ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

(Μθ. 10, 32-33˙ 37-38. 19, 27-30)

 Ἡ ση­με­ρι­νὴ Κυ­ρι­α­κὴ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στοὺς Ἁ­γί­ους Πάν­τες. Οἱ Ἅ­γι­οι Πάν­τες ἔ­γι­ναν ἅ­γι­οι καὶ ἀ­ξι­ώ­θη­καν τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης φι­λί­ας τοῦ Θε­οῦ, δι­ό­τι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν δρό­μο τὸν ἁ­πλὸ καὶ εὐ­αγ­γε­λι­κό. Τή­ρη­σαν δηλαδὴ τὶς δύ­ο βα­σι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ποὺ ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς ἔ­θε­σε, ὥ­στε νὰ χα­ρι­τώ­σει κά­ποιον. Ἡ πρώ­τη ἀ­φο­ρᾶ στὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης μας πρὸς τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ὁ­ποί­α συ­νο­δεύ­ε­ται μά­λι­στα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση ποὺ ὁ πι­στὸς θὰ λά­βει ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στὸ μπρο­στὰ στὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα: «Πᾶς οὖν ὅ­στις ὁ­μο­λο­γή­σει ἐν ἐ­μοὶ ἔμ­προ­σθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ­μο­λο­γή­σω κἀ­γῶ ἐν αὐ­τῷ ἔμ­προ­σθεν τοῦ πα­τρός μου τοῦ ἐν οὐ­ρα­νοῖς».


Τὸ ση­μαν­τι­κὸ στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν μᾶς ζη­τᾶ μί­α ἁ­πλή, ἀ­ό­ρι­στη καὶ χω­ρὶς ἀν­τίκρυ­σμα ὁ­μο­λο­γί­α. Ἀν­τι­θέ­τως θέ­λει καὶ ζη­τᾶ νὰ τὸν ὁ­μο­λο­γοῦ­με κα­θὼς πρέ­πει, δηλαδὴ ὡς Θε­ὸ καὶ λυ­τρω­τή. Καὶ για­τί μᾶς ζη­τᾶ κά­τι τέ­τοιο; Δι­ό­τι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ βρι­σκό­ταν σω­μα­τι­κὰ ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους, μέ­χρι καὶ τὴν ἐ­πο­χή μας, ὅ­λοι οἱ ἄ­θε­οι, οἱ ἀρ­νη­τές, οἱ κο­σμι­κοὶ φι­λό­σο­φοι καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν ἔ­χουν σχέ­ση μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ­μο­λο­γοῦν καὶ δὲν ἀρ­νοῦν­ται τὸ ἠ­θι­κὸ με­γα­λεῖ­ο τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὅ­λοι τοῦ­τοι ὁ­μο­λο­γοῦν καὶ πα­ρα­δέ­χον­ται τὸ ἔρ­γο ποὺ ὁ Χρι­στὸς πρό­σφε­ρε στοὺς ἀν­θρώ­πους, τὴ φι­λαν­θρω­πί­α του, τὴν ἀ­γά­πη του καὶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὰ ποι­κί­λα κοι­νω­νι­κὰ προ­βλή­μα­τα.

Αὐ­τὸ ποὺ δὲν κά­νουν ὅ­λοι τοῦ­τοι καὶ τὸ ἀ­πο­φεύ­γουν ἐ­πι­με­λῶς, δι­ό­τι δὲν τὸ πι­στεύ­ουν, εἶ­ναι ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τῆς θε­ό­τη­τας τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­ὰν ὅ­μως ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τὸν Χρι­στὸ ὡς ἕ­να ἁ­πλὸ ἱ­στο­ρι­κὸ πρό­σω­πο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ναὶ μὲν προ­σέ­φε­ρε πά­ρα πολ­λὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α, τὴν ἠ­θι­κὴ καὶ τὴ φι­λαν­θρω­πί­α, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν Θε­ὸς ὁ ἴ­διος, τό­τε αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χει κά­ποια οὐ­σι­α­στι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴ ζω­ή μας. Ἐ­ὰν ὅ­μως τὸν ἀ­πο­δε­χθοῦ­με ὡς Θε­ὸ καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ­μο­λο­γή­σου­με θαρ­ρα­λέ­α αὐ­τή του τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα, τό­τε τὰ πράγ­μα­τα ἀλ­λά­ζουν. Ἀ­φοῦ ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι Θε­ὸς καὶ ἐ­μεῖς τὸ πα­ρα­δε­χό­με­θα καὶ τὸ ὁ­μο­λο­γοῦ­με, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δε­χθοῦ­με καὶ ὅ­λα ὅ­σα ζη­τά­ει ἀ­πὸ ἐ­μᾶς καὶ νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με νὰ ζή­σου­με κα­τὰ τὸ θέ­λη­μά του καὶ σύμ­φω­να μὲ τὶς ἐν­το­λές του. Μό­νο ἔ­τσι θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὸν δρό­μο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ οἱ Ἅ­γι­οι Πάν­τες καὶ νὰ φτά­σου­με καὶ ἐ­μεῖς στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.

Ἡ δεύ­τε­ρη βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση ποὺ θέ­τει ὁ Χρι­στός, ὥ­στε κά­ποιος νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ ὡς γνή­σι­ο τέ­κνο του, δηλαδὴ πραγ­μα­τι­κὸς χρι­στια­νός, εἶ­ναι νὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πρό­σω­πο στὸν κό­σμο. Λέ­ει συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Χρι­στός: «Ὁ φι­λῶν πα­τέ­ρα ἢ μη­τέ­ρα ὑ­πὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔ­στί μου ἄ­ξι­ος· καὶ ὁ φι­λῶν υἱ­ὸν ἢ θυ­γα­τέ­ρα ὑ­πὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔ­στί μου ἄ­ξι­ος· καὶ ὃς οὐ λαμ­βά­νει τὸν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ ὀ­πί­σω μου, οὐκ ἔ­στί μου ἄ­ξι­ος». Ὅ­ποιος μὲ ἄλλα λόγια θέ­τει ὡς πρώ­τη του προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοὺς οἰ­κι­α­κούς του ἀν­θρώ­πους καὶ σὲ δεύ­τε­ρη μοῖρα τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ, δὲν μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς γνή­σι­ος χρι­στια­νὸς καὶ ἄ­ξι­ος μα­θη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἐ­δῶ ἡ ἀ­παί­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ δὲν κρύ­βει οὔ­τε κα­κί­α οὔ­τε ἰ­δι­ο­τέ­λει­α. Δὲν θέ­λει ἀ­πο­κλει­στι­κό­τη­τα ὡσὰν νὰ ζήλευε τὰ συγ­γε­νι­κά μας πρό­σω­πα. Δὲν μᾶς ζη­τά­ει τὴν προ­σο­χὴ καὶ τὴν ἀ­γά­πη μας, δι­ό­τι ἔ­χει αὐ­τὸς ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἀ­γά­πη ἢ προ­σο­χή. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­νεν­δε­ής, εἶ­ναι τὸ πλή­ρω­μα τῆς ἀ­γά­πης καὶ τῶν δω­ρε­ῶν. Αὐ­τὸς χο­ρη­γεῖ ὅ­λα τοῦ­τα στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Χρι­στὸς ζη­τᾶ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κό­τη­τα γιὰ τὸ δι­κό μας συμ­φέ­ρον. Κατ᾽ ἀρ­χὰς ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση τὰ συγ­γε­νι­κά μας πρό­σω­πα νὰ βρί­σκον­ται μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ ὑ­πάρ­χει ὁ κίν­δυ­νος νὰ πα­ρα­σύ­ρουν καὶ ἐ­μᾶς. Ἔ­πει­τα εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ μί­α ἀρ­ρω­στη­μέ­νη προ­σκόλ­λη­ση στοὺς δι­κούς τους ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς ἀ­γα­ποῦν καὶ τοὺς νοι­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ὁ Χρι­στὸς ζη­τῶν­τας μας νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, δὲν κά­νει τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τοῦ νὰ μᾶς προ­σκα­λεῖ στὸ νὰ γί­νου­με μέ­το­χοι στὴ μα­κα­ρι­ό­τη­τά του. Ἀ­γα­πῶν­τας κα­νεὶς τὸν Χρι­στὸ καὶ προ­σφέ­ρον­τας σὲ αὐ­τὸν τὴν καρ­δί­α του καὶ ἔ­χον­τας συ­νε­χῶς τὰ ὄμ­μα­τα τῆς καρ­δί­ας του στραμ­μέ­να πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό, ζεῖ ἀ­πὸ τώ­ρα, ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή, τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.

Ἔ­τσι ἔ­ζη­σαν καὶ ἀ­γω­νί­στη­καν καὶ οἱ Ἅ­γι­οι Πάν­τες. Τή­ρη­σαν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ, ἔ­θε­σαν πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα τὴν κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Χρι­στό, γεύ­τη­καν τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Χρι­στοῦ στὰ μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τε­λι­κὰ χα­ρι­τώ­θη­καν καὶ ἔ­γι­ναν αὐ­τὸ ποὺ σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με, δηλαδὴ Ἅ­γι­οι καὶ οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου