ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

«Καί ἰ­δού προ­σέ­φε­ραν αὐ­τῷ πα­ρα­λυ­τι­κόν ἐ­πί κλί­νης βε­βλη­μέ­νον».

Σέ συ­νέ­χει­α τῶν θαυ­μα­στῶν ἐ­νερ­γει­ῶν πού ἔ­κα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς στούς ἀν­θρώ­πους, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἔρ­χε­ται νά προ­στε­θεῖ καί μί­α ἀ­κό­μη. Ἐ­νῶ τήν προ­η­γου­μέ­νη Κυ­ρι­α­κή ἀ­να­γνώ­σα­με τό θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας στά Γέρ­γε­σα, πά­λι καί σέ συ­νέ­χει­α τοῦ κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τώ­ρα ἔ­χου­με τή θε­ρα­πεί­α τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ τῆς Κα­περ­να­ούμ, πό­λη πού βρί­σκε­ται βο­ρει­ο­δυ­τι­κά τῆς θά­λασ­σας, ἄν καί εἶ­ναι λί­μνη, τῆς Γα­λι­λαί­ας. Ἡ πε­ρι­κο­πή βρί­σκε­ται στό ἔ­να­το κε­φά­λαι­ο τοῦ βι­βλί­ου τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ.

Σέ αὐ­τό κεί­με­νο πού ἀ­κού­στη­κε νω­ρί­τε­ρα μέ­σα στή λε­κτι­κή ἁ­πλό­τη­τα τοῦ θεί­ου Λό­γου, πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ βα­θι­ά ἐ­σω­τε­ρι­κή θε­ρα­πευ­τι­κή πού ἔ­χει ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος γι­ά νά λει­τουρ­γή­σει προ­σεγ­γί­ζον­τας τόν Χρι­στό. Ἐ­άν θά θέ­λα­με νά ὁ­ρί­σου­με τό θαῦ­μα θά λέ­γα­με ὅ­τι εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ πά­νω στούς νό­μους τῆς φύ­σης, ἤ ἡ στιγ­μι­αί­α ἐ­πα­να­φο­ρά μας στήν προ­πτω­τι­κή, στήν πα­ρα­δεί­σι­α κα­τά­στα­ση πού ζοῦ­σαν οἱ Πρω­τό­πλα­στοι.

Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πε­ρι­κο­πή στη­ρί­ζε­ται σέ τρεῖς ἄ­ξο­νες πού μέ­χρι καί σή­με­ρα μπο­ροῦν καί κρί­νουν τίς ζω­ές μας.

Ποι­ά ἡ δι­α­φο­ρά τοῦ «φέ­ρω» ἀ­πό τό «προ­σφέ­ρω»; Στό κεί­με­νο λέ­γε­ται ὅ­τι τόν πα­ρα­λυ­τι­κό τόν προ­σέ­φε­ραν. Ἄς προ­σέ­ξου­με! Ὄ­χι τόν ἔ­φε­ραν, ἀλ­λά τόν προ­σέ­φε­ραν. Ἄλ­λο φέρ­νω καί ἄλ­λο προ­σφέ­ρω. Φέρ­νω κά­τι, με­τα­κι­νῶ ἁ­πλῶς κά­τι. Προ­σφέ­ρω κά­τι ση­μαί­νει, τό πη­γαί­νω ἐ­κεῖ καί νι­ώ­θω ἀ­σφά­λει­α. Κά­που ἀ­πέ­τυ­χα καί ξέ­ρω πώς θά τό πά­ω κά­που καί θά ἀ­να­πλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α μου ἀ­πό τήν προ­σφο­ρά μου. Αὐ­τό εἶ­ναι τό πρῶ­το οὐ­σι­α­στι­κό βῆ­μα γι­ά νά γί­νει τό θαῦ­μα, χω­ρίς ὅ­μως νά εἶ­ναι καί σί­γου­ρο ὅ­τι θά γί­νει. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη προ­σέγ­γι­ση, ἡ ὁ­δός πρός τόν Χρι­στό, καί αὐ­τό εἶ­ναι τό μεῖ­ζον, τό σπου­δαι­ό­τε­ρο. Ξέ­ρε­τε, πολ­λές φο­ρές μᾶς νοι­ά­ζει νά πᾶ­νε κα­λά τά πράγ­μα­τα, ἐ­νῶ αὐ­τό δέν εἶ­ναι πάν­το­τε δε­δο­μέ­νο, ἀλ­λά θά ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι τό ζη­τού­με­νο: νά εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἡ ζω­ή μας κον­τά στόν Χρι­στό. Καί αὐ­τό γι­α­τί ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου πη­γαί­νει στόν Χρι­στό. Ὡ­στό­σο, πό­σες φο­ρές ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­μα­στε σέ αὐ­τή τήν ἰ­σορ­ρο­πί­α καί πολ­λές φο­ρές τά βά­ζου­με καί μέ τόν Κύ­ρι­ο! Εἶ­ναι πο­λύ ἀν­θρώ­πι­νες οἱ ἀ­νι­σορ­ρο­πί­ες πού ἔ­χου­με στή σκέ­ψη μας. Τό ζή­τη­μα εἶ­ναι νά προ­σφέ­ρου­με: «καί πᾶ­σαν τήν ζω­ήν ἡ­μῶν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα». Ὅ­λα προ­σφέ­ρον­ται στόν Χρι­στό.

Ὁ δεύ­τε­ρος ἄ­ξο­νας πού δι­έ­πει τή ζω­ή τοῦ πα­ρα­λύ­του εἶ­ναι ἡ πί­στη. «Καὶ ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς τὴν πί­στιν αὐ­τῶν εἶ­πεν». Βλέ­που­με πώς δέν εἶ­ναι δι­κή μας ἡ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση. Εἶ­ναι τό βλέμ­μα πού ρί­χνει ὁ Χρι­στός. Καί τό κοί­ταγ­μά Του εἶ­ναι μο­να­δι­κό. Καί Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει πού βρί­σκε­ται ἡ πί­στη καί πού ὄ­χι. Καί σί­γου­ρα ἡ ρί­ζα καί τό θε­μέ­λι­ό της κρί­νε­ται σέ αὐ­τή τή συγ­κα­τά­θε­ση τῆς προ­σφο­ρᾶς. Ἄ­ρα, στα­μα­τᾶ­με νά κά­νου­με ἀ­να­λύ­σεις. Πό­σο πι­στεύ­ω, πό­σο δέν πι­στεύ­ω. Προ­σφέ­ρο­μαι στόν Χρι­στό καί ἀ­φή­νο­μαι σέ Αὐ­τόν! Ὅ­πως λέ­ει ὁ ἅ­γι­ος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής: «ἡ πί­στη εἶ­ναι κά­τι πο­λύ μι­κρό. Καί ἀ­λί­μο­νο ἄν ἀ­ξι­ο­λο­γεῖς τά πράγ­μα­τα μέ τήν πί­στη».

Με­τά ἀ­πό αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο ὁ Χρι­στός λέ­ει τή φρά­ση «ἀ­φέ­ων­ταί σου αἱ ἁ­μαρ­τί­αι» καί ὁ πα­ρα­λυ­τι­κός γί­νε­ται κα­λά. Δέν τόν θε­ρα­πεύ­ει. Συγ­χω­ρεῖ τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Με­τά ἔρ­χε­ται ἡ θε­ρα­πεί­α. Ἀλ­λά δέν εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τό πρω­τεῦ­ον. Ἐ­κεῖ πι­ά ἡ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των παίρ­νει ἄλ­λο ἦ­θος. Ἡ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν εἶ­ναι καί ὁ τρί­τος ἄ­ξο­νας πά­νω στόν ὁ­ποῖ­ο κι­νεῖ­ται τό ση­με­ρι­νό θαῦ­μα. Ἡ συγ­χώ­ρη­ση εἶ­ναι πι­ά τό ἐ­πι­στέ­γα­σμα πού δη­λώ­νει ὅ­τι με­τα­νο­ῶ, ἀλ­λά­ζει ὁ νοῦς μου καί ἔ­χω χα­ρά­ξει ἄλ­λη πο­ρεί­α.

Τί νό­η­μα ἔ­χει αὐ­τή ἡ συγ­χώ­ρη­ση; Ἤ­θε­λε ὁ Κύ­ρι­ος νά δεί­ξει ὅ­τι ἡ σω­μα­τι­κὴ πα­ρά­λυ­ση τοῦ δυ­στυ­χι­σμέ­νου αὐ­τοῦ ἀν­θρώ­που ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πού προ­η­γεῖ­ται πάν­το­τε, τῶν πολ­λῶν του ἁ­μαρ­τι­ῶν. Γι᾽ αὐ­τό καί θε­ρα­πεύ­ει πρῶ­τα τήν ψυ­χή τοῦ πα­ρα­λύ­του, συγ­χω­ρών­τας τά πολ­λά του ἁ­μαρ­τή­μα­τα, γι­ά νά θε­ρα­πεύ­σει κα­τό­πιν καί τό σῶ­μα του. Καί μᾶς φα­νε­ρώ­νει ἔτ­σι ὅ­τι πολ­λές ἀ­σθέ­νει­ες δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας. Καί γι᾽ αὐ­τό πρέ­πει πρῶ­τα νά  θε­ρα­πευ­θεῖ ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀ­σθε­νεί­ας μας, πού εἶ­ναι οἱ ἁ­μαρ­τί­ες μας, μέ τό Μυ­στή­ρι­ο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καί κα­τό­πιν θά θε­ρα­πευ­θεῖ τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα, πού εἶ­ναι ἡ ἀ­σθέ­νει­α. Πρῶ­τα ἡ πα­ρα­λυ­σί­α τῆς ψυ­χῆς καί κα­τό­πιν ἡ πα­ρά­λυ­ση τοῦ σώ­μα­τος.

Ἔτ­σι, ἄς ἀλ­λη­λο­συγ­χω­ρού­μα­στε καί με­τα­ξύ μας, γι­α­τί τό­τε ἀ­φέ­ων­ται καί οἱ δι­κές μας ἁ­μαρ­τί­ες καί γι­νό­μα­στε κα­λά στά πλαί­σι­α τῆς βα­θι­ᾶς θε­ρα­πευ­τι­κῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Μπο­ρεῖ νά ἔρ­θει ἡ σω­μα­τι­κή ἴ­α­ση καί μπο­ρεῖ ὄ­χι, ὅ­πως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος πού ζή­τη­σε τήν ἴ­α­ση ἀλ­λά δέν ἦρ­θε. Ὡ­στό­σο, εἶ­χε κά­τι με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τήν ἴ­α­ση, κά­τι βα­θύ­τε­ρο, αὐ­τό τῆς με­τα­νοί­ας πού ἦ­ταν ἀ­πρό­σβλη­τος σέ ὅ­λη του τήν ἐ­πί­γει­α ζω­ή. Νά γί­νει ἡ ἀλ­λα­γή ἄ­σχε­τα ἄν τε­λι­κά θά περ­πα­τή­σου­με ἤ ὄ­χι. Οὔ­τε ὅ­λοι ὅ­σοι ἁ­μαρ­τά­νουν ἀ­ναγ­κα­στι­κά ἀρ­ρω­σταί­νουν. Εἶ­ναι ὅ­μως ἀ­λή­θει­α ὅ­τι οἱ ἀ­σθέ­νει­ες εἰ­σῆλ­θαν στόν κό­σμο λό­γῳ τοῦ προ­πα­το­ρι­κοῦ ἁ­μαρ­τή­μα­τος. Ὁ Θε­ός δέν ἔ­πλα­σε τόν ἄν­θρω­πο γι­ά νά ἀρ­ρω­σταί­νει. Οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες εἰ­σῆλ­θαν στόν κό­σμο μα­ζί μέ τή φθο­ρά καί τόν θά­να­το ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Καί τίς ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ὸς στούς ἀν­θρώ­πους εἴ­τε γι­ά παι­δα­γω­γί­α καί δι­όρ­θω­ση, εἴ­τε γι­ά δο­κι­μα­σί­α καί καλ­λι­έρ­γει­α τῆς ἀ­ρε­τῆς.

Ὄ­χι ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­πό τίς πολ­λές ἁ­μαρ­τί­ες. Φο­βό­ταν ὁ πα­ρά­λυ­τος μή­πως οἱ τό­σες ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­δι­ο στή θε­ρα­πεί­α του. Σκε­πτό­ταν: «Ἐ­άν ὁ Κύ­ρι­ος γνω­ρί­ζει τίς με­γά­λες ἁ­μαρ­τί­ες μου, μή­πως ἀρ­νη­θεῖ νά μέ θε­ρα­πεύ­σει;» Ὁ Κύ­ρι­ος δι­έ­γνω­σε αὐ­τή τήν ἀ­γω­νί­α τοῦ πα­ρα­λύ­του. Καί γι᾽ αὐ­τό τόν ἐν­θαρ­ρύ­νει. Τόν ὀ­νο­μά­ζει στορ­γι­κά «τέ­κνον», ἐ­πει­δή εἶ­ναι κι αὐ­τός πλά­σμα T­ου. Καί τόν δι­α­βε­βαι­ώ­νει: «Παι­δί μου, οὔ­τε οἱ ἁ­μαρ­τί­ες οὔ­τε ἡ ἀ­σθέ­νει­α θὰ κυ­ρι­αρ­χή­σουν ἐ­πά­νω σου». 

Ἔτ­σι μᾶς δεί­χνει ὁ Κύ­ρι­ος μέ τή στά­ση του αὐ­τή ὅ­τι εἶ­ναι φι­λεύ­σπλαγ­χνος στόν πό­νο, κα­θώς Αὐ­τός ὁ Ἴ­δι­ος πού κα­τα­νο­οῦ­σε τόν πό­νο ἦρ­θε στόν κό­σμο γι­ά νά πό­νε­σει πά­νω στόν Σταυ­ρό, πα­ρη­γο­ρη­τι­κός ταυ­τό­χρο­να στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­πελ­πι­σί­α, συμ­πο­νε­τι­κός στήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­σή μας καί ἕ­τοι­μος νά μᾶς θε­ρα­πεύ­σει ἀ­πό κά­θε πνευ­μα­τι­κή πρω­τί­στως ἀ­σθέ­νει­α. Καί αὐ­τό θά πρέ­πει νά εἶ­ναι τό πρῶ­το πού θά πρέ­πει νά ζη­τᾶ­με.

Αὐ­τό πού ἔ­χει ση­μα­σί­α γι­ά τή ζω­ή μας εἶ­ναι νά ἱ­ε­ραρ­χοῦ­με σω­στά τά πράγ­μα­τα. Δι­ό­τι κι ἐ­μεῖς δι­α­τρέ­χου­με τόν κίν­δυ­νο νά δί­νου­με με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α στίς ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τός μας πα­ρά στά πά­θη τῆς ψυ­χῆς. Ὅ­ταν ἀρ­ρω­στή­σει τό σῶ­μα, πη­γαί­νου­με στό νο­σο­κο­μεῖ­ο. Κι ὅ­ταν βα­ραί­νει ἑ­πο­μέ­νως ἡ ψυ­χή μας ἀ­πό ἁ­μαρ­τί­ες, νά τρέ­χου­με πο­λύ προ­θυ­μό­τε­ρα στό ἰ­α­τρεῖ­ο τοῦ Θε­οῦ, τό­σο στό Μυ­στή­ρι­ο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, ὅ­σο καί στά ἄλ­λα μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Πρῶ­τα ἡ θε­ρα­πεί­α τῆς ψυ­χῆς μας καί με­τά ἡ ἴ­α­ση τοῦ σώ­μα­τος.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου