ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Τό βασικό θέμα, τό ὁποῖο διέπει τήν σημερινή Εὐαγγελική παραβολή, εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Θεός καλεῖ διαρκῶς κοντά Του, χωρίς διακρίσεις καί προσωποληψία, τόν δημιουργηθέντα «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσίν» Του (Γεν. 1,26) ἄνθρωπο, γιά νά μετάσχει σέ γάμους πνευματικούς, σέ δεῖπνο ἀτελεύτητης ἀγαλλιάσεως καί εὐφροσύνης· γιά νά κοινωνήσει καί νά ἑνωθεῖ μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τῆς ἀλήθειας, τοῦ φωτός καί τῆς ἀθανασίας· μέ τόν Δημιουργό του, τόν Βασιλέα τῆς Δόξης καί Θεό τοῦ παντός. Καί ὁ ἄνθρωπος πῶς ἀξιολογεῖ αὐτήν τήν ὑπέρμετρη τιμή καί εὐλογία νά προσκαλεῖται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό σέ κοινωνία ἀγάπης; Κάποιοι ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν τήν πρόσκλησή Του, ἀδιαφοροῦν παντελῶς γιά αὐτήν καί ἀποκτοῦν ἐχθρική στάση καί διάθεση ἔναντι τοῦ Εὐεργέτη Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων πού Ἐκεῖνος ἀποστέλλει γιά νά τούς καλέσει κοντά Του.
Κάποιοι ἄλλοι ἀποδέχονται τήν πρόσκληση μέ εὐγνωμοσύνη καί παρακάθηνται ὡς συνδαιτυμόνες στήν βασιλική τράπεζα. Ἄλλοι προσέρχονται μέν, ἀλλά ἀπροετοίμαστοι καί χωρίς συναίσθηση. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν Του ἔχει καθοριστική σημασία γιά τήν ὕπαρξή του, τήν πρόσκαιρη καί αἰώνια ζωή του.
Ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ
Ἡ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκληση τῆς θείας ἀγάπης δέν ματαιώνει τό ἔργο τοῦ Θεοῦ οὔτε τό σχέδιο τῆς οἰκονομίας, τῆς προνοίας Του γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ πατήρ μου –λέει ὁ Χριστός– ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. 5,17). Τό ἔργο τοῦ Θεοῦ συνίσταται ἀκριβῶς στήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι φανέρωσή Του στόν κόσμο καί στήν ἐν ἐλευθερίᾳ πρόσκληση τοῦ ἀνθρώπου νά μετάσχει τῆς θείας ζωῆς. Καί ἄν ὁ Θεός παρέμενε κεκρυμμένος καί ἄγνωστος, τότε ὁ ἄνθρωπος θά ἦταν δικαιολογημένος νά ἀρνεῖται τήν πρόσκληση στούς βασιλικούς γάμους καί τό δεῖπνο τῆς ζωῆς, καθώς λέει ὁ Κύριος: «Ἄν δέν εἶχα ἔρθει καί δέν τούς εἶχα κηρύξει, δέν θά εἶχαν ἁμαρτία. Τώρα ὅμως δέν ἔχουν καμμία δικαιολογία γιά τήν ἁμαρτία πού διαπράττουν» (Ἰωάν. 15,22).
Ὁ Κύριος μέ τήν ἐνανθρώπησή Του μᾶς ἀποκαλύπτει τήν ἀλήθεια περί τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος τότε ἁμαρτάνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀγαπήσει τό σκοτάδι περισσότερο ἀπό τό φῶς ἐπειδή οἱ πράξεις του εἶναι πονηρές (Ἰωάν. 3,19). Πῶς μπορεῖς νά μείνεις ἀσυγκίνητος καί ἀδιάφορος στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἡ ζωή σου εἶναι γεμάτη ἀπό τό φῶς τῆς πίστεως, τῆς μετανοίας, τῆς προσευχῆς, τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο; Καί πῶς μπορεῖς νά ἀνταποκριθεῖς στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ὅταν εἶσαι βυθισμένος στά ἔργα τοῦ σκότους καί παραμένεις μέ τήν θέλησή σου ἐγκλωβισμένος στόν ἐγωισμό, τήν ἀπιστία, τήν λήθη καί τήν ἄγνοια;
Τό ἔνδυμα τοῦ γάμου
Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως τοῦ Θεοῦ δέν συνεπάγεται αὐτόματα καί τήν σωτηρία, καθώς μᾶς λέει ὁ Κύριος: «πολλοί γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί» (Ματθ. 20,16). Πράγματι, ἡ κατάφαση στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει καί ὁρισμένες ὑποχρεώσεις ἐκ μέρους τοῦ πιστοῦ, δεδομένου ὅτι ἡ ἰδιότητα τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι μία ὁριστική καί τελική κατάσταση, ἀλλά ἕνας διαρκής ἀγώνας πρός τήν τελειότητα μέ ἐξακολουθητικό χαρακτήρα. Γίνεται κάποιος συνεχῶς χριστιανός, ὅταν ἡ πίστη ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τά ἔργα του.
Ἐπί παραδείγματι, πῶς μπορῶ νά ἰσχυρίζομαι ὅτι πιστεύω στόν Θεό καί Τόν ἀγαπῶ ὅταν μισῶ τόν ἀδελφό μου; (Α΄ Ἰωάν. 4,20). Ὡς ἐκ τού του, ὅταν ὁ βασιλέας τῆς παραβολῆς ἐκβάλλει στό «σκότος τό ἐξώτερον» τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού τόλμησε νά εἰσέλθει στήν αἴθουσα τοῦ γάμου χωρίς τό κατάλληλο ἔνδυμα, οὐσιαστικά τιμωρεῖ τήν ἀναιδῆ ἀμέλεια, τήν ἀδιαφορία, τήν προσβολή, τήν ἔλλειψη ἔργων ἀγάπης, πίστεως, δικαιοσύνης, ἐλεημοσύνης. Μάλιστα, στόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο τονίζεται ἰδιαιτέρως ἡ ἀναγκαιότητα τῶν ἔργων ὡς καρποῦ τῆς νέας, ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὅτι «ἔνδυμα τοῦ πνευματικοῦ γάμου ἐστίν ἡ ἀρετή».
Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τούς βασιλικούς γάμους δέν ἔγινε γιατί δέν φοροῦσε τό κατάλληλο ἔνδυμα, ἀλλά γιατί δέν θέλησε νά τό φορέσει, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶναι Ἐκεῖνος πού μᾶς ἐνδύει μέ τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας. Αὐτό πού ζητεῖ εἶναι ἡ ἐλεύθερη συγκατάθεσή μας γιά αὐτή τήν ἔνδυση, πού ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγησή μας καί τήν συμμετοχή στήν θεία Εὐχαριστία.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου