ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 28 Ιουλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

(Α΄ Κορ. 3, 9-17)

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρομοιάζει τὴν Ἐκκλησία μὲ φυτεία καὶ ὅσους ἐργάζονται σὲ αὐτὴ μὲ διακόνους τοῦ Θεοῦ. Οἱ διάκονοι ἁπλῶς φυτεύουν καὶ ποτίζουν, ἡ δὲ αὔξηση τῶν φυτῶν εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Οἱ διάκονοι, δηλαδὴ οἱ ἐργάτες, στὸν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ δὲν φτιάχνουν τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ τὸ κάνει ὁ Θεός. Οἱ διακονοῦντες σὲ αὐτὴ εἶναι ἁπλῶς μισθωτοὶ ἐργάτες, ὁ δὲ μισθός τους θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὸν ζῆλο ποὺ θὰ καταβάλουν.


Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Κανεὶς ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ βάλει ἄλλο λίθο καὶ νὰ θεμελιώσει ἄλλη Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀναντίρρητο δεδομένο γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρατηρεῖ: «ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ». Ἡ νέα πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ ἔχει φυτευτεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ μὲ θεμέλιο τὸν Χριστό. Ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὅσοι ἐργάζονται στὴν Ἐκκλησία, ἁπλῶς ὑπηρετοῦν στὸ οἰκοδόμημά της. Φυτεύουν, ποτίζουν καὶ ἐποικοδομοῦν, δηλαδὴ κτίζουν ἐπὶ τοῦ θεμελίου τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι τοῦτοι εἶναι ἴσοι καὶ ἡ ἰσότητά τους προκύπτει ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι ἐργάτες στὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀγρὸ τοῦ Κυρίου. Τοὺς διαφοροποιεῖ, ὅμως, ὁ ζῆλος ποὺ ἐπιδεικνύουν κατὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου τους. Ὁ ζῆλος ἀντιστοιχεῖ στὴν ποιότητα τῶν οἰκοδομικῶν ὑλικῶν. Αὐτὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καλά, στέρεα καὶ γερά, ὅπως ὁ χρυσός, ὁ ἄργυρος, οἱ πολύτιμοι λίθοι· ἐνδέχεται, ὅμως, νὰ εἶναι καὶ ἀκάλληλα καὶ σαθρά, ὅπως τὰ ξύλα, ὁ χόρτος, ἡ καλάμη. Κατὰ τὴν τελικὴ κρίση τῶν ἀνθρώπων θὰ κριθεῖ καὶ θὰ δοκιμαστεῖ καὶ τὸ ἔργο τοῦ κάθε ἐργάτη· ὅσα ἔργα ἀντέξουν σημαίνει ὅτι εἶναι γερὰ καὶ κατὰ Θεὸν ὀρθὰ καὶ ὅτι ὁ ἐργάτης εἶχε ἐπενδύσει ζῆλο καὶ ἀγάπη καὶ κόπο, εἶχε δηλαδὴ χρησιμοποιήσει καλὰ ὑλικά. Ὅσα, ὅμως, ἔργα γίνουν παρανάλωμα τῆς φωτιᾶς σημαίνει ὅτι ἦταν ἐσφαλμένα καὶ δὲν ἔγιναν μὲ γνώμονα τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄρα τὰ ὑλικὰ ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ἦταν ἀδόκιμα καὶ σαπρά.

Ἡ διακονία τῶν ἐργατῶν, τῶν ποιμένων καὶ τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου, ἀφορᾶ στὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν ἐπὶ τοῦ θεμελίου τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ πιστοὶ οἰκοδομοῦνται ὅταν οἱ ἐργάτες κηρύττουν Χριστὸ καὶ ὄχι τὸν ἑαυτό τους. Καὶ ὁ Χριστὸς κηρύττεται ὅταν ὁ ἐργάτης τὸν ζεῖ καὶ δὲν ὁμιλεῖ γι’ αὐτὸν ἁπλῶς θεωρητικά. Τότε ὁ λόγος τοῦ ἐργάτη ἔχει ἀντίκρυσμα καὶ ὁ κόσμος ἀλλοιώνεται καὶ ἑλκύεται πρὸς τὴν ἀλήθεια. Οἱ πιστοὶ εἶναι «Θεοῦ γεώργιον (καί) Θεοῦ οἰκοδομή», διότι τοὺς προσφέρεται ἡ δυνατότητα καλλιέργειας καὶ καρποφορίας τῶν ἐντολῶν καὶ τῶν ἀρετῶν. Καὶ τοῦτο διότι ἡ ζωή τους, ὡς βαπτισμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἑδράζεται στὸ ἀσάλευτο θεμέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ κάθε ἕνας λοιπόν, ὄντας μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχοντας τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Χριστό, ἔχει τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καὶ ἡ σοφία, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα». Αὐτὴ ἡ σοφία, ὄχι ὡς ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλὰ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ἐπέτρεψε στὸν ἴδιο τὸν ἀπόστολο Παῦλο, καθὼς καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ στὴν καθόλου Ἐκκλησία, νὰ θέσουν ἰσχυρὸ καὶ ἑδραῖο θεμέλιο, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ πλέον ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀγωνίζεται ἢ δὲν ἀγωνίζεται στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἁγιάζεται ἢ μένει στάσιμος.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παραινεῖ σὲ μία ὀρθὴ καὶ πνευματικὴ ζωή, καλῶντας τοὺς ἀνθρώπους νὰ οἰκοδομήσουν ἐπὶ τῆς πέτρας τοῦ Χριστοῦ, ἐπὶ τοῦ θεμελίου δηλαδὴ ποὺ ὁ ἴδιος, χάριτι Θεοῦ, ἔθεσε. Ἡ ἐποικοδόμηση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ ὀρθὰ καὶ κατὰ Θεὸν ἔργα. Ἂς κοιτάξει, λοιπόν, ὁ κάθε ἕνας πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο οἰκοδομεῖ στὸ ἀσάλευτο θεμέλιο τοῦ Χριστοῦ· ἐνῶ ἔχει τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ἂς μὴν λησμονεῖ νὰ ποιεῖ ἀγαθά, σωστὰ καὶ πνευματικὰ ἔργα. Ἡ πίστη στὸν Χριστὸ δὲν εἶναι θεώρημα, ἀλλὰ ζωὴ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὶς ἀνάλογες πράξεις. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστὸς κηρύττεται καὶ τίθεται ὡς θεμέλιο τῆς πίστης, ἀλλὰ ὁ κάθε ἄνθρωπος τοποθετεῖται ἔναντί του καὶ ἔναντι τῶν ἐντολῶν του μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Ὁ τρόπος τοῦτος ἀντιστοιχεῖ στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴ συνεπακόλουθη ἐπιλογή του γιὰ λίγα ἢ πολλὰ θεάρεστα ἔργα.

Σημειωτέον ὅμως ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἔργων τοῦ κάθε ἀνθρώπου θὰ κριθεῖ ὄχι ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως λοιπὸν ἅπαντα τὰ ἔργα θὰ κριθοῦν αὐστηρὰ καὶ θὰ δοκιμαστοῦν. Δηλαδὴ θὰ γίνουν φανερὰ καὶ θὰ γνωσθεῖ ἡ πραγματική τους φύση· ἐὰν εἶναι πολύτιμα καὶ ἔχουν ἀξία, θὰ βγοῦν ἀπὸ τὴ δοκιμασία λαμπρότερα, ἐὰν ὅμως εἶναι εὐτελῆ, θὰ ἐλεγχθοῦν καὶ θὰ κατακριθοῦν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου