λύ­πη, ἡ στε­νο­χώ­ρια καὶ ὁ φό­βος ποὺ τοὺς κα­τεῖ­χε με­τα­τρά­πη­καν σὲ γα­λή­νη καὶ εὐ­φρο­σύ­νη με­τὰ τὸν θε­ϊ­κὸ χαι­ρε­τι­σμὸ ποὺ τοὺς ἀ­πηύ­θυ­νε: «Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν».

Ὁ Θω­μᾶς, ὅ­μως, ἔ­μει­νε δι­στα­κτι­κὸς καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ τὴν ἀ­λή­θει­α τῆς μαρ­τυ­ρί­ας τῶν ἄλ­λων Ἀ­πο­στό­λων. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ τοὺς εἶ­πε: «ὅ­πως ἐ­σεῖς δὲν θὰ πι­στεύ­α­τε ἐ­ὰν δὲν τὸν βλέ­πα­τε, ἔ­τσι καὶ ἐ­γώ, ἐ­ὰν δὲν τὸν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου καὶ δὲν βά­λω τὸ δά­κτυ­λό μου στὰ ση­μά­δια τῶν καρ­φιῶν καὶ στὴν πλη­γὴ τῆς πλευ­ρᾶς του, δὲν πρό­κει­ται νὰ πι­στέ­ψω». Τό­τε ὁ Κύ­ρι­ος, ὁ ἴ­διος ποὺ εἶ­χε πεῖ: «ζη­τεῖ­τε, καὶ εὑ­ρή­σε­τε, κρού­ε­τε, καὶ ἀ­νοι­γή­σε­τε ὑ­μῖν», συγ­κα­τα­βαί­νει στὸ αἴ­τη­μα τοῦ Θω­μᾶ. Με­τὰ ἀ­πὸ πα­ρέ­λευ­ση ὀ­κτὼ ἡ­με­ρῶν, δη­λα­δὴ τὴν ἑ­πό­με­νη Κυ­ρι­α­κή, ἔρ­χε­ται στὸν ἴ­διο τό­πο, μπαί­νει στὸν κλει­στὸ χῶ­ρο μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ὅ­που ἦ­ταν καὶ πά­λι συ­νηγ­μέ­νοι οἱ μα­θη­τές, μα­ζὶ τώ­ρα μὲ τὸν Θω­μᾶ, λέ­γον­τάς τους: «Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν». Ἀ­πο­δει­κνύ­ει λοι­πὸν καὶ στὸν Θω­μᾶ, τό­σο μὲ τὴ θαυ­μα­στὴ εἴ­σο­δό του στὴν οἰ­κί­α, «τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων», ὅ­σο καὶ μὲ τὴν ἐ­πί­δει­ξη τῶν ση­μα­διῶν ἀ­πὸ τὶς πλη­γές του, τὴν ἀ­λή­θει­α καὶ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς Ἀ­νά­στα­σής του. Ἀ­φοῦ στρά­φη­κε στὸν Θω­μᾶ τοῦ εἶ­πε: «Θω­μᾶ, φέ­ρε τὸ δά­χτυ­λό σου ἐ­δῶ στὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν μου, δὲς τὰ χέ­ρια μου, βά­λε τὸ χέ­ρι σου στὴν πλευ­ρά μου, καὶ μὴν ἀ­φή­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἀ­πὸ ἀ­πι­στί­α, ἀλ­λὰ γί­νου πι­στός». Καὶ ὁ Θω­μᾶς, ἀφοῦ δέχθηκε τὸν νοερὸ φωτισμὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ φωτός, δηλαδὴ τὸν δοξασμένο Κύριο, πι­στεύ­ει καὶ πιστεύοντας ἀ­να­φω­νεῖ: «Ὁ Κύ­ρι­ός μου καὶ ὁ Θε­ός μου».

Ἡ δυ­σπι­στί­α τοῦ Θω­μᾶ, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ὁ­μο­λο­γί­α του, ἀ­πο­τε­λοῦν πλέ­ον κρη­πί­δα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς στά­σης τοῦ Θωμᾶ ὁ Κύ­ρι­ος τοῦ εἶπε: «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας˙ μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες», μα­κά­ρι­σε δηλαδὴ ὅλους ὅσοι, ἀρ­γό­τε­ρα, στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πο­ρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δὲν θὰ τὸν δοῦν σω­μα­τι­κῶς, ὅ­μως, θὰ πι­στέ­ψουν διὰ τοῦ κηρύγματος, σὲ αὐ­τὸν καὶ στὸ ὑ­περ­φυ­ὲς μυ­στή­ρι­ο τῆς Ἀ­νά­στα­σής του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου