ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 18, 18-27)

Ἡ κα­το­χὴ καὶ ἡ λε­λο­γι­σμέ­νη χρή­ση τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν δὲν εἶ­ναι ἐ­πί­μεμ­πτη. Τὸ κα­κὸ ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται πλε­ο­νέ­κτης καὶ κλεί­νει τὰ σπλά­χνα του στὸν συ­νάν­θρω­πό του. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς πέ­ρα­σε τὴν ἐ­πί­γει­ο ζω­ή του χω­ρὶς νὰ ἔ­χει «ποῦ τὴν κε­φα­λὴν κλί­νῃ» καὶ σὲ πλεῖ­στες πε­ρι­πτώ­σεις κα­τέ­κρι­νε ἔν­το­να τὴν προ­σκόλ­λη­ση πρὸς τὸν ἐ­πί­γει­ο πλοῦ­το. Καὶ τοῦ­το ὄ­χι χω­ρὶς λό­γο: ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­σκόλ­λη­σή του στὸν πλοῦ­το τό­τε γλυ­τώ­νει καὶ ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ πο­νη­ροῦ. Ἡ χρι­στια­νι­κὴ ζω­ή, κα­θὸ ζω­ὴ ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἀ­παι­τεῖ ἀ­πο­δέ­σμευ­ση ἀ­πὸ τὴ δυ­να­στεί­α τοῦ πλού­του, ποὺ κα­τα­δυ­να­στεύ­ει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ὑ­πο­τάσ­σει στὸ χρῆ­μα, ἐμ­πο­δί­ζον­τάς τον ταυ­τό­χρο­να νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι του στὸν οὐ­ρα­νό.


Ὁ «ἄρ­χων» τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου πλη­σί­α­σε τὸν Χρι­στὸ καὶ τὸν ρώ­τη­σε μὲ ποιὸ τρό­πο θὰ κλη­ρο­νο­μοῦ­σε τὴν αἰ­ώ­νι­α ζω­ή. Ἀ­σφα­λῶς τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἔ­κρυ­βε τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή του ἀ­νη­συ­χί­α. Ἡ ἀν­τί­δρα­σή του, ὅ­μως, με­τὰ τὴν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­δει­κνύ­ει καὶ τὴν προ­σκόλ­λη­ση ποὺ εἶ­χε στὸ ἀρ­γύ­ρι­ο. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὸν Χρι­στὸ νὰ τοῦ λέ­ει «ἔτι ἕν σοι λείπει˙ πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕ­ξεις θη­σαυ­ρὸν ἐν οὐ­ρα­νῷ, καὶ δεῦ­ρο ἀ­κο­λού­θει μοι», δη­λα­δὴ ἐ­φό­σον ἐ­πι­ζη­τεῖς τὴν τε­λει­ό­τη­τα καὶ τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, πρέ­πει νὰ δώ­σεις ὅ­λη τὴν πε­ρι­ου­σί­α σου στοὺς φτω­χοὺς καὶ νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θή­σεις, ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ξε δι­ά­θε­ση, ἔ­γι­νε πε­ρί­λυ­πος καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Ἡ με­γά­λη του, προ­φα­νῶς, πε­ρι­ου­σί­α, δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ πα­ρα­μεί­νει κον­τὰ στὸν Χρι­στό. Ἔ­τσι ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του.

Ἡ κα­το­χὴ ὑ­λι­κοῦ πλού­του καὶ ἡ προ­σκόλ­λη­ση σὲ αὐ­τὸν αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο, ἀ­φοῦ «ὅ­που γάρ ἐ­στιν ὁ θη­σαυ­ρὸς ὑ­μῶν», μᾶς προ­ει­δο­ποι­εῖ ὁ Κύ­ρι­ος, «ἐ­κεῖ ἔ­σται καὶ ἡ καρ­δί­α ὑ­μῶν». Ἑ­πο­μέ­νως, ἕ­νας τέ­τοιος ἄν­θρω­πος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ καρ­δί­α εἶ­ναι δο­σμέ­νη στὸν πλοῦ­το καὶ ὄ­χι στὸν Χρι­στό, ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πὸ μό­νος του νὰ εἰ­σέλ­θει στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στός, με­τὰ τὴν ἀ­πο­χώ­ρη­ση τοῦ πλού­σι­ου νέ­ου, κά­νει τὴν τρα­γι­κὴ δι­α­πί­στω­ση «πῶς δυ­σκό­λως οἱ τὰ χρή­μα­τα ἔ­χον­τες εἰ­σε­λεύ­σον­ται εἰς τὴν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ!». Δὲν λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ σω­θοῦν καὶ οἱ πλού­σι­οι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο, ὅ­σο δύ­σκο­λο εἶ­ναι γιὰ ἕ­να χον­τρὸ σχοι­νὶ νὰ χω­ρέ­σει ἀ­πὸ τὴν τρῦπα μί­ας βε­λό­νας. Γίνεται εὔκολο ὅταν αὐτοὶ παῦσουν νὰ εἶναι προσκολλημένοι στὸ χρῆμα καὶ τὸ χρησιμοποιήσουν ὀρθά, ὅ­πως ἁρ­μό­ζει στοὺς βα­πτι­σμέ­νους καὶ ἀ­να­γεν­νη­μέ­νους ἀν­θρώ­πους.

Ὁ πό­θος τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ χα­ρα­κτη­ρί­ζει κά­θε χριστιανό, ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­παλ­λα­γὴ ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τοῦ πλού­του ὄ­χι πε­τῶν­τας, ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας αὐτὸν ὡς μέ­σο γιὰ τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ ἐμ­πε­ρί­στα­του συ­ναν­θρώ­που. Οἱ Χρι­στια­νοὶ κα­λοῦν­ται νὰ ἔ­χουν πραγ­μα­τι­κὴ αὐ­τάρ­κει­α στὰ ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρὰ ἡ ὀ­λι­γάρ­κει­α. Ὁ πλοῦ­τος καὶ ὁ πλε­ο­να­σμὸς πρέ­πει νὰ ἐ­πι­ζη­τοῦν­ται μό­νο στὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ὄ­χι στὰ ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ὁ πλοῦ­τος μέ­νει ἀ­κοι­νώ­νη­τος, τό­τε ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὸν κά­το­χό του ὡς ἄν­θρω­πο ποὺ φέ­ρει μά­ται­α τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στια­νοῦ. Ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος γρά­φει ὅ­τι ὁ ἀ­γα­πῶν τὸν πλη­σί­ον του, ὅ­πως τὸν ἑ­αυ­τό του, δὲν θέ­λει νὰ ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Ὅ­ταν ὅ­μως ἀρ­χί­σει νὰ μα­ζεύ­ει καὶ νὰ αὐ­ξά­νει τὴν πε­ρι­ου­σί­α του, στρέ­φον­τας τὴν καρ­δί­α του σὲ αὐ­τήν, τό­τε δεί­χνει ὅ­τι τοῦ λεί­πει ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­τσι ἐ­νῶ ὁ χρι­στια­νὸς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, κα­ταν­τᾶ δοῦ­λος τοῦ χρή­μα­τος καὶ τοῦ μαμ­μω­νᾶ.

Ἐν προκειμένῳ, εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ὑπόδειξη καὶ ἡ συμβουλὴ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ: «Μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεὸς τὸν πλοῦτον; Ἔχομεν χρέος νὰ τρώγωμεν καὶ νὰ πίνωμεν τὸ ἀρκετόν μας, τὰ ρουχαλάκια μας τὰ ἀρκετὰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα νὰ τὰ ξοδιάζωμεν εἰς τοὺς πτωχοὺς διὰ τὴν ψυχήν μας. Καὶ δὲν μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὸν πλοῦτον διὰ νὰ πολυτρώγωμεν καὶ νὰ κάνωμεν πολύτιμα φορέματα καὶ παλάτια ὑψηλά, νὰ χορεύουν τὰ ποντίκια αὔριο καὶ οἱ πτωχοὶ νὰ ἀποθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος μας, ἀδελφοί μου, ἔτσι τὸ ἐξεύρετε. Ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ὕστερα ἔτσι νὰ κάμνετε ἂν θέλετε νὰ σωθῆτε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου