ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Κυριακή των Βαΐων.
(Ιωάννη κεφ. ιβ' στίχοι 1-18).
Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η σημερινή Κυριακή λέγεται Βαϊοφόρος, δηλαδή γιορτή με τα βάγια. Είναι αφιερωμένη στη θριαμβευτική είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, όπου μας φανερώνει με τον πιο επίσημο τρόπο, ότι είναι αληθινός Μεσσίας και ο Λυτρωτής του κόσμου.
«Προ εξ ήμερων του Πάσχα ήλθεν ο Ιησούς εις Βηθανίαν, όπου ην Λάζαρος ο τεθνηκώς, όν ήγειρεν εκ νεκρών. Εποίησαν ουν αυτώ δείπνον εκεί, και η Μάρθα διηκόνει· ο δε Λάζαρος είς ην των ανακειμένων συν αυτώ. Η ουν Μαρία, λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και εξέμαξε ταίς θριξίν αυτής τους πόδας αυτού· η δε οικία επληρώθη εκ της οσμής του μύρου. Λέγει ουν εις εκ των μαθητών αυτού, Ιούδας Σίμωνος Ισκαριώτης, ο μέλλων αυτόν παραδιδόναί· διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοίς; είπε δε τούτο ούχ ότι περί των πτωχών έμελεν αυτώ, αλλ' ότι κλέπτης ην, και το γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζεν. Είπεν ούν ο Ιησούς· άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε. Έγνω ούν όχλος πολύς εκ των Ιουδαίων ότι εκεί εστί, και ήλθον ου δια τον Ιησούν μόνον, αλλ' ίνα Και τον Λάζαρον ίδωσιν όν ήγειρεν εκ νεκρών. Εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον απο-κτείνωσιν, ότι πολλοί δι' αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν. Τη επαύριον όχλος πολύς ο ελθών εις την εορτήν, ακούσαντες ότι έρχεται Ιησούς εις Ιεροσόλυμα, έλαβαν τα βάϊα των φοινίκων και εξήλθον εις απάντησιν αυτώ, και έκραζον ωσαννά· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ. Ευρών δε ο Ιησούς ονάριον εκάθισεν έπ' αυτό, καθώς εστί γεγραμμένον·
μη φοβού, θύγατερ Σιών. Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί πώλου όνου. Ταύτα δε ουκ έγνωσαν oι μαθηταί αυτού το πρώτον, αλλ' ότε εδοξάσθη ο Ιησούς, τότε εμνήσθησαν ότι ταύτα ην επ' αυτώ γεγραμμένα, και ταύτα εποίησαν αυτώ. Έμαρτύρει ούν ο όχλος ο ων μετ' αυτού, ότε τον Λάζαρον έφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. Δια τούτο και υπήντησεν αυτώ ο όχλος, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεποιηκέναι το σημείον». 
Έξι μέρες πριν από τη γιορτή του Πάσχα ήλθε ο Ιησούς στη Βηθανία, όπου ήταν ο Λάζαρος, εκείνος που είχε αποθάνει και τον ανάστησε από τους νεκρούς. Του έκαμαν λοιπόν εκεί τραπέζι και η Μάρθα υπηρετούσε- και ο Λάζαρος ήταν ένας από εκείνους που κάθονταν μαζί του στο τραπέζι. Τότε η Μαρία πήρε μια λίτρα μύρο από γνήσια και πολύτιμη νάρδο και άλειψε τα πόδια του Ιησού και τα σκούπισε με τα μαλλιά της· και το σπίτι γέμισε από την ευωδιά του μύρου. Λέγει λοιπόν ένας από τους μαθητές του Ιησού, ο Ιούδας, ο γιος του Σίμωνα, ο Ισκαριώτης, εκείνος που επρόκειτο να τον παραδώσει; Γιατί αυτό το μύρο δεν πουλήθηκε για τριακόσια δηνάρια και δε δόθηκαν στους φτωχούς; Και το είπε αυτό όχι γιατί τον ένοιαζε για τους φτωχούς αλλά γιατί ήταν κλέφτης και είχε το ταμείο και κρατούσε τα χρήματα. Είπε λοιπόν ο Ιησούς· Άφησε την· για την ημέρα του ενταφιασμού μου έχει φυλάξει αυτό το μύρο. Τους φτωχούς βέβαια θα τους έχετε πάντα μαζί σας, αλλά εμένα δε θα με έχετε πάντα. Έμαθε λοιπόν πολύς κόσμος από τους Ιουδαίους πως είναι εκεί και ήλθαν, όχι μόνο για τον Ιησού, αλλά και για να δουν το Λάζαρο, που ο Ιησούς ανάστησε από τους νεκρούς. Σκέφτηκαν λοιπόν τότε οι αρχιερείς και αποφάσισαν να σκοτώσουν και το Λάζαρο, γιατί πολλοί από τους Ιουδαίους πήγαιναν γι' αυτόν και πίστευαν στον Ιησού. Την άλλη μέρα πολύς κόσμος που ήλθε στην γιορτή, όταν άκουσαν πως έρχεται ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα πήραν στα χέρια τα κλαδιά από τις φοινικιές και βγήκαν να τον υποδεχτούν και φώναζαν Ωσαννά· Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου, ο βασιλέας του Ισραήλ. Και ο Ιησούς βρήκε ένα πουλάρι και κάθισε επάνω σ' αυτό καθώς είναι γραμμένο:
«Μη φοβάσαι θυγατέρα Σιών να, ο βασιλέας σου έρχεται καβάλα σ' ένα γαϊδουράκι». Όμως αυτά δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του στην αρχή, αλλά όταν δοξάστηκε ο Ιησούς, τότε θυμήθηκαν, πως αυτά ήταν γραμμένα γι' αυτόν και γι' αυτό του τα έκαμαν. Μαρτυρούσε λοιπόν ο κόσμος που ήταν μαζί του, όταν φώναξε το Λάζαρο από το μνημείο, και τον ανάστησε από τους νεκρούς· γι’ αυτό και τον υποδέχτηκαν, γιατί άκουσαν πως αυτός είχε κάνει αυτό το θαύμα. 
ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
1. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει ότι ο Κύριος έξι μέρες πριν από το Πάσχα βρέθηκε στη Βηθανία στο σπίτι του Λάζαρου. Εδώ δέχτηκε αυθόρμητη φιλοξενία. Η Μαρία, η αδελφή του, πήρε άρωμα, άλειψε τα πόδια του Ιησού και τα σκούπισε με μαλλιά της. Ήταν μια πράξη αγάπης και αφοσιώσεως. Το μύρο επίσης είχε και συμβολικό χαρακτήρα. Το χρησιμοποιούσαν για να αλείβουν τους νεκρούς. Έτσι η Μαρία προαναγγέλλει μ' αυτό τρόπο το θάνατο του Κυρίου.
•2. Η αντίδραση του Ιούδα ήταν περίεργη. Αγανάκτησε, γιατί δόθηκαν τόσα λεφτά για το μύρο (300 δηνάρια αντιστοιχούν με 9.000 σημερινά ευρώ περίπου, αφού ένα δηνάριο ήταν ο μισθός για ένα ικανοποιητικό αγροτικό ημερομίσθιο – δηλ 30 ευρώ περίπου) και δε δόθηκαν στους φτωχούς. Η απάντηση του Κυρίου είναι αποστομωτική για τον Ιούδα: «Άφησε την. Έχει φυλάξει το μύρο για την ημέρα του ενταφιασμού μου. Άλλωστε τους φτωχούς τους έχετε καθημερινά μαζί σας. Εμένα όμως δε θα με έχετε πάντα». Με τα λόγια μι αυτά ο Κύριος μας δίδαξε, πως δέχεται να του προσφέρουμε την αγάπη μας. Όχι, γιατί αυτός τη χρειάζεται, αλλά γιατί δείχνει τη δική μας ευγνωμοσύνη για τις τόσες ευεργεσίες που μας προσφέρει από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος.
3. Την επόμενη μέρα ερχόταν ο Κύριος με τους μαθητές στα Ιεροσόλυμα. Ο κόσμος έτρεξε να τον προϋπαντήσει, άνθρωποι κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά από φοινικιές και φώναζαν όλοι με μια φωνή: « Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος r.v ονόματι Κυρίου, ο βασιλέας του Ισραήλ». «Ωσαννά» σημαίνει ατά εβραϊκά «σώσε μας». «Ευλογημένος ο ερχόμενος». Όλοι αναγνωρίζουν ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, που όλοι τον περίμεναν. «Εν ονόματι Κυρίου». Υποδέχονται το Χριστό, γιατί τον έχει στείλει ο Θεός. «Ο βασιλεύς του Ισραήλ». Είναι ο παντοδύναμος βασιλέας του κόσμου, ο παντοκράτορας Θεός. Έρχεται να βασιλεύσει με την αγάπη του μέσα στις καρδιές όλων των ανθρώπων.
4. Μακάρι ο καθένας μας την Κυριακή των Βαΐων, αλλά και κάθε μέρα, να υποδέχεται με αυτό τον τρόπο τον ερχομό του Κυρίου. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας διηγείται πως και τα μικρά παιδιά φώναζαν με ενθουσιασμό: «Ωσαννά, στον υιό του Δαυίδ». Ο Κύριος δέχτηκε τον αθώο ύμνο τους και απάντησε στους Γραμματείς και τους Φαρισαίους: «Δε διαβάσατε ποτέ ότι από το στόμα των νηπίων και εκείνων που θηλάζουν θα φτιάξω τον τέλειο ύμνο»; Το κάθε παιδί μπορεί και σήμερα με αγάπη και καλή καρδιά να υποδέχεται το Βασιλέα της δόξας, τον Κύριο Ιησού Χριστό.
5. Η Εκκλησία μας πανηγυρίζει την Κυριακή των Βαΐων. Ο Κύριος φανέρωσε δημόσια και σ' όλο τον κόσμο ότι είναι ο αληθινός Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου. Από το βράδυ της Κυρίακής των Βαΐων αρχίζουν οι ωραίες και κατανυκτικές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Η Εκκλησία με τους θαυμάσιους και ζωντανούς ύμνους, μας παρουσιάζει τα σεπτά Πάθη του Κυρίου μας. Από μας εξαρτάται να παρακολουθήσουμε τις ιερές Ακολουθίες με ησυχία, σεβασμό και ευλάβεια. Να βρισκόμαστε κάθε βράδυ στην εκκλησία. Έτσι θα μας αξιώσει ο Χριστός να τον αισθανθούμε πολύ κοντά μας, να τον ακολουθήσουμε στο μαρτύριο του Γολγοθά και να γίνουμε αληθινοί μάρτυρες της Αναστάσεως του.
Λ' ΔΙΔΑΓΜΑ:
«Ωσαννά, ευλογημένος ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάννη κεφ. ιβ')
Ε' ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ
«Σήμερα ο Χριστός μπαίνει στην αγία πόλη (= Ιερουσαλήμ) καθισμένος πάνω σ' ένα πουλάρι. Έρχεται για να ελευθερώσει τα έθνη (=τους ειδωλολάτρες) από το σκοτισμό του λογικού (= την αμαρτία), που είχε αγριέψει σε μεγάλο βαθμό τους ανθρώπους» (Τροπάριο της Εκκλησίας στη γιορτή των Βαΐων).
ΣΤ ΑΣΚΗΣΕΙΣ - ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1.Τι φανερώνει Ο Κύριος με τη θριαμβευτική του είσοδο στα Ιεροσόλυμα;
2.Ποιο είναι το περιεχόμενο του μεσσιανικού ύμνου;
3.Πώς μπορούμε να υποδεχτούμε σωστά και αληθινά τον Κύριο στην καρδιά μας;

Κυριακή των Βαΐων – «Ιδού αναβαίνομεν…».

«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»
Αν στο πρώτο μέρος της Μεγάλης Σαρακοστής η προσπάθεια μας αποσκοπούσε στην κάθαρση του νου και της καρδιάς με τη νηστεία, την προσευχή, τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τώρα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η κάθαρση δεν είναι αυτοσκοπός. Τώρα όλα πρέπει να μας οδηγήσουν στην οικειοποίησή μας με τον Σταυρικό θάνατο και την Ανάσταση.
«Την κοινήν ανάστασιν…»
Η Ανάσταση του Λαζάρου προεικονίζει ήδη την Ανάσταση του ιδίου του Χριστού. Και ενώ μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ότι το Σάββατο είναι η ανάμνηση των απανταχού κεκοιμημένων, το Σάββατο αυτό του Λαζάρου εορτάζεται ως μια αναστάσιμη ημέρα. Μας προετοιμάζει να κατανοήσουμε τη νίκη του Χριστού απέναντι στον αιώνιο εχθρό, τον άδη. Μια νίκη που κάνει τον ίδιο τον άδη να τρέμει και πικρά να κλαίει. Ο φίλος του Χριστού ο Λάζαρος αποτελεί την προσωποποίηση του κάθε ανθρώπου και η Βηθανία, όπου βρίσκεται το σπίτι του, σύμβολο ολόκληρης της οικουμένης, ο τόπος όπου κατοικεί ο κάθε άνθρωπος. Ακολουθούμε τον Ιησού προς τα Ιεροσόλυμα, μέχρι τον τάφο του Λαζάρου, και ακούμε τη συγκλονιστική εντολή Του: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Κατανοούμε τώρα ότι είναι η δύναμη της αγάπης, της αγάπης που γίνεται δύναμη και μπορεί να νικά τον θάνατο. Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Είναι «η πάντων χαρά. Χριστός η αλήθεια, το φως και η ζωή. του κόσμου η ανάστασης…» (Κοντάκιο της εορτής).
«Ευλογημένος ο ερχόμενος»
Στη Βαϊοφόρο εικόνα, που προσκυνούμε την Κυριακή των Βαΐων, βλέπουμε τον Χριστό να εικονίζεται επάνω στον «υιόν υποζυγίου» και να πορεύεται επάνω στα Βάια των κλάδων και στα λουλούδια. Η πορεία μας φθάνει στο τέλος της. Φθάνουμε στην Εβδομάδα των Παθών. Οι ημέρες που ακολουθούν είναι Άγιες και Μεγάλες και έχουν ένα ορισμένο στόχο. Μας υπενθυμίζουν την εσχατολογική σημασία του Πάσχα. Σήμερα, όλοι μας λίγο πολύ θεωρούμε τη Μεγάλη Εβδομάδα ως μία όμορφη παράδοση. Όμως, Πάσχα σημαίνει το τέλος του κόσμου. Πάσχα σημαίνει το πέρασμα στην αιώνια Βασιλεία του Θεού. Τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας, που θα ακολουθούσουν, δεν αποτελούν μια απλή ανάμνηση, αλλά γίνονται.
«Σήμερον…»
Ποιό μπορεί να είναι το νόημα του «σήμερον»; Ασφαλώς και όλα αυτά δε γίνονται «σήμερον». «Σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις μας και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης, που μεταβάλλει τις πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια πραγματικά γεγονότα. Ο χρόνος παύει να υπάρχει με τη μορφή του παρόντος και του μέλλοντος και τον βιώνουμε σαν ένα διαρκές παρόν. «Τα Πάθη τα σεπτά η παρούσα ημέρα, ως φώτα σωστικά ανατέλλει τω κόσμω », μας διαβεβαιώνει ο υμνωδός. Άλλωστε αυτό δε βιώνουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία; Ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας: «Μεμνημένοι… πάντων των υπέρ γεγενημένων… και της Δευτέρας και ενδόξου πάλιν Παρουσίας».
Από το εσπέρας της Κυριακής των Βαΐων εισερχόμεθα στον λειτουργικό χρόνο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…». Μαζί μ’ εμάς και όλη η ανθρωπότητα που ζει το κακό, την απόγνωση, τήν απελπισία, αλλά και προσδοκά.
Πιστεύουμε στην Ανάσταση και προσδοκούμε την Ανάσταση. Ξέρουμε ότι ο θάνατος του Χριστού εκμηδένισε τη δύναμη του θανάτου. Και περιμένουμε με χαρά και ελπίδα. Όταν βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, βαπτιζόμαστε στον θάνατο του Χριστού και από εκείνη τη στιγμή συμμετέχουμε στη ζωή Του που βγήκε από τον Τάφο. Κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του, που είναι η τροφή της αθανασίας, της αιωνιότητας.
Ο Χριστός έρχεται στην καρδιά μας, για να μας αναγεννήσει και να μας αναστήσει. Είναι η αγάπη Εκείνου που δημιουργεί εκ του μηδενός ανθρώπινες υπάρξεις, κατά την εικόνα Του. Αυτή η οδυνώμενη αγάπη του Θεού περνά από τον Σταυρό και τον θάνατό Του και μεταμορφώνεται σε δύναμη και Ανάσταση. Ας πάμε κι εμείς κοντά σ’ Εκείνον, για να εορτάσουμε μαζί με τη δική Του και τη δική μας Ανάσταση.
(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 108-110)
Κυριακή των Βαϊων
Η Βαϊοφόρος - ερμηνεία της εικόνας
Κυριακή των Βαΐων
Η σκηνή αναφέρεται στην Ευαγγελικά περικοπή που περιγράφει τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, έξι ημέρες πριν από το Πάσχα. Για το περιστατικά αυτά μιλούν όλοι οι Ευαγγελιστές: Ματθ. 21: 1-11, Μαρκ. 11:1-10, Λουκ. 19: 29-38, Ιωάν. 12:12-15.
Η εικόνα της Βαϊοφόρου περιγράφει έντεχνα το ιστορικά γεγονός της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, αποκαλύπτοντας συχρόνως και το «κεκρυμμένο μυστήριο» καθώς και το βαθύτερο νόημα των συμβάντων. Είναι επίσης η πρώτη στη σειρά των εικόνων εκείνων που αναφέρονται στα Πάθη και την συναντούμε στην εκκλησιαστική τέχνη από τα πρώτα κιόλας χριστιανικά χρόνια, στις Σαρκοφάγους των Κατακομβών.
Στην εικόνα βλέπουμε τον Χριστό καθισμένο σε υποζύγιο και τους Μαθητές να ακολουθούν, με επί κεφαλής τον απόστολο Πέτρο. Η πομπή πορεύεται προς την πύλη της εισόδου της πόλεως, όπου Τον αναμένει πλήθος κόσμου, κρατώντας κλαδιά από βάγια και φοίνικες.
Τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι χαρούμενα κι ενθουσιώδη, καθώς θεωρούν ότι ο Χριστός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας που, κατά τις παραδόσεις του ιουδαϊκού λαού, θα ερχόταν Πάσχα στα Ιεροσόλυμα και θα ελευθέρωνε το υπόδουλο έθνος. Με το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα εκπληρώθηκε η προφητεία του προφήτη Ζαχαρία που λέει: «Χαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών˙ κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ˙ ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται σοι δίκαιος και σώζων αυτός, πραΰς και επιβεβηκός επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9:99).
Αριστερά και πίσω από το σημείο απεικόνισης του Χριστού ζωγραφίζεται βραχώδης τόπος. Έτσι προσδιορίζεται η ακτίνα της πορείας του Χριστού και των Μαθητών από τη Βηθφαγή, που ήταν προάστιο της Ιερουσαλήμ κοντά στο όρος των Ελαιών, προς το κέντρο της πόλεως.
Η σκηνή χαριτώνεται και πλουτίζεται με την παρουσία και τη χαρούμενη συμμετοχή των «ακάκων παίδων του Ισραήλ» τα οποία είτε ανεβασμένα στα δέντρα για το κόψιμο των κλάδων είτε στρώνοντας τα ιμάτιά τους στο δρόμο για την υποδοχή του Χριστού, εκπροσωπούν τις αγνές και άδολες ψυχές που υποδέχονται τον «Βασιλέα της Δόξης».
Ο Χριστός ζωγραφίζεται καθισμένος πλάγια πάνω στο υποζύγιο ευλογών. Έτσι φαίνεται σαν να είναι ένας ένθρονος και δοξασμένος ηγέτης, που επισκέπτεται τους υπηκόους Του. Στο άλλο Του χέρι κρατάει κλειστό ειλητάριο, σύμβολο του νόμου της Καινής Διαθήκης, που πρόκειται να συνάψει με τον άνθρωπο προσφέροντας ως λύτρο το Αίμα Του. Η ελαφρά προς τα πίσω στροφή της κεφαλής Του δίνει την εντύπωση ότι συνομιλεί με τον πρώτο της χορείας των Μαθητών, τον απόστολο Πέτρο. Ο αγιογράφος θέλει μ' αυτό να επισημάνει ότι ο δοξαζόμενος από το πλήθος ηγέτης, αν και φαίνεται ως βασιλεύς, δεν είναι άλλος παρά ο «Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».
Η όλη σκηνή, αν και περιγράφει στιγμές δόξης και θριάμβου, εμφανίζει κάτι το πολύ παράδοξο: Βλέπουμε το λαό να επευφημεί ως επίγειο Βασιλιά Εκείνον που είχε κατ' επανάληψιν σαφώς διακηρύξει: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». (Ιωάν 12, 36).

Κυριακή των Βαΐων – Η είσοδος στην αγία πόλη

Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιωάν. ιβ΄ 1-18
Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ,  Ἰούδας Σίμωνος  Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ  Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9  Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν  Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν  Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν  Ἰησοῦν.
12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται  Ἰησοῦς εἰς  Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ  Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17  Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
Η είσοδος στην αγία πόλη

Το μύρο της Αγάπης

Έξι μέρες πριν από την εορτή του Πάσχα ήλθε ο Ιησούς στη Βηθανία στο σπίτι του Λαζάρου, τον οποίο είχε αναστήσει πριν λίγες μέρες. Εκεί οι συγγενείς του Λαζάρου από ευγνωμοσύνη για το θαύμα που έκανε ο Κύριος, Του ετοίμασαν δείπνο· και η αδελφή του Λαζάρου Μάρθα Τον διακονούσε. Η Μαρία, η άλλη του αδελφή, είχε αγοράσει πανάκριβο μύρο, άλειψε μ’ αυτό τα πόδια του Ιησού και το σπίτι όλο γέμισε από την ευωδία του μύρου.  Όταν όμως είδε την πράξη αυτή ο φιλάργυρος Ιούδας, διαμαρτυρήθηκε έντονα: γιατί να χυθεί άσκοπα το μύρο και να μην πουληθεί για να δοθεί ως ελεημοσύνη στους πτωχούς; Δεν ενδιαφερόταν βέβαια για τους πτωχούς, αλλά το είπε αυτό διότι κρατούσε το ταμείο κι από αυτό υπέκλεπτε χρήματα. Τότε ο Ιησούς του απάντησε: Άφησε ήσυχη τη γυναίκα, διότι φύλαξε το μύρο αυτό για τον ενταφιασμό μου. Τους φτωχούς πάντοτε θα τους έχετε κοντά σας, εμένα όμως όχι.
Με τα λόγια αυτά ο Κύριος επιβράβευσε την πράξη αυτή της Μαρίας. Γιατί άραγε; Είχε ανάγκη ο Κύριος από το μύρο της; Όχι ασφαλώς. Αλλά διότι η Μαρία με την πράξη της αυτή εκδήλωσε μια αληθινή και γνήσια αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη της, πολύ ανώτερη από αυτήν που είχαν άλλοι. Πρόσφερε το πολύτιμο μύρο της με τόση αφθονία, χωρίς να υπολογίσει το πολύ μεγάλο οικονομικό κόστος του. Εάν είχε κάτι άλλο πολυτιμότερο να προσφέρει στον Κύριο, θα το προσέφερε κι αυτό. Τι κι αν οι μαθητές δεν κατενόησαν τότε την πράξη της; Τι κι αν ο Ιούδας διαμαρτυρήθηκε δόλια; Η Μαρία δεν φοβήθηκε καμία αντίδραση. Δεν αδιαφορούσε βέβαια για τους πτωχούς, αλλά αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο τον Κύριό της.
Η αγάπη και ευγνωμοσύνη της Μαρίας έκρυβε επιπλέον και βαθιά ταπείνωση. Διότι στους Ιουδαίους θεωρούνταν εξευτελισμός να παρουσιασθεί μία γυναίκα με ξέμπλεκα τα μαλλιά της μπροστά σε άλλους. Και μάλιστα να κάνει ένα έργο τόσο ταπεινωτικό! Αυτή όμως δεν δίστασε να κάνει κάτι που θα την ταπείνωνε. Αυτή ήθελε να εκδηλώσει την αγάπη της προς τον Κύριο. Τίποτε άλλο δεν σκεφτόταν. Διότι αισθανόταν ότι ο Κύριος ήταν ευεργέτης της, ο λυτρωτής της και όλου του κόσμου.
Με την πράξη της αυτή η Μαρία διδάσκει κι εμάς ότι η αγάπη μας και η ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο δεν πρέπει να μειώνεται από κανένα εμπόδιο. Και ότι όταν αυτή η αγάπη μας προς τον Κύριο είναι η πρώτη και μεγαλύτερη, τότε επιστρέφει πίσω σε μας πολύ πιο πλούσια. Διότι η Μαρία απ’ αυτή την πράξη της δέχθηκε την πνευματική ευωδία του Χριστού, τη χάρη του και την ευλογία του. Ας προσφέρουμε λοιπόν κι εμείς στον Κύριο το μύρο της αγάπης, της ευγνωμοσύνης και της λατρείας μας και θα αισθανθούμε το μύρο της θείας αγάπης να ευωδιάζει μέσα μας και γύρω μας, και να ζωογονεί την ψυχή μας.

Ο Βασιλιάς της κτίσεως

Την επόμενη ημέρα λαός πολύς που είχε έλθει στην Ιερουσαλήμ για την εορτή του Πάσχα,  μόλις άκουσαν ότι έρχεται ο Ιησούς στην αγία πόλη, πήραν στα χέρια του κλαδιά από φοίνικες και βγήκαν από την πόλη για να Τον υποδεχθούν. Και καθώς Τον έβλεπαν να εισέρχεται καθισμένος πάνω σ’ ένα πουλάρι, παραληρούσαν και με συγκίνηση κι ενθουσιασμό φώναζαν: «Ωσαννά, ευλογημένος είναι αυτός που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο. Αυτός είναι ο ένδοξος βασιλιάς του Ισραήλ που περιμέναμε!». Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του Ζαχαρίου που έλεγε: «Μη φοβάσαι, Ιερουσαλήμ, έρχεται ο βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σ’ ένα πουλάρι». Εν τω μεταξύ τα πλήθη όλο και αυξάνονταν. Οι Φαρισαίοι όμως βλέποντας τον ενθουσιασμό του πλήθους ερεθίστηκαν πολύ και σκέφθηκαν να συλλάβουν τον Κύριο το συντομότερο.
Πού όμως οφειλόταν ο μεγάλος ενθουσιασμός του πλήθους; Γιατί οι απλοί αυτοί άνθρωποι του λαού πανηγύριζαν ασυγκράτητα; Διότι πολλοί από αυτούς είχαν πληροφορηθεί ότι ο Κύριος είχε αναστήσει πριν από λίγες ημέρες τον Λάζαρο. Και μετέδιδαν την είδηση αυτή από στόμα σε στόμα. Θεωρούσαν ότι ο Ιησούς, αφού μπορούσε να αναστήσει έναν άνθρωπο, θα μπορούσε ασφαλώς να αναστήσει κι ένα έθνος. Το έθνος τους. Και προϋπάντησαν τον Χριστό κρατώντας κλαδιά φοινίκων, που ήταν σύμβολα νίκης, επειδή ακριβώς τον υποδέχονταν ως νικητή του θανάτου, και όπως ήλπιζαν, νικητή των κατακτητών τους Ρωμαίων. Τον αναγνώριζαν ως βασιλέα του Ισραήλ, ως τον Μεσσία που περίμεναν. Γι’ αυτό κραύγαζαν στίχους του μεσσιακού Ψαλμού. Αλλά δυστυχώς δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι ο Κύριος δεν ήταν εγκόσμιος βασιλεύς. Γι’ αυτό και σε λίγες μέρες τα συναισθήματά τους άλλαξαν τόσο ραγδαία. Και Τον σταύρωσαν.
Καθώς εισερχόμαστε οι πιστοί στην ιερότερη εβδομάδα του χρόνου, την Μεγάλη Εβδομάδα, ας υποδεχθούμε τον Κύριό μας ο Οποίος πορεύεται προς το εκούσιο Πάθος. Μη μείνουμε όμως μόνο σε εξωτερικές συγκινήσεις καθώς θα Τον βλέπουμε οδυνώμενο στο σταυρό. Ούτε να μιμηθούμε τους όχλους της Ιερουσαλήμ στις μεταπτώσεις τους και την επιπολαιότητά τους. Αλλά να λατρεύσουμε τον Νυμφίο της Εκκλησίας μας με πίστη αταλάντευτη. Κατανοώντας ότι αυτός ο Κύριος που πάσχει για μας, που πεθαίνει για μας, είναι ο Κύριος των κυριευόντων και βασιλεύς των βασιλευόντων. Κι ας Τον υποδεχθούμε ως Αρχηγό της ζωής μας και μόνιμο κατακτητή της καρδιάς μας.

Κυριακή των Βαίων (Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Ωσαννά
Το Σάββατο του Λαζάρου, από λειτουργικής πλευράς, είναι τα προεόρτια της Κυριακής των Βαΐων – της Εισόδου του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα. Και οι δύο αυτές γιορτές έχουν ένα κοινό θέμα: το θρίαμβο και τη νίκη. Το Σάββατο του Λαζάρου αποκαλύπτει τον Εχθρό, δηλαδή το Θάνατο · η Κυριακή των Βαΐων προαναγγέλλει το νόημα της νίκης ως θρίαμβο της Βασιλείας του Θεού και ως αποδοχή από τον κόσμο του μόνου Βασιλέως , του Ιησού Χριστού.
Σε όλη τη διάρκεια της επί γης ζωής του Ιησού Χριστού, η σεμνή είσοδός Του στην Αγία Πόλη ήταν το μόνο ορατό σημείο θριάμβου. Μέχρι αυτή τη μέρα ο Ιησούς έδειχνε επίμονη άρνηση σε κάθε περίπτωση θριάμβου και δόξας Του. Έξι μέρες όμως πριν το Πάσχα, όχι μόνο δέχτηκε να δοξαστεί, αλλά ο ίδιος προκάλεσε και οργάνωσε αυτή τη δόξα. Κάνοντας αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ζαχαρίας: «ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι… πραύς και επιβεβηπώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9), φανέρωσε ότι ήθελε να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας, Βασιλέας και Λυτρωτής του Ισραήλ.
Οι Ευαγγελικές περικοπές τονίζουν όλα αυτά τα μεσσιανικά στοιχεία, δηλαδή τους κλάδους των βαΐων και τα Ωσαννά, τις επευφημίες για τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Δαυίδ και Βασιλέας του Ισραήλ. Η ιστορία του Ισραήλ τώρα ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος της, αυτό εξ άλλου είναι και το νόημα αυτού του γεγονότος, της αγγελίας της Βασιλείας του Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτής της ιστορίας έπρεπε να αναγγελθεί και να προετοιμαστεί η Βασιλεία του Θεού, η έλευση του Μεσσία. Και τώρα εκπληρώθηκε, γιατί ο Βασιλέας εισέρχεται στην Αγία Πόλη Του και όλες οι προφητείες και o ι προσδοκίες βρίσκουν την εκπλήρωση τους στο Πρόσωπο Του. Ο Χριστός εγκαθιστά τη Βασιλεία Του επί της γης.
Την Κυριακή των Βαΐων θυμόμαστε και τιμάμε αυτό το μέγιστο γεγονός. Κρατώντας κλάδους βαΐων ταυτιζόμαστε με το λαό της Ιερουσαλήμ . Μαζί τους χαιρετίζουμε τον ταπεινό Κύριο και Βασιλέα ψέλνοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Άραγε ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών σήμερα για μας;
Πρώτα-πρώτα είναι η ομολογία μας ότι ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριος μας. Πολύ συχνά, στην καθημερινή ζωή μας, ξεχνάμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκατασταθεί στη γη και ότι την ημέρα της βαπτίσεώς μας γίναμε πολίτες αυτής της Βασιλείας και υποσχεθήκαμε η αφοσίωση και η πίστη μας σ’ αυτή να είναι πάνω από κάθε άλλη πίστη μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χριστός για λίγες ώρες ήταν πραγματικά ο Βασιλέας πάνω στη γη, σ’ αυτό τον κόσμο το δικό μας – για λίγες μόνο ώρες και σε μια συγκεκριμένη πόλη. Αλλά, όπως στο πρόσωπο του Λαζάρου αναγνωρίσαμε την εικόνα του καθενός από μας, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, έτσι και σ’ αυτή την πόλη (την Ιερουσαλήμ) αναγνωρίζουμε το μυστηριακό κέντρο όλου του κόσμου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το βιβλικό νόημα της πόλης Ιερουσαλήμ, είναι δηλαδή το εστιακό σημείο όλης της ιστορίας της σωτηρίας και του λυτρωμού, είναι η Αγία Πόλη της έλευσης του θεού στη γη. Έτσι λοιπόν η Βασιλεία που εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ είναι μια παγκόσμια Βασιλεία που αγκαλιάζει καθολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία… Για λίγες ώρες – όμως αυτές οι ώρες ήταν πολύ αποφασιστικός χρόνος – φάνηκε επί της γης η τελική «ώρα του Ιησού», η ώρα της εκπλήρωσης από τον Θεό όλων των υποσχέσεων Του, όλων των αποφάσεων Του. Έφτασε στο τέλος όλη η προπαρασκευαστική πορεία που είχε αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή · ήρθε το τέλος όλων όσων ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο. Έτσι αυτή η σύντομη ώρα του επί γης θριάμβου του Χριστού αποκτάει ένα αιώνιο νόημα. Εισάγει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας στο δικό μας χρόνο, στις δικές μας ώρες. Αυτή η Βασιλεία δίνει το νόημα στο χρόνο και γίνεται ο απώτερος, ο αιώνιος σκοπός του. Η Βασιλεία του Θεού αποκαλύφθηκε στον κόσμο τούτο και αυτή την ώρα · η παρουσία της κρίνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ιστορία.
Όταν, σε κάποια στιγμή της ακολουθίας, την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε από τον ιερέα έναν κλάδο βαΐων, ανανεώνουμε τον όρκο στον Βασιλέα μας, ομολογούμε ότι η Βασιλεία Του δίνει τελικό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας. Ομολογούμε ότι το καθετί στη ζωή μας και στον κόσμο ανήκει στον Χριστό και τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μοναδικό, αληθινό Κτήτορά του, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της ζωής όπου Εκείνος δεν κυβερνά, δεν σώζει, δεν λυτρώνει. Διακηρύττουμε την παγκόσμια, την καθολική ευθύνη της Εκκλησίας για την ανθρώπινη ιστορία και επιβεβαιώνουμε την παγκόσμια αποστολή της.
Ξέρουμε, βέβαια, ότι ο Βασιλέας τον οποίο οι Ιουδαίοι ζητωκραύγαζαν τότε και τον οποίο εμείς σήμερα επιδοκιμάζουμε, βρίσκεται στο δρόμο προς το Γολγοθά, προς το Σταυρό και τον τάφο. Ξέρουμε, επίσης, πως αυτός ο σύντομος θρίαμβος δεν είναι παρά ο πρόλογος της θυσίας Του. Τα κλαδιά στα χέρια μας επιβεβαιώνουν την ετοιμότητα μας και τη διάθεση μας να Τον ακολουθήσουμε σ’ αυτό το δρόμο της θυσίας, και ότι αποδεχόμαστε τη θυσία και την αυταπάρνηση σαν τη μόνη βασιλική οδό προς τη θεία Βασιλεία. Τελικά αυτοί οι κλάδοι και η όλη γιορτή φανερώνουν την πίστη μας στην τελική νίκη του Χριστού.
Η Βασιλεία του Θεού όμως είναι ακόμα κρυμμένη, ο κόσμος την αγνοεί και ζει σήμερα σαν να μην έχουν συμβεί όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Σαν να μην έχει πεθάνει ατό Σταυρό και να μην έχει αναστηθεί ο Θεάνθρωπος. Εμείς όμως οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ερχόμενη Βασιλεία στην όποια ο Θεός είναι «ο τα πάντα πληρών» και ο Χριστός είναι ο μόνος Βασιλέας.
Στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας θυμόμαστε τα γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά όλο το νόημα και η δύναμη της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπει την ανάμνηση σε παρόν, σε παρούσα πραγματικότητα. Την Κυριακή των Βαΐων αυτή η πραγματικότητα είναι η συμμετοχή μας στα γεγονότα, η ανταπόκριση μας σ’ αυτά, η ίδια η Βασιλεία του θεού. Ο Χριστός δεν μπαίνει πια στα Ιεροσόλυμα θριαμβευτής. Το έκανε μια φορά και για πάντα. Και δεν χρειάζεται πια «σύμβολα», γιατί δεν πέθανε στο Σταυρό για να μπορούμε εμείς αιώνια να «συμβολίζουμε» τη ζωή Του. Αλλά ζητάει από μας μια πραγματική, ειλικρινή αποδοχή της Βασιλείας που μας έφερε…
Αν δεν είμαστε έτοιμοι να κρατήσουμε την ιερή υπόσχεση που δώσαμε με το βάπτισμα μας και που ανανεώνουμε κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων, αν δεν επιμένουμε να κάνουμε τη Βασιλεία του θεού κανόνα όλης της ζωής μας, μάταια γιορτάζουμε τούτη τη γιορτή και οι κλάδοι των βαΐων που παίρνουμε από την Εκκλησία για το σπίτι μας δεν έχουν κανένα νόημα, είναι άχρηστοι.
Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Κυριακή των Βαΐων Ο χαρμόσυνος χαρακτήρας της γιορτής και οι υποχρεώσεις των Χριστιανών.

Κυριακή των Βαΐων 2003

Η Μεγάλη Εβδομάδα χριστιανοί μου έφθασε και για φέτος. Και από σήμερα το βράδυ εισερχόμεθα στο Θείο Δράμα, που ολοκληρώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή, αλλά σφραγίζεται με την Ανάσταση την Κυριακή, Κυριακή πρωί.
Η σημερινή Κυριακή των Βαΐων μαζί με την Κυριακή της Πεντηκοστής είναι αυτές και μόνες που δεν έχουν Αναστάσιμο χαρακτήρα. Σήμερα δεν ψάλαμε κανένα τροπάριο αναστάσιμο, ούτε απολυτίκιο, ούτε είπαμε Εωθινό Ευαγγέλιο, ούτε απαγγείλαμε το «Ανάσταση Χριστού θεασάμενοι».
Η Κυριακή των Βαΐων έχει δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα, πανηγυρικό και χαρμόσυνο. Είναι χαρμόσυνος ο χαρακτήρας διότι αποτελεί καθαρό προμήνυμα της Αναστάσεως. Μας το είπε αυτό και η ευχή που διαβάσαμε στα βάγια το πρωί. Αυτά λοιπόν τα βάγια που θα κρατήσουμε στα χέρια μας, αυτό ακριβώς συμβολίζουν. Τη νίκη κατά του θανάτου δια της Αναστάσεως.
Συμβολίζουν όμως και άλλες δύο νίκες, της νίκης κατά του κακού και της αμαρτίας, και δεύτερον της νίκης εναντίον των δαιμόνων, δια της πίστεως προς τον Χριστόν. Άρα μας λένε οι Πατέρες, τα βάγια είναι σύμβολα αρετών και θείων πράξεων, δηλαδή έργων πίστεως.

Αλλά και το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα όσοι το ακούσαμε, έχει και αυτό χαρακτήρα χαρμόσυνο, τον χαρακτήρα της γιορτής.

Δεν διστάζει ο Απόστολος Παύλος μέσα από την φυλακή της Ρώμης, που ήτο φυλακισμένος, να γράψει στους Φιλιππισίους, και να τους προτρέψει «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε», και να συνεχίσει επαναλαμβάνοντας «και πάλιν ερώ χαίρετε». Δηλαδή να χαίρεστε όχι από τις κοσμικές χαρές του κόσμου τούτου της αμαρτίας, αλλά να πλημμυρίζετε από την χαρά που
χαρίζει ο Χριστός. Και αυτήν την χαρά να την έχετε πάντοτε.
Αυτό το «πάντοτε» έχει ιδιαιτέρα σημασία για όλους μας, διότι δεν εξαιρεί χρόνους, εποχές και καταστάσεις. Να χαίρεστε όταν σας βάζουν στην φυλακή για την πίστη σας, όπως εμένα, λέγει ο Απόστολος Παύλος, που είμαι αυτή τη στιγμή στη φυλακή, αλλά και όταν είστε ελεύθεροι από πιέσεις και διωγμούς.
Να έχετε την χαρά του Χριστού μέσα σας, όχι μόνο στον πλούτο, αλλά και στην φτώχεια. Χαρά όχι
μόνον στα πολλά αγαθά, αλλά και στις στερήσεις. Όχι μόνον όταν είστε γεροί και υγιείς, αλλά και όταν είστε άρρωστοι. Και στον πόνο, και στις θλίψεις και στην αγωνία, να χαίρεστε πάντοτε εν Κυρίω.

Δύσκολα θα μου πείτε, πολύ δύσκολα. Και είναι πράγματι γιατί και το ομολογούμε όλοι μας. Και όμως σε κάποιο άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος στην Επιστολή του, μας προτρέπει λέγοντας τα εξής: «Πάσαν χαράν ηγήσασθε αδελφοί μου, όταν ποικίλοις περιπέσητε πειρασμοίς». Που σημαίνει «να έχετε μεγάλη χαρά, όταν πέσετε σε διάφορες δοκιμασίες και πειρασμούς της ζωής. «Πάσαν χαράν», δηλαδή μεγάλη χαρά. Και τη χαρά αυτή να την έχετε μαζί με το Χριστό. Αυτά μας είπε ο λόγος του Θεού.
Όλα δύσκολα, όλα βουνά, όλα ακατόρθωτα, έτσι μας φαίνονται. Κι όμως αν πέσουμε στην αγκαλιά του Θεού την Πατρική, τότε τον Σταυρόν μας θα τον πάρει Εκείνος, ο Χριστός και θα μας ξελαφρώσει και θα μας χαρίσει την χαρά της Αναστάσεως.
«Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστί», μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος. Ό,τι λοιπόν μας φαίνεται εμάς αδύνατο, είναι δυνατό για Εκείνο. Ό,τι μας φαίνεται άλυτο, μπορεί να το λύσει ο Θεός. Ό,τι ακατόρθωτο, διά μέσου Εκείνου να γίνει κατορθωτό.
«Και πάλιν ερώ χαίρετε». Σας το επαναλαμβάνω πάλιν και πολλάκις να χαίρεστε αλλά εν Κυρίω. Μαζί με τον Κύριο, μαζί με τον Χριστό.

Και συνεχίζει ο Απόστολος Παύλος στο σημερινό του Αποστολικό του Ανάγνωσμα. «Και πλημμυρισμένοι από τη χαρά του Χριστού να είστε επιεικείς προς όλους τους ανθρώπους, διότι μην το ξεχνάτε, ο Κύριος εγγύς». Αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος είναι πολύ κοντά με τον ξαφνικό θάνατό μας, και τότε θα μας κρίνει. Θα έλθει βέβαια και ως δίκαιος Κριτής κατά την Δευτέραν Αυτού Παρουσία, για να κρίνει ζώντας και νεκρούς, αλλά είναι και «ο Κύριος εγγύς» τη στιγμή του θανάτου μας. Οπότε γίνεται και η πρώτη λεγομένη Κρίσις.
Άρα πρέπει να προσαρμόσουμε τη ζωή μας, προς τις βασικές εντολές του Αγίου Θεού, που με το στόμα σήμερα του Αποστόλου Παύλου, μας συνιστούν τα εξής πράγματα.
«Μηδέν μεριμνάτε» λέγει, και συνεχίζει ο ίδιος, «μη πνίγεσθε στις μέριμνες αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά όλα σας τα προβλήματα, μαζί με την μετάνοια και την ευγνωμοσύνη σας, να τα αναφέρετε στην καθημερινή σας προσευχήν προς τον Θεόν. Και τότε η ασύλληπτη για τα ανθρώπινα μυαλά, ειρήνη του Θεού, θα περιφρουρήσει τα αισθήματά σας και τη σκέψη σας από το άγχος και την αγωνία και τους πειρασμούς, και θα σας διατηρεί ενωμένους μαζί με τον Χριστό».
Και αμέσως γράφει και συνιστά, συνεχίζει δηλαδή, «το λοιπόν αδελφοί μου, όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα έφημα, ή τις αρετή και ή τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε». Λοιπόν αδελφοί μου, όσα είναι αληθινά, όσα είναι τίμια και σεβαστά, όσα είναι δίκαια ενώπιον του Αγίου Θεού, όσα είναι αμόλυντα και καθαρά, όσα είναι αγαπητά και ευάρεστα στο Θεό, όσα έχουν και δίδουν, καλή φήμη και αγαθή υπόληψη, κάθε αρετή και κάθε καλό που είναι άξιον επαίνου, αυτά και μόνον να σκέπτεσθε. «Ταύτα λογίζεσθε και ταύτα πράσσετε».
Και συνεχίζει, «αυτά που μάθατε και παραλάβατε, και ακούσατε από την προφορική μου διδασκαλία, και αυτά που είδατε σε ολόκληρη την προσωπική μου ζωή», προσέξτε, «σε ολόκληρη την προσωπική μου ζωή και συμπεριφορά, αυτά να κάμνετε». Η διαγωγή μας, η ζωή μας και η συμπεριφορά μας, αυτά διδάσκουν. Και όχι τα παχιά τα λόγια. Και «τότε», καταλήγει, «ο Θεός της ειρήνης, ο Θεός της αγάπης, θα είναι πάντοτε μαζί σας».
Άρα λοιπόν μας ενδιαφέρουν οι δύο εκείνες θαυμάσιες προτάσεις, «ταύτα λογίζεσθε και ταύτα πράσσετε».

Χριστιανοί μου, ζούμε σε έναν κόσμο τελείως διεφθαρμένον, άπιστον, άθεον και κτηνώδη, βρώμικον και τρισάθλιον. Παντού επικρατεί το συμφέρον, η διαβολή, η κακία, η πονηρία, ο πανσεξουαλισμός, η αναρχία, η βλασφημία και μύρια άλλα κακά. Λείπει το παράδειγμα της ζωντανής πίστεως, της αγάπης και της καλοσύνης, και του ταπεινού φρονήματος και της θεοσεβίας, και των άλλων θειοτάτων αρετών από τη ζωή μας. Αυτά λείπουν.
Έτσι δυσκολεύονται οι περισσότεροι από τους χριστιανούς, να εφαρμόσουν τις θεϊκές αυτές προτροπές του Αποστόλου Παύλου. «Ταύτα λογίζετε και ταύτα πράσσετε». Αυτά να σκέπτεσθε και αυτά να κάμνετε. Διότι μόνον αυτά θα μας χαρίσουν και θα εδραιώσουν μέσα μας την ειρήνη.
Και αν δεν έχουμε μέσα μας ειρήνη, ειρήνη στο νου και ειρήνη στην καρδιά, αυτό σημαίνει ότι ο Θεός της ειρήνης και της αγάπης δεν είναι μαζί μας. Στερούμεθα χάριτος και ευλογίας. Απουσιάζει ο Θεός από μέσα μας. Και δεν είναι μέσα μας ο Θεός και το επαναλαμβάνω, διότι δεν σκεπτόμαστε, και δεν εφαρμόζουμε όλα αυτά τα αληθινά, τα σεμνά, τα δίκαια, τα αγνά, τα ενάρετα, τα αξιέπαινα.
Αλλά τι σκεπτόμαστε; Μήπως το αισχρό και το ανήθικο ή το ηθικό; Τι σκεπτόμεθα; Το καλό ή το κακό; Το ψέμα ή την αλήθεια; Το δίκαιο ή το άδικο; Τι σκεπτόμεθα; Την αρετή ή την κακία; Και ο καθένας μας …

Ευλογημένος ο Ερχόμενος. Κυριακή των Βαΐων. Φώτης Κόντογλου


Κυριακή των Bαΐων
Ευλογημένος ο Ερχόμενος

 (Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».

Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους.
Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.

Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο.

Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.

Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω.

Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο.
Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης.

Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία.

Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του.

Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει.
Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!

Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται.

Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν;
Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με;
Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;

Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού;

Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα;

Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.

Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί.
Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον».

Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.

Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ' ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών. Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι' αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας.

Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας.
Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο: «Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».

ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

Κυριακή των Βαΐων. Ομιλία Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος

Κυριακή των Βαΐων
Σήμερα, Κυριακή των Βαϊων, φθάνει στα Ιεροσόλυμα ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, που έλαβε μορφή δούλου για να ελευθερώσει το ανθρώπινο γένος.  Ο ουράνιος Βασιλεύς παραγίνεται στην Σιών, γι’ αυτό, ας χαρεί η Εκκλησία του Θεού, διότι ο Νυμφίος της έρχεται καθήμενος επάνω σε πώλο όνου. Ας εξέλθουμε για να Τον προϋπαντήσουμε, ας τρέξουμε για να δούμε την δόξα Του, ας τιμήσουμε την είσοδό Του στην πόλη την Αγία.
H σωτηρία προσφέρεται στον κόσμο. Ο Θεάνθρωπος έρχεται στο Σταυρό.  Ο Βασιλεύς της Σιών, που είναι η προσδοκία των εθνών, έρχεται στην Αγία Πόλη για να χαρίσει την σωτηρία στους ανθρώπους. Το Φως φανερώνεται, η πλάνη καταργείται, ανθίζει η Αλήθεια, η Εκκλησία των Ορθοδόξων χορεύει, η Συναγωγή των Ιουδαίων χηρεύει, οι δαίμονες ντροπιάζονται, η κατάρα του Αδάμ λύεται, οι Εβραίοι ταράσσονται, τα έθνη ευφραίνονται και ο Δαίμων συντρίβεται,.  Ο Χριστός καθήμενος πάνω σε πώλο όνου έρχεται! Οι ουρανοί αγάλλονται· οι άγγελοι υμνούν· οι Εκκλησίες χαίρουν· οι ιερείς υμνούν· οι προφήτες προφητεύουν· οι μαθητές κηρύττουν.  Όλη η δημιουργία, όλη η φύση και κάθε τι που έχει πνεύμα ζωής, ας υπαντήσουν τον Βασιλέα των όλων και μαζί με τα παιδιά των Εβραίων ας φωνάξουν το: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις. Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου· Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν, επέφανε τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις ημίν».

Η Κυριακή των Βαϊων αποτελεί για εκείνους που έπεσαν ανάσταση, για τους αιχμαλώτους ελευθέρωση, για τους τυφλούς ανάβλεψη, για τους πενθούντας παράκληση, για τους κοπιώντας ανάπαυση, για τους απεγνωσμένους παρηγτριά και λύτρωση, και γενικά για όλους εκείνους που καταπονούνται είναι η ειρήνη και η γαλήνη.  Γι’ αυτό και εμείς λέγομε το «Ωσαννά», που σημαίνει: Σώσε μας Κύριε που είσαι ο Ύψιστος Θεός!
Χθές ο Χριστός ανάστησε από τους νεκρούς τον τετραήμερο Λάζαρο, σήμερα ο Ίδιος έρχεται θεληματικά προς τον θάνατο.  Χθές χάρισε την ζωή σ’ άλλον, σήμερα ο Ζωοδότης έρχεται προς τον θάνατο.  Χθες έλυσε τα σπάργανα του Λαζάρου, σήμερα ο Ίδιος θεληματικά σπαργανούται.  Χθες έβγαλε τον άνθρωπο από το σκοτάδι, σήμερα ο Ίδιος τοποθετείται στα σκοτεινά μέρη του τάφου και μπαίνει κάτω από τη σκιά του θανάτου για να σώσει τον άνθρωπο.  Χθές χάρισε στη Μαρία τον τετραήμερο νεκρό αδελφό της, σήμερα ο Χριστός με την τριήμερο αναστασή Του χαρίζει τον Εαυτό Του στην Εκκλησία.  Τότε, μόνον η Βηθανία θαυμάζει, τώρα όλη η Εκκλησία γιορτάζει.  Γιορτάζει η Ορθόδοξος Εκκλησία, όχι τυπικά, όχι σωματικά, αλλά πνευματικά.  Διότι, σήμερα, γιορτάζομε την πτώση των ειδώλων και την ανάσταση των εκκλησιών.  «Τα αρχαία παρήλθον· ιδού γέγονε τα πάντα καινά».
Και μόλις ο Ιησούς κατέβηκε από το όρος, ο όχλος έλαβε βάϊα φοινίκων και κλάδους ελιάς και βγήκαν να Τον προϋπαντήσουν.  Και τα παιδά φώναζαν: «Ωσαννά τω υιώ Δαβίδ, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».  Αυτή είναι η Δεσποτική παρουσία· αυτή είναι η επιδημία του Βασιλέα των βασιλευόντων· αυτή είναι η λαμπρά έλευση του Δημιουργού των όλων.  Γι’ αυτό και εμείς που ήλθαμε στη σημερινή γιορτή, ας βγούμε για να Τον προϋπαντήσουμε ακολουθώντες τον πώλο με ταπεινή καρδιά και πίστη ορθή.  Γιατί, σήμερα, τα ουράνια μαζί με τα επίγεια και τα καταχθόνια Τον υμνούν.  Τα Χερουβίμ,  φωνάζουν το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού».  Όλοι μαζί, ας γονατίσουμε και ας φωνάξουμε· «Πάσα η γη προσκυνησάτω σοι».
Σήμερα, εισήλθε στα Ιεροσόλυμα ο Κύριος καθήμενος πάνω σε πώλο όνου. Πάνδημος υπήρξε η συμφωνία και τα παιδιά και βρέφη θεολόγησαν και αναγνώρισαν τον Ιησούν ως Θεό και Κύριο και έλεγαν·  «Ωσαννά τω υιώ Δαβίδ, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Πράγματι, πόσα καινούργια και παράδοξα γεγονότα πραγματοποιούνται κατά τη σημερινή γιορτή!  Τα παιδιά θεολογούν και οι ιερείς των Εβραίων βλασφημούν! Τα νήπια, που θηλάζουν, Τον Προσκυνούν και οι δάσκαλοι του Νόμου ασεβούν! Τα παιδά φωνάζουν το «Ωσαννά» και οι Εβραίοι το «Σταυρωθήτω»!  Τα παιδιά έφεραν βάϊα και οι Εβραίοι έφεραν φονικά όπλα, μαχαίρια και σπαθιά!  Τα παιδιά κόπτουν κλάδους και οι Εβραίοι ετοιμάζουν τον Σταυρό! Τα νήπια στρώνουν τους χιτώνες και οι σταυρωτές Του μοιράζουν τα ρούχα και τον χιτώνα! Τα νήπια προσκυνούν τα πόδια του Χριστού και οι Εβραίοι τα καρφώνουν στο Ξύλο του Σταυρού! Τα παιδιά προσάγουν δοξολογία και οι Εβραίοι προσφέρουν ξίδι με χολή!  Τα παιδιά σείουν τα κλαδιά των βαϊων και οι Εβραίοι κτυπούν τα φονικά όπλα! Τα παιδιά υμνούν τον Χριστό και οι Εβραίοι πωλούν τον Δημιουργό του κόσμου!
Τα παιδιά και τα νήπια, με την αθώα παιδική τους ψυχή, αναγνώρισαν την Θεότητα του Ιησού, που χάρη των ανθρώπων έλαβε δούλου μορφή, αλλά ουδέποτε χωρίσθηκε από τους πατρικούς κόλπους.  Ο Ιησούς βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους με σάρκα αληθινή, αλλά ταυτόχρονα ως Θεός τέλειος συμπαρίσταται μαζί με τον Πατέρα στους ουρανούς, αψευδής, αληθινός, παντοκράτωρ, κοσμοκράτωρ, εθνοκράτωρ, ζωής χορηγός, αληθής Θεός και Σωτήρας όλων των ανθρώπων.  Αυτός εισέρχεται ταπεινά στην κάτω Ιερουσαλήμ και ανοίγει με την παντοδυναμία Του τις πύλες της άνω Σιών.
Με την Χάρη του Θεού από σήμερα εισερχόμεθα στην περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας.  Ας εισέλθουμε μαζί με τον Χριστό στην πνευματική Ιερουσαλήμ με πίστη ορθή, με μετάνοια και συντριβή καρδίας.  Ας αποτινάξουμε από πάνω μας κάθε είδος μίσος και κακίας και ας δεχθούμε μέσα στην καρδιά μας την αγάπη και την φιλανθρωπία.  Η Κυριακή των Βαϊων πρέπει να είναι και η δική μας είσοδος μέσα στην Αγία Πόλη των αρετών.  Ας ανοίξουμε, λοιπόν, τις πόρτες της δικής μας Σιών στον Κύριο και Θεό μας, διότι, σ’ Αυτόν ανοίκει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση.  Αμήν.

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής. Κυριακή των Βαΐων

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής
Κυριακή των Βαΐων
(Ἰω. ιβ΄ 1-18)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκεῖναις, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ.
Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου.

Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;
Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν.


Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.

Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν.
Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.

Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου.
Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:

Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες, ἦλθε ὁ Ίησοῦς ἕξη ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει καὶ τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Ἐκεῖ τοῦ ἔκαναν δεῖπνον καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρετοῦσε, ὁ δὲ Λάζαρος ἦτο μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἦσαν μαζί του στὸ τραπέζι.
Ἡ Μαρία τότε ἐπῆρε μίαν λίτραν γνησίου πολυτίμου μύρου νάρδου, ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ εσφόγγισε μὲ τὰ μαλλιά της, καὶ τὸ σπίτι ἐγέμισε ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ τοῦ μύρου.

Λέγει τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰούδας, ὁ υἱὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε, «Γιατὶ δὲν ἐπουλήθηκε αὐτὸ τὸ μύρον γιὰ τριακόσια δηνάρια καὶ δὲν ἐδόθηκε εἰς τοὺς πτωχούς;». Αὐτὸ τὸ εἶπε ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦτο κλέπτης καὶ εἶχε τὸ ταμεῖον καὶ ἀφαιροῦσε ἐκεῖνα ποὺ ἔβαζαν μέσα.

Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς, «Ἄφησέ την· διὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τὸ ἐφύλαξε· διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, ἐνῷ ἐμὲ δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔμαθαν ὅτι εἶναι ἐκεῖ, καὶ ἦλθαν ὄχι μόνον διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν Λάζαρον, τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν.

Οἱ ἀρχιερεῖς τότε ἀπεφάσισαν νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Λάζαρον, διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔφευγαν καὶ ἐπίστευαν στὸν Ἰησοῦν.
Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πολὺς κόσμος ποὺ εἶχε ἔλθει εἰς τὴν ἑορτήν, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπῆραν κλάδους ἀπὸ φοίνικας καὶ ἐβγῆκαν πρὸς προϋπάντησίν του καὶ ἔκραζαν, «Ὡσαννά, εὐλογημένος νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εὑρῆκε ἕνα μικρὸν ὄνον, καὶ ἐκάθησε ἐπάνω του, καθὼς εἶναι γραμμένον, «Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα Σιών, νά, ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθισμένος εἰς ἕνα πουλάρι ὄνου». 
Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ κατάλαβαν τότε οἱ μαθηταί του, ἀλλ’ ὅταν ἐδοξάσθηκε ὁ Ἰησοῦς, τότε θυμήθηκαν ὅτι αὐτὰ ἦσαν γραμμένα γι’ αὐτόν καὶ ὅτι τοῦ τὰ ἔκαναν. Ὁ δὲ κόσμος ποὺ ἦταν μαζί του ἔδινε μαρτυρίαν ὅτι ἐφώναξε τὸν Λάζαρον ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν ὑποδέχθηκε ὁ κόσμος διότι ἄκουσαν ὅτι ἔκανε αὐτὸ τὸ θαῦμα.

 «Ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ»

.  Μόλις ἕξι ἠµέρες ἀπέµεναν γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Καὶ κόσµος πολὺς εἶχε  συγκεντρωθεῖ στὴν Ἰερουσαληµ. Σὰν ἀστραπὴ  εἶχε διαδοθεῖ ἡ εἴδηση γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Γι᾽ αὐτὸ πολλοὶ ποὺ ἔµαθαν ὅτι ὁ Κύριος ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθει στὰ Ἱεροσόλυµα, αὐθόρµητα ἔσπευσαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν ὡς τὸν ἀναµενόµενο Μεσσία καὶ νὰ Τοῦ ἀποδώσουν τιµὲς βασιλιᾶ. Καὶ τί ἔκαναν; «Ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον ὡσαννά, εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος ἐν ὀνόµατι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».
Μὲ ἀφορµὴ λοιπὸν τὴν ὑποδοχὴ ποὺ ἐπεφύλαξε τότε ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς στὸν Κύριο, ἂς δοῦµε πῶς καλούµαστε κι ἐµεῖς νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦµε.

 1. «Ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων »
.   Ἡ πρώτη αὐθορµητη κίνηση ποὺ ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἦταν νὰ κόψουν κλαδιὰ ἀπὸ τοὺς φοίνικες ποὺ βρίσκονταν κατὰ µῆκος τοῦ δρόµου, γιὰ νὰ τὰ κρατήσουν κατὰ τὴν ὥρα τῆς ὑποδοχῆς. Αὐτὰ «τὰ βαΐα τῶν φοινίκων» ἦταν σύµβολα νίκης καὶ θριάµβου.

Φανερὴ ἀπόδειξη ὅτι ὑποδέχονταν ὄχι ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο ἢ ἕνα προφήτη, ἀλλὰ τὸν Μεσσία Χριστό. Αὐτὸν ποὺ ἀνασταίνοντας τὸν τετραήµερο Λάζαρο προµήνυσε τὴν ὁριστικὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τὴν κατάλυση τοῦ κράτους τῆς ἁµαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου. Ἂς κρατήσουµε λοιπὸν κι ἐµεῖς αὐτὴ τὴν ἠµέρα τὰ βάγια ποὺ µᾶς προσφέρει ἡ ἁγία µας Ἐκκλησία. Νὰ τὰ κρατήσουµε ὡς σύµβολα. Σύµβολα ἀρετῶν καὶ σύµβολα τῆς νίκης κατὰ τῆς ἀµαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.
Νὰ τὰ κρατήσουµε ὡς τὴν ἀδιάψευστη ἐγγύηση ὅτι µὲ τὴν χάρη καὶ τὴν δύναµη τοῦ Χριστοῦ µποροῦµε κι ἐµεῖς νὰ ἀναδειχθοῦµε «νικητὲς τῶν παραλόγων παθῶν». Καὶ ὅπως µᾶς προτρέπουν καὶ οἱ ὔµνοι τῆς ἑορτῆς: «Βαΐα ἀρετῶν, ἀδελφοί, προσάξωµεν Χριστῷ τῷ Θεῶ», δηλαδὴ ἂς προσφέρουµε στὸν Χριστὸ καὶ Θεό µας σὰν ἄλλα βαΐα, πράξεις ἐνάρετες καὶ ἅγιες.

.  Ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀγωνιστήκαµε γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τῶν παθῶν µας καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν ἁγίων ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ. Μὲ αὐτὰ τὰ «βαΐα τῶν ἀρετῶν» ἂς ὑποδεχθοῦµε τὸν Κύριο. Κι ἂν µἔχρι τώρα δὲν ἀγωνιστήκαµε ὅσο ἔπρεπε, τουλάχιστον αὐτὲς τὶς ἡµέρες ἂς τὶς ζήσουµε µὲ περισσότερη ταπείνωση καὶ ἀγάπη, µὲ µακροθυµία καὶ συγχωρητικότητα, µὲ νηστεία καὶ ἐγκράτεια. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ καλύτερη προσφορά µας στὴν ὑποδοχὴ τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ.

 2. «Ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ»
 .   Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ προϋπαντήσουν τὸν Κύριο. Ἄφησαν τὶς καθηµερινὲς ἀσχολίες τους καὶ ἔτρεξαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν µὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασµό.

.   Κι ἐµεῖς τὶς ἠµέρες αὐτὲς θὰ δοῦµε τὸν Κύριο «ἐρχόµενον πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος». Ἂς µἡ µείνουµε ἀδιάφοροι ἢ ἀπορροφηµένοι στὶς ἀσταµάτητες ἐργασίες µας. Κάθε ἠµέρα τὴν Μεγάλη Ἑβδοµάδα ἡ καµπάνα τῆς ἐκκλησίας κτυπᾶ καὶ ὁ Κύριος περιµένει ... «Δεῦτε οὖν καὶ ἠµεῖς κεκαθαρµέναις διανοίαις συµπορευθῶµεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶµεν».
Ἂς βγοῦµε κι ἐµεῖς ὄχι µόνο γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦµε τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συµπορευθοῦµε καὶ νὰ συσταυρωθοῦµε µαζί του. Νὰ Τὸν ἀκολουθησουµε δηλαδὴ ὄχι τυπικὰ ἢ µὲ ἕναν πρόσκαιρο καὶ ἐπιφανειακὸ συναισθηµατισµὸ ἀλλὰ µὲ οὐσιαστικὴ συµµετοχὴ στὸ Πάθος του. Μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ µὲ ἀπόφαση ὁριστικὴ νὰ νεκρώσουµε τὴν ἀµαρτία µέσα µας καὶ νὰ ἀκολουθήσουµε τὸ θέληµά του.

 .   Εἴδαµε τοὺς Ἰουδαίους νὰ ὑποδέχονται τὸν Χριστό. Τοὺς ἀκούσαµε νὰ Τὸν ἐπευφηµοῦν µὲ ζητωκραυγὲς καὶ «ὠσαννά». Πόσο γρήγορα ὅµως ἄλλαξαν στάση ἀπέναντί του! «Μετὰ κλάδων ὑµνήσαντες πρότερον, µετὰ ξύλων συνέλαβον ὕστερον», ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ἕνα τροπάριο. Ἂς προσέξουµε πολὺ νὰ µἡ φανοῦµε ἀγνώµονες ὅπως ἐκεῖνοι. Ἂς ἐτοιµάσουµε τὴν ψυχὴ µας, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦµε ἀξίως τὸν Κύριο καὶ νὰ Τὸν δοξάσουµε ὡς τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου, τὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτή µας.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2021, 15.04.2011
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ
8-4-2012
«Ο Κύριος εγγύς».
Είναι γνωστή χριστιανοί μου η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα, λίγες μέρες πριν από το Πάθος Του. Την αναλύσαμε πολλές χρονιές και υπάρχουν τα σχετικά κηρύγματα στη διάθεσή σας.
«Ωσαννά Ευλογημένος ο Ερχόμενος». Αυτό ζητωκραυγάζει ο λαός. Και σε πέντε μέρες ο ίδιος λαός, ο αχάριστος αυτός λαός των Εβραίων, φωνάζει και απαιτεί «Σταύρωσον, Σταύρωσον αυτόν».
Αλλά και μείς όμως, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο επαναλαμβάνομε το ίδιο πράγμα. Σήμερα στην Εκκλησία και αύριο αντιπάθειες και μίση. Μπροστά στον κίνδυνο, στην αρρώστια, στον πειρασμό, στο ατύχημα, σε οποιοδήποτε κατατρεγμό της ζωής μας φωνάζουμε «Παναγία μου», «Χριστέ μου», «Θεέ μου» και άλλα, και σε δυό μέρες, σε τρείς ή και την ίδια μέρα βλαστημάμε τα θεία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γρουσουζιά για ένα σπίτι, για μια οικογένεια, για μια εργασία, από το να βλαστημούν οι οικείοι του σπιτιού τα θεία. Και θα είναι και εις βάρος τους και εις βάρος των παιδιών τους. Και εις βάρος σε κάθε τι που θα πιάνουν και θα κάνουν στα χέρια τους. Τέτοιοι είμεθα.
«Ωσαννά Ωσαννά», αλλά χωρίς μετάνοια αληθινή και πνεύμα ταπεινό. Τι θα πει «Ωσαννά»; Θα πει «Δόξα σοι». «Δόξα στο όνομά Σου Θεέ μου», αυτό θα πεί. Σημαίνει όμως και «σώσε μας». «Λύτρωσέ μας». «Ευλόγησέ μας», «έλα να γεμίσεις τις καρδιές μας από ουράνια χαρά, από πνευματική χαρά».

«Ο Κύριος εγγύς».
Εμείς όμως σήμερα αδελφοί μου, θα πάμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, του Αποστόλου Παύλου που είναι από την Προς την Φιλιππησίους Επιστολή του, Κεφάλαιο 4ο , στίχοι 4-9.
Ενώ στην αρχή βλέπουμε ότι ο Απόστολος Παύλος προτρέπει όλους τους χριστιανούς σε μια κίνηση χαράς, την οποίαν οφείλει να γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη μέσα από την επιείκεια και την μακροθυμία ημών των χριστιανών, ευθύς αμέσως στον επόμενο στίχο, στον 5, είναι προειδοποιητικός λέγοντας, «ο Κύριος εγγύς».
Ας δούμε όμως πρώτον τον στίχο 4.
«Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε», μας προτρέπει ο Απόστολος, και συνεχίζοντας μας το ξανασυνιστά λέγοντας «πάλιν ερώ χαίρετε». Σας το λέγω και σας το επαναλαμβάνω. «Να χαίρεστε». «Να είστε πλημμυρισμένοι από τη χαρά του Χριστού». «Να χαίρεστε πάντοτε». Αυτό το «πάντοτε» έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δεν εξαιρεί χρόνους και καιρούς, περιστάσεις της ζωής και καταστάσεις. Δηλαδή η χαρά πρέπει να βρίσκεται και στην θλίψη και στον πόνο. Στα βάσανα και στις αρρώστιες της ζωής. Στις στεναχώριες και στην εγκατάλειψη. Στην φτώχεια και στις στερήσεις. «Πάντοτε», να χαίρεστε «πάντοτε». Κα να χαίρεστε πολύ περισσότερον όταν αναλογίζεστε τις άπειρες ευεργεσίες του Θεού, σε σας προσωπικώς, και στις οικογένειές σας.
Αυτά μας λέγει ο Απόστολος Παύλος. Γι’ αυτό και θα πρέπει να χαιρόμεθα και μείς όλοι, για την άπειρη αγάπη και μακροθυμία του Θεού, προς όλους ημάς, κακά τα ψέματα, να μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο, κρύβεσαι;, κρύβομαι; - είμαστε όλοι μας γεμάτοι από κακίες, πονηριές, εγωισμοί και άλλα πάθη, και πρώτος εγώ, δεν τον εξαιρώ τον εαυτό μου, πρώτος, να χαιρόμεθα που καταδέχτηκε ο Θεός να μας ξανακάμει παιδιά Του και να μας χαρίσει την υιοθεσία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να χαιρόμεθα όταν μέσα από την αληθινή μετάνοια απολαμβάνουμε την χάρη της αφέσεως των αμαρτιών στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.
Και η χαρά μας να είναι ανέκφραστη, ασυγκρίτως πολύ περισσότερη όταν κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων. Έχετε τα σκιρτήματα της χαράς, του Αγίου Πνεύματος; Τώρα που κοινωνήσαμε ων Αχράντων Μυστηριών; Φτερουγίζει μέσα μας η χαρά του Παναγίου Πνεύματος; Έχουμε κατάνυξη;
Και είθε να μας πλημμυρίζει αυτή η χαρά, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ιδιαιτέρως στην καταπολέμηση των παθών μας όταν αυτά τα νικούμε και τα καταβάλουμε. Στην τήρηση την πιστή των Ευαγγελικών εντολών. Στην κρυφή ελεημοσύνη. Στην πραότητα και στην ειρήνη. Στην προσευχή και στην μελέτη και στις τόσες τόσες άλλες αρετές.
Το πιο σπουδαίο όμως απ’ όλα είναι ότι πρέπει να χαιρόμεθα όταν πάσχουμε για την αγάπη του Χριστού. Τώρα ποιος πάσχει; Δεν ξέρω ποιος πάσχει!
Για να γίνει όμως αυτό αδελφοί μου, η χαρά του Χριστού μας πρέπει να γίνει μια ζωντανή πραγματικότητα, μέσα στις καρδιές μας. Πρέπει από μέσα μας να αποβάλουμε το μίσος και την κακία. Την εχθρότητα και την αντιπάθεια. Την λέξη αντιπάθεια την επαναλαμβάνω δυό φορές. Γιατί αντιπαθούμε πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Το βλέπω αυτό να διακατέχει και την δική μου καρδιά. Όπως επίσης ότι είμεθα γεμάτοι πλημμυρισμένοι από φθόνο. Και από αντιζηλεία, και από υποψία, και από μνησικακία και από εκδίκηση. Και από κάθε αποστροφή προς τον πλησίον για τον άλφα - βήτα λόγον όταν αυτός μας πειράζει.
Σας τα λέω αυτά απ’ την πείρα μου. Απ’ την πείρα την δική μου. Γι’ αυτό και ο πάσχων Απόστολος Παύλος συνιστά ευθύς αμέσως σε όλους μας στον επόμενο στίχο πέντε τα εξής. Για το πώς θα νικήσουμε όλα αυτά τα πράγματα. «Το επιεικές ημών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις διότι εγγύς ο Κύριος». Δηλαδή την επιείκειά σας, την ανεξικακία σας, την πραότητά σας είθε να την γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι διότι «ο Κύριος εγγύς». Η επιείκειά σας νάναι τόσο πολύ μεγάλη, και να περισσεύει τόσο πολύ, ώστε να γίνει γνωστή, να διαδοθεί δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους που κατοικούν πάνω στη γή, πιστούς και απίστους. Η χριστιανική σας καλοσύνη και όχι ο ουμανισμός, - εγώ λέει είμαι ανθρωπιστής, λέει ο άλλος, δεν σε θέλουμε ανθρωπιστή, σε θέλουμε με χριστιανική καλοσύνη, με χριστιανική αγάπη, έτσι σε θέλουμε – και αυτό να εξασκείται με τόση τελειότητα, και να πάρει τέτοια έκταση, ώστε να καταστεί το φωτεινό παράδειγμα προς όλους.
Είστε «φως Χριστού». Και το «φως Χριστού», όπως ακούσαμε σε όλες τις βραδινές προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες, «Φως Χριστού φαίνει πάσι». Δηλαδή, φωτίζει όλους. «Υμείς εστέ το φως του κόσμου», διακήρυξε ο Χριστός. Τι θα πεί αυτό, θα πεί ότι «από μένα» λέγει ο Κύριος, «που είμαι το αληθινόν φως, γίνεστε και σείς φως σε ολόκληρον τον κόσμον». Άρα από σας πρέπει να φωτίζονται και να διδάσκονται οι συνάνθρωποί σας.
Λέμε συχνά «Να φωτισθεί το παιδί μου». Εσύ, και σύ, τι κάνεις για να φωτισθεί το παιδί σου, τι κάνω εγώ; Πόσο ματώνουν τα γόνατά μας; Για να φωτισθεί το παιδί μας; Να φωτισθεί το γειτονόπουλο. Να φωτισθούν τα παιδιά του κόσμου; Πόσο αγρυπνούμε; Πόσο νηστεύουμε; Πόσο υπομένουμε;
Και ο λόγος που πρέπει ολόκληρη η ανθρωπότητα να γνωρίσει την χριστιανική μας επιείκεια και καλοσύνη, την χριστιανική μας πραότητα και ανεξικακία, είναι το «ο Κύριος εγγύς».
Αυτή η ρήσις «ο Κύριος εγγύς», έχει πάρα πολλές ερμηνείες. Θα πούμε την πρώτη, η οποία αναφέρεται στον λειτουργικό χρόνο. Αυτό θα πει ότι όλα γίνονται τώρα, αυτή τη στιγμή, σήμερα. Οι θεολόγοι μπορεί να μας το εξηγήσουν με περισσότερα λόγια.
Σήμερον εισέρχεται ο Κύριος εις τα Ιεροσόλυμα επί πώλου όνου καθήμενος. Για τη σημερινή ημέρα.
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου για τη Μεγάλη Παρασκευή.
Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει, για τα Χριστούγεννα.
Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον, για τον Ευαγγελισμό.
Επεφάνη σήμερον τη οικουμένη, για τα Θεοφάνεια.
Σήμερον σωτηρία τω κόσμω εγένετο, ότι ανέστη Χριστός ως Παντοδύναμος.
Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται, για τις ημέρες του Πάσχα και της Αναστάσεως,
αυτά και άλλα πολλά για να μη μακρυγορούμε για όλες τις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές.
Άρα σήμερα πρέπει να γνωρίζουν και να γνωρίσουν οι συνάνθρωποί μας τη μακροθυμία μας, και την επιείκειά μας, και πρώτος εγώ θα προσπαθήσω, απ’ αυτή τη στιγμή, αυτό το πράγμα να σας το γνωρίζω.
Η Δευτέρα ερμηνεία είναι το «ο Κύριος εγγύς», μας λέγει ότι ο Χριστός είναι κοντά μας, είναι μέσα μας, και πάντοτε πρόθυμος στο να μας δυναμώνει και να βοηθεί στην κατόρθωση, μιας οποιασδήπορε αρετής, διότι «άνευ εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν», βεβαιώνει ο ίδιος, και στην πιστή τήρηση μιας οποιασδήποτε Ευαγγελικής εντολής.
Η τρίτη ερμηνεία αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, και η
τετάρτη στο θάνατο μας.
Έτσι «ο Κύριος εγγύς», δείχνει ότι πλησιάζει η ώρα ή που θα πάμε εμείς να συναντήσουμε τον Δίκαιο και Κριτή Κύριόν μας, με τον θάνατόν μας; Ή που ο Κύριος θα έρθει σε μας με τη Δευτέρα του Παρουσία, πράγμα που το βλέπω λίγο πολύ μακρύ. Αλήθεια όμως, αφού όλα γίνονται σήμερα, και αφού υπάρχει η πιθανότης και σήμερα να πεθάνουμε, - αν πεθάνω εγώ σήμερα, τι λόγο θα δώσω στον Θεόν; Το είπα και την περασμένη Κυριακή. Κι αν πεθάνεις και συ, και συ; Τι θα πείς στο Θεό; Τι θα Του πείς στο Θεό για το πρωί, για χθές, για προχθές, για αντιπροχθές, και ούτω κάθε εξής, τι θα του πείς; Τι θα Του πώ; Ποια θα είναι η απολογία μου; Άραγε Άγγελοι και Αρχάγγελοι θα έρθουν να παραλάβουν την ψυχή μας, ή μήπως οι δαίμονες; Δυστυχώς δεν έχουμε αληθινή μετάνοια, για να έρθουν να μας παραλάβουν οι χοροί των Αποστόλων, οι χοροί των οσίων και των ιεραρχών, οι χοροί των αγίων μεγάλων μαρτύρων, και πολύ περισσότερο η Υπεραγία Θεοτόκος; Άπαγε της βλασφημίας. Αλλά «ζεί Κύριος ο Θεός». «Οικτίρμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλαιος, ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί», μας έψαλε στα τυπικά η Εκκλησία.
«Ο Κύριος» λοιπόν, «εγγύς».
Το βεβαιώνει και ο ίδιος σε κάποιο άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, στην Ιερά Αποκάλυψη, όταν ο Χριστός μας βεβαιώνει και μας λέγει «ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω». Ίσταμαι, λέει, στέκομαι δηλαδή, στέκομαι τώρα. Στέκομαι σήμερα μπροστά στην πόρτα της καρδιάς σου, και την κρούω, την κτυπάω, την κτυπώ όμως διακριτικά. Εάν μου ανοίξεις θα εισέλθω, και τότε θα δειπνήσω μαζί σου και θα σου στήσω μεγάλο πανηγύρι, πανηγύρι χαράς και ευφροσύνης. Άραγε θα μου ανοίξεις; Ερωτά ο Κύριος. Θα μου ανοίξεις;
Γι’ αυτό καλόν θα είναι από σήμερα το βράδυ που αρχίζει η Μεγάλη Εβδομάδα, και η Εβδομάδα των Παθών, των φρικτών Παθών του Κυρίου μας, να ρωτήσουμε τον εαυτό μας. Να ρωτήσουμε την καρδούλα μας την πληγωμένη. Να ρωτήσουμε την ψυχή μας την κατακομματιασμένη από την αμαρτία.
Ανοίγεις ψυχή μου για τον Χριστό που σου κτυπάει την πόρτα;
Ανοίγεις για ο λόγο Του;
Ανοίγεις για το Ευαγγέλιό Του;
Ανοίγεις για να κάνεις υπακοή;
Ανοίγεις για να ταπεινωθείς;
Ανοίγεις για να πεις «τέρμα η αμαρτία, από σήμερα Χριστέ μαζί Σου. Το κάμεις αυτό;

«Ο Κύριος εγγύς».
Τι θα διαλέξουμε, το θάνατο ή την αιώνια ζωή; Τη φρίκη της Κολάσεως ή την χαρά της Βασιλείας των Ουρανών; Εμείς διαλέγουμε. Εμείς. Εμείς αποφασίζουμε. Εμείς. Εμείς θα κριθούμε για τις καλές ή τις κακές επιλογές μας.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι, την δική μου την καρδιά, δεν την κτυπάει ο Θεός; Ασφαλώς και την κρούει. Με διάκριση όπως είπα. Με ευγένεια. Με καλοσύνη.
Γιατί όμως δεν την ακούω; Γιατί δεν ακούω αυτό το κτύπημα στην καρδιά μου που μου κάνει ο Θεός; Γιατί είμαι κουφός! Με έχουν κάνει κουφό τα πάθη μου και προπαντός ο εγωισμός μου. Ναι, ο εγωισμός μου. Εσείς δεν ξέρω αν έχετε. Ας μην κρυβόμαστε όμως πίσω απ’ το δάχτυλο, κανένας δεν κρύβεται. Είμαστε κουφοί από τα πάθη μας. Και κάτι άλλο, ο Χριστός είναι μέσα μου, «ο Κύριος εγγύς» λέει. «Ίσταμαι». Στέκομαι. Είμαι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν. Άρα είναι μέσα μου. Μέσα μου είναι ο Θεός. Μέσα μου είναι ο Χριστός. Μέσα μου είναι η Θεία Του Χάρη.
Γιατί όμως δεν Τον βλέπω; Γιατί δεν Τον βλέπω μέσα μου; Γιατί με έχουν τυφλώσει τα πάθη μου, οι αδυναμίες μου, οι κακίες μου και γενικά οι αμαρτίες μου. Όμως ο Θεός αμαρτωλούς ήλθε να σώσει, «ών πρώτος ειμί εγώ». Ο πρώτος των αμαρτωλών είμαι εγώ. Και δεν κάνομε τώρα εδώ ταπεινολογίες και ταπεινοσχημίες. Να πούμε κάτι απλό. Αυτό το είπε ο Απόστολος Παύλος για τον εαυτόν του. Αν ο Απόστολος Παύλος είπε ότι είναι ο πρώτος των αμαρτωλών, εγώ τι θα πω ότι είμαι; Δεν πρέπει να πω ότι είμαι πιο κάτω απ’ τον Παύλο; Εσύ δεν πρέπει να πεις ότι είσαι πιο κάτω απ’ τον Παύλο; Πρέπει να το πείς! Και κάτι άλλο. Που λέει το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον. Εάν όλα όσα λέει το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον, τα φτιάξουμε, - τα φτιάχνουμε; εγώ δεν τα φτιάχνω! εσύ τα φτιάχνεις; εσύ, εσύ, εσύ, τα κάνετε; τα εφαρμόζουμε δηλαδή όλα όσα έχει μέσα το Ευαγγέλιο; ποιός τα εφαρμόζει; ποιός μπορεί να διακηρύξει ότι τα εφαρμόζει; - τι λέει ο Κύριος; και αν όλα τα εφαρμόσετε, αν, τότε θα λέτε ότι είστε «αχρείοι δούλοι». Προσέξτε τι φράση χρησιμοποιεί ο Κύριος. «Αχρείος». Επομένως λοιπόν εγώ είμαι αχρείος. Άρα και ο καθένας από μας που δεν εφαρμόζει τον Ευαγγελικόν λόγον όπως πρέπει, πρέπει να είναι τρείς φορές, χίλιες φορές αχρείος. Αφού όταν τα εφαρμόσουμε όλα πρέπει να λέμε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι.

«Ο Κύριος εγγύς».
Γι’ αυτό και «το επιεικές ημών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις». Και θα το πετύχουμε με την χάριν του Θεού, - «άνευ εμού δύνασθε ποιείν ουδέν», είπαμε – και με αυτά που συνιστά ο Παύλος στους παρακάτω στίχους, τους οποίους βέβαια δυστυχώς δεν έχουμε το χρόνο να αναλύσουμε διότι ήδη πέρασε η ώρα και σας εκούρασα. «Μηδέν μεριμνάτε» λέγει. Μη πνίγεσθε στις μέριμνες αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά όλα τα προβλήματά σας, να τα αναφέρετε με την προσευχή σας την δακρύβρεκτο και την εν μετανοία στο Θεό. Και το πιο σπουδαίο απ’ όλα, τ’ ακούσατε πιστεύω, και πρέπει να σας έκανε εντύπωση, τι είπε ο Παύλος, «όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, ή τις αρετή και ή τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε. Ταύτα πράττετε.» Αυτά να σκέπτεσθε. Και αυτά να πράττετε. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή και τώρα.

Αδελφοί μου, λόγια και πράξεις, πρέπει να γίνουν ένα πράγμα στη ζωή μας. Διότι ο Κύριος εγγύς.
Αμήν

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Κυριακή Ε’ Νηστειών – Πορεία προς το πάθος


Πορεία προς το πάθος

Η αληθινή δόξα

Ο Κύριος πορεύεται προς τα Ιεροσόλυμα και έχει τα πρόσωπό του στραμμένο στην ιερή πόλη. Οι μαθητές εκστατικοί απορούν βλέποντας τον Κύριο τόσο άφοβα να προχωρεί σταθερά προς τον τόπο του μαρτυρίου, προς την πόλη όπου πρόκειται να πάθει τόσο πολλά. Τον βλέπουν να μην αποφεύγει το σταυρικό θάνατο, αλλά να σπεύδει προς αυτόν για τη σωτηρία του κόσμου. Και φοβούνται καθώς Τον ακούν κάποια στιγμή να τους λέει όσα πρόκειται να συμβούν στα Ιεροσόλυμα· ότι εκεί θα παραδοθεί στους αρχιερείς και θα Τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα Τον παραδώσουν στους Ρωμαίους κι αυτοί θα Τον εμπαίξουν και θα Τον μαστιγώσουν και θα Τον φονεύσουν. Αλλά Αυτός την Τρίτη μέρα θα αναστηθεί.
Οι μαθητές όμως φαίνεται πως δεν κατανοούν τα λόγια του Κυρίου. Ενώ ο Κύριος τους μιλάει για πάθος, αυτοί ζουν σ’ άλλο κόσμο, επιζητούν τη δόξα! Δυο μάλιστα από αυτούς, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, πλησιάζουν τον Κύριο και Του ζητούν τιμές και αξιώματα, Του ζητούν να καθίσουν δεξιά και αριστερά στο βασιλικό θρόνο του!
Μόλις αντιλαμβάνονται το αίτημα των δύο οι άλλοι δέκα, αγανακτούν. Γιατί άραγε; Αισθάνονται μήπως πόσο ολέθριο πάθος είναι η φιλοδοξία των δύο μαθητών; Όχι ασφαλώς. Οι δέκα αγανακτούν διότι είναι και οι ίδιοι φιλόδοξοι, θέλουν κι αυτοί τιμές και αξιώματα και αισθάνονται ότι παραγκωνίζονται. Βέβαια είναι κατανοητή αυτή τους η εκτροπή. Διότι δεν έχουν λάβει ακόμη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό διακατέχονται όχι μόνο από τη μάταιη φιλοδοξία και προσδοκία υλικών αμοιβών, αλλά και από αντιζηλίες και πνεύμα ανταγωνισμού. Πόσο λίγο κατάλαβαν οι μαθητές τι είναι το ταπεινό φρόνημα που τους δίδασκε επί τρία χρόνια ο Κύριος με το λόγο του και με τη ζωή του! Δεν ήθελαν ούτε να σκεφθούν ένα ταπεινωτικό μαρτύριο! Ο νους τους πήγαινε στη συνέχεια των γεγονότων, στη δόξα! Ο Κύριος όμως με μεγάλη υπομονή αντιμετωπίζει τη φιλοδοξία των μαθητών και στοργικά στιγματίζει τα εγκόσμια φιλόδοξα ελατήριά τους.
Δεν αρνείται βέβαια ο Κύριος τη δόξα, αλλά δίνει την πραγματική της διάσταση: Όσοι θέλουν να δοξασθούν, τους λέει, πρέπει πρώτα να ταπεινωθούν, να αγιασθούν και να θυσιασθούν. Και διδάσκει έτσι όλους μας ότι ο δρόμος προς την αληθινή δόξα ξεκινάει από τα ανηφορικά μονοπάτια της ταπεινώσεως, της αγιότητος και της θυσίας. Αυτή είναι η πραγματική δόξα, η δόξα του Κυρίου και των Αγίων της Εκκλησίας μας, δόξα αιώνια και αληθινή. Διότι δεν είναι μία ανθρώπινη επιβράβευση, είναι δώρο του Θεού· γι’ αυτό και έχει αιώνια αξία.
Όλοι λοιπόν οι πιστοί ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου και των Αγίων μας, πρέπει να πορευόμαστε στο δρόμο της ζωής μας σταθερά προσηλωμένοι στην αληθινή δόξα. Να μην κολλάει η ψυχή μας στα μάταια και τα φθηνά, να μην επιζητούμε επίγειες τιμές και αξιώματα, αλλά να προσβλέπουμε στην πραγματική δόξα, που είναι η αιώνια δόξα, την οποία θα απολαύσουν οι άνθρωποι του χρέους, της ταπεινώσεως και της θυσίας.

Βασιλεία διακονίας

Η εσφαλμένη αυτή επιδίωξη της εγκόσμιας δόξας από τους μαθητές έδωσε την αφορμή στον Κύριο να τους εξηγήσει ότι στη δική του βασιλεία, που είναι βασιλεία πνευματική, δεν έχουν θέση νοοτροπίες εξουσίας και κυριαρχίας. Μεταξύ σας, είπε, δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεσθε όπως κάνουν οι κοσμικοί άνθρωποι. Αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, να είναι υπηρέτης σας. Και όποιος θέλει να γίνει πρώτος, να γίνει δούλος όλων ταπεινός.
Αυτό ακριβώς άλλωστε έκανε και ο Ίδιος. Έγινε άνθρωπος όχι για να Τον υπηρετούν οι άνθρωποι, αλλά για να μας υπηρετήσει. Έλαβε μορφή δούλου για να μας διακονήσει. Έγινε δούλος των δούλων του. Έγινε άνθρωπος, για να μας προσφέρει την ύψιστη διακονία, να δώσει τη ζωή του για να σωθούμε όλοι εμείς οι σκλάβοι της αμαρτίας.
Η βασιλεία του Θεού λοιπόν είναι βασιλεία διακονίας και όχι εξουσίας και κυριαρχίας. Αυτό πρέπει να το προσέξουμε όλοι μας, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Δεν έχουμε δικαίωμα λόγω της θέσεώς μας να επιζητούμε προβολή και κυριαρχία πάνω σε άλλους πιστούς, αλλά έχουμε καθήκον να υπηρετούμε τους άλλους. Να γινόμαστε δούλοι των δούλων, να είμαστε πρόθυμοι και για τις πιο ταπεινές διακονίες αγάπης προς τους αδελφούς μας. Έτσι θα οικοδομούμε ο ένας τον άλλον. Μεγάλοι στην Εκκλησία δεν είναι όσοι έχουν κάποια περίοπτη θέση, αλλά οι ταπεινοί, αυτοί που δέχονται με χαρά να επιτελούν ταπεινές διακονίες, και να είναι παραγκωνισμένοι για το καλό των άλλων. Αυτούς τιμά ο Θεός και αυτούς θα δοξάσει. Κάποτε και σ’ αυτή τη ζωή, πάντοτε όμως στην ένδοξη αιωνιότητα.

Κυριακή Ε Νηστειών Ο Μέγας Αρχιερέας

Ο Μέγας Αρχιερέας

Το σώμα του Κυρίου

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο θείος Παύλος κάνει μία σύγκριση των αρχιερέων της Παλαιάς Διαθήκης με τον μόνο αληθινό Αρχιερέα, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Για να κατανοήσουμε όμως αυτήν τη σύγκριση θα πρέπει πρώτα να αναφέρουμε επιγραμματικά το έργο των παλαιών Αρχιερέων. Κάθε Αρχιερέας στην Παλαιά Διαθήκη είχε μόνο αυτός το δικαίωμα να εισέρχεται μία φορά το χρόνο στο ιερότερο μέρος του Ναού, στα Άγια των Αγίων, και να προσφέρει εκεί τη θυσία του Εξιλασμού. Την ημέρα αυτή έμπαινε στα Άγια των Αγίων τρεις φορές, την πρώτη φορά κρατώντας χρυσό θυμιατήριο. Έπειτα θυσίαζε στην αυλή του Ναού ένα μοσχάρι, κι έμπαινε στα Άγια των Αγίων για δεύτερη φορά κρατώντας μία λεκάνη με το αίμα του ζώου. Και ράντιζε επτά φορές για να εξιλεωθεί για τις δικές του αμαρτίες. Κατόπιν έβγαινε πάλι έξω και θυσίαζε ένα τράγο. Και προχωρούσε για τρίτη φορά στα Άγια των Αγίων, όπου ράντιζε με το αίμα του τράγου για την εξιλέωση των αμαρτιών όλου του λαού.
Στο ιερό κείμενο λοιπόν ο απόστολος Παύλος μας εξηγεί ένα μεγάλο μυστήριο. Μας λέει ότι ο Χριστός ως Αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών δεν μπήκε στον Ναό του Σολομώντος για να προσφέρει τη θυσία του. Αλλά μπήκε μέσα από έναν ανώτερο και τελειότερο ναό που δεν κατασκευάσθηκε από χέρια ανθρώπων, δεν ανήκε δηλαδή στην κτίση αυτή. Αυτός ο ναός ήταν το σώμα του. Το τίμιο σώμα του ήταν ο τελειότερος Ναός του Θεού Λόγου. Διότι ο Κύριός μας ως άνθρωπος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου και γι’ αυτό προερχόταν από νέα πνευματική κτίση. Το Ναό αυτό του σώματος του Χριστού τον κατασκεύασε το Άγιο Πνεύμα την ώρα του Ευαγγελισμού της Παναγίας.
Βέβαια τι να κατανοήσουμε εμείς από το φοβερό μυστήριο που παρουσιάζει το ιερό κείμενο; Αυτό μόνο που πρέπει να κρατήσουμε καλά στο νου μας είναι ότι το πανάγιο σώμα του Κυρίου μας ήταν και είναι αιωνίως ο τελειότερος ναός της θεότητας. Μέσα σ’ αυτό κατοικεί ο ίδιος ο Θεός. Ο Κύριός μας λοιπόν διά του σώματός του εισήλθε στα αληθινά Άγια των Αγίων, στον πνευματικό ουρανό, στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, και πρόσφερε εκεί την αρχιερατική του θυσία. Ήταν ο Ίδιος και ναός και Αρχιερέας μέγας, αληθινός και αιώνιος.

Το αίμα του Χριστού

Για την ατίμητη αυτή θυσία του ο Αρχιερέας μας Κύριος δεν χρησιμοποίησε το αίμα τράγων και μόσχων, όπως οι αρχιερείς των Ιουδαίων, αλλά με το δικό του αίμα μπήκε μία φορά για πάντα στα επουράνια Άγια. Και εξασφάλισε για μας απολύτρωση όχι προσωρινή αλλά αιώνια. Διότι το αίμα ταύρων και τράγων και το ράντισμα με «σποδό δαμάλεως», με στάχτη αγελάδας, εξάγνιζε στην Παλαιά Διαθήκη τους θρησκευτικά μολυσμένους και τους καθάριζε εξωτερικά, για να μπορούν να μετέχουν στη λατρεία χωρίς να υποστούν κάποια τιμωρία για τις αμαρτίες τους. Ποια σύγκριση τώρα μπορεί να γίνε με το ατίμητο αίμα του Κυρίου; Ο Μέγας και αιώνιος Αρχιερέας πρόσφερε στο Θεό Πατέρα του ολοκληρωτικά τον Εαυτό του καθαρό από κάθε αμαρτία. Γι’ αυτό και μπορεί να καθαρίσει τη συνείδησή μας από τα έργα της αμαρτίας, που φέρνουν στην ψυχή νέκρωση και να αξιώσει όλους μας να λατρεύσουμε τον αληθινό Θεό.
Ο Χριστός λοιπόν έγινε ο Ίδιος και θύτης και θύμα και θυσιαστήριο για να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον Θεό. Επικύρωσε ανεξίτηλα με αίμα Δεσποτικό τη νέα συνθήκη του, την Καινή Διαθήκη, αιώνια και ανεξάλειπτη. Και το άσπιλο αυτό αίμα του που έχυσε επάνω στο σταυρό δεν το πρόσφερε στο Ναό του Σολομώντος ή σε κάποιο άλλο επίγειο θυσιαστήριο, αλλά το πρόσφερε ως θυσία ευάρεστη στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, στα αληθινά Άγια. Εκεί το πρόσφερε ο αναμάρτητος για τις αμαρτίες του λαού του ως θυσία πνευματική ανεκτίμητης αξίας. Εκεί «πρόδρομος υπέρ υμών εισήλθε Ιησούς». Για να εισέλθουμε κι εμείς εκεί στον αιώνιο θρόνο του.
Αυτό βέβαια θα συντελεσθεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Όμως κι απ’ τη ζωή αυτή οι πιστοί έχουμε τη δυνατότητα να προγευόμαστε την είσοδό μας στα Άγια των Αγίων του ουρανού. Διότι κάθε φορά που μετέχουμε στο ιερό μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, μπορούμε και πρέπει να βιώνουμε πνευματικώς την είσοδό μας στην αιωνιότητα. Διότι ο ίδιος ο αιώνιος Αρχιερέας μας μας προσφέρει το πανάχραντο σώμα του και το τίμιο αίμα του. Αυτός επιτελεί την ίδια θυσία. Αυτήν που προσέφερε τότε στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, την ίδια παρέχει και σε μας. Και γινόμαστε κι εμείς θυσιαστήρια πνευματικά. Αυτό το τίμιο αίμα του και το άχραντο σώμα του μας καθιστά ναούς ιερούς και δοχεία της χάριτός του. Καθαρίζει το νου και την ψυχή μας, νεκρώνει μέσα μας τη φθορά και τα πάθη μας. Καλλωπίζει την ψυχή μας, πυρώνει την καρδιά μας. Γι’ αυτό κι εμείς με κατάλληλη προετοιμασία, «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης» και με συγκλονισμό ψυχής να προσεγγίζουμε για να κοινωνούμε «Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον».