ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Κυριακή των Μυροφόρων: Οι μοναδικές μυροφόρες που δεν ξόδεψαν το μύρο τους. π. Στυλιανός Μακρής

Τ μήνυμα τς ναστάσεως εαγγελίζονται σήμερα ο μυροφόρες γυνακες, οποες κατ τν σταύρωση κα τν ταφ το Κυρίου παρακολουθοσαν πκοντ τ γεγονότα. ξιώθηκαν δικαιωματικ ν εναι ο πρτες πο θπληροφορονταν τ εχάριστο νέο, γιατ εχαν πίστη βαθει κα γάπη πρς τν Διδάσκαλο. Κα τοτο ποδεικνύεται περίτρανα π τ γεγονς τι σηκώθηκαν χαράματα Κυριακς, γι ν πνε στν θεοδέγμονα τάφο κα ν τελέσουν τνεκρικ θιμα, δίχως ν πολογίσουν τ νέφικτον δι τ μέγεθος το λίθου ποφραζε τν εσοδο το μνήματος κα τ παράτολμον δι τν «φόβον τνουδαίων» το γχειρήματος. Συχν  καρδι μις εσεβος γυναίκας εναι πλημμυρισμένη π συναισθήματα, ρετ κα πλότητα, κα παραμερίζει τν λογική.

       Φόβος κα τρόμος κυρίευσε τς καρδιές τους στ θέα το νεαρο μ τλευκ στολή, κπληξη κα θαυμασμς στ κουσμα το νέλπιστου μηνύματος. Γνώριζαν τι  Χριστς νέστησε τν Λάζαρο, τν κόρη το αείρου κα τν γιτς χήρας τς Ναΐν, μ ταν Τν εδαν στν Γολγοθ ν ξεψυχλες τους ολπίδες εχαν ξανεμιστε κα σως δν περίμεναν τι  διος θ πανερχόταν στζωή. Κα εχαν σαφς πληροφορηθεἐὰν δν τ κουσαν ο διες, περ τομακαρισμο τν πενθούντων: «Μακάριοι ο πενθοντες, τι ατοπαρακληθήσονται», λλ δν ποψιάζονταν τι κα στ δική τους περίπτωση θ βρισκε φαρμογή. Μ θλίψη προσλθαν στ μνήμα, μ πορία εσλθαν, μχαρ πλθαν.
Τ σημεριν εαγγελικ νάγνωσμα μς λέγει τι ο μυροφόρες δν επαν τίποτε σ κανένα, γιατ ταν φοβισμένες. ταν ραγε τ δέος μπροστ στμεγάλο μυστήριο  λόγος πο δν μίλησαν σ κανένα; ταν ραγε  φόβος μήπως παρεξηγηθον π τος μαθητς το Κυρίου κα κατηγορηθον ς νόητες ποπίστεψαν σ να νυπόστατο ψέμα, πως βέβαια κα γινε;  ταν  φόβος μήπως ρχίσουν ο ουδαοι ν νακρίνουν πρόσωπα κα πράγματα καρχονταν ο μαθητς σ δύσκολη θέση; Πάντως δν πίστησαν στ γγελικλόγια· κρατοσαν τν χαρ τους ναμεμειγμένη μ διάφορα λλα συναισθήματα κα ναμμένο τν λύχνο τς πίστεως, πο συντηροσαν μ τκαύσιμο τς πρς τν Κύριο γάπης.
Ο νθρωποι συνηθίζουν ν βρίσκουν τος νεκρούς τους στ κοιμητήρια. Βλέπουν στς πλάκες τν τάφων τ νόματα τν κεκοιμημένων, βλέπουν τς φωτογραφίες τους κα τος νθυμονται, νάβουν κερι κα στολίζουν μλουλούδια τος τάφους. Σ λόκληρη τ γ, σ λες τς θρησκεες, ο τάφοι εναι γεμάτοι.  Μόνον νας τάφος εναι δειανός. Κι ατς εναι  κενς πανάγιος τάφος πο δέχθηκε γι τρες μέρες τ Πανάχραντο κα φθαρτο Σμα τοξουσιαστο τς ζως κα το θανάτου. «Τί ζητετε τν ζντα μετ τν νεκρν;»
Ο μυροφόρες ζητοσαν ς νεκρ τν ζωνταν Θεό, πως κριβς ζητομε κιμες τος δικούς μας νεκρούς κα πως κριβς θ μς ζητον κάποτε ο δικοί μας νθρωποι. Ο μυροφόρες ταν ο μόνες στν νθρώπινη στορία πο δν βρκαν ατ πο ζητοσαν, ο μόνες πο πέστρεψαν στ σπίτια τους μ γεμάτα τ μυροδοχεα. ταν παροσες κατ τν ρα το φρικτο μαρτυρίου το Κυρίου, γι’ ατ κα δικαιωματικ ξιζαν ν πληροφορηθον πρτες τ χαρμόσυνο γεγονός. κλαψαν σως περισσότερο π τος νδρες, γι’ ατ κα τ δάκρυα χαρς σως πρεπε ν κυλήσουν πρτα στ δικά τους μάτια.
 πρτος νθρωπος πο δικαιοτο ν δ τν ναστημένο Χριστό τανναμφισβήτητα  Παναγία Μητέρα Του. «πήντησας τ Παρθέν» μς λέγει τναστάσιμο πολυτίκιο.  πρώτη στν γιότητα κα πρώτη στν τιμ πρεπε ν εναι κα  πρώτη στ θέα το ναστημένου Υο της.  κείνη σπάραζε κάτωπ τν Σταυρό, κείνη ταν παραπάνω π’ , τι κάθε λλος· λοι δολοι, κείνημως κα Μητέρα κα δούλη. Διαισθανόταν βέβαια τι  θάνατος δν εχεξουσία σ Ατν πο εχε ναστήσει νεκρούς.  θρήνος της δν ταν ξπελπισίας, λλ’ ξ πιγνώσεως τι Ατς πο κρατοσε πνου στνποκαθήλωση ταν  Δημιουργς το κόσμου. ναλογιζομένη τν κρα Του ταπείνωση, ταπείνωση μέχρι θανάτου, κλαιγε κα δυρόταν γι τ φρικτθέαμα. κλαιγε κα ς Μητέρα κα ς δούλη.
Μ πρώτη τν περαγία Θεοτόκο εδαν λοιπν μ τ σειρά τους τνναστημένο Χριστ κα ο λοιπς μυροφόρες, τν εχάριστη θέα το ποίου εθε δι τν πρεσβειν τους ν ξιωθομε λοι μας.

Το κήρυγμα της Κυριακής: Ιωσήφ τολμήσας... εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού.

Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη,
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης.
«Ἰωσήφ…. Τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλάτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ».
Δύο μεγάλα και εντυπωσιακά παραδείγματα ανδρείας και θάρρους έλαμψαν τις συγκλονιστικές εκείνες ώρες και ημέρες του δράματος του Γολγοθά.
Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, σεβαστό μέλος του συνεδρίου, επίσημο και ευϋπόληπτο πρόσωπο μεταξύ των Ιουδαίων, πλούσιος, αμέτοχος στο θεοκτόνο έγκλημα του συνεδρίου προσήλθε με θάρρος στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. «Τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Δεν υπολόγισε τον κίνδυνο να χαρακτηρισθεί οπαδός του σταυρωθέντος Χριστού, εχθρός του Ιουδαϊκού λαού, συνωμότης εναντίον των Ρωμαίων.
Και οι Μυροφόρες γυναίκες δεν φοβήθηκαν το βαθύ σκοτάδι, τους κινδύνους των ταραγμένων εκείνων ημερών, την αγριότητα των φρουρών του τάφου. Υπερνίκησαν τη δειλία του γυναικείου φύλου, έδειξαν ανδρεία, την οποία δεν είχαν τότε ούτε οι Μαθητές του Κυρίου. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἒξω βάλλει τόν φόβον», είχε πει ο Κύριος.
Έτσι ο Ιωσήφ και οι Μυροφόρες προβάλλονται ως παράδειγμα ανδρείας και θάρρους προκειμένου περί ιερών καθηκόντων πίστεως, ευγνωμοσύνης και αφοσιώσεως προς τον Σωτήρα Χριστό. Από την ημέρα εκείνη μέχρι σήμερα αυξάνονται και πληθύνονται οι ανδρείοι ομολογητές της πίστεώς μας, προς κατάπληξη όλων.
Δεν πρόκειται μόνο για τα εκατομμύρια των μαρτύρων, κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, οι οποίοι ανδρείοι και ακλόνητοι στην πίστη πρόσφεραν και την ζωή τους ακόμη για τον Χριστό.
Δεν πρόκειται για τις πολλές χιλιάδες πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίοι βασανίστηκαν και σφαγιάσθηκαν στα σκληρά χρόνια της τουρκοκρατίας.
Δεν πρόκειται ακόμη για τα άγνωστα σε αριθμό εκατομμύρια την Ρώσων Ορθοδόξων, οι οποίοι δεν υπέκυψαν στον άθεο κουμμουνισμό. Αλλά προτίμησαν να υποστούν αδιήγητα μαρτύρια, να φυλακιστούν σε φρικτές φυλακές, να εξορισθούν στις παγωμένες εκτάσεις της Σιβηρίας, να απογυμνωθούν από τα υπάρχοντά τους, να καταδικαστούν σε πείνα, δίψα, γυμνότητα, να βασανισθούν με τον πλέον ανελέητο τρόπο, να υποστούν σκληρότατο θάνατο και όχι να αρνηθούν τον Σωτήρα Χριστό. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός, Επίσκοπος Συμφερουπόλεως της Κριμαίας.
Η πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας είναι δια μέσου των αιώνων πορεία μαρτυρίου και αίματος.
Πρόκειται όμως για μια άλλη περισσότερο πολυάριθμη παράταξη ηρώων της πίστεως, οι οποίοι παραμένουν συνήθως αφανείς και άγνωστοι. Είναι εκείνοι που καθημερινά αγωνίζονται να μείνουν πιστοί και αφοσιωμένοι στον Χριστό, πρόθυμοι εργάτες του καλού για την εξυπηρέτηση των άλλων. Είναι οι αποφασιστικοί νέοι, οι οποίοι αγωνίζονται κατά της φαυλότητας, της διαφθοράς, για να μείνουν αγνοί και σώφρονες όπως τους θέλει ο Χριστός.
Είναι οι ευσυνείδητοι εργάτες, οι οποίοι δεν θέλουν με κανένα τρόπο να εξαπατήσουν τους εργοδότες τους για να κερδίσουν περισσότερα. Είναι οι εργοδότες οι οποίοι βλέπουν τους υπαλλήλους περισσότερο σαν συνεργάτες παρά σαν εργάτες.
Είναι οι έντιμοι υπάλληλοι, οι οποίοι δεν μπορούν να υποταχθούν στις πονηρές και κακόβουλες προτάσεις ανωτέρων τους για να καταδολιευθούν τους πελάτες τους.
Είναι οι απλοί χριστιανοί, οι οποίοι θυσιάζονται για να εξυπηρετήσουν όσους έχουν ανάγκη.
Είναι οι εργάτες του Ευαγγελίου, οι οποίοι με αυταπάρνηση και ηρωισμό εργάζονται στον αμπελώνα του Κυρίου, έστω κι αν διώκονται και από εκείνους που έχουν την ηθική υποχρέωση να τους συμπαραστέκονται.
Και είναι πολλοί, πάρα πολλοί οι ήρωες αυτοί της πίστεως, οι οποίοι καλλωπίζουν την ζωή των κοινωνιών μας. Δεν κάνουν θόρυβο. Δεν φαίνονται. Πρέπει να ψάξει κανείς για να ανακαλύψει έστω και μερικούς.
Την ανδρεία και το θάρρος τους το αντλούν από τον μεγάλο αρχηγό, από τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή και Σωτήρα. Αυτό προανήγγειλε ότι θα έχουν αυτοί θλίψεις κατά το διάστημα της ζωής τους. Θα είναι πρόβατα εν μέσω λύκων. Ας μη πτοηθούν. Τα πρόβατα θα νικήσουν τους λύκους. «Θαρσεῖτε» τους λέει. Πάρτε θάρρος, φανείτε ανδρείοι. Πάρετε παράδειγμα εμένα, ο οποίος ως άνθρωπος ήμουν συνεχώς διωκόμενος, από τη γέννηση μέχρι τη σταύρωση. Και όμως «ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον».
Ουδέποτε είδε ούτε και θα δει η ανθρωπότητα τέτοιο ακαταγώνιστο ήρωα και ένδοξο νικητή, όπως τον Κύριο. Αυτός συνέτριψε το κράτος του διαβόλου, την δύναμη της αμαρτίας, τον αιώνιο θάνατο. Αυτός νίκησε όσους είχαν σκληρυνθεί στην κακότητά τους πονηρούς ανθρώπους, κονιορτοποίησε τις παγίδες τους και διέλυσε σαν καπνό τα πονηρά σχέδιά τους. Με το σταυρό του σταύρωσε τον κόσμο της αμαρτίας και χάρισε στους πιστούς την ακατανίκητο δύναμη «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὂφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ».
Νίκη των χριστιανών είναι και η καταπάτηση της δύναμης του εχθρού, όταν αντί του μίσους προτάσσουν την αγάπη, αντί της μνησικακίας την συγγνώμη, αντί της δολιότητας την ευθύτητα, αντί της αλαζονικής έπαρσης την απλότητα της ταπεινοφροσύνης, αντί του ψεύδους την αλήθεια, αντί της κακίας την αρετή. Στο τέλος η αλήθεια και η αρετή θα νικήσουν.
Αυτά είχε υπ’ όψιν του ο Απόστολος Παύλος όταν έγραφε προς τους Κορινθίους και προς όλους τους χριστιανούς, «στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε». Να μένετε όρθιοι, σταθεροί και ακλόνητοι στην πίστη. Αγωνίζεσθε σαν ήρωες. Πάρτε από τον Κύριο ανδρεία και δύναμη. Ηρωικός αγωνιστής και νικητής ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, έλεγε ότι αν και «θανατούμεθα ὃλην τήν ἡμέραν», αν και «ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς», εν τούτοις «πᾶσι τούτοις ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς».
Και είχε απόλυτο δίκιο, μετά από την αποκάλυψη του Θεού και μιλώντας από την προσωπική του πείρα, ο ευαγγελιστής της αγάπης, Απόστολος Ιωάννης να διακηρύττει «αὓτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» και ότι νικητής πάντοτε είναι «ὁ πιστεύων εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν».
Ο Θεός δεν μάς έδωσε πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως για να αγωνιζόμαστε ηρωικά και να νικούμε με δόξα. Αμήν.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Ερμηνεία κατηχητικού λόγου Χρυσοστόμου
Κυριακή των Μυροφόρων 2008

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος
Για πολλά χρόνια είχα την επιθυμία να εξηγήσουμε λίγο τον Κατηχητικό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίο ακούμε την Κυριακή, το βράδυ του Πάσχα. Τι ερμηνεία μας δίνουν οι Πατέρες σ’ αυτόν τον περίφημο λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Θα λέμε μία - μία την πρότασιν και θα δίδομε και την ερμηνείαν.
Καλόν είχαμε αλλ’ αυτήν την περίοδο που βάζει η Εκκλησία μας αυτόν διαβάζαμε έτσι γιατί μας χαρίζει πολύ την παρηγοριά και την ελπίδα. Αλλά και την δύναμη όμως να κάνουμε τους πνευματικούς μας αγώνες. Να αντιληφθούμε τις αρρώστιες μας και τις ασθένειές μας τις πνευματικές και να μπορούμε να διορθωθούμε μέσα από την μετάνοια και την εν Χριστώ ζωή.

Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως.
Όποιος είναι ευσεβής και αγαπά τον Θεόν εξ όλης ψυχής καρδίας, ισχύος και διανοίας, διότι έτσι εννοείται η αγάπη, ας απολαύσει την ωραία και λαμπρή αυτή εορτή του Πάσχα.
Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου.
Που σημαίνει όποιος δούλος, όποιος χριστιανός και μάλιστα αυτός που έχει συναίσθηση, της αμαρτωλότητός του, έχει αγαθές διαθέσεις, ας εισέλθει γεμάτος από χαρά στην ευφροσύνη του Θεϊκού Δείπνου που χαρίζει ο Αναστάς Κύριός του.

Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.
Όποιος κατεπονήθει από τη νηστεία, και καλώς έπραξε, ας απολαύσει τώρα την αμοιβή του, που δεν είναι άλλη, από το παρατιθέμενο ουράνιο αυτό Δείπνο, το μυστικό της Θείας και Ιεράς Κοινωνίας.

Και τώρα τα παρήγορα σημεία για όλους μας που είμεθα τόσο αμαρτωλοί και πρώτος εγώ. Δεν ταπεινολογούμε, την αλήθεια λέω.

Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.
Πρώτη ώρα είναι η έκτη πρωινή κατά την Βυζαντινήν ώρα. Όποιος λοιπόν από την έκτη πρωινή ώρα, δηλαδή από την αρχή της ζωής του, υπηρέτησε τον Κύριο, τον Χριστό, ως πιστός δούλος Του, ας δεχτεί σήμερα, την αμοιβή, την ουράνια αμοιβή που δικαίως του ανήκει.

Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἧλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.
Όποιος προσήλθε στην πίστη, στη μετάνοια, μετά την ενάτην πρωινήν ώραν, δηλαδή κατά την νεανικήν του ηλικία, ας συμμετάσχει και αυτός με προθυμία στην κοσμοσωτήρια αυτή εορτή της Αναστάσεως.

Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω• καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται.
Όποιος προσήλθε στην πίστη μετά την δωδεκάτην μεσημβρινήν ώραν, δηλαδή στην ώριμο ηλικία πλέον, στα σαράντα και στα πενήντα του, ας μην έχει καμιά αμφιβολία. Θα τον δεχτεί ο Χριστός. Και δεχόμενος και αποδεχόμενος από τον Χριστόν, δεν πρόκειται να υποστεί τιμωρία. Αντιθέτως μάλιστα θα αμειφθεί.

Εἰ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω μηδέν ἐνδοιάζων.
Όποιος καθυστέρησε και προσήλθε στην πίστιν, λέει, κατά την τρίτην αογευματινήν ώραν, δηλαδή στα γηρατειά του, ας πλησιάσει και αυτός τον Χριστό, χωρίς κανέναν δισταγμό και φόβο. Και αυτός θα αμειφθεί. Και αυτός θα συμμετάσχει στην πλούσια τράπεζα που δωρεάν παρέχεται. Και την τράπεζα την εδώ, την επί γης τράπεζα, του Μυστικού Δείπνου αλλά και την τράπεζα της Βασιλείας των Ουρανών, τον Παράδεισο. Γι’ αυτό να επιμένουμε όπως οι γέροντες πατέρες μας, και γριούλες μητέρες μας να μετανοήσουν, να τους το λέμε καθαρά, έρχεται μαμά, μπαμπά, παππού, γιαγιά, ο θάνατος, είναι καιρός, μπορείς και τώρα να μετανοήσεις, να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις.

Και «Εἴ τις», λέει, «εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ» και αυτός «τήν βραδύτητα»•
Όποιος προσήλθε στην πίστιν κατά την πέμπτην απογευματινήν ώραν, δηλαδή τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, αυτό είναι, αυτό σημαίνει, ας μη φοβηθεί μη τυχόν και δεν τον δεχτεί ο Θεός επειδή εκάθευδε, θα τον δεχτεί και αυτόν ο Θεός. Είδαμε ανθρώπους την τελευταία στιγμή της ζωής των, να κοινωνούν και εν αισθήσει ψυχής, να χύνουν δάκρυα μετανοίας τα οποία έτρεχαν από τα ματάκια τους βουβά. Και αυτά τα δέχτηκεν ο Θεός. Αυτά τα σφούγγισε και τα σφούγγισαν με τα μαντήλια τους οι άγιοι ουράνιοι άγγελοι, και τα πρόσφεραν στον Πανάγιο Θεό, που είναι σπλάχνα οικτιρμών, και γεμάτος αγάπη και από καλοσύνη που δεν μπορεί ανθρώπινο μυαλό να φθάσει και να πιάσει.

φιλόστοργος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον, καθάπερ καί τόν πρῶτον. Ἀναπαύει τόν τῆς ἑνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης.
Διότι ο Κύριος είναι πλουσιοπάροχος στις δωρεές Του και στις χάρες Του. Γι’ αυτό και δέχεται τον τελευταίον με την ίδια προθυμία που δέχτηκε τον πρώτον. Θυμάστε την παραβολή εκείνη όπου ο Κύριος βγήκε έξω στην αγορά και άρχισε να μισθώνει εργάτας για τον αμπελώνα Του; Μερικούς τους έχω, λέει, από το πρωί - πρωί. Και ύστερα ένας μετά τον άλλον, τους πήρα με τις ώρες που λέγει μέσα. Την τρίτην, την έκτην, την ενάτην, την ενδεκάτην. Και νόμιζε ο πρώτος, ότι επειδή σήκωσε τον καύσωνα της ημέρας, μιας ολόκληρης ζωής, δηλαδή τον αγώνα, θα παρέχει περισσότερον από αυτόν που προσήλθε στην ενδεκάτη. Δηλαδή έστω και την τελευταία στιγμή της ζωής του, όχι. Ο Παράδεισος είναι για όλους. Ο ληστής «μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου», είπε, με πλήρη συναίσθηση βέβαια, με πλήρη μετάνοια, με αναγνώριση της θεότητος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και μάλωσε και τον άλλον, τον κατσάδιασε όπως λέμε, και έγινε ο πρώτος πολίτης της Βασιλείας των Ουρανών. Ένας κακούργος, ένας φονιάς, ένας κακοποιός, ένας παλιάνθρωπος μπήκε πρώτος στην Βασιλεία των Ουρανών. Αρκεί να υπάρχει μετάνοια. Παρέχει λοιπόν ανάπαυση και ειρήνη και σε κείνον που προσήλθε στα τέλη της ζωής του αλλά και σε κείνον που Τον υπηρέτησε από μικρό παιδί.

Καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει. Κἀκείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται.
Και κείνον που προσήλθε τελευταίος, και αυτόν τον ελεεί, αλλά και εκείνον όμως που προσήλθε πρώτος τον περιποιείται, τον στεφανώνει. Και σε κείνον δίδει αλλά και στον άλλον όμως προσφέρει τις δωρεές Του, τις ίδιες χαρές. Ένας είναι ο Παράδεισος.

Καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται. Καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ.
Και τα έργα της αρετής δέχεται, και την απλή διάθεση του ανθρώπου την αναγνωρίζει. Και την πράξιν την αγαθή τιμά, αλλά και την απλή πρόθεση για έργο καλό, για έργα μετανοίας, για έργο επιστροφής εις τον Θεόν, και αυτό το επαινεί. Και φωτίζει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να έρθει εις το έργον της μετανοίας, και αυτή την πρόθεση, και αυτή την καλή διάθεση που έχει, και αυτή την καλή προαίρεση που έχει, να την κάνει πράξη στη ζωής του, έστω και την τελευταία στιγμή για να σωθεί.

Λοιπόν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν• και πρῶτοι καί δεύτεροι, τόν μισθόν ἀπολαύετε.
Επομένως λοιπόν όλοι σας, να εισέλθετε εις την χαράν που σας χαρίζει ο Κύριός σας. Και όσοι ήλθατε πρώτοι, νέοι, ακόμα πιο νέοι, παιδιά, και όσοι προσήλθατε δεύτεροι, δηλαδή γέροντες και γριούλες, όλοι σας να πάρετε τον δίκαιον μισθό σας.

Πλούσιοι κάι πένητες, μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε. Ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι, τήν ἡμέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον.
Για να δούμε λίγο αυτά.
Λέει και όσοι από σας είστε πλούσιοι, έχετε μία άνεση στη ζωή σας, αλλά όμως και εκείνοι που είναι πτωχοί, και οι δυό πανηγυρείστε μεταξύ σας για την ίδια χαρά, την Ανάσταση του Κυρίου μας. Όσοι καταφέρατε και επιβληθήκατε στα πάθη σας, και τα πετάξατε, και τα μεταβάλατε, και τα μπολιάσατε, και τα κάνατε αρετές, αλλά και όσοι όμως φανήκατε λίγο αμελείς για την αρετή, σήμερα είναι καιρός να τιμήσετε την σημερινήν ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, διότι αν την τιμήσεις όπως πρέπει, η επιμέλειά σου θα γίνει πνευματική και σωματική εργασία για την σωτηρία σου. Και όσοι μπορέσατε και τηρήσατε την νηστείαν κατά δύναμιν, και όσοι δεν μπορέσατε να την τηρήσετε, γιατί είχατε λόγους υγείας, και τόσοι είναι πολλοί οι λόγοι υγείας, γιατί είσασταν ανήμποροι στα γεράματα, και για πολλούς άλλους λόγους, όλοι σας όμως πρέπει σήμερα να ευφρανθείτε. Όχι να καλοφάγομε το μεσημέρι, και να τρώτε μέχρι και την Μεγάλη Παρασκευή σικώτια και κρέατα και να ’ρθούμε το Μεγάλο Σάββατο, όχι… εδώ μιλάει και για την νηστεία εκείνη τη συνειδητή. Μιλάει και γι’ αυτή. Για προσέξτε λιγάκι…

Πάντως Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
Η τράπεζα είναι γεμάτη από τα Τίμια Δώρα όπως ήταν και προηγουμένως. «Πίετε εξ αυτού πάντες», φώναξε η Εκκλησία, «πάντες», Ετοιμάζεσθε ή να ετοιμαζόμαστε, για να κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων.

Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν.
Ο Κύριος που εθυσιάσθη για τις αμαρτίες μας είναι ο μόσχος. Είναι ο αμνός, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Είναι το εσφαγμένον αρνίον. Είναι και άνθρωπος, είναι και ανεξάντλητος. Κανείς λοιπόν δεν επιτρέπεται να φεύγει από το ναό πεινασμένος. Χωρίς να χορταίνει από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Να χορταίνει όμως, και αυτόν τον χορτασμόν, αυτή την εσωτερική πνευματική πλησμονή να την αισθάνεται μόλις κοινωνήσει, και όταν θα βγει έξω, αυτόν τον χορτασμό να μπορεί να τον μεταδώσει και στον άλλον, και αν δεν μπορεί να το βγάλει απ’ το στόμα του, γιατί κυκλοφορεί πλέον, σε ολόκληρο το ψυχοσωματικό του είναι, δώστο με το λόγο σου, δώστο με την συμπεριφορά σου, δώστο με τον τρόπο σου, δώστο με το χαμόγελό σου, δώστο τέλος πάντων με κάτι, με ό,τι έχεις και μπορείς.

Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος.
Όλοι λοιπόν απολαύστε το πνευματικό συμπόσιο που γίνεται για τους πιστεύοντες Ορθοδόξους χριστιανούς και όλοι να απολαύστε τα πλούσια δώρα τα οποία χαρίζει η αγαθότητά Του.

Μηδείς θρηνείτω πενίαν•ἐφάνη γάρ ἡ κοινή βασιλεία.
Κανένας σας να μην θρηνεί για την φτώχεια του, την πνευματική του φτώχεια. Διότι παρουσιάστηκε εμφανώς δια της Αναστάσεως του Χριστού η Βασιλεία του Θεού, που ανήκει εξ ίσου εις όλους, αυτό μας λέγει ο Άγιος Φιλόθεος. Άρα λοιπόν, παρά την πτωχεία μας, με το Χριστό μέσα μας γινόμαστε πλούσιοι. Και θα γίνουμε και πάμπλουτοι στη Βασιλεία των Ουρανών, διότι θα γίνουμε κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού.

Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα• συγγνώμην γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε.
Κανένας να μην δύρεται, κανένας να μην χτυπιέται, κανένας να μην απελπίζεται για τα πταίσματά του, για τις αμαρτίες του τις μεγάλες ή τις μικρές, διότι από τον τάφο ανέτειλε η συγγνώμη. Η συγγνώμη υπάρχει στο πετραχήλι του πνευματικού, ενώ αυτός είναι ο τάφος, να αυτός εδώ που βλέπετε, (δηλ. η Αγία Τράπεζα), αυτός είναι ο τάφος, απ’ αυτόν βγαίνει η συγγνώμη, λελυμένος και συγκεχωρημένος, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Άρα λοιπόν κάτω απ’ αυτή την πλάκα πρέπει να σκύψουμε όλοι μας το κεφάλι για να απολαύσουμε εν αισθήσει ζωής, το «εκ του τάφου η συγγνώμη ανέτειλε».

Μηδείς φοβείσθω θάνατον• ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος.

Ποιος θα φοβάται το θάνατο; Έσχατος εχθρός του ανθρώπου λέει η Γραφή ο θάνατος. Λοιπόν η Ανάσταση καταργεί και αυτόν τον θάνατον, θα τον καταργήσει και σε μας. Με την πίστη μας στο Χριστό δεν τον φοβούμεθα πλέον, τον περιμένουμε. Εμοί το ζειν Χριστός και το αποθανείν κέρδος, λέγει ο Απόστολος Παύλος. Λοιπόν, τι άλλο να πούμε; Θα περιμένουμε το θάνατο σαν το μεγαλύτερο κέρδος της ζωής μας. Όμως μας πιάνει φόβος. Φόβος και τρόμος. Γιατί; Γιατί είμαστε αμαρτωλοί, γιατί όταν πηγαίνουμε στον πνευματικό, δεν ξέρουμε να εξομολογούμεθα… Μόνο μας λέει, μας φταίει η πεθερά μας, μας φταίει η νύφη μας, μας φταίει ο γείτονας, μας φταίει εκείνος, μας φταίει αυτός, μας φταίει ο άλλος, ποτέ εμείς δε φταίμε. Βρε αμαρτωλοί είμαστε! Αμαρτωλοί είμαστε, αμαρτωλοί, πάρτε το είδηση. Μέχρι την τελευταία στιγμή που θα φεύγει η πνοή της ψυχής μας από το σώμα μας, θα είμεθα αμαρτωλοί και θα ζητάμε έλεος. "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", χωρίς φόβον όμως για το θάνατο.

Ἐσκύλευσε τόν Ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν Ἅδην.
Ο Κύριος που κατήλθε στον Άδη, τον νίκησε πλέον. Τον ελαφυραγώγησε. Του πήρε όλα τα λάφυρα, όλη την εξουσία. Επίκρανεν ο Κύριος τον Άδη, όταν ο Άδης εγεύθη την θεανθρώπινη σάρκα Του. Έτσι. Έτσι έγινε. Γι’ αυτό προλαβών ο Ησαΐας εβόησε λέει «Ὁ Ἅδης, φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω», και όλοι μαζί φωνάζετε «Επικράνθη». Κι αυτό το γεγονός που το προείδε ο προφήτης Ησαΐας και εκραύγασε προς τον Χριστό, τι του είπε; Ο Άδης επικράνθη όταν σε συνάντησε Χριστέ κάτω στα σκοτεινά βασίλειά του. Επικράνθηκε διότι κατεργήθηκε, επικράνθηκε διότι περιεγελάστηκε. Επικράνθη διότι ενεκρώθη, εθανατώθη. Επικράνθη διότι έχασε την εξουσία του. Επικράνθη διότι ο ίδιος έγινε πλέον δεσμώτης.

Έλαβε σώμα ο Άδης, έλαβε σώμα θνητό, το Σώμα του Χριστού, και ευρέθηκε ενώπιον του Θεού, διότι ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος απλός, αλλά ο Θεός ενανθρωπίσας, ο Θεάνθρωπος Κύριος.

Έλαβεν γήν ο Άδης και συνάντησεν ουρανό.
Έλαβε τη γη, δηλαδή το σώμα, αλλά και συνάντησε όμως τον εξ ουρανού Θεόν.

Ἐλαβεν ὅπερ ἔβλεπεν καί πέπτωκεν, ὁθεν οὐκ ἔβλεπε.
Έλαβε αυτό που έβλεπε, το γήινο σώμα δηλαδή, και κατέπεσε νικημένος εξ αιτίας της θεότητος που δεν έβλεπε.

Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Πού σου, Ἅδη, τό νίκος;
Πού είναι λοιπόν θάνατε το δηλητηριώδης κεντρί σου; Πού είναι Άδη η νίκη σου;

Ἀνέστη Χριστός, καί συ καταβέβλησαι.
Ανεστήθηκε ο Χριστός και συ κατανικήθηκες.
Ανεστήθηκε ο Χριστός και οι δαίμονες που νόμισαν ότι εθριάμβευσαν με την αποστασία των Πρωτοπλάστων, όπως και θριαμβεύουν κάθε φορά που πέφτουμε εμείς στην αμαρτία, και έχει τώρα στις τελευταίες ημέρες με τις μεγάλες θανάσιμες αμαρτίες των φοβερών εκτρώσεων, και του ηθικού εκτροχιασμού και δεν ξέρω πόσα άλλα, να μην τα πω με το όνομά τους, νομίζει λοιπόν ότι θριαμβεύει. Και όμως νικιέται από την Ανάσταση του Κυρίου!

Ανεστήθηκε ο Χριστός και χαίρονται οι άγγελοι. Ανεστήθηκε ο Χριστός και κανένας μέσα στο μνήμα διότι πάντες θα αναστηθούν κατά την Δευτέρα αυτού Παρουσίαν.

Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.
Ο Χριστός που εγέρθη εκ νεκρών, έγινε η αρχή, η απαρχή της Αναστάσεως εκείνων που έχουν κοιμηθεί τον ύπνον του θανάτου.

Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων
Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς καί ἡ ἀπόδοσή του στήν νεοελληνική
Κατά Μάρκον Εὐαγγέλιο Κεφ.15, χωρίo 43 ἕως 47  Κεφ.16 χωρίο 1 ἕως 8
Ενταφιασμὸς τοῦ Χριστοῦ

ΙΕ΄.Τῷ καιρῷ ἐκείνω, 43 ἐλθὼν ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε·  
45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ ᾿Ιωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ᾿Ιωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.
῾Η ἀνάστασις τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ

ΙΣΤ´. Και διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ ᾿Ιακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.  
3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος·
ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ᾿Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.  
7 ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν.  
8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.
ΑΠΟΔΟΣΗ

Εκείνο τον καιρό, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, βουλευτής και άνθρωπος με υπόληψη, πού και αυτός περίμενε τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε και παρουσιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε να πάρει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος θαύμασε ότι απέθανε κιόλας ο Ιησούς, και αφού προσκάλεσε τον αξιωματικό, τον ρώτησε αν είχε πολλή ώρα πού πέθανε. Και όταν βεβαιώθηκε από τον αξιωματικό χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ.
Και ο Ιωσήφ αφού αγόρασε σάβανο και κατέβασε τον Ιησού από το σταυρό, τον τύλιξε στο σάβανο, τον ενταφίασε σ' ένα μνημείο πού ήταν σκαμμένο μέσα σε βράχο, και έσυρε μια πέτρα μπροστά στη θύρα του μνημείου. Όταν γίνονταν αυτά, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ίωση παρακολουθούσαν και έβλεπαν που ενταφιάζεται ο Ιησούς.
Και όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να έλθουν και να αλείψουν τον Ιησού.
Και την αυριανή, πού ήταν η πρώτη ήμερα της εβδομάδας, ξεκίνησαν πολύ πρωί και έρχονταν στο μνημείο, και έφτασαν εκεί με την ανατολή του ήλιου. Και έλεγαν μεταξύ τους· Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από τη θύρα του μνημείου;
Και καθώς σήκωσαν τα μάτια τους, είδαν πώς ήταν αποκυλισμένη η πέτρα, και ήταν μια πέτρα πολύ μεγάλη. Και όταν μπήκαν στο μνημείο, είδαν ένα λευκοφορεμένο νέο να κάθεται στα δεξιά και από το φόβο τους τα έχασαν.
 Και ο νέος τους λέγει· μη τα χάνετε από φόβο· το ξέρω πώς ζητάτε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, πού τον σταύρωσαν αναστήθηκε δεν είναι εδώ· να ο τόπος πού τον έβαλαν.
 Άλλα πηγαίνετε και πέστε στους μαθητές του και μάλιστα στον Πέτρο πώς πηγαίνει μπροστά από σας στη Γαλιλαία' εκεί θα τον δείτε, καθώς σας είπε. Και οι γυναίκες βγήκαν και έφυγαν από το μνημείο κατατρομαγμένες και κατασαστισμένες, και από το φόβο τους δεν είπαν σε κανένα τίποτα.
Η αποστολή των ποιμένων και ο κίνδυνος του αποπροσανατολισμού και της εκτροπής τους
Κυριακή των Μυροφόρων
( Πραξ. Απ. ΣΤ΄ 1-7 )

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης
Μια απὀ τις αποδείξεις ότι η Αγία Γραφή περιέχει την αλήθεια, είναι και το ότι αποκαλύπτει  τις αδυναμίες και τα λάθη των πρωταγωνιστών της.
Αυτό το βλέπουμε  και στο Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων. Βλέπουμε το δίκαιο παράπονο των Ελληνιστών, αλλά και τα φωτισμένα συμπεράσματα, μαζί με τις ενδεδειγμένες λύσεις που έδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι.
Ας δούμε τι ακριβώς είχε συμβεί.
Είναι γνωστό ότι στην αρχή, οι πιστοί ζούσαν σαν μια οικογένεια, μέσα στη ζεστή κοινωνία της αδελφικής αγάπης.
Επειδή όμως παντού και πάντοτε υπάρχει και το «ανθρώπινο » στοιχείο, καθώς αυτή η ευλογημένη κοινωνία, προϊόντος του χρόνου αυξανόταν, επόμενο ήταν να αρχίσουν να παρουσιάζονται και τα πρώτα προβλήματα.
Ένα τέτοιο λοιπόν πρόβλημα, που απασχόλησε ολόκληρη την κοινότητα, ήταν ο γογγυσμός των Ελληνιστών. Δηλ. των Εβραίων που προέρχοταν από  μακρινές περιοχές ( διασπορά ) και που είχαν ως μητρική τους γλώσσα την Ελληνική, εναντίον των ντόπιων Εβραίων, που ομιλούσαν την Εβραϊκή – Αραμαϊκή γλώσσα.
Οι ντόπιοι Εβραίοι οι οποίοι είχαν και την ευθύνη της διανομής των τροφίμων, φαίνεται ότι παραθεωρούσαν στο σημείο αυτό τις χήρες γυναίκες των Ελληνιστών και ότι πρόσεχαν περισσότερο τις ντόπιες με τις οποίες ήταν γνωστοί και προφανώς σε αρκετές των περιπτώσεων θα υπήρχε και συγγένεια.
Η όλη κατάσταση φαίνεται ότι ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα να χρειασθεί να δοθεί λύση άμεση και επίσημη.
Τι όμως θα έπρεπε να γίνει και που θα κατέληγαν; Ν΄αναλάβουν οι ίδιοι οι Απόστολοι την διανομή των τροφών, ώστε να γίνεται αυτή κατά τρόπο δίκαιο;
Τούτο ίσως να φαινόταν το καλύτερο στο σύνολο των πιστών, όμως αναντιρρήτως θα αποτελούσε έναν μεγάλο πειρασμό για τους δώδεκα. Και τούτο διότι αν ξεκινούσαν αυτή την εργασία, αυτό το διακόνημα, θα έπρεπε να παραμελήσουν το καθ΄αυτό έργο τους. Το κύριο έργο τους που δεν ήταν άλλο από την λατρεία, μαζί με το κήρυγμα του λόγου του Θεού στα πέρατα της οικουμένης, και κυρίως η επέκταση του Σώματος του Χριστού, ιδρύοντας τις κατα τόπους Εκκλησίες.
Τελικώς, όπως μελετούμε, δόθηκε η καλύτερη λύση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί.
Κατόπιν προτροπής των ίδιων των Αποστόλων, οι πιστοί εξέλεξαν επτά άνδρες « πλήρεις Πνεύματος Αγίου », τους επτά δηλ. διακόνους. Οι ίδιοι οι Απόστολοι στη συνέχεια τους εγκατέστησαν σ΄ αυτή την Αγία διακονία και έτσι οι θεμέλιοι της Εκκλησίας (Εφεσ. Β΄ 20), παρέμειναν απερίσπαστοι στο μοναδικό τους έργο.
Άλλωστε, εμπνευσμένοι από το Πνεύμα το Άγιον είχαν δηλώσει: « oυκ αρεστόν εστίν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού, διακονείν τραπέζαις ». (Πραξ. Απ. ΣΤ΄2). Δηλ. δεν μας φαίνεται σωστό να αφήσουμε εμείς το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να υπηρετούμε σε τράπεζες φαγητού.
Φυσικά, όπως κατανοούμε όλοι μας, η Αποστολική λύση του προβλήματος, αποτελεί τον χρυσό οδηγό για την ευλογημένη πορεία της Εκκλησίας μας, σε αναφορά με τους διαδόχους των Αγίων Αποστόλων.
Ας εμβαθύνουμε όμως για λίγο στο σημείο αυτό, διότι σε κάθε εποχή, αλλά κυρίως στη δική μας σήμερα, φαίνεται πως ο ίδιος πειρασμός, προσεγγίζει ποιμένες και ποίμνιο, με την ίδια η και διαφορετική μορφή.
Πρόκειται για τα λεγόμενα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία ουδέποτε θα παύσουν να υφίστανται, όποιο σύστημα κι αν επέλθει για την διακυβέρνηση της κοινωνίας μας, αλλά και οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής προσφοράς κι αν επιλέξει η κατά τόπους διοίκηση της Εκκλησίας μας.
Αυτό το τονίζει ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς όταν λέγει: « τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ΄εαυτών » ( Ματθ. ΚΣΤ΄ 11 ). Και φυσικά στον Κυριακό αυτό λόγο, περικλείονται όλες οι μορφές ανάγκης, αλλά και η αδιάκοπη προσφορά των πιστών.
Όταν μάλιστα κανείς μελετά την σύγχρονη πραγματικότητα, εντός της οποίας βιώνουμε μια αναπάντεχη κοινωνική καθίζηση και ένα δράμα ατομικό, οικογενειακό, Εθνικό, ιδιαιτέρως δε πολυπολιτισμικό με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τόσες ταλαίπωρες υπάρξεις που έχουν κατακλύσει την Πατρίδα μας, τότε δεν μπορεί παρά να αισθάνεται ως ποιμένας αλλά και ως απλός πιστός, ότι βρίσκεται μπροστά σ΄ ένα πρόβλημα, ίσως ακόμα μεγαλύτερο  απ΄ αυτό που αντιμετώπισε η πρώτη Εκκλησία.
Κι έτσι μάλλον συμβαίνει, δοθέντως ότι σήμερα απουσιάζει από τους πιστούς ο κινητήριος μοχλός του ενθουσιαστικού στοιχείου ( ελείψει φωτισμένων ταγών και  δυναμικών μορφών ).
Εδώ λοιπόν και στο σημείο αυτό, κρύπτεται  πολύ καλά καμουφλαρισμένος ο μεγάλος κίνδυνος για την διοίκηση, προκειμένου να τακτοποιηθούν σε σωστή βάση τα θέματα και τα καθημερινά προβλήματα τα οποία ταλανίζουν τις Μητροπόλεις με τα τόσα ιδρύματα αγάπης και προσφοράς που διαθέτουν και κυρίως τις μικρές η μεγάλες μας ενορίες.
Ουδέποτε φυσικά θα υποστηρίξουμε ότι η Εκκλησία πρέπει να αρνηθεί την κοινωνική της προσφορά, λόγω του ότι υφίσταται οργανωμένο κράτος.
Όσοι υποστηρίζουν την παραπάνω άποψη η είναι παντελώς άσχετοι με την αυθεντική Ευαγγελική ζωή η εργάζονται συνειδητά σε ξένα κέντρα που σκοπό έχουν να αποδυναμώσουν την Εκκλησία μας, καταντόντας αυτή ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο και μάλιστα με ημερομηνία λήξεως.
Ουδέποτε λοιπόν οι ποιμένες θα αρνηθούν την προσφορά, αλλά ταυτοχρόνως και δεν θα παρασυρθούν, δεν επιτρέπεται να παρασυρθούν ώστε να αλλοιωθεί το Σώμα του Χριστού και να μεταβληθεί σε παράρτημα του Ερυθρού Σταυρού η της Ερυθράς ημισελήνου.
Σε ουδεμία δε των περιπτώσεων, οι ποιμένες πρέπει να λησμονούν το κύριο έργο τους που είναι η καλλιέργεια του ζωντανού λόγου του Θεού και να ευαρεστούνται στο να «διακονούν τραπέζαις ». Όχι μόνο τράπεζες φαγητού, αλλά αφού επέλεξαν αυτή την μορφή διακονίας, και «τράπεζες χρηματιστηριακές »...
Και θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι αρκετοί ποιμένες, βεβαίως με κάθε καλή διάθεση, ευρισκόμενοι μεταξύ « σφύρας και άκμονος » κατά το κοινώς λεγόμενον, κάποιες φορές, επιλέγουν αυτή τη μορφή της διακονίας. Την καθαρώς δηλ. πρακτική, νομίζοντας ότι έτσι ίσως μπορούν να προσφέρουν περισσότερα.
Όμως και πάλι ακούγεται ξεκάθαρος  ο Αποστολικός λόγος: « ουκ αρεστόν εστίν ημάς, καταλείψαντας τον λόγον του Θεού, διακονείν τραπέζαις »!
Βεβαίως, θα δώσει η Εκκλησία τον υλικό άρτο, τον οποίον όμως μπορούν και αλλού ίσως να βρούν οι έχοντες ανάγκη. Κυρίως όμως οι ποιμένες της Εκκλησίας, πρέπει πάντοτε να έχουν κατά νου ότι « ουκ επ´ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος » ( Ματθ. Δ´ 4 ).
Αλλά το πρόβλημα παραμένει, θα υποστηρίξει κάποιος. Ποια λύση θα βρεθεί όταν παράλληλα στη μια ανάγκη, υφίσταται και η ετέρα; Και ο άρτος δηλ. ο επιούσιος για να ζήσει το σώμα, αλλά ταυτοχρόνως βλέπουμε να  επεκτείνεται και « ο λιμός του λόγου του Θεού »; ( Αμώς Η´  11-12 ).
O λιμός, o oποίος αποτελεί και τη χειρότερη τραγωδία γαι την κορωνίδα της δημιουργίας, τον άνθρωπο; Όταν προϊόντος του χρόνου φαίνεται ολοένα και περισσότερο η έλειψη των ποιμένων, κυρίως στην ύπαιθρο χώρα, με αποτέλεσμα τα Ιερά θυσιαστήρια να παραμένουν βουβά και τα σκαλοπάτια των Ιερών μας Ναών να χορταριάζουν κατά τον προφητικό λόγο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού;
Όντως, το πρόβλημα υφίσταται, αλλά, δόξα τω Θεώ, υπάρχει και η λύση του. Για να μη κατατρίχονται με τα ποικίλα οικονομικά και τεχνικής φύσεως θέματα οι κληρικοί μας, για να μη χάνουν την όρεξή τους, τον ζήλο και τον ενθουσιασμό που απαιτείται για την σπορά του λόγου του Θεού, και για να μη καταλήξουν οι ενορίες σε σωματεία, τέλος για να μη χάσει η Εκκλησία μας τον μοναδικό, λυτρωτικό και οδηγητικό της χαρακτήρα, είναι ανάγκη όλοι μας να συστρατευθούμε.
Με δυο λόγια, και σ΄αυτές τις περιπτώσεις η ευθύνη δεν είναι επιλεκτική, αλλά ομαδική.
Η ευθύνη είναι όλων μας και ολοφάνερη. Και όπως οι επτά διάκονοι, δεν αρνήθηκαν την ευλογημένη τους εκλογή και το έργο ευθύνης στην διακονία τους, έτσι ακριβώς είναι ανάγκη, όσοι έχουν δυνάμεις, έστω και μικρές,  να διακονούν στα έργα αγάπης και ευποιείας, για τις ποικίλες ανάγκες των εν Χριστώ και όχι μόνον, αδελφών μας.
Δεν μπορείς, δεν έχεις το δικαίωμα αδελφέ μου, μέσα από την ησυχία σου να ασκείς την υψηλή κριτική στην διοίκηση, με τα τόσα και τόσα δυσεπίλυτα προβλήματα που υφίστανται, ενώ εσύ ο ίδιος « δεν κουνάς ούτε το μικρό σου δακτυλάκι ».
Προσέγγισε την Ενορία σου, κοίταξε τις ανάγκες του φιλόπτωχου ταμείου της, ρίξε μια ματιά στον κόπο των ποιμένων και στίς θυσίες των συνεργατών τους και τότε θα διαπιστώσεις και θα ομολογήσεις ότι δίχως να το θέλεις γίνεσαι σκληρός κριτής και συκοφάντης μάλιστα όταν αρχίζεις να λες. Να λες, επηρεασμένος ακόμα και από τους εχθρούς του Χριστού, ότι δήθεν  η Εκκλησία κατέχει αμύθητη περιουσία και δεν τη προσφέρει στους έχοντας ανάγκη.
Το θέμα λοιπόν είναι να συνηδειτοποιήσουμε και τις δικές μας ευθύνες, ώστε και με τη δική μας, μικρή σε χρήμα αλλά και κόπο, συνδρομή, οι ποιμένες μας να έχουν χρόνο, διάθεση και ιερό ενθουσιασμό ώστε ως διάδοχοι των Αποστόλων να διακονούν το λυτρωτικό έργο του Χριστού, στους ανθρώπους.
Είθε να δώσει ο Άγιος Θεός, ώστε να πληθαίνουν οι εργάτες της ποικίλης αγάπης, αφού αυτό άλλωστε αποτελεί και επιταγή του Αγίου Πνεύματος «μανθανέστωσαν και οι ημέτεροι, καλόν έργον προϊστασθε » ( Τίτου Γ´ 14 ), και συνάμα ας γίνεται θερμό αίτημα προσευχής, το να αυξηθούν και να βελτιωθούν οι εργάτες του Ευαγγελίου, που απερίσπαστοι πλέον θα διακονούν την Αγία Τράπεζα.
           Αμήν.
Ἡ καλὴ καὶ ἡ κακὴ γυναίκα
 Κυριακὴ Μυροφόρων (Μᾶρκ. 15,43 – 16,8)
«Καὶ λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον» (Μᾶρκ. 16,2)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης
Οἱ ἄνθρωποι, ἀγαπητοί μου, ἔχουν διαφόρους χαιρετισμούς. Τὸ πρωὶ λένε καλημέρα, τὸ δειλινὸ καλησπέρα, κι ὅταν πάει νὰ βραδιάσῃ λένε καληνύχτα. Ἀλλὰ ὁ πιὸ ὡραῖος χαιρετισμὸς εἶνε ὁ χαιρετισμὸς ποὺ ἀκούστηκε τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ λέγεται καὶ ν᾽ ἀκούγεται 40 μέρες, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως. 
Καὶ αὐτὸς ὁ χαιρετισμὸς εἶνε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη»
Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο ἄλλος χαιρετισμὸς πιὸ γλυκὺς καὶ πιὸ εὐφρόσυνος ἀπὸ αὐτόν.
Ποιός ἄκουσε τὸ χαιρετισμὸ αὐτὸ γιὰ πρώτη φορά; Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία. Θά ᾽πρεπε νὰ τὸν ἀκούσουν πρῶτοι οἱ μαθηταί. Δὲν τὸν ἄκουσαν δυστυχῶς. Γιατὶ ὁ ἕνας τὸν ἀρνήθηκε, ὁ ἄλλος τὸν πρόδωσε, καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὸ φόβο τους ἔγιναν λαγοὶ καὶ κρύφτηκαν.
Τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» τὸ ἄκουσαν γυναῖκες. Ὅπως ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστὸς τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τὸ ἄκουσαν πρῶτοι οἱ βοσκοί, κι ὄχι οἱ σοφοί, οἱ βασιλιᾶδες, οἱ στρατηγοί, οἱ μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, ἔτσι καὶ τώρα τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» τὸ ἄκουσαν γιὰ πρώτη φορὰ γυναῖκες, οἱ μυροφόρες. 
Γι᾿ αὐτὸ σήμερα, Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, τὸ εὐαγγέλιο προβάλλει τὸ παράδειγμά τους.
* * *
Τί λέει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο; Ὅλοι ξέρουμε, ὅτι τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ὁ Χριστὸς ἦταν ἐπάνω στὸ σταυρὸ «ἀπὸ ἕκτης ὥρας …ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. 27,45) σύμφωνα μὲ τὸ ἑβραϊκὸ ὡρολόγιο (μὲ τὸ ἑλληνικὸ ἀπὸ 12 τὸ μεσημέρι μέχρι 3 τὸ ἀπόγευμα). Τρεῖς ὧρες δηλαδὴ ἦταν καρφωμένος ὁ Χριστὸς ζωντανὸς ἐπάνω στὸ σταυρό. Καὶ μετά, ὅταν εἶπε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30), παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν οὐράνιο Πατέρα. 
Μὲ τὸ «Τετέλεσται» τελείωσε καὶ ἡ ἐπίγειος ζωή του. Ἦταν πλέον νεκρός. Ποιός θὰ φρόντιζε γιὰ
τὴν ταφή του; ποιός θὰ τὸν κατέβαζε ἀπὸ τὸ σταυρό; Κανείς ἀπὸ τοὺς μαθητὰς δὲν τολμοῦσε νὰ πλησιάσῃ. Ὅλοι κρύφτηκαν. 
Φόβος καὶ τρόμος κυρι αρχοῦσε. Θὰ ἔμενε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔτσι ἐκεῖ; Καὶ τί θὰ γινόταν; Αὐτοὶ ποὺ σταυρώνονταν ἔμεναν ἔτσι πάνω στοὺς σταυρούς, καὶ ἔρχονταν ἔπειτα τὰ κοράκια καὶ ἔτρωγαν τὶς σάρκες τους. Περνοῦσαν λοιπὸν οἱ ὧρες καὶ κανείς δὲν φαινόταν. Αὐτός, ποὺ εὐεργέτησε ὅλους, τώρα ἔμενε ὁλομόναχος.
Ὅταν πλέον βράδιασε καὶ κόντευε νὰ δύσῃ ὁ ἥλιος, νά καὶ ἔρχεται κάποιος. Ἀποκαλυφθῆτε. Εἶνε ἥρωας· αὐτὸς νίκησε τὸ φόβο. Εἶνε Ἰωσήφ. Τί ἦταν τότε ὁ Ἰωσήφ; Εἶχε ἀξίωμα μεγάλο, ἦταν βουλευτής. αὐτὸς τόλμησε. Πῆγε στὸν Πιλᾶτο, ζήτησε τὸ σῶμα, κι ἀφοῦ διαπιστώθηκε ὅτι πράγματι ὁ Χριστὸς ἀπέθανε, ἔδωσε ἄδεια στὸν Ἰωσὴφ γιὰ τὴν ταφή.
Πῆγε ὁ Ἰωσὴφ στὸ Γολγοθᾶ, ἀνέβηκε στὸ σταυρό, ξεκάρφωσε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ κατέβασε μὲ εὐλάβεια, ἔπλυνε τὶς πληγές του, τὸ τύλιξε μὲ καθαρὸ σεντόνι, καὶ τὸ ἀπέθεσε σὲ μνῆμα ὅπου κανείς ὣς τότε δὲν εἶχε ταφῆ.
Ὁ Ἰωσὴφ εἶχε τὴν τιμὴ νὰ κηδεύσῃ, νὰ ἐνταφιάσῃ, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ κοντὰ στὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας ἦρθαν καὶ κάποιες γυναῖκες ποὺ ἀγαποῦσαν τὸ Χριστὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του. Ἦταν πάντα κοντά του. Αὐτὲς τὴ νύχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου δὲν κοιμήθηκαν ἀλλὰ προετοιμάζονταν.  Ἀγόρασαν πολύτιμα ἀρώματα, καὶ πρωὶ - πρωὶ πῆγαν στὸν τάφο
Μὰ ἐκεῖ παραξενεύτηκαν. Οἱ στρατιῶτες, ποὺ διέταξε ὁ Πιλᾶ τος νὰ φρουροῦν, δὲν ὑπῆρχαν. Εἶδαν ἔπειτα, ὅτι ἡ μεγάλη πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸν τάφο, εἶχε παραμερισθῆ. Μετά, ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τίποτε παρὰ μόνο τὰ σάβανα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ σουδάριο τυλιγμένο σ᾿ ἕνα μέρος. Θαύμασαν.
Ἔπειτα παρουσιάστηκε ἕνας ἄγγελος μὲ ῥοῦχα λευκὰ καὶ τοὺς εἶπε· «Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε» (Μᾶρκ. 16,6). Καὶ τοὺς
παρήγγειλε, νὰ πᾶνε νὰ εἰδοποιήσουν τοὺς μαθητάς, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη.
Αὐτὰ λέει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο.
* * *
Θαυμάζουμε τὸν Ἰωσήφ, ἀλλὰ θαυμάζουμε καὶ τὶς γυναῖκες αὐτές, ποὺ φάνηκαν ἡρωίδες, ἀνώτερες ἀπὸ τοὺς μαθητάς· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκαν πρῶτες νὰ ἀκούσουν τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», κ᾽ εἶνε πρὸς τιμὴν τοῦ γυναικείου φύλου.
Εἶνε γεγονὸς ὅτι καὶ μέχρι σήμερα ἡ γυναίκα ἀγαπάει τὸ Χριστὸ περισσότερο ἀπὸ τὸν ἄντρα. Ἡ πατρίδα μας ἔχει 8.000 ἐκκλησίες.
Ὅπου καὶ νὰ πᾶμε, καὶ Ἀθήνα καὶ Θεσσαλονίκη καὶ στὸ πιὸ μικρὸ χωριό, θὰ δῆτε μέσα στὴν ἐκκλησία οἱ ἄντρες νὰ εἶνε λίγοι, ἐνῷ οἱ γυναῖκες διπλάσιες καὶ τριπλάσιες. Καὶ ὑπάρχουν χωριά, ποὺ μέσα στὴν ἐκκλησία εἶνε μόνο γυναῖκες· οἱ ἄντρες εἶνε στὸ καφενεῖο.
Πῆγα σ᾿ ἕνα χωριό –δὲν σᾶς λέω ποιό–, ποὺ μέσα στὴν ἐκκλησία ἦταν μόνο γυναῖκες· οἱ
ἄντρες εἶχαν πάει γιὰ …ἀγριογούρουνα.
Ἡ γυναίκα ἀνέκαθεν ἀγαποῦσε πιὸ πολὺ τὸ Χριστό. Σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς γυναῖκα ἄ -
πιστη. Ἄπιστοι εἶνε οἱ ἄντρες· ὄχι βέβαια ὅλοι, ἀλλὰ κάποιοι ποὺ ἔβγαλαν τὸ πανεπιστήμιο κ᾽
ἔπειτα θέλουν νὰ κάνουν τὸ μορφωμένο καὶ τὸ δάσκαλο, ἐνῷ «δὲν ξέρουν ποῦ πᾶν τὰ τέσ σε-
ρα»· αὐτοὶ φωνάζουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός.
Καὶ σήμερα ὑπάρχουν γυναῖκες, ποὺ μοιάζουν μὲ τὶς μυροφόρες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔχουν τὰ γνωρίσματα ἐκείνων τῶν γυναικῶν.
Ἡ καλὴ γυναίκα, ποὺ πιστεύει στὸ Χριστό, κάνει τὸ σπίτι της ἐκκλησία. Ἔχει εἰκονίσματα, θυμιατίζει κάθε βράδι ὅταν βασιλεύει ὁ ἥλιος, κάνει τὴν προσευχή της. Προσέχει τὴ γλῶσσα της, προσέχει τὴ διαγωγή της. Εἶνε ἐργατική. Τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία. Ἐξομολογεῖται. Κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Μένει πιστὴ στὸν ἄντρα της, τὸν ἀγαπᾷ, ἀγαπᾷ τὰ παιδιά της. Εἶνε πιστὴ γυναίκα. Καὶ στὰ νοσοκομεῖα ποιοί κάθονται δίπλα στοὺς ἀρρώστους; Οἱ γιατροὶ συνήθως τὸ σκᾶνε· κοιτᾶνε τὸ σφυγμὸ τοῦ ἀρρώστου,\τὸν ἐξετάζουν, καὶ μετὰ φεύγουν. 
Ποιοί μένουν κοντά του; Οἱ ἡρωΐδες γυναῖκες, ποὺ ἀγαπᾶνε καὶ πιστεύουν στὸ Χριστό, στέκονται καὶ πάνω ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου.
Ἀλλὰ ὅσο καλὸ κάνει στὸν κόσμο μιὰ καλὴ γυναίκα, ποὺ εἶνε θησαυρὸς καὶ ἄγγελος, τόσο κακὸ κάνει ἡ κακιὰ γυναίκα. Ὅποιος ἄντρας ἔχει καλὴ γυναῖκα, ἔχει θησαυρὸ πολύτιμο στὸ σπίτι του, κι ἂς εἶνε φτωχός· ὅποιος ὅμως ἔχει κακορρίζικια καὶ γλωσσώδη γυναῖκα, ὁ ἄντρας αὐτὸς εἶνε δυστυχισμένος καὶ φτωχός, ἔστω κι ἂν ἔχῃ ὅλα τὰ πλούτη καὶ τ᾿ ἀξιώματα τοῦ κόσμου.
Ὅσο λοιπὸν καλὸ κάνει ἡ καλὴ γυναίκα, τόσο κακὸ κάνει ἡ κακὴ καὶ διεστραμμένη. Καὶ τώρα δυστυχῶς οἱ κακὲς γυναῖκες αὐξάνουν.
Τὶς βλέπεις; δὲν γεννοῦν παιδιά. Ἡ φύσι τῆς γυναίκας εἶνε νὰ γεννᾷ νέους ἀνθρώπους. Ἐμεῖς αὐτὸ τὸ χάσαμε. Ἂν πᾶτε στὴν Ἀλβανία, εἶνε γεμάτη παιδιά· πρὸ εἴκοσι ἐτῶν οἱ Ἀλβανοὶ ἦταν 1.500.000, τώρα εἶνε 3.000.000. Ἂν πᾶτε στὴ Σερβία, στὴ Βουλγαρία, στὴ Ῥωσία, εἶνε γεμᾶτες παιδιά. Ἂν πᾶτε καὶ στὴν Τουρκία; μὲ τὸ σάλιο τους θὰ μᾶς πνίξουν! 
Ἐδῶ πάει, κατήντησε μόδα ἡ ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας καὶ οἱ κατηραμένες ἐκτρώσεις.
Νὰ τὸ ξέρετε· αὐτή, ποὺ τρέχει σὲ κλινικὲς καὶ κάνει ἐκτρώσεις, δὲν εἶνε Χριστιανή, δὲν ἀγαπάει τὸ Χριστό. Προτιμότερο νὰ γκρεμίσῃς μιὰ ἐκκλησιά, παρὰ ν᾽ ἀποκλείσῃς τὴ ζωὴ σ᾽ ἕνα παιδὶ ἤ, τὸ ἀκόμη χειρότερο, νὰ σκοτώσῃς παιδί. 
Εἶνε μεγάλο ἁμάρτημα. Κι ὅμως δὲν τὸ αἰσθάνεσαι! Θὰ τὸ αἰσθανθῇς, ὅταν ὁ σεισμὸς ταρακουνᾷ τὴ γῆ, ὅταν πέφτουν τὰ κεραμίδια καὶ τὰ σπίτια καὶ τὰ σχολεῖα καὶ τὰ κωδωνοστάσια καὶ τὰ πάντα. Τότε θὰ φωνάξῃς Παναγία μου! καὶ Κύριε ἐλέησον! ἀλλὰ θά ᾽νε ἀργά.
Ἡ γυναίκα, ποὺ δὲν πιστεύει στὸ Χριστό, κάνει μεγάλο κακὸ στὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ ὅταν ρώτησαν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ, Ποιό εἶνε φοβερώτερο κακό, ἡ κακιὰ γυναίκα ἢ ὁ διάβολος; ἐκεῖνος ἀπήντησε· Ἡ κακιὰ γυναίκα εἶνε χειρότερη ἀπὸ τὸ διάβολο.
Ὅσο λοιπὸν σήμερα ἐπαινοῦμε τὴν καλὴ γυναῖκα καὶ λέμε ὅτι εἶνε ἄγγελος ποὺ παρηγορεῖ τὸν κόσμο, τόσο ἀντιθέτως πρέπει νὰ ἐλέγχουμε καὶ νὰ κατηγοροῦμε τὴν κακιὰ γυναῖκα, ποὺ φέρει μεγάλη καταστροφὴ στὸν κόσμο. 
Ποιός τὸ περίμενε, μέσα στὴν Ἑλλάδα νὰ γίνωνται 400.000 ἐκτρώσεις τὸ ἔτος; Ἑκατὸ χρόνια νὰ περνοῦσαν στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ στὴ Μακεδονία μας, δὲν γινόταν ἔκτρωσι. Τώρα, ὅπως πᾶνε στὸν ὀδοντίατρο καὶ βγάζουν ἕνα δόντι, ἔτσι πετᾶνε τὰ παιδιά τους.
* * *
Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ὅσες γυναῖκες εἶστε ἐδῶ στὴν ἐκκλησία καμμία δὲν ἀνήκει στὴν κατηγορία τῶν κακῶν γυναικῶν, ἀλλὰ εἶστε ὅλες πιστὲς στὸ Χριστὸ καὶ ζῆτε σύμφωνα μὲ
τὸ ἅγιο θέλημά Του.
Εἴθε ὁ Θεὸς διὰ τῶν πρεσβειῶν τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν νά ᾽νε πάντοτε μαζί σας.

(†) ἐπίσκοποςΑὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μεσονησίου - Φλωρίνης τὴν 6-5-1979.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013


Ομιλία στην Κυριακή των Βαίων
Ἀγαπητοί ἀδελφοί ἀκροατές καί ἀκροάτριες τοῦ Ἑλληνικοῦ Ραδιοφώνου Λονδίνου καλημέρα σας.
          Βρισκόμαστε ἤδη στή τελευταία Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Σήμερα γιορτάζουμε τήν πανηγυρική εἴσοδο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν Ἱερουσαλήμ καί ἀπό τό ἀπόγευμα εἰσερχόμεθα στή Μεγάλη Ἑβδομάδα. Κατά τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἑορτή τῆς εἰσόδου τοῦ Χριστοῦ στήν Ἱερουσαλήμ   ἑορταζόταν μαζί μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Ἀργότερα μετατέθηκε κατά μία ἡμέρα μετά, δηλαδή τήν έπομένη τού Σαββάτου τοῦ Λαζάρου. Οἱ δυό αὐτές γιορτές ἔχουν ἕνα κοινό θέμα: τό θρίαμβο καί τή νίκη.
          Σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Εὐαγγελιστές, ἐρχόμενος ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Βηθανία στήν Ἱερουσαλήμ, ἔστειλε δυό ἀπό τούς Μαθητές του νά φέρουν ἕνα γαϊδουράκι γιά νά πάει στούς ἑορτασμούς γιά τό Ἑβραϊκό Πάσχα. Ἀφοῦ τοῦ τό ἔφεραν καί τοῦ τό παρέδωσαν ἄρχιζέ ἡ εἴσοδός του στήν πόλη.
          Ὁ λαός ἀκούγοντας γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου καί γιά τήν ὑπόλοιπη δράση τοῦ Ἰησοῦ ἔτρεξε νά τόν ὑποδεχτεῖ. Εἶχε σχηματίσει λανθασμένη ἄποψη γιά τόν ρόλο τοῦ Χριστοῦ.  Νόμισε ὄτι ἦταν πολιτικός αρχηγός ὁ ὁποῑος θά τόν ἐλευθέρωνε άπό τήν δυναστεία τῶν Ρωμαίων καί τήν σκλαβιά. Γιά τόν λόγο τοῦτο τοῦ ἔκαναν ὑποδοχή ὄπως ὅριζε τό τυπικό τῆς ἐποχῆς γιά τούς βασιλιάδες. Πῆραν στά χέρια τους κλαδιά ἀπό φοινικόδεντρα καί βγῆκαν νά τόν ὑποδεχτοῦν. Ἄλλοι ἀπλώνοντας τά ροῦχα τους, ἄλλοι δέ κόβοντας κλαδιά ἀπό τά δέντρα, ἔστρωναν ὅλοι τό δρόμο ἀπ’ ὅπου ὁ Ἰησοῦς θά περνοῦσε.  Ὅλοι φώναζαν:  «Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».
          Νά σημειώσουμε ὅτι ἡ Βηθανία ἀπό τά Ἱεροσόλυμα ἀπέχει μόνο δυόμιση χιλιόμετρα. Ἔνεκα τούτου εὔκολα ὁ κόσμος μάθαινε τά συμβάντα. Σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ σεμνή εἴσοδός Του στήν Ἁγία Πόλη ἦταν τό μόνο ὁρατό σημεῖο θριάμβου. Μέχρι αὐτή τή στιγμή ὁ Ἰησοῦς ἀπόφευγε κάθε εἴδους θριαμβολογίες καί τιμές.
           Μέ τήν εἴσοδο τοῦ Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα καθημένου στή ράχη ἑνός γαϊδουριοῦ φανερωνόταν ἡ ταπείνωσή Του καί ταυτόχρονα  πραγματωνόταν ἡ προφητεία  τοῦ προφήτου Ζαχαρία: «ἰδού ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεται σοί πραΰς καί ἐπιβεβηκώς ἐπί ὑποζύγιον καί πῶλον νέον» (Ζάχ. 9, 9).
          Ὁ Χριστός λοιπόν, εἰσέρχεται στά Ἱεροσόλυμα «ἐπί πῶλον ὄνου» (Ιωαν. 12,15). Πορεύεται καί οἱ Ἰσραηλῖτες τόν ὑποδέχονται μέ τιμές ἐπίγειου Βασιλιά. Ἐκεῖνος δέν δίνει σημασία στίς τιμές, δέν περιορίζεται στά πανηγύρια, στήν πρόσκαιρη δόξα ἀφοῦ σκοπός του ἦταν να ελευθερώσει τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν ἁμαρτία καί ὄχι ἀπό τήν ἀνθρώπινη δουλεία.
          Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στά Ἱεροσόλυμα συμβολίζει τήν εἴσοδος τοῦ μαρτυρίου στήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου. Σέ λίγες ἡμέρες θά μαρτυρήσει καί θά θανατωθεῖ πάνω στό Σταυρό, γιά νά νικήσει τό θάνατο καί νά χαρίσει τή ζωή σέ ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος.
          Ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων μᾶς θυμίζει νά τιμᾶμε αὐτό τό ἱερό καί μέγιστο ταυτόχρονα γεγονός. Ταυτιζόμαστε μέ τό λαό τῆς Ἱερουσαλήμ. Χαιρετίζουμε τόν Κύριο καί Βασιλέα ψάλοντας στους ναούς: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».  Μέ τά λόγια αὐτά  κάνουμε ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Βασιλέας καί Κύριός μας. Πολύ συχνά, στήν καθημερινή ζωή μας, ξεχνᾶμε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἤδη ἐγκατασταθεῖ στή γῆ ἀπό τή μέρα τῆς Ἀναστάσεως Του καί ὅτι ἀπό τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς μας προγευόμαστε αὐτή τή Βασιλεία.
          Τό βιβλικό νόημα τῆς πόλης Ἱερουσαλήμ, εἶναι ὄτι γίνεται σημεῖο ὅλης της ἱστορίας τῆς σωτηρίας καί τοῦ λυτρωμοῦ, εἶναι ἡ Ἁγία Πόλη τῆς ἔλευσης τοῦ Θεοῦ στή γῆ. Ἔτσι λοιπόν ἡ Βασιλεία πού ἐγκαταστάθηκε στήν Ἱερουσαλήμ εἶναι μία παγκόσμια Βασιλεία πού ἀγκαλιάζει οἰκουμενικά τόν ἄνθρωπο καί ὅλη τή δημιουργία. Σέ λίγο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκε ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ὑποσχέσεων πού εἶχε δώσει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπό.
           Ἡ θριαμβευτική εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα ἀποκτάει ἕνα αἰώνιο νόημα. Εἰσάγει τόν ἄνθρωπο στήν πραγματικότητα τῆς θείας καί αἰώνιας Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ Βασιλεία δίνει νόημα στό χρόνο καί γίνεται ὁ ἀπώτερος καί αἰώνιος σκοπός του. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε στόν κόσμο μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ παρουσία της μεταμορφώνει τήν ἀνθρώπινη ἱστορία.
          Μέ τήν συμμετοχή μας στήν τήν Κυριακή τῶν Βαΐων ἀνανεώνουμε καί ὁμολογοῦμε, ὅτι ἡ Βασιλεία Τοῦ Θεοῦ δίνει τό τελικό νόημα καί περιεχόμενο στή ζωή μας. Ὁμολογοῦμε ὅτι τό καθετί στή ζωή μας καί στόν κόσμο ἀνήκει στόν Χριστό καί τίποτε δέν μπορεῖ νά ἀφαιρεθεῖ ἀπό τόν μοναδικό, ἀληθινό Κτήτορά του, γιατί δέν ὑπάρχει περιοχή ὅπου δέν κυβερνᾶ Ἐκεῖνος, δέ σώζει, δέ λυτρώνει. Διακηρύττουμε ἔτσι τήν παγκόσμια καί οἰκουμενική εὐθύνη τοῦ καθένα μας γιά τήν ἀνθρώπινη ἱστορία καί ἐπιβεβαιώνεται ἡ παγκόσμια ἀποστολή τῆς έκκλησίας. Αὐτό γίνεται γιατί ἡ ἐκκλησία εἶναι ὁ σίγουρος δρόμος πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία μέ ὅλη τήν μυστηριακή ζωή της.
          Ξέρουμε, βέβαια, ὅτι ὁ Βασιλέας τόν ὁποῖο οἱ Ἰουδαῖοι ζητωκραύγαζαν τότε καί τόν ὁποῖο ἐμεῖς σήμερα ἐπιδοκιμάζουμε μέ τόν τρόπο πού ζοῦμε, βρίσκεται στό δρόμο πρός τό Γολγοθά, πρός τό Σταυρό καί τόν τάφο. Ξέρουμε, ἐπίσης, πώς αὐτός ὁ σύντομος θρίαμβος εἶναι ὁ πρόλογος τῆς θυσίας Του. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι φανερή ἄλλά ὁ κόσμος τήν ἀγνοεῖ καί ζεῖ σήμερα σάν νά μήν ἔχουν συμβεῖ ὅλα αὐτά τά συγκλονιστικά γεγονότα. Σάν νά μήν ἔχει πεθάνει στό Σταυρό καί νά μήν ἔχει Ἀναστηθεῖ ὁ Θεάνθρωπος. Ὅμως ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πιστεύουμε στήν ἐρχόμενη Βασιλεία καί τό ὁμολογοῦμε συνεχῶς μέ τήν ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Στή Βασιλεία αὐτή ὁ Θεός εἶναι καί θά εἶναι «ὁ τά πάντα πληρῶν» καί ὁ Χριστός ὁ μόνος Βασιλέας.
          Στη Θεία Λειτουργία θυμόμαστε τά γεγονότα τοῦ παρελθόντος. Ἀλλά ὅλο τό νόημα καί ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στό γεγονός ὅτι μετατρέπει τήν ἀνάμνηση σέ παρόν, σέ παροῦσα πραγματικότητα. Τήν Κυριακή τῶν Βαΐων αὐτή ἡ πραγματικότητα φαίνετε μέ τή συμμετοχή μας στά γεγονότα καί τή ἀνταπόκρισή μας σέ αὐτά. Ὁ Χριστός δέν μπαίνει πιά στά Ἱεροσόλυμα θριαμβευτής. Τό ἔκανε μία φορᾶ γιά πάντα.  Δέν χρειάζεται πιά «σύμβολα», γιατί δέν πέθανε στό Σταυρό γιά νά μποροῦμε ἐμεῖς αἰώνια νά «συμβολίζουμε» τή ζωή Του. Ἀλλά ζητάει ἀπό μᾶς μία πραγματική, εἰλικρινή ἀποδοχή τῆς Βασιλείας πού μᾶς δώρισε μέ τήν Σταύρωσή Του καί τήν Ανάστασή Του.
          Καλό εἶναι νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά κρατήσουμε τήν ἱερή ὑπόσχεση πού δώσαμε μέ τό βάπτισμά μας. Αὐτή τήν ἀνανεώνουμε κάθε χρόνο τήν Κυριακή τῶν Βαΐων. Ἀς ἐπιμένουμε νά κάνουμε τή Βασιλεία τοῦ θεοῦ κανόνα ὅλης της ζωῆς μας, ὦστε τά Βάια πού παίρνουμε ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά τό σπίτι μας νά άποκτούν τό πραγματικό τους νόημα.
           Ἄν πράγματι θέλουμε νά πλησιάσουμε τόν Χριστό, πρέπει νά δοῦμε τήν ζωή στήν ὀριζόντια καί κατακόρυφη διαστασή της. Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε ὅτι ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ σωτήριος ὀδός γιά ὅλους τους ἀνθρώπους.
          Εἰσερχόμενοι στήν ἱερότερη ἑβδομάδα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρόνου, τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀς ὑποδεχθοῦμε τόν Κύριό μας ὁ ὁποῖος πορεύεται πρός τό ἑκούσιο Πάθος. Νά μήν μείνουμε ἀπλοί θεατές σέ ἐξωτερικές συγκινήσεις καθώς θά Τόν βλέπουμε ὀδυνώμενο στό Σταυρό. Οὔτε νά μιμηθοῦμε τούς ὄχλους τῆς Ἱερουσαλήμ στίς μεταπτώσεις τους καί τήν ἐπιπολαιότητά τους. Ἀλλά νά λατρεύσουμε τόν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας μας μέ πίστη ἀταλάντευτη. Κατανοώντας ὅτι αὐτός ὁ Κύριος πού πάσχει γιά μᾶς, πού πεθαίνει γιά μᾶς, εἶναι ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων καί βασιλεύς τῶν βασιλευόντων.  Ἅς Τόν ὑποδεχθοῦμε ὡς Ἀρχηγό τῆς ζωῆς μας καί μόνιμο κατακτητή τῆς καρδιᾶς μας.
          Ἡ ἐκκλησία ἀναμένει τή συμμετοχή ὅλων μας στὶς ἱερές ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, γιά νά βιώσουμε «τά πάθη τά σεπτά» τοῦ Κυρίου. Εὔχομαι ὅλοι μέ ὑγεία καί προθυμία νά δώσουμε τό παρόν μας στίς Ἱερές Ἀκολουθείες γιά νά ὠφεληθοῦμε πνευματικά καί νά εὐλογηθοῦμε ἀπό τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα Κύριο. Ἀμήν.