ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, Κυ­ρι­α­κή τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Δ’ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου σή­με­ρα. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τούς Ἁγίους καί τά γεγονότα της γιά νά βάλει τή μνήμη τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Κι­νη­τή ἑ­ορ­τή ἡ σημερινή, πού τι­μᾶ τή μνή­μη τῶν 630 ἐ­πι­σκό­πων πού συμ­με­τεῖ­χαν. Ἑ­ορ­τά­ζε­ται τήν Κυ­ρι­α­κή πού συμ­πί­πτει με­τα­ξύ 13ης καί 19ης Ἰ­ου­λί­ου. Πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τό 451 στή Χαλ­κη­δό­να ἐ­πί αὐ­το­κρα­το­ρι­κοῦ ζεύ­γους Μαρ­κι­α­νοῦ καί Πουλ­χε­ρί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔχουν ἁγιοποιηθεῖ, καί συ­νε­κά­λε­σαν Σύ­νο­δο γι­ά νά κα­τα­δι­κά­σει τόν Μο­νο­φυ­σι­τι­σμό (κυ­ρί­ως τή δι­δα­σκα­λί­α τῶν Εὐ­τυ­χῆ καί Δι­ό­σκο­ρου) καί τίς αἱ­ρέ­σεις πού ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τή φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ Σύ­νο­δος δι­α­τύ­πω­σε τό δόγ­μα ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τέ­λει­ος Θε­ός καί τέ­λει­ος άν­θρω­πος, ἑ­νώ­νον­τας στό πρό­σω­πό Του δύ­ο φύ­σεις «ἀ­συγ­χύ­τως, ἀ­τρέ­πτως, ἀ­δι­αι­ρέ­τως, ἀ­χω­ρί­στως». Αὐ­τό προ­κύ­πτει ἀ­πό τά πρα­κτι­κά τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.

Στα πρα­κτι­κά δι­α­τυ­πώ­νον­ται τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «ἀ­λα­θή­τως» καί πῶς αὐ­τά θά γί­νουν τρόπος ζω­ῆς. Ἔ­χου­με, λοι­πόν, στίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους τούς Ὅ­ρους, πού εἶ­ναι τά δόγ­μα­τα, οἱ ἀ­λή­θει­ες, πού ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται ἀ­πό τόν Θε­ό γι­ά νά βι­ω­θοῦν, καί δέν ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται ἁ­πλῶς γι­ά νά γί­νουν μία γνω­σιολογική λειτουργία. Καί ἔ­χου­με καί τούς Κα­νό­νες, τό πῶς θά γι­α­τρεύ­σου­με αὐ­τό πού δέν πά­ει σω­στά.

Πα­ρά­δειγ­μα: μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὁ Θε­ός τήν ἀ­γά­πη Του μέ­σα ἀ­πό τό δόγ­μα τῆς ἁ­γί­ας Τρι­ά­δας. Τό ἀ­πο­κα­λύ­πτει γι­ά νά τό ζή­σου­με καί νά τό ἐφαρμόσουμε. Πῶς; Προ­σεγ­γί­ζον­τας τό μυ­στή­ρι­ο, ἕ­νας ὁ Θε­ός καί ταυ­τό­χρο­να εἶ­ναι τρεῖς, Πα­τήρ, Υἱ­ός καί Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα· ὑ­πάρ­χει ἑ­νό­τη­τα, ὑ­πάρ­χει ἀ­γά­πη καί ταυ­τό­χρο­να ὑ­πάρ­χει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α καί ἡ δι­ά­κρι­ση τῶν προ­σώ­πων. Νά, λοι­πόν, τί μα­θαί­νου­με ἀ­πό τό δόγ­μα: ἑ­νό­τη­τα καί ἀ­γά­πη, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να πρό­σω­πο. Αὐ­τό στή ζω­ή μας πῶς ἐ­φαρ­μό­ζε­ται; Ἔ­χου­με μι­ά οἰ­κο­γέ­νει­α, μία κοινότητα. Ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι νά λει­τουρ­γή­σουν ὡς κοι­νό­βι­ο, νά ὑ­πάρ­χει ἑ­νό­τη­τα καί ἀ­γά­πη, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να ὅ­λοι πού με­τέ­χουν σ᾽ αὐ­τό τό κοι­νό­βι­ο θά ἔ­χουν τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α καί τήν ἰδιοπροσωπεία τους. Ἄν­θρω­ποι χω­ρίς πρό­σω­πο δέν εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι. Ἔρ­χε­ται ὁ Κα­νό­νας, ὅ­ταν αὐ­τό δέν βι­ώ­νε­ται σω­στά, νά τό δι­ορ­θώ­σει μέ κά­ποι­α θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δο. Ὅ­που ὑ­πάρ­χει ἁ­μαρ­τί­α, μπο­ροῦ­με νά δώ­σου­με θε­ρα­πεί­α καί νά ἔρ­θει ἡ ἴ­α­ση.

Καί μά­λι­στα μέ­σα στό χῶ­ρο τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, τό­σο πο­λύ κα­τά­λα­βαν τό φάρ­μα­κο τῶν Κα­νό­νων τῶν Το­πι­κῶν καί τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων πού σπου­δαῖ­οι αὐ­το­κρά­το­ρες τούς ἔ­κα­ναν νό­μους. Βλέ­πει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­να φάρ­μα­κο καί λέ­ει τό κρά­τος, ὁ πο­λί­της αὐ­τό τό φάρ­μα­κο τό χρει­ά­ζε­ται, καί τό κά­νει νό­μο. Αὐ­τό ὅ­μως δέν ση­μαί­νει πώς πρέ­πει νά θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι οἱ Κα­νό­νες εἶ­ναι κρα­τι­κοί νό­μοι. Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός συγ­χω­ρεῖ τούς με­τα­νο­οῦν­τας ἀλ­λά ἡ θε­ρα­πευ­τι­κή ἀ­γω­γή, κα­τά τά μέ­τρα τῆς ἀρ­ρώ­στι­ας, θέ­λει κά­ποι­ο χρό­νο. Ἔτ­σι οἱ Κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­α­πι­στώ­νουν τί συμ­βαί­νει, τί ἀρ­ρώ­στι­α ὑ­πάρ­χει μέ­σα στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τά τά ἀν­θρώ­πι­να με­γέ­θη, πῶς θά θε­ρα­πευ­τεῖ τό ὄρ­γα­νο τό ὁ­ποῖ­ο βλά­πτε­ται. Εἶ­ναι ἄρ­ρω­στο τό κε­φά­λι, ἔ­χει μι­ά ἀρ­ρώ­στι­α, ἡ ἰ­α­τρι­κή τό θε­ρα­πεύ­ει πρῶ­τα, ἀλ­λά θε­ρα­πεύ­ει χω­ρι­στά καί τό κά­θε κύτ­τα­ρο. Ὅ­λο τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­κεῖ πού ἀρ­ρώ­στη­σε νά θε­ρα­πευ­τεῖ καί τό κά­θε κύτ­τα­ρο, πού εἴ­μα­στε ξεχωριστά ὁ καθένας, νά θε­ρα­πευ­τοῦ­με.

Αὐτή εἶναι ἡ πρώ­τη βα­σι­κή καί ἀ­φε­τη­ρι­α­κή προ­ο­πτι­κή τῶν Κα­νό­νων: ἡ γιατρειά, πού δέν ἔ­χει σχέ­ση μέ τι­μω­ρί­α ἀλ­λά μέ ἱ­στο­ρί­ες πνευ­μα­τι­κῆς ὀ­μορ­φι­ᾶς. Με­λε­τών­τας τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τούς ὅ­ρους μα­θαί­νου­με τήν ἀ­λή­θει­α τοῦ Χρι­στοῦ, μα­θαί­νου­με πῶς θά τά ἐ­φαρ­μό­σου­με κι ἄν λαθέψουμε καί δέν τά ἐ­φαρ­μό­σου­με τό­τε νά λάβουμε τήν ἀγωγή γιά τή θεραπεία μας.

Ὁ Γ’ Κα­νό­νας ἀπό τούς τριάντα πού ψήφισε ἡ Σύνοδος, γιά παράδειγμα, μι­λά­ει γι­ά τούς κλη­ρι­κούς ἤ τούς μο­να­χούς οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν πρέ­πει νά ἀ­να­λαμ­βά­νουν πο­τέ κο­σμι­κές φρον­τί­δες, νά συ­σχη­μα­τίζονται μέ πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου, νά κά­νουν ἐμ­πό­ρι­ο, νά κά­νουν ἀ­γο­ρα­πω­λη­σί­ες, νά δι­α­χει­ρί­ζον­ται κτή­μα­τα, γι­α­τί τό ἔρ­γο τους εἶ­ναι δι­α­κο­νι­κό. Μι­ά ἐ­ξαί­ρε­ση ἐπιτρέπει ὁ Κα­νό­νας, ἄν ὑ­πάρ­χουν ὀρ­φα­νά πρέ­πει ἐ­κεῖ ὁ ἐ­πί­σκο­πος, ὁ ἐ­φη­μέ­ρι­ος ἤ μο­να­χός στήν πε­ρι­ο­χή πού βρί­σκε­ται τό ὀρ­φα­νό νά κοι­τά­ξει μήν τοῦ κλέ­ψουν τήν πε­ρι­ου­σί­α γι­ά νά μήν ἀ­δι­κη­θεῖ. Ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι τό­τε νά ἀ­να­λά­βει αὐ­τή τήν κο­σμι­κή εὐ­θύ­νη ἀ­πό φι­λαν­θρω­πί­α.

Κα­τά τήν ἴ­δι­α ἔν­νοι­α ὑ­πάρ­χει καί ὁ ΙΑ’ Κα­νό­νας πού ἀναφέρει ὅ­τι πρέ­πει νά δί­νον­ται εἰ­ρη­νι­κές ἐ­πι­στο­λές. Τί εἶ­ναι αὐ­τές οἱ ἐ­πι­στο­λές; ὑ­πάρ­χει στήν ἐ­νο­ρί­α ἕ­νας ἐνδεής καί ζη­τά­ει φα­γη­τό. Κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε, ἀλλά δέν εἶναι ἀρκετό. Τότε ἀναρωτιόμαστε γιατί νά μή βο­η­θή­σει καί ἡ διπλανή ἐ­νο­ρί­α; Γι­ά νά μή γί­νει ὁ φτω­χός πε­ρι­πλα­νώ­με­νος καί διασπά­σει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς ἐ­νο­ρί­ας, μπο­ρεῖ νά πά­ει δίπλα νά ζη­τή­σει βοήθεια, ἀ­φοῦ τοῦ δώ­σουν ἔγ­γρα­φο πού λέ­γε­ται «εἰ­ρη­νι­κή ἐ­πι­στο­λή»· κι ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ αὐ­τό τό θέ­μα ἡ Δ’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος πού λύ­νει τό χρι­στο­λο­γι­κό ζή­τη­μα! Τόσο θεωρητικά ἀλλά καί τόσο πρακτικά ταυτόχρονα! Ἀν­τι­με­τω­πί­ζει μι­ά βλά­σφη­μη αἵ­ρε­ση καί ταυ­τό­χρο­να γι­ά νά μήν κα­ταρ­ρα­κω­θεῖ τό πρό­σω­πο τοῦ φτω­χοῦ λαμ­βά­νει πρό­νοι­α καί τοῦ λέ­ει ἡ ἐνορία νά πάει καί στήν ἄλλη, ὥστε νά βοηθηθεῖ ἀκόμη περισσότερο καί νά μήν ρεζιλευτεῖ περισσότερο ἡ ἀξιοπρέπειά του ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. 

Ἀ­δελ­φοί μου, αὐ­τά εἶ­ναι τά δόγ­μα­τα, οἱ ἀ­λή­θει­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί αὐ­τή τήν ἀ­λή­θει­α κα­λού­μα­στε νά βι­ώ­σου­με. Ὅ­που αὐ­τό δέν συμ­βαί­νει, ἔρ­χε­ται ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μέ τούς Κα­νό­νες της, ὄ­χι μέ ἀ­πρό­σω­πες νο­μο­θε­τι­κές δι­α­τά­ξεις δί­κην ὑ­πουρ­γι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων, νά θε­ρα­πεύ­σει τή μή ἐ­φαρ­μο­γή τοῦ δόγ­μα­τος πού εἶ­ναι ἡ ἀ­πώ­λει­ά μας. Κα­κῶς ἔ­χει ἐν­νο­η­θεῖ ὅ­τι τό δόγ­μα εἶ­ναι μι­ά ἀ­πα­θής ἔκ­φρα­ση, μι­ά ἄ­καμ­πτη ἐ­νέρ­γει­α πού δι­α­περ­νά­ει τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὄ­χι· ἡ δογ­μα­τι­κή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀ­νι­χνεύ­ει, ψά­χνει καί βρί­σκει τή συ­νέ­χει­α μι­ᾶς ζων­τα­νῆς ἱ­στο­ρί­ας πού φθά­νει κά­θε φο­ρά στό πα­ρόν τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μας ἐμ­πει­ρί­ας. Εἶ­ναι ἡ ἀ­κρι­βής ἔκ­θε­ση τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πί­στε­ώς μας. Ἐ­ξάλ­λου, τά δόγ­μα­τα εἶ­ναι ἡ ἴ­δι­α ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ὑ­λο­ποί­η­σης τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἡ δογ­μα­τι­κή μας δι­δα­σκα­λί­α ἔ­χει τίς ρί­ζες της σέ αὐ­τή τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζων­τα­νή ἱ­στο­ρί­α μας πού δι­α­μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων πο­ρεύ­ε­ται ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πό ποι­κί­λες αἱ­ρέ­σεις καί πάμ­πολ­λα προ­σω­πεῖ­α πού προ­σπά­θη­σαν νά κα­λύ­ψουν καί νά ἀλ­λοι­ώ­σουν τήν αἰ­ώ­νι­α Ἀ­λή­θει­α της. Δέν τό κα­τά­φε­ραν. Καί δέν τό κα­τά­φε­ραν, γι­α­τί Ἅ­γι­οι, ὅ­πως οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Δ’ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου πού ἑ­ορ­τά­ζουν σή­με­ρα, βρέ­θη­καν σέ ὅ­λες τίς ἐ­πο­χές γι­ά νά ἀ­ναι­ρέ­σουν τίς κα­κο­ή­θει­ες, τίς δυ­σχέ­ρει­ες καί τίς ἐ­κτρο­πές τοῦ κό­σμου καί τοῦ φρο­νή­μα­τός του. Μέ αὐ­τό τόν τρό­πο ἐ­πι­τρέ­πουν στό κα­ρά­βι πού ὀ­νο­μά­ζου­με Ἐκ­κλη­σί­α νά πο­ρεύ­ε­ται στά ἥ­συ­χα νε­ρά τοῦ ἐ­σχα­το­λο­γι­κοῦ προ­ο­ρι­σμοῦ της, τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν, προ­ο­ρι­σμοῦ πού τόν εὔ­χο­μαι ὁ­λό­ψυ­χα γι­ά ὅ­λους σας, ἀ­δελ­φοί μου, καί ἐ­πι­θυ­μῶ καί σεῖς νά τό εὔ­χε­στε γι­ά μέ­να!

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου