ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Χριστός Ανέστη, αγαπητοί.

      Τρίτη Κυριακή από το Πάσχα σήμερα, η Κυριακή των Μυροφόρων(Μάρκου, κεφ. ιε΄ , 43-47 ις΄,1-, και η Εκκλησία μας βρίσκει ξανά την ευκαιρία να δοξολογήσει ποιoν άλλον; Τον Αναστάντα. Και φέρνει και εορτάζει ακόμα και τη μνήμη των μαρτύρων της Ταφής και της Αναστάσεως του Κυρίου μας, για να μας βεβαιώσει, αφού μας διαβεβαίωσε και με την Κυριακή του Θωμά, για την Ανάσταση του Κυρίου, που 'ναι το θεμέλιο της πίστεώς μας και της ψυχής μας.
    Εδώ, από το Ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο παραθέτει η Εκκλησία σήμερα, γίνεται λόγος πρώτα για τους μάρτυρες της Ταφής του Χριστού, και ιδίως για τον άγιο Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, ο οποίος την αγία και Μεγάλη Παρασκευή, καθώς ήρχετο βράδυ, ετόλμησε και πήγε στον Πιλάτο και εζήτησε το σώμα του αποθαμένου Ιησού, για να το ενταφιάσει. Θαυμάζομε εδώ την τόλμη του Ιωσήφ, ο οποίος ήταν επίσημο και σπουδαίο μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου και άνθρωπος αρετής και καλοσύνης και αγάπης και πλούτου. Είχε μεγάλη κοινωνική θέση και υπεροχή ηθική. Ομως δεν τα λογάριασε καθόλου αυτά μπροστά στην αγάπη του προς τον νεκρό Χριστό μας. Περίμενε κι αυτός, όπως λέει το Ευαγγέλιο, τη Βασιλεία του Θεού.
     Και τώρα που είδε αποθαμένο τον αρχηγό της τόλμησε και ζήτησε την άδεια απ' τον Πιλάτο. Κι ο Πιλάτος την έδωκε, αφού πρώτα εβεβαιώθηκε για τον θάνατο, τον πραγματικό θάνατο του Κυρίου μας Ιησού, από τον Εκατόνταρχο. Εχουμε και ακόμα μια μαρτυρία για τον θάνατο του Ιησού από την εξουσία, απ' τον Πιλάτο, κι απ' τον άγιο Ιωσήφ, κι από τις Μυροφόρες γυναίκες,που παρακολουθούσαν από μακριά.

     Κι ο Πιλάτος έδωκε, λοιπόν, το σώμα στον τολμηρό Ιωσήφ, στον Ιωσήφ που αγαπούσε τον Ιησού Χριστό και τα έκανε όλα θυσία. Κι εκείνοςαγόρασε καθαρό σεντόνι και αποκαθήλωσε τονΙησού και Τον έβαλε σε μνημείο δικό του, που'ταν σκαμμένο επάνω στην πέτρα, και στο οποίοκανείς δεν είχε μπει ποτέ. Κι αυτό είναι της Θείας Πρόνοιας σημάδι και αγάπη, γιατί οι στρατιώτες φρουρούσαν το στόμιο του μνημείου κιεπειδή απ' αλλού δεν μπορούσε να μπει κανείς,γιατί ήταν πέτρα, δεν υπήρχε περίπτωση να κλέψουν ούτε οι Απόστολοι ούτε κάποιοι άλλοι τοσώμα του Κυρίου. Εβαλαν ένα μεγάλο λιθάρι επάνω και λυπημένος και πονεμένος ο Ιωσήφ αναχώρησε.
     Εκείνες όμως που αγαπούσαν πιο πολύ απ'όλους τον Ιησού, δηλαδή οι Μυροφόρες, η μητέρα Του και οι άλλες -Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία του Ιωσήφ είναι η Παναγία-, έβλεπαν πού ετάφη. Και περίμεναν και πέρασε όλη η μέρα του Σαββάτου, που ήτανε αργία και μεγάλη και επίσημη, και την πρώτη μέρα της εβδομάδος -τηνΚυριακή για μας-, πολύ πρωί, πήραν μύρα καιαρώματα και με τόλμη κι εκείνες και αγάπη μεγάλη έτρεξαν στο μνήμα του Κυρίου. Σκεπτόντουσαν λίγο στον δρόμο το μεγάλο λιθάρι κυρίως - τα άλλα τις άφηναν αδιάφορες: κι οι φύλακες κι ο φόβος των Ιουδαίων. Οταν κάποιος αγαπά, η αγάπη, η θεία αγάπη, έξω βάλλει τον φόβον. Κι έτρεχαν, λοιπόν, και εσκέπτοντο του λίθου την μετάθεσιν.

      Αλλά όταν έφτασαν, ο λίθος είχε σηκωθεί απ' τον Αρχάγγελο. Κι εκείνος, ως νεανίσκος -διότι οι άγγελοι είναι αθάνατοι και δεν γερνάνε, όπως θα γίνουμε και μεις, άμα κοιμηθούμε κι αναστηθούμε κατά τη Δευτέρα Παρουσία - τους μίλησε για την Ανάσταση. «Σεις ήρθατε εδώ από αγάπη και με τόλμη. Και εγώ με αγάπη και με τόλμη σάς αναγγέλλω την Ανάσταση του Κυρίου. Ηγέρθη  δεν είναι εδώ. Ανέστη. Σεις, όμως, να πάτε να Τον συναντήσετε. Να ειπήτε και στους Μαθητάς και Αποστόλους και στον Πέτρο» -συγκινητικό για τον Πέτρο- «ότι θα τους περιμένει στη μικρά Γαλιλαία».  Κι εκείνες τότε έφυγαν. Είχαν φόβο, γιατί η Ανάστασις είναι υπερφυσικόν γεγονός. Και ό,τι είναι υπερφυσικό μάς βάνει σε φόβο και σε δέος. Είχαν όμως και έκσταση, δηλαδή χαρά μεγάλη για την Ανάσταση. Και δεν είπαν τίποτα σε κανέναν άλλον, παρά στους Μαθητάς και Αποστόλους. Κι έγιναν οι τολμηρές Μυροφόρες τα δοχεία της μεγάλης αγάπης, έγιναν οι Απόστολοι των Αποστόλων και οι Ευαγγελίστριες γυναίκες.

    Και η γενναιότητα και η τόλμη του Ιωσήφ, αλλά κι η μεγάλη αγάπη των Μυροφόρων μάς διδάσκουν ένα πράγμα: να είμεθα τολμηροί στα μεγάλα και υψηλά και να τα κάνουμε με αγάπη και θυσία. Και τότε θα πετυχαίνομε. Και περισσότερο θα κερδίζομε τη Θεία Βασιλεία.  Χριστός Ανέστη!


π.Ανανίας Κουστένης
Κυ­ρια­κὴ Γ΄ τῶν Μυ­ρο­φό­ρων
4 Μα­ΐ­ου 2014
M­άρ­κου ι­ε΄, 43-47, ι­στ΄, 1-8

Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη!

H Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, μᾶς πα­ρου­σιά­ζει σή­με­ρα τὰ πρό­σω­πα ἐ­κεῖ­να ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ μί­α μαρ­τυ­ρί­α ζω­ῆς γιὰ τὴ Σταυ­ρι­κὴ Θυ­σί­α καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἔ­χου­με πρῶ­τα τὰ πρό­σω­πα τοῦ εὐ­σχή­μο­να βου­λευ­τῆ Ἰ­ω­σήφ τοῦ ἀ­πὸ Ἀ­ρι­μα­θαί­ας καὶ τοῦ Νι­κό­δη­μου, ποὺ ἦ­ταν κρυ­φὸς μα­θη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­πει­τα, ἔ­χου­με τρεῖς ἅ­γι­ες γυ­ναι­κεῖ­ες μορ­φές, τὴ Μα­ρί­α τὴ Μα­γδα­λη­νή, τὴ Μα­ρί­α τὴ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ τὴ Σα­λώ­μη, τὴ μη­τέ­ρα τῶν υἱ­ῶν τοῦ Ζε­βε­δαί­ου, τοῦ Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου.

Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ μορ­φὲς, ποὺ πα­ρε­λαύ­νουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴ δι­ή­γη­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ὑ­πῆρ­ξαν μάρ­τυ­ρες, ὁ Ἰ­ω­σὴφ καὶ ὁ Νι­κό­δη­μος τῆς τα­φῆς καὶ οἱ Μυ­ρο­φό­ρες της Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου. Γιὰ τὶς Μυ­ρο­φό­ρες, ὁ ἱ­ε­ρὸς συ­να­ξα­ρι­στὴς ση­μει­ώ­νει: «Ἡ τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­α ταύ­τας πα­ρέ­λα­βεν ἐ­ορ­τά­ζειν: α) ὡς ἰ­δού­σας πρώ­τας Χρι­στὸν ἐκ νε­κρῶν, β) τοῖς πά­σι κα­ταγ­γει­λά­σας τὸ σω­τή­ριον κή­ρυγ­μα καὶ γ) τὴν κα­τὰ Χρι­στὸν πο­λι­τεί­αν με­τελ­θού­σας ἀ­ρί­στως καὶ μα­θη­τευ­θεί­σαις Χρι­στῷ».

Ἂς δοῦ­με εἰ­δι­κό­τε­ρα τὴν πε­ρί­πτω­ση τῶν Μυ­ρο­φό­ρων γυ­ναι­κῶν, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλοῦ­με βα­θύ­τα­τες ἀ­λή­θει­ες. Οἱ Μυ­ρο­φό­ρες ἄ­φη­σαν τὴν καρ­διά τους νὰ πυρ­πο­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Δι­δα­σκά­λου. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς καρ­διᾶς, τοὺς ἔ­δι­νε τὴ βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὶς στε­ρέ­ω­νε στὴν πί­στη ὅ­τι Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη ἐκ νε­κρῶν, θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνή­μα­σι ζω­ὴν χα­ρι­σά­με­νος. Γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν ἔ­χουν ἀ­να­στο­λὲς νὰ σπεύ­σουν στὸ μνη­μεῖ­ο.

Ἐ­πι­θυ­μί­α ποὺ τὶς φλέ­γει εἶ­ναι νὰ δεί­ξουν ἔμ­πρα­κτα τὴν ἀ­γά­πη ποὺ πλημ­μυ­ρί­ζει ὅ­λη τὴν ὕ­παρ­ξή τους. Ἔ­τσι, «δι­α­γε­νο­μέ­νου τοῦ Σαβ­βά­του, Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λεί­ψω­σιν αὐ­τόν». Ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς ἕ­να πρό­σω­πο ση­μαί­νει ὅ­τι πα­ρα­δί­δεις τὸν ἑ­αυ­τό σου ἀ­πέ­ναν­τί του. Ἰ­δι­αί­τε­ρα, ἡ πα­ρά­δο­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, συ­νι­στᾶ ταυ­τό­χρο­να καὶ ὑ­πε­ρύ­ψω­σή του. Σ΄ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν προ­ο­πτι­κή τοῦ με­γα­λεί­ου τῆς θεί­ας ἀ­νά­βα­σης, οἱ ὅ­ποι­ες ἀ­δυ­να­μί­ες ρι­ζο­βο­λοῦν στὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που, με­τα­ποι­οῦν­ται σὲ μί­α ἀ­νυ­πέρ­βλη­τη δύ­να­μη ποὺ τὸν ἀ­πο­γει­ώ­νουν σὲ δυ­σθε­ώ­ρη­τα πνευ­μα­τι­κὰ ὕ­ψη.

Βέ­βαι­α, οἱ Μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες εἶ­χαν τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας: «Τίς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τὸν λί­θον ἐκ τῆς θύ­ρας τοῦ μνη­με­ί­ου;». Στὴ βά­ση τῆς λο­γι­κῆς αὐ­τὸ φάν­τα­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το. Ἡ δύ­να­μη ὅ­μως τῆς ἀ­γά­πης ποὺ τρέ­φει ὁ ἄν­θρω­πος στὸν Κύ­ριο, πα­ρα­κάμ­πτει τὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐμ­πό­δια ποὺ ὑ­ψώ­νον­ται στὴ ζω­ή του καὶ τὸν βά­ζει σὲ μί­α ἄλ­λη προ­ο­πτι­κή. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο καὶ οἱ Μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες το­πο­θε­τή­θη­καν στὸ χῶ­ρο τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας.

Δυ­στυ­χῶς, ἀ­πὸ τὸ ση­με­ρι­νὸ ἄν­θρω­πο ἀ­που­σιά­ζει ἡ θεί­α τόλ­μη ποὺ τρο­φο­δο­τεῖ­ται βέ­βαι­α ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Κύ­ριο. Ἀ­που­σιά­ζει αὐ­τὸ τὸ δυ­να­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ τὸν κα­τα­ξι­ώ­νει σὲ ἄλ­λα ἐ­πί­πε­δα ζω­ῆς, για­τί κλεί­νε­ται ἑρ­μη­τι­κὰ στὸν ἑ­αυ­τό του. Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ ποὺ οἱ Μυ­ρο­φό­ρες μᾶς δεί­χνουν τὸν τρό­πο τῆς ὑ­πέρ­βα­σης, τὴν ὁ­ποί­α θὰ πρέ­πει ἐ­πι­τέ­λους ν’ ἀ­πο­τολ­μή­σου­με στὴ ζω­ή μας. Αὐ­τὸς λοι­πὸν ὁ τρό­πος, πα­ρα­πέμ­πει στὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Ἕ­να ἄ­νοιγ­μα ποὺ θὰ μᾶς κα­τα­στή­σει αἰχ­μά­λω­τους στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, ὥ­στε νὰ γί­νου­με ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­λεύ­θε­ροι ἄν­θρω­ποι, στο­λι­σμέ­νοι μὲ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ μᾶς κα­θι­στοῦν εἰ­κό­νες τοῦ Θε­οῦ, μᾶς κά­νουν νὰ εἴ­μα­στε θε­ο­ει­δεῖς.

Οἱ Μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες, ὡς μάρ­τυ­ρες τῆς Ἀ­νά­στα­σης, δο­κί­μα­σαν στὴν καρ­διὰ τοὺς ἀ­νε­κλά­λη­τη χα­ρά. Δο­κί­μα­σαν ὅ­μως ταυ­τό­χρο­να καὶ «τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση». Τὶς Μυ­ρο­φό­ρες πλημ­μυ­ρί­ζει τὸ αἴ­σθη­μα τῆς χα­ρᾶς για­τί ὄ­χι μό­νο ξα­να­βλέ­πουν τὸν Κύ­ριό τους, ἀλ­λὰ για­τί τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς τῆς Ἀ­νά­στα­σης ἐκ­πέμ­πει τὸ πιὸ ἐλ­πι­δο­φό­ρο μή­νυ­μα πρὸς τὸν κό­σμο: ὅ­τι δη­λα­δὴ ὁ θά­να­τος κα­ταρ­γή­θη­κε. Ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε τὸ θα­να­τη­φό­ρο κεν­τρί του ἀ­πὸ τὸν Ἀρ­χη­γὸ τῆς Ζω­ῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἄ­νοι­ξε πιὰ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας, στὴν ὁ­ποί­α ἐμ­βάλ­λει τὸ δη­μι­ούρ­γη­μά Του.

Ἡ χα­ρὰ βέ­βαι­α τῶν Μυ­ρο­φό­ρων εἶ­ναι ἀ­νά­μι­κτη καὶ μ’ ἕ­ναν τρό­μο.  Προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ χα­ρί­ζει μί­α και­νούρ­για ζω­ὴ πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια τῆς ἐ­πί­γειας ὕ­παρ­ξής μας. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς ζω­ῆς τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ποὺ ἀ­νυ­ψώ­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος, γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ἀ­να­στάς Κύ­ριος φα­νε­ρώ­νε­ται «ἐν ἑ­τέ­ρᾳ μορ­φή».

Ἀ­γα­πη­τοὶ μου ἀ­δελ­φοί, ἐ­πι­βάλ­λε­ται ὁ ἄν­θρω­πος νὰ ξε­πε­ρά­σει τὶς συν­θῆ­κες τῆς πα­ρού­σας ζω­ῆς καὶ ἀ­φή­σει τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ὑ­πο­στεῖ τὴν κα­λὴ ἀλ­λοί­ω­ση μὲ τὸ φῶς καὶ τὴ δύ­να­μη τῆς Ἀ­νά­στα­σης. Αὐ­τὴ τὴν προ­ο­πτι­κὴ ἀ­νοί­γουν μπρο­στὰ μας οἱ Μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες. Μὲ αὐ­τὸ τὸ αἰ­σι­ό­δο­ξο ἀ­να­στά­σι­μο μή­νυ­μα, βο­η­θεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τὸ ση­με­ρι­νὸ φο­βι­σμέ­νο καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἄν­θρω­πο νὰ ὑ­περ­βεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του. Αὐ­τὸ γί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­λεύ­θε­ρα νὰ πα­ρα­δώ­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Ἀ­να­στάν­τος Κυ­ρί­ου. Τὸ πα­ρά­δειγ­μά τους μᾶς ἀ­φή­νουν ὁ Ἰ­ω­σήφ, ὁ Νι­κό­δη­μος καὶ οἱ Μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­καν νὰ εἶ­ναι οἱ πρῶ­τοι μάρ­τυ­ρες τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Ἄς τοὺς ἀ­κο­λου­θή­σου­με. Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη!
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ 4-5-2014

«Ἠγόρασαν ἀρώµατα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν»

tafὸ µυστήριο τῆς θείας Οἰκονοµίας τὸ ὑπηρέτησε ὁλόκληρη ἡ κτίση. Ὅταν Ἐκεῖνος ἅπλωσε τὰ χέρια Του πάνω στὸ Σταυρό, ἡ γῆ σείσθηκε, τὰ µνηµεῖα ἄνοιξαν, οἱ νεκροὶ διαµαρτυρήθηκαν, ὁ ἑκατόνταρχος ὁµολόγησε, ὁ ἥλιος σκοτίσθηκε, ἡ Παναγία ἔκλαψε, ὁ Ἰωσὴφ κήδευσε καὶ οἱ µυροφόρες γυναῖκες «ἠγόρασαν ἀρώµατα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν» (Μάρκ. 16,1). Ἐνῶ στὴν παλαιὰ ἐποχὴ ἡ γυναῖκα ἦταν αἰτία τῆς πτώσεώς µας στὴν ἀµαρτία, ἀντιθέτως σήµερα βλέπουµε στὸ εὐαγγελικὸ ἀναγνωσµα τὶς µυροφόρες γυναῖκες νὰ γίνονται ταχυδρόµοι τῆς χαρᾶς. Ὁ Εὐθύµιος Ζιγαβηνὸς τὸ σηµειώνει: «Ἐπειδὴ πάλαι γυνὴ γέγονε τῷ ἀνδρί διάκονος λύπης, νῦν γυναῖκες γίνονται τοῖς ἀνδράσι διάκονοι χαρᾶς».

Πράγµατι, εἶχαν ἀνδρικὸ φρόνηµα, γιατί τὴν ὥρα πού οἱ µαθητὲς εἶχαν σκορπισθεῖ στὰ διάφορα σηµεῖα τῆς Ἱερουσαλὴµ καὶ φοβόντουσαν νὰ πλησιάσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, οἱ τολµηρὲς µυροφόρες γυναῖκες ἀγόραζαν ἀρώµατα, γιὰ νὰ πᾶνε νὰ ἀλείψουν τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κινητήρια δύναµη ποὺ ὠθοῦσε τὶς µυροφόρες νὰ πᾶνε στὸ Ζωοδόχο Τάφο, εἶναι ἡ ἀγάπη. Γιὰ τὴν ἀγάπη αὐτὴ, καὶ σὲ δαπάνη καὶ σὲ κόπο καὶ σὲ κίνδυνο ὑποβλήθηκαν καὶ σὲ ἀπρόβλεπτες καταστάσεις ἐξετέθησαν µέ µεγάλη προθυµία. Τὴν τελευταία στιγµὴ θυµήθηκαν «τὶς ἀποκυλίσει ἡµῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ µνηµείου;» (ὄπ.π. στίχ. 3). Ἕνας σύγχρονος Ἐπίσκοπος γράφει γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν µυροφόρων: Ὁ λογισµὸς ἐρωτᾶ, ἡ γλῶσσα σιωπᾶ, ἡ ἀγάπη βαδίζει. Στὶς δύσκολες περιστάσεις τὴ λύση τὴ δίνει πάντα ὁ Θεός. «Τῶν δ’ ἀδοκήτων πόρον εὕρε Θεός», ἔλεγε ἕνας ἀρχαῖος φιλόσοφος. Στὰ ξαφνικὰ καὶ δύσκολα περιστατικὰ τῆς ζωῆς µας τὴ λύση δίνει µόνον ὁ Θεός.

Στὸ ἐρώτηµά τους, λοιπόν, ὁ Θεὸς ἀπάντησε µὲ τὸν ἄγγελο ποὺ σήκωσε τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ µνήµατος. Μετὰ τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ φόβο ποὺ δηµιουργήθηκε µέσα τους ἐξαιτίας τῆς παρουσίας τῶν ἀγγέλων. Ἢ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι χαροποιὸ γεγονός. Ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ τὰ δεσµά τοῦ φόβου, τῆς δειλίας καὶ τῆς νευρικότητας διαλύονται. Μετὰ τοὺς µίλησε γιὰ τὸν Ἐσταυρωµένο Χριστό. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος ἡ λέξη Ἐσταυρωµένος εἶναι πλέον τίτλος τιµῆς. Δὲν εἶναι βδελυρὴ καὶ ἀποτρόπαια λέξη. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι τίµιος. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι καρπὸς τῆς Σταυρώσεως. Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση δὲ χωρίζονται. Ἀκόµη εἶδαν τὸν ἄδειο τάφο νὰ εἶναι γεµάτος ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἔχοντας µέσα του τὰ σηµεῖα τῆς ἐγέρσεως τοῦ Κυρίου. Στὸ τέλος εἶδαν πρῶτες τὸν ἀναστηµένο Ἰησοῦ καὶ κράτησαν τὰ ἄχραντα πόδια Του καὶ «προσεκύνησαν αὐτῶ» (Ματθ. 28,9)

Οἱ γυναῖκες ποὺ πῆγαν νὰ ἀλείψουν τὸ σῶµα τοῦ Ἰησοῦ, εἶναι ἔλεγχος γιὰ τοὺς σηµερινοὺς χριστιανούς· γιὰ µᾶς τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἔχουµε µιά δειλία νὰ δείξουµε στοὺς ἄλλους πὼς οἱ σχέσεις µας µέ τὸ Χριστὸ εἶναι στενές. Ὁ ἱερὸς Χρυσοστοµος κάνει µιά παρατήρηση καὶ λέει: Μερικοὶ µακαρίζουν τὶς µυροφόρες ποὺ προσκύνησαν τὸν Κύριο ἀλλὰ προσθέτει «δύνασθε καὶ νῦν ὅσοι βούλεσθε», δηλαδὴ µπορεῖτε καὶ τώρα ὅσοι θέλετε ὄχι µόνον τοὺς πόδας καὶ τὰ χέρια, ἀλλὰ καὶ τὴν κεφαλὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀκουµπήσετε, ἐὰν «τῶν φρικτῶν ἀπολαύσητε µυστηρίων καθαρῷ συνειδότι», ἐὰν ἀπολαύσετε τὰ ἄχραντα µυστήρια, δηλαδὴ τὴ θεία Εὐχαριστία, µὲ καθαρὴ συνείδηση. Χρειάζεται τόλµη, γιὰ νὰ πλησιάσει κάποιος τὰ ἱερὰ µυστήρια. Νὰ ἔχει τὸν πόθο τῶν µυροφόρων, νὰ ἀγαπάει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὲς νὰ ὑπερπηδᾶ τὰ ἐµπόδια, ποὺ ἀναφύονται ἀναµεσα σ’ αὐτὸν καὶ τὸν Κύριο· νὰ παραδέχεται τὴν Ἀνάστασή Του καὶ νὰ εἶναι δεκτικὸς ἄνθρωπος, νὰ ἀκούει τὰ µηνύµατα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως αὐτὲς οἱ γυναῖκες ἄκουσαν τὴ χαρµόσυνη εἴδηση τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, πρέπει νὰ µποῦµε σὲ σκέψεις γιὰ τὸ τί προσφέραµε, ἀπὸ τὴ µεριά µας στὸ Χριστό. Μήπως ὁ Χριστὸς εἶναι στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς µας κι ὄχι στὸ κέντρο;

 Ὁ Ἐσταυρωµένος Κύριος πρέπει νὰ συνέχει τὴ ζωὴ µας, νὰ τὴ σηµατοδοτεῖ, νὰ τὴ µεταβάλλει καὶ νὰ τὴν ἁγιάζει. Τὰ µύρα πού προσφέρουµε ἐµεῖς εἶναι ἡ καλή µας προαίρεση, ὁ συνεχὴς ἀγῶνας µας καὶ ἡ ἀπέραντη ἀγάπη στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου µας. Ἀμήν.-
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΪΟΥ

7 Μαΐου 2006
Κυριακή τῶν Μυροφόρων
(Μάρκ. ιε΄ 25-27, ιστ΄ 24-25)



Πόσα σημαντικὰ καὶ πόσα θαυμαστὰ γεγονότα δὲν πραγματώθηκαν κατὰ τὴν ἡμέρα «τῆς μιᾶς τῶν σαββάτων», δηλαδὴ τὴν Κυριακή. Τὸ ἱερὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, μᾶς παρουσιάζει μιὰ πληθώρα γεγονότων σημαντικῶν καὶ θαυμαστῶν.

Ὁμιλεῖ γιὰ τὶς τρεῖς γυναικείες μορφὲς ποὺ πορεύθηκαν πολὺ πρωῒ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὴν ἀποκύληση τοῦ μεγάλου βράχου, ποὺ ἔκλεινε τὸν τάφο καὶ γιὰ τὸ κενὸ μνημεῖο. Γιὰ τὴν ὀπτασία τοῦ Ἀγγέλου καὶ γιὰ τὴν παράδοξη ἀγγελία του πὼς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε.

Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ παράδοξα καὶ θαυμαστά, ἔλαβαν χώρα κατὰ τὴν ἡμέρα «τῆς μιᾶς σαββάτων». Αὐτὴ τὴν ἡμέρα, ποὺ σηματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου κόσμου. Αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τὴν Κυριακή, τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου· αὐτὴν, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τοῦ ἑβδομαδιαίου κύκλου ὡς πρώτη καὶ ἁγία.

«Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία...»

Καὶ ἔτσι, ὡς κέντρο καὶ βάση τῆς ἑβδομάδος ἡ ἡμέρα αὐτή, ἀποτέλεσε τὸν κατάλληλο χρόνο σύναξης τῆς πρώτης Ἐκκλησίας γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τότε ἄκουγαν τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων ὡς αὐτηκόων καὶ αὐτοπτῶν μαρτύρων τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τότε εὕρισκαν τὸν χρόνο ν᾿ ἀσκήσουν τὴν ἀγάπη μεταξύ τους, προσφέροντας βοήθεια στοὺς ἀδύναμους καὶ ἔχοντας ἀνάγκη ἀδελφούς.

Μὰ τὰ θαυμαστὰ καὶ παράδοξα γεγονότα ποὺ συμβαίνουν κατὰ τὴν Κυριακή, δὲν ἔχουν τελειωμό. Διαβάζουμε στὸ βιβλίο τῶν πράξεων τῶν Ἀποστόλων πὼς ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Τρωάδα «μιὰ Κυριακὴ παρατείνει τὸν λόγο ὡς τὰ μεσάνυχτα». Καὶ ὁ ἴδιος γράφοντας πρὸς τοὺς Κορινθίους, τοὺς λέγει: «νὰ μὴν ξεχνοῦν τὸ χρέος τῆς ἀγάπης καὶ κάθε Κυριακὴ στὴ θεία Λειτουργία, νὰ συνάζουν χρήματα γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς». Ἀκόμη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης δέχθηκε στὴν Πάτμο τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ ἔρχεται ἀργότερα, τὸν 4ο μ.Χ. αἰῶνα ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μὲ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα, νὰ κάνει τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀργία. Ἔτσι ἡ ἡμέρα αὐτὴ συνδέθηκε «μὲ τὴν καινούργια ἐποχὴ τοῦ κόσμου, μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὶς παραδόσεις τοῦ λαοῦ».

Ἔτοῦτα ἆρα γε τὰ σημαντικὰ γεγονότα ἀπὸ μόνα τους, δὲν ὁμιλοῦν γιὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ δὲν ἀποτελοῦν μιὰ τρανὴ ἀπόδειξη γι᾿ αὐτήν;

Αὐτὴ ἡ Κυριακή, ἡ ἡμέρα «τῆς μιᾶς σσαββάτων», εἶναι βαθειὰ τοποθετμένη μέσα στὴν συνείδηση τοῦ λαοῦ. Εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή του καὶ νοηματοδοτεῖ τὴν πίστη του. Ἀφοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἡμέρα ποὺ ἐξ ὁλοκλήρου ἀφιερώνεται στὸν Χριστό.

Τὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ θέσουμε ἐδῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐκφράζει ἕνα βασικὸ προβληματισμό. Ποιό εἶναι αὐτὸ τό ἐρώτημα; Ἆρα γε εἴμαστε σήμερα ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι στὸν καιρό μας αἰσθάνονται καὶ τιμοῦν τήν «μίαν τῶν σαββάτων;».

Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι κατὰ ποικίλο καὶ διάφορο τρόπο αἰσθάνονται τὴν Κυριακή. Γιὰ μερικοὺς ἴσως δὲν διαφέρει σὲ τίποτε ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ κι αὐτὴ τὴν ἡμέρα θὰ ἐργαστοῦν. Θὰ ἐργαστοῦν δὲ ὄχι ἐπειδὴ τὸ ἐπάγγελμά τους τὸ ἐπιβάλλει, μὰ γιατὶ εἶναι ἰδική τους ἐπιλογή.

Ἄλλοι θὰ ἐπιλέξουν αὐτὴ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς γιὰ νὰ κάνουν ἐκδρομή. Καὶ ἡ συνήθεια αὐτή, «πάει νὰ διασπάση τὴν πατροπαράδοτη οἰκογενειακὴ συνοχὴ τοῦ λαοῦ μας».

Ἄλλοι αὐτὴ τὴν ἡμέρα λένε νὰ ξεκουραστοῦν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὸν ὕπνο. Καὶ ὅταν ἡ καμπάνα τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καλεῖ στὴν Εὐχαριστηριακὴ σύναξη, ποὺ εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἐκεῖνοι γυρνοῦν ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἢ τὸ χειρότερο ἐνοχλοῦνται.

Καὶ οἱ λιγότεροι θὰ αἰσθανθοῦν αὐτὴ τὴν ἡμέρα, πὼς ἀνήκει στὸ Θεό, θ᾿ ἀκούσουν τὴ φωνή Του, θὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν πρόσκλησή Του. Ἐκεῖ δὲ στὴν Ἐκκλησία, θὰ δεχθοῦν τὴ χάρη Του· θὰ Τὸν εὐχαριστήσουν γιὰ τὰ οὐράνια δῶρα Του καὶ θὰ πάρουν δύναμη γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, οἱ Μυροφόρες ξεκίνησαν πρωῒ «τῆς μιᾶς Σαββάτων» γιὰ νἄρθουν νὰ βροῦν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ξεπέρασαν ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ πέταξαν ἀπὸ ἐπάνω τους τὸν φόβο. Αὐτὲς ἀποδείχθηκαν γενναῖες γιατὶ ἀγάπησαν πολύ. Ἔτσι ἀνταμείφθηκαν. Πῆραν πρῶτες τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ γίνηκαν ἀγγελιοφόροι του.

Ἐμεῖς ὅμως κάθε Κυριακὴ ἔχουμε νὰ κάνουμε ἕνα οὐσιαστικὸ ἔργο. Νὰ ἔλθουμε στὴν Ἐκκλησία ν᾿ ἀνταμώσουμε τὸν Χριστό. Ν᾿ ἀκούσουμε τὸν λόγον Του· νὰ δεχθοῦμε τὴν εὐλογία καὶ νὰ βιώσουμε τὴν Ἀνάστασή Του. Καὶ τότε νὰ πάρουμε τὴν εὐλογία Του μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγελικό λόγο τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ τὸ φέρουμε στὴν καθημερινότητά μας.

Ἀρχιμ. Ν.Π.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ & ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ ΜΑΪΟΥ

6 Μαΐου 2007
Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος
(Ἰω. δ΄ 5-42)



Μελετώντας ἢ ἀκούγοντας τὴ διήγηση τοῦ Εὑαγγελιστοῦ Ἰωάννου γιὰ τὴ συνάντηση τῆς Σαμαρείτιδος μὲ τὸν Χριστό, καὶ βλέποντας τὴ μετἀστροφή της, δηλαδὴ τὸν φωτισμὸ τῆς ὑπάρξεώς της, μᾶς διαφεύγει πάντα ἕνα ἐξ ἴσου σημαντικὸ γεγονός. Ποιὸ εἶναι αὐτό; Μὰ τὸ γεγονὸς πὼς ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτήν, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ τῆς Σαμάρειας πίστευσαν  στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Νά, ἀκριβῶς πὼς τὸ περιγράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. Ἐτούτοι οἱ κάτοικοι ἔλεγαν πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα. «Δὲν πιστεύουμε πλέον διὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπες ἐσύ· διότι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε ἀκούσει αὐτὸν καὶ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτήρας ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁ ἀναμενόμενος Μεσίας ὁ Χριστός».
Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ συνεπῶς ἀποτελεῖ τὴν καλὴ καὶ σωτήρια σαγήνη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Αὐτή «συλλαμβάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θὰ θελήσει νὰ εἶναι μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸν ἀναγεννᾶ. Φωτίζει τὸν κόσμο τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου Του· γεμίζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ χαρίζει σ᾿ αὐτὸν πλούσια τὰ πνευματικὰ δῶρα Του».
Γιατὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καταγράφεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὁ καθαρὸς καὶ γνήσιος σπόρος. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια, ἡ θεϊκὴ ἀλήθεια. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποία διαφυλάσσει μὲ ἱερὸ δέος καὶ τὴν κηρύττει μὲ θέρμη καὶ ἀκλόνητη πίστη στὸν ἀγαπημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ λαὸς δὲ ἀποτελεῖ τὸ γεώργιο καὶ τὴ φυτεία, δηλαδὴ τὸν ἀγρὸ καὶ τὸ περιβόλι ποὺ θὰ φυτευθεῖ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δέχεται τὸν λόγο Του, φυτεύει μέσα του «τὸ θεῖο σπόρο, πίνει τὸ νερὸ τοῦ οὐρανοῦ, ἀναπνέει τὸν ἀέρα τοῦ Θείου Πνεύματος, θάλπεται καὶ ζωογονεῖται κάτω ἀπὸ τὸν ἤλιο τῆς ζωῆς».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του τονίζει πὼς «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικὸς καὶ κοπτερώτερος ἀπὸ κάθε δίκοπο μαχαίρι...». Αὐτὸς δὲ ὁ λόγος ἔχει τὴ δική του δύναμη ἐνεργώντας πάντα ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιστρέφει ἄπρακτος πρὸς τὸ Θεὸ κατὰ τὸν προφήτη. «Οὐ μὴ ἀποστραφῇ ἕως ἂν τελεσθῇ ὅσα ἠθέλησα... Τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα...».
Ἐτούτη βεβαίως ἡ δυναμικὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀποτελεῖ «τὴ ζωτικὴ ἀρχὴ ποὺ διαμορφώνει καὶ διέπει τὰ ὀργανικὰ ὄντα». Μήτε κἂν δύναμη ἢ ἐνέργεια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ γεγονὸς ἔξω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐπειδὴ εἶναι δύναμη πνευματική. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο, τὰ ἀποτελέσματά της «δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ συνδομὴ φυσικῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν».
Μ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνήργησε καὶ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Συχάρ. Ὡς μία δύναμη ἢ μάλλον τὴ δύναμη, ποὺ ἀφυπνίζει πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς παρέχει μιὰ καινούργια καὶ πρωτόγνωρη προοπτικὴ. Τὴν προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ ἔτρεξαν, ἄκουσαν καὶ πίστευσαν στὸ Χριστό. Οἱ ἄλλοι κώφευσαν, Τὸν ἀγνόησαν καὶ ἔμειναν ἐγκλωβισμένοι στὰ σχήματα τοῦ κόσμου καὶ στὰ εἴδωλα τῆς καθημερινότητας.
Ὁ σημερινὸς κόσμος μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ· τὸν διαβάζουμε ἴσως. Εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ πιστεύσουμε ἀκλόνητα σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε; Γιατὶ σ᾿ αὐτὴ τῆν περίπτωση, θ᾿ ἀκούγεται ξεκάθαρος ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ παρακούει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγια μου, ἔχει μόνος του δημιουργήσει αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν καταδικάση».
Κυριακή των Μυροφόρων
«Ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. καὶ λίαν πρωΐ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον»(Μρ 16,1-2).

Σήμερα, δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα και η Εκκλησία μας τιμά τη μνή-μη των Μυροφόρων γυναικών, καθώς  και του Ιωσήφ του από Αριμαθαίας και του νυκτερινού μαθητού Νικοδήμου.
Μυροφόρες ήταν οι γυναίκες που α-κολουθούσαν τον Κύριο μαζί με τη Μητέ-ρα του, και έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σταυρικού πάθους, και μετά, ό-ταν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ζήτησαν και πήραν από τον Πιλάτο το δεσποτικό Σώμα, το τύλιξαν με νεκρικά σεντόνια, και με εκλεκτά αρώματα το τοποθέτησαν στον λαξευτό τάφο. Ο τάφος αυτός κλεί-στηκε με «λίθον μέγαν», την επομένη δε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τον ασφάλι-σαν με σφραγίδες και φρουρά. Τα όσα ακολούθησαν μας τα εξιστορούν και οι τέσσερις ευαγγελιστές, των οποίων τις διηγήσεις συνθέτοντας, θα προσπαθή-σουμε να παρουσιάσουμε με τη βοήθεια του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Πέρασε το Σάββατο. Το Σάββατο που ήταν μεγάλη μέρα για τους Ιουδαίους διότι ήταν το Πάσχα τους. Πέρασε λοιπόν το Σάββατο, άρχισε η πρώτη ημέρα της εβδομάδος και συνέβη το κοσμοσωτήριο και κοσμοχαρμόσυνο γεγονός της Ανα-στάσεως. Πότε ακριβώς και πως συνέβη είναι άγνωστο. Κανείς δεν την είδε. Το Σώμα του Χριστού, μετά την Ανάστασή του, έγινε από φθαρτό άφθαρτο και από παχύ λεπτό, γι' αυτό και βγήκε από τον τάφο χωρίς κανείς να τον ανοίξει. Οι πα-ραστάσεις που δείχνουν τον Χριστό να ανέρχεται από ένα ανοιγμένο μνήμα με ένα λάβαρο στο χέρι και τους στρατιώτες να προσπαθούν να προφυλαχθούν από ένα εκτυφλωτικό φως δεν είναι ορθόδο-ξες και δεν έχουν σχέση με την πραγμα-τικότητα. Οι ορθόδοξες παραστάσεις της Αναστάσεως, όπως η θαυμάσια εκείνη της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντι-νούπολη, παρουσιάζουν τον ζωοδότη Χριστό στον Άδη, να καταπατεί τις δια-λυμένες πύλες του και με στιβαρά χέρια να ανασύρει τον Αδάμ και την Εύα από τους τάφους τους υπό τα βλέμματα των δικαίων της Π. Διαθήκης.
Πρωί-πρωί, μόλις άρχισε να χαράζει και μετά την Ανάσταση, κατέφθασαν οι μυροφόρες γυναίκες στο μνημείο για να αλείψουν τον Χριστό με τα μύρα που εί-χαν αγοράσει. Πρώτη ήλθε η Θεοτόκος συνοδευόμενη από την Μαγδαληνή Μα-ρία. Οι Ευαγγελιστές αναφέρουν την Πα-ναγίας κάπως συνεσκιασμένα, ως άλλη Μαρία ή Μαρία του Ιακώβου και του Ιω-σή, παιδιών του Μνήστορος, μη θέλοντας να φέρουν ως μάρτυρα την μητέρα για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους απί-στους. Τότε, έγινε «σεισμός μέγας». Άγ-γελος Κυρίου με μορφή λαμπρή σαν α-στραπή και ένδυμα λευκό σαν το χιόνι, αποκύλησε τη μεγάλη πέτρα από το ά-νοιγμα του τάφου. Οι φύλακες έντρομοι έφυγαν και ο αρχάγγελος Γαβριήλ, αυτός προφανώς ήταν, αυτός που παλαιότερα είχε ευαγγελιστεί την σάρκωση του Θεού Λόγου στην Μαριάμ, αυτός τώρα ευαγ-γελίστηκε την Ανάσταση του Υιού της. «Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε. δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος». Εί-δαν τον άδειο τάφο, και η Μαγδαληνή ως να μη άκουσε ή να μη κατάλαβε τον άγ-γελο, άφησε την Θεοτόκο και έτρεξε στους Πέτρο και Ιωάννη για να τους πει, όχι ότι αναστήθηκε ο Κύριος, αλλ’ ότι με-ταφέρθηκε από τον τάφο.
Εν τω μεταξύ, μετά τη φυγή των στρατιωτών, έφτασαν και οι άλλες μυρο-φόρες γυναίκες, είδαν τον άδειο τάφο και με την προτροπή του αγγέλου αναχώρη-σαν. Άλλες μεν με φόβο και έκσταση και σε κανένα δεν είπαν τίποτε, διότι φοβού-νταν, άλλες δε ακολούθησαν τη Μητέρα του Κυρίου, και  καθ’ οδόν «Ἰησοῦς ἀπήν-τησεν (συνάντησε) αὐταῖς λέγων· χαίρε-τε». Όπως δε, όταν η Θεοτόκος άκουσε από τον άγγελο το ευαγγέλιο της Ανα-στάσεως μαζί με την Μαγδαληνή Μαρία, μόνη αυτή κατάλαβε τη σημασία των λό-γων εκείνων, έτσι και τώρα, πρώτη αυτή από όλες τις άλλες γυναίκες είδε και α-ναγνώρισε τον Αναστάντα Υιό της και προσπίπτοντας έπιασε τα πόδια του και έγινε απόστολός του προς τους Αποστό-λους.
Κατόπιν έφτασαν και είδαν τον κενό τάφο ο Πέτρος και ο Ιωάννης, και μετά ήλθε για δεύτερη φορά, μόνη της η Μα-γδαληνή Μαρία και τότε μόνο είδε τον Χριστό και μίλησε μαζί του.
Οι Μυροφόρες λοιπόν, πρώτες αυτές άκουσαν το χαρούμενο μήνυμα της Ανα-στάσεως, αλλά και πρώτες αυτές είδαν τον Αναστημένο Κύριο. Αλήθεια τι μεγά-λη τιμή,  τι μεγάλη ευλογία! Πώς όμως αξιώθηκαν αυτής της μεγάλης τιμής;
Υπάρχει μια πατερική ερμηνεία που σχετίζει τις Μυροφόρες με την Εύα. Στον παράδεισο η Εύα αφού συνομίλησε με τον διάβολο έπεσε, αμάρτησε και έφερε το δυσάρεστο μήνυμα στον Αδάμ. Τώρα οι Μυροφόρες γυναίκες αφού συνομίλη-σαν με τον άγγελο και κατόπιν είδαν τον Χριστό, έφεραν το χαρμόσυνο μήνυμα στους άνδρες, στους μαθητές. Έτσι έχου-με αποκατάσταση της γυναικείας φύσε-ως.
Αλλά και για έναν άλλο λόγο φαίνε-ται αξιώθηκαν πρώτες αυτές να δουν και να ακούσουν τον Αναστάντα Κύριο. Διότι έδειξαν ανδρεία, αφοβία, γενναιότητα, ηρωισμό. Ανδρεία όχι σωματική αλλά ψυχής. Αψήφησαν την νύκτα, την έχθρα του λαού, την δύναμη των στρατιωτών. Έκαναν μια ηρωική θα λέγαμε έξοδο  και πήγαν στο μνημείο για να εκδηλώσουν την αγάπη τους.
Η ανδρεία που δεν είναι μόνο για τους άνδρες αλλά εξ ίσου  και για τις γυ-ναίκες, προέρχεται από την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη, κατ’ εξοχήν δε από τη χάρη του Θεού. Η αρετή αυτή εί-ναι απαραίτητη στην πνευματική μας ζωή και εκδηλώνεται κυρίως ως υπομο-νή. Υπομονή που πρέπει να κάνουμε προκειμένου να εφαρμόσουμε τις εντολές του Θεού, αλλά και υπομονή στα δυσά-ρεστα και λυπηρά που επιτρέπει ο Θεός να έλθουν στη ζωή μας. Εκδηλώνεται ε-πίσης  και ως αφοβία που πηγάζει από την εμπιστοσύνη μας στην δύναμη, τη σοφία και την αγάπη, την φροντίδα του Θεού για μας.
Εορτάζει λοιπόν σήμερα η Εκκλησία μας τη μνήμη των αγίων μυροφόρων γυ-ναικών. Των γυναικών που έφεραν στα χέρια τους τα μύρα τα αισθητά, στις ψυ-χές τους δε το μύρο της αγάπης προς τον Χριστό.
Αλλά μυροφόροι μπορούμε να γίνου-με και εμείς, ή μάλλον είμαστε και εμείς. Διότι έχουμε μέσα μας το μύρο το πνευ-ματικό, το ακένωτο, το άκτιστο που το πήραμε με το άγιο Βάπτισμα και είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μόνο που αυτό το μύρο καλύπτεται από τη δυσωδία των παθών, της αμαρτίας. Και εκείνο που χρειάζεται είναι η κάθαρση. Να καθαρι-στούν οι ψυχές μας από τα πάθη της φι-ληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξί-ας, δηλαδή από την πολύμορφη ιδιοτέ-λεια και έτσι να αποπνέουν το άρωμα της ταπεινώσεως και της αγάπης.
Είθε με τη χάρη του Θεού, αλλά και τον δικό μας κόπο, να γίνουμε δοχεία καθαρά του Αγίου Πνεύματος που θα εί-ναι και θα σκορπίζουν ευωδία Χριστού. Αμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Απόστολος: Πραξ. Στ΄ 1 - 7
Ευαγγέλιον: Μαρκ. ιε΄ 43 –  ιστ΄ 8
4 Μαΐου 2014


Ένα ακόμη γεγονός που έχει σχέση με την ανάσταση του Ιησού, σημειώνει ο ευαγγελιστής Μάρκος στη σημερινή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε.

Τρεις γυναίκες, έχει περάσει το Σάββατο, αγόρασαν αρώματα για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Ιησού. Η μία από αυτές η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν παρούσα και στην ταφή Του και γνώριζε τον τόπο της ταφής. Οι άλλες δύο είναι η Μαρία του Ιακώβου και η Σαλώμη. Χρησίμευσε λοιπόν η πρώτη ως οδηγός. Πολύ πρωί την επόμενη μέρα της ταφής, πριν σχεδόν ανατείλει ο ήλιος ξεκίνησαν για να πάνε στον τάφο του Ιησού.

«τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου»

Αυτό είναι ωστόσο το ερώτημα, αγαπητοί μου αδελφοί, για τις άφοβες αυτές γυναίκες που έρχονται στον τάφο του Ιησού. Δεν το είχαν σκεφτεί από πριν. Ποιος θα μετακινήσει την πέτρα που καλύπτει την είσοδο του τάφου. Και ήταν πολύ μεγάλη η πέτρα. Είχαν τολμήσει να αντιμετωπίσουν πιθανούς κινδύνους όπως και «ο ευσχήμων βουλευτής», Ιωσήφ ο από Αριμαθείας, όταν ζήτησε το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο, αλλά δεν φαντάστηκαν άλλες δυσκολίες.

Η αγάπη τους για τον Κύριο τις οδηγούσε εκεί. Πολλοί ήταν εκείνοι που αγαπούσαν τον Χριστό. Ανάμεσα τους ακολουθούσε διακριτικά και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθείας. Πολλοί άλλοι ήταν, που Τον ακολουθούσαν και ήταν πρόθυμοι να κάνουν και θυσίες, να βάλουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο. Τους οδηγούσε όλους η αγάπη προς τον Κύριο. Τους είχε μαγέψει η διδασκαλία Του. Είχαν νοιώσει την ειρήνη και ηρεμία μέσα τους, όταν Τον πλησίαζαν.

Και τώρα οι τρεις Μυροφόροι γυναίκες, μετά την σταύρωση και τον θάνατό Του, ήθελαν να έρθουν κοντά Του, να εκτελέσουν παραδοσιακές μεταθανάτιες φροντίδες αλείφοντας το σώμα του Ιησού με βαρύτιμα μύρα.

Όμως στη συνέχεια της εξιστόρησης, παρουσιάζεται μια σημαντική μαρτυρία της ανάστασης του Χριστού που μας δίνεται με δύο γεγονότα. Το ένα η τεράστια πέτρα που ανεξήγητα έχει ήδη μετακινηθεί αφήνοντας ελεύθερο το πέρασμα στο εσωτερικό. Έφθασαν και παρά την δικαιολογημένη έκπληξη και ασφαλώς και κάποιο φόβο, μπαίνουν διστακτικά στο ταφικό μνημείο. Και το δεύτερο γεγονός - μαρτυρία, ένας λευκοντυμένος άγγελος. Πριν προλάβουν να τον ρωτήσουν, τις πληροφορεί βέβαιος για την επιθυμία τους: «Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν». Ζητάτε τον Ιησού που σταυρώθηκε. Αναστήθηκε, συμπληρώνει ήρεμα, απλά και πειστικά ο άγγελος στις έκπληκτες και απορημένες γυναίκες. Κι αν αμφιβάλλετε, συνεχίζει, δείχνοντας τον ταφικό χώρο, κοιτάξτε εδώ. Εδώ Τον είχαν βάλει.

Είναι πλέον και γι αυτές τις φοβισμένες γυναίκες, γεγονός η ανάσταση του Χριστού, αγαπητοί μου αδελφοί. Ο φόβος τους πλέον είναι έκδηλος. Το συνταρακτικό αυτό γεγονός ενώ τους το είχε προαναγγείλει ο Κύριος, «ο υιός του ανθρώπου ..... τη τρίτη ημέρα αναστήσεται», δεν το είχαν συνειδητοποιήσει τότε. Δεν μπορούσε να το συλλάβει ο νους τους. Το είχε ανακοινώσει από πριν: Ο Υιός του ανθρώπου θα αναστηθεί την Τρίτη μέρα.. Ίσως δεν το είχαν προσέξει τότε. Όμως το γεγονός της αναστάσεως ήταν πλέον μπροστά στις Μυροφόρες και έπρεπε να εκτελέσουν και την εντολή που τους μετεβίβασε ο άγγελος. Να πείτε στους μαθητές να Τον περιμένουν στη Γαλιλαία. Εκεί θα έχουν την ευκαιρία να Τον δουν και αυτοί. Οι εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου δεν ήταν μόνο αυτές. Παρουσιάστηκε πάλι και πάλι. Περπάτησε μαζί τους ενώ πήγαιναν προς Εμμαούς. Κάθισε μαζί τους στο τραπέζι και ευλόγησε τον άρτο, όπως ακριβώς το έκαμε και πριν λίγες μέρες στον μυστικό δείπνο. Και τότε κατάλαβαν ότι ήταν ο Αναστάς. Εμφανίστηκε λοιπόν πολλές φορές, γιατί έπρεπε να πεισθούν, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, πρώτα οι μαθητές. Για να μπορέσουν να μεταφέρουν το χαρμόσυνο αυτό μήνυμα και σ’ όσους δεν είχαν την ευλογία να Τον δουν και πάλι αναστάντα τον Κύριο. Και με τον τρόπο αυτό, να περάσει το τόσο σημαντικό και λυτρωτικό χαρμόσυνο μήνυμα και σ’ όλες τις επερχόμενες γενιές. Άλλωστε η Ανάσταση, είναι η κεντρική βάση που στηρίζεται η πίστη μας. Επιβεβαιώνοντάς το, σημειώνει ο σύγχρονος και του Χριστού και πριν διώκτης των πιστών, Απόστολος Παύλος,: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών. Έτι εστέ εν ταις αμαρτιαις υμών». Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε η πίστη σας, δεν έχει περιεχόμενο. Συνεχίζετε να ζείτε μέσα στις αμαρτίες σας. Έπαθε ο Χριστός για τις αμαρτίες μας, ας μη το ξεχνάμε αυτό. Φορτώθηκε και τις αμαρτίες μας, μαζί με τον σταυρό Του και τις οδήγησε κι αυτές στον τάφο. Με την ανάστασή Του μας προσέφερε τη λύτρωση από τα λάθη μας, τις αμαρτίες μας. Ευκαιρία λοιπόν και για μας, αγαπητοί μου αδελφοί, να απαλλαγούμε από τα λάθη μας που μολύνουν την ψυχή μας και μας απομακρύνουν από κοντά Του. Να ανακαινισθούμε και να γίνουμε σαν «τον νεανίσκον ..... τον περιβεβλημένον στολήν λευκήν». Ο Ιωσήφ και οι τρεις Μυροφόροι γυναίκες, αγαπητοί μου, μας δείχνουν τον δρόμο της αγάπης του Ιησού. Με ψυχή, ντυμένη με τη λευκή της στολή, καθαρή από τις αμαρτίες και τις κακίες μας, να πλησιάσουμε τον Κύριο μας, με τη βοήθεια Του, πάντοτε. Να δείξουμε όλη την αγάπη μας και να Τον δεχτούμε μέσα μας, με το μυστήριο της θείας κοινωνίας. Ας νοιώσουμε λοιπόν, και μεις την ανάσταση της ψυχής μας, μέσα στην ψυχή μας. Αμήν.

δ.γ.σ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Κυριακή 4η Μαΐου 2014

Το Ιερό ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακούσαμε σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί μας θυμίζει και πάλι τα δραματικά γεγονότα που έγιναν το απόγευμα εκείνης της Μεγάλης ημέρας της Παρασκευής πριν από το Πάσχα, δηλαδή της Αποκαθήλωσης και της Ταφής του Κυρίου Ιησού Χριστού, καθώς επίσης και το χαρμόσυνο και υπέρλαμπρο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου μας που έγινε γνωστό «λίαν πρωί της μίας Σαββάτων»

Για δύο λόγους γίνεται αυτή η υπενθύμιση από την Αγία μας Εκκλησία.

Ο πρώτος λόγος είναι να προβάλλει και να τιμήσει τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στα μεγάλα αυτά γεγονότα.

Γι αυτό η Τρίτη Κυριακή από την Ανάσταση και όλη η εβδομάδα που ακολουθεί είναι αφιερωμένη στην τιμή και την ιερή μνήμη του Ιωσήφ από Αριμαθαίας ευσχήμονος βουλευτού, του νυκτερινού μαθητή του Κυρίου, Νικοδήμου, αυτόπτων ενεργών μαρτύρων της Ταφής του Χριστού και των Μυροφόρων γυναικών, των πρώτων ευαγγελιστριών της Αναστάσεως του Κυρίου.

Όταν ο Εσταυρωμένος είχε ήδη εκπνεύσει επί του Σταυρού και οι μαθητές που μέχρι πριν από λίγο έδιναν όρκους με πρώτο τον Πέτρο, ότι θα τον ακλουθούσαν μέχρι θανάτου, τον είχαν εγκαταλείψει γεμάτοι φόβο, και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56 . Ακόμη δε και αυτός ο δυναμικός Πέτρος τον είχε αρνηθεί τρείς φορές. Τότε δύο αφανείς Μαθητές που δεν είχαν ζήσει από κοντά όλα εκείνα τα θαύματα που είχε τελέσει ο Χριστός, δεν είχαν ακούσει όλες εκείνες τις Θείες Αποκαλύψεις για το πρόσωπο του Θεανθρώπου όπως οι διασκορπισμένοι τώρα μαθητές, μη αντέχοντας να βλέπουν εγκαταλελειμμένο Αυτόν που αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους. Κινούμενοι από «αγάπη που έξω βάλλει τον φόβον», παρουσιάζονται στον Πιλάτο και ζητούν το σώμα του Ιησού. Αφού λαμβάνουν την άδεια έρχονται στον Γολγοθά όπου με κατάνυξη και ιερό δέος αποκαθηλώνουν το Πανάχραντο Σώμα του Χριστού, του βάζουν τα απαραίτητα για την ταφή αρώματα, το τυλίγουν σε καινούργιο σεντόνι και το τοποθετούν σε αχρησιμοποίητο λαξευτό μνημείο. Και το φράζουν με «λίθον μέγαν σφόδρα».

Τώρα, κανείς δεν τολμάει να πλησιάσει τον τάφο να βάλει έστω ένα λουλουδάκι μπροστά σ’ Αυτόν, τον Δημιουργό του Σύμπαντος Κόσμου, να δώσει ένα τελευταίο φόρο τιμής στον Μεγάλο Διδάσκαλο. Ο τάφος φρουρείται αυστηρά από κουστωδία.

Και όμως αγαπητοί μου Αδελφοί υπάρχουν κάποια πρόσωπα που τολμούν, αδύναμα στην εξωτερική εμφάνιση, δυνατά στην καρδιά και στη ψυχή, είναι οι γυναίκες Μυροφόρες με επικεφαλής την Παναγία.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι πρώτη απ’ όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό και δίκαιο, ἡ Θεοτόκος είδε, ανεγνώρισε, απήλαυσε την ομιλία του και άγγισε τα άχραντα πόδια του Αναστάντα Ιησού, του Υιού της και Θεού της, έστω και αν οι ευαγγελιστές δεν το λέγουν αυτό φανερά, μη θέλοντας να φέρουν ως μάρτυρα τη Μητέρα του Χριστού για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους διαχρονικά απίστους. Παρ’ όλα αυτά ο Ευαγγελιστής Ματθαίος το υπονοεί όταν λέγει, «ήλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία», η άλλη Μαρία είναι οπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ.

Αυτές λοιπόν οι αδύναμες γυναίκες, δεν υπολόγισαν κανένα εμπόδιο, ούτε τους Ιουδαίους, ούτε την κουστωδία, ούτε την αμετακίνητη για τις δυνάμεις των βαριά πέτρα του μνημείου. Όλα τα παραβλέπουν ακόμη και τον φόβο που μαγκώνει και λιγώνει τις καρδιές τους τον διώχνουν και στη θέση του ανδριεύει η γλυκιά αγάπη στο πρόσωπο του Ιησού. Για την τόλμη τους, τον ηρωισμό τους, την μεγάλη τους αγάπη, αξιώνονται πρώτες από όλους αυτές το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, «ηγέρθη ουκ έστιν ώδε.

Τα πρόσωπα των παραπάνω Αγίων, ανδρών και γυναικών αλλά και όλων των Αγίων της Εκκλησίας μας αποκαλύπτουν την ουσία και τη δύναμη της πίστεως, την αληθινή σχέση και κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Ο Ευσχήμων Ιωσήφ, Νικόδημος και οι Μυροφόρες Γυναίκες είναι πρότυπα που μαρτυρούν γνήσια ευλάβεια και αληθινή αγάπη προς το πρόσωπο του Χριστού

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο δεύτερος λόγος που μας υπενθυμίζει η Αγία μας Εκκλησία τα Κοσμοσωτήρια αυτά γεγονότα των Μεγάλων εκείνων Ημερών, ο οποίος είναι το να ζήσουμε και εμείς το χαρμόσυνο Μήνυμα της Αναστάσεως του Κυρίου μας, όχι όπως θέλει το κοσμικό φρόνημα με χαρές και πανηγύρια του τύπου κάψαμε τον Ιούδα, ψήσαμε και το αρνί, κάναμε το Πάσχα, αλλά να το ζήσουμε και να το γνωρίσουμε όπως οι Άγιοι μας, με αληθινή πίστη που να την διακρίνει η τόλμη και ο ηρωισμός.

Τόλμη να πολεμήσουμε και να διώξουμε τα πάθη μας που μας αδρανοποιούν πνευματικά και μας κρατούν χαμηλά στο σκοτάδι και στη θέση τους να βάλουμε την θέληση, την επιμονή και την υπομονή στο θέλημα του Θεού που μας χαριτώνει, μας ανεβάζει και φωτίζει την ύπαρξη μας. Τόλμη να πλησιάσουμε, να συναντήσουμε τον Τραφέντα και Αναστάντα Χριστό προσκομίζοντας τα δικά μας μύρα, που θα πρέπει να είναι τα δάκρυα της μετανοίας μας, οι αρετές μας και ο κατά Θεόν πνευματικός μας αγώνα.

Ηρωισμός να σταθούμε   απέναντι στην κουστωδία των σύγχρονων αντιλήψεων που φυλάσσουν τάχα τα δικαιώματα και της ελευθερίες του σύγχρονου ανθρώπου αλλά στην ουσία γκρεμίζουν και ενταφιάζουν κάθε πατροπαράδοτη αξία που δίνει υπόσταση στο ανθρώπινο πρόσωπο και κάνει ανθρώπινη κάθε κοινωνία. Ηρωισμός να σταθούμε απέναντι στην πέτρα της απιστίας, που όλα επιτρέπονται, που θεοποιεί την ύλη και τις απολαύσεις, που δημιουργεί ανθρώπινα είδωλα, αλλά που στο τέλος κάνει τον άνθρωπο ένα νούμερο ηλεκτρονικής επεξεργασίας κάποιων κέντρων εξουσίας

Αγαπητοί μου αδελφοί όσο πολυπληθής και αν είναι στην εποχή μας η κουστωδία των αντιλήψεων του κοσμικού φρονήματος όσο βαριά και αν είναι η πέτρα της απιστίας μέσα στις καρδιές κάποιων ανθρώπων που θέλουν να εξουσιάσουν την ανθρωπότητα, ένα είναι σίγουρο και αμετακίνητο εις τους αιώνας ότι με πίστη αληθινή παρόμοια με αυτή των αγίων προσώπων του σημερινού Ευαγγελίου που θα την διακρίνει η τόλμη, ο ηρωισμός και ή γλυκιά αγάπη για τον Αναστημένο Ιησού ο καθένας από εμάς θα μπορέσει να ξεπεράσει κάθε δυσκολία, να υπερβεί κάθε εμπόδιο, να νικήσει και να αξιωθεί του φωτός και της χαράς της Αναστάσεως, Αμήν !!!
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ – 4 ΜΑΪΟΥ 2014
Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

(Μρκ. 15,43 – 16,8)

Γιορτάζουμε, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, σήμερα τά πρόσωπα ἐκεῖνα πού ὑπηρέτησαν τόν Τάφο τοῦ Χριστοῦ. Τούς δύο κρυφούς μαθητές, τόν Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἀριμαθαία καί τό Νικόδημο, πού φρόντισαν νά κατεβάσουν τό Χριστό ἀπό τό Σταυρό καί νά τόν κηδέψουν. Ἐπίσης, γιορτάζουμε τίς ἅγιες μυροφόρες γυναῖκες, οἱ ὁποῖες ἀποφάσισαν νά ὁλοκληρώσουν τήν ταφή τοῦ Χριστοῦ μέ τά προβλεπόμενα ἀπό τόν ἰουδαϊκό Νόμο.

Ἦταν Παρασκευή, παραμονή τῆς μεγάλης γιορτῆς τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Ἀρχιερεῖς, Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι καταδίκασαν τό Χριστό σέ σταυρικό θάνατο. Ὁ λαός, ὁ ὄχλος πού εὔκολα παρασύρεται, ἐνῶ πρίν μία ἑβδομάδα ὑποδεχόμενος τό Χριστό στήν Ἁγία Πόλη κραύγαζε: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος», τώρα μέ μανία πάλι κραυγάζει: «ἄρον, ἄρον σταύρωσον αὐτόν». Ὁ Ἰησοῦς, λοιπόν, ὡς κακοῦργος καταδικάζεται μέ σταυρικό θάνατο, ἐκεῖ στό λόφο τοῦ Γολγοθά ἀνάμεσα σέ δύο ληστές, μέ ἀκάνθινο στεφάνι, μέ ψεύτικη πορφύρα, μέ καρφιά στά πόδια καί στά χέρια. Ἔτσι παραδίδει τό πνεῦμα του ἐγκαταλελειμμένος ἀπό ὅλους, ἀκόμη καί ἀπό τούς μαθητές του. Ὁ Ἰούδας τόν πρόδωσε, ὁ Πέτρος τόν ἀρνήθηκε τρεῖς φορές, οἱ ὑπόλοιποι διασκορπίσθηκαν «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων».

Μέσα σ’ αὐτή τήν ἀτμόσφαιρα τῆς φοβίας δύο κρυφοί μαθητές του, οἱ ὁποῖοι πρόσμεναν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἀριμαθαία, ὁ εὐσχήμων βουλευτής, καί ὁ Νικόδημος, μέ τή δύναμη τῆς πίστης, μέ θάρρος καί θυσιαστικό πνεῦμα τολμοῦν καί ζητοῦν τήν ἄδεια ἀπό τόν Πιλάτο νά ἐνταφιάσουν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Τολμοῦν καί δέ σκέφτονται τόν ἑαυτό τους, τήν ἀσφάλειά τους. Ἡ ἀγάπη τούς ὁδηγεῖ στό καθῆκον καί τό χρέος. Ἡ πίστη τους ὑπερβαίνει τό φράγμα τοῦ φόβου, ἀκριβῶς τήν ὥρα πού σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη τοῦ κόσμου ἡ πίστη δέχεται τή μεγαλύτερη ἥττα, ἀφοῦ ὁ ἀρχηγός τῆς πίστεως πεθαίνει. Ἀποκαθηλώνουν, λοιπόν, τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τό περιποιοῦνται, τό ἀλείφουν μέ μύρα, τό τυλίγουν σέ καθαρό σεντόνι, τό ἐνταφιάζουν σέ λαξευτό τάφο καί ἀποχωροῦν μέ πολλή συστολή καί φόβο ἀλλά καί χαρά, ἀφοῦ πρῶτα σφραγίζουν τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου μέ μεγάλη πέτρα. Ὁ ὑμνογράφος χαρακτηρίζει τόν Ἰωσήφ «χερουβικόν ἅρμα», γιατί εἶναι αὐτός πού βάσταξε στούς ὤμους του τόν Βασιλέα τῆς δόξης, τό Χριστό. Καί ἐμεῖς ψάλλουμε καί μακαρίζουμε τά εὐλογημένα του χέρια, πού τοποθέτησαν στόν τάφο τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ.

Παράδειγμα πρός μίμηση εἶναι γιά μᾶς τούς σημερινούς χριστιανούς ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος. Ἄν συνειδητοποιήσουμε τήν ἀποστολή μας τότε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παίρνουμε τεράστια δύναμη καί κανένα ἐμπόδιο δέ μᾶς σταματᾶ. Γινόμαστε

θαρραλέοι καί τολμηροί στά θέματα τῆς πίστεως.

Ἡ σημερινή Κυριακή ὀνομάζεται τῶν Μυροφόρων, γιατί ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ, ἐπίσης, τά πρόσωπα ἐκεῖνα τῶν γυναικῶν πού ἀκολουθοῦσαν τό Χριστό, ἄκουγαν τά κηρύγματά του, ἔβλεπαν τά θαύματα, τόν διακονοῦσαν στήν τριετῆ δημόσια δράση του καί τώρα συμμερίζονται τόν πόνο του, τήν περιπέτειά του καί τό σταυρικό του πάθος. Παρακολουθοῦν μέ πόνο τή σταύρωση ἀπό μακριά, παρακολουθοῦν καί τήν ταφή· συγκεκριμένα «ποῦ ἔθηκαν αὐτόν;». Τελευταίες φεύγουν ἀπό τό μνημεῖο κατά τόν ἐνταφιασμό καί πρῶτες ἐμφανίζονται «λίαν πρωΐ τῆς μιᾶς σαββάτων», ἀφοῦ πρῶτα «ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν».

Ἡ ἀγάπη τους πρός τόν Διδάσκαλο τίς δίνει τή δύναμη καί τήν τόλμη νά πλησιάσουν τό ζωοδόχο τάφο. Δέν ὑπολογίζουν τίποτε, οὔτε τό σκοτάδι, οὔτε κόπους καί διωγμούς, οὔτε τίς ἀπειλές τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, μά οὔτε καί τή στρατιωτική φρουρά πού φύλασσε τόν τάφο τοῦ Ἰησοῦ. Ἕνα εἶναι μόνο τό πρόβλημά τους, «τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον» ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Καί ἦταν πολύ βαρύς γιά νά τόν ἀποκυλίσουν τά ἀδύναμα γυναικεία χέρια. Πλησιάζουν καί βλέπουν τόν τάφο «ἀνεωγμένον». Φοβοῦνται, τρομάζουν καί σύμφωνα μ’ ἕναν ὕμνο τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς θρηνοῦν καί ἀναρωτιοῦνται: «Ποιός ἔκλεψε τήν ἐλπίδα μας; Ποιός πῆρε τόν νεκρό καί μάλιστα

γυμνό καί ἐσμυρνισμένον»; Ἀναρωτιοῦνται, βέβαια, γιατί ἀγνοοῦν τήν Ἀνάσταση. Ὅμως, δέν κάνουν πίσω. Μπαίνουν στό μνημεῖο καί βλέπουν ἄγγελο λευκοφορεμένο νά κάθεται στά δεξιά. Γνωρίζω, τίς λέει, ὅτι ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ ἀπό τή Ναζαρέτ. «Ἀνέστη, οὐκ ἔστιν ὧδε». Ἀντίκρισαν, λοιπόν, τόν κενό τάφο καί τά «ὀθόνια κείμενα μόνα». Ἔτσι, ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τους μεταβλήθηκε σέ ἐλπίδα, ἡ λύπη σέ χαρά, ὁ λίθος ἀποκυλίστηκε, ὁ τάφος κενώθηκε, ὁ θνητός ἄνθρωπος ἔγινε ἀθάνατος, ὁ θάνατος νεκρώθηκε καί ὁ ἅδης θρηνεῖ. Δέν ἦταν δυνατόν νά μείνει στόν τάφο αὐτός πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

Στή συνέχεια, οἱ μυροφόρες ἀποστέλλονται ἀπό τόν ἄγγελο νά ἀναγγείλουν τό μήνυμα τῆς Ἀνάστασης στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Γίνονται οἱ ἀγγελιοφόροι τοῦ πιό ἐλπιδοφόρου καί χαρούμενου μηνύματος στόν κόσμο.

«Χαίρεται καί ἀγαλιάσθε» καί σεῖς, ἀδελφοί μου. Γιατί, «Ἄγγελος ἐκάθισεν εἰς τόν λίθον τοῦ μνήματος, αὐτός ἡμᾶς εὐηγγελίσατο, εἰπῶν· Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου καὶ ἐπλήρωσε τὰ σύμπαντα εὐωδίας». Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΜΑΪΟΥ 2014
ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
(Mάρκ. ιε΄ 43-47, ιστ΄ 1-8)   (Πράξ. στ΄ 1-7)

Μαρτυρία Αναστάσεως
«Ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν»

Σε αναστάσιμες τροχιές κινούνται σήμερα, την Κυριακή των Μυροφόρων,  το περιεχόμενο της ευαγγελικής διήγησης αλλά και της υμνολογίας της Εκκλησίας μας.
Προβάλλονται συγκεκριμένα τα πρόσωπα εκείνα που συνδέονται με μια μαρτυρία ζωής για τη Σταυρική Θυσία και την Ανάσταση του Κυρίου. Έχουμε πρώτα τις μορφές του ευσχήμονα βουλευτή Ιωσήφ του από Αριμαθαίας και του Νικόδημου, ο οποίος ήταν κρυφός μαθητής του Χριστού. Έπειτα, τρεις άγιες γυναικείες παρουσίες, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη, η μητέρα των υιών του Ζεβεδαίου, του Ιωάννου και του Ιακώβου, συνθέτουν μια ισχυρή μαρτυρία, με άρωμα σαφώς αναστάσιμο.

Όλες αυτές οι μορφές που παρελαύνουν μέσα από τη διήγηση της σημερινής ευαγγελικής περικοπής υπήρξαν όντως αυθεντικοί μάρτυρες, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της Ταφής και οι Μυροφόρες της Αναστάσεως. Για τις τελευταίες, ο ιερός συναξαριστής αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η του Θεού Εκκλησία ταύτας παρέλαβεν εορτάζειν: α) ως ιδούσας πρώτας Χριστόν εκ νεκρών, β) τοις πάσι καταγγειλάσας το σωτήριον κήρυγμα και γ) την κατά Χριστόν πολιτείαν μετελθούσαν αρίστως και μαθητευθείσαις Χριστώ».

Άνοιγμα καρδιάς  

Ας δούμε ειδικότερα την περίπτωση των Μυροφόρων γυναικών, από την οποία αντλούμε βαθύτατες αλήθειες. Οι Μυροφόρες άφησαν την καρδιά τους να πυρποληθεί από την αγάπη του Διδασκάλου. Αυτό ακριβώς το άνοιγμα της καρδιάς, τούς έδινε τη βεβαιότητα και τις στερέωνε στην πίστη ότι Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος. Γι΄ αυτό και δεν έχουν αναστολές να σπεύσουν στο μνημείο, παρά τις όποιες δυσκολίες και τα εμπόδια που παρεμβάλλονται.

Επιθυμία που τις φλέγει είναι να δείξουν έμπρακτα την αγάπη που καταυγάζει όλη την ύπαρξη τους. Έτσι, «διαγενομένου του Σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν». Όταν αγαπάς ένα πρόσωπο σημαίνει ότι δίνεσαι σ’ αυτό ολοκληρωτικά. Ιδιαίτερα, η παράδοση του ανθρώπου στην αγάπη του Χριστού, συνιστά ταυτόχρονα και υπερύψωσή του. Σ΄ αυτήν ακριβώς την προοπτική του μεγαλείου της θείας ανάβασης, οι όποιες αδυναμίες εμφωλεύουν μέσα στον άνθρωπο, μεταποιούνται και αναδεικνύονται σε μια ανυπέρβλητη δύναμη που τον απογειώνουν σε δυσθεώρητα πνευματικά ύψη.

Βέβαια, οι Μυροφόρες γυναίκες δεν ήταν εκτός πραγματικότητας. Είχαν την αίσθηση της ανθρώπινης αδυναμίας: «Τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;». Στη βάση της ψυχρής λογικής, στην οποία πολλές φορές παραδίδεται ο άνθρωπος, αυτό φάνταζε να είναι αδύνατο. Η δύναμη όμως της αγάπης με την οποία διακατέχονταν οι γυναικείες εκείνες μορφές για το Πρόσωπο του Κυρίου, παρακάμπτει τα οποιαδήποτε εμπόδια που υψώνονται και τις σπρώχνει να προσπεράσουν τους όποιους ανθρώπινους συλλογισμούς που θα λειτουργούσαν ως τροχοπέδη στον ιερό τους πόθο. Με αυτό τον τρόπο οι Μυροφόρες γυναίκες άφησαν τον εαυτό τους να εισέλθει στο χώρο της θείας θαυματουργίας και να καταστούν οι πρώτοι αυθεντικοί μάρτυρες του γεγονότος της Ανάστασης.

Δυστυχώς, από το σημερινό άνθρωπο παρατηρούμε ότι πολλές φορές απουσιάζει η θεία τόλμη, βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα της αγάπης προς τον Κύριο. Απουσιάζει αυτό το δυναμικό στοιχείο που τον καταξιώνει σε άλλα επίπεδα ζωής. Αυτό συμβαίνει γιατί κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του. Είναι ακριβώς εδώ που οι Μυροφόρες μας δείχνουν τον τρόπο της υπέρβασης, την οποία θα πρέπει επιτέλους ν΄ αποτολμήσουμε στη ζωή μας. Αυτός λοιπόν ο τρόπος, παραπέμπει στο άνοιγμα του εαυτού μας. Ένα άνοιγμα που θα μας αιχμαλωτίσει στην αγάπη του Χριστού, ώστε να καταστούμε αληθινά ελεύθερες υπάρξεις, στολισμένες με όλα εκείνα τα χαρίσματα που μας αναδεικνύουν εικόνες του Θεού.


Η χαρά των Μυροφόρων

Οι Μυροφόρες γυναίκες, ως μάρτυρες της Ανάστασης, δοκίμασαν στην καρδιά τους ανεκλάλητη χαρά. Δοκίμασαν όμως ταυτόχρονα και «τρόμο και έκσταση». Τις Μυροφόρες πλημμυρίζει το αίσθημα της χαράς γιατί όχι μόνο ξαναβλέπουν τον Κύριο τους, αλλά διότι το μεγάλο γεγονός της Ανάστασης εκπέμπει το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα προς τον κόσμο: ότι δηλαδή ο θάνατος καταργήθηκε.
Απορροφήθηκε το θανατηφόρο κεντρί του από τον Αρχηγό της Ζωής, ο οποίος άνοιξε πια την προοπτική της αιωνιότητας, στην οποία εμβάλλει το δημιούργημά Του.

Η χαρά βέβαια των Μυροφόρων είναι ανάμικτη και μ΄ ένα τρόμο, ο οποίος όμως αποπνέει θεία ευωδία. Προέρχεται από την αίσθηση ότι η Ανάσταση του Χριστού χαρίζει μια καινούργια ζωή πέρα από τα όρια της επίγειας ύπαρξής μας. Είναι το επίπεδο της ζωής του Θεού. Εδώ είναι ακριβώς που ανυψώνεται ο άνθρωπος, γι΄ αυτό και ο Αναστάς Κύριος φανερώνεται «εν ετέρα μορφή».

Αγαπητοί αδελφοί, επιβάλλεται όπως ο άνθρωπος ξεπεράσει τις συνθήκες της παρούσας ζωής και αφήσει τον εαυτό του να υποστεί την καλή αλλοίωση - για την οποία τόσο όμορφα κάνει λόγο η πατερική σκέψη - με το φως και τη δύναμη της Ανάστασης. Αυτή την προοπτική ανοίγουν μπροστά μας οι Μυροφόρες γυναίκες. Με αυτό το αισιόδοξο αναστάσιμο μήνυμα, βοηθά η Εκκλησία μας το σημερινό φοβισμένο και απελπισμένο άνθρωπο να υπερβεί τον εαυτό του. Αυτό γίνεται από τη στιγμή που αποφασίζει ελεύθερα να παραδώσει την ύπαρξή του στην αγάπη του Αναστάντος Κυρίου. Το παράδειγμά τους μας αφήνουν ο Ιωσήφ, ο Νικόδημος και οι Μυροφόρες γυναίκες που αξιώθηκαν να είναι οι πρώτοι μάρτυρες της Αναστάσεως.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.
Κυριακή των Μυροφόρων - «Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν»


Ἀπόστολος: Πράξ. στ´ 1-7
Εὐαγγέλιον: Μᾶρκ. ιε´ 43- ιστ´ 8
Ἦχος: β´.— Ἑωθινόν: Δ´
«Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ
καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη
ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν»
Τὸ σημερινὸν Εὐαγγέλιον μᾶς μεταφέρει στὰ γεγονότα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ποὺ ἐπηκολούθησαν τὴν Σταύρωση τοῦ Κυρίου. Ὅταν ὅλοι οἱ μαθητὲς εἶχαν διασκορπισθεῖ ἀπὸ φόβο, ἢ ὅπως ὁ Πέτρος Τὸν εἶχε ἀρνηθεῖ τρίς, ποιὸς θὰ εἶχε τὴν τόλμη νὰ ἐμφανισθεῖ καὶ νὰ ζητήσει νὰ κηδεύσει τὸ Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ; Τότε ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ἐπίσημος καὶ διαπρεπὴς βουλευτής, τολμᾶ νὰ ἐμφανισθεῖ στὸν Πιλᾶτο ποὺ εἶχε καταδικάσει τὸν Ἰησοῦ σὲ θάνατο, καὶ ζητεῖ τὴν ἄδεια νὰ ἀποκαθηλώσει τὸ Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Σταυρό, τὸ ἐνετύλιξε σὲ καθαρὰ σινδόνη καὶ τὸ ἐνεταφίασε στὸ μνῆμα.
Κοντὰ στὸν Ἰωσὴφ ἐξ ἴσου τολμηρὲς ἀνεδείχθησαν καὶ οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ποὺ ἔλαβαν μύρα καὶ ἀρώματα γιὰ νὰ ἀλείψουν τὸ νεκρὸ Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἀξιώθησαν αὐτὲς πρῶτες νὰ πληροφορηθοῦν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἀγγέλου τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὅμως ἐπελέγησαν αὐτὲς οἱ γυναῖκες, γιὰ νὰ γίνουν οἱ πρῶτες μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως;

Διότι αὐτές, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἄνδρες μαθητὲς τοῦ Κυρίου, τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ ἐκρύφθησαν ἀπὸ φόβον, οἱ γυναῖκες αὐτὲς ἐπέδειξαν ἀξιοθαύμαστες ἀρετὲς, ὥστε κατηξιώθησαν νὰ ἀκούσουν πρῶτες τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη.
Ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα ποὺ γνώρισαν τὸν Κύριο στὴν Γαλιλαία, ἔγιναν πιστὲς μαθήτριές Του, Τὸν ἀκολουθοῦσαν (Μᾶρκ. ιε' 41) καὶ "διηκόνουν αὐτῷ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῶν" (Λουκ. η' 3). Ὅταν τὴν ὥρα τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι μαθητὲς πλὴν τοῦ Ἰωάννου Τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει (Ματθ. κστ' 56), οἱ γυναῖκες αὐτὲς ἔμειναν πιστὲς καὶ ἀφοσιωμένες στὸν Κύριο, παρακολουθώντας τὸ Θεῖο Δράμα πάνω στὸν Φρικτὸ Γολγοθᾶ, χωρὶς οὔτε μία στιγμὴ νὰ ἀποχωρισθοῦν τὸν ἀγαπημένο τους Διδάσκαλο.
Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατό Του δὲν ἔφυγαν. Ἔμειναν θρηνώντας κοντὰ στὸν Σταυρὸ μαζὶ μὲ τὴν Παναγία. Τὴν ἀγάπη τους, ὅμως τὴν ἀνδρεία, τὸ μεγάλο τους θάρρος, ἔδειξαν οἱ Μυροφόρες, ὅταν διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, καὶ ἐνῶ ἐγνώριζαν ὅτι τὸ μνῆμα εἶναι σφραγισμένο, ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἐσφράγιζε τὴν θύρα τοῦ μνημείου ἦταν μεγάλος καὶ βαρύς, ὅτι ἔνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦν τὸν τάφο, παρ᾽ ὅλα αὐτὰ οἱ μυροφόρες γυναῖκες "λίαν πρωΐ", "ὄρθρου βαθέος" (Λουκ. κδ' 1), πρὶν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ξεκινοῦν νὰ ἔλθουν στὸ μνῆμα φέρνοντας μαζί τους ἀρώματα, γιὰ νὰ μυρώσουν τὸ Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Κανένας φόβος ἢ δισταγμὸς δὲν ἐστάθησαν ἱκανοὶ νὰ τὶς ἐμποδίσουν. Τὸ μόνον ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσε ἦταν πῶς θὰ ἀποκυλίσουν τὸν μεγάλο καὶ βαρὺ λίθο ποὺ ἐσφράγιζε τὴν θύρα τοῦ μνημείου.
Μία τέτοια ἀγάπη, μία τέτοια ἀφοσίωση, ἐπιβραβεύεται ἀπὸ τὸν Κύριο, ὥστε αὐτὲς πρῶτες νὰ ἀκούσουν τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ τὸ μεταφέρουν στοὺς μαθητές. Ἔτσι, ὁ Κύριος " ταῖς γυναιξὶν ἀποστόλοις ἐχρήσατο πρὸς τοὺς Ἀποστόλους", δηλ. τὶς γυναῖκες ἐχρησιμοποίησε ὡς ἀποστόλους πρὸς τοὺς Ἀποστόλους (Εὐθύμιος Ζιγαβηνός).
Πρὸς τιμὴν λοιπὸν αὐτῶν τῶν γυναικῶν, ἡ σημερινὴ Τρίτη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα, εἶναι ἡ Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων. Ἂς ἐξετάσουμε τὴν εἰκόνα αὐτῶν τῶν γυναικῶν. Λίαν πρωί, ὄρθρου βαθέος, μερικὲς γυναῖκες κατευθύνονται πρὸς τὸ μνῆμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ ἐνδοιασμὸς τους εἶναι πῶς θὰ ἀποκυλίσουν τὸν μεγάλο καὶ βαρὺ λίθο ἀπὸ τῆς θύρας τοῦ μνημείου.
Καὶ σήμερα γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους ἰσχύει ἡ ἴδια δυσκολία. Ποιὸς θὰ ἀποκυλίσει τὸν βαρὺ λίθο τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀγνοίας, τῆς ἀδιαφορίας, ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ προσεγγίσουμε τὸν Χριστό. Ὡστόσο, οἱ γυναῖκες προχωροῦν χωρὶς νὰ γνωρίζουν πῶς θὰ παραμερίσουν τὸ ἐμπόδιον τοῦ λίθου. Τὶς ὁδηγεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριον. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂς ἐγερθοῦμε, ἂς ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸν πρὸς τὸν Χριστὸ παραμερίζοντες κάθε ἐμπόδιο μὲ ὁδηγὸ τὴν πίστη.
Οἱ γυναῖκες δὲν πηγαίνουν μὲ ἄδεια χέρια στὸν Τάφο τοῦ Ἰησοῦ. Φέρουν μύρα καὶ ἀρώματα ὡς ἔνδειξη ἀγάπης πρὸς τὸν Διδάσκαλο. Ἐμεῖς τί ἔχουμε νὰ προσφέρουμε ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό; Ἂς βαδίσουμε πρὸς τὸν Κύριο μὲ καρδιὰ γεμάτη πίστη καὶ ἐλπίδα. Καὶ τότε ὁ Κύριος θὰ μᾶς ἐλεήσει καὶ θὰ φροντίσει νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ ἀνάμεσά μας τὸ ἐμπόδιο, τὸν βαρὺ λίθο τῆς ἁμαρτίας ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ Τὸν πλησιάσουμε.
Ἡ ἀποκύλιση τοῦ λίθου δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Προϋποθέτει ἐκ μέρους μας πίστη ἀλλὰ καὶ μετάνοια. Ἂς μὴ φοβηθοῦμε τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὁ Κύριος θὰ μετακινήσει τὸν λίθο ποὺ μᾶς βαραίνει, ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ Τοῦ προσφέρουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ Τὸν δεχθοῦμε ὡς τὸν Ζῶντα Κύριο τῆς ζωῆς μας. Καὶ τότε, "τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς" (Ρωμ. η' 36), μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ θὰ ἀναδειχθοῦμε νικητές.
Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος
Ορθόδοξος Τύπος,02/05/2014
 Κυριακή των Μυροφόρων – Η εκλογή των επτά διακόνων (Αποστολικό ανάγνωσμα)


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Πράξ. στ´ 1-7
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Μᾶρκ. ιε´ 43- ιστ´ 8
Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΩΝ
1. Τὰ ἀνθρώπινα στὴν Ἐκκλησία
Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρει ἕνα πρόβλημα ποὺ παρουσιά­στηκε μεταξὺ τῶν πρώτων χριστιανῶν στὰ Ἱεροσόλυμα. Καθὼς αὐξανόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν πι­στῶν, οἱ Ἑβραῖοι χριστιανοὶ ποὺ ἦταν ἀπὸ ξέ­να μέρη καὶ γι’ αὐτὸ μιλοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἄρ­χισαν νὰ γογγύζουν ἐναντίον τῶν ντόπιων Ἑβραίων χριστιανῶν. «Ἐγένετο γογ­γυ­­­σ­μὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ δια­κονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν». Αὐτὸς ὁ γογγυσμὸς καὶ τὰ πα­ράπονα προέκυψαν, διότι οἱ χῆρες τῶν ἐλλη­νό­φω­νων Ἰουδαίων χριστιανῶν ποὺ δὲν ἦταν ντόπιοι παραμελοῦνταν στὴν καθημερινὴ περίθαλψη καὶ ὑπη­ρε­σία τῆς διανομῆς τροφῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἀκόμα καὶ στὴν πρώτη Ἐκκλησία, ὅπου οἱ χριστιανοὶ ζοῦ­σαν ἑνωμένοι σὰν μιὰ καρδιὰ καὶ μιὰ ψυχή (Πράξ. δ΄ 32), παρουσιάστηκαν ζητήματα ἀδικίας καὶ ζηλοτυπίας. Ἂς μὴ μᾶς ξα­φνιάζει λοιπόν, τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ σήμερα μέσα στὴν Ἐκκλησία συναντοῦμε ἀδυναμίες καὶ ἐλαττώματα. Ἡ ἐπὶ γῆς Ἐκκκλησία δὲν εἶναι κοινωνία ἀγγέλων ἀλλὰ ἀνθρώπων. Ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ μετάνοια, τὴν ἀνακαίνιση καὶ τὸν ἁγιασμό τους. Ἄλλωστε, καὶ «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος» ἐκμεταλλεύεται τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, γιὰ νὰ διασπάσει τὴν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν. Συνεπῶς, χω­ρὶς νὰ σκανδαλιζόμαστε, ἂς προσπαθοῦμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὰ ὅποια ζητήματα ἀναφύονται μὲ κατανόηση καὶ ὑπομονή, μὲ σύνεση καὶ διάκριση. Ὅπως ἔκαναν τότε κι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι.
2. Συνεργασία κλήρου καὶ λαοῦ
Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος οἱ Ἀπόστολοι συγκάλεσαν ὅλους τοὺς χριστιανοὺς καὶ τοὺς εἶπαν: Δὲν εἶναι σωστὸ ἐμεῖς νὰ ἀφή­σου­με τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπη­ρε­­τοῦ­με σὲ τραπέζια φαγητοῦ. Γι’ αὐτὸ σκεφθεῖτε καλὰ καὶ νὰ ἐπιλέξετε προσεκτικὰ ἑπτὰ ἄνδρες, ποὺ θὰ ἐπιφορτιστοῦν εἰδικὰ μὲ τὴν εὐθύνη αὐτῆς τῆς ἀναγκαίας διακονίας.
Ἀξίζει νὰ προσεχθεῖ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁ­­­ποῖο ἐνεργοῦν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι: «προσ­καλεσάμενοι τὸ πλῆθος τῶν μα­θητῶν», ἀναφέρει τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων. Δὲν ἀποφασίζουν μόνοι τους, ἀλλὰ ζητοῦν τὴ γνώμη τῶν λοιπῶν χριστιανῶν. Δὲν νομίζουν ὅτι τὰ γνωρίζουν ὅλα, γι’ αὐτὸ συμβουλεύονται καὶ ἄλλους, ἴσως ἐμπειρότερους ἀπὸ αὐτοὺς σὲ κάποια ζητήματα, ὅπως αὐτὸ ποὺ εἶχε προκύψει καὶ τὸ ὁποῖο δὲν ἦταν καθαρὰ πνευματικό, ἀλλὰ εἶχε σχέση μὲ ὑλικὰ καὶ βιοτικὰ πράγματα. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἂν καὶ ἔχουν τὴν πρώτη θέση μέσα στὴν Ἐκκλησία, δὲν ἐνεργοῦν αὐταρχικὰ καὶ ἐξουσιαστικά, ἀλλὰ μὲ σύνεση καὶ ταπεινοφροσύνη. Πόσο μᾶς διδάσκουν!
Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ὑπόθεση μόνο τοῦ κλήρου ἀλλὰ καὶ τοῦ λαοῦ. Ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε κληρικοὶ εἴτε λαϊκοί, ἄνδρες ἢ γυναῖκες, νεότεροι ἢ καὶ μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία, καλοῦνται νὰ συμμετέχουν ἐνεργὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ νὰ συνεργάζονται ὁ καθένας μὲ τὸ δικό του χάρισμα καὶ ἀπὸ τὴ δική του θέση. Αὐτὴ ἡ συνεργασία καὶ ἡ συλλογικὴ εὐθύνη ἐξουδετερώνει τὴν ἐγωιστικὴ αὐτάρκεια καὶ κάθε ἰδιοτέλεια καὶ προάγει τὴν ἀλληλοπεριχώρηση, τὴν ἑνότητα, τὴν ἀγάπη καὶ γενικὰ συντελεῖ «εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. δ΄ 12). Αὐ­τὸ εἶναι τὸ ὀρθὸ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα, ὅπως μᾶς τὸ παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ τὸ ὁποῖο καλούμαστε νὰ καλλιεργοῦμε ὅλοι μας.
3. «Πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου»
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι πρότειναν στὴν ἐκ­κλησιαστικὴ σύναξη νὰ ἐκλέξουν ἑπτὰ ἄν­­­δρες, γιὰ νὰ ἀναλάβουν ὑπεύθυνα τὴν ὀρ­γάνωση τῶν κοινῶν τραπεζιῶν καὶ τὴ δίκαιη διανομὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν πρὸς τοὺς πτωχούς. Παράλληλα, ἐπεσήμαναν καὶ τὰ ἀπαραίτητα προσόντα γιὰ τὴν ἰδι­αίτερη αὐτὴ διακονία. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ ἐπιλέγονταν γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ­κα­λὴ μαρτυρία ἀπ’ ὅλους καὶ νὰ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ Ἅγι­ο Πνεῦμα καὶ σύν­εση· «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας».
Κάνει ἐντύπωση τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ ἕνα ἔργο ποὺ φαίνεται καθαρὰ πρακτικό, ἡ Ἐκκλησία ἀναζητᾶ ἀνθρώπους «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας». Ὄχι ἁπλῶς πιστοὺς ἀλλὰ γεμάτους ἀπὸ πίστη, πλημμυρισμένους ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὅσοι ἀναλαμβάνουν κάποια ἐκκλησιαστικὴ διακονία, εἴτε ὡς ψάλτες, ἐπίτροποι ἢ νεωκόροι, εἴτε ὡς κατηχητὲς ἢ μέλη τοῦ φιλοπτώχου, ἂς μὴ λησμονοῦν τὸ πιὸ ἀ­­­­παραίτητο στοιχεῖο γιὰ τὸ ἔργο τους: Νὰ εἶναι ἄνθρωποι ποὺ θὰ ζητοῦν τὴ βοή­θεια καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐνεργοῦν πάντοτε μὲ σύνεση καὶ ­διάκριση. Ἐ­­πιπλέον νὰ συμμετέχουν τακτικὰ στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἁγιάζονται μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ μὴ σκανδαλίζουν, ἀλλὰ νὰ οἰκοδομοῦν τὶς ψυ­χὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ πλησιάζουν τὴν Ἐκκλησία ἀναζητώντας σʼ αὐτὴν αὐθεντικὸ βίωμα καὶ πρότυπα ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος.
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΗΒΩΝ και ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
΢τη Χριστιανική μας παράδοση συνήθως υπερτονίζεται η αξία αρετών όπως η υπακοή, η ταπείνωση, η συγχωρητικότητα. Ελάχιστα, όμως, γίνεται λόγος για θετικές αρετές σαν το θάρρος και τον ηρωισμό. Αυτό το θάρρος ήταν που ανάδειξε τις κεντρικές μορφές που σήμερα φέρει στη μνήμη της η Εκκλησία: τον Άγιο Νικόδημο το νυκτερινό μαθητή, τον βουλευτή Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας και τις μυροφόρες γυναίκες.
Χρειαζόταν θάρρος και ηρωϊκή διάθεση για να τολμήσει κάποιος να απονείμει τις καθιερωμένες από τα νεκρικά έθιμα του Ιουδαϊσμού τιμές σε κάποιον που το θρησκευτικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής είχε καταδικάσει και θανατώσει σαν βλάσφημο έναντι της θρησκείας και σαν επαναστάτη και εχθρό της ρωμαϊκής επικυριαρχίας.
Η λογική και η σύνεση επέβαλε να τηρήσει κανείς αποστάσεις ασφαλείας από ένα τέτοιο επικίνδυνο κατάδικο. Αυτό άλλωστε έκαναν και οι πιο στενοί συνεργάτες του οι λεγόμενοι μαθητές του, που έσπευσαν να εξαφανιστούν δια τον φόβο των Ιουδαίων και των κρατικών αρχών. Σα ιερά πρόσωπα, όμως, τα οποία σήμερα δικαίως τιμώνται, δεν έκαναν το ίδιο. ΢ ́ αυτούς υπερίσχυσε το πρόταγμα της αγάπης προς τον μεγάλο τους διδάσκαλο κι αυτή η αγάπη τους ενέπνευσε το θάρρος και τον ηρωϊσμό, ώστε να εκτελέσουν αυτοί, οι κρυφοί και διστακτικοί μαθητές και οι αδύναμες γυναίκες, το ιερό χρέος προς τον νεκρό, το οποίο δεν τόλμησαν οι φανεροί μαθητές του.
Έτσι οι μεν μυροφόρες έλαβαν ως ανταμοιβή να αξιωθούν να γίνουν οι πρώτοι μάρτυρες και κήρυκες της εκ νεκρών Αναστάσεως του ΢ωτήρος και όλοι να παραμείνουν τιμητικά στη συλλογική μνήμη ως πρότυπα θάρρους και ηρωϊκής αυτοθυσίας.
Μέσα στην ιστορική της πορεία η Εκκλησία βάδισε και έμεινε όρθια χάρη στο θάρρος και τον ηρωϊσμό των γνησίων τέκνων της. Είχε σε όλες τις ιστορικές περιόδους να αντιμετωπίσει αντίθεες και αντιχριστιανικές δυνάμεις που ήθελαν να ανακόψουν την πορεία της και να ακυρώσουν το λυτρωτικό της μήνυμα. Γι ́ αυτό χρειάσθηκε να αναδείξει τους δικούς της ήρωες της πίστεως οι οποίοι με τόλμη, θάρρος και αυτοθυσία «κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν» και ακόμα «ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας ἐνεδυναμώθησαν ἀπό ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροί ἐν πολέμω», για να θυμηθούμε τον υπέροχο ύμνο των ηρώων της πίστεως από την προς Εβραίους επιστολή.
Θα ήταν υποτονικές οι μορφές της πίστεως αν τους έλειπε το ηρωϊκό στοιχείο. Μόνο που μέσα στην πνευματική εποποιία οι χριστιανοί ήρωες έχουν μια μεγάλη ειδοποιό διαφορά από τους ήρωες με τα μέτρα του κόσμου. Ο χριστιανός ήρωας είναι ο μάρτυρας, εκείνος που δεν ασκεί βία σε βάρος των άλλων, αλλά με υψηλό φρόνημα θυσιάζεται για την αληθινή πίστη και το καλό των συνανθρώπων του. Μια τέτοια στάση απαιτεί περισσότερη τόλμη και ηρωϊσμό από εκείνον που έχει όποιος με βίαιες
ενέργειες προσπαθεί να επιβληθεί στους άλλους. Ο μάρτυρας χύνει το δικό του αίμα, όχι των άλλων· θυσιάζει τη δική του ζωή, όχι τη ζωή των άλλων. Η θυσία του είναι συνειδητή συμμετοχή στη μεγάλη θυσία του Γολγοθά υπέρ της ζωής και σωτηρίας του κόσμου.
Η Εκκλησία δεν ανέδειξε μάρτυρες μόνο κατά την αρχαία εποχή επί Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πάντοτε ο συνεπής και γνήσιος χριστιανός καλείται να δώσει δείγματα θάρρους και ηρωϊσμού παλεύοντας έναντι «ἐθνῶν και βασιλέων» και αντιστρατευόμενος προς τας αρχάς και τας εξουσίας του αιώνος τούτου. Έτσι στους μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας προστέθηκε νέο «νέφος» νεομαρτύρων ματαγενεστέρων εποχών, κυρίως της περιόδου της Σουρκοκρατίας. Σις ηρωϊκές πράξεις των νεομαρτύρων της περιόδου αυτής αποτύπωσε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο «Νέο
Μαρτυρολόγιον» η έκδοση του οποίου, που πραγματοποιήθηκε μεσούσης της οθωμανικής τυραννίας, ήταν ήδη μια πράξη αξιοθαύμαστου θάρρους.
Η τόλμη και το θυσιαστικό φρόνημα απαιτείται και στην εποχή μας ώστε η Εκκλησία να συνεχίσει το έργο και τη μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο.
Βέβαια προς το παρόν τουλάχιστον δεν υπάρχει απροκάλυπτος αντιχριστιανικός διωγμός και η θρησκευτική ελευθερία είναι τυπικά διασφαλισμένη, όμως η ύπουλη εκκοσμίκευση κερδίζει συνεχώς έδαφος και τείνει να εξορίσει από τη ζωή μας τη αίσθηση του ιερού και οσίου.
Μέσα σε μια τέτοια περιρρέουσα πνευματική ατμόσφαιρα ή πιο σωστά αντιπνευματική ατμόσφαιρα αντιλαμβάνεται κανείς τι θάρρος απαιτείται για να πιστεύει κανείς στην «μωρία» του κηρύγματος της Αναστάσεως και να αγωνίζεται να γίνει πράξη και ζωή αυτό το κήρυγμα.
Σέλος τα αντίχριστα ιδεολογικά συστήματα καραδοκούν και η σκληρή αντιχριστιανική πραγματικότητα ενδεχομένως να μας θέσει μπροστά σε ανελέητα διλήμματα.
Σο φρόνημά μας πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να μπορούμε να επαναλάβουμε με τον Απ. Παύλο: «Πέπεισμαι ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαί οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ῾᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας...τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43) π.Γεώργιος Δορμπαράκης


῾᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας...τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43)

᾽Από τά πρόσωπα πού κυριαρχοῦν στό εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων εἶναι ὁ ᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας, ὁ ὁποῖος προβάλλεται μέ τό κυριαρχικό γνώρισμά του, τῆς τόλμης, μέ τήν ὁποία κατώρθωσε γιά τήν ἐποχή ἐκείνη τό ἀκατόρθωτο: νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει καί νά ἀποκτήσει τό νεκρό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ, τό ὁποῖο βεβαίως στή συνέχεια μέ τή βοήθεια καί ἄλλων τό ἐκήδευσε. Συνιστᾶ δέ ἰδίως γιά τή σημερινή ἐποχή ἡ τόλμη του αὐτή κατεξοχήν παράδειγμα καί πρότυπο, ἀφοῦ αὐτό πού διαπιστώνουμε συνήθως, δυστυχῶς στούς περισσοτέρους μας ἤ ἔστω σ᾽ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ μας, εἶναι ἡ ἀτολμία καί ἡ δειλία, καρποί, ἀπ᾽ ὅ,τι θά φανεῖ καί στή συνέχεια, τῆς ἐλλείψεως τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἔλλειψη τόλμης ἀποκαλύπτει τήν ὀλιγοπιστία ἤ καί τήν ἀπιστία ἀκόμη πολλῶν ἀπό ἐμᾶς τούς Χριστιανούς καί συνεπῶς ἡ κατάσταση αὐτή καθιστᾶ περισσότερο ἀπό ἀναγκαία τήν ἀναφορά μας στήν τόλμη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωσήφ.

Καί κατά πρῶτον: τί εἶναι τόλμη;
Θά μπορούσαμε νά τήν ὁρίσουμε ὡς τήν ψυχική ἐκείνη δύναμη καί διάθεση, πού κινεῖ τόν ἄνθρωπο ἔτσι ὥστε νά ὑπερνικᾶ τά στηρίγματα καί τίς ἀσφάλειές του, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου πού νά ἀψηφᾶ καί τήν ἴδια του τή ζωή. Βεβαίως, τήν ψυχική αὐτή δύναμη τήν βλέπουμε πολύ συχνά σέ διαφόρους τύπους ἀνθρώπων καί σέ πολλά ἐπίπεδα ζωῆς, ὅπως τό ἐθνικό, τό ἐπαγγελματικό, τό κοινωνικό, ἀλλά ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐκείνη ἡ τόλμη πού σχετίζεται μέ τόν Θεό καί συνεπῶς μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ, πού πηγάζει ἀπό τήν πίστη του στόν ᾽Ι. Χριστό καί τήν προσδοκία τῆς Βασιλείας Του, σάν τοῦ ᾽Ιωσήφ ῾ὅς ἦν προσδεχόμενος καί αὐτός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43). Ὁ χριστιανός δηλαδή ἐξαρτώντας τήν ὕπαρξή του ὄχι ἀπό τή ῾σιγουριά᾽ τῶν αἰσθήσεων καί τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ἀλλά ἀπό τόν μή αἰσθητό καί μή μετρητό, ἄρα καί μή προσφέροντα καί ῾ἀσφάλεια᾽, κατά τά κριτήρια τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, Θεό φανερώνει ὅτι χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του (πρέπει νά) εἶναι ἡ τόλμη καί ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα.

Τί εἶναι λοιπόν ἐκεῖνο πού τόν κάνει νά ἔχει αὐτήν τήν τόλμη καί νά τήν διακηρύσσει ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ὅπως τό ἐπισημάναμε ἤδη ἀπό τήν ἀρχή: ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ψυχή του, πού τόν κάνει ὄχι ἁπλῶς νά στηρίζεται στόν Θεό, ἀλλά καί νά εἶναι ἕτοιμος καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του νά προσφέρει θυσία σ᾽ Αὐτόν. Διότι βεβαίως τό ἅγιον Πνεῦμα ὡς παντοδύναμος Θεός χορηγεῖ τόλμη καί δύναμη στόν ἄνθρωπο καί συνεπῶς τόν ἀπομακρύνει ἀπό τή δουλεία τῆς δειλίας. ῾Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽ (Β´ Τιμ. 1,7) τονίζει ὁ ἀπ. Παῦλος.
Καί πράγματι ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τούς ἀποστόλους πρίν καί μετά τήν Πεντηκοστή. Πρίν τήν Πεντηκοστή ζοῦν φοβισμένοι καί κλεισμένοι στά σπίτια τους ῾διά τόν φόβον τῶν ᾽Ιουδαίων᾽, κάτι πού προβάλλει ἀκόμη πιό ἔντονα τήν γενναιότητα καί τήν τόλμη τοῦ ᾽Ιωσήφ, ὅπως ἀκόμη βεβαίως καί τῶν μυροφόρων γυναικῶν. Μετά ὅμως τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μεταμορφώνονται σέ θαρραλέους κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπιβεβαιώνοντας τή μαρτυρία τους γιά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου μέ τό μαρτύριό τους. ῾Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 4, 20). Τοῦτο ὅμως γίνεται, γιατί ἐνδύθηκαν ῾τήν ἐξ ὕψους δύναμιν᾽ (Λουκ. 24, 49) καί ὄχι γιατί στηρίχτηκαν στίς δικές τους δυνάμεις. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, στήν ἐποχή τῶν Πατέρων, ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή, ὅπου ὑπάρχουν συνεπεῖς στήν πίστη τους Χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Ετσι ὁ Χριστιανός εἶναι τολμηρός ἄνθρωπος, πού διαπνέεται ἀπό γενναιότητα καί ἀνδρεῖο φρόνημα.

Ποιό ὅμως τό πεδίο στό ὁποῖο ἐκφράζεται ἡ τόλμη αὐτή; Πῶς φανερώνεται συγκεκριμένα;
1. Καταρχάς στό ἴδιο τό γεγονός τῆς πίστεως. Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στό σημεῖο τῆς ῾γεύσεως᾽ τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα του, θά χρειαστεῖ κι ὁ ἴδιος ν᾽ ἀνταποκριθεῖ στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει. Διότι στή χριστιανική πίστη προηγεῖται τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, πού καλεῖ τόν ἄνθρωπο πρός τόν ᾽Ι. Χριστό κι ἀκολουθεῖ ἡ ἀποδοχή Του. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44). Ἡ ἀποδοχή τῆς κλήσεως αὐτῆς φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνα ῾πήδημα στό κενό᾽, ἀφοῦ, ὅπως παρατηρήσαμε καί παραπάνω, ὁ ἄνθρωπος δέν στηρίζεται στήν ἀσφάλεια τῶν αἰσθήσεών του, ἀλλά μόνο στήν κλήση τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό τολμηρό ῾πήδημα᾽ ὅμως εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο πού τό κάνει καί ἡ μεγαλύτερη ἔκπληξη: πέφτει στή θέρμη τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι ἡ τόλμη τῆς πίστεως φέρνει καί τή μεγαλύτερη δυνατή ἀσφάλεια πού ὑπάρχει στόν κόσμο: τήν ἀσφάλεια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. ῾Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;᾽ (Ρωμ. 8, 31).

2. ῎Επειτα ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται στή βίωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας δηλαδή πρός αὔξηση τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί τήν ἀπόκτηση περισσοτέρου ἁγίου Πνεύματος. Καί τοῦτο γιατί στήν πορεία του αὐτή ἐναντιώνονται σ᾽ αὐτόν τά πάθη του, οἱ πονηρές πνευματικές δυνάμεις, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου. ῾Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα᾽, μαρτυρεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, ῾ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις᾽ (᾽Εφεσ. 6, 12). ῎Ετσι χωρίς τόλμη δέν μπορεῖ νά διεξαχθεῖ αὐτός ὁ πνευματικός ἀγώνας, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν ἀντίσταση ἀπό τόν πιστό τῶν ἐπιθέσεων τοῦ διαβόλου καί στό ἄνοιγμα τῆς ὑπάρξεώς του στόν Θεό. Στόν ἀγώνα βεβαίως αὐτό συμμετέχει καί ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ὁ ἀγαθός κόσμος τῶν ἀγγέλων. Διότι μόνος του ὁ Χριστιανός δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία του. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽ (᾽Ιωάν. 15,5). Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως κι ἡ δική του συμμετοχή. Μάλιστα μᾶς ἀναφέρουν οἱ πνευματικοί μας Πατέρες ὅτι ὅταν ὁ διάβολος δεῖ τήν ψυχή νά πολεμᾶ ἐναντίον του μέ τόλμη, ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτήν, ἐνῶ ὅταν τήν δεῖ νά δειλιάζει, ἤδη ὁ δρόμος γιά τήν ἅλωσή της εἶναι ἀνοικτός. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ πατέρα τοῦ μοναχισμοῦ ἁγίου ᾽Αντωνίου, ὅπως μᾶς τά παραθέτει ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος στή βιογραφία του: ῾῎Αν παραμένει γιά πολύ ἡ ψυχή στό φόβο, τότε εἶναι παρόντες ἐκεῖ οἱ ἐχθροί. Διότι οἱ δαίμονες δέν βγάζουν ἀπό τούς ἀνθρώπους τό φόβο...Μᾶλλον, ὅταν δοῦν ἀνθρώπους πού φοβοῦνται, αὐξάνουν τίς φαντασίες, ὥστε νά τούς τρομοκρατοῦν περισσότερο. Καί μετά, ὅταν πιά τούς κατακτήσουν, παίζουν μαζί τους λέγοντας: - Γονατίστε τώρα νά μᾶς προσκυνήσετε... ῎Ας μήν ἀπατώμαστε (λοιπόν) μέ τόν τρόπο αὐτό οὔτε νά φαινώμαστε δειλοί... ᾽Απεναντίας νά νιώθουμε θαρραλέοι καί πάντοτε χαρούμενοι, σάν νά ἔχουμε σωθεῖ. Νά σκεφτώμαστε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας᾽.

3. ᾽Επίσης ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται ἀκόμη καί στίς ἴδιες τίς πτώσεις του. Ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται στό δρόμο τῆς πνευματικῆς του προκοπῆς, εἶναι πολύ πιθανό ὅτι θά ἔχει καί στιγμές ἀδυναμίας καί πτώσεως. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἅγιος στήν πίστη μας δέν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλ᾽ ὁ ἀγωνιστής καί μάλιστα στόν δρόμο τῆς μετάνοιας. Σ᾽ αὐτές τίς στιγμές λοιπόν ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά ξανασταθεῖ στά πόδια του καί νά μήν ἀπελπιστεῖ. Νά μπορεῖ νά στρέψει τό βλέμμα του στόν Οὐρανό, ἐπικαλούμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά μετάνοια. Σάν τόν νεαρό μοναχό τοῦ Γεροντικοῦ, πού ἀπελπισμένος ἀπό κάποιες πτώσεις του ὁδηγήθηκε στό κελλί ἑνός μεγάλου καί διακριτικοῦ Γέροντα. Κι ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσε τήν πτώση στήν ἁμαρτία του, ἐκεῖνος μέ χαρακτηριστική ἁπλότητα τοῦ εἶπε νά σηκωθεῖ. – Μά ξανάπεσα, ψιθύρισε καί πάλι ὁ νεαρός μοναχός. – Καί πάλι νά σηκωθεῖς, τόν παρότρυνε ὁ Γέροντας. Κι αὐτό νά κάνεις, νά βάζεις δηλαδή πάντα ἀρχή μετανοίας, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς σου. Μόνον νά εὔχεσαι ὁ θάνατος νά σέ εὕρει στή μετάνοια καί ὄχι στήν πτώση. ῞Ωστε τόλμη ἀπαιτεῖται καί στή μετάνοια, γιά νά μπορῶ νά ἐλπίζω στήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς πτώσεις καί ἁμαρτίες μου.

4. Μά τόλμη χρειάζεται τέλος καί γιά τήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία μας ὡς Χριστιανῶν. Εἰδικά στήν ἐποχή μας πού τό κακό ἔχει ἀποθρασυνθεῖ καί παρουσιάζεται ὡς τό φυσιολογικό καί τό κανονικό, ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά εἶναι κανείς συνεπής χριστιανός καί νά δίνει μαρτυρία τῆς πίστεώς του αὐτῆς. Κι ἡ μαρτυρία αὐτή εἶναι καί λόγων, μά κυρίως πρέπει νά εἶναι ζωῆς. Εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε οἱ Χριστιανοί ὅτι ἡ χλιαρότητα στήν πίστη εἶναι ἡ χειρότερη κατάσταση καί γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται γύρω μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι εἶναι προτιμότερο νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος στρατευμένος ἄθεος παρά ἀδιάφορος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα στόν πρῶτο νά μεταστραφεῖ ἀπό ὅ,τι στόν δεύτερο. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ψυχρός ἤ θερμός᾽, μᾶς λέει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη. ῾᾽Αλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι χλιαρός, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (3, 15-16).
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) ῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Πρ. ᾽Απ. 6, 3) π. Γεώργιος Δορμπαράκης


῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Πρ. ᾽Απ. 6, 3)

α. Μία θεωρούμενη παράδοξη ἀπάντηση, ἰδίως γιά τά σημερινά δεδομένα, εἶναι ἡ ἀπάντηση τῶν ἀποστόλων μπροστά στό κοινωνικό πρόβλημα πού παρουσιάστηκε στήν πρώτη κοινότητα τῶν ῾Ιεροσολύμων: μπροστά στόν γογγυσμό τῶν ἑλληνοφώνων πιστῶν κατά τῶν ἑβραιοφώνων ὅτι παραθεωροῦνταν στήν διανομή τῶν τροφίμων οἱ ἑλληνόφωνες χῆρες, οἱ ἀπόστολοι ἀρνοῦνται νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τό πρόβλημα. ῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Δέν εἶναι σωστό ἐμεῖς νά ἀφήσουμε τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ἀσχολούμαστε μέ διανομές τροφίμων). Παραπέμπουν γιά τήν λύση του στόν ἴδιο τόν λαό, λέγοντας νά ἐκλέξει ὁ λαός αὐτός ἄνδρες μέ Πνεῦμα Θεοῦ καί σοφία, ὥστε αὐτοί νά ἀναλάβουν τήν συγκεκριμένη διακονία τῆς διανομῆς. Καί πράγματι, ὁ λαός συμφωνώντας μέ τήν πρόταση ἐκλέγει ἑπτά ἄνδρες, τούς ἑπτά διακόνους τῆς πρώτης ᾽Εκκλησίας μέ πρῶτον τόν ἅγιο Στέφανο, τούς ὁποίους χειροτονοῦν οἱ ἀπόστολοι γιά τόν σκοπό αὐτόν. Τό πρόβλημα ἐπιλύεται καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ συνεχίζει νά διαδίδεται, μέ ἀποτέλεσμα τήν διαρκή αὔξηση τῶν πιστῶν τῆς ᾽Εκκλησίας.

β. 1. ῾Η φαινομενική ἄρνηση τῶν ἀποστόλων νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τήν προκειμένη ἐνώπιόν τους ἀδικία στήν διανομή τῶν τροφίμων δέν εἶναι στήν οὐσία ἄρνηση. Οἱ ἀπόστολοι μόλις μαθαίνουν γιά τό πρόβλημα πού εἶχε παρουσιαστεῖ, ἀμέσως ἀνταποκρίνονται: κινητοποιοῦνται γιά νά δώσουν λύση. Διότι αὐτοί εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας: οἱ ποιμένες πού κατεστάθησαν ἀπό τόν Κύριο γιά νά ὁδηγοῦν τό ποίμνιο ῾εἰς νομάς σωτηρίους᾽, συνεπῶς κάθε τι πού ἀπασχολεῖ τό ποίμνιο ἔχει ἀντίκτυπο σέ ἐκείνους. Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά μή θεωροῦν τό πρόβλημα δικό τους, ὅταν οἱ ἴδιοι κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου κήρυσσαν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κατεξοχήν μάλιστα οἱ πιστοί, εἴμαστε μεταξύ μας ἕνα καί ὁ καθένας ἑπομένως (πρέπει νά) βλέπει τόν ἄλλον ὡς τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό; ῾Ο Κύριος ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶχε πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος παραμένει μέσα στά πλαίσια τῆς δημιουργίας του ὅταν ἔχει ὡς προσανατολισμό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο ὡς τόν ἑαυτό του; Τό ῾ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽ ἦταν ἡ κανονιστική ἀρχή ζωῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς ἦταν αὐτονόητο γι᾽ αὐτούς, θέμα πράγματι ζωῆς καί θανάτου, ἡ ἄμεση ἀνταπόκρισή τους στόν γογγυσμό κάποιων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν.

2. Γι᾽ αὐτό καί ἡ λύση πού προτείνουν ἔχει ἀπολύτως ἐκκλησιαστικά κριτήρια. ῎Ισως ὁρισμένοι σημερινοί χριστιανοί νά σπεύδουν νά τούς κρίνουν ἀρνητικά, ὅτι τάχα δηλαδή δέν ἀσχολήθηκαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά ἡ κρίση τους αὐτή ὀφείλεται στά ἐλαττωματικά τους πνευματικά αἰσθητήρια. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι στήν ἐποχή μας, καί μάλιστα σήμερα μέ τήν οἰκονομική κρίση πού ἔχει παρουσιαστεῖ, πολλοί θεωροῦν ὅτι ἡ διακονία τῶν τραπεζῶν, ἡ κοινωνική προσφορά δηλαδή,  εἶναι αὐτή πού ἔχει τήν προτεραιότητα. Προφανῶς κατ᾽ αὐτούς ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται κυρίως ὡς ὑλική ὑπόσταση. Καί σ᾽ αὐτήν τήν παγίδα ἔχουν πέσει ἀρκετοί, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικοί παράγοντες. ᾽Αλλά τοῦτο εἶναι λανθασμένο. Οἱ ἀπόστολοι μᾶς καθοδηγοῦν. Κινοῦνται εἴπαμε μέ ἐκκλησιαστικά κριτήρια, κατά τά ὁποῖα ἀφενός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν μέ αἰώνια προοπτική, ῾δι᾽ ὅν Χριστός ἀπέθανε᾽, ἀφετέρου ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ καθένας δέ εἶναι ἀλλήλων μέλος. Συνεπῶς ἡ λύση πού δίνουν στό πρόβλημα φανερώνει τήν ἱεράρχηση πού πρέπει νά γίνεται πάντοτε: βεβαίως μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ συνάνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ καί κρυμμένη παρουσία Χριστοῦ καί δική μας, ὁ συνάνθρωπος ὅμως αὐτός δέν ἔχει μόνο ὑλικές ἀνάγκες, ἀλλά πρωτίστως πνευματικές. ῾Οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλά ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ᾽. Καί ὁ καθένας ἀπό τήν ἄλλη πρέπει νά λειτουργεῖ μέ βάση τήν διακονία πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ καθόρισε χάριν αὐτοῦ τοῦ συνανθρώπου.
Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν κλήθηκαν ἀπό τόν Κύριο νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ζωῆς καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του, συνεπῶς ἱεραρχώντας τά πράγματα οἱ ἴδιοι δίνονται στό ἔργο αὐτό: ῾ἡμεῖς δέ τῇ προσευχῇ καί τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν᾽,  ἐνῶ ἀναθέτουν σέ ἄλλα μέλη τήν διακονία τῶν τραπεζῶν. Δέν εἶναι ὅλοι γιά ὅλα, ἀλλά ῾ἕκαστος ἐφ᾽ ᾧ ἐτάχθη ἐκεῖ μενέτω᾽. Τυχόν ἐνασχόληση τῶν ἀποστόλων καί μέ τό κήρυγμα καί μέ τήν διακονία τῶν τραπεζῶν θά ἀπεκάλυπτε ἕναν μεγάλο ἐγωϊσμό αὐτῶν καί μία ἀλαζονική στάση τους, ἀφοῦ θά ἔδειχνε ὅτι μόνον αὐτοί εἶναι ἱκανοί γιά ὅλα. ῾Η ταπείνωσή τους λοιπόν εἶναι προφανής: ἐμπιστεύονται σέ ἄλλους τό σπουδαῖο καί ἀναγκαῖο ἔργο τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς, γιά νά μείνουν οἱ ἴδιοι σταθεροί στήν κλήση τους ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἱεράρχηση τῶν πραγμάτων εἴπαμε καί παραπάνω συνιστᾶ αὐτό πού σφραγίζει τό ἔργο τῆς ᾽Εκκλησίας. ῞Ο,τι ὁ Κύριος πρότεινε: ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (ὅλα τά ἀνθρώπινα δηλαδή) προστεθήσεται ὑμῖν᾽, αὐτό συνεχίζει ἀδιάκοπα νά κάνει καί ἡ ᾽Εκκλησία Του ὡς συνέχεια Αὐτοῦ.

3. ῾Η προτεραιότητα τῶν ἀποστόλων γιά τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἐξηγηθεῖ περισσότερο. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ εἴτε ὡς προσφορά τῆς Θείας Κοινωνίας (προσευχή) εἴτε ὡς ἐξαγγελία στόν λαό τοῦ Θεοῦ (κήρυγμα) συνιστᾶ προσφορά τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό ἔλλειμμα στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός, ὅπου μαρτυρεῖται καί γίνεται ἀποδεκτός, δίνει τήν ἀληθινή ζωή πού τρέφει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Χωρίς Χριστό ἡ ματαιότητα ἀποτελεῖ τό γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων, εἴτε αὐτοί ἀποτελοῦν τούς ῾κερδισμένους᾽ τῆς ζωῆς μέ τήν δόξα τους καί τά χρήματά τους καί τίς ἀπολαύσεις τους, εἴτε τούς ῾χαμένους᾽ μέ τήν καταφρόνια τους, τήν φτώχεια τους, τίς στερήσεις τους. ᾽Αποδοχή λοιπόν τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ σημαίνει ἀποδοχή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος καθοδηγεῖ ἔτσι τά βήματα τῶν ἀνθρώπων μέσα στό μυστικό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιά νά ὑπάρξει ἡ πλήρης συσσωμάτωσή τους μέ Αὐτόν καί ἡ δυνατότητα συνεπῶς ὑπέρβασης τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν διακονοῦσαν αὐτό τό ἔργο τῆς ἑνώσεως μέ τόν Σωτήρα Χριστό καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔκαναν ὅ,τι πιό σημαντικό ὑπῆρχε ἐπί γῆς. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λίγο ἀργότερα θά φτάσει σέ παρόμοιο προβληματισμό νά πεῖ ὅτι τό νά βαπτίζει τούς ἀνθρώπους, πλήν ἐλαχίστων, δέν εἶναι τό ἔργο γιά τό ὁποῖο κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο. Τό κήρυγμα τοῦ ἐσταυρωμένου καί ἀναστημένου Χριστοῦ εἶναι ἡ διακονία του καί αὐτό συνιστᾶ τήν ὀφειλή του στά ἔθνη.
Τό κήρυγμα λοιπόν τῶν ἀποστόλων ὡς μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ εἶχε τήν προτεραιότητα γι᾽ αὐτούς ἀκόμη καί ἔναντι τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, γιατί χωρίς νά ὑποβαθμίζονται αὐτά ὀξύτερα ἦταν (καί εἶναι) τά πνευματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου – σέ ὅ,τι κυρίως ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν λόγο αὐτόν τῶν ἀποστόλων ὁ ἄνθρωπος καλεῖτο σέ μετάνοια, συνεπῶς σέ εὕρεση τοῦ Θεοῦ, δι᾽ Αὐτοῦ δέ σέ εὕρεση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ γύρω του φυσικοῦ περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια φωτιζόταν αὐτός καί ἀπεγκλωβίζετο ἀπό τήν ἀνισορροπία τῆς ζωῆς του, ἀπό ὅ,τι δηλαδή τόν εἶχε ρίξει ὁ πονηρός καί ὁ πεσμένος στήν ἁμαρτία κόσμος μέ τήν γοητεία πού ἀσκεῖ πάντοτε μέσω τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Μέ ῾λυμένο᾽ ἔτσι τό βασικό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό  του, δέν δημιουργοῦνται συνθῆκες ὑπέρβασης καί τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων του; ῎Ανθρωπος πού τά ἔχει βρεῖ μέ τόν ἑαυτό του, καθώς λέμε, ὅπου καί ὅπως κι ἄν ζεῖ, δέν θά ἐπιβιώσει καί δέν θά ἀντέξει; ῾Η ἐμπειρία αὐτό δέν μᾶς διδάσκει; Διότι βλέπουμε συχνά ἀνθρώπους πού λόγω τῆς πνευματικῆς τους σύγχυσης μπορεῖ νά τά ἔχουν κοσμικά καί ἀνθρωπίνως ὅλα, ζοῦν ὅμως μέσα σέ μία κόλαση. Καί ἀπό τήν ἄλλη ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν τίποτε, ἐπειδή ὅμως ἔχουν βρεῖ τόν Θεό καί ἔχουν εἰρηνεύσει μέ τόν ἑαυτό τους, χαίρονται καί εἶναι μακάριοι ἀκόμη καί μέσα στήν ἀπόλυτη ἔνδειά τους.

γ. ῎Αν οἱ ἀπόστολοι ἱεράρχησαν σωστά τά πράγματα καί μᾶς δίδαξαν παρομοίως νά κινούμαστε κι ἐμεῖς, ἦταν γιατί ἦσαν ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό. ῾Η διάκριση πού εἶχαν ἦταν καρπός τῆς φωτισμένης ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καρδιᾶς τους. Κι ἔτσι γίνονται οἱ καθοδηγητές μας. Σέ κάθε πρόβλημα πού ἀναφύεται στήν ζωή μας δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τό πρώτιστο: τήν σχέση μας μέ τόν Χριστό καί τήν προσπάθειά μας νά βρισκόμαστε πάνω στόν λόγο Του. Ἡ προτεραιότητα αὐτή θά βλέπουμε ἄμεσα ὅτι θά μᾶς φωτίζει καί γιά τήν λύση τοῦ ὅποιου προβλήματος. ῎Ισως τελικά νά μήν ὑπάρχουν ἄλλα οὐσιαστικά προβλήματα πέρα ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας καί τήν ζωντανή ἤ μή πίστη μας.
 Κυριακή των Μυροφόρων Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΜΕΤΕΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΣΕ «ΜΥΡΟΦΟΡΟΝ» Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος

(Μαρκ. ΙΕ' 43-ΙΣΤ' 8)

Μοναδική θέση στην Εκκλησία μας και στις καρδιές των πιστών, κατέχουν τα πρόσωπα των Μυροφόρων. Των υπάρξεων εκείνων που αγάπησαν τον Κύριο Ιησού με όλο τους το είναι και έφθασαν να ξεπεράσουν στην τόλμη και αυτούς ακόμα τους μαθητές.

Ακριβώς δε για την σφοδρή τους αγάπη και την αποφασιστική τους τόλμη, η Αγία μας Εκκλησίας τις τιμά και τις προβάλλει ως παράδειγμα προς μίμησιν, μαζί με τον Ιωσήφ και το Νικόδημο, αμέσως μετά την Κυριακή του Θωμά.

Και όπως βλέπουμε, αυτή την τόλμη που ανθίζει στο έδαφος της αγάπης του Χριστού, καταγράφει τόσο παραστατικά ο Ευαγγελιστής Μάρκος στο Ανάγνωσμα της Κυριακής.

Όλο το ιερό κείμενο είναι διαποτισμένο με τα ιερά αυτά συναισθήματα.

Τόσο ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ο ευσχήμων βουλευτής, «τολμήσας εισήλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού», όσο και ο όμιλος των αγίων εκείνων γυναικών, κατανικούν τον ορθολογισμό που υψώνεται ως κάστρο, προβάλλοντας την σωματική αδυναμία.

Τον «ορθολογισμό» που μαζί με την ολιγοπιστία, κάμποσες φορές, αναπτύσσουν την δική τους διαλεκτική, και που αλλοίμονο εάν η ψυχή σταθεί να ακούσει τα «ορθολογικά παράλογα» και στη συνέχεια να καλλιεργήσει τις ρίζες της ολιγοπιστίας.

Σε λίγο θα έχει φυτρώσει το σκληρό και δηλητηριώδες αγκάθι της απιστίας. Δεν θα υπάρχει, παρά η φύτρα που προορίζεται για το “πυρ το εξώτερον”.

Πόσες, αλήθεια, ψυχές δεν έχασαν την ευλογία της ζωντανής πίστεως, διότι έδωσαν σημασία στις απλές ανθρώπινες αδυναμίες και πόσες υπάρξεις δέχθηκαν στην καρδιά τους την απαίσια ολιγοπιστία! Πόσοι θα μπορούσαν να είναι αετοί του πνεύματος και με την ίδια τους τη θέληση καταντούν εγκλωβισμένοι μέσα στον κλωβόν του φόβου και της πνευματικής δειλίας!

Όμως η θερμή αγάπη που έτρεφαν μέσα στην ύπαρξή τους, οι Μυροφόρες, υπερπηδά τα οδοφράγματα και τις κατευθύνει. «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;». Αλλά για ποιον λίθο μπορεί να γίνεται λόγος, όταν αυτός ο ίδιος ο Κύριος έχει βεβαιώσει: «Εάν έχητε πίστιν... καν τω όρει τούτω είπητε, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, γεννήσετε» (Ματθ. ΚΑ´ 21). Ναι, η πίστη προπορεύεται και η αγάπη του Ιησού μετακινεί τα όρη της αμφιβολίας. Και ενώ το σκοτάδι της νύχτας δυσκολεύει την όραση των οφθαλμών, το φως της χάριτος που καταυγάζει την πνευματική καρδία, ξεδιαλύνει και το πλέον αδιαπέραστο σκοτεινό σημείο που τοποθετεί ο ίδιος ο άνθρωπος και ο μακράν του Θεού κόσμος. Όσο για τα εμπόδια που προβάλλει ο πειρασμός και τα προσκόμματα που τοποθετεί στον δρόμο μας; Αυτά μεταβάλλονται σε αγωνίσματα, που εξυψώνουν ολοένα και περισσότερο την ψυχή, η οποία γεμίζει με το μύρον της Αναστάσεως.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν οι μοναδικές εκείνες υπάρξεις που προσωποποιούσαν την άδολη αγάπη και την αγνή συμπεριφορά «λίαν πρωί της μιας σαββάτων», φέροντας με συγκίνηση «α ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν Αυτόν»!

Οι Μυροφόρες έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν να κάνουν. Ξεπέρασαν τον εαυτόν τους και αυτούς τους μαθητές που έμεναν κλεισμένοι «διά τον φόβον των Ιουδαίων».

Τώρα τον λόγο τον έχει ο ίδιος ο Θεός. Αλλά για να αναλάβει ο Θεός μία υπόθεση, χρειάζεται πρώτα να έχει κάνει ο ίδιος ο άνθρωπος αυτό που μπορεί να ενεργήσει, πράγμα που έγινε με τις «αδύναμες – ανδρείες» γυναίκες.

Όμως, τι είναι αυτό που βλέπουν μπροστά τους; Τι έκπληξη αναπάντεχη είναι αυτή»; «Θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος – ην γαρ μέγας σφόδρα»!

Ας σταματήσουμε για λίγο κι εμείς με άκρα σιωπή μαζί με τις Μυροφόρες, μπροστά σε αυτό το ξένο και παράδοξο θέαμα, και ας αφουγκραστούμε τους χτύπους της καρδιάς μας που μετά τον φόβο και την έκπληξη, μεταβάλλονται σε ρυθμούς πίστεως και δοξολογίας.

Οι ορθρινές δροσοσταλίδες επάνω στα ανοιξιάτικα άνθη και στα αγριολούλουδα, σε συνδυασμό με την αγγελοφάνεια, μεταφέρει τον νου σε παραδείσιες καταστάσεις και το άρωμα των πολύτιμων μύρων αναμεμειγμένο με την ευωδία της αναστάσεως, σκορπίζουν μέσα στο λειτουργικό μας Σώμα τις ριπές της χάριτος και το προμήνυμα της απαστράπτουσας παρουσίας του Αναστάντος. Της παρουσίας του ίδιου του Κυρίου στο μεγάλο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, και στην προσευχή, ιδίως σ' αυτή την νοερά-καρδιακή που ως πολύτιμο θησαυρό κατέχει και διδάσκει δια των Αγίων η Εκκλησία μας. Στην παρουσία Αυτού του Αναστάντος Ιησού Χριστού στον αγώνα της καθημερινής μας ζωής, όταν τον προσκαλούμε δια μέσω της ζωντανής πίστεως. Και τούτο διότι η πίστη με την ελπίδα και την αγάπη ενώνει τη ζωή μας μαζί Του και όπως έλεγε ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο μεγάλος αυτός Στάρετς, έμπλεος ιερού ενθουσιασμού: «αυτή η πίστη στην Ανάσταση κατεβάζει τον Ουρανό στη γη»!

Αλλ' ας επιστρέψουμε και πάλι μαζί με τις Μυροφόρες, μπροστά στον ορθάνοιχτο τάφο που διακηρύσσει ότι ο Ιησούς είναι ο ενανθρωπήσας Θεός και ο Νικητής των δύο φοβερών εχθρών του Αδαμιαίου γένους, του θανάτου δηλ. και του διαβόλου.

Μετά την πρώτη έκπληξη και μπροστά στην απορία του νου και της καρδιάς, τον λόγο λαμβάνουν τώρα, για να λυθεί το μυστήριο, οι φωτεινές προσωπικότητες. Τα λειτουργικά αυτά πνεύματα τα «εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. Α' 14).

«Και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν και εξεθαμβήθησαν. Ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμβείσθε· Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον· ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε....».

Αυτό είναι! Τα πάντα στην δοξολογία του Αναστάντος και στην διακονία των πιστών. Μετά απ' αυτά ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζητά τίποτε περισσότερο, διότι εάν επιμένει στις αμφιβολίες του, προσβάλλει τον ίδιο τον Θεό.

Τώρα πλέον κανένας ογκόλιθος δεν θα μπορέσει να σταθεί εμπόδιο στην επικοινωνία την προσωπική με τον Κύριο.

Ούτε εξωτερική δυσκολία, ούτε εσωτερική διακύμανση είναι δυνατόν να κρατήσει τον Ιησού νεκρό και κλεισμένο μέσα στον τάφο. Αλλά και νεκρός ακόμα, είναι ενωμένος με την Θεότητα. Μα και εμπόδια να έρθουν που μας φράζουν αυτή την θέα του Προσώπου Του, ας μην τα χάνουμε. Και δεν πρέπει να τα χάνουμε διότι γνωρίζουμε ότι ο φύλακας Άγγελος μας, θα σπεύσει να σηκώσει το οποιοδήποτε προσωρινό εμπόδιο.

«Άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ' ουρανού, προσελθών απεκύλισε τον λίθον...»

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Το θέμα όμως βρίσκεται στα δικά μας τα χέρια, μάλλον στη δική μας την καρδιά. Τούτο δε σημαίνει: έχουμε την πίστη, την τόλμη και ιδίως την αγάπη των Μυροφόρων; Κοχλάζει μέσα στην όλη μας ύπαρξή η αγάπη του Ιησού; ή μετά από τόσους αιώνες, αυθεντικής και ζωντανής Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας, εμείς παραμένουμε κλειδαμπαρωμένοι στο καβούκι της τρεμάμενης καρδιάς μας, «δια τον φόβον των κακούργων Ιουδαίων»;

Αυτό είναι που θα πρέπει να μας απασχολεί και να μη μας αφήνει να δίνουμε «ύπνον τοις οφθαλμοίς μας ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις ημών».

Και ουσιαστικά αυτό είναι και το μήνυμα που πάντοτε, κυρίως όμως την περίοδο της Αναστάσεως, μάς προσφέρουν με αγάπη αδελφική οι Μυροφόρες. Όμως, ας κλείσουμε μνημονεύοντας τα ονόματα αυτών των υπάρξεων, που αποτελούν τους επικεφαλής της Ιεράς φάλαγγας των Μυροφόρων κάθε εποχής. Αυτές δηλ. τις ψυχές που για την αγάπη και την δόξα του Χριστού άφησαν τα πάντα και με τη ζωή τους σκορπίζουν στο περιβάλλον τους το μύρο της πίστεως, της αγιότητος και της αγάπης.

Η πρώτη μυροφόρα είναι η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή. Δεύτερη ήταν η Σαλώμη. Τρίτη η Ιωάννα, η οποία ήταν σύζυγος του Χουζά, του επιτρόπου και οικονόμου στο σπίτι του Βασιλιά Ηρώδη. Κατόπιν έχουμε την Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, η οποία προηγουμένως είχε αλείψει τον Κύριο με το μύρο και μαζί με αυτή η αδελφή της Μάρθα, η οποία διακονούσε τον Χριστό εξ' αρχής με πολύ προθυμία. Επίσης, μυροφόρος είναι και η Μαρία η του Κλωπά και τέλος έχουμε την Σωσάννα. Αυτές είναι οι γνωστές Μυροφόρες, αυτές δηλ. που γνωρίζουμε τα ονόματά τους, διότι υπήρχαν και άλλες που βοηθούσαν τις παραπάνω, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά τα ονόματά τους, άγνωστα σ΄ εμάς, γραμμένα όμως «εν Βίβλω ζωής», απολαμβάνουν «συν πάσι τοις αγίοις» διηνεκώς την δόξα του Λατρευτού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Θα συμφωνήσετε φίλοι μου, πως δεν υπάρχει καλύτερος επίλογος στην αναφορά μας αυτή, η οποία έγινε μέσω της Ευαγγελικής Περικοπής, από το να αναμέλψουμε το γνωστό σε όλους μας Απολυτίκιον του Β' ήχου και που «εν βραχί ρήματι» αποδίδει την πραγματικότητα που «εθεασάμεθα» και μελετήσαμε: «Ταις μυροφόροις Γυναιξί, παρά το μνήμα επιστάς, ο Άγγελος εβόα. Τα μύρα τοις θνητοίς υπάρχει αρμόδια, Χριστός δε δια φθοράς εδείχθη αλλότριος, αλλά κραυγάσατε, Ανέστη ο Κύριος, παρέχων τω κόσμω το μέγα έλεος».

Αμήν

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

 Κυριακή των Μυροφόρων Η απαρχή του καινούργιου κόσμου του Ιωάννη Καραβιδόπουλου

«Κατά το δειλινό, ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του συνεδρίου, που καταγόταν από την Αριμαθαία, και περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε να πάει στον Πιλάτο και να του ζητήσει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε που ο Ιησούς είχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πεθάνει από ώρα. 'Οταν πήρε την απάντηση από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε μ' αυτό και τον τοποθέτησε σ' ένα μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο· μετά κύλησε ένα λιθάρι κι έκλεισε την είσοδο του μνήματος. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν πού τον έβαλαν.

'Οταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για να πάνε ν' αλείψουν το σώμα του Ιησού. 'Ηρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου, μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;» Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν προς τα 'κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της.

Μόλις μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν. Αυτός όμως τους είπε: «Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να και το μέρος όπου τον είχαν βάλει.Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: “πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει· εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε”». Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος· δεν είπαν όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες» (Μάρκ. 15, 43-16,8).

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυρο­φόρων από το τέλος του ευαγγελίου του Μάρκου αφηγείται δύο γεγονότα μεγάλης σημασίας, τον ενταφιασμό του σώματος του Ιησού από τον Ιωσήφ (15, 43-47) και την επίσκεψη των μυροφόρων γυναικών στον άδειο τάφο (16, 1-8). Ό ενταφιασμός είναι η τελευταία πράξη του δράμα­τος του σταυρού, με την οποία κλείνει ο κύκλος της επί­γειας δράσεως του Ίησού· η ανάστασή είναι η απαρχή ενός καινούργιου κόσμου που προσφέρεται στους ανθρώ­πους.

Πριν ασχοληθούμε με τη δεύτερη διήγηση, ας στρέ­ψουμε για λίγο την προσοχή μας στο πρόσωπο του Ιω­σήφ, ο οποίος κατείχε υψηλή κοινωνική θέση («αξιοσέβαστο μέλος του συνεδρίου») και ανήκε σ’ αυτούς που περίμεναν με κρυφή ελπίδα τη Βασιλεία του Θεού. Στην παράλληλη διήγησή του ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει περί του Ιωσήφ ότι ήταν «μαθητής του Ιησού, κρυφός όμως, γιατί φοβόταν τους Ιουδαίους» (19, 38), προσθέτει δε ότι μαζί με τον Ιωσήφ συνήργησε και ο Νικόδημος, ένας άλλος αφανής μαθητής. Τη στιγμή που οι γνωστοί μαθητές, τρομοκρατη­μένοι και απογοητευμένοι από τη σταύρωση του διδασκά­λου τους, είναι κλεισμένοι σ’ ένα σπίτι, ο Ιωσήφ «τ ό λ μ η σ ε να πάει στον Πιλάτο και να του ζητήσει το σώμα του Ιησού». Ξύπνησε μέσα του η επιθυμία να αποδώσει την ύστατη τιμή στο νεκρό διδάσκαλο, τον οποίο δεν είχε το θάρρος να υπηρετήσει ζωντανό. Ό σταυρός, αντί να τον φοβίσει, τον όπλισε με τόλμη, τον έκανε να αφυπνιστεί και να λάβει θέση έναντι του Εσταυρωμένου. Υπάρχουν συνταρακτικές στιγμές που φέρουν τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον εαυτό του, τον συγκλονίζουν και τον οδηγούν στις μεγάλες αποφάσεις. Είναι οι στιγμές που νιώθει κα­νείς να τον εγγίζει κατάβαθα το χέρι του Θεού σαν παρου­σία αγάπης. Ό Ιωσήφ συγκλονισμένος από το σταυρό του Χριστού, ξεπέρασε τους υποσυνείδητους φόβους του, συνειδητοποίησε το χρέος του και ζήτησε από τον Ρωμαίο διοικητή να του επιτρέψει να προσφέρει τις τελευταίες φροντίδες στο σώμα του Εσταυρωμένου, τοποθετώντας το στον τάφο με όλη τη σχετική διαδικασία.

Ό τάφος όμως, «που ήταν λαξεμένος σε βράχο» και κλεισμένος με λίθο στην είσοδό του, δεν ήταν ποτέ δυνα­τό να κρατήσει μέσα του τον Αρχηγό της ζωής· «ου γάρ καθέξει τύμβος αυτοζωΐαν», ψάλλει η Εκκλησία μας το εσπέρας της Μ. Παρασκευής. Στη συνέχεια του αναγνώσματος, στη δεύτερη διήγηση, αναζητούν οι μυροφόρες γυναίκες το νεκρό Ιησού στον τάφο για να τον αλείψουν με άρώματα, κατά τα ήθη της εποχής. Ενώ πηγαίνουν για να αποδώσουν μια τελευταία τιμή, βρίσκονται έκθαμ­βες μπροστά στην αρχή μιας νέας δωρεάς που ακόμα δεν συνέλαβαν το νόημα και την έκτασή της. Με πολλή λιτό­τητα ο ευαγγελιστής περιγράφει την ψυχική κατάσταση των γυναικών: « Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος· δεν είπαν όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες». Η φράση του αγγέλου «Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να και το μέρος όπου τον είχαν βάλει » δημιουργεί δέος και έκ­σταση, και αφαιρεί τη λαλιά τους.

Αυτές οι γυναίκες είναι οι πρώτοι μάρτυρες της Ανα­στάσεως. Όσο κι αν ήχοϋν τα λόγια τους «σαν φλυαρία» στους μαθητές στους οποίους διηγούνται το γεγονός του κενοΰ τάφου, αποτελούν μια πραγματικότητα την οποία ζουν εν συνεχεία και οι ίδιοι οι μαθητές. Σ’ αυτούς εμφανίζεται υστέρα ο Αναστημένος Χριστός για να κραταιώ­σει την πίστη τους και να τους στείλει μάρτυρες της Αναστάσεώς του «ως τα πέρατα της γης» (Πράξ. 1, 8)· σ’ αυτούς και όχι στον Ιωσήφ που ο σταυρός τον έκανε να λάβει φανερή θέση έναντι του Ιησού, του οποίου ασφα­λώς εν συνεχεία θα επίστευσε την ανάσταση, αν και δεν έχουμε σχετική πληροφορία των ευαγγελίων περί αυτού.

Το α' μέρος του αναγνώσματος δείχνει - εκτός των όσων είπαμε για το πρόσωπο του Ιωσήφ - και την ιστορική πραγματικότητα του θανάτου του Ιησού, για την οποία δεν μπορεί κανείς να αμφιβάλει. Το β' μέρος μάς παριστά την ανάστασή σαν πραγματικότητα που δεν εν­τάσσεται όμως στα εκτυλισσόμενα εντός της νομοτέλειας του παρόντος κόσμου γεγονότα, αλλά στηρίζεται στη βά­ση της πίστεως. Ένας άπιστος και κακόβουλος δεν θα μπορέσει ποτέ να πεισθεί λογικά για την ιστορικότητα της αναστάσεως και θα ομιλήσει είτε για κλοπή του σώ­ματος του  Ιησού από τους μαθητές όπως έκαναν οι Ιουδαίοι, είτε για φαντασιώσεις των εύπιστων μαθητών όπως έκαναν οι διάφοροι ανά τους αιώνες ορθολογιστές. Εκείνο όμως που πείθει είναι το βίωμα των μαθητών και η προσφορά της ζωής τους για την διακήρυξη της αυθεν­τικότητας του βιώματος αυτού. Η Ανάσταση του Χρι­στού δεν πείθει λογικά αλλά προκαλεί τον άνθρωπο κάθε εποχής και τον προσκαλεί να λάβει θέση απέναντί της. Η ουδετερότητα είναι αδιανόητη. Η αρνητική και εχθρική στάση απέναντί της σημαίνει την υποδούλωση του ανθρώπου στα στενά όρια μιας ενδοκοσμικής υπάρξεως στην οποία κυριαρχεί ο τρόμος του θανάτου και η αγωνία του μηδενός· ενώ από την άλλη μεριά η θετική τοποθέτηση, η εν πίστει αποδοχή της Αναστάσεως, ση­μαίνει το άνοιγμα του ανθρώπου σ’ ένα νέο κόσμο ελπί­δας, όπου το φράγμα του θανάτου διασπάται από την προσδοκία της αναστάσεως. Γιατί ο αναστάς εκ νεκρών Ίησούς Χριστός «έχει αναστηθεί, κάνοντας την αρχή για την ανάσταση όλων των νεκρών» (Α΄Κορ. 15,20).