ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

(Μρ. 2, 1-12)

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­ρι­σε νὰ ἑ­ορ­τά­ζε­ται σή­με­ρα ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συ­νει­σφο­ρὰ καὶ οἱ ἀ­γῶ­νες ὑ­πὲρ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λοι. Τὸ ἀ­πο­λυ­τί­κι­ό του εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὸ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης τῆς με­γά­λης του πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ τῶν ἀ­γώ­νων του: «Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ὁ φω­στήρ, Ἐκ­κλη­σί­ας τὸ στή­ριγ­μα καὶ δι­δά­σκα­λε, τῶν μο­να­στῶν ἡ καλ­λο­νή, τῶν θε­ο­λό­γων ὑ­πέρ­μα­χος ἀ­προ­σμά­χη­τος».


Ὁ Πα­λα­μᾶς κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ οἰ­κο­γέ­νει­α τῆς Μ. Ἀ­σί­ας καὶ γεν­νή­θη­κε στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τὸ 1296. Σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μι­ο τῆς Πό­λης καὶ δι­α­κρί­θη­κε στὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ φι­λο­σο­φί­α, προ­κα­λῶν­τας γε­νι­κὸ θαυ­μα­σμό. Πα­ρό­λες ὅ­μως τὶς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ εἶ­χε, ὥ­στε νὰ συ­νε­χί­σει ἀνώτερες σπου­δές, ἀ­σπά­στη­κε, σὲ ἡ­λι­κί­α μό­λις εἴ­κο­σι ἐ­τῶν, τὸν μο­να­χι­σμό. Ἀ­σκή­τε­ψε κατ᾽ ἀρ­χὰς στὸ Πα­πί­κι­ο ὄρος, ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σα στὴ Μα­κε­δο­νί­α καὶ τὴ Θρά­κη, καὶ ἔ­πει­τα στὸ Ἅ­γι­ο Ὄρος καὶ στὴ Βέ­ροι­α, ἀ­κο­λου­θῶν­τας τὸ ἡ­συ­χα­στι­κὸ ἰ­δε­ῶ­δες ἄ­σκη­σης. Στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη χει­ρο­το­νή­θη­κε τὸ 1326 ἱ­ε­ρο­μό­να­χος.

Ὁ Πα­λα­μᾶς ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν τὴ μο­να­χι­κὴ κλί­ση, σὰν μί­α προ­φη­τι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ ὄ­χι μό­νο ὡς μέ­σο γιὰ τὴν προ­σω­πι­κὴ τε­λεί­ω­ση. Ἔ­τσι ὅ­ταν ἔ­μα­θε γιὰ τὶς συ­ζη­τή­σεις ποὺ εἶ­χε ὁ Βαρ­λα­ὰμ ὁ Κα­λα­βρὸς μὲ τοὺς πα­πι­κοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στὰ χέ­ρια του με­ρι­κὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ἔρ­γα τοῦ ἐν λό­γῳ φι­λο­σό­φου, γύ­ρω στὸ 1336-1337, ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὸν ἀ­γνω­στι­κι­σμό (τοῦ Βαρ­λα­άμ). Τό­τε με­τὰ ἀ­πὸ πα­ρά­κλη­ση φί­λων ἀ­πὸ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη ἔ­γρα­ψε δύ­ο Λό­γους, βά­σει τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν με­γά­λων Πα­τέ­ρων, Μ. Ἀ­θα­να­σί­ου, Μ. Βα­σι­λεί­ου, Γρη­γο­ρί­ου Θε­ο­λό­γου καὶ Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης, γιὰ νὰ ἀ­να­σκευ­ά­σει τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Λα­τί­νων στὸ θέ­μα τοῦ Filioque, τῆς ἐκ­πό­ρευ­σης δη­λα­δὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καὶ ἔμ­με­σα νὰ ἀ­παν­τή­σει στὴ μέ­θο­δο ποὺ ὁ φι­λό­σο­φος Βαρ­λα­ὰμ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ ὁ­μι­λή­σει πε­ρὶ τοῦ Θε­οῦ.

Φρο­νοῦ­σε συγκεκριμένα ὁ Πα­λα­μᾶς ὅ­τι δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ ὁ ἄν­θρω­πος δι­ὰ τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ νὰ γνω­ρί­σει τὸν Θε­ό, ἀφοῦ τὰ ὅ­ρι­α τῆς γνω­στι­κῆς ἱ­κα­νό­τη­τας τοῦ κτι­στοῦ νοῦ ἐ­ξαν­τλοῦν­ται στὰ πλαί­σι­α μό­νο τῆς κτι­στῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ὁ ἄ­κτι­στος, ὅμως, Θε­ὸς ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ με­τέ­χε­ται ὑ­πὸ αὐ­τῶν, διὰ τῆς ἐ­νέρ­γει­άς του. Οἱ θέ­σεις αὐ­τὲς τοῦ Πα­λα­μᾶ τὸν ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὡς πι­στὸ τη­ρη­τὴ τῆς Πα­ρά­δο­σης πε­ρὶ τῆς ἀ­πρό­σι­της καὶ ἀ­μέ­θε­κτης θεί­ας φύ­σε­ως καὶ τῶν με­θε­κτῶν ἐ­νερ­γει­ῶν της. Σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὰ ἡ πνευ­μα­τι­κὴ τε­λεί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν σχετίζεται μὲ τὶς πολλὲς ἢ λίγες γνώσεις του, ἀλ­λὰ μὲ τὸν προ­σω­πι­κό του ἀ­γώ­να κα­θάρ­σε­ως, μέσα στὰ πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Πα­λα­μᾶς δι­α­κη­ρύτ­τει ὅ­τι ἡ θε­ο­γνω­σί­α τῶν Χρι­στια­νῶν δὲν προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ μόρ­φω­ση σὲ σχο­λεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν πί­στη τους στὸν Χρι­στό. Σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πε­ρί­πτω­ση, ἂν δηλαδὴ θεωρηθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζεται μὲ τὸν νοῦ, ὅταν αὐτὸς μορφωθεῖ, τότε «κε­κέ­νω­ται ἡ πί­στις». Ὁ Θε­ὸς λοιπὸν προσεγγίζεται ὑ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που ὄ­χι ὅ­ταν αὐ­τὸς εἶ­ναι μορ­φω­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὅ­ταν πι­στεύ­σει σὲ αὐ­τὸν καὶ ἀ­γω­νι­στεῖ στὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν του.

Ἐκτὸς αὐτοῦ, ὁ Βαρ­λα­ὰμ καὶ ὁ Πα­λα­μᾶς διαφώνησαν καὶ στὸ θέμα τῆς σχέσης τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς γνώ­σης, μὲ τὴ σω­τη­ρί­α. Ἡ μὲν Ὀρ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γί­α το­νί­ζει ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α συ­ναρ­τᾶ­ται ἄ­με­σα μὲ τὴ γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ἐ­νῶ ὁ Βαρ­λα­ὰμ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν μὲ ἔμ­φα­ση ὅ­τι δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν κά­ποιος νὰ φτά­σει στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα καὶ τὴν τε­λει­ό­τη­τα χω­ρὶς τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ μόρ­φω­ση. Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν θέ­σε­ων τοῦ Βαρ­λα­ὰμ βρί­σκον­ται οἱ ἀν­τί­στοι­χες τοῦ Πα­λα­μᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος βέ­βαι­α ἀ­κο­λου­θεῖ τὴν Πα­τε­ρι­κὴ Πα­ρά­δο­ση. Ὁ Παλαμᾶς δὲν ἀπορρίπτει τὴ γνώ­ση τῆς φι­λο­σο­φί­ας, ἀλλὰ τὴ συ­σχέ­τι­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης γνώ­σης μὲ τὴ σω­τη­ρί­α. Ἐὰν ἡ σω­τη­ρί­α ἐξαρ­τι­ό­ταν ἀ­πὸ τὴ μόρ­φω­ση καὶ τὰ πτυ­χί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, τὸ ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που θὰ ὑ­φί­στα­το μεί­ω­ση καὶ σχε­τι­κο­ποί­η­ση. Συ­νε­πῶς, ἡ παι­δεί­α εἶ­ναι μὲν χρή­σι­μη γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του. Σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πε­ρί­πτω­ση ὑ­πο­βαθ­μί­ζε­ται ἢ καὶ ὑ­πο­κα­θί­στα­ται ἡ πλη­ρό­τη­τα καὶ ἡ αὐ­τάρ­κει­α τοῦ ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κοῦ ἔρ­γου τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ ἀ­λη­θι­νὴ θε­ο­γνω­σί­α καὶ ἡ σω­τη­ρί­α κα­τορ­θώ­νον­ται μό­νο μὲ τὴ βί­ω­ση ἀ­πὸ τοὺς πι­στοὺς μέ­σα στὸ σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τῆς ἐν Χρι­στῷ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως.

Ἡ προ­σφο­ρὰ τοῦ Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ στὴν κα­το­χύ­ρω­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας τῆς πί­στης μας ἦ­ταν τέ­τοια, ὥ­στε τὸ ὄ­νο­μά του νὰ προ­στε­θεῖ στὸ Συ­νο­δι­κὸ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, δη­λα­δὴ στὸ κεί­με­νο ποὺ δι­α­βά­ζου­με κά­θε πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ τῶν νη­στει­ῶν τῆς Μ. Σα­ρα­κο­στῆς, ὅ­ταν ἑ­ορ­τά­ζου­με καὶ πα­νη­γυ­ρί­ζου­με τὴ νί­κη τῆς ἀ­λή­θει­ας τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πὶ τῆς πλά­νης καὶ τοῦ ψεύ­δους τῶν αἱ­ρέ­σε­ων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου