ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

 Γ΄ Στάσις Χαιρετισμῶν.Τὸ βραβεῖο τῆς ἐγκρατείας. (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Τὸ βραβεῖο τῆς ἐγκρατείας.
«Χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας» (Ἀκάθ. ὕμν. Ν1β΄)
(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
       Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος, ἀγαπητοί μου, μοιάζει μὲ ἀνθοδέσμη. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ φτειά­χνει μιὰ ἀνθοδέσμη διαλέγει λουλούδια, τὰ δένει μὲ μιὰ κλωστὴ καὶ τὰ προσφέρει, ἔτσι καὶ ὁ ἀνώνυμος ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου διαλέγει ἄνθη ἀπὸ τὰ πνευματικὰ λιβάδια, τῆς ἁ­γίας Γραφῆς, τῆς φύσεως καὶ τῆς ἱστορίας, ἄν­θη ποιητικά, εἰκόνες καὶ παραδείγματα. Ἀπὸ αὐτὰ πλέκει τὸν ὕμνο του καὶ τὸν προσφέρει στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο. Μετρῶ τὰ ἄνθη τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἀνθοδέσμης καὶ τὰ βρίσκω 144. Κάθε «Χαῖρε» εἶνε κ᾿ ἕνα ἄνθος.

Δῶστε μου γιὰ λίγο τὴν ὑπομονή σας, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε ἕνα ἀπὸ τὰ «Χαῖρε» ποὺ ἀ­κούσαμε. Εἶνε τὸ «Χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγ­κρατείας» (Ἀκάθ. ὕμν. Ν1β΄).
    «Χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας». Τί σημαίνει στέφος; τὸ καταλαβαίνουμε; Ὅπως πᾶ­με, γιὰ νὰ μάθουμε τὰ ἑλληνικά, θὰ πηγαίνου­με ἔξω. Μὲ πῆρε ἕνας ἀπὸ τὴ Νέα Ὑόρκη καὶ μοῦ λέει· –Ἔχω χαρά· στὴν Ἑλλάδα πῆγα γυμνάσιο – λύκειο, ἑλληνικὰ δὲν ἔμαθα· τώρα ἐ­δῶ πάω σ᾿ ἕνα σχολεῖο ποὺ διδάσκονται ἀρχαῖα ἑλληνικά… Ποῦ καταντήσαμε, τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ γνωρίζουν τὴ γλῶσσα τους!
Τὸ στέφος, λοιπόν, εἶνε λέξις τῆς ὡραίας ἑλ­ληνικῆς γλώσσης ποὺ σημαίνει «στεφάνι». Τὸ δὲ στεφάνι μᾶς ὑπενθυμίζει τοὺς ἀρχαίους ἀ­θλητάς. Πολλοὶ ἦταν οἱ ἀγῶνες στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Σπουδαιότεροι ἦταν οἱ Ὀλυμπιακοί, στὸ στάδιο τῆς Ὀλυμπίας. Ἐκεῖ συνέρρεαν ἀπ᾿ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἀθληταὶ καὶ τὸ Πανελλήνιο παρακολουθοῦσε ἐπὶ ἡμέρες τὰ ἀγωνίσμα­τα. Καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀγώνων σταματοῦσαν οἱ πόλεμοι· εἶχαν ἐκεχειρία, εἰρήνη.
Στοὺς ὀλυμπιονῖκες ἐδίδοντο μεγάλες τιμές. Ἐθεωροῦντο ἥρωες. Οἱ πόλεις, ἀπ᾿ τὶς ὁ­ποῖες κατήγοντο, γκρέμιζαν πρὸς χάριν τους τὰ τείχη. Τί νόημα εἶχε αὐτό; Μιὰ πόλις ποὺ ἔ­χει τέτοια παλληκάρια, ἔλεγαν, δὲν χρειάζεται τείχη· κάστρο της εἶνε ἡ ἀνδρεία τους. Καὶ ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι πράγματι ὀχυρά, ποὺ ἐθεωροῦντο ἀπόρθητα, ἔπεσαν, διότι αὐ­τοὶ ποὺ τὰ φύλαγαν δὲν εἶχαν ψυχή. Παράδει­γμα ἡ γραμμὴ Μαζινό. Ἀδύνατον νὰ περάσῃ ἡ Γερμανία! ἔλεγαν οἱ Γάλλοι. Καὶ ὅμως ἡ γραμ­μὴ ἔπεσε. Γιατὶ οἱ Γάλλοι εἶχαν τὴ νοοτροπία τοῦ «πουρκουά;», ποὺ σημαίνει «γιατί νὰ πολεμήσουμε;». Ἀντιθέτως τὸ Μεσολόγγι –ποὺ ἡ ἐπέτειός του ἑορτάζεται τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων– τί ἦταν; Ἕνας ταπεινὸς φράχτης. Κι ὅμως ἐπάνω σ᾿ αὐτὸν ἔσπασαν τὰ ἀλλεπάλληλα κύματα τῶν ἐχθρῶν τοῦ γένους. Γιατί; Διότι εἶχε γενναίους ὑπερασπιστάς.
Τιμὴ λοιπὸν στοὺς ὀλυμπιονῖκες. Καὶ βραβεῖο! Τί βραβεῖο τοὺς ἔδιναν; χρήματα, χρυ­σᾶ κύπελλα; διαμάντια;… Ὅλο τὸ βραβεῖο τους ἦταν ἕνα στεφάνι ἀπὸ φύλλα δάφνης ἢ ἐλιᾶς. Τί μεγαλεῖο! Σήμερα οἱ ἀθληταί, ἰδίως οἱ ποδοσφαιρισταί, πωλοῦνται καὶ ἀγοράζον­­ται μὲ ἑκατομμύρια. Γενεὰ μπίζνες…
«Χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας». Ἀλλ᾿ ἐ­­κτὸς τῶν ἀγώνων αὐτῶν ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ἀγώνας ἀσυγκρίτως ἀνώτερος. Εἶνε αὐτὸς στὸν ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία· ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ σατανᾶ, τοῦ κόσμου, καὶ τῶν πα­θῶν μας. Γιά προσπάθησε ν᾿ ἀντιταχθῇς, ν᾿ ἀν­­­τισταθῇς, νὰ ἐλέγξῃς τὸν ἑαυτό σου, καὶ θὰ δῇς πόσο δύσκολη εἶνε ἡ χαλιναγώγησις τῶν κατωτέρων ὁρμῶν, ὁ ἀγώνας τῆς ἀρετῆς κατὰ τῆς κακίας, καὶ ἰδίως τῆς ἀκρασίας, τῆς ἀσελγείας καὶ ἀκολασίας. Σωστὰ ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, ὅτι ἡ ἀνώτερη νίκη εἶνε νὰ νικᾷς τὸν ἑαυτό σου, τὰ πάθη σου. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος λόγου χά­ριν, ποὺ νίκησε ὅλο τὸν κόσμο, νικήθη­κε ἀπὸ ἕνα πάθος, τὸ κρασί· μέθυσε καὶ διέπραξε φό­νο· ἄλλοι νικῶνται ἀπὸ κάποιο ἄλλο πάθος.
Στὸν ἀγῶνα τῆς ἐγκρατείας, ποὺ εἶνε ὑψηλότερος καὶ ἁγιώτερος, διέπρεψε μιὰ γυναίκα, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος. Πῆρε ἄριστα. Διότι ἐδῶ νικοῦν καὶ γυναῖκες. Νίκησε. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου τῆς λέει· Ἐπειδὴ νίκησες, Παναγία, στὸν ἀγῶνα τῆς ἐγκρατείας καὶ ἔμεινες ἄφθαρτη, «χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀ­φθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας» (Ν1). Ἀπὸ τὴ νεότητά της μέχρι τὴν κοίμησί της ἡ Παναγία μας ἔμεινε ἄθικτη καὶ ἀμόλυν­τη. Τῆς ἁρμόζει τὸ στεφάνι τῆς ἐγκρατείας.
Μέχρι ἐδῶ καλά. Περισσότερο δὲν θὰ ἤθελα νὰ προχωρήσω, διότι τότε πρέπει νὰ σᾶς ἐ­λέγξω. Γιατὶ τί βλέπω; Ἐπάνω στὰ κεφάλια σας οἱ περισσότεροι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, βά­λατε στεφάνι τὴν ὥρα τοῦ γάμου. Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ στεφάνι; – ὅλα στὴν Ἐκκλησία μας ἔχουν σημασία. Βάζει ὁ ἱερεὺς στεφάνι στὸ κεφάλι τοῦ γαμπροῦ καὶ τῆς νύφης, σὰ νὰ τοὺς λέῃ· Σὲ συγχαίρω, παιδί μου, καὶ σὲ συγχαίρω, κόρη μου, διότι μέχρι στιγμῆς εἶστε παρθένοι, ἄθικτοι, καὶ ἔτσι ἔρχεστε στὸ γάμο· μπράβο σας! Αὐτὸ λέει ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἐρωτῶ· Τὸ στεφάνι εἶνε τὸ βραβεῖο τῆς παρθενίας, «τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας»· σὲ πόσα κεφάλια ἀξίζει νὰ τεθῇ;… Ν᾿ ἀπαντήσω; Θὰ γίνω δυσάρεστος. Ἄχ, Θεέ μου, σὲ ποιά ἐποχὴ ζοῦμε; Ἄχ Πόντε, Μικρὰ Ἀσία, Μακεδονία, εὐλογημένοι πρόγονοι! Τότε ἅρμοζαν στὰ κεφάλια τῶν ἀνδρογύνων τὰ στεφάνια· παρθένα ἡ κόρη, παρθένος ὁ νέος, καθαροὶ σὰν τὸ κρύσταλλο δημιουργοῦ­σαν γάμο ἰδεώδη. Διότι βάσις, ὅρος, προϋπόθεσις στερεοῦ γάμου εἶνε ἡ παρθενία. Ἐ­ὰν σήμερα τὸ διαζύγιο χωρίζῃ τὰ ἀντρόγυνα, στὸ βάθος, λένε οἱ ψυχολόγοι, ξέρετε τί εἶνε; μιὰ πίκρα· –Ἄχ μὲ γέλασες, δὲν εἶσαι παρθένος, ἀλλοῦ ἔδωσες τὸν ἑαυτό σου… Καὶ ἂς ἰ­σχυρίζωνται, ὅτι ἡ παρθενία εἶνε ἕνα τίποτα. Στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του ὁ ἄντρας ἔχει παρά­πονο, ὅτι ἡ κόρη ἔδωσε ἀλλοῦ τὰ τριαντάφυλ­λα τῆς παρθενίας της· καὶ πάλι ἡ κόρη ἔχει παράπονο, ὅτι ὁ ἄντρας ἔδωσε ἀλλοῦ τὰ μύρα τῆς τιμῆς του. Κ᾿ ἐγώ, ποὺ ἐξέτασα πολλὲς αἰτήσεις διαζυγίων, βλέπω στὸ βάθος τὴν αἰτία· λένε λένε λένε, καὶ στὸ τέλος· –Δὲν τὴ βρῆκα καὶ ἐν τάξει!… Μοῦ λένε διάφορες ἱστο­ρίες. Δὲ μὲ πείθεις, τοῦ λέω, μικροπράγματα εἶν᾿ αὐτά. Ἀφοῦ λοιπὸν τοὺς πιέσω, βγαίνει, νάτο· –Ἄ, δὲν τὴ βρῆκα καὶ ἐν τάξει!…
Τιμᾶται σήμερα ἡ παρθενία; Καὶ στὴ μητρό­πολί μου δυστυχῶς βρῆκα τὸ σατανικὸ ἔθιμο, μόλις ἀρραβωνιαστοῦν ὁ νέος καὶ ἡ νέα, οἱ ἴ­διοι οἱ γονεῖς νὰ τοὺς σπρώχνουν, προτοῦ νὰ δεχθοῦν τὶς εὐλογίες τῆς Ἐκκλησίας, νὰ σμίγουν καὶ νὰ ζοῦν σὰν ἀντρόγυνο. Τὸ ἀποτέλε­σμα; Ἐμένα ρωτᾶτε; Μιὰ κοπέλλα ἦρθε κλαί­γοντας, γιατὶ ὁ ἀρραβωνιαστικὸς τὴν ἄφησε ἔγκυο, πέταξε στὴν Αὐστραλία, κι αὐτὴ ἤθελε ν᾿ αὐτοκτονήσῃ. Τὸ δὲ ἱερὸ μυστήριο τῆς στέψεως καταντᾷ κωμῳδία. Ἔγκυες ἔρχον­ται νὰ πάρουν τὴν ἄδεια γάμου. Μοῦ ᾿λεγε ἕ­νας ἱερεύς, ὅτι τὴν ὥρα τοῦ γάμου λιποθυμοῦν λόγῳ ἐγκυμοσύνης, πέφτουν κάτω μέσ᾿ στὴν ἐκκλησία. Ἕνας δεσπότης ἅγιος, ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, σ᾿ αὐτοὺς δὲν ἐπέτρεπε τέτοια στεφάνια. Τὰ στεφάνια, ἔλεγε, ἁρμό­ζουν σὲ παρθένους καὶ ἐγκρατεῖς.
«Χαῖρε», Παναγία, ποὺ εἶσαι «τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας». Χαίρετε κ᾿ ἐσεῖς, νέοι καὶ νέ­ες, ποὺ ἀκολουθεῖτε τὸν σπάνιο δρόμο τῆς παρθενίας. Δὲν θὰ ξεχάσω, ποὺ μέσα στὴν Κο­ζάνη εἶδα 200 – 300 ἀντάρτισσες –δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα–, ποὺ κατέβηκαν ἀπ᾿ τὸ βουνό, ἔ­καναν παρέλασι καὶ φώναζαν· «Κάτω ἡ παρθενία!». Ὦ Θεέ μου, λέω, αὐτὸ δὲν τὸ περίμενα ποτέ. Ἐμπαίζεται ἡ παρθενία. Μιὰ ἔρευνα στὰ γυμνάσια μεγάλης πόλεως ἔδειξε, ὅτι ἀπὸ τὰ ἑκατὸ κορίτσια γυμνασίου καὶ λυκείου τὰ ἐνενήντα βρέθηκαν κατεστραμμένα. Δὲν κατηγορῶ τὰ παιδιά· τί φταῖνε; Παρασύρονται ἀπὸ τὴ διεφθαρμένη τηλεόρασι, ἀπὸ περιοδι­κά, ἀπὸ γυμνά, ἀπὸ σκάνδαλα, ἀπὸ αἰσχρολο­γίες. Ἔτσι ἔπαψε πλέον ἡ παρθενία κ᾿ ἡ ἐγκρα­τεία νά ᾿νε τὸ στόλισμα τῆς γυναίκας.
 «Χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας». Αὐτὰ λέει ἡ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου. Ἀλλὰ καὶ ἡ πατρίδα μας εἶνε ἐκείνη ποὺ ἔχτισε Παρθε­νῶνα, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὴν παρθενία. Ἀφοῦ ζοῦ­με σὲ μιὰ τέτοια πατρίδα καὶ στὴν Ἐκκλησία ποὺ ψάλλει «Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου…», μὴν εἴμαστε ὑποκριταὶ καὶ θεομπαῖχτες.
Νέοι καὶ νέες ποὺ μ᾿ ἀκοῦτε· ἐγὼ ὁ γέρον­τας ἐπίσκοπος σᾶς προτρέπω. Κρατηθῆτε στὸ ὕψος σας· βουλῶστε τ᾿ αὐτιά σας στὰ κηρύγμα­τα τῶν σειρήνων τῆς διαφθορᾶς, τῶν ἀθέων καὶ ἀπίστων. Ἐγκρατευθῆτε. Μείνετε ἁγνοί, σὰν τὸ χιόνι ποὺ εἶνε στὶς κορυφὲς τῶν ὀρέων μας. Βάλτε σκοπὸ τὸν τίμιο γάμο. Παρθένοι καὶ οἱ δύο· ἰδού ὁ χριστιανικὸς γάμος, στὸν ὁποῖον ὁ ἱερεὺς θὰ θέσῃ στὰ κεφάλια σας τὸ βραβεῖο τῆς ἐγκρατείας, τὸ στεφάνι ποὺ ἁρμόζει στοὺς ἀγωνιστάς. Καὶ τότε, ὅταν θά ᾿ρχεστε στὴν ἐκ­κλησία, θὰ αἰσθάνεστε χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι ἀ­κούγοντας στὸν Ἀκάθιστο ὕμνο· Παναγία, «χαῖ­ρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας»· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 4-4-1986
 Ο ζωοποιός Σταυρός

Γιά μας τους μοναχούς το νόημα του Σταυρού είναι το κέντρο του σκοπού μας, είναι το καύχημα μας, είναι η ελπίδα μας και η προσδοκία μας. Όταν βλέπωμε την λύσσα του εχθρού, όταν βλέπωμε τις πολύμορφες αδυναμίες της δικής μας φύσεως, όταν βλέπωμε τα πάθη και τις επιθυμίες πού μας πολιορκούν και απειλούν να μας εκμηδενίσουν, τότε άτενίζομε τον Σταυρό και αντλούμεν όλο το θάρρος να αγωνιστούμε και στο τέλος γινόμεθα νικητές.

Το άξιωσημείωτο είναι πώς να τον άγκαλιάσωμε και πώς να τον σηκώσωμε απρόσκοπτα. Διότι μόνον έτσι, διά της αναβάσεως μας επί του Σταυρού, θα δούμε πίσω από αυτόν τα σύμβολα της αναστάσεως. Μόνον εκείνοι πού αποθνήσκουν, εκείνοι και θα ζήσουν. Όποιος θέλει να βρή την ζωήν του, θα την «όπωλέση»· κι όποιος «τήν απωλέση ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου», δηλαδή όποιος σηκώσει τον Σταυρό, εκείνος βέβαια δικαιούται να την αναστήση. Γι’ αυτό απόψε με μεγαλύτερη ευλάβεια να άκούσωμε τα ωραία εκείνα ύμνολογικά ποιήματα των Πατέρων μας- να προσκυνήσωμε το σύμβολο εκείνο το όποιο ο διάβολος πρόβαλε σαν κατάρα και ο Κύριος μας το μετέβαλε σε ευλογία για νά καταστρέψη αυτόν καί, δεύτερον, για να δώση σε μας όπλο ακαταμάχητο. Ατενίζοντες τον Σταυρό του Κυρίου μας, αναζητούμε με δίψα συνεχώς να μην παύσωμε να «αίρωμεν» αυτόν, γιατί πίσω από αυτόν είναι το πάν της επιτυχίας μας.

Τιμώντες τον Σταυρό, κατ’ ουσία δίδομεν δόξα στον Εσταυρωμένο Κύριο μας, πού ποικιλοτρόπως Τον εύρίσκομε να αναμορφώνη την παραμορφωθείσα εικόνα της διαστροφής την οποία έπαθε η ανθρώπινη φύση με την πτώση. Καί, περιερχόμενος από τόπου είς τόπον, ευεργετών τους ανθρώπους, συνεχώς παρήγγελλε τον τρόπο της θεραπείας και επιστροφής. Το έσχατο της; προσφοράς Του ήταν, αφού θεράπευσε όλες τις μορφές της πανανθρώπινης αρρώστιας και άδυναμίας, να δώση σκληρή μάχη με τις δυνάμεις του σκότους και να καταστέψη αυτόν τούτον τον θάνατον και τήν πηγή πού οδηγεί προς τον θάνατο, τον διάβολο και έτσι να μας χαρίση την υιοθεσία. Και ακριβώς, το μέσο αυτό διά του οποίου κατηργάσθη το θαύμα της ανθρωπινής αναστάσεως και επαναφοράς στην ισορροπία της ύπο-ταγείσης στην φθορά φύσεως είναι ο Τίμιος Σταυρός, του οποίου την ύψωση σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει. Για μας ο Σταυρός δικαίως ονομάζεται από τους Πατέρες «η ζωή ημών». Μέσω του Σταυρού ανακτούμε ο καθένας από μας την προσωπικότητα του. Δεν έχει σημασία σε τί πάθη και αδυναμίες έχει ο κάθε ένας μας αιχμαλωτισθεί. Η επίκληση της δυνάμεως και της χάριτος του Σταυρού, τον ανασύρει ν’ ανεύρη την προσωπικότητα του, να δρασκελίση και να ύπερβή όλες εκείνες τις αδυναμίες. Θέλει να ανέβη ο άνθρωπος από το βάραθρο της παρά φύσιν ζωής στην κατά φύσιν, θα πατήση πάλι στη σκάλα αυτή πού λέγεται Σταυρός. Θέλει να ανέβη από εκεί ψηλότερα, στον ουρανό, όπου το πολίτευμα μας υπάρχει; Πάλι αυτή η σκάλα είναι ο Σταυρός.

Τί τώρα είναι ο Σταυρός; Φυσικά σαν πράγμα ο Σταυρός είναι το σύμβολο αυτό το όποιο κατέχομε. Δεν είναι δμως ένα σύμβολο το όποιο μπορεί κανείς να δημιουργήση. Σημασία έχει η δύναμη η οποία επικάθηται σ’ αυτό το σύμβολο. Αύτη η δύναμη είναι εκείνη μέσω της οποίας ο Θεός Λόγος «ήνωσε τα διεστώτα είς έν» και επανέφερεν, όπως είπα, σε ισορροπία την «στασιάσασαν φύσιν, την ύποταγείσαν είς την φθοράν». Κατήργησε τον θάνατο και αυτόν τούτον τον διάβολο και άνοιξε την είσοδο στους ανθρώπους να μπουν από εκεί ακριβώς πού βγήκαν, αλλά και να εισέλθουν «υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας και ονόματος ονομαζόμενου και κυριότητος έκ δεξιών του Θεού και Πατρός», πού είναι οι θείες επαγγελίες τις όποιες μας υπόσχεται. «Θέλω, Πάτερ Ίνα όπου ειμί εγώ, Ίνα ώσι και αυτοί». Αυτή την υπεραξία αποκτά ο άνθρωπος δι’ αύτού του μέσου, του Τιμίου Σταυρού. Όχι όμως αφηρημένα να επικαλούμεθα την επίδραση της χάριτος του Σταυρού, αλλά να προσπαθήσωμε να φορέσωμε τον Σταυρό και να τον πάρωμε επάνω μας. Κοιτάξετε τί είπε ο Κύριος μας- «όσα έχεις πώλησον και δός πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν έν ούρανώ και δεύρο ακολουθεί μοι, άρας τον Σταυρό σου».

Ιδού το νόημα του Σταυρού. Ο τρόπος της αποπλανήσεως και των δύο λογικών φύσεων, της αγγελικής και της ανθρωπινής, οι όποιες απεστάτησαν από τον Θεό και δημιούργησαν, τρόπον τινά, την πτώση και την καταστροφή τους, η πλάνη τους ήταν το ότι γύρισαν στην ιδιοτέλεια, η όποια ιδιοτέλεια ολοκληρώνεται διά της επαράτου φιλαυτίας. Η φιλαυτία είναι η αιτία της καταστροφής. Αυτή η αρρωστημένη κατάσταση, εξουδετερώνεται διά της φιλοπονίας με την οποία ερμηνεύεται και ο Σταυρός, τον όποιο προτίμησε ο Κύριος μας χωρίς να του χρειάζεται, αλλά για να δείξη σε μας πρακτικά τον τρόπο της θεραπείας μας. Ο Σταυρός λοιπόν ερμηνεύεται σε μας μόνο με την έννοια της φιλοπονίας. Η δε φιλοπονία ολοκληρώνεται στο να έγκαταλείψωμε κάθε τί δικό μας, να αφιερωθούμε δε και να αφοσιωθούμε στο θείο θέλημα. Και μόνον αυτός ο κόπος, αύτη η αγωνία λέγεται καί- είναι Σταυρός. Είδατε τί είπε ο Κύριος μας; Τον καλούσε ο Πιλάτος σε απολογία και δεν μιλούσε. Γιατί δεν αποκρινόταν ο Ιησούς μας; Εάν αποκρινόταν θα σήμαινε ότι ζητούσε δικαίωση και το μόνο πού δε ζητούσε ήταν η δικαίωση. Σε μια άλλη περίσταση, για να μας ανοίξη την διάνοια να μπούμε μέσα στο νόημα του μυστηρίου, λέει: «Πό:τερ, σώσον με έκ της ώρας ταύτης» και αμέσως προσθέτει· «άλλά διά τούτο ήλθον είς την ώραν ταύτην».

Ο κάθε ένας από μας πρέπει να έχη καταλάβη ότι στην ζωή μας αύτη δεν έχομε κανένα άλλο νόημα, απολύτως; κανένα. Μόνο στο πώς να είμαστε συνεχώς έτοιμοι να αίρωμε τον Σταυρό μας στην περιεκτική του μορφή. Καμμιά αφορμή, καμμιά πρόφαση η οποία περιέχει μέσα αποκάλυψη του θείου θελήματος να μην μας ξεφεύγη. Με όλες τις μορφές της αυτοθυσίας να είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε στο θείο θέλημα. Αυτό είναι το νόημα του προορισμού μας. Δεν ζούμε στον κόσμο αυτό για να μετακινούμε τα στοιχεία από το ένα μέρος στο άλλο, ούτε για να μεταβάλλωμε τις διάφορες ύλες. Με αυτό το νόημα διήνυσαν την ζωή τους οι προγενέστεροι Πατέρες. Εξέχουσα θέση έχει ο Δαβίδ, ο όποιος μέσω των ψαλμών του μας περιγράφει το όλο νόημα της ανθρωπολογίας και της χριστολογίας. Αναφέρει δε σε ένα στίχο του: «Διά τους λόγους των χειλέων Σου, Κύριε, ένώ έφύλαξα οδούς κληράς»· κι αυτά ένώ ήταν βασιλέας και μάλιστα ύπό την παλαιά έννοια, όταν οι βασιλείες ήταν αυταρχικές και παντεξούσιες. Αυτόν δεν τον ενδιέφερε τόσο η εξουσία πού είχε. Ομολογούσε ότι στην ζωή του είχε ως πρωταρχικό σκοπό να αίρη συνεχώς τον Σταυρό, το πώς να φυλάξη με λεπτομέρεια το θέλημα του Θεού. Μόνο για να προσεύχεται είχε ορίσει χρόνους απαράβατους για τους οποίους πάλι έκαυχάτο, «έπτάκις της ημέρας ήνεσά Σε» και ήταν βασιλεύς και στρατηγός και κυβερνήτης και δικαστής. Όμως, κανένα από τούτα, ούτε οι πολλές του γυναίκες, ούτε τα πολλά του παιδιά, ούτε τα πολλαπλά του καθήκοντα τον εμπόδιζαν από του να προσεύχεται «έπτάκις της ημέρας» και ο νους του ήταν πάντοτε στραμμένος στον Θεό.

Βλέπετε πώς αγωνίζεται ένας φιλόθεος άνθρωπος για να εκπλήρωση τον προορισμό του; Όποιος νομίζει ότι προσκυνεί και τιμά σωστά τον Σταυρό, αφαιρεί άλλους στόχους πού είναι ξένοι προς το θείο θέλημα. Μπορεί τα χέρια και τα πόδια του να κινούνται για να φέρη σε πέρας το διακόνημά του. Ο νους όμως άσχολήται με τον Θεό. Σαν άνθρωποι πού έχομε σώμα, θα ασχολούμαστε κατ’ ανάγκην με τα υλικά. Ο νους όμως να μην αιχμαλωτίζεται από αυτά, αλλά να είναι στραμμένος προς τον Θεό. Συνεχώς πρέπει να προσπα-θή να άγαπήση «Κύριον τον Θεόν αυτού έξ όλης ψυχής, έξ όλης καρδίας, έξ όλης ισχύος, έξ όλης διανοίας» καί, έν συνεχεία, «καί τον πλησίον ως εαυτόν». Εάν έτσι είναι σκιαγραφημένος εκείνος ο όποιος αίρει τον Σταυρό, οπωσδήποτε θα δικαιούται και της αναστάσεως καθώς ο Παύλος διηγείται· «Εί γάρ συ-ναποθάνομεν» κρατούντες το Σταυρό, «άρα και συζήσομεν … εί αρνούμεθα, κακείνος αρνήσεται ημάς». Το δίλημμα εδώ είναι τρομερό. Είτε ομολογία, είτε άρνηση- δεν υπάρχει ενδιάμεσο. Είτε θα κρατούμε τον Σταυρό συνεχώς, «συσταυρούμενοι» μετά του Κυρίου μας, ούτως ώστε και να συναναστηθούμε, αλλιώς είτε θέλομεν είτε όχι θα βρεθούμε στην μερίδα των άρνητών και Εκείνος κατ’ ανάγκην θα μας άρνηθή, όπερ μη γένοιτο!.

Έχοντες «τάς όσφύας περιεζωσμένας και τους λύχνους καιομένους» ένα έχομε φρόνημα και νόημα- την συνεχή άρση του Σταυρού, ούτως ώστε οποιαδήποτε ώρα ο Κύριος μας, ο όποιος μας κάλεσε στην επίγνωση Του, στρέψει το βλέμμα Του για να έξετάση πού βρισκόμαστε, να μας βρή οπίσω Του άκολουθούντας και κρατούντος σφικτά στον ώμο μας τον Σταυρό. Πάντοτε να έχομε σαν ένδυμα την φιλοπονία, για να μη μας ξεφύγη καμμιά αφορμή στην φυλακή και τήρηση της θείας εντολής. Τότε είμαστε αληθινά προσκυνητές του Τιμίου Σταύρου. Τέτοιους προσκυνητές ζητεί ο Θεός.

Στον κόσμο τούτο εμείς ιδιαίτερα, οι μοναχοί, είμαστε «ως πρόβατα έν μέσω λύκων». Έτσι δεν μας ξενίζουν οι πειρασμοί πού είναι οι διάφορες αντιθέσεις οι όποιες προέρχονται από την αμαρτία και την άμαρτωλότητα- μέσω δε των καταλλήλων της οργάνων προσπαθούν να μας εμποδίσουν να προσκυνήσωμε Κύριον τον Θεόν μας. Προσπαθεί η πολύμορφη αμαρτία, η νέα αυτή και παλαιά θεότης, να μας απόσπαση από την λατρεία προς τον Χριστό μας. Εμείς όμως, με αναπεπταμένο το φρόνημα, ανά πάσαν ώραν φωνάζομε, «ύπαγε οπίσω μου σατανά, Κύριον τον Θεό μου προσκυνήσω και Αύτώ μόνω λατρεύσω». Ένα είναι το νόημα της δικής μου ζωής, το να ανακαλύψω και να φυλάξω το θέλημα του Χριστού. Και αν ακόμα κινδυνεύσω προσωπικά, ουδέ αυτής της ζωής μου θα φεισθώ.

Αυτός είναι ο δρόμος των μαρτύρων, των όμολογητών, των οσίων και όλων των δικαίων, «τών απ’ αρχής μέχρι και των έσχατων». Αυτής της κληρονομιάς είμαστε συνεχιστές και έχομε για μας πρέσβεις όλα τα πνεύματα των δικαίων και Αγίων πού κοσμούν την θριαμβεύουσα Εκκλησία, τα όποια συνεχώς εύχονται για μας και μας αναμένουν. Κανείς να μην ύστερηθή, κανείς μην μείνη πίσω. Όλοι μπρος για να επιτύχωμε τον σκοπό μας, χάριτι του Σταυρού του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνικά μηνύματα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά,Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999.
 Ο λόγος του σταυρού

Ο λόγος του σταυρού , σ`όλες τις εποχές ακούγεται παράδοξα .

 Στη δική μας όμως , η οποία έχει θεοποιήσει την άνεση και

την  ευμάρεια , ο λόγος του σταυρού δεν είναι μόνο παράλογος ,

αλλά και ασυμβίβαστος με τη λογική του κόσμου. Είναι τρομακτικός

για τους κανόνες της ζωής του , για τις επιδιώξεις στο κυνήγι της

ευδαιμονίας και της καλοπέρασης. Και όμως το ευαγγέλιο επιμένει

 σταθερά να διακηρύσσει τον λόγο του Χριστού ''

όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν , απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω

τον σταυρόν αυτού , και ακολουθείτω μοι''. Η αυταπάρνηση και

η άρση του σταυρού φανερώνουν την αυθεντικότητα της κλήσης

μας και του προορισμού μας. Τα ηχηρά και εύκολα συνθήματα του

 κόσμου , αν και αρχικά μας γοητεύουν , τελικά μας απογοητεύουν ,

 γιατί μας παραπλανούν και παραμορφώνουν το νόημα της ζωής.

 Αποδεικνύουν τη ματαιότητα όλων των ανθρωπίνων ,

όταν αυτά δεν είναι διαποτισμενα από το πνεύμα του Θεού.



                                                                                                                           Αρχιμ. Ν. Κ.

                                                                     Φωνή Κυρίου

                                                              αριθ. φύλ. 10 (2962 )
 Κυριακή Γ Νηστειών Η εντροπή για τον Χριστό και πως αυτή θεραπεύεται Αρχιµ. Καλλίστρατος Ν. Λυράκης

«Ὅς ἄν ἐπαισχυνθῇ µε καί τούς ἐµούς λόγους

ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ µοιχαλίδι καί ἁµαρτωλῷ,

καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν»

(Μαρκ. η’ 38).

Kυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Καί ἡ Ἐκκλησία µας προβάλλει τόν Τίµιο Σταυρό τοῦ Κυρίου. Καί συγχρόνως ἀναµεταδίδει τήν φωνή τοῦ Ἐσταυρωµένου Κυρίου. Τί λέει; Πῶς τόν θέλει τόν πιστό Του; Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ντραπεῖ Ἐµένα καί τούς λόγους Μου, ἐάν δειλιάσει καί διστάσει νά Μέ ὁµολογήσει Κύριο καί Ἀρχηγό του, ἐάν ὑπολογίσει τίς εἰρωνεῖες καί ἀντιδράσεις τῶν δικῶν του ἀνθρώπων, περισσότερο ἀπό τό χρέος τῆς ἀγάπης του πρός Ἐµένα, αὐτόν τόν ἄνθρωπο θά τόν ἀποκηρύξω. Δέν θά τόν ὑπολογίσω ὡς δικό Μου. Θά τόν ἀρνηθῶ κατά τήν Δευτέρα Μου Παρουσία, πού θά ἔλθω συνοδευόµενος ἀπό ἁγίους Ἀγγέλους. Αὐτό ζητεῖ ἀπό ὅλους ἐκείνους πού θέλουν νά γίνουν µαθητές καί ὀπαδοί Του. «Ὅς ἄν ἐπαισχυνθῇ µε καί τούς ἐµούς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ µοιχαλίδι καί ἁµαρτωλῷ, καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν».

Ἡ ἀλήθεια αὐτή ὅλους µᾶς ἐνδιαφέρει.

Ἀλλά γιατί οἱ ἄνθρωποι δειλιάζουν καί ντρέπονται τόν Χριστό καί τά λόγια Του; Καί πῶς θεραπεύεται ἡ ντροπή αὐτή;

Οἱ ἄνθρωποι δειλιάζουν καί ντρέπονται διά τόν Χριστό καί τά λόγια Του, γιατί:

Ἐπηρεάζονται ἀπό τά φρονήµατα καί τόν τρόπο τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσµου. Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι στίς ἡµέρες µας πού ἀγνοοῦν τόν Θεό. Δέν διστάζουν νά ἐναντιωθοῦν πρός τόν Θεό. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού ὡς σκοπό τῆς ὑπάρξεώς τους θέτουν τίς στιγµιαῖες ἀπολαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς. Σύνθηµά τους ἔχουν «φάγωµεν, πίωµεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκοµεν». Συνέπεια τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι ὁ κοµπασµός, ἡ αὐτο¬διαφήµιση, ἡ αὐτοπροβολή. Ἡ µόδα, ἔπειτα, µέ τούς ἐξωφρενισµούς της, πού καταντᾶ µόνιµη φροντίδα τους. Πρότυπά τους καί ἰνδάλµατά τους ἔχουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί τά πρόσωπα τῆς ξεπεσµένης κοινωνίας καί τούς ἀστέρες τῆς ὀθόνης. Ἐπιζητοῦν συνεχῶς τήν µαταίαν δόξαν, τούς φθηνούς ἐπαίνους, τά κολακευτικά χειροκροτήµατα. Γι’ αὐτούς οὔτε Θεός ὑπάρχει, οὔτε ἰδανικά, οὔτε ἠθικοί φραγµοί. Ἤ, µᾶλλον, Θεός τους εἶναι ἡ «κοιλία, τό χρῆµα, ἡ γλυκειά ζωή», ὅπως τήν ὀνοµάζουν σήµερα. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί χρησιµοποιοῦν τήν εἰρωνεία γιά τούς Χριστιανούς. Εἰρω-νεύονται τόν νέο ἤ τή νέα, διότι µελετᾶ θρησκευτικά βιβλία ἤ διότι πηγαίνει στό Κατηχητικό. Εἰρωνεύονται τόν τίµιο καί εὐσυνείδητο ἐργάτη ἤ ὑπάλληλο, διότι δέν καταδέχεται νά λερώσει τά χέρια του µέ τήν ἀδικία, νά πλουτίσει ἄκοπα καί ἄδικα. Εἰρωνεύονται τόν οἰκογενειάρχη, διότι κρατάει τήν οἰκογένειά του σέ ἀτµόσφαιρα ἱερή καί πειθαρχηµένη. Καί, γενικά, εἰρωνεύονται τίς Χριστιανικές ἰδέες καί ἀντιλήψεις, ὡς πράγµατα παιδαριώδη, ἀναχρονιστικά, κατώτερα τοῦ λογικοῦ δηµιουργήµατος. Ἡ στάση καί συµπεριφορά αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐπηρεάζει τούς Χριστιανούς σέ σηµεῖο, ὥστε δειλιάζουν νά ὁµολογήσουν τόν Χριστό καί τήν Ἀλήθειά Του. Ἀποφεύγουν νά παρουσιάζονται ὅτι θρησκεύουν. Μέ ἀποτέλεσµα νά «συσχηµατίζονται» πρός τίς ἀπαιτήσεις τους. Νά γίνονται πιστοί καί ἄπιστοι, θρῆσκοι καί ἄθρησκοι, ἠθικοί καί ἀνήθικοι. Καί νοµίζουν, ἔτσι, ὅτι µποροῦν νά τά ἔχουν καλά καί µέ τόν Χριστό καί µέ τόν κόσµο, ἀνώδυνα καί µέ τό ἀζηµίωτο. Καί καταντοῦν οἱ δυστυχεῖς ἀλλοπρόσαλλοι ἄνθρωποι. Ἠµπορεῖ τούς χριστιανούς αὐτούς νά τούς ἀναγνωρίσει ὁ Χριστός ὡς δικούς Του; Ἀσφαλῶς ὄχι. Γι’ αὐτό διακηρύττει:

«Ὅς ἄν ἐπαισχυνθῇ µε καί τούς ἐµούς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ µοιχαλίδι καί ἁµαρτωλῷ καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν».

Τί χρειάζεται γιά νά ἀποφευχθεῖ ὁ ἐπηρεασµός αὐτός;

1. Νά κόψωµε τούς δεσµούς. Ποιούς δεσµούς; Τούς δεσµούς µέ τόν κόσµο, µέ τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσµου. Δέν καλούµαστε νά πάρουµε τά βουνά καί τά ὄρη καί νά γίνουµε ἀσκητές καί ἐρηµῖτες. Μέσα στόν κόσµο θά µείνουµε, ἀλλά δέν θά συµµορφούµαστε µέ τό πνεῦµα τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσµου. «Ἐξέλθετε ἐκ µέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου µή ἅπτεσθε» (Β’ Κορ. στ’  17). Δηλαδή µή πλησιάζετε τούς παραστρατηµένους ἀνθρώπους. Μή τούς χαρίζετε τή φιλία σας. Σταθῆτε µακρυά ἀπό αὐτούς. Διότι «ἐάν τις ἀγαπᾶ τόν κόσµον οὐκ ἔστι ἡ ἀγάπη τοῦ πατρός ἐν αὐτῷ» (Α’ Ιωάν. β’ 15). Ἐάν κανείς ἀγαπᾶ τόν κόσµο, ἡ πρός τόν Θεόν ἀγάπη δέν ὑπάρχει µέσα του. Γι’ αὐτό «µή ἀγαπᾶτε τόν κόσµον, µηδέ τά ἐν τῷ κόσµῳ» (Α’ Ἰωαν. β’ 15). Μή ἀγαπᾶτε τόν µάταιο καί µακριά τοῦ Θεοῦ εὑρισκόµενο κόσµο, οὔτε τίς ἀπολαύσεις πού προσφέρει ὁ κόσµος, πού ἀποχωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Διότι ὁ Θεός καί ὁ κόσµος εἶναι δυό πράγµατα ἀσυµβίβαστα. Μᾶς τό λέει καθαρά ὁ θεῖος Ἱάκωβος «οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσµου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; Ὅστις ἄν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσµου ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται» (Ἰακ. δ’ 4). Ἐκεῖνος πού θά θελήσει νά εἶναι φίλος τοῦ κόσµου δηλ. τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσµου, πού δέν φοβοῦνται καί δέν σέβονται τόν Θεό, θά γίνει ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Ποιός ἀπό µᾶς θά θελήσει νά γίνει ἐχθρός τοῦ Ἁγίου Θεοῦ; Ἀσφαλῶς κανείς. Χρειάζεται, ὅµως, νά λάβουµε τήν ἀπόφαση νά ἐξέλθουµε ἀπό τόν κόσµο. Ἄνθρωποι τοῦ κόσµου εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἡ µητέρα µας, ὁ πατέρας µας, τό παιδί µας, ἡ κόρη µας, ὁ σύζυγος ἤ ἡ σύζυγος, ὁ ἀδελφός ἤ ἡ ἀδελφή µας, ὁ παιδικός µας φίλος. Ἀφοῦ, ὅµως, τό ζητεῖ ὁ Θεός θά πρέπει νά τό κάνουµε. Ἔτσι θά παύσουµε νά ἐπηρεαζόµαστε ἀπό τήν νοοτροπία, τά φρονήµατα τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσµου. Φθάνει αὐτό; Ὄχι. Χρειάζεται συγχρόνως:

2. Νά ἀγαπήσουµε τόν Χριστό. Γιατί εἶναι ἀδύνατον νά συγκινού¬µαστε ἀπό τήν κοσµική ζωή καί ταὐτόχρονα νά ἀγαποῦµε τόν Χριστό. Ὅσο ὑπερισχύει µέσα µας ἡ ἀγάπη πρός τόν κόσµο, τόσο ἀτονεῖ ἡ ἀγάπη µας πρός τόν Χριστό. Ἀπεναντίας, ὅταν ἡ καρδιά µας φλέγεται καί πυρπολεῖται ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό, εἶναι ἀδύνατον νά µᾶς συγκινήσουν οἱ ψευτοχαρές τοῦ κόσµου. Κοιτάξατε τόν ἀπ. Παῦλο. Ἐπειδή ἀγαποῦσε τόν Κύριο µέ ὅλη του τήν καρδιά, ἔµεινε ἐντελῶς ἀπρόσβλη¬τος ἀπό τό ἰσχυρό εἰδωλολατρικό πνεῦµα τῆς ἐποχῆς Του. Ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τόν ἔκανε νά θεωρεῖ τίς ἀπολαύσεις, τήν δόξα καί τίς τιµές, πού τοῦ πρόσφερε ὁ κόσµος, «ὡς σκύβαλα», ὡς σκουπίδια, ἄξια κάθε περιφρονήσεως. Στό ἐσωτερικό του δέν ὑπῆρχε καθόλου χῶρος γιά πρόσωπα καί καταστάσεις ἄλλες ἐκτός ἀπό τόν Χριστό. Ὅσες ψυχές κατορθώνουν ὁλόψυχα νά ἀγαπήσουν τόν Χριστό, αὐτές οἱ ψυχές καί Τόν ὁµολογοῦν. Ὅπου σταθοῦν καί ὅπου βρεθοῦν διακηρύσσουν µέ σύνεση καί ἀκρίβεια τήν ἀλήθειά Του. Ἡ ὁµολογία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν λόγων Του ἔρχεται ώς φυσικό ἐπακόλουθο. Διότι «ἐκ τοῦ περισσεύµατος τῆς καρδίας τό στόµα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ’ 34). Αὐτή εἶναι ἡ θεραπεία τῆς ντροπῆς τῆς ὁµολογίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν λόγων Του.

«Ὅς ἄν ἐπαισχυνθῇ µε καί τούς ἐµούς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ µοιχαλίδι καί ἁµαρτωλῷ, καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν».

Ἡ ἀπό µέρους τοῦ Χριστοῦ ἀποκήρυξή µας κατά τήν Δευτέρα Παρουσία Του ἐφ’ ὅσον θά ἐξακολουθήσουµε νά ντρεπόµαστε νά Τόν ὁµολογοῦµε, θά πρέπει ἰδιαίτερα νά µᾶς ἀπασχολήσει. Διότι πρόκειται γιά τήν αἰώνια ἀπώλεια τῆς ψυχῆς µας. Θά εἶναι τροµερό. Νά θυσιάζει στόν Σταυρό τόν Ἑαυτό Του ὁ Κύριος καί νά µᾶς προειδοποιεῖ κατ’ ἐπανάληψη, ὅπως τήν Κυριακή Γ΄ Νηστειῶν µέ τήν Ὕψωση τοῦ Σταυροῦ Του, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπό µέρους µας ὁµολογία τοῦ ὀνόµατός Του καί τῶν λόγων Του καί ἐµεῖς νά ἀδιαφοροῦµε! Καιρός νά ἀνανήψωµε. Νά ἀποµακρύνοµε τόν ἑαυτό µας ἀπό τό κοσµικό πνεῦµα. Νά ἀγαπήσουµε Τόν Σταυρωθέντα γιά µᾶς Κύριο µέ ὅλη µας τήν καρδιά. Ὁπότε καί ἐµεῖς θά ὁµολογοῦµε παντοῦ καί πάντοτε µέ θάρρος καί παρρησία τόν Χριστό καί τήν ἀλήθειά Του. Καί Ἐκεῖνος θά µᾶς ἀναγνωρίσει δικούς Του ὀπαδούς, ἄξιους νά κληρονοµήσουµε τήν αἰωνία δόξαν τῆς Βασιλείας Του.

                                                Ἀρχιµ. Καλλίστρατος Ν. Λυράκης

                                    τ. Ἱεροκήρυκας Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν

                                        «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀπρίλιος 2013
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ Του Σεβ.Κερκύρας Νεκταρίου

Ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί για μας τους χριστιανούς αφορμή παραδόξου καυχήσεως. Ο Απόστολος Παύλος γράφει χαρακτηριστικά στην προς Γαλάτας επιστολή του: «Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6,14) (Όσο για μένα δε θέλω άλλη αφορμή για καύχηση εκτός από το σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το σταυρό που πάνω του πέθανε ο κόσμος για μένα κι εγώ για τον κόσμο). Συνήθως ο άνθρωπος καυχάται για τις επιτυχίες στη ζωή του, για τα χαρίσματά του, για ό,τι του δίδει αποδοχή, δόξα και τιμή από τους συνανθρώπους του και τον κόσμο. Και μάλιστα, η καύχηση αποτελεί σημάδι υπερηφανείας, δηλαδή υπεροχής του καυχώμενου έναντι των άλλων.

            Εμείς οι χριστιανοί καυχώμεθα για κάτι που αποτελεί σημείο ταπεινώσεως, ήττας, απορρίψεως, θανάτου. Γιατί πάνω στο Σταυρό, το όργανο της καταδίκης των χειρότερων κακούργων και εγκληματιών, όπου όποιος θανατώνονταν θεωρούνταν «επικατάρατος» (Γαλ. 3, 10-13), σταυρώθηκε ο Θεάνθρωπος Κύριός μας. Επάνω στο Σταυρό φάνηκε ότι ηττήθηκε οριστικά και αμετάκλητα το Ευαγγέλιο, το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού που ο Χριστός έφερε στον κόσμο. Ηττήθηκε η αγάπη που έδειξε. Ηττήθηκε η αποδοχή Του από χιλιάδες ανθρώπους που Τον ακολουθούσαν σε κάθε κήρυγμά Του. Ηττήθηκαν οι ευεργεσίες Του, τα θαύματά Του, κάθε τι που έκανε για να δώσει άλλο νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Ηττήθηκε η ανθρώπινη ύπαρξή του, η οποία θανατώθηκε βιολογικά μέσα στον πόνο, το μαρτύριο, την αγωνία, την εγκατάλειψη.

            Είναι, επομένως, πολύ παράδοξο να τιμούμε το όργανο της ατιμώσεως, της ήττας και της αποτυχίας. Όμως το κάνουμε εν επιγνώσει. Διότι γνωρίζουμε ότι για τον καθέναν από εμάς επάνω στον Σταυρό σταυρώθηκε ο κόσμος. Το κοσμικό πνεύμα.  Η αμαρτία που μας χωρίζει από το Θεό. Ο εγωισμός, που μας κάνει να πιστεύουμε ότι είμαστε αυτάρκεις. Το ψέμα που παρουσιάζεται ως αλήθεια. Η καταισχύνη του θανάτου χωρίς ελπίδα. Η ζωή χωρίς νόημα και σκοπό. Γιατί πάνω στο Σταυρό ο Χριστός ανέλαβε όλη την αποτυχία της πεπτωκυίας φύσεώς μας, ακόμη και τον θάνατό της, με τη θέλησή Του, υπακούοντας στον Πατέρα Του και εγκαινιάζοντας έναν καινούριο τρόπο ζωής για τον καθέναν άνθρωπο.

            Καυχώμεθα γιατί στο Σταυρό ελευθερωθήκαμε. Καυχώμεθα γιατί ο Χριστός μας αγαπά προσωπικά και το απέδειξε στο Σταυρό. Καυχώμεθα για την ήττα, γιατί γνωρίζουμε ότι μετά την Σταύρωση έρχεται η Ανάσταση. Γιατί ο Σταυρός είναι η αληθινή δόξα για το Χριστό, καθότι ο Θεός της Αγάπης δεν έχει ανάγκη από την δόξα της δυνάμεως και της εξουσίας, της υποταγής και της ανελευθερίας, αλλά Αυτοπροσφέρεται ως Θυσία και Ζωή.

            Μία προϋπόθεση υπάρχει για να ζήσουμε ως χριστιανοί αυτή την καύχηση: να πεθάνουμε κι εμείς για τον κόσμο. Να σταυρώσουμε -με την ζωή της ασκήσεως, με την πνευματική προσπάθεια, με την αγάπη- τα πάθη μας, την παράδοσή μας στον εγωισμό και την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας που μας χωρίζει από το Θεό και τον συνάνθρωπο, τον εγκλωβισμό μας σε μία ζωή χωρίς ελπίδα και χαρά.

            Ο Σταυρός είναι καύχημα γιατί αποκαλύπτει ότι η αληθινή χαρά και η ζωή βρίσκονται στη θυσία και την αγάπη. Βρίσκονται στην διακονία και όχι στην εξουσία. Και αποκαλύπτει  την πρόταση του Θεού στον άνθρωπο, ο οποίος καλείται να ενταχθεί στη ζωή της Εκκλησίας και να αναζητήσει αυτό τον τρόπο ζωής, που μπορεί να φαντάζει ακατανόητος, ιδίως για την εποχή μας, η οποία αποθεώνει την ισχύ των όπλων, της διαφημίσεως, της καταναλώσεως,  της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά δεν προσφέρει ελπίδα, γιατί μας καθηλώνει στην ματαιότητα του κόσμου.

            Ας χαρούμε πνευματικά την εορτή της Προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού. Και ας προσπαθήσουμε και ο δικός μας τρόπος ζωής εν τω κόσμω να μας οδηγήσει στην γνήσια εν Χριστώ καύχηση. Όχι διότι υπερέχουμε έναντι των άλλων με τον εγωισμό και την υπερηφάνεια, αλλά γιατί είμεθα κεκλημένοι στη ζωή της αγάπης και της ελευθερίας. Στην καινή κτίση της Βασιλείας του Θεού, η οποία αποκαλύφθηκε στον Γολγοθά και στην Ανάσταση.
 ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ) (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) π.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

῾Προσερχώμεθα οὖν μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος,

 ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν

εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν᾽

(῎Ας πλησιάσουμε λοιπόν μέ θάρρος τόν θρόνο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, γιά νά μᾶς

 σπλαγχνιστεῖ

 καί νά μᾶς δωρίσει τήν χάρη Του, τήν ὥρα πού τήν χρειαζόμαστε).

α. Στό μέσον τῆς Σαρακοστῆς πού βρισκόμαστε, ἡ ᾽Εκκλησία μας προβάλλει τόν Σταυρό τοῦ

Κυρίου πρός ἐνίσχυσή μας γιά τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς Νηστείας, λόγω τῶν καμάτων πού

 ὁ καθένας κατά τίς ἀντοχές του ἔχει καταθέσει στόν πνευματικό ἀγώνα. Τό ἀποστολικό

ἀνάγνωσμα σχετίζεται μέ τόν Σταυρό ἀκριβῶς τοῦ Κυρίου, γιατί ἀναφέρεται στό ἀρχιερατικό

 ἀξίωμά Του, ὅτι δηλαδή ὁ Κύριος εἶναι ὁ μέγας καί ἀληθινός ἀρχιερέας, ὁ ῾Οποῖος

 μέ τήν σταυρική Του θυσία, ῾αἵρων τάς ἁμαρτίας ἡμῶν᾽, μᾶς ἕνωσε καί πάλι μέ τόν Θεό

κι εἶναι ἕτοιμος νά μᾶς βοηθήσει στήν ὅποια ἀδυναμία παρουσιάζουμε κατά τήν πορεία μας

στόν κόσμο τοῦτο. ῾Η προτροπή λοιπόν τοῦ ἀποστόλου εἶναι εὐνόητη:

῾Προσερχώμεθα οὖν μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον

 καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν᾽.

β. 1. ῾Ο θρόνος τῆς χάριτος λοιπόν εἶναι ἀνοικτός πιά γιά τούς ἀνθρώπους.

 ῾Ο Κύριος γενόμενος ἄνθρωπος καί καταργώντας τήν ἁμαρτία ῾ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ᾽ -

 τήν ἁμαρτία πού μᾶς χώριζε ὡς φράγμα ἀπό τόν Θεό - μᾶς προσέλαβε καί μᾶς ἔκανε

ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον, ὁπότε δι᾽ Αὐτοῦ καί ἐν Αὐτῷ ὡς μέλη Του ἔχουμε δίοδο στήν Βασιλεία Του:

μέ Αὐτόν μποροῦμε καί βλέπουμε καί πάλι τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἤ ἀλλιῶς: γινόμαστε

μέτοχοι τῆς κοινῆς ἐνέργειας ὅλης τῆς Τριαδικῆς θεότητος.  ῾Ο ἄνθρωπος μπορεῖ καί ζεῖ ἤδη

 ἀπό τώρα στά ὅρια τῆς ὕπαρξής του, τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς, τήν παρουσία τοῦ ἴδιου

 τοῦ Θεοῦ. ᾽Εν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ναός τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ναός δηλαδή τοῦ ἐν

 αὐτῷ οἰκοῦντος ῾Αγίου Πνεύματος. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου,

διά τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε ἡ κατάργηση τῆς ἁμαρτίας, χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας

ὡς κλειδί τοῦ Παραδείσου καί θυρῶν αὐτοῦ ἀνοικτήριον.

2. ῾Η προτροπή ὅμως τοῦ ἀποστόλου: ῾προσερχώμεθα᾽

(ἄς προσερχόμαστε, ἄς πλησιάσουμε) ὑπονοεῖ καί τό αὐτονόητο: ὅτι βεβαίως ὁ

 Κύριος μᾶς ἔχει προσφέρει τό σημαντικότερο ὅλων τῶν ἀγαθῶν, δηλαδή τήν

ἀποκατάστασή μας καί τήν ἐν Θεῷ πιά παραμονή μας, ὅμως ἀπαιτεῖ ἀντιστοίχως κ

αί τήν δική μας συγκατάθεση. ῾Ο δρόμος εἶναι ἀνοικτός, ἡ χάρη Του μᾶς ἐνισχύει,

ἄν ὅμως κι ἐμεῖς δέν κάνουμε τό βῆμα πού χρειάζεται ἡ χάρη αὐτή παραμένει ἀνενέργητη.

 ῾Η συνέργεια Θεοῦ καί ἀνθρώπου εἶναι δεδομένη στήν πίστη μας γιά τό γεγονός τῆς

σωτηρίας. ῾Συνεργοί Θεοῦ ἐσμεν᾽ θά σημειώσει ὁ ἀπόστολος. Λοιπόν, τά πάντα

μπορεῖ ἤδη νά ἔχουν ἀνοιχθεῖ, ἡ φυλακή τῆς ἁμαρτίας μπορεῖ νά ἔχει γκρεμισθῆ,

 τά δεσμά δέν ὑφίστανται, ἀλλά πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά ἀνοίξει τά μάτια του γιά

νά δεῖ τήν ἐλευθερία πού τοῦ δόθηκε καί νά θελήσει νά φύγει ἀπό τά δεσμά.

Διαφορετικά, ὁ ἴδιος ξαναθέτει τόν ἑαυτό του μέσα σέ αὐτά, ὅταν μάλιστα καραδοκεῖ

καί ὁ αἰώνιος ἐχθρός, ὁ ὁποῖος μπορεῖ μέν νά εἶναι ἡττημένος, ἀποκτᾶ ὅμως

 συνθῆκες νίκης του ὅταν τόν καλεῖ ἡ ἀμέλεια τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου.

3. ῾Ο ἀπόστολος προχωρεῖ ὅμως περαιτέρω. Καλεῖ τόν πιστό πού ἐν πίστει ἔχει ἀποδεχθῆ τόν

 Χριστό καί ἔχει γίνει μέλος Του ἐν ᾽Εκκλησίᾳ νά προσέλθει μέν καί νά ἀπολαύσει τίς δωρεές

πού ἀπέρρευσαν ἀπό τήν Σταυρική Του θυσία, ἀλλά ῾μετά παρρησίας᾽, μέ θάρρος. Σάν νά

λέει ὁ ἀπόστολος: μήν πλησιάζετε τόν Θεό σάν φτωχοί συγγενεῖς. Εἶστε μέ τόν Χριστό παιδιά τοῦ

Πατέρα καί γι᾽ αὐτό ὅπως τά παιδιά ἔχουν θάρρος ἀπέναντι στόν πατέρα τους, ἔτσι κι ἐσεῖς.

 Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὄχι μόνο ὅ,τι μᾶς πρόσφερε ὁ Χριστός γιά τήν σωτηρία μας ἦταν καρπός τῆς

ἀγάπης Του, ἀλλά αὐτή ἡ ἀγάπη Του παραμένει ἀνεξάντλητη. ᾽Εκεῖνος πού μᾶς ἔδωσε τήν χάρη

Του, πού θά πεῖ ὁλόκληρο τόν ῾Εαυτό Του, ὁ ῎Ιδιος νιώθει χαρά νά Τήν γευόμαστε διαρκῶς,

ὅπως τά παιδιά κατά τρόπο φυσικό γεύονται τά ἀγαθά στό σπίτι τοῦ πατέρα τους.

Καί νά πού ἡ ᾽Εκκλησία μας αὐτήν τήν ἀλήθεια μᾶς καλεῖ νά τήν βιώνουμε πάντοτε βεβαίως,

 κυρίως ὅμως σέ ὅ,τι συνιστᾶ κέντρο καί πυρήνα τῆς ζωῆς της, τήν Θεία Λειτουργία.

Στήν Θεία Λειτουργία, ὅταν πιά ἔχουν μείνει οἱ πραγματικοί πιστοί, οἱ βαπτισμένοι καί χρισμένοι

 στό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου, ἀκοῦνε τήν προτροπή τοῦ ἱερέα ῾καί καταξίωσον ἡμᾶς,

Δέσποτα, μετά παρρησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι Σέ τόν ἐπουράνιον

Θεόν Πατέρα᾽ (καταξίωσέ μας, Δέσποτα, μέ θάρρος καί ἀκατάκριτη συνείδηση, νά

 τολμοῦμε νά Σέ προσφωνοῦμε Πατέρα). ᾽Εκεῖ λοιπόν στό μυστήριο αὐτό τῶν

 μυστηρίων βρίσκουμε τό σημεῖο συντονισμοῦ μας μέ τήν δικαίωση τοῦ ἀνθρώπου

διά τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Στή Θεία Λειτουργία καί στή μετοχή συνεπῶς

 τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου νιώθουμε πραγματικά παιδιά τοῦ

μεγάλου Πατέρα μας, νιώθουμε κυριολεκτικά σάν στό σπίτι μας.

4. ῾Οπότε στήν χαρισματική αὐτή κατάσταση λειτουργίας τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εὑρισκόμενος

 ὁ πιστός ὡς μέλος ᾽Εκείνου, συντονισμένος μέ τόν ρυθμό τῆς κεφαλῆς πού εἶναι ὁ Χριστός,

τῶν ἐξαιρέτων μελῶν πού εἶναι ἡ Παναγία καί οἱ ἅγιοί μας, τῶν ἀδυνάτων λοιπῶν μελῶν

πού συνιστοῦμε τήν στρατευόμενη ᾽Εκκλησία, ἔχει τήν βεβαιότητα λήψεως τῆς χάρης καί

τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. ῾῞Ινα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν᾽. Καί μάλιστα ῾τήν ὥρα πού

χρειαζόμαστε τήν χάρη αὐτή᾽ (῾εἰς εὔκαιρον βοήθειαν᾽). Πού σημαίνει: στό ὅποιο

πρόβλημά μας ἤ καί στήν μεγαλύτερη χαρά μας τό πιό δυνατό σημεῖο μας, ἡ ὥρα τῆς

χάρης τοῦ Θεοῦ καί γιά ἐμᾶς εἶναι ὁ ἐκκλησιασμός μας. Καί πῶς μπορεῖ νά εἶναι διαφορετικά,

 ἀφοῦ μετά ἀπό λίγο ὁ πιστός θά κληθεῖ νά κοινωνήσει ῾μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης᾽

τόν ἴδιο τόν Κύριο ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, κατά τήν ἀψευδῆ βεβαίωσή Του;

 Τότε θά γίνει κι αὐτός κατά χάριν ἕνας μικρός θεός, κατά συνέπεια ὅλα τά ἀνθρώπινα θά

 ῾λιώσουν᾽ κάτω ἀπό τό πῦρ τῆς θεότητος!

Μιλᾶμε ὅμως γιά συντονισμό τοῦ πιστοῦ μέ τόν ρυθμό τοῦ σώματος καί τῆς κεφαλῆς,

πού σημαίνει ὅτι ὄχι μόνο ὁ πιστός πιστεύει στόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία, ἀλλά καθορίζει

 καί ὅλη τήν πορεία τῆς ζωῆς του μέ βάση τό ἅγιο θέλημα ᾽Εκείνου, δηλαδή τήν ἀγάπη.

Πιστός πού δέν ἔχει μπεῖ σ᾽ αὐτόν τόν ρυθμό δέν εἶναι ἀληθινός πιστός, γι᾽ αὐτό καί ἀφενός

ἡ μετοχή του στήν Θεία Λειτουργία μπορεῖ νά τοῦ προκαλέσει πνευματικό ῾ἔμφραγμα᾽,

ἀφετέρου ἡ ὅποια ἐνδεχόμενη παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ θά λειτουργεῖ ὡς θράσος

 ἀπέναντί Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας

 ἀποτρέπουν ἀπό τήν συμμετοχή στήν Θεία Εὐχαριστία ἐκείνους πού δέν ζοῦν μέ ἀγάπη καί κρατᾶνε

 κακία στήν ψυχή τους

 ἀπέναντι στόν ὁποιοδήποτε συνάνθρωπό τους· γιά τόν λόγο ἀκριβῶς ὅτι ἡ θεία Κοινωνία θά τούς

 κάνει κακό καί θά

 εἶναι ῾εἰς κρίμα καί κατάκριμά᾽ τους.

γ. Νά προσερχόμαστε μέ θάρρος στόν θρόνο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Δέν θυμίζει τοῦτο τήν

 πορεία τοῦ ἀσώτου ὅταν ἔπαιρνε τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς πρός τόν Πατέρα του;

Κι ἐκεῖνος προσερχόταν, παρ᾽ ὅλες τίς ἐπιφυλάξεις του, μέ θάρρος, γιατί πίστευε

στήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα. Καί τελικῶς τό παράδειγμά του μᾶς ἀνοίγει πλήρως τά μάτια:

ἡ παρρησία πρός τόν Θεό ἀποκτᾶται ἐκεῖ πού ὑπάρχει μετάνοια. ῞

Οσο τό ῾ἥμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου᾽ θά βρίσκεται στήν καρδιά καί τά χείλη μας,

 τόσο καί ἡ αἴσθηση τῆς υἱότητός μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ θά φουντώνει μέσα μας.
 Γ’ Κυριακή των Νηστειών – Της Σταυροπροσκυνήσεως. «ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ » Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΑ καί Προσκλητήριο.

 Προσκλητήρια πολλά, ποικίλα, από διαφόρους αρχηγούς και ηγέτες ακούσθηκαν στο διάβα των αιώνων ακούγονται και σήμερα.

Πάνω όμως απ΄όλα αυτά τα ανθρώπινα προσκλητήρια, που καλούσαν και καλούν τους ανθρώπους σε υλικές απολαύσεις και υλιστικά επιτεύγματα, το Προσκλητήριο, το μοναδικό, το υπέροχο, το θείο ακούγεται είκοσι αιώνες τώρα και επαναλαμβάνεται και στην εποχή μας, απευθυνόμενο σε μικρούς και μεγάλους, σοφούς και αγραμμάτους, σε φτωχούς και πλουσίους.

«Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού ».

Το θείο αυτό Προσκλητήριο έχει δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που είναι ευκαιρία να μελετήσουμε.

Δεν είναι άνθρωπος αυτός που καλεί. Είναι ο Δυνατός κυρίαρχος και εξουσιαστής του σύμπαντος.

Και όμως η πρόσκλησή του δεν έχει τίποτε το διστακτικό, τίποτε το πιεστικό.

Ο τραχύς τόνος ταιριάζει στα χείλη των ανθρώπων με το μικρό κύρος και την περιορισμένη δύναμη.

 Ο μεγάλος όμως Ηγέτης, ο Κύριος και Θεός, που ήρθε στην γη « μορφήν δούλου λαβών », δεν αναγκάζει κανέναν να καταταγεί στον στρατό του. Μολονότι ο άνθρωπος είναι το πλάσμα του,είναι το δημιούργημα των χειρών του, στέκεται με λεπτότητα και σεβασμό εμπρός στην προσωπικότητά του.

Ο Κύριος δεν στρατολογεί. Προσκαλεί ο γλυκύς Ιησούς. Διότι θέλει η παράταξή του να αποτελείται όχι από ανελεύθερα ανδράποδα, αλλά από εθελοντές σταυροφόρους. Θέλει αυτοί που συνειδητά θα φέρουν το τιμημένο όνομα του χριστιανού, να νοιώθουν τον χριστιανισμό, όχι σαν αλυσόδεμα, αλλά σαν δύναμη που εμπνέει την καρδιά και ατσαλώνει την θέληση.

Γι΄ αυτό, λἐει, όποιος θέλει μπορεί να με ακολουθήσει, ν΄ακολουθήσει τον δρόμο που πρώτος βάδισα:

 τον δρόμο της αρετής και της απαρνήσεως του, κάθε τι που υποβιβάζει τον άνθρωπο.

Αυτό είναι το πρώτο χαρακτηριστικό της θείας αυτής Προσκλήσεως :

Ο σεβασμός της ανθρώπινης ελευθερίας.

« Ου βιάζει, ουκ αναγκάζει, αλλ΄έκαστον κύριον της εαυτού προαιρέσεως ποιεί ».

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της θείας Προσκλήσεως είναι η ειλικρίνεια του μεγάλου Ηγέτου.

Από την πρώτη στιγμή που καλεί τους οπαδούς του δεν τους κρύβει την αλήθεια, ούτε προσπαθεί να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα ψευδαισθήσεων και απατηλών ονείρων, όπως συχνά κάνουν όσοι ζητούν να παρασύρουν με το μέρος τους τις μάζες και μάλιστα τους νέους.

Αυτοί όταν μιλούν στα πλήθη χρησιμοποιούν τις πιο εύηχες λέξεις, τα πιο φαντακτερά συνθήματα.

Τους μιλούν για την δήθεν δικαιοσύνη, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μουφλαρισμένη αδικία.

 Τους πιπιλίζουν το μυαλό με την δήθεν ελεύθερη ζωή, που οδηγεί όμως στην  υποδούλωση την πνευματική. Τους προτείνουν ανατροπές θεσμών και αξιών.

Αυτό έκαναν και κάνουν πολλοί δήθεν οδηγοί και ηγέτες.

Αλλ΄ ο Θεάνθρωπος Κύριος κάνει το εντελώς αντίθετο. Απευθύνεται στον εσωτερικό άνθρωπο, όπου βρίσκεται η ρίζα του κακού. Μιλάει στα πλάσματά του με απόλυτη ειλικρίνεια.

Αποκαλύπτει από την πρώτη στιγμή ότι ο δρόμος στον οποίο τους καλεί είναι ένας δρόμος ανηφορικός.

Αν αποφασίσετε συνειδητά να με ακολουθήσετε, λέει, πρέπει από την πρώτη στιγμή να πάρετε  την απόφαση να αγωνισθείτε, να πολεμήσετε τον κατώτερο εαυτό σας. Όλα εκείνα, που σαν πάθη, σαν κακίες έχουν φωλιάσει μέσα σας, να τα ξεριζώσετε και να βάλετε στην θέση τους την αγάπη, την τιμιότητα, την ειλικρίνεια.

Αυτά λέει ο Αρχηγός και τελειωτής Κύριος με σαφήνεια, καθαρότητα, χωρίς τίποτα ν΄αποκρύψει.

 Και ακόμη ζητάει απ΄όσους ελεύθερα θα τον ακολουθήσουν να σηκώσουν με πίστη,  ελπίδα και χαρά τον σταυρό τους. Κάθε δυσκολία που θα συναντήσουν, κάθε εμπόδιο  για το καλό, να το υπερνικήσουν αγωνιζόμενοι με δύναμη και θάρρος. Κάθε άνθρωπος έχει τον Σταυρό του, μεγαλύτερο ή μικρότερο σταυρό, αυτόν πρέπει να σηκώσει με υπομονή.

Δυστυχώς, όμως μυριάδες είναι εκείνοι οι άνθρωποι που κλείνουν τα αυτιά τους στην πρόσκληση αυτή και ακούνε με προσοχή διαφόρους άλλες προσκλήσεις, που υπόσχονται ελευθερία, ευτυχία, δόξα και μεγαλεία. Και καταντούν ψυχικά ράκη, νοιώθοντας σαν φυλακισμένοι.

Ποιος θ΄αραδιάσει τα ναυάγια; Ποιος θα μετρήσει τους ναυαγούς; Και ποιος θα βοηθήσει  τους συγχρόνους ανθρώπους ν΄ ακούσουν την θεία πρόσκληση, που καλεί σε ανώτερη ζωή;

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

 Κυριακή Β’ Νηστειών – Η θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ Η πίστη κάνει θαύματα!
Η θεραπεία του παραλύτου
Η πίστη κάνει θαύματα!
Η είδηση κυκλοφόρησε αστραπιαία: ο Κύριος βρίσκεται σε κάποιο σπίτι στην Καπερναούμ. Κι αμέσως έτρεξαν κοντά του τόσο πολλοί, ώστε γέμισε όλο το σπίτι και δεν χωρούσε πλέον κανείς άλλος εκεί. Ενώ όμως ο Κύριος δίδασκε το λαό, τέσσερις άνθρωποι μετέφεραν εκεί, πάνω σ’ ένα κρεβάτι, έναν παράλυτο. Κι επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν μέσα στο σπίτι, ανέβηκαν στη στέγη του σπιτιού και την ξήλωσαν πάνω από το σημείο που βρισκόταν ο Κύριος. Κατόπιν κατέβασαν σιγά-σιγά το κρεβάτι. Και καθώς ο Κύριος είδε μπροστά του τον παράλυτο, διέγνωσε τη μεγάλη πίστη που είχε κι αυτός και οι άλλοι που τον μετέφεραν.
Διότι οι φίλοι του παραλύτου δεν θα έφερναν τον φίλο τους στον Χριστό, αν δεν είχαν μια τόσο μεγάλη και δυνατή πίστη. Και μάλιστα μετέφεραν τον φίλο τους με τόσες δυσκολίες και κόπους μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων. Χωρίς να υπολογίσουν τις αντιδράσεις του ιδιοκτήτη, έκαναν μία πράξη τόσο επικίνδυνη! Διότι η ανάβαση του παραλύτου στη στέγη του σπιτιού και η κάθοδός του από το άνοιγμα της στέγης ήταν δύσκολη επιχείρηση και είχε πολλούς κινδύνους. Αυτοί όμως δεν υπολόγισαν τίποτε, διότι είχαν μεγάλη πίστη. Τέτοια πίστη άλλωστε είχε κι ο παράλυτος, διότι δεν θα δεχόταν να τον μεταφέρουν με τον τρόπο αυτό, εάν δεν πίστευε ότι ο Ιησούς μπορούσε να τον κάνει καλά.
Και διδασκόμαστε έτσι πόσο μεγάλα θαύματα μπορεί να κάνει η θερμή και ακλόνητη πίστη. Μια τέτοια πίστη χρειαζόμαστε κι εμείς. Μια πίστη που δεν θα υπολογίζει εμπόδια, κινδύνους και συνέπειες, θα ξεπερνά τα όρια της περιορισμένης λογικής. Αυτή την πίστη που θα μεταμορφώνει τη ζωής μας και θα μας οδηγεί στην υπακοή του θείου θελήματος. Βέβαια η πίστη είναι θείο δώρο, ουράνιο χάρισμα, και η καλλιέργεια της πίστεως είναι έργο μιας ολόκληρης ζωής. Γι’ αυτό θα πρέπει να ζητούμε από τον άγιο Θεό με όλη τη θέρμη της καρδιάς μας να μας κάνει ανθρώπους πίστεως, για να παραθέτουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας ολόκληρη στα χέρια του παντοδυνάμου Θεού.
Πρώτα η ψυχή μας
Καθώς ο Κύριος διέγνωσε αυτή τη μεγάλη πίστη τους, λέει στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου έχουν συγχωρεθεί οι αμαρτίες σου, οι οποίες είναι η αιτία της σωματικής παραλυσίας σου». Μόλις όμως άκουσαν τα λόγια του Κυρίου μας οι Φαρισαίοι, άρχισαν να σκέφτονται: Γιατί ο άνθρωπος αυτός ξεστομίζει τέτοιες βλασφημίες; Ποιος άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός; Ο Κύριος όμως, που κατάλαβε της πονηρές σκέψεις τους, τους είπε: Γιατί έχετε τέτοιους κακούς λογισμούς; Τι είναι ευκολότερο, να πω στον παράλυτο «είναι συγχωρημένες οι αμαρτίες σου», ή να του πω, «πάρε στον ώμο σου το κρεβάτι σου και περπάτα»; Για να μάθετε λοιπόν ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία στη γη να συγχωρεί αμαρτίες, λέει στον παράλυτο: Σε σένα μιλώ, πάρε το κρεβάτι στον ώμο σου και πήγαινε στο σπίτι σου.
Και ο παράλυτος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και έφυγε από το σπίτι εκείνο. Τον είδαν όλοι με τα μάτια τους και έκπληκτοι δόξαζαν τον Θεό λέγοντας ότι ποτέ δεν είδαμε παράλυτο με μία προσταγή να σηκώνεται αμέσως και να περπατά.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από την όλη διήγηση του θαύματος φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο παράλυτος αυτός έπασχε από διπλή παραλυσία. Ήταν άρρωστος και στο σώμα και στην ψυχή. Οι πολλές αμαρτίες του είχαν παραλύσει και την ψυχή και το σώμα του. Και ο Κύριος ήθελε να λυτρώσει τον παράλυτο πρώτα από την παραλυσία της ψυχής του, που ήταν η αιτία της ασθενείας του.
Ο Κύριος βέβαια κάποιες φορές μπορεί να συγχωρεί τις αμαρτίες μας χωρίς να θεραπεύει τις ασθένειές μας. Ή και αντίθετα, να θεραπεύει τις ασθένειές μας χωρίς να συγχωρεί τις αμαρτίες μας, όταν εμείς μένουμε αμετανόητοι. Αλλά τότε ποια ωφέλεια μπορούμε να έχουμε όταν μείνει μέσα στην ψυχή μας το δηλητήριο της αμαρτίας; Αντίθετα, όταν με τη μετάνοια και ιερά Εξομολόγηση συμφιλιωθούμε με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν θεραπευθούν οι ασθένειές μας, αισθανόμαστε το φορτίο των ασθενειών μας πιο ελαφρό και κερδίζουμε αιώνια σωτηρία!
Μη λέμε λοιπόν «πάνω απ’ όλα η υγεία». Λάθος! Πάνω απ’ όλα η υγεία της ψυχής μας! Τι να το κάνεις να ζήσεις υγιής πολλά χρόνια και να υποφέρεις αιωνίως φρικτούς πόνους στην κόλαση; Εμείς βέβαια, όταν αρρωστήσει το σώμα μας, τρέχουμε στους καλύτερους γιατρούς, και καλά κάνουμε. Για την ψυχή μας όμως, που είναι συχνά άρρωστη, θα πρέπει να δείχνουμε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Να τρέχουμε τακτικά στο μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως. Εκεί ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας θα μας προσφέρει την ίαση της ψυχής μας. Και εάν το κρίνει ωφέλιμο για μας, θα μας χαρίζει και την υγεία του σώματος. Εμείς πάντως ας το κατανοούμε, ας το εφαρμόζουμε και ας το λέμε: «πάνω απ’ όλα η υγεία… της ψυχής μας».
 ΚΥΡΙΑΚΗ Β ΝΗΣΤΕΙΩΝ Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ως ποιμένας Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ως ποιμένας
                                     Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος μόναζε στό Άγιον Όρος, ύστερα από πρόσκληση τών Χριστιανών τής Θεσσαλονίκης υπερμάχησε στήν αντίκρουση τού αντιησυχασμού τόν οποίο δίδασκε ο Βαρλαάμ. Μέ τήν Σύνοδο τού 1341 καταδικάσθηκε ο Βαρλαάμ καί η διδασκαλία του.
Η εκλογή τού αγίου Γρηγορίου σέ Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης έγινε στήν Σύνοδο τού 1347, η οποία κατaδίκασε τήν συνέχιση τής αντιησυχαστικής διδασκαλίας. Ήδη ο άγιος Γρηγόριος είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος στήν Εκκλησία καί κλήθηκε νά ποιμάνη τούς Θεσσαλονικείς, εκεί όπου ξέσπασε η αντιησυχαστική αίρεση.
Μετά τήν εκλογή του, πήγε στήν Θεσσαλονίκη, αρχές τού Σεπτεμβρίου τού έτους 1347, γιά νά αναλάβη τήν διαποίμανση τού ποιμνίου του σέ μιά τραγική περίοδο, αφού η πόλη κυβερνιόταν από τήν ηγεσία τών Ζηλωτών καί υπήρχε μεγάλη κοινωνική αναταραχή.
Οι Ζηλωτές τής Θεσσαλονίκης ήταν ένα καινούριο στοιχείο, ξένο πρός τίς παραδοσιακές δομές τής πόλεως, εμπνέονταν από αγάπη πρός τήν Δύση καί εξελίχθηκαν σέ ένα κόμμα πού αποτελείτο, κυρίως, από τούς πρόσφυγες καί τούς πτωχούς τής πόλεως, μέ μεταρρυθμιστικές καί αντιμοναχικές-αντιησυχαστικές αρχές, ενώ είχαν διατηρήσει τήν απέχθεια πρός τήν ιδιοκτησία. Είχαν ενεργήσει βίαια καί κατέλαβαν τήν διοίκηση τής πόλεως τό έτος 1345 καί παρέμειναν στήν εξουσία μέχρι τό έτος 1350. Οι Ζηλωτές τής Θεσσαλονίκης πού διοικούσαν τήν πόλη –όχι ο λαός– δέν δέχθηκαν τόν άγιο Γρηγόριο ως Μητροπολίτη, όταν πήγε νά ενθρονισθή τό έτος 1347.
Ο άγιος Γρηγόριος δέν επέμεινε νά παραμείνη στήν Θεσσαλονίκη, αλλά κατέφυγε στό Άγιον Όρος. Δέν θέλησε νά δημιουργήση έριδες καί διαιρέσεις στό ποίμνιό του. Συγχρόνως, αρνήθηκε τίς προτάσεις τού αρχηγού τών Σέρβων Στεφάνου Δουσάν νά τόν υποστηρίξη μέ άλλους απώτερους σκοπούς.
Ο άγιος Γρηγόριος έκανε καί μιά δεύτερη προσπάθεια νά εισέλθη στήν Θεσσαλονίκη, αφού προηγουμένως είχε επισκεφθή τήν Κωνσταντινούπολη. Αυτό πρέπει νά έγινε τό φθινόπωρο τού 1348. Τόν παρακίνησαν τόσο ο Πατριάρχης Ισίδωρος όσο καί οι Βασιλείς, οι οποίοι, βέβαια, τότε είχαν συμφιλιωθή μεταξύ τους. Δυστυχώς, καί πάλι δέν κατόρθωσε νά αναλάβη τήν ποιμαντική διακονία τού λαού. Αυτό έγινε γιατί οι ηγέτες τών Ζηλωτών ζητούσαν από τούς Βασιλείς μεγάλα καί υπεράνω τής τάξεώς τους «έπαθλα τής αταξίας καί τής στάσεως».
Η ενθρόνιση τού αγίου Γρηγορίου στήν Θεσσαλονίκη έγινε τόν Δεκέμβριο τού 1350, μετά τήν εκδίωξη τών Ζηλωτών καί τήν ελευθέρωση τής πόλεως από τήν κατοχή τους, δηλαδή τρία χρόνια μετά τήν εκλογή του καί αφού απέτυχε δύο φορές νά αναλάβη τά ποιμαντικά του καθήκοντα. Ο τρόπος μέ τόν οποίον άσκησε τήν ποιμαντική του διακονία φαίνεται σέ τρία σημεία.
Τό πρώτο αναφέρεται στό γεγονός τής ενθρονίσεώς του. Είναι σημαντικά τά όσα λέγει ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιά τούς στασιαστές, τήν απομάκρυνσή τους, αλλά καί γιά τήν άνοδο τού αγίου Γρηγορίου στόν Μητροπολιτικό θρόνο τής Θεσσαλονίκης. Κατ” αρχάς λέγει ότι ήταν ελάχιστοι εκείνοι πού δέν δέχθηκαν τόν άγιο Γρηγόριο κατά τήν πρώτη είσοδό του στήν Θεσσαλονίκη καί αυτοί ήταν πονηροί, φθορείς καί ανάξιοι. Στήν συνέχεια λέγει ότι η ίδια η πόλη εξεγέρθηκε εναντίον τους καί άλλους μέν από αυτούς τούς «κακούργους καί μιαρούς» τούς εξωθεί καί αποβάλλει καί άλλους τούς σωφρονίζει καί αναστέλλει από τήν κάκιστη ορμή καί τίς μοχθηρές πράξεις μέ τά κατάλληλα θεραπευτικά φάρμακα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί είναι ενδεικτικοί τής νοοτροπίας καί τού έργου τών Ζηλωτών.
Η υποδοχή τήν οποία επεφύλαξε ο λαός στόν άγιο Γρηγόριο ήταν μεγαλειώδης καί δέν μπορεί νά παραβληθή καθόλου «βασιλικοίς επινικίοις καί θριάμβοις καί πομπαίς εισοδίοις». Ενεδύθη ποδήρη χιτώνα καί τήν ιερή στολή γιά νά εισέλθη στήν Θεσσαλονίκη. Η ποιμαντική δράση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά άρχισε αμέσως μέ τήν τελετή τής ενθρόνισής του. Ο τρόπος μέ τόν οποίον ενήργησε δείχνει ότι συμπεριφερόταν ως Πνευματικός Πατέρας.
Στά πρόθυρα τής πόλεως απηύθυνε ευχή στόν Χριστό. Ήταν μιά προσευχή μετανοίας γιά όσα προηγήθηκαν στήν πόλη τής Θεσσαλονίκης, προσευχή εκζητήσεως τού ελέους τού Θεού καί ειρηνεύσεως τού λαού. Τό περιεχόμενο τής προσευχής δείχνει αφ” ενός μέν τήν τραγική κατάσταση τής πόλεως, πού προηγήθηκε, αφ” ετέρου δέ τήν πνευματική προσωπικότητα τού αγίου Γρηγορίου. Ο άγιος Γρηγόριος συμπεριφέρεται ως μεγάλος Πνευματικός ηγέτης.
Διερχόμενος τήν πόλη γιά νά ενθρονισθή, όλοι οι ψάλτες έψαλαν ύμνους αναστασίμους, ωσάν νά έβλεπαν τόν αναστάντα Χριστό. Έψαλαν: «Καθαρθώμεν τάς αισθήσεις, καί οψόμεθα τώ απροσίτω φωτί τής αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα».
Τό δεύτερο σημείο είναι τό πώς άρχισε τήν ποιμαντική του διακονία καί αυτό δείχνει τίς ορθές βάσεις τού ποιμαντικού του έργου. Τήν τρίτη ημέρα από τήν είσοδό του στήν πόλη όρισε πάνδημη πομπή καί λιτανεία μέ ιερές εικόνες, ψαλμωδίες καί ευχές. Στήν λιτανεία αυτή παρευρέθηκαν όλοι οι κάτοικοι τής Θεσσαλονίκης. Διήλθε τό μεγαλύτερο μέρος τής πόλεως «ευχόμενος, ευλογών, υπέρ τών παρελθόντων ευχαριστών, υπέρ τών μελλόντων δεόμενος». Στό τέλος δέ τής λιτανείας ομίλησε στόν λαό γιά τήν ειρήνη καί τήν ομόνοια. Ο πρώτος αυτός λόγος τού μεγάλου Ιεράρχου είναι υπόδειγμα λόγου καί ειρηνευτικής αποστολής καί δείχνει πώς αισθανόταν ως Επίσκοπος.
Στήν αρχή τού λόγου θέτει τίς αληθινές θεολογικές προϋποθέσεις τής κοινωνίας. Ομιλεί γιά τόν κοινό Πατέρα καί γιά τήν εν Χριστώ αδελφότητα. Μάς δημιούργησε ο Θεός, καί είμαστε αδελφοί, λόγω τού ?Αδάμ, τού κοινού γενάρχου. Επίσης, η αδελφότητα είναι ισχυρότερη, λόγω τής ομογένειας καί τής κοινής μητέρας, δηλαδή τής Εκκλησίας. Οι Χριστιανοί είναι ένα σώμα, έχουν κεφαλή τόν Χριστό. Βαπτίσθηκαν σέ ένα Βάπτισμα, έχουν μία πίστη, μία ελπίδα, έναν Θεό. Έτσι, πρέπει νά είναι στενά συνδεδεμένοι μέ τήν αγάπη.
Στήν συνέχεια αναφέρεται στά συγκεκριμένα γεγονότα πού τάραξαν τήν Θεσσαλονίκη. Ενώ έπρεπε νά είχαν αγάπη, εν τούτοις εισήλθε μέ τήν συνέργεια τού πονηρού τό μίσος. Έτσι, μέ αυθεντικό τρόπο ο άγιος Γρηγόριος περιγράφει τήν κατάσταση πού επικρατούσε κατά τήν κατοχή τής πόλεως από τούς Ζηλωτές. Οι πληροφορίες είναι αξιόλογες.
Γράφει ότι τό μίσος πού εισήλθε διέσπασε τήν κοινωνία καί τήν ενότητα μέ τόν Θεό καί τούς αδελφούς, έκανε τήν πόλη παράλυτη, δημιούργησε εχθρικές μερίδες, συγχύσεις, ταραχές, δίνοντας τήν εικόνα ότι η πόλη κυριεύθηκε από εχθρούς. Οι κάτοικοι τής πόλεως έτρεχαν σέ όλη τήν πόλη, άλλοι καταστρέφοντας τά σπίτια, άλλοι αρπάζοντας τά ευρισκόμενα σέ αυτά καί μέ μεγάλη μανία αναζητούσαν τούς οικοδεσπότες γιά νά τούς φονεύσουν «ανηλεώς τε καί απανθρώπως». Ως πραγματικός ποιμήν καί αληθινός ιατρός παρουσίασε τό πάθος, τήν πληγή τής πόλεως.
Δέν αρκείται, όμως, μόνον σέ αυτό, αλλά προχωρεί καί στήν θεραπεία. Ο ιατρός δέν αρκείται στήν αποκάλυψη τής πληγής, αλλά καί θεραπεύει. Τό ίδιο κάνει καί ο άγιος μέ τόν θεραπευτικό καί ειρηνευτικό του λόγο. Τονίζει ότι δέν επιδιώκει νά τούς ονειδίση, αλλά, αφού γνωρίσουν τήν νόσο, στήν συνέχεια πρέπει νά τήν θεραπεύσουν. Τούς προτείνει νά αναζητήσουν τήν αιτία από τήν οποία έπεσαν, νά ζητήσουν τήν θεραπεία καί νά τήν διαφυλάξουν. Η αιτία τού μίσους καί τών ταραχών είναι η αμαρτία. Ο άγιος Γρηγόριος γνωρίζει ότι η πρόθεση τών επαναστατών δέν ήταν απλώς οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις καί μεταβολές, αλλά η αμαρτία. Όλα αυτά υποκινούνται από τόν διάβολο. Αναλύει πολύ παραστατικά ότι η αμαρτία είναι η αιτία τής στάσεως αυτής. Οι λόγοι αυτοί τού αγίου Γρηγορίου δείχνουν τόν τρόπο μέ τόν οποίο, εργάσθηκε ποιμαντικά στήν Θεσσαλονίκη.
Ο άγιος Γρηγόριος δέν είναι ένας ξηρός κοινωνιολόγος, αλλά πραγματικός πατέρας καί ποιμένας, δηλαδή ιατρός τών νοσούντων ανθρώπων, αφού προσπαθεί νά τούς θεραπεύση. Συγκρίνοντας τήν περίπτωση τών κατοίκων τής Θεσσαλονίκης μέ τόν παραλυτικό τού Ευαγγελίου, πού καθόταν στήν Κολυμβήθρα τού Σιλωάμ, λέγει ότι υπάρχουν δύο ομοιότητες. Όπως ο παραλυτικός παρέμεινε στήν Κολυμβήθρα χωρίς νά απομακρύνεται, έτσι καί αυτοί δέν έφυγαν τελείως από τήν Εκκλησία. Καί όπως εκείνος δέν είχε άνθρωπο νά τόν βοηθήση, έτσι καί αυτοί δέν είχαν ποιμένα τόσον καιρό γιά νά τούς ειρηνεύση.
Μετά προχωρεί στίς παραινέσεις καί τίς προτροπές. Δέν είχαν ποιμένα, τώρα όμως έχουν. Αυτός θά τούς παρηγορήση καί θά τούς θεραπεύση. Τούς συνιστά συμφιλίωση μέ τόν Θεό, επίγνωση τής συγγένειας πού έχουν μεταξύ τους, ανάμνηση τών παλαιών ημερών τής ειρήνης. Τούς προτρέπει νά μή σκέπτωνται τό κακό, ούτε νά ανταποδώσουν τό κακό, αλλά νά νικήσουν τό κακό μέ τό αγαθό. Νά ενστερνισθούν τήν αγάπη, νά κάνουν υπακοή στόν ευαγγελισμό τής ειρήνης καί μάλιστα νά συνεργασθούν μαζί του στό θέμα τής ειρηνεύσεως. Η διακονία του ως Ποιμένος είναι διακονία αγάπης καί ειρήνης. Είναι υπηρέτης αυτής τής διακονίας. Πρέπει νά είναι συμφιλιωμένοι καί ομονοούντες, έχοντες στό μέσον τόν Χριστό.
Όπως φαίνεται από τήν πρώτη εκείνη ομιλία τού αγίου Γρηγορίου, αφ” ενός μέν προσδιορίζεται η νόσος καί η θεραπεία τών στασιαστών καί ολοκλήρου τής πόλεως, αφ” ετέρου δέ προτρέπονται οι αδικηθέντες νά μήν ανταποδώσουν τό κακό, αλλά νά ειρηνεύσουν καί νά αγαπήσουν τούς εχθρους τους. Μέσα στά πλαίσια αυτά κρύπτεται όλο τό ειρηνευτικό έργο τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά στήν Θεσσαλονίκη. Μετά από μεγάλες ανωμαλίες απαιτείται αυτοσυγκράτηση καί ισχυρή προσωπικότητα γιά νά θεραπεύση τήν οργή τού λαού.
Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος διασώζει τήν πληροφορία ότι μετά τήν ομιλία εκείνη έκανε φίλους καί αυτούς ακόμη τούς υβριστές του καί τούς προηγουμένους εχθρούς καί στασιαστές. Όχι μόνον τούς έκανε φίλους, αλλά καί δούλους, μέ τήν έννοια ότι έπεσαν στά πόδια του, τά ασπάζονταν, εξομολογούνταν τά αμαρτήματα πού έπραξαν καί ζητούσαν συγγνώμη. Ο άγιος όχι μόνον τούς συγχώρησε, αλλά έκανε καί κάτι μεγαλύτερο, τούς ενέγραψε στούς φίλους του καί τούς ευεργετούσε μέ λόγια καί ενέργειες. Έκανε καί σύναξη ιερέων, στούς οποίους υπενθύμισε τά καθήκοντά τους. Καί μέ όλους αυτούς τούς τρόπους ο άγιος Γρηγόριος έφερε τήν ειρήνη καί θεράπευε τούς Χριστιανούς.
Τό τρίτο σημείο πού δείχνει τόν τρόπο τής ποιμαντικής του διακονίας φαίνεται στό περιεχόμενο τών ομιλιών του πού διασώθηκαν.
Παρέμεινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης μέχρι τήν κοίμησή του πού συνέβη τήν 14η Νοεμβρίου τού έτους 1359, δηλαδή υπήρξε Μητροπολίτης γιά δώδεκα χρόνια (1347-1359), αλλά σχεδόν τά μισά από αυτά παρέμεινε στόν αρχιερατικό του θρόνο. Ήδη είδαμε ότι ενθρονίσθηκε τρία χρόνια μετά τήν εκλογή του, καθώς επίσης ένα χρόνο πέρασε αιχμάλωτος στούς Οθωμανούς.
Όταν διαβάζη κανείς τίς ομιλίες αυτές παρατηρεί ότι ομιλούσε ως θεολόγος, ησυχαστής καί Πνευματικός Πατέρας πού αντιμετώπιζε τά προβλήματα τού λαού, ακόμη καί τά κοινωνικά, μέσα από τήν θεολογική προοπτική τής Εκκλησίας. Όλη τήν θεολογία, τήν οποία ανέπτυξε προηγουμένως εναντίον τού Βαρλαάμ καί τών διαδόχων του, τήν πέρασε μέ ανάλογη προσαρμογή στό ποίμνιό του στήν Θεσσαλονίκη. Στά κηρύγματά του συνδέει στενά τήν θεοπτική θεολογία μέ τήν ησυχαστική παράδοση, τά Μυστήρια τής Εκκλησίας μέ τήν άσκηση, τήν λειτουργική ζωή μέ τήν φιλανθρωπία.
Έτσι, βλέπουμε θαυμάσιες αναλύσεις γιά τόν σκοπό τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού, γιά τήν θέα-θεωρία τού ακτίστου Φωτός, γιά τήν βίωση τού μυστηρίου τού Σταυρού καί τής Αναστάσεως τού Χριστού, γιά τήν εκκλησιαστική ζωή, γιά τήν αξία καί σημασία τών αγίων τής Εκκλησίας, ιδίως τού πολιούχου τής Θεσσαλονίκης αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τού Μυροβλύτου, γιά τήν αγάπη πρός τούς πτωχούς κλπ.
Γενικά, από τίς ομιλίες αυτές καταλαβαίνουμε πώς γίνεται μιά εκκλησιαστική, ποιμαντική διακονία από έναν μεγάλο Πατέρα τής Εκκλησίας, έναν θεολόγο καί ησυχαστή. Ακόμη καί η κοινωνική του διδασκαλία είναι απόρροια τής εκκλησιαστικής ζωής, τής φιλοθεΐας καί τής φιλανθρωπίας.
Ο τρόπος τής ποιμαντικής του διακονίας φαίνεται καί σέ μιά επιστολή πού έστειλε στό ποίμνιό του, τήν οποία έγραψε κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του στούς Οθωμανούς καί στήν οποία ενημερώνει τούς Χριστιανούς γιά όσα συνέβησαν κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του, πού δείχνει τήν στενή επικοινωνία πού είχε μαζί τους. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο επίλογος τής επιστολής, γιατί δείχνει πώς εργαζόταν στό ποίμνιό του, πώς εξασκούσε τήν ποιμαντική του διακονία.
Γράφει ότι, όπως διδάσκει τούς Θεσσαλονικείς τήν οδό τής σωτηρίας μέ θυσία καί παρρησία, έτσι τό κάνει καί κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του. Οι Θεσσαλονικείς δέν πρέπει νά ξεχνούν ότι έχουν ζωντανό καί αληθινό Θεό πού μαρτυρείται από τούς αγίους, αλλά καί αυτοί πρέπει νά έχουν ζωντανή καί αληθινή πίστη, γιατί η πίστη πού δέν μαρτυρείται από τά έργα είναι νεκρή. Είναι αδύνατον κάποιος άπιστος νά εμπιστευθή τόν Χριστιανό, όταν, ενώ πιστεύη στόν Χριστό πού γεννήθηκε από παρθένο Πατέρα αχρόνως καί από παρθένο Μητέρα εν χρόνω, εν τούτοις όμως δέν ασκή τήν παρθενία (ο μοναχός) καί τήν σωφροσύνη (ο έγγαμος), αλλά ζή τήν ακολασία. Δέν μπορεί κανείς νά γίνη κατά Χάρη υιός τού Θεού, όταν δέν κάνη ό,τι έκανε καί ο Ίδιος ο Χριστός. Στό τέλος προτρέπει τούς Χριστιανούς νά κάνουν αυτοί τήν αρχή καί ο Θεός θά βοηθήση. Γιά νά σωθή ο άνθρωπος πρέπει νά απομακρυνθή από τήν κακία, νά αποκτήση τήν αρετή, νά αναλάβη τά έργα τής μετανοίας, καί νά προσμένη τήν βοήθεια τού Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος οδηγείται στήν πρόσκτηση τών θεϊκών αρετών «διά τής τού θείου πνεύματος ενοικήσεως» καί θεοποιείται.
Επομένως, η προσευχή καί η ομιλία πού έκανε ο άγιος Γρηγόριος κατά τήν είσοδό του στήν Θεσσαλονίκη καί τήν ανάληψη τών επισκοπικών του καθηκόντων, οι ομιλίες στό ποίμνιό του, καί η επιστολή πού έστειλε στήν Εκκλησία του από τόν χώρο τής αιχμαλωσίας του φανερώνουν τό πώς ενεργούσε ως Ποιμένας.
Ο άγιος Γρηγόριος ήταν μεγάλος ησυχαστής Πατέρας, αλλά καί ένας μεγάλος ποιμένας πού καθοδηγούσε ορθόδοξα τό ποίμνιό του. Στήν περίπτωσή του φαίνεται ευδιάκριτα πώς ένας ησυχαστής μπορεί νά ποιμαίνη τούς ανθρώπους, πώς ένας ποιμένας ορθοτομεί τόν λόγο τής αληθείας μέ τήν βίωση τού αληθινού ησυχαστού καί πώς πρέπει νά θεολογή καί νά ποιμαίνη ένας Επίσκοπος.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση Μάρτιος 2013
 ΚΥΡΙΑΚΗ Β ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ; π.Αλέξιος Αλεξόπουλος


Αλήθεια, μπροστά στο θέαμα ενός παραλύτου, τι σκέψεις θα περνούσαν από το νου μας για την βοήθεια την οποία θα μπορούσαμε να προσφέρουμε;
Άλλοι στέκουν μετά παρατηρήσεως. Απλά βλέπουν. Δεν νιώθουν ικανοί να κάνουν κάτι για να βρεθεί μία λύση. Θεωρούν τους εαυτούς τους ασήμαντους μπροστά στην παραλυσία. Και προχωρούν στη ζωή τους χωρίς να λειτουργούν συλλογικά. Ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους και στην καλύτερη περίπτωση κάνουν μια προσευχή για τον άλλον, εάν πιστεύουν στο Θεό. Έχουν όμως παραιτηθεί από οποιονδήποτε αγώνα.
Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι έχουν εγκλωβισθεί στη λογική της κριτικής, της γκρίνιας, της μεμψιμοιρίας. Διαρκώς κινδυνολογούν. Δεν βλέπουν τίποτε καλό στην προσπάθεια για θεραπεία. Δεν είναι πρόθυμοι να συστρατευθούν, αλλά είναι έτοιμοι να απορρίψουν οποιαδήποτε προσπάθεια.
Τέλος, άλλοι νιώθουν ότι τουλάχιστον μπορούν να χαλάσουν τη στέγη. Κάτι να κάνουν. Να εμπιστευθούν το Χριστό, καταβάλλοντας τον κόπο τους. Να συνειδητοποιήσουν μεν την ανεπάρκειά τους, αλλά να μην παραιτηθούν από την προσπάθεια. Προβληματίζονται. Όταν έρθει η στιγμή δείχνουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους, γνωρίζουν όμως τα όρια τους. Δεν θέλουν να πιστέψουν ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Κι εδώ υπάρχει ελπίδα.
Και αν αυτές οι σκέψεις περνούν μπροστά στο θέαμα του παραλύτου, το ερώτημα ποιος είναι ο παράλυτος θα πρέπει να μας προβληματίσει ακόμη περισσότερο. Μήπως παράλυτη είναι η εποχή μας; Ηθικά και πνευματικά. Δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της, παραδομένη στο κρεβάτι της εκμετάλλευσης, της φιληδονίας, της ψευδαίσθησης της ευτυχίας. Παράλυτη από τις αμαρτίες της. Ζει μακριά από το Θεό και δεν γνωρίζει τι να κάνει για να αλλάξει.
Μήπως παράλυτοι γινόμαστε εμείς ζώντας την παραλυσία στο άγχος και την αβεβαιότητα; Στον φόβο του θανάτου; Στην απόπειρα δια της διασκέδασης να ξεχάσουμε; Στην παράδοσή μας στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή;
Ο Χριστός μας προτρέπει να Τον εμπιστευθούμε. Να ζητήσουμε πρωτίστως την πνευματική μας θεραπεία από την παραλυσία της αμαρτίας και κατόπιν να λάβουμε την ίαση και της ύπαρξης και του σώματος και του κόσμου. Μάς ζητά να ξαναβρούμε τη σχέση μ’ Αυτόν, για να μπορέσουμε να λάβουμε τη χάρη Του. Κι Εκείνος θα μπορέσει στη συνέχεια να μας γιατρέψει. Όμως αυτός ο δρόμος περνά από την Εκκλησία. Από την Εκκλησία της πίστης. Αυτή που αποτελείται από ανθρώπους έτοιμους να παλέψουν, να χαλάσουν στέγες, να διαλύσουν δηλαδή το βόλεμα της ζωής και να πλησιάσουν το Χριστό. Και δια της μετανοίας να Του δώσουν την ευκαιρία να γιατρέψει. Την ψυχή πρωτίστως, για να έρθει η έγερση και από το κρεβάτι της παραλυσίας.
Καιρός να ενεργοποιηθεί ο καθένας μας. Να καταλάβει την προσωπική του παραλυσία εξαιτίας της αμαρτίας και να ζητήσει την κάθαρσή του και την απελευθέρωσή του. Έτσι θα γίνει η καινούρια αρχή και στην πορεία της κοινωνίας.
 Κυριακὴ Β’ Νηστειῶν: Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο υπερασπιστής της θεώσεως.π.Στυλιανός Μακρής
Ἡ δεύτερη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στοὺς ἀγῶνες τοῦμεγάλου θεολόγου καὶ ἁγίου πατρὸς Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διετέλεσεἈρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης καὶ εἶναι ἅγιος τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, καθὼς ἀσκήτευσε γιὰ πέντε χρόνια στὴ Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Βεροίας, ὅπου καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐμπειρία τῆς θέας τοῦ ἀκτίστου φωτός.

Ἡ Ἐκκλησία μας τὸν τιμᾶ ὡς θεόπτη, ὡς μέγα ἱερὸ πατέρα, κυρίως ὅμως ὡςὑπερασπιστὴ καὶ φωστῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Συνδύασε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸἀρχιερατικὸ ἀξίωμα, τὸ μοναχικὸ σχῆμα, τὸ ἀσκητικὸ ἰδεῶδες, τὴν θεογνωσία, τὴν θεωρία καὶ τὴν πράξη, καὶ μετέδωσε στὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα τὴν ζῶσαἐμπειρία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, προφυλάσσοντας τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸδιαστρεβλώσεις στὰ ἐπίπεδα τῆς ἐμπειρικῆς ζωῆς καὶ τῆς θεολογίας. Παρέδωσε τὴν πρακτικὴ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὀρθόδοξης εὐχῆς, ὅπως τὰ παρέλαβε, τεκμηριώνοντάς τα θεολογικὰ μέσα ἀπὸ τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων πατέρων, μέσα ἀπὸ τὴν ἀναλλοίωτη ὀρθόδοξη παράδοση, ἡ ὁποία καὶ διατηρεῖται τέτοια μέχρι σήμερα.
Κύριο μέλημα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἦταν νὰ ὑπερασπιστῇ τὴν ἐμπειρικὴδυνατότητα τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ αἱρετικοὶτῆς ἐποχῆς του, βυζαντινοὶ λατινόφρονες καὶ παπικοί, ἐπενδύοντας στὴφιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση, δίδασκαν πὼς ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦἀφορᾶ στὴν καταξίωση τοῦ νοός. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, συνεχιστὴς τῶν ἁγιων πατέρων, ἀπέῤῥιπτε τὴν κοσμικὴ σοφία ὡς τὴν ἀποκλειστικὴ ὁδὸ γιὰ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, διὰ τοῦ ἄνωθεν φωτισμοῦ, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τὴν θέωση, τὴν θέα τοῦἀκτίστου φωτός, ποὺ δὲν εἶναι κτίσμα, ἀλλὰ ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια ποὺ προέρχεταιἀπὸ τὴν ἄκτιστη θεία οὐσία. Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς καὶ προσεγγίζεται ἐν φωτί, βιώνεται ὡς φῶς, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγραμμάτους, πλὴν ὅμως καθαροὺς τῇκαρδίᾳ.
Δέχθηκε μεγάλο πόλεμο, ἀλλὰ ἐξῆλθε νικητής. Ἀκόμη καὶ σήμερα οἱ αἱρετικοὶτῆς δύσης, θιασῶτες τῆς κοσμικῆς σοφίας, ἄγευστοι τῆς θείας χάριτος, τὸν πολεμοῦν καὶ τὸν χαρακτηρίζουν ὡς μεγάλο αἱρετικό. Ὁ ἴδιος δὲν ἔκανε τίποτεἄλλο, ἀπὸ ὅσα ἔκαναν οἱ ἅγιοι πατέρες στὴ δική τους ἐποχή· ὑπερασπίστηκε τὴν δυνατότητα τῆς ἁγιότητας μέσα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη μυστηριακὴ καὶ ἀσκητικὴζωή. Τέλειος γνώστης τῆς θεολογίας καὶ τῆς φιλοσοφίας, ἐγκατέλειψε τὰ πάντα, γιὰ νὰ ντυθῇ τὸ μοναχικὸ ῥάσο καὶ νὰ ἀπολαύσῃ τὶς ἀρετὲς τοῦ ἡσυχασμοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία μας τὸν τιμᾶ σήμερα, μία ἕβδομάδα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆςὈρθοδοξίας, γιατὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑπῆρξε μαχητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ λαμπρὸς φωστήρας της. Ἡ ἔνατη οἰκουμενικὴ σύνοδος τοῦ 1351, κατωχύρωσε τὴν περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν θεολογία, τὴν ὁποία ὁ ἅγιος, στηριζόμενος στὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ συγγράμματα τῶνὀρθοδόξων πατέρων, διετράνωσε μὲ τοὺς ἀγῶνες του. Βασικὰ ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ πὼς ἡ νηστεία καὶ ἡ ἄσκηση, ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἡσυμμετοχὴ στὰ σωστικά της μυστήρια, καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο δεκτικὸ τῆςἄκτιστης θείας χάριτος, κοινωνὸ «θείας φύσεως», δηλαδὴ συμμέτοχο στὴνἁγιότητα τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν προαίρεσή του καὶ πάντοτε μέσα στὰ ὅρια τῆς κτιστότητός του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀσκεῖται κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶμόνον μπορεῖ νὰ δῇ τὸν Θεό, φτάνοντας στὸ ἀνώτερο σημεῖο καταξίωσης τοῦπροσώπου του, στὴν τελειότητα, πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς ἐκάλεσε.
Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία του, καθὼς πορευόμαστε πρὸς τὴν θέα τοῦἈναστάντος Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε ἐν τάφου ὡς ἤλιος τῆς δικαιοσύνης.
 ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς,
 Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης,
ο Θαυματουργός
(1296 - 1360)
"Φωτός λαμπρόν κήρυκα νυν όντως μέγαν, Πηγή φάους άδυτον άγει προς φέγγος."

      Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν δεινός θεολόγος και διαπρεπέστατος ρήτορας και φιλόσοφος. Δεν γνωρίζουμε το χρόνο και τον τόπο της γέννησής του. (Ο Σ. Ευστρατιάδης όμως, στο αγιολόγιο του, αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, από τον Κωνσταντίνο τον Συγκλητικό και την ευσεβέστατη Καλλονή). Ξέρουμε όμως, ότι κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα μ.Χ. ήταν στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης, απ' όπου και αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος χάρη ησυχότερης ζωής, και αφιερώθηκε στην ηθική του τελειοποίηση και σε διάφορες μελέτες.
       Το 1335 μ.Χ. με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», ήλθε σε σύγκρουση με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος δίδασκε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να ενωθεί μαζί Του. Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι «ησυχαστές», οι μοναχοί δηλαδή εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος, αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην «καρδιακή προσευχή» (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με»), να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί και να δει το Άκτιστο φως, ασχέτως της μόρφωσής του, δεν ήταν Ορθόδοξοι αλλά «μεσσαλιανιστές» και «ομφαλόψυχοι».
      Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις του Βαρλαάμ, ο Παλαμάς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη από όπου και άρχισε τον αγώνα «υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων», δηλ. αυτών που ασκούσαν τον ησυχασμό, συγγράφοντας μάλιστα και τους ομώνυμους λόγους του. Το ζητούμενο της πάλης αυτής ήταν κυρίως το μεθεκτικόν ή αμέθεκτον της θείας ουσίας. Ο Γρηγόριος, οπλισμένος με μεγάλη πολυμάθεια και ισχυρή κριτική για θέματα αγίων Γραφών, διέκρινε μεταξύ θείας ουσίας αμεθέκτου και θείας ενεργείας μεθεκτής.  Και αυτό το στήριξε σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων και η Εκκλησία επικύρωσε την ερμηνεία του με τέσσερις Συνόδους. Στην τελευταία, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1351 μ.Χ., ήταν και ο ίδιος ο Παλαμάς. Αλλά ο Γρηγόριος έγραψε πολλά και διάφορα θεολογικά έργα, περίπου 60.
       Αργότερα ο Πατριάρχης Ισίδωρος, τον εξέλεξε αρχικά επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Λόγω όμως των τότε ζητημάτων, αποχώρησε πρόσκαιρα στη Λήμνο. Αλλά κατόπιν ανέλαβε τα καθήκοντα του. Πέθανε το 1360 μ.Χ. και τιμήθηκε αμέσως σαν Άγιος. Ο Πατριάρχης Φιλόθεος, έγραψε το 1376 μ.Χ. εγκωμιαστικό λόγο στο Γρηγόριο Παλαμά, μαζί και ακολουθία και όρισε την εκκλησιαστική μνήμη του στη Β' Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής.
       Το τίμιο σώμα του, μετά από την εκταφή, υπήρξε άφθαρτο, δηλαδή δεν σάπισε, αλλά ευωδίαζε και θαυματουργούσε. Στους λατίνους όμως, τους υποτελείς του Πάπα, ήταν χονδρό αγκάθι η ενθύμηση του Αγίου και μάλιστα ολόσωμου. Γι αυτό πολλές φορές τον συκοφαντούσαν λέγοντας, πως για τα αμαρτήματά του έμεινε «άλυωτος», δεν δέχθηκε από απέχθεια η γη να τον διαλύσει «στα εξ ων συνετέθη»! Τον 19ο αιώνα μ.Χ. ο ναός του Αγίου καταστράφηκε από φωτιά και το τίμιο σκήνωμα του κάηκε αφήνοντας μόνον τα οστά ανέπαφα!
        Τόσο γινάτι κράτησαν οι καθολικοί που όταν τυπώνονταν οι εκκλησιαστικές μας ακολουθίες στην Βενετία - κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας - ο Δόγης έδινε την άδειά του για την έκδοση, μόνον εφόσον δεν υπήρχε σχετική αναφορά στον Άγιο. Έτσι για αρκετά χρόνια που κυκλοφορούσαν τα έντυπα από την Βενετία, η γιορτή του είχε σχεδόν ξεχαστεί. Περί τα μέσα και τέλη του 20ου αιώνα, επανήλθε η μνήμη των ενδόξων αγώνων του και έλαβε την πρέπουσα θέση στον χώρο των Ορθόδοξων ναών.
Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ’.

Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε,
τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος,
Γρηγόριε θαυματουργέ,Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰςψυχὰς ἡμῶν.
Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης
 ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ 16-3-2014

Τέσσερις πόλεις µπορεῖ νὰ διεκδικήσουν τὸν Ἰησοῦ, ἡ Βηθλεέµ, πόλη τοῦ Ἰούδα, ποὺ Τὸν γέννησε, ἡ Ναζαρέτ, «οὗ ἦν τεθραµµένος» (Λουκ. 4, 16), πόλη στὴν ὁποία ἀνατράφηκε, γι’ αὐτὸ καὶ Τὸν ὀνόµαζαν καὶ Ναζωραῖο ἢ Ναζαρηνὸ, ἡ Καπερναούµ, ποὺ Τὸν εἶχε συνεχῶς οἰκοῦντα σ’ αὐτὴν, καὶ ἡ Ἱερουσαλὴµ ποὺ Τὸν σταύρωσε. Πάρα πολλὰ θαύµατα ἔκανε στὴν Καπερναούµ. Ὁ Κύριος τόσο πολὺ δόξασε µέ τὴν παρουσία Του τὴν πόλη αὐτή, ὥστε ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γράφει πὼς τὸ θαύµα τοῦ παραλυτικοῦ, ποὺ περιγράφει σήµερα τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ἔκανε «εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν» (Ματθ. 9,1) δηλ. στὴν πόλη Του. Στὴν Καπερναούµ, λοιπόν, ἔκανε τὸ θαύµα τοῦ παραλυτικοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ δούµε µερικὲς λεπτοµέρειες.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος µᾶς λέγει πὼς εἶχε µαζευτεῖ πολὺς κόσµος, ποὺ εἶχε κατακλύσει ὅλο τὸ χῶρο µέχρι καὶ τὴν θύρα. Ὁ Λουκᾶς προσθέτει καὶ τί κόσµος ἦταν. Ἦταν Φαρισαῖοι, νοµοδιδάσκαλοι κι ἄλλοι ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ διάφορα χωριὰ τῆς Γαλιλαίας, τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς Ἱερουσαλὴµ (Λουκ. 5,17). Πολλοὶ εἶχαν ἔλθει, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος κάνει µιὰ παρατήρηση. Μπροστὰ στὸ Χριστὸ ἦταν µαζεµένοι πολλοὶ ἐχθροί Του. Αὐτοὶ ἦταν ἄρρωστοι ἀπὸ µανία καὶ φθόνο ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς χρησιµοποίησε πολλὰ µέσα, γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσει. Ἕνα ἀπ’ αὐτὰ ἦταν καὶ τὸ θαύµα τοῦ παραλυτικοῦ. Θεραπεύει ἕναν βαρύτατα ἄρρωστο µήπως καὶ συνετισθοῦν καὶ θεραπευθοῦν ἀπό τὸ φθόνο, ποὺ ἦταν ἡ ἀσθένειά τους. Ἄξιο παρατηρήσεως εἶναι πὼς ἔφεραν τὸν παραλυτικὸ τέσσερις ἄνδρες, ἄνοιξαν τὴ στέγη καὶ τὸν κατέβασαν στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος βλέποντας τὴν κατάσταση τοῦ ἀσθενοῦς δὲν τὸν ὑπέβαλε σὲ δοκιµασία πίστεως, ὅπως ἔκανε σὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Τὸ θάρρος τῶν συνοδῶν τοῦ ἀρρώστου κι ἡ ἀπόφαση τοῦ ἀσθενοῦς νὰ βρεθεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο µὲ τὸν Χριστό, δηλ. νὰ ταπεινωθεῖ, εἶναι σηµάδια πίστεως. Ὁ Λουκᾶς γράφει πὼς προσφώνησε τὸν ἄρρωστο ὁ Ἰησοῦς «ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁµαρτίαι σου» (κεφ. 5,20).
Στὸ πρόσωπο τοῦ παραλυτικοῦ εἰκονίζεται ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, ποὺ εἶχε τὴν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ λυτρωθεῖ ἀπὸ τὶς ἀσθένειες καὶ τὶς ἀµαρτίες. Ὅταν ἔγινε τὸ θαῦµα, τὸ πλῆθος ἔµεινε ἄφωνο καὶ φοβήθηκαν πολὺ «ὥστε ἐξίστασθαι πάντας» (Μαρκ. 2,12). Φοβήθηκαν, ἐπειδὴ εἶχαν κάνει ἁµαρτίες καὶ ὑπῆρχε τὸ ἐνδεχόµενο νὰ πάθουν τὴν ἴδια ἀσθένεια. Οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραµµατεῖς ἔµειναν ἀσυγκίνητοι. Μάλιστα κατέκριναν τὸ Χριστὸ µέ τοὺς λογισµούς τους. Ὁ παραλυτικὸς στὴν προσταγὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ πάρει τὸ φορεῖο του καὶ νὰ φύγει, ἀµέσως ὑπάκουσε. Τὸ κρεβάτι του ἦταν σηµάδι τοῦ πόνου του κι ἀπόδειξη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅλο αὐτὸ τὸ σκηνικὸ τοῦ θαύµατος εἶναι χαρακτηριστικό. Πολλοὶ εἶδαν τὸ θαῦµα καὶ µέ πολλοὺς τρόπους ἀντέδρασαν. Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι µιὰ Καπερναούµ, δηλ. σπίτι παρακλήσεως, οἱ ἄνθρωποι στὶς ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ ἀντιδροῦν µέ ποικίλους τρόπους. Ἄλλοι µέ πίστη, σὰν τὸν παραλυτικό, ἄλλοι ὀρθολογιστικὰ καὶ µέ λογισµοὺς ἀµφιβολίας καὶ δυσπιστίας, ὅπως οἱ Γραµµατεῖς, ἄλλοι ἰδιοτελῶς καὶ ἀδιάφορα, ὅπως τὸ πλῆθος. Ὀφείλουµε νὰ ἐρευνήσουµε τὸν εαυτὸ µας, νὰ δούµε σὲ ποιὰ κατάσταση βρισκόµαστε καὶ νὰ ἀλλάξουµε τακτική, ἐὰν ἡ καρδιά µας ἔχει ἀρνητικοὺς λογισµοὺς γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου µας.
Ἡ Ἐκκλησία µας εἶναι λιµάνι, ποὺ οἱ χειµαζόµενοι καὶ προστρέχοντες σ’ αὐτὴν θεραπεύονται. Ἂς δείξουµε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία κὰ τὴν πνευµατικὴ µας πρόοδο κι ὁ Χριστὸς θὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ἐπιθυµία µας θετικὰ καὶ ἀποφασιστικά.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

 ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

(Μρ. 2, 1-12)

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­ρι­σε νὰ ἑ­ορ­τά­ζε­ται σή­με­ρα ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συ­νει­σφο­ρὰ καὶ οἱ ἀ­γῶ­νες ὑ­πὲρ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λοι. Τὸ ἀ­πο­λυ­τί­κι­ό του εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὸ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης τῆς με­γά­λης του πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ τῶν ἀ­γώ­νων του: «Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ὁ φω­στήρ, Ἐκ­κλη­σί­ας τὸ στή­ριγ­μα καὶ δι­δά­σκα­λε, τῶν μο­να­στῶν ἡ καλ­λο­νή, τῶν θε­ο­λό­γων ὑ­πέρ­μα­χος ἀ­προ­σμά­χη­τος».

Ὁ Πα­λα­μᾶς κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ οἰ­κο­γέ­νει­α τῆς Μ. Ἀ­σί­ας καὶ γεν­νή­θη­κε στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τὸ 1296. Σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μι­ο τῆς Πό­λης καὶ δι­α­κρί­θη­κε στὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ φι­λο­σο­φί­α, προ­κα­λῶν­τας γε­νι­κὸ θαυ­μα­σμό. Πα­ρό­λες ὅ­μως τὶς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ εἶ­χε, ὥ­στε νὰ συ­νε­χί­σει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὶς σπου­δές του, ἀ­σπά­στη­κε, σὲ ἡ­λι­κί­α μό­λις εἴ­κο­σι ἐ­τῶν, τὸν μο­να­χι­σμό. Ἀ­σκή­τε­ψε κατ᾽ ἀρ­χὰς στὸ Πα­πί­κι­ο ὄ­ρος, ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σα στὴ Μα­κε­δο­νί­α καὶ τὴ Θρά­κη, καὶ ἔ­πει­τα στὸ Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος καὶ στὴ Βέ­ροι­α, ἀ­κο­λου­θῶν­τας τὸ ἡ­συ­χα­στι­κὸ ἰ­δε­ῶ­δες ἄ­σκη­σης. Στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη χει­ρο­το­νή­θη­κε τὸ 1326 ἱ­ε­ρο­μό­να­χος.

Ὁ Πα­λα­μᾶς ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν τὴ μο­να­χι­κὴ κλί­ση, σὰν μί­α προ­φη­τι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ ὄ­χι μό­νο ὡς μέ­σο γιὰ τὴν προ­σω­πι­κὴ τε­λεί­ω­ση. Ἔ­τσι ὅ­ταν ἔ­μα­θε γιὰ τὶς συ­ζη­τή­σεις ποὺ εἶ­χε ὁ Βαρ­λα­ὰμ ὁ Κα­λα­βρὸς μὲ τοὺς πα­πι­κοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στὰ χέ­ρια του με­ρι­κὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ἔρ­γα τοῦ ἐν λό­γῳ φι­λο­σό­φου, γύ­ρω στὸ 1336-1337, ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὸν ἀ­γνω­στι­κι­σμό (τοῦ Βαρ­λα­άμ). Τό­τε, με­τὰ ἀ­πὸ πα­ρά­κλη­ση φί­λων ἀ­πὸ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἔ­γρα­ψε δύ­ο Λό­γους, βά­σει τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν με­γά­λων Πα­τέ­ρων, Μ. Ἀ­θα­να­σί­ου, Μ. Βα­σι­λεί­ου, Γρη­γο­ρί­ου Θε­ο­λό­γου καὶ Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης, γιὰ νὰ ἀ­να­σκευ­ά­σει τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Λα­τί­νων στὸ θέ­μα τοῦ Filioque, τῆς ἐκ­πό­ρευ­σης δη­λα­δὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καὶ ἔμ­με­σα νὰ ἀ­παν­τή­σει στὴ μέ­θο­δο ποὺ ὁ φι­λό­σο­φος Βαρ­λα­ὰμ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ ὁ­μι­λή­σει πε­ρὶ τοῦ Θε­οῦ.

Φρο­νοῦ­σε ὁ Πα­λα­μᾶς ὅ­τι δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ ὁ ἄν­θρω­πος δι­ὰ τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ νὰ γνω­ρί­σει τὸν Θε­ό. Τὰ ὅ­ρι­α τῆς γνω­στι­κῆς ἱ­κα­νό­τη­τας τοῦ κτι­στοῦ νοῦ ἐ­ξαν­τλοῦν­ται στὰ πλαί­σι­α μό­νο τῆς κτι­στῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ὁ δὲ ἄ­κτι­στος Θε­ὸς ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ με­τέ­χε­ται ὑ­πὸ αὐ­τῶν μὲ τὴν ἐ­νέρ­γει­ά του. Οἱ θέ­σεις αὐ­τὲς τοῦ Πα­λα­μᾶ τὸν ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὡς πι­στὸ τη­ρη­τὴ τῆς Πα­ρά­δο­σης πε­ρὶ τῆς ἀ­πρό­σι­της καὶ ἀ­μέ­θε­κτης θεί­ας φύ­σε­ως καὶ τῶν με­θε­κτῶν ἐ­νερ­γει­ῶν της. Σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὰ ἡ πνευ­μα­τι­κὴ τε­λεί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν ἀ­φο­ρᾶ στὴ γνω­σι­ο­λο­γι­κή του κα­τάρ­τι­ση, ἀλ­λὰ τὸν προ­σω­πι­κό του ἀ­γῶ­να κα­θάρ­σε­ως. Ὁ Πα­λα­μᾶς δι­α­κη­ρύτ­τει ὅ­τι ἡ θε­ο­γνω­σί­α τῶν Χρι­στια­νῶν δὲν προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ μόρ­φω­ση σὲ σχο­λεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν πί­στη τους στὸν Χρι­στό. Σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πε­ρί­πτω­ση «κε­κέ­νω­ται ἡ πί­στις». Ὁ Θε­ὸς κα­τέ­χε­ται ὑ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που ὄ­χι ὅ­ταν αὐ­τὸς εἶ­ναι μορ­φω­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὅ­ταν πι­στεύ­σει σὲ αὐ­τὸν καὶ ἀ­γω­νι­στεῖ στὴ τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν του.

Ἡ κύ­ρι­α δι­α­φο­ρὰ τοῦ Βαρ­λα­ὰμ καὶ τοῦ Πα­λα­μᾶ δὲν ἀ­φο­ροῦ­σε μό­νο στὴ θε­ο­γνω­σί­α, ἀλ­λὰ καὶ τὴ σχέ­ση τῆς θύ­ρα­θεν παι­δεί­ας, δη­λα­δὴ τῆς φι­λο­σο­φι­κῆς γνώ­σης, μὲ τὴ σω­τη­ρί­α. Ἡ μὲν Ὀρ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γί­α το­νί­ζει ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α συ­ναρ­τᾶ­ται ἄ­με­σα μὲ τὴ γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ἐ­νῶ ὁ Βαρ­λα­ὰμ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν μὲ ἔμ­φα­ση ὅ­τι δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν κά­ποιος νὰ φτά­σει στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα καὶ τὴν τε­λει­ό­τη­τα χω­ρὶς τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ μόρ­φω­ση. Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν θέ­σε­ων τοῦ Βαρ­λα­ὰμ βρί­σκον­ται οἱ ἀν­τί­στοι­χες τοῦ Πα­λα­μᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος βέ­βαι­α ἀ­κο­λου­θεῖ τὴν Πα­τε­ρι­κὴ Πα­ρά­δο­ση. Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Πα­λα­μᾶ δὲν ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη τῆς γνώ­σης τῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ἀ­φο­ρᾶ ὅ­μως στὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη συ­σχέ­τι­σης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης γνώ­σης μὲ τὴ σω­τη­ρί­α. Σὲ μί­α τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση, ἐ­ὰν δηλαδὴ ἡ σω­τη­ρί­α ἐ­ξαρ­τι­ό­ταν ἀ­πὸ τὴ μόρ­φω­ση καὶ τὰ πτυ­χί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, τὸ ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που θὰ ὑ­φί­στα­το μεί­ω­ση καὶ σχε­τι­κο­ποί­η­ση. Συ­νε­πῶς, ἡ παι­δεί­α εἶ­ναι μὲν χρή­σι­μη γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του. Σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πε­ρί­πτω­ση ὑ­πο­βαθ­μί­ζε­ται ἢ καὶ ὑ­πο­κα­θί­στα­ται ἡ πλη­ρό­τη­τα καὶ ἡ αὐ­τάρ­κει­α τοῦ ἐν γέ­νει ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κοῦ ἔρ­γου τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ ἀ­λη­θι­νὴ θε­ο­γνω­σί­α καὶ ἡ σω­τη­ρί­α κα­τορ­θώ­νον­ται μό­νο μὲ τὴ βί­ω­ση ἀ­πὸ τοὺς πι­στοὺς μέ­σα στὸ σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τῆς ἐν Χρι­στῷ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως.

Ἡ προ­σφο­ρὰ τοῦ Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ στὴν κα­το­χύ­ρω­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας τῆς πί­στης μας ἦ­ταν τέ­τοια, ὥ­στε τὸ ὄ­νο­μά του νὰ προ­στε­θεῖ στὸ Συ­νο­δι­κὸ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, δη­λα­δὴ στὸ κεί­με­νο ποὺ δι­α­βά­ζου­με κά­θε πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ τῶν νη­στει­ῶν τῆς Μ. Σα­ρα­κο­στῆς, ὅ­ταν ἑ­ορ­τά­ζου­με καὶ πα­νη­γυ­ρί­ζου­με τὴ νί­κη τῆς ἀ­λή­θει­ας τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πὶ τῆς πλά­νης καὶ τοῦ ψεύ­δους τῶν αἱ­ρέ­σε­ων.
 ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ, Γρηγορίου του Παλαμά, Μαρκος κεφ.2, στχ.1 - 12

ΣΧΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ

Η φράση του Χριστού «ἀφέωνταί σοι αἱ ἀμαρτίαι σου» απευθύνεται στον παράλυτο που του φέρνουν σε κάποιο σπίτι στην Καπερναούμ κατά το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.

Μας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι αυτά τα λόγια τα απευθύνει σε έναν άνθρωπο σωματικά ασθενή. Αυτός ζητεί την γιατρειά του και ο Χριστός του προσφέρει την απαλλαγή από τις αμαρτίες. Νοιώθει περίεργα ο σύγχρονος άνθρωπος με τη σκέψη ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στην αμαρτία και την αρρώστια και διερωτάται ποια σχέση έχει η μια από την άλλη. Ακόμη βλέπουμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος χάνει όλο και περισσότερο την αίσθηση της αμαρτίας χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί μερικές πράξεις που τον εξυπηρετούν και είναι σύμφωνες με τις επιθυμίες του να θωρούνται σαν αμαρτίες. Οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους μπροστά στη δυσάρεστη πραγματικότητα της αμαρτίας και προτιμούν να την αναλύουνε δίνοντας της άλλα ονόματα. Ποιος δεν έχει ακούσει λόγου χάρη για την αγωνία και το άγχος στην εποχή μας; Είναι της μόδας πλέον οι χαρακτηρισμοί νευρωτικό, ψυχοπαθής κ.λ.π .

Οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι μάς δίνουν φοβερές περιγραφές της ανθρώπινης ψυχής ,στην οποία συσσωρεύονται ποικίλες πικρίες από την μη ομαλή ζωή και δημιουργούνται επιθυμίες εκδικήσεως , καταστροφών , μίσους κ.λ.π.

Όλα αυτά δεν είναι παρά απόδειξη και περιγραφή μιας καταστάσεως που η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ την χαρακτηρίζει με την λέξη αμαρτία.

Η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ μας παρουσιάζει μια πολύ βαθιά σύλληψη της αποτυχίας των ανθρώπων , της αμαρτίας , και δεν την θεώρησαν σαν μια απλή παράβαση της θείας εντολής.

Θα ήταν πολύ παιδαριώδης μια τέτοια αντίληψη και δεν θα δικαιολογούσε την ενσάρκωση του Χριστού. Εάν ο Θεός γίνεται άνθρωπος μέσα στον κόσμο για να αναστηθεί ως Θεός, αυτό φανερώνει ότι η ζημία της ανθρωπότητας από την αμαρτία έχει μεγαλύτερη έκταση και τραγικότερες συνέπειες από ότι εκφράζουν οι λέξεις παράβαση και παράπτωμα .

Σε αυτό ακριβώς οφείλεται και το ελπιδοφόρο μήνυμα της ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ στο ότι από την αγωνία του μηδενός και από τον φόβο του θανάτου σώζει τον άνθρωπο ο θεός με τον σταυρό και την ανάσταση του Χριστού.

Να γιατί ο αρχηγός της ζωής Χριστός λέγει στον παράλυτο τα λόγια «ἀφέονταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Απαλλάσσοντας τον άρρωστο από την πηγή του κακού, την αμαρτία, τον ελευθερώνει από τις συνέπειές του. Αν τα ευαγγέλια μας αναφέρουν παρόμοια θαύματα είναι γατί θέλουν να μας παρουσιάσουν την καινούργια κατάσταση της λυτρώσεως που προσφέρει στον κόσμο ο Χριστός.

Η αισιοδοξία λοιπόν του χριστιανικού μηνύματος συνίσταται στο ότι είναι στραμμένο όχι στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, όχι στο κακό που κυριάρχησε μέσα στον κόσμο αλλά στην σωτηρία που προσφέρεται σαν μια καινούργια δυνατότητα στον άνθρωπο.

Οπότε είναι ασυγχώρητος αυτός που προτιμά στα όρια του κακού και της αμαρτίας, ενώ του προσφέρεται η απεριόριστη αγάπη του Θεού μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας.
ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Γρηγορίου του Παλαμά) (Μάρκου κεφ. β' στίχοι 1-12)
23. - Η θεραπεία του Παραλυτικού της Καπερναούμ.
Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σήμερα διαβάζουμε το Ευαγγέλιο που διηγείται τη θαυματουργική θεραπεία του παραλυτικού στην Καπερναούμ. Θέλει να μας ξαναθυμίσει το γεγονός της αμαρτίας του ανθρώπου, που έφερε στον κόσμο τον πόνο, τη λύπη, τις αρρώστιες, το θάνατο. Συνάμα η Εκκλησία μας διδάσκει πως ο Χριστός μας λυτρώνει από την αμαρτία και μας σώζει απ' όλα τα βάσανα και τις συμφορές.
«Τω καιρώ εκείνω εισήλθεν ο Ιησούς πάλιν εις Καπερναούμ και ηκούσθη ότι εις οίκον εστί. Και ευθέως συνήχθησαν πολλοί, ώστε μηκέτι χωρείν μηδέ τα προς την θύραν και ελάλει αυτοίς τον λόγον. Και έρχονται προς αυτόν παραλυτικόν φέροντες, αιρόμενον υπό τεσσάρων και μη δυνάμενοι προσεγγίσαι αυτώ δια τον όχλον, απεστέγασαν την στέγην όπου ην, και εξορύξαντες χαλώσι τον κράβαττον, εφ' ω ο παραλυτικός κατέκειτο. Ιδών δε ο Ιησούς την πίστιν αυτών λέγει τω παραλυτικώ· τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου. Ήσαν δε τίνες των γραμματέων εκεί καθήμενοι και διαλογιζόμενοι εν ταις καρδίαις αυτών· ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας; Τις δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη είς, ο Θεός;
και ευθέως επιγνούς ο Ιησούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς· τι ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών; τι εστίν ευκοπώτερον, ειπείν τω παραλυτικώ, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει; ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας - λέγει τω παραλυτικώ· σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου. Και ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θεόν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν».
Εκείνο τον καιρό μπήκε ο Ιησούς στην Καπερναούμ· και διαδόθηκε πως ήταν σ' ένα σπίτι. Και αμέσως μαζεύτηκαν πολλοί, τόσοι που δε χωρούσαν ούτε στην αυλή του σπιτιού· και τους κήρυττε το θείο λόγο. Έρχονται τότε και του φέρνουν έναν παραλυτικό, που τον σήκωναν τέσσερις άνθρωποι. Και επειδή δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν από τον κόσμο, έβγαλαν τη στέγη του σπιτιού σ' εκείνο το μέρος που ήταν ο Ιησούς· και αφού άνοιξαν τόπο, κατέβασαν το κρεβάτι όπου επάνω ήταν κατάκοιτος ο παραλυτικός. Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη τους, λέγει στον παραλυτικό: Παιδί μου, σου συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες σου. Και ήσαν εκεί και κάθονταν μερικοί από τους γραμματείς και διαλογίζονταν μέσα τους: Τι φοβερές βλασφημίες λέγει αυτός; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ένας, ο Θεός;
Και αμέσως κατάλαβε ο Ιησούς με το πνεύμα του πως τέτοια διαλογίζονται μέσα τους και τους είπε: Τι βάζετε τέτοια στο μυαλό σας; Τι είναι πιο εύκολο, να πεις στον παραλυτικό σου συγχωρούνται οι αμαρτίες; ή να πεις σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο και περπάτα; Και για να μάθετε πως ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί εδώ στη γη αμαρτίες (τότε λέγει στον παραλυτικό)· Σε σένα λέγω, σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι σου. Και ο παραλυτικός σηκώθηκε αμέσως και βγήκε μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, έτσι που όλοι να τα έχουν χαμένα, να δοξάζουν το Θεό και να λέγουν πως ποτέ δεν είδαμε τέτοιο πράγμα. 
1. Όλοι ήθελαν να ακούσουν τα θεϊκά και σωτήρια λόγια του Κυρίου και να παραβρεθούν στα θαύματα που επιτελούσε. Αυτό το κήρυγμα του Ιησού το συνεχίζει και σήμερα η αγία Εκκλησία μας, που πολλές φορές με τη δύναμη του Κυρίου θαυματουργεί στις γιορτές της Παναγίας και των Αγίων. Είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να τρέφεται από τη μικρή του ηλικία με το λόγο του Κυρίου. Μόνον έτσι ο άνθρωπος γίνεται σωστός, ενάρετος και ευεργετικός στην κοινωνία. Αυτή την ευλογία του Χριστού παίρνει το παιδί, όταν εκκλησιάζεται τακτικά και με βαθιά τη συναίσθηση ότι βρίσκεται στον οίκο του Θεού.
2. Οι τέσσερις άνθρωποι, που σήκωναν τον παραλυτικό είχαν στην καρδιά τους μεγάλη αγάπη και πίστη. Ήθελαν να φέρουν με κάθε τρόπο τον παράλυτο κοντά στο Χριστό για να θεραπευθεί. Η αγάπη τους βοήθησε να ξεπεράσουν όλες τις δυσκολίες και τα εμπόδια που είχαν παρουσιαστεί μπροστά τους. Άνοιξαν τη στέγη και κατέβασαν τον παράλυτο μπροστά στο Χριστό. Η πίστη των ανθρώπων αυτών έγινε αφορμή, ώστε ο Κύριος να συγχωρέσει τις αμαρτίες του παραλυτικού. Ήθελε να δείξει σε όλους μας ότι η αμαρτία οδηγεί τον άνθρωπο σε φοβερές και άσχημες καταστάσεις. Η μόνη λύτρωση του ανθρώπου βρίσκεται στον Ιησού Χριστό, που έχει απόλυτη εξουσία ως Θεός να συγχωρεί την αμαρτία.
3.    Οι Γραμματείς όμως στο σημερινό Ευαγγέλιο θύμωσαν, πιάν άκουγαν τον Κύριο να συγχωρεί τις αμαρτίες του παραλυτικού. Δεν είχαν όμως το θάρρος να του το πουν. Ο Ιησούς Χριστός, ως Θεός παντογνώστης, είχε γνωρίσει τις σκέψεις τους και τους είπε: «Τι βάζετε τέτοιους διαλογισμούς στο μυαλό σας; Για να δείτε δε πως ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί ι εδώ στη γη αμαρτίες, λέγει στον παραλυτικό: Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι σου».
4.    Ο Κύριος έδειξε τη θεϊκή εξουσία του και με το θαύμα του παραλυτικού και με τη δύναμη που έχει να βλέπει τις επιθυμίες και τους διαλογισμούς μας. Και εμείς πρέπει να σκεφτόμαστε από τη μικρή μας ηλικία αυτή την αλήθεια. Όλες οι αμαρτίες μας μένουν μπροστά στα μάτια του Θεού. Και αν δεν τις ξέρουν οι άνθρωποι, τις ξέρει όμως ο Θεός. Δεν μπορούμε να τις αρνηθούμε, ούτε και να τις κρύβουμε. Χρειάζεται λοιπόν να ομολογούμε τις αμαρτίες μας στην ιερή εξομολόγηση και μάλιστα στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Με την εξομολόγηση ανοίγουμε την ψυχή μας και μπαίνει μέσα της η δροσιά του Αγίου ι Πνεύματος. Μας φωτίζει, μας καθοδηγεί και μας κάνει πραγματικά παιδιά του Θεού. Αισθανόμαστε τον Κύριο πολύ κοντά μας και μάλιστα σε δύσκολες στιγμές, όπως είναι η θλίψη, η αρρώστια, η φτώχια και ο θάνατος ενός συγγενικού μας προσώπου. Με τις ευχές της Εκκλησίας λυτρώνεται ο άνθρωπος από τα βάσανα και τις συμφορές.
Δ. ΔΙΔΑΓΜΑ:
«Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου... έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου» (Μάρκου κεφ. α' στίχοι 10-11).
ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ
Η σημερινή περικοπή είναι μια υπενθύμιση πως ο Χριστός που θεράπευσε τότε τον παράλυτο, συνεχίζει και σήμερα να θεραπεύει με τα λυτρωτικά μέσα της Εκκλησίας, τα Άγια Μυστήρια. Η στροφή λοιπόν προς την ψυχή μας αποδεικνύεται η μεγαλύτερη υποχρέωση μας», (Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Φως εκ Φωτός, Αθήναι 1978, σελ. 257).
ΣΤ ΑΣΚΗΣΕΙΣ - ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Τι εντύπωση σου έκανε η διαγωγή των τεσσάρων ανθρώπων;
2. Γιατί οι Γραμματείς σκέφτηκαν πονηρά κατά του Κυρίου;
3. Τι μας διδάσκει με το σημερινό θαύμα ο Ιησούς Χριστός;