ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Ο Ιησούς και ο Ζακχαίος "Κυριακή ΙΕ ΛΟΥΚΑ" ( Ευαγ. ΛΚ ΙΘ 1 έως 10 )



Ασφαλώς κάθε άνθρωπος, χωρίς να εξαιρέσουμε εμάς τους χριστιανούς, ψάχνει να βρεί το Χριστό. Δεν έπεται ότι με τη βάπτισή μας γνωρίσαμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και το θέλημά Του. Γιατί, γνωρίζουμε βεβαίως, ότι όταν βαπτιστήκαμε είμασταν βρέφη και δεν γνωρίζαμε τίποτα περί μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως, δεν γνωρίζαμε τίποτα για το Χριστό, ούτε και για τη πίστη που μας διδάσκει η αγία Του Εκκλησία. Γι’ αυτό τώρα που μεγαλώσαμε ψάχνουμε το Χριστό.Και ο Χριστός που είναι ο Καλός Ποιμήν και ψάχνει τα απολωλότα πρόβατα μας σώζει όταν τον βρούμε. Άλλος χριστιανός με τον α τρόπο και άλλος με το β βρίσκει το Χριστό στη ζωή του. Και προσπαθεί-ή μάλλον πρέπει να προσπαθεί- να ζήσει κατά Χριστόν, να εφαρμόσει το θέλημα του Χριστού αν θέλει να σωθεί τόσο αυτός, όσο και το σπίτι του. 
Και τα λέμε αυτά εξ αφορμής του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος. Σήμερα ο Χριστός μας δείχνει έναν άνθρωπο που έψαχνε εναγωνίως να βρεί το Χριστό. Κι αυτός δεν ήταν τυχαίος μέσα στη κοινωνία των Ιουδαίων. Ήταν ο αρχιτελώνης Ζακχαίος. Ο οποίος, ως αρχιτελώνης διέθετε μεγάλη κοινωνική επιφάνεια, αξιοζήλευτη στην εποχή του. Κι όμως, τίποτα δεν το συγκινούσε. Ούτε η θέση αυτή, ούτε ο πλούτος του που ήταν άφθονος, αφού είχε τεράστια περιουσία, τον γέμιζε. Ήξερε πως αν δεν γνωρίσει το Μεγάλο Διδάσκαλο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό δεν ήταν πλούσιος αλλά πιο πτωχός κι απ’ τον τελευταίο πτωχό.
Γι’ αυτό «εζήτει ιδείν τον Ιησούν». Έψαχνε να τον βρεί γιατί εκείνος που ποθεί κάτι το ψάχνει εναγωνίως. Ο Ζακχαίος εζήτει, έψαχνε τον Ιησού, και μόλις έμαθε ότι περνά ο Χριστός από τα μέρη του, και μη μπορώντας να τον βρεί από το πλήθος του λαού, καθότι κοντός στο ανάστημα, ανέβη επί συκομορέαν ίνα ίδη Αυτόν, ότι δι’ εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι», μας λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Ευαγγέλιο που ακούσαμε. Επρόκειτο ο Χριστός να περάσει κάτω από μια συκομουριά και η οποία μουριά υφίσταται, υπάρχει μέχρι τις μέρες μας για να δείχνει το μεγαλείο της Θείας Ενανθρωπήσεως, το μεγαλείο της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Υιό του Ανθρώπου, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Οι καρποί από αυτή τη συκομουριά είναι ξεροί, βεβαίως, αλλά όποιος τους παίρνει με πίστη και αγάπη στο Θεό λαμβάνει λύση στα προβλήματά του.
Ο Ζακχαίος ανέβηκε στη συκομουριά για να δεί το Χριστό. Ερωτάται, όμως: Τυχαία θα περνούσε από κει ο Χριστός; Όχι, αδελφοί! Γιατί τίποτα δεν γίνεται τυχαία στην Εκκλησία μας. Ο Χριστός είχε το σκοπό Του που θα περνούσε από κει. Ο λόγος που περνούσε από κει ήταν να σώσει όχι μόνο τη ψυχή του Ζακχαίου αλλά και όλη την οικογένειά του. 
Ο Ζακχαίος ήτο πολύ αμαρτωλός. Ό,τι είχε φτιάξει, όλη η περιουσία που είχε οικοδομήσει ήταν αποτέλεσμα της αμαρτίας. Ήταν αποτέλεσμα φόνων, κλοπών, και άλλων δολοπλοκιών που έκανε ως αρχιτελώνης. Και γι’ αυτό όλες αυτές οι αμαρτίες, σαν θεριά του έτρωγαν τη ψυχή. Ήταν σαν φαρμακεριά φίδια που τον τσιμπούσαν και δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Μέσα του όμως ξύπνησε κάποτε η κοιμισμένη συνείδηση και μετενόησε ο μεγάλος αρχιτελώνης Ζακχαίος. 
Και άκουσε όλος χαρά το Χριστό να του λέει: «Ζακχαίε, σπεύσας, κατάβηθι, εν τω οίκω σου δει με μείναι». Κατέβα του λέει από τη συκομουριά γιατί πρόκειται να μπω στο σπίτι σου και να το ευλογήσω με τη δική μου παρουσία. Είναι αυτό που λέει στην Αποκάλυψη του Ιωάννη ο Θεός μας. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. Εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Αποκ. 3,20). Όποιος με επιτρέψει, λέει ο Χριστός στην Αποκάλυψη, να εισέλθω στην ψυχή του να ξέρει ότι η παρουσία μου θα είναι ευλογία της ψυχής. Λέει ο άγιος Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος, ότι η ψυχή του ανθρώπου δεν βρίσκει ανάπαυση μακριά του Χριστού. «Ώ Κύριε, λέει, είναι ανήσυχη η ψυχή μας, έως ότου εύρει ανάπαυση κοντά Σου». 
Έτσι και ο Ζακχαίος. Δεν ησύχασε μέχρι την ώρα που μπήκε στο σπίτι του ο Χριστός. Τι παράξενο, όμως. Οι φαρισαίοι άρχισαν να αγανακτούν και να λένε από μέσα τους: γιατί να μπει ο Χριστός σε σπίτι ενός μεγάλου αμαρτωλού ανθρώπου; Θαρρείς πως αυτοί ήταν οι τελειότεροι άνθρωποι, οι πιο άγιοι και ενσυνείδητοι άνθρωποι της Ιουδαϊκής κοινωνίας. Αυτοί δεν αγωνιούσαν πως θα βρούν το Χριστό αλλά το πώς θα τον σκοτώσουν. Έτσι αντί να χαρούν για τη μεταστροφή του Ζακχαίου λυπήθηκαν και αγανάκτησαν εναντίον του Χριστού. 
Ο Ζακχαίος όμως έδειξε έμπρακτα τη μετάνοιά του. Γιατί δεν είπε ότι αύριο ή σε λίγες μέρες θα δώσω τη μισή μου περιουσία στους πτωχούς, αλλά τώρα τη δίδω. «Ιδού, λέει, τα ημίση των υπαρχόντων μου Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς». Τη μισή μου περιουσία και όχι τα μισά χρήματα απ’ όσα έχω, τη δίδω στους πτωχούς. Και όχι μόνο αυτό. Συνεχίζει και λέει ότι «ει τινός τι εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν». Αν συκοφάντησα κάποιον λόγω του επαγγέλματός μου του τα επιστρέφω τετραπλάσια.
Και ο Χριστός για να τον ανταμοίψει του λέει: Ναι, Ζακχαίε, η μετάνοιά σου έγινε αποδεκτή από το Θεό. Γι’ αυτό σήμερον «σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Το σπίτι του Ζακχαίου κινδύνευε να καταστραφεί. Δεν κινδύνευε βεβαίως να πέσουν οι τοίχοι του, ή οι κολόνες του. Αλλά κινδύνευε η πνευματική κατάσταση των μελών της οικογένειας του Ζακχαίου. Τα οποία κινδύνευαν εξ αιτίας της αμαρτίας του αρχηγού της οικογένειας Ζακχαίου.
Αδελφοί μου! Άς προσέξουμε πολύ γιατί και στην εποχή μας υπάρχουν άνθρωποι που δεν ψάχνουν όπως ο Ζακχαίος το Χριστό. Κι όχι μόνο δεν τον ψάχνουμε αλλά και φοβόμαστε να ομολογήσουμε τη πίστη μας μπροστά στους απίστους φοβούμενοι μήπως μας κοροϊδέψουν για τη πίστη μας. Φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας επειδή πηγαίνουμε εκκλησία, επειδή ανάβουμε κεριά, επειδή νηστεύουμε και εξομολογούμαστε. Ίσως να μας κοροϊδέψουν οι άπιστοι. Τι με τούτο, όμως; Το Χριστό δεν τον κορόϊδεψαν απλά αλλά και τον ανέβασαν πάνω στο σταυρό. Τους αγίους δεν τους κορόϊδεψαν μόνο αλλά και τους μαστίγωναν, τους βασάνιζαν. Κι αυτοί δέχονταν όλες αυτές τις αντιξοότητες, όλα αυτά τα πυρά, όλες αυτές τις διώξεις με υπομονή και αγάπη προς το Χριστό. Και όπως ο Ζακχαίος δεν φοβήθηκε τις ειρωνείες των υπολοίπων Ιουδαίων έτσι και μείς να μην φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας. Εύχομαι να αποδεχτούμε το παράδειγμα μετανοίας του αρχιτελώνη Ζακχαίου και να ακολουθήσουμε το Χριστό σ’ όλη τη ζωή μας. Γιατί το Χριστό πρέπει να έχουμε στη ζωή μας και στα παιδιά μας. Κι αυτό για να κερδίσουμε όλοι τη σωτηρία των ψυχών μας εδώ στη γη και μια θέση στη βασιλεία των ουρανών. Αμήν!

ΚΥΡΙΑΚΉ ΙΕ’ ΛΟΥΚΆ – Ο «ΑΜΑΡΤΩΛΌΣ» ΖΑΚΧΑΊΟΣ


Από τις πλέον γνωστές και διδακτικές διηγήσεις της Αγίας Γραφής είναι η ιστορία της μεταστροφής και σωτηρίας του Ζακχαίου, που ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, αγαπητοί μου. Επρόκειτο για πρόσωπο μισητό μεταξύ των συμπολιτών του, καθότι ήταν τελώνης, είχε θέσει δηλ. τον εαυτό του στην υπηρεσία των Ρωμαίων κατακτητών για την είσπραξη των φόρων. Από την δραστηριότητά του αυτή είχε αποκομίσει τεράστια οικονομικά οφέλη, εις βάρος πολλών συμπατριωτών του, τους οποίους είχε αδικήσει. Φαίνεται, όμως, ότι η διαφθορά δεν τον είχε καταβάλει ολοκληρωτικά. Υπήρχαν μέσα του δυνάμεις αυτοελέγχου και αυτομεμψίας. Γι’ αυτό, όταν ο Ιησούς εισήλθε στην Ιεριχώ, έκανε τα πάντα για να Τον αντικρίσει, να Τον συναντήσει, αδιαφορώντας για τα απαξιωτικά και μειωτικά σχόλια των ανθρώπων. Στο πρόσωπο του Χριστού είδε την ελπίδα της εξιλέωσης και της έμπρακτης μετάνοιας. Ο Κύριος, διαβλέποντας την διάθεση της ψυχής του, τον καλεί κοντά Του, τού ανακοινώνει ότι θα τον επισκεφθεί στο σπίτι του και διαλαλεί την ανάσταση που συντελέστηκε στην ψυχή του τελώνη όταν εκείνος εξομολογήθηκε το αμαρτωλό παρελθόν του και υποσχέθηκε την αποκατάσταση όσων είχε βλάψει και αδικήσει.

Όσοι είδαν την σκηνή σκανδαλίστηκαν. Πώς είναι δυνατόν ο Χριστός να συναναστρέφεται τους αμαρτωλούς; Στο ερώτημα απάντηση έδωσε πολλές φορές ο Ίδιος ο Κύριος: «Δεν ήλθα για να καλέσω τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια»1. «Δεν έχουν ανάγκη ιατρού οι υγιείς, αλλά οι ασθενείς»2.  Και ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει την ίδια αλήθεια: «Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς, μεταξύ των οποίων πρώτος είμαι εγώ»3.

Η αντιμετώπιση του Ζακχαίου από τον Κύριο μάς δίδει την αφορμή να σταθούμε σε τρία κομβικά σημεία της ιστορίας. Το πρώτο σχετίζεται με την στάση του Ιησού έναντι της αμαρτίας, ως πνευματικής ασθένειας, η οποία, πάση θυσία, πρέπει να παταχθεί. Την ίδια στιγμή, ο αμαρτωλός αντιμετωπίζεται ως ο μεγάλος ασθενής, προς τον οποίο οφείλεται αγάπη και ηθική ενίσχυση προκειμένου να ξεπεράσει την ψυχική του ασθένεια. Με άλλα λόγια, ο Χριστός και η Εκκλησίας μας διδάσκουν το μίσος κατά της αμαρτίας, αλλά και την αγάπη προς τον αμαρτωλό. Στην ίδια λογική ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει τον καθένα που είναι έτοιμος να επιτεθεί στον αμαρτωλό, ξεχωρίζοντας τον εαυτό του για την δήθεν αρετή του: «Μη μισήσεις τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι. Να μισείς τις αμαρτίες του και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν, για να μοιάσεις στον Χριστό, ο οποίος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς»

Το δεύτερο σημείο που θα επισημάνουμε είναι η περίπτωση εκείνη κατά την οποία η αμαρτία γίνεται αφορμή μετανοίας και σωτηρίας. Ο Ζακχαίος είχε φθάσει σε τέτοια μέτρα εκτροπής από το θέλημα του Θεού, ώστε αηδίασε από την αμαρτωλή ζωή του και αναζήτησε μόνος τον δρόμο της μετανοίας. Την περίπτωση αυτή εξηγεί θαυμάσια ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, ο οποίος διηγείται το εξής περιστατικό: «Είπε κάποτε ο πνευματικός στον άνθρωπο που πήγε να εξομολογηθεί: Λέγε, παιδί, τι έχεις; Αυτός ήταν σοβαρός, ευσεβέστατος, εξωμολογείτο πολύ συχνά και τότε δεν είχε τίποτα να εξομολογηθεί. Πάτερ, τού λέγει, δεν έχω τίποτα να σάς πω. Τί έπρεπε να κάνει ο πνευματικός; Να χαρεί; Ξέρετε τί τού είπε; Πήγαινε, σε παρακαλώ, να αμαρτήσεις και έπειτα έλα να μού εξομολογηθείς την αμαρτία σου. Καταλάβατε τί νόημα έχει η απάντηση του Γέροντα; Δηλ. πολύ περισσότερο μάς οδηγεί η αμαρτία στον παράδεισο – επειδή μάς ωθεί στη μετάνοια – παρά η καλοσύνη μας και η δικαιοσύνη μας. Διότι οι αρετές μάς κάνουν να μη νιώθουμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, ενώ και εμείς είμαστε αμαρτωλοί, όπως όλοι οι άλλοι»4.

Το τρίτο σημείο στο οποίο θα σταθούμε είναι η έμπρακτη μετάνοια του Ζακχαίου και η απόφαση για ριζική ανατροπή του τρόπου της ζωής του. Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι «η μετάνοια δε μπορεί να εξαντλείται σε μία εντελώς τυπική εξομολόγηση, με το ξεμπέρδεμα των θρησκευτικών μας καθηκόντων και την κατάθεση του βάρους μας για να ξαλαφρώσουμε ψυχικά. Η μετάνοια είναι η ριζική αλλαγή όλης της ζωής, αναποδογύρισμα, επανατοποθέτηση, επαναπροσανατολισμός, άρνηση και μίσος του κακού, πλήρης αλλαγή νοοτροπίας, αγάπη ολοκάρδια του αγαθού και πιστή και υπομονετική ακολούθησή του»5.

Το παράδειγμα του Ζακχαίου μπορεί να λειτουργήσει υποδειγματικά για όλους μας. Ο Χριστός περιμένει τη δική μας κίνηση, έτοιμος να επιβραβεύσει την επιστροφή μας. ΑΜΗΝ!

Αρχιμ. Ε.Ο.

Κυριακή ΙΕ Λουκά


Είναι πράγματι θαυμαστό το έργο της Θ. Χάριτος. Κυριολεκτικά η Θεία Χάρη κυνηγά τους ανθρώπους για να τους λυτρώσει από τα δεσμά των Παθών και του διαβόλου. Όλους τους παρακολουθεί με στοργή και αγάπη μητρική η Θεία Χάρης ακόμα και τους ασώτους, τους αμαρτωλούς και τους τελώνες.  Για έναν τέτοιον αμαρτωλό μας μιλάει το σημερινό Ευαγγέλιο.
       Στην Ιεριχώ λοιπόν ζούσε ένας μεγάλος αξιωματούχος ένας Αρχιτελώνης ο οποίος ονομαζόταν Ζακχαίος και ήταν πολύ πλούσιος και επίσης πολύ αμαρτωλός. Ο αθέμιτος πλούτος το αισχρό δηλαδή χρήμα τον είχαν κυλήσει σε μεγάλα βάθη διαφθοράς και ατιμίας τόσο που και μόνο το άκουσμα του ονόματός του έκανε τους κατοίκους της Ιεριχούς να νιώθουν αηδία.
       Άκουσε λοιπόν ο Αρχιτελώνης Ζακχαίος ότι από την πόλη τους περνά ο Ιησούς για τον οποίο είχε ακούσει τόσα πολλά, και επειδή ήταν μικρόσωμος στο ανάστημα (κοντός) ανέβηκε επάνω σ΄ ένα δένδρο για να δει τον υψηλό Επισκέπτη. Ξαφνικά ο Χριστός σταματά κάτω από το δένδρο και ανασηκώνοντας το βλέμμα του τον φωνάζει με το όνομά του : Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα κάτω. Σήμερα θα μείνω στο σπίτι σου. Ο Ζακχαίος κατεβαίνει με μία χαρά απερίγραπτη. Θα είχε την τιμή να φιλοξενήσει στο σπίτι του τον Ιησού. Όσοι άκουσαν τα λόγια του Χριστού δυσανασχέτησαν, άρχισαν να βαρυγκωμούν και να κατακρίνουν τον Κύριο, που καταδέχθηκε να φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού, όπως ήταν ο Ζακχαίος. Ο Ζακχαίος όμως τώρα πια, είναι ένας αμαρτωλός μετανοημένος. Και μπροστά στον Χριστό κάνει την επίσημη ανακοίνωση ότι θα δώσει την μισή περιουσία τους στους φτωχούς και ότι οποίον αδίκησε θα του επιστρέψει τα τετραπλάσια.
       Ο Ζακχαίος είναι ο άνθρωπος της σημερινής εποχής. Ο άνθρωπος που προσπαθεί να μάθει και να γνωρίσει τον Χριστό. Ο άνθρωπος που διψά για την αλήθεια που βρίσκεται στο σκοτάδι και αποζητά να λουστεί με το φως της Βασιλείας του Θεού. Η αμαρτία όμως, οι φροντίδες, τα προβλήματα, οι στεναχώριες, το άγχος τον κάνουν μικρόσωμο έτσι που να μην μπορεί να δει τον Χριστό. Όλα αυτά έχουν δημιουργήσει ένα τοίχος γύρω μας πολύ ψηλό και έτσι μας είναι δύσκολο να αντικρίσουμε το πρόσωπο του γλυκύτατου Ιησού. Μπορούμε όμως να ανέβουμε πάνω στο δένδρο των αγίων Μυστηρίων, όπως ακριβώς έκανε ο Ζακχαίος της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής, να πλησιάσουμε δηλ. τον Χριστό δια μέσου της Εκκλησίας δια μέσου των Αγίων Μυστηρίων τα οποία είναι τα μόνα που μπορούν να μας εξασφαλίσουν την γνωριμία, την επαφή και την μόνιμη συναναστροφή μας με τον Χριστό.
      Εν όψει ειδικά της Μεγ. Τεσσαρακοστής ας δώσουμε την ευκαιρία και τη δυνατότητα στους εαυτούς μας και ειδικότερα στις ψυχές μας να λουστούμε στο πνευματικό λουτρό της Ι. Εξομολογήσεως, να ασκηθούμε στο πνευματικό  Στάδιο της Νηστείας, και κυρίως να τραφούμε  από το Άγιο Ποτήριο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι τούτο: Να μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο Σωτήρας της ανθρωπότητος ήλθε στον κόσμο για να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός πρόβατο, δηλ. εμάς που μπορεί να αμαρτάνουμε καθημερινά, όμως επίσης καθημερινά επιζητούμε το θείο έλεος. Ας επαναλάβουμε αυτήν την ώρα τα λόγια του Ι. Αυγουστίνου τα οποία είναι λόγια προσευχής προς τον Ιησού : «Κύριε όσο περισσότερο Σε γνωρίζω τόσο πιο πολύ σε αγαπώ, και όσο περισσότερο σε αγαπώ τόσο πιο πολύ σε γνωρίζω». Αμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ), Λουκ 19, 1-10 

ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 

π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας,

Η σημερινή ευαγγελική διήγηση αφηγείται τη συνάντηση του Χριστού με τον αρχιτελώνη Ζακχαίο.
Ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ και ο Ζακχαίος επιθυμούσε να δει ποιος είναι ο Χριστός. Λόγω όμως πλήθους και αναστήματος ανέβηκε σε μια συκομορέα και τον περίμενε να περάσει. Ο Χριστός, όταν έφτασε στο σημείο εκείνο, σήκωσε το βλέμμα Του, είδε τον Ζακχαίο και του είπε « Ζακχαίε , κατέβα γιατί σήμερα θα μείνω στο σπίτι σου».
Γιατί ο Ζακχαίος ήθελε τόσο πολύ να δει τον Χριστό;
Γιατί ο Χριστός έδωσε τόση μεγάλη σημασία στον Ζακχαίο και τον τίμησε τόσο πολύ;

Κυριακή ΙΕ Λουκά Η ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυθήρων

Η  ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ 
Μιά δύσκολη στιγμή γιά τήν ποιμενική ζωή εἶναι ὅταν κάποιο ζῶο τοῦ κοπαδιοῦ ξεχωρίσει ἀπό τά ἄλλα καί ὁ βοσκός τό χάσει. Τότε -ὅπως εἶπε ὁ Χριστός μας- ὁ τσοπᾶνος ἀφήνει τό κοπάδι καί ψάχνει γιά τό χαμένο πρόβατο.
Τί χαρά, ὅμως θά κάνει ἄν, ψάχνοντας στούς λόγγους καί τίς ρεματιές, ἀκούσει τό βέλασμά του νά ἠχεῖ μακρυά! Τότε παραβλέποντας τόν κόπο του τρέχει χαρούμενος νά τό βρεῖ...
Μιά τέτοια ἄρρητη φωνή ἦταν καί τοῦ Ζακχαίου ἡ ἐνέργεια νά ἀνεβεῖ στό δένδρο : «...ἐζήτει ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν, τίς ἐστίν».
Καί ὁ μεγάλος Ποιμένας, πρίν ὁ Ζακχαῖος μιλήσει, τοῦ εἶπε πώς θά μείνει στό σπίτι του, ξεσηκώνοντας ταὐτόχρονα τίς ὑποκριτικές διαμαρτυρίες τῶν «ἀναμαρτήτων».
Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὁ Κύριος πράγματι νά μεταβεῖ στό σπίτι τοῦ ἀρχιτελώνη. Ὁ τελευταῖος βλέποντας τόν Διδάσκαλο νά τοῦ δίνει τέτοια τιμή, συγκλονίσθηκε. Γεμᾶτος χαρά καί δείχνοντας εἰλικρινῆ μετάνοια διαβεβαίωσε  τόν Χριστό, πώς θά ἀποκαθιστοῦσε κάθε ἀδικία πού εἶχε κάμει καί ἐπιπλέον θά ἐνίσχυε πλουσιοπάροχα τούς φτωχούς. 
Ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωσε τήν σωτηρία τοῦ Ζακχαίου, προσθέτοντας, ὅτι ὁ ἐρχομός του στήν Γῆ ἦταν γιά νά σωθεῖ κάθε χαμένο ἀνθρώπινο πλᾶσμα, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, πού -μακρυά Του- βάδιζε στήν καταστροφή.
Ἀρκεῖ νά ἀκουγόταν ἡ ἀπελπισμένη φωνή τοῦ Πλάσματός Του γιά βοήθεια... Ἡ Θεϊκή ἀνταπόκριση ἦταν σίγουρη. Καί τότε καί σέ κάθε ἐποχή...

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ ( Ζακχαίου )« Προδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν » εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου


Μεγάλη και εξαιρετική φυσιογνωμία είναι, αγαπητοί μου αδελφοί, ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Παρ’ όλο ότι είναι πάμπλουτος και φέρει και το βαθμό του αρχιτελώνη, εν τούτοις αισθάνεται ανικανοποίητος. Του λείπει Εκείνος που ειρηνεύει και γεμίζει τις ψυχές, ο Κύριος. Γι’ αυτό και όταν ακούει ότι ο Κύριος θα επισκεφθεί την Ιεριχώ και ότι θα περάσει από την πόλη, κάμνει το παν για να Τον γνωρίσει. Τρέχει και αναρριχάται πάνω σ’ ένα δέντρο και συγκεκριμένα σε μια συκομορέα. Θέλει ο άνθρωπος αυτός ν’ αντικρύσει και να δεί από κοντά τον Κύριο. Κι επειδή το ανάστημα του δεν τον βοηθά, γιατί είναι κοντός, καταφεύγει σ’ αυτή την παράδοξη λύση. Τρέχει μπροστά και ανεβαίνει σε μια συκομορέα για να δεί τον Κύριο που θα περάσει απ’ εκεί. Και δεν Τον βλέπει απλώς. Έχει την τιμή, και την χαρά, να Τον υποδεχθεί μέσα στο σπίτι του και με τον τρόπο αυτό να αλλάξει όλη την μετέπειτα ζωή του. Από τότε μέχρι σήμερα, πέρασαν δύο χιλιάδες χρόνια και ο Ζακχαίος εξακολουθεί να δείχνει σ’ όλους εμάς τον τρόπο, με τον οποίο μπορούμε να συναντήσουμε τον Κύριο, το δρόμο δηλαδή που μας οδηγεί κοντά Του. Ποιος όμως είναι ο δρόμος αυτός και πως εμείς θα μπορούσαμε να Τον ακολουθήσουμε, είναι τα δυο ερωτήματα με τα οποία θ’ ασχοληθούμε σήμερα.
Όσο και να μας φαίνεται παράδοξο, ο δρόμος που οδηγεί και σήμερα κοντά στο Χριστό, δεν είναι άλλος απ’ αυτό που ακολούθησε και ο Ζακχαίος. Πρόκειται για δρόμο δύσκολο και οδυνηρό. Γιατί απαιτεί να ξεχωρίσει ο άνθρωπος από το πλήθος των πολλών και να εκτεθεί στα βλέμματα όλων. Όπως κάμνει ο Ζακχαίος. Δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος. Είναι αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος. Όλοι τον ξέρουν και τον δείχνουν με το δάκτυλο, σαν άνθρωπο του συμφέροντος και του χρήματος, σαν όργανο των Ρωμαίων που θησαυρίζει καταπιέζοντας το λαό. Σαν αρχιτελώνης, είναι ανώτατος υπάλληλος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έχει δηλαδή θέση υψηλή στην κοινωνία της Ιεριχώ. Και όμως κάμνει αυτή την κίνηση, που μας αφήνει όλους έκπληκτους. Ανεβαίνει ψηλά στο δέντρο για να μπορέσει να δεί τον Κύριο. Δεν υπολογίζει τίποτε από αυτά που πιθανό να αντιμετωπίσει. Δεν υπολογίζει τις ειρωνείες των ανθρώπων, ούτε τις διαμαρτυρίες των συγγενών του, ούτε τα σχόλια των φίλων του, ούτε τους χλευασμούς των εχθρών του, αλλ’ ούτε και τις συνέπειες λόγω του ότι είναι ανώτατος υπάλληλος. Τα ξεπερνά όλα και ανεβαίνει.
Αυτός είναι λοιπόν ο δρόμος. Δρόμος δύσκολος, δρόμος μετ’ εμποδίων. Πολλά απ’ αυτά τα εμπόδια τα ορθώνει μπροστά μας ο μισόκαλος διάβολος, που δεν θέλει να βρούμε την αληθινή ευτυχία, που χαρίζει σ’ όλους μας ο Κύριος. Μάλιστα, ο παμπόνηρος αυτός εχθρός μας, χρησιμοποιεί ακόμα και συγγενικά και πολύ αγαπητά μας πρόσωπα σαν εμπόδιο για μια βαθύτερη επικοινωνία με τον Χριστό. Εκμεταλλεύεται ακόμα και τη δική μας φυσική νωθρότητα και ραθυμία και αδυναμία μας ή και τις συνθήκες της ζωής μας. Κι έτσι ορθώνει πνευματικά οδοφράγματα που φαίνονται ανυπέρβλητα και φράσσουν τον δρόμο προς τον Ιησού.
Εξ’ ίσου δύσκολος είναι και ο δρόμος από το φόβο της ειρωνείας. Ο φόβος αυτός συχνά μας παραλύει, μας κάμνει να μαζεύουμε τα πτερά μας και να συρόμαστε στη λάσπη μαζί με τους πολλούς. Μας κατεβάζει κάτω από το δέντρο της επικοινωνίας με το Χριστό και μας κάμνει ένα με το ανώνυμο πλήθος. Δηλαδή με δύο λόγια μας στερεί τη θέα του Χριστού και ουσιαστικά μας αποξενώνει επικίνδυνα από το Χριστό. Το ενδιαφέρον, λοιπόν, που χρειάζεται να δείχνουμε για τη γνωριμία με το Χριστό, πρέπει να είναι ζωηρότερο και θερμότερο από εκείνο που δεν χάνουμε για την υγεία μας ή και για άλλα θέματα της καθημερινής μας ζωής. Γιατί δεν πρόκειται για κάποιο ζήτημα που σχετίζεται με το φθαρτό και προσωρινό κόσμο. Πρόκειται για θέμα, που αφορά τη θέση της αθάνατης ψυχής μας μέσα στην ατελεύτητη αιωνιότητα. Το ενδιαφέρον αυτό πρέπει να μοιάζει σαν τη δίψα που ένοιωθε ο Δαβίδ, όταν έψαλλε προς το Κύριο και έλεγε: ¨Μονάχα στο Θεό βρίσκει η ψυχή μου γαλήνη και μόνο από Εκείνο έρχεται η σωτηρία μου¨. ( Ψαλμ. ΞΒ΄,2 ).
Για να φτάσει όμως η γνωριμία αυτή στο τέλειο σημείο της και να ολοκληρωθεί, χρειάζεται και η διακοπή κάθε σχέσης με την αμαρτία. Πρέπει να ξεχάσουμε κάθε τι που μας θυμίζει κόσμο και αμαρτία. Είναι ανάγκη να πετάξουμε από πάνω μας οτιδήποτε μας βαραίνει, όπως ακριβώς έκαμε και ο Ζακχαίος. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί εδώ ότι ο Κύριος πέρασε τότε από την Ιεριχώ για το Ζακχαίο. Γιατί ο Θεός αγαπά τον καθένα μας ιδιαίτερα και παρουσιάζει μπροστά μας πολλές ευκαιρίες για να Τον γνωρίσουμε και να γίνουμε ευτυχείς. Χρειάζεται όμως και ανάλογη ανταπόκριση από μέρους μας. Χρειάζεται να γίνει κάτι ανάλογο με αυτό που έκαμε ο Ζακχαίος που ανέβη στη συκομορέα. Επομένως πρέπει να αφήσουμε τα γήινα και να στραφούμε στα επουράνια. Προς αυτά που ικανοποιούν πράγματι τη ψυχή. Τότε ο Κύριος θα μας ελκύσει κοντά Του και θα μας προσφέρει τα ανέκφραστα αγαθά, που χαρίζει η γνωριμία Του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι από εμάς, έχουμε μέσα στα βάθη της ψυχής μας τον ίδιο άγιο πόθο, που είχε ο Ζακχαίος. Επιθυμούμε κι εμείς με τη σειρά μας να δούμε τον Ιησού και θέλουμε κι εμείς να Τον γνωρίσουμε βαθύτερα, να Τον πλησιάσουμε περισσότερο και να συνδεθούμε πιο πολύ μαζί Του. Όμως ο πόθος δεν φτάνει. Αν ο Ζακχαίος είχε μείνει μόνο με τον πόθο, δεν θα γνώριζε τον Κύριο, δεν θα απολάμβανε την παρουσία Του στο σπίτι, δεν θα μετέβαλλε τόσο ριζικά τη ζωή του και δεν θα γινόταν άγιος. Γιατί ο Ζακχαίος έγινε μαθητής και Απόστολος του Κυρίου μας και είναι άγιος, που τη μνήμη του η Εκκλησία μας γιορτάζει στις 20 Απριλίου εκάστου έτους.
Αδελφοί μου. Για να φθάσουμε κοντά στο Χριστό και να Τον γνωρίσουμε απαιτείται, τόλμη, θάρρος και ομολογία. Είναι απαραίτητο να τολμήσουμε και να προχωρήσουμε μπροστά από το πολύ πλήθος των ανθρώπων και ν’ ανεβούμε κι εμείς ψηλά. Ν’ ανεβούμε κι εμείς στη δική μας συκομορέα. Να αδιαφορήσουμε για τα τυχόν ειρωνικά σχόλια των γνωστών και φίλων και συγγενών μας και να βαδίσουμε αποφασιστικά το δρόμο του Χριστού. Να μη σκεπτόμαστε ποτέ τι θα πουν οι άλλοι για μας, αλλά να σκεπτόμαστε πως και με ποιο τρόπο θα μπορέσουμε να συνδεθούμε περισσότερο με τον Χριστό. Ας γίνουμε, λοιπόν, τολμηρότεροι και ας μην δειλιάζουμε και ας μη λιποψυχούμε και ας μη φοβούμαστε προκειμένου, να κρατήσουμε θερμή την επικοινωνία μας με το Χριστό. Και ας ομολογήσουμε με θάρρος και στους συγγενείς και στους φίλους μας και στους οποιουσδήποτε άλλους την επικοινωνία μας αυτή με το Χριστό. Αμήν.
† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιος

Κυριακή ΙΕ Λουκά«Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς» του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λέρου Καλύμνου και Αστυπάλαιας κ.κ. Παισίου



Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ωραία, αλλά και λίαν συγκινητική η σημερινή ευαγγελική περικοπή, η γνωστή περικοπή του Ζακχαίου.
Ο θεηγόρος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε εξιστορεί την επιστροφή του αμαρτωλού και άδικου αρχιτελώνη Ζακχαίου στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Η τόλμη και η θέληση του Ζακχαίου να πλησιάσει Αυτόν, του οποίου η φήμη ταχέως έγινε γνωστή  σ’ όλη την Ιουδαία γη ήταν μεγάλη, τίποτε μα τίποτε δεν τον εμπόδιζε, κι έτσι προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ιδεί και να γνωρίσει Εκείνον, πού έκλεινε ουρανούς και ήλθε στην γη.
Φλέγεται διακαώς ο Ζακχαίος από την επιθυμία του να πλησιάσει τον Κύριο και τρέχει, τρέχει, μπροστά από το πλήθος και ανεβαίνει σε μια συκομουριά, δια να μπορέσει να ιδεί, να αντικρύσει τον Μέγα Λυτρωτή, τον Θεάνθρωπο Ιησού.
Η επιθυμία του Ζακχαίου δεν ήταν μία απλή περιέργεια, ήταν επιθυμία αγνή, ήταν επιθυμία ηθική, ήταν επιθυμία όλως εσωτερικής διάθεσης και ανιδιοτελής. Ο πλούσιος αρχιτελώνης δεν εντρέπεται τίποτε, δεν σκέπτεται την θέση που κατείχε, αλλά τρέχει δρομέως, ως ο Πέτρος, δια να δεί και να γνωρίσει από κοντά Εκείνον πού σαγήνευε τις ψυχές των ανθρώπων στη Ιουδαία γη. Και τις οδηγούσε στην σωτηρία τους. Αυτή η εσωτερική, η αγνή, η ηθική, η ανιδιοτελής επιθυμία του Ζακχαίου, φέρει το ποθούμενο, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και βάθη των ανθρώπων γιγνώσκων Κύριος», βλέποντας τον Ζακχαίο επάνω στην συκομουριά του λέγει: «Ζακχαίε σπεύσας κατάβηθι, σήμερον γάρ εν τω οίκω σου δει με μείναι».
Χαρά μεγάλη δια τον Ζακχαίο οι λόγοι του Κυρίου Ιησού, «και σπεύσας κατέβη» και η χαρά του αυτή διατρανώνεται με την είσοδο του Κυρίου Ιησού στο σπίτι του «και υπεδέξατο αυτόν χαίρων». Μάταια όμως γογγύζουν οι διδάσκαλοι του Ιουδαϊκού νόμου, μάταια φωνασκούν οι αυστηροί τηρητές των τύπων Φαρισαίοι, μάταια σκανδαλίζονται οι Ιουδαίοι που βλέπουν τον Κύριο να μπαίνει και να καταλύει στην οικία ενός αμαρτωλού, στην οικία του πλούσιου αρχιτελώνη Ζακχαίου.
Ο Κύριος όμως, ο οποίος δεν ήλθε να καλέσει δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια, εισέρχεται στην οικία του Ζακχαίου και ο αμαρτωλός Ζακχαίος αναγεννάται, μετανοεί, εξομολογείται ταπεινά τις αμαρτίες του και  αλλάζει τρόπος ζωής και γίνεται νέος άνθρωπος.
Ο Ζακχαίος μακριά από την αμαρτία αναγεννάται, κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν και εκδηλώνει με έργα δικαιοσύνης και αγάπης αυτήν την πνευματική του αναγέννηση, «ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς και ει τι τινός τι εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν».
Ο αρχιτελώνης κατά την εξάσκηση της εργασίας με τις αμαρτωλές πράξεις του αδίκησε, έβλαψε, έκλεψε τους ανθρώπους, όμως τώρα εκείνος ο αμαρτωλός, ο άρπαγας, μετανοεί ειλικρινά και αναλογιζόμενος τις πρότερες πράξεις, αποδίδει κατά τον Μωσαϊκό νόμο το τετραπλούν σε εκείνους που έβλαψε, σε εκείνους που αδίκησε, σε όσους πτωχούς αδίκως υστέρησε τα προς το ζήν.
Η αδικία είναι αληθινά φοβερή αμαρτία, διότι παραβαίνει τον θείο νόμο και διαλύει ότι όσιο και ιερό, διαλύει δεσμούς, δι’ αυτό και ο Μωσαϊκός νόμος τιμωρεί εκείνον που πράττει την αδικία.
Τον αμαρτωλό, πλούσιο και άδικο αρχιτελώνη Ζακχαίο δικαιώνει δια την ειλικρινή μετάνοια και εξομολόγησή του Εκείνος πού ήλθε να καλέσει αμαρτωλούς σε μετάνοια. Αυτή είναι η δύναμη της μετανοίας και εξομολόγησης, η οποία αναγεννά τον αμαρτωλό άνθρωπο και τον επαναφέρει στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Η ειλικρινής εξομολόγηση, η αληθινή μετάνοια είναι η βαθειά συναίσθηση της ανοχής της αμαρτίας, και αμαρτία είναι καταπάτηση του θείου θελήματος και η οποία εκθέτει τον παραβάτη άνθρωπο στο πρόσωπο του  Θεού Πατέρα.
Είναι γεγονός ότι τα μικρά αμαρτήματα ανοίγουν τον δρόμο στα βαρύτερα και θανάσιμα αμαρτήματα και  φέρουν ψυχρότητα και τέλος την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό Πατέρα.
Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι εμμένουν στην αμαρτία και δεν μετανοούν ειλικρινώς, αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο δεν ωφελούνται και δεν σώζονται, αλλά απεναντίας μένουν στο λήθαργο, μένουν στο σκοτάδι, μένουν μακριά της αγάπης του Θεού Πατέρα.
Ο Ιερός Χρυσόστομος, πού την μνήμη του εορτάζει σήμερα η επί γης στρατευομένη του Χριστού Εκκλησία, από περάτων έως περάτων της οικουμένης, μας λέγει ,ότι :  «τίποτε χειρότερο από την αμαρτία υπάρχει, αγαπητέ μου, όταν καταφέρει να μπεί στη ζωή μας και την ψυχή μας, όχι μόνο μας γεμίζει από ντροπή, αλλά κάνει και ανοήτους όσους ήσαν πρίν συνετοί και πλήρεις σοφίας».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η αληθινή μετάνοια είναι τελεία καθαρότητα της ψυχής, όπως μας την κατέγραψε στην σημερινή ευαγγελική  περικοπή ο Κύριος Ιησούς, στο πρόσωπο του αμαρτωλού αρχιτελώνη και πλούσιου Ζακχαίου.
Ο Ζακχαίος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, πίστεψε στον Ιησού Χριστό, μετανόησε, άλλαξε τρόπο ζωής, ανακαινίστηκε, και έπραξε έργα και καρπούς αξίους της μετανοίας. Ο ποτέ αμαρτωλός αρχιτελώνης μισεί πλέον την αδικία, αγαπά το αγαθό και πράττει το δίκαιο «ει τινός τι εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν».
Και ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την σημερινή ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε μας λέγει δια την μετάνοια: «Για ποιο λόγο ο Θεός επιτρέπει να πλουτίζουν μερικοί; Διότι είναι μακρόθυμος, διότι θέλει να μας επαναφέρει στην μετάνοια, διότι έχει ετοιμάσει κόλαση, διότι ώρισε μέρα πού θα κρίνει όλη την οικουμένη».
Και ο χρυσούς την γλώσσα συνεχίζει, ο Θεός  «αν δε μακροθυμούσε και δεν τιμωρούσε αμέσως όσους  πλουτίζουν, τότε δεν θα έδιδε την ευκαιρία στο Ζακχαίο να μετανοήσει, ώστε να αποδώσει στο τετραπλάσιο  όσα έχει κλέψει και να προσθέσει και τα μισά των υπαρχόντων του».
Ο αγαθός Θεός έδωκε την μετάνοια προς σωτηρία του ανθρώπου, δίδαξε την φιλανθρωπία, την ευσπλαχνία την αλληλεγγύη και την μεγάλη αρετή της αγάπης.
Ας ανοίξουμε κι εμείς λοιπόν τον οίκο της ταλαιπωρημένης μας ψυχής δια να εισέλθει μέσα ο Χριστός κι έτσι φωτιζόμενοι κι εμείς από την χάρη και το άπειρο Αυτού έλεος να γίνουμε και χριστοφόροι και θεοφόροι.
Tότε θα ακούσουμε κι εμείς ως ο Ζακχαίος από τον Κύριο της Δόξης Χριστό «ότι σήμερον σωτηρία τω οίκω  τούτω εγένετο». ΑΜΗΝ. Ο Λ.Κ.Α.Π.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΕ΄  ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. ιθ΄ 1-10)
Ἡ ἱστορία τοῦ ἀρχιτελώνη Ζακχαίου εἶναι ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά γεγονότα τοῦ δημόσιου ἔργου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐκδηλώνεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀρχιτελώνη νά δεῖ τόν Ἰησοῦ, ἡ ἐπιθυμία του νά μπεῖ στό δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ μυστικός διάλογος ἀνάμεσα στή ματιά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ζακχαίου πάνω στό δέντρο, ἡ αὐθόρμητη καί ἔμπρακτη μετάνοια τοῦ ἀρχιτελώνη, ἡ διακήρυξη τοῦ Σωτήρα ὅτι τήν ἡμέρα ἐκείνη «σωτηρία ἐγένετο» στό σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅλα τοῦτα τά περιστατικά τῆς ἱστορίας τοῦ Ζακχαίου εἶναι ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά καί τά πιό γνωστά.
 Σέ ὅλα τοῦτα φαίνεται ὁ σκοπός καί τό ἔργο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί μέ ὅλα τοῦτα ἑδραιώνεται ἡ πεποίθηση πώς γιά ἕνα καί μόνο σκοπό ἦλθε ὁ Θεός στή γῆ, γιά νά ζητήσει καί νά σώσει τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο: «ἦλθε γάρ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός». Αὐτή ἡ διαβεβαίωση ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τοῦ Σωτήρα εἶναι ἀρκετή γιά νά ἐνθαρρύνει κάθε ἁμαρτωλό πού θέλει τή σωτηρία του, γιά νά στηρίξει κάθε κριματισμένο πού θά ἔφθανε σέ ἀπόγνωση κι ἀκόμα γιά νά φράξει κάθε στόμα, πού τοποθετεῖ τό σκοπό τοῦ ἔργου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὄχι στήν ψυχή ἀλλά μόνο στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου˙ ὄχι στόν οὐρανό ἀλλά μόνο στή γῆ.
 Ὑπάρχουν, ἀλήθεια, δύο ἄκρα στήν τοποθέτηση τοῦ ἔργου τοῦ Σωτήρα. Εἶναι ἐκεῖνοι, πού φαντάζονται πώς ὁ ἰδεώδης τύπος τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πιστοῦ καί καλοῦ χριστιανοῦ, εἶναι ἐκεῖνος πού ἐνδιαφέρεται μόνο γιά τά οὐράνια, πού δέν θέλει νά ἀκούσει γιά τά ἐπίγεια, πού βρίσκεται κατ’ ἀνάγκη στή γῆ μά εἶναι «οὐράνιος ἄνθρωπος». Εἶναι οἱ ἄλλοι, πού δέν σηκώνονται ψηλότερα ἀπό τή γῆ, πού δέν πιστεύουν στόν οὐρανό, πού δέν φθάνουν βέβαια νά εἶναι ὑλιστές, μά πού περιορίζουν τό Χριστό «ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ», πού βλέπουν στό πρόσωπο τοῦ Σωτήρα τό χορηγό τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν, τῆς τροφῆς, τῆς ἐνδυμασίας καί τῆς στέγης.
 Οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο μοναχά εἶναι σωστό, μά καί τά δύο μαζί εἶναι ἡ ἀλήθεια. Οἱ ἄνθρωποι βρισκόμαστε στή γῆ, μά εἴμαστε πλασμένοι γιά τόν οὐρανό. Ἡ γῆ εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στόν οὐρανό καί κανείς δέν φθάνει στόν οὐρανό, ἄν δέν περάσει ἀπό τή γῆ. Ὁ οὐρανός εἶναι τό νικηφόρο τέρμα ἐκείνων πού ἀγωνίζονται στό στάδιο τῆς γῆς. Ὁ οὐρανός εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων πού βρίσκονται στή γῆ, μά τή σωτηρία, σάν ἔπαθλο καί σάν στέφανο, δέν τήν κερδίζει κανείς «ἐάν μή νομίμως ἀθλήση». Ἔτσι ἄν ὁ οὐρανός εἶναι τό τέρμα, ἡ γῆ εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ ἀφετηρία˙ κι ἄν τά οὐράνια εἶναι ὁ τελικός σκοπός, τά ἐπίγεια εἶναι ἡ ὁδός καί τό μέσον.
 Ἔτσι δικαιώνεται ἡ ὑλική δημιουργία σάν ἔργο τοῦ Θεοῦ καί δέν μποροῦμε νά λέμε πώς ὁ κόσμος τοῦτος εἶναι μάταιος κι ἡ ζωή ἐδῶ εἶναι ψεύτικη. Μάταια καί ψεύτικα πράγματα δέν δημιουργεῖ ὁ Θεός. Μά στή δημιουργία τῶν ὁρατῶν καί τῶν ἀοράτων, τῶν ἔμβιων καί τῶν ἄβιων ὄντων ὑπάρχει μία προτεραιότητα καί μία ἱεράρχηση βαλμένη ἀπό τό Θεό. Ὑπάρχει μία ἀδιάσπαστη σειρά καί συνέχεια μέσων καί σκοπῶν, μία κλίμακα αἰτίων κι ἀποτελεσμάτων μέ τελικό ἀποτέλεσμα καί ἀπώτατο σκοπό τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τό θρίαμβο καί τή θέωση τῆς πρώτης ἀξίας στή δημιουργία, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
 Ἄν δέν καταλαβαίνουμε ἔτσι τά πράγματα, δέν καταλαβαίνουμε τίποτε ἀπό τόν ἄνθρωπο κι ἀπό τή δημιουργία μέσα στήν ὁποία εἶναι τοποθετημένος ὁ ἄνθρωπος. Δέν καταλαβαίνουμε τίποτε μήτε ἀπό τή γῆ, στήν ὁποία ἀγωνιζόμαστε, μήτε ἀπό τόν οὐρανό, στόν ὁποῖο θέλουμε νά φθάσουμε. Δέν καταλαβαίνουμε τί θά πεῖ κακό καί τί ἀγαθό, τί ἁμαρτία καί τί ἀγώνας γιά τήν ἀρετή. Καί πρό πάντων δέν καταλαβαίνουμε τί εἶναι ἡ σωτηρία γιά τήν ὁποία ἦλθε ὁ Θεός στή γῆ. Κι ἀλήθεια πώς μέ ἄλλα λόγια, σωτηρία εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῶν ἁρμονικῶν σχέσεων ἀνάμεσα στήν ὑλική καί πνευματική δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ἀνάμεσα στή γῆ καί τόν οὐρανό.
 Θά πρέπει νά ἀγνοοῦμε τήν ἀρχέγονη κατάσταση  τοῦ ἀνθρώπου στόν παράδεισο, θά πρέπει νά μήν ἔχουμε ἀκούσει γιά τήν τραγική πτώση τῶν πρωτοπλάστων καί τίς συνέπειές της ἀνάμεσα στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, ἀλλά καί στόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση πού τόν περιβάλλει, γιά νά μή μποροῦμε νά συλλάβουμε τό νόημα τῆς σωτηρίας. Ἀπό τότε μία φοβερή πάλη ἄρχισε ἀνάμεσα στήν ὕλη καί τό πνεῦμα: «ἡ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος καί τό πνεῦμα κατά τῆς σαρκός». Συμπαρασύρθηκε στήν πτώση καί ἡ κτίση καί διαταράχθηκαν οἱ σχέσεις ἀνάμεσα στήν ὑλική καί τήν πνευματική δημιουργία- «τή γάρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη…», ἡ κτίση ὑποτάχτηκε κι αὐτή στή φθορά. Ἔτσι ἡ ἐλπίδα τῆς ἀπολύτρωσης καί τῆς σωτηρίας – ἡ «ἀποκαραδοκία»- εἶναι κοινή, καί τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσης: «πάσα ἡ κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει», ὅλη ἡ κτίση στενάζει καί κραυγάζει ἀπό πόνο, σάν τήν ἑτοιμόγεννη γυναίκα. Οἱ ἄνθρωποι περιμένουν τήν ἀποκατάσταση, νά ξαναγίνουν παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ κτίση περιμένει νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς, τότε πού οἱ ἄνθρωποι θά εἶναι ἐλεύθεροι, σάν παιδιά τοῦ Θεοῦ μέσα στή θεία δόξα- «…καί αὐτή ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης  τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ», δηλαδή κι αὐτή ἀκόμη ἡ κτίση θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ὑποδούλωσή της στή φθορά, καί θά μετάσχει στήν ἐλευθερία πού θά ἀπολαμβάνουν τά δοξασμένα παιδιά τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ) (Λουκά, ΙΘ΄, 1 -10) Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας


 Κατανυκτικό, συγκινητικό και πολύ διδακτικό είναι το περιστατικό, που μάς εξιστορεί, ο Ευαγγελιστής Λουκάς, στην σημερινή ευαγγελική περικοπή. Ο Κύριός μας λίγο πριν από την σταυρική Του θυσία και ύστερα από το Θαύμα τής θεραπείας τού τυφλού, ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα και περνάει ανάμεσα από την ιστορική πόλη Ιεριχώ. Όπως πάντοτε, έτσι και τώρα, πλήθη λαού Τόν ακολουθούν, όπως τα διψασμένα ελάφια τρέχουν στις πηγές. Σε μια στιγμή, τα βλέμματα όλου εκείνου τού κόσμου, στράφηκαν στο σημείο που βρισκόταν μια συκομουριά. Τι συνέβαινε; Στο δεύτερο εκείνο, είχε ανέβει κάποιος, που ήταν χαμηλού σωματικού αναστήματος. Σε όλους ήταν γνωστός. Ήταν αρχιτελώνης στο επάγγελμα και πάμπλουτος.
Να πούμε, ότι την εποχή εκείνη, η ιδιότητα του τελώνη ήταν τελείως διαφορετική από την ιδιότητα τού τελώνη ήταν τελείως διαφορετική από την ιδιότητα τού τελώνη τής σημερινής εποχής.
Οι τότε τελώνες ήταν υπάλληλος, εισπράκτορες φόρων, και επειδή με πολύ φορτικό τρόπο και πολλές φορές με την βία εισέπρατταν τους φόρους αυτούς και κυρίως επειδή το μεγαλύτερο μέρος από τα ποσά που εισέπρατταν τα κρατούσαν για τον εαυτό τους και έτσι έπαιρναν ποσά υπέρογκα από όσα έπρεπε να πάρουν, γι΄ αυτό οι τελώνες τής εποχής, τής Καινής Διαθήκης είχαν χάσει τελείως την υπόληψή τους από τον Ιουδαϊκό λαό. Σε τέτοιο και τόσο μάλιστα σημείο, που τότε, η έννοια τελώνης ταυτιζόταν με την έννοια αμαρτωλός, άδικος, καταχραστής και απατεώνας.
Ο τελώνης λοιπόν της σημερινής περικοπής που ήταν προϊστάμενος των άλλων τελωνών, δηλαδή αρχιτελώνης και ονομαζόταν Ζακχαίος, είχε ακούσει πολλά για τον Ιησού και λαχταρούσε να Τον δει. Επειδή όμως ένεκα του πλήθους και ένεκα του ότι ήταν κοντός δεν μπορούσε να Τον δει, γι΄ αυτό, χωρίς να σκεφθεί τα σχόλια και τις ειρωνείες τού κόσμου, σκαρφάλωσε στην συκομουρία εκείνη, για να δει τον Κύριο. Και ο καρδιογνώστης Ιησούς, όταν τον είδε, τον κάλεσε με το όνομά του και τού είπε: «Ζακχαίε, κατέβα! Σήμερα θα με φιλοξενήσεις!» Ας φανταστούμε την έκπληξη τού Ζακχαίου, όταν άκουσε αυτή την απρόσμενη πρόσκληση!
Τότε, οι περισσότεροι Ιουδαίοι και κυρίως οι ζηλόφθονοι και κακοί Φαρισαίοι που καυχιόταν ότι τάχα τηρούσαν κατά γράμμα τον Μωσαϊκό Νόμο, ενώ όμως δεν εφάρμοζαν το πνεύμα τού Νόμου, δηλαδή των αλήθεια, γόγγυζαν γιατί τάχα ο Κύριος πήγε να φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού.
Ο Ζακχαίος με την παρουσία τού Σωτήρα στο σπίτι του, μετανόησε αμέσως και άλλαξε τρόπο ζωής. Μεταβλήθηκε, έγινε νέος άνθρωπος. Πήρε μεγάλες αποφάσεις. Με ειλικρίνεια και ταπείνωση φώναζε δυνατά, ότι τα μισά του υπάρχοντα θα δώσει στους φτωχούς. Και όσους ζημίωσε, θα τους αποζημιώσει στο τετραπλάσιο. Και πραγματικά, πραγματοποίησε τις αποφάσεις του. Και ο Κύριος βεβαίωσε, ότι στο σπίτι τού Ζακχαίου ήλθε η σωτηρία. Και έκλεισε τα Θεϊκά Του λόγια, με την διακήρυξη, ότι ήλθε στην γη, για να αναζητήσει, να βρει και να σώσει το χαμένο πρόβατο, δηλαδή τον άνθρωπο.
Και αυτά μεν, ακούσαμε από το σημερινό Ευαγγέλιο.
Τι διδασκόμαστε;
Πρώτο: Ότι ο Χριστός ήλθε στη γη, για να μας σώσει, για να μάς φέρει κοντά Του, για να μάς χαρίσει την Βασιλεία Του και την αιώνια ζωή. Και ήλθε στη γη από άπειρη αγάπη για μάς, που πλανιόμασταν στον δρόμο τού κακού και τής αμαρτίας. Και όπως ο καλός βοσκός ζητάει και τελικά βρίσκει ύστερα από περιπέτειες και κινδύνους πολλούς το χαμένο πρόβατο και χαίρεται γι΄ αυτό, έτσι και ο καλός Ποιμένας, ο Σωτήρας του κόσμου, φέρνει κοντά Του τον άνθρωπο που επιστρέφει σ΄ Αυτόν με την μετάνοια και οδηγείται στην λογική μάνδρα, δηλαδή στην Εκκλησία του Χριστού.
Παρατηρούμε, ότι ο Ζακχαίος είχε ένα επάγγελμα πολύ προσοδοφόρο και γι΄ αυτό ήταν βαθύπλουτος. Πριν συνδεθεί με τον Χριστό ήταν ευτυχής; ΟΧΙ! Δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένος, παρόλο ότι ήταν πλούσιος και παρά το ότι δεν τού έλειπε τίποτα, παρόλο ότι ζούσε με όλες τις ανέσεις. Και όμως, ήταν δυστυχής, γιατί στα βάθη της ψυχής του υπήρχε μεγάλο χάσμα, μεγάλο κενό, επειδή απουσίαζε από την καρδιά του ο Θεός.
Επομένως, τα υλικά αγαθά, τα πλούτη κ.λ.π. δεν κάνουν τον άνθρωπο υποχρεωτικά και ευτυχισμένο. Μόνο η παρουσία του Θεού μέσα στον άνθρωπο συμπληρώνει εξ ολοκλήρου και αγιάζει την ψυχοσωματική ύπαρξη τού ανθρώπου και τον κάνει πραγματικά ευτυχισμένο.
Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή επίσης βλέπουμε, ότι το παράδειγμα τής επιστροφής τού Ζακχαίου, είναι χαρακτηριστικό δείγμα τής δυνάμεως τής μετανοίας και τής αγαθότητας τού Θεού.
Τέλος, διδασκόμαστε ότι δεν πρέπει να αδικούμε, ούτε να ζημιώνουμε τούς συνανθρώπους μας. Και αν ως άνθρωποι συνέβη να έχουμε αδικήσει η ζημιώσει κάποιον, οφείλουμε να αποκαταστήσουμε την βλάβη, την ζημιά ή την αδικία που τού προξενήσαμε.
Αυτό έκανε ο Ζακχαίος και αξιώθηκε με την μετάνοια και την ταπείνωση του και τον πνευματικό του πόθο, να φιλοξενήσει τον Σωτήρα του κόσμου. Και εμείς μπορούμε να δεχθούμε τον Κύριο στα σπίτια μας. Πως; Όταν συμπαραστεκόμαστε στους φτωχούς και στους πάσχοντες. Όταν ζούμε μυστηριακή ζωή, όταν έχουμε συνειδητή ένωση με τον Σωτήρα μας Χριστό.
Αλλά για να το πετύχουμε αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι, όπως διδάσκει και ο Ισαάκ ο Σύρος να προετοιμάσουμε, να καθαρίσουμε τις καρδιές μας με την ενθύμηση του Θεού, Αμήν.

Η μετάνοια του Ζακχαίου και η οικονομική κρίση

Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη
Οι περικοπές της Αγίας Γραφής αυτής της Κυριακής που έχει επιλέξει η Εκκλησία μας να μελετήσουμε, αποβλέπουν στην πνευματική μας οικοδομή και στην εν Χριστώ σωτηρία μας. Η Αποστολική περικοπή από την Προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (7,26-8,2) αναφέρεται στην μοναδικότητα του Ιησού Χριστού, ως του μόνου Αληθινού Θεού, που πραγματοποιεί την Σωτηρία του Ανθρωπίνου Γένους. Η Ευαγγελική Περικοπή από το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστού Λουκά (19,1-10) αναφέρεται στην ειλικρινή μετάνοια του ανθρώπου, ως μέσον που οδηγεί τον εαυτόν του, με τη χάρη του Θεού, στην εν Χριστώ σωτηρία του.
Έτσι στην Αποστολική Περικοπή βλέπουμε ποιός προσφέρει την Σωτηρία μας, που είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Στην Ευαγγελική Περικοπή βλέπουμε πως εμείς οι άνθρωποι, σε προσωπικό επίπεδο, μπορούμε να πετύχουμε αυτή τη σωτηρία που προσφέρει σε μας ο Ιησούς Χριστός.
Έτσι, μέσα από την ειδική αναφορά του Ευαγγελιστού Λουκά στην Ιστορία του Ζακχαίου, έχουμε ένα ζωντανό παράδειγμα, το οποίο οφείλουμε να μιμηθούμε, εάν πράγματι θέλουμε κι εμείς να σωθούμε από τις αμαρτίες μας και να γίνουμε μέτοχοι της Βασιλείας του Θεού.
Ο Ζακχαίος, αν και ήταν ένας μεγάλος αμαρτωλός, εντούτοις όταν έδειξε ειλικρινή μετάνοια, εσώθηκε.
Είναι γνωστόν ότι στην εποχή του Χριστού, κατά τον πρώτο αιώνα, οι Ρωμαίοι, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, αντί να μαζεύουν οι ίδιοι τους φόρους από τους λαούς που είχαν υποδουλώσει βίαια με τη δύναμη των όπλων, έδιναν το δικαίωμα αυτό σε οποιονδήποτε τους έδινε περισσότερα. Αυτοί λοιπόν, ήσαν οι γνωστοί Τελώνες, οι οποίοι προσπαθούσαν με τη σειρά τους να κερδίσουν διπλάσια απ’ όσα θα πλήρωναν στους Ρωμαίους τυρράνους τους. Καταλαβαίνετε όμως την άδικη εκμετάλλευση, που γινόταν σε βάρος του λαού, διότι κι οι μεγάλοι Τελώνες, οι Αρχιτελώνες, έπρεπε να δώσουν το δικαίωμα της συλλογής φόρων σε άλλους περιφερειακούς συναδέλφους τους, κι αυτοί με τη σειρά τους επεδίωκαν πάλι να κερδίσουν περισσότερα χρήματα σε βάρος του λαού. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει παντού η φτώχεια, η κοινωνική αδικία κι η μιζέρια. Πωλούσαν την περιουσία και τα σπίτια των φτωχών ανθρώπων για ασήμαντα ποσά, ή ακόμη για μικρά κι ασήμαντα χρέη, πολλοί έχαναν την ελευθερία τους και εγίνοντο σκλάβοι. Η απελπισία κι η απόγνωση κυριαρχούσε παντού. Το επίσημο κράτος εστήριζε και τροφοδοτούσε την κάθε λογής κοινωνική αδικία, διότι οι φορείς του ήσαν άνθρωποι διεφθαρμένοι, που εσυμπεριφέροντο απάνθρωπα. Αυτοί οι ολίγοι πλούσιοι ζούσαν σε βάρος του φτωχού λαού. Αυτή η κοινωνική αδικία καταδικάστηκε ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια από τον Ιησού Χριστόν.
Ο Απόστολος Λουκάς θεώρησε ότι, το περιστατικό με τον Αρχιτελώνη Ζακχαίο, έχει σχέση και με τη δική μας σωτηρία. Γι’ αυτό και το κατέγραψε στο Ευαγγέλιό του.
Πρώτα απ’ όλα βλέπουμε στο πρόσωπο του Ζακχαίου, ενός μεγάλου αμαρτωλού, να υπάρχει η δυνατότητα της σωτηρίας. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα για μας.
Πρώτον, αν θεωρούμε ότι κάποιος ανάμεσά μας είναι μεγάλος αμαρτωλός, όπως οι Αρχιτελώνες, πρέπει να προσευχόμαστε για την μετάνοιά του και τη σωτηρία του. Γι’ αυτό κι άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, στην σχετική του επιστολή τονίζει «καλύπτει πλήθος αμαρτιών η ενέργειά μας να καταφέρουμε να οδηγήσουμε κάποιον κοντά στο Χριστόν»
Δεύτερον, αν πάλι αισθανόμαστε οι ίδιοι ότι είμαστε αμαρτωλοί πρέπει να δείξουμε την ίδια μετάνοια που έδειξεν κι ο Ζακχαίος και νάμαστε τότε σίγουροι ότι μπορούμε να σωθούμε, με τη χάρη του Χριστού, όπως κι ο Ζαγχαίος.
Σε μας εναπόκειται να προσέλθουμε με πραγματική μετάνοια κοντά στους κληρικούς μας για να εξο-μολογηθούμε τις αμαρτίες μας, τις αδικίες μας και τα σφάλματα μας, στηρίζοντας εκεί που μπορούμε το φιλανθρωπικό και Ιεραποστολικό έργον της Εκκλησίας μας.
Η Εκκλησία μας, μας περιμένει με πολύ αγάπη να μας προστατέψει, γιατί είμαστε τα αγαπημένα της παιδιά. Κι αν υπάρχουν μερικοί που μας πικράνουν, όπως αυτοί που διαμαρτυρήθησαν γιατί ο Ιησούς Χριστός πήγε στο σπίτι ενός αμαρτωλού, αυτό δεν θα μας πτοήσει να συνεχίσουμε με πίστη στο Θεό το θεάρεστο διακονικό έργον μας, για το καλό όλων μας, τόσο στον κόσμο αυτό, όσο και στον μέλλοντα, στην αιώνιο Βασιλεία των Ουρανών.
Τελικά η οικονομική κρίση μπορεί να λυθεί όταν οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να μιμηθούν τον Ζακχαίο και να μοιρασθούν όσα έχουν μ’ αυτούς που δεν έχουν, κι αυτοί που έκλεψαν να τα επιστρέψουν στους δικαιούχους.

Περιέργεια Ιερή...

του Αρχιμ. Χρυσόστομου Χρυσόπουλου,
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αύριο  μας σκιαγραφεί  άριστα τον πρωταγωνιστή της ευαγγελικής περικοπής. Ονομαστικά και καλά αποδείχθηκε ότι τον ήξερε  ο Κύριος. Είναι ο Ζακχαίος.  Για εκείνον,  και τους όμοιούς του, ήρθε  ο Χριστός στην γη. Τους βρήκε  στις πόλεις τους για να τους μεταθέσει στην δική του πολιτεία, σ’ αυτή των σωσμένων, των δικαιωμένων,  των μετανοημένων.
  Συνεχίζει ο Χριστός  τη  πορεία  Του.  Τον  βλέπουμε  να πηγαίνει στην Ιεριχώ,  όχι ως επισκέπτης  περαστικός, αλλ’ ως δάσκαλος  μοναδικός.  Πολλοί  Τον άκουγαν  και Τον ακολουθούσαν. Έναν ξεχωρίζει,  σαν να ήταν αυτός που όντως  έψαχνε  και ήθελε  μόνο να συναντήσει. Αυθόρμητη η κίνηση  του Ζακχαίου,  άμεση η αντίδραση  Εκείνου,  κάλεσμα  και σωτηρία.  Τον  γνώριζε μεν ο Κύριος, αλλά και οι συμπολίτες  του,  δεν ήταν και τόσο αγαπητό πρόσωπο.
  Η περιγραφή  του Ζακχαίου  έχει ως εξής : κοντός στο ανάστημά του, αρχιτελώνης  στο επάγγελμά του, άρα πλούσιος.  Αν ρωτούσαμε  τον περίγυρό  του θα τον παρουσίαζε  με δύο λέξεις,  κλέφτης  και άδικος.  Οι πράξεις μας  είναι αυτές που μας χαρακτηρίζουν, εκείνες  προδίδουν και τον εσωτερικό μας κόσμο. Ήθελε να δει τον Ιησού και ανεβαίνει στο δέντρο.  Ψάχνει  και βρίσκει λύση για να υπερβεί το μειονέκτημα (;) του ύψους  και του πλήθους  τον συνωστισμό.  Οι κινήσεις  του είχαν  αίσιο αποτέλεσμα,  την επίσκεψη  του Κυρίου στο σπίτι του. Σώζει αυτόν και όλη την οικογένεια.
  Η χάρη του Θεού δεν περιορίζεται σ’ όσους Τον πλησιάζουν με πολλά λόγια και επιφανειακά έργα, σ’ αυτούς που δηλώνουν ειλικρίνεια ή που κρύβουν υστεροβουλία.  Η ματιά Του τρέχει σ’ ανύποπτα μέρη, εκεί που ζουν οι περιθωριακοί και οι προβληματικοί, οι «κοντοί»  για την κοινωνία, οι «ψηλοί» για την Εκκλησία. Βλέπει εκείνους που στερούνται δήθεν εκκλησιαστικής εμπειρίας και που σε  δεδομένη όμως στιγμή φέρονται και φαίνονται  με  ύψη μεγάλα πνευματικότητας. Αν δεν σηκώσουμε  και εμείς το ανάστημά μας, δεν θα Τον δούμε,  άρα και δεν θα μας μιλήσει.
  Υπάρχει πάντα μια ιδιαίτερη δύναμη – διαβολική -,  που δεν μας αφήνει  να βρούμε δέντρο  για να ανέβουμε και να δούμε τον Χριστό που περνά από τους δρόμους της ζωής μας και τις πόλεις των οικογενειών μας. Είμαστε «μικροί», δεν μπορούμε να υπερβούμε  τους πειρασμούς που μας κρύβουν  την θέα και απαγορεύουν την συνάντηση μαζί Του. Όταν  όμως το τολμήσουμε, τότε θα νικήσουμε.
  Άλλες φορές η εκούσια επιλογή ζωής με αμαρτία και ασωτία, δεν μας επιτρέπει να βρούμε δέντρο για να κάνουμε την ουσιαστική  ανάβαση, παραμένουμε χαμηλά και μας συνθλίβουν  οι επιλογές  μας. Εμείς θελήσαμε και έτσι ζήσαμε. Χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια  και  αποφασιστικότητα για να δούμε  Χριστού πρόσωπο, δεν είναι ακατόρθωτο. Πρέπει να ποθήσει  η καρδιά μας και να κάνει κόπο, ώστε να βρει τον τρόπο και τόπο για ν’ ανέβει. Τότε, θα συναντηθεί η ιερή περιέργειά μας με τα μάτια Του και ο λόγος Του με την ψυχή μας.
  Ο Θεός θέλει όντως να ξεχωρίζουμε. Όχι στην εξωτερική  εμφάνιση ή δύναμη,  ούτε βέβαια στην ανομία. Ξεχωριστοί να είμαστε στην εμπιστοσύνη  στο θέλημά Του, στην  αναγνώριση της αμαρτωλότητάς μας,  στην έμπρακτη  μετάνοια  και στην ελεημοσύνη. Βήματα που τ’  ακολούθησε  ο Ζακχαίος,  τα είδε και τα εκτίμησε ο Κύριος.  Όταν  το αποφασίσουμε και εμείς,  τότε θα γίνουμε  «γίγαντες» μετάνοιας  και ομολογίας, θ’ αφήσουμε  τους άλλους να είναι «νάνοι»  δυσπιστίας και κακεντρέχειας.  Σαν αυτούς που είδαμε γύρω του και βλέπουμε  γύρω μας.  Είναι όλοι αυτοί  που δεν χαίρονται  όταν αλλάζει  και σώζεται  ο άλλος, ο διπλανός τους. Ίσως χρειάζεται  η κοινωνία μας  κάθε λογής  περιθωριακούς  και αλλιώτικους  τύπους για να ασχολείται  μαζί τους κατακρίνοντάς τους,  να ξεχωρίζει  εκείνη έναντι  αυτών  και ν’ αυτοδικαιώνεται  για την καλή διαγωγή της. Η παραβατικότητα  των άλλων εύκολα γίνεται αφορμή για σχόλια  και ποτέ  θέμα προσευχής.  Η  μεταστροφή δεν φέρνει πάντα χαρά και ικανοποίηση.  
  Αρκετές  φορές στην ζωή μας βλέπουμε  τον Χριστό  να περνά από μπροστά μας,  νεογέννητος τα Χριστούγεννα, πάσχων την Μεγάλη Εβδομάδα και από μακριά  αναστημένος το Μεγάλο Σάββατο. Εμείς παραμένουμε  στριμωγμένοι μεταξύ προβλημάτων  και αβεβαιότητας, ανάμεσα  στην ρουτίνα και την ανασφάλεια. Ο Κύριος  όμως έδειξε  ότι δεν μας θέλει νωθρούς  ή μοιρολάτρες. Ας αποκτήσουμε κάποτε την αυτοπεποίθηση και να επιχειρήσουμε το σωστικό ανέβασμα στην ζωή μας, για να έχουμε δυναμική  στην πίστη μας.  Τότε σίγουρα  θ’ ακούσουμε την βεβαίωση ότι σωθήκαμε, όχι μόνο ως άτομα αλλά και ως  οικογενειακή εστία.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013


Αγίου Χαραλάμπους
(10 Φεβρουαρίου)
Η  θαυματουργική πίστις
του Σεβασμιωτάτου πρώην Μητροπολίτου Φλωρίνης
κ. Αυγουστίνου Καντιώτη

από το βιβλίο του «Μυρίπνοα άνθη»
Σ'  αυτό το  κήρυγμα,  αγαπητοί,  θα  μιλήσουμε  για κάποιο     μεγάλο    μάρτυρα της πίστεως  μας,  πού  φέρνει στη μνήμη μας τα αγιασμένα -μέρη της Μικράς Ασίας,   έχει οπού  επί αιώνες μέχρι το 1922 υπήρχε  ένας ολόκληρος χριστιανικός κόσμος.
Μικρά Ασία,  αλησμόνητη χώρα!  Όπου κι  αν σκάψη κανείς, θα βρη κόκκαλα ηρώων, λείψανα αγίων, σταυρούς και εικονίσματα και ερείπια από εκκλησιές και μοναστήρια. Όλα τώρα έχουν χαθή και όσοι κατάγονται από τα μέρη αυτά κι ήρθαν στην Ελλάδα, με συγκίνησι θυμούνται τις χαμένες πατρίδες, πού γέννησαν τόσους ήρωες και μάρτυρες όσους καμμιά άλλη χριστιανική χώρα. Ένας από τους μάρτυρες αυτούς είναι κι ο άγιος Χαράλαμπος, που τον γιορτάζουμε στις 10 Φεβρουαρίου. Γι΄ αυτόν θα μιλήσουμε, γιατί ο βίος του δείχνει, πόσο μεγάλη είναι η δύναμις της πίστεως που διδάσκει το Ευαγγέλιο.
*   *   *
Ο  άγιος  Χαράλαμπος  έζησε  τον 2ο   μΧ    αιώνα. Γεννήθηκε σε μια πόλι της Μικοάς Ασίας, την   Μαγνησία, που δεν απέχει πολύ απ' την πολύκλαυστη Σμύρνη. Οι χριστιανοί της πόλεως εκτίμησαν τον άγιο Χαράλαμπο για τον αγνό του χαρακτήρα και τη μεγάλη του πίστι και τον εξέλεξαν ιερέα. Ο κόσμος σήμερα ακούει τη λέξι «ιερεύς» και δεν δίνει καμμιά σημασία. «Παπάς», σου λέει ο άλλος. Και τα παιδιά ακούγοντας τους μεγάλους να μιλούν περιφρονητικά για τους ιερείς δεν θέλουν να γίνουν ιερείς όταν μεγαλώσουν, και ο ιερεύς υστέρα από μερικά χρόνια θα είναι κάτι σπάνιο. Γι΄ αύτη την περιφρόνησι προς την ιερωσύνη φταίνε βέβαια και μερικοί ανάξιοι ιερείς, πού δεν τιμούν την ιερή τους αποστολή. Άλλ' ο άγιος Χαράλαμπος δεν ήταν ένας από τους συνηθισμένους παπάδες, ήταν ιερεύς πού είχε συναίσθησι της αποστολής του. Λειτουργούσε και έκλαιγε από συγκίνησι. Κήρυττε το λόγο του Θεού και έκανε τις πιο ψυχρές καρδιές να συγκινούνται και ν' αγαπούν το Χριστό. Αγαπούσε τους φτωχούς και τους αρρώστους και επισκεπτόταν τα σπίτια των χριστιανών και συμβούλευε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μένουν πιστοί στο Χριστό.
Τον ιερέα Χαράλαμπο τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν όλοι. Ήταν με τα λόγια του και με τη ζωή του ένα δυνατό φως, πού φώτιζε όχι μονάχα τους χριστιανούς της πόλεως της Μαγνησίας, αλλά η λάμψις του έφθανε ακόμα μακρύτερα. Άλλα το φως αυτό δεν ήταν ευχάριστο στους ανθρώπους πού ζούσαν μέσ' στην αισχρή ειδωλολατρία. Και οι ειδωλολάτρες δεν ήταν λίγοι, ήταν πολλοί τότε, κι είχαν μαζί τους και το κράτος.
Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας έγινε ένας, πού μισούσε τους χριστιανούς και αποφάσισε να τους καταδίωξη με όλη τη δύναμι πού είχε. Ωνομαζόταν Σεπτίμιος Σεβήρος. Αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα στα μέρη της Μικράς Ασίας, σαν να πούμε νομάρχης, ήταν ένας πού λεγόταν Λουκιανός. Ήταν  κι' αυτός άγριος διώκτης   των  χριστιανών,   όπως   και  ο   αυτοκράτορας. Αυτός έδωσε  διαταγή  να συλλάβουν τον άγιο  και να τον φέρουν μπροστά του. Ο άγιος Χαράλαμπος ήταν πια πολύ γέρος. Ήταν 113 χρονών. Κι όμως, παρά τα βαθειά γεράματα, δεν έπαυε να λειτουργή και να εξυπηρετή     το λαό. Δεν ίσχυε,   βλέπετε,  στην  Εκκλησία τότε ο σημερινός νόμος του  κράτους, πού  υποχρεώνει τον παπά να φεύγη από την υπηρεσία του στα 75 χρόνια.  Αυτό δεν είναι  σύμφωνο  με τους  ιερούς  Κανόνας. Ο  ιερεύς, εφ' όσον αισθάνεται     τον εαυτό του  καλά, πρέπει να μένη στη  θέσι του  και  στα βαθειά γεράματα του. Ένας γέρος παπάς με άσπρα μαλλιά είναι στην ενορία του πολύ σεβαστός  και τα λόγια του ακούγονται με μεγάλη προσοχή, σαν μια φωνή πού προέρχεται από την αιωνιότητα.
Γέρος 113 χρονών ήταν ο άγιος Χαράλαμπος, αλλά μέσα στο γεροντικό αυτό κορμί υπήρχε μια καρδιά πού δεν γερνούσε από το χρόνο, μια καρδιά που ήταν πάντα νέα. Έτσι είναι αυτός πού πιστεύει, στο Χριστό, και όταν ακόμη γεράση, δεν χάνει τον ενθουσιασμό του' είναι πάντα νέος.
Ο τύραννος Λουκιανός νόμιζε πώς ένα γέρο άνθρωπο ήταν εύκολο να τον κάμη να λυγίση, ν' αρνηθή το Χριστό και να προσκύνηση τα είδωλα. Οι γέροι αγαπούν πολύ τη ζωή και τρέμουν το θάνατο και κάνουν τα πάντα για να προσθέσουν στη ζωή τους μερικές μέρες. Μα ο άγιος Χαράλαμπος δεν φοβόταν το θάνατο. Ήταν στην πίστι βράχος. Τίποτα δεν μπορούσε να τον κλονίση. Τα λόγια, που του έλεγε ο τύραννος για ν' αρνηθή το Χριστό, έκαναν τον άγιο Χαράλαμπο πιο αποφασιστικό και θαρραλέο. Η ανησυχία μέσα του μεγάλωνε. Απαντούσε με παρρησία. Εγώ, έλεγε στον τύραννο, τόσα χρόνια υπηρετώ το Χριστό και δεν τον αρνήθηκα ποτέ, και τώρα στα γεράματα μου, πού από ώρα σε ώρα περιμένω το θάνατο, να τον αρνηθώ ; Ποτέ! Ο θάνατος θα με φέρη κοντά στο Χριστό.
Ο τύραννος εξωργίστηκε απ' την ηρωική αντίστασι του αγίου και διέταξε φοβερό μαρτύριο' διέταξε να γδάρουν τον άγιο Χαράλαμπο ζωντανό. Ανατριχιάζει κανείς ακούγοντας ένα τέτοιο μαρτύριο. Αλλ' ο άγιος δεν τρόμαζε. Η καρδιά του ήταν δοσμένη στο Χριστό και ο Χριστός του έδωσε δύναμι να νικήση τον πειρασμό αυτό και να θριάμβευση. Μόλις οι στρατιώτες άρχισαν το φοβερό μαρτύριο, ο άγιος με τη θερμή του προσευχή έκαμε θαύμα και τα χέρια των στρατιωτών σταμάτησαν, και ο τύραννος φοβήθηκε, και ο άγιος απ' το μαρτύριο αυτό βγήκε πιο λαμπρός και με μεγαλύτερη δύναμι κήρυττε το Χριστό. Η φήμη του ξάπλωσε παντού. Ω τί μπορεί να κάμη ένας άγιος ιερεύς, σαν τον άγιο Χαράλαμπο!
Η φήμη του αγίου έφθασε μέχρι τα ανάκτορα, και όταν ο αυτοκράτορας περιώδευε την Ανατολή και πήγε στην Αντιόχεια, διέταξε να φέρουν μπροστά του τον άγιο. Για δεύτερη φορά ο άγιος Χαράλαμπος ανακρίνεται' ανακρίνεται απ' τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Αλλά και για δεύτερη φορά ομολογεί την πίστι του. Ο αυτοκράτορας αγρίεψε και διέταξε να τον βασανίσουν και τέλος να τον αποκεφαλίσουν. Ο άγιος έδειξε τόση καρτερία στο μαρτύριο του, ώστε τρεις στρατιώτες απ' τους δήμιους του, άπιστοι μέχρι την ώρα εκείνη, αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή του βασιλιά και φώναξαν: Είμαστε κι' εμείς χριστιανοί. Άλλα και αύτη η κόρη του, Γαλήνη, βλέποντας τα θαύματα του αγίου πίστεψε στο Χριστό. Και άλλοι ακόμα, ειδωλολάτρες, άνδρες και γυναίκες, μαζί με την κόρη του βασιλιά ομολόγησαν την πίστι τους και μαρτύρησαν μαζί με τον άγιο.
Αγαπητοί μου! Όσοι διαβάζουν τους βίους των αγίων και βλέπουν τι μαρτύρια υπέφεραν για το Χριστό, απορούνε που εύρισκαν τη δύναμι αύτη. Άλλα στην απορία αύτη άπαντα το Ευαγγέλιο. Μας διηγείται ότι μια κόρη, πού ήταν δαιμονισμένη και καμμιά δύναμις δεν μπορούσε να την θεραπεύση, ξαφνικά έγινε καλά. Πώς; Η μάνα της παρακάλεσε το Χριστό να κάμη καλά την κόρη της, τον παρακάλεσε με πίστι μεγάλη, και ο Χριστός άκουσε την παράκλησι της μάνας και μια δύναμις αόρατη, η δύναμις του Χριστού, έδιωξε απ' την ψυχή της κόρης όλα τα δαιμόνια. Αυτή η πίστις στο Χριστό είναι εκείνη που έδωσε δύναμι στον άγιο Χαράλαμπο να διώχνη δαιμόνια, να γιατρεύη άρρωστους, να κάνη θαύματα και, το πιο σπουδαίο, να υποφέρη όλα τα φοβερά μαρτύρια και μέχρι την τελευταία του αναπνοή να ομολογή την πίστι του. Αυτή η πίστις μέχρι σήμερα δίνει δύναμι σ' όσους πιστεύουν να νικούν τους πειρασμούς, τους διωγμούς και τα μαρτύρια και με παρρησία παντού να ομολογούν την Ορθοδοξία. Στον καθένα απ' αυτούς, παλαιούς και νέους μάρτυρες, ταιριάζει ο λόγος που είπε ο Χριστός στη γυναίκα: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. 15, 2θ). Ω μάρτυρες, μεγάλη η πίστις σας! Σας παρακαλούμε δεηθήτε στον Κύριο για να δώση και σ' εμάς την πίστι τη δική σας.
ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
(10 Φεβρουαρίου)
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο άγιος Χαράλαμπος καταγόταν από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Γεννήθηκε στα τέλη του 1ου αιώνα μ. Χ. και μαρτύρησε σε ηλικία 113 ετών. Όταν ξέσπασε διωγμός εναντίον των Χριστιανών, στα χρόνια του Σεπτιμίου Σεβήρου, κάποια πνευματικά τέκνα του αγίου Χαραλάμπους προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγη, για να μη συλληφθή. Εκείνος, φυσικά, αρνήθηκε, γιατί είναι αδύνατο στον καλό ποιμένα να εγκαταλείψη το ποίμνιό του την ώρα του κινδύνου και γιατί ήταν έτοιμος κάθε στιγμή για την ομολογία και το μαρτύριο. Συνελήφθη και βασανίσθηκε απάνθρωπα, αλλά αντιμετώπισε τα φρικτά βασανιστήρια με θαυμαστή ανδρεία, αφού προηγουμένως ομολόγησε με παρρησία την πίστη του. Αρκετοί στρατιώτες, από αυτούς που διατάχθηκαν να βασανίσουν τον γέροντα Ιερέα, βλέποντάς τον να υπομένη τα απάνθρωπα βασανιστήρια με τόση γενναιότητα, αλλά και με απίστευτη ηρεμία, καθώς και τα θαύματα που έγιναν με την προσευχή του, πίστεψαν στον Χριστό και τον ομολόγησαν Κύριο και Θεό τους. Ο έπαρχος θορυβήθηκε από την ομαδική μεταστροφή και διέταξε να τον αφήσουν ελεύθερο. Αργότερα, ο ίδιος ο Σεβήρος, μη μπορώντας να αντέξη την παρρησία και την ανδρεία του γέροντα, διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Λαμβάνοντας αφορμή από τον βίο και την πολιτεία του αγίου Χαραλάμπους, θα θέλαμε να τονίσουμε τα εξής:
Πρώτον. Το όνομα Χαράλαμπος είναι σύνθετο. Αποτελείται από το ουσιαστικό χαρά και το ρήμα λάμπω. Πραγματικά, ο άγιος Χαράλαμπος ήταν ένα φωτεινό πρόσωπο, στο οποίο ακτινοβολούσε η τέλεια χαρά. “Η τέλεια χαρά εδράζεται στην ταπεινοφροσύνη, ενώ η εισαγωγική χαρά δεν είναι απαλλαγμένη από την φαντασία” (άγιος Διάδοχος Φωτικής). Ήταν ειρηνικός, γαλήνιος και με χαρούμενη διάθεση, ακόμα και κατά την ώρα των φρικτών βασανιστηρίων.
Η χαρά δεν είναι απλό συναίσθημα, αλλά καρπός του Αγίου Πνεύματος, που δίδεται ως δωρεά σε εκείνους, οι οποίοι με την μυστηριακή ζωή και την άσκηση καθάρισαν τον νού και την καρδιά τους από τα πάθη και κατεσκήνωσε μέσα τους η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η χαρά συνδέεται στενά με την ταπεινοφροσύνη και την μετάνοια. Όταν ένας άνθρωπος μετανοή και επιστρέφη στον Θεό, τότε χαίρεται και πανηγυρίζει όλος ο ουρανός, οι Άγιοι και οι Άγγελοι. “Χαρά γίνεται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι”. Αλλά και ο ίδιος όταν μετανοή ειλικρινά λαμβάνει την άφεσιν των αμαρτιών του και γεύεται την χάρη του Αγίου Πνεύματος, ανάλογα με την δεκτικότητά του.
Η χαρά συνδέεται και με την ανιδιοτελή αγάπη, που είναι και αυτή καρπός του Αγίου Πνεύματος. Στην παραβολή του Ασώτου υιού, που είπε ο Χριστός, βλέπουμε καθαρά το πόσο στενά συνδέεται η χαρά με την αληθινή αγάπη. Όταν ο άσωτος υιός επιστρέφη στην πατρική οικία, την Εκκλησία, ο Πατέρας του, ο άγιος Τριαδικός Θεός, τρέχει να τον προϋπαντήση με ανοικτές αγκάλες. Τον ντύνει με την λαμπρή στολή της θεία Χάριτος, του δίδει το δακτυλίδι της υιοθεσίας, θυσιάζει το σιτευτό μοσχάρι, τον μονογενή Του Υιό, και χαίρουν και ευφραίνονται.
Όταν ο άνθρωπος κυριαρχείται από τα πάθη και κυρίως από το ολέθριο πάθος της υπερηφανίας, δεν μπορεί να χαρή πραγματικά την ζωή του. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έλεγε ότι ο άνθρωπος θα υποφέρη στην ζωή του μέχρι να αποκτήση ταπείνωση. Ο μεγάλος αδελφός της παραβολής, στην οποία αναφερθήκαμε, δεν μπόρεσε να χαρή μαζί με τον Πατέρα του και τον αδελφό του, επειδή δεν αγαπούσε αληθινά. Η αγάπη του ήταν ψεύτικη και εμπαθής, αφού ήταν κυριευμένος από τα πάθη της υπερηφανείας και του φθόνου.
Δεύτερον. Ο άγιος Χαράλαμπος δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του την ώρα του κινδύνου. Έτσι συμβαίνει με τους γνήσιους μαθητές του Χριστού. Δεν θυσιάζουν τους άλλους για να ζήσουν αυτοί, αλλά θυσιάζονται υπέρ του ποιμνίου τους, για το οποίο, άλλωστε, κοπιούν καθημερινά με μεγάλη αυταπάρνηση και προθυμία.
Οι Άγιοι αντιμετωπίζουν στην ζωή τους πολλούς και μεγάλους πειρασμούς, αλλά και πενθούν για τα πάθη και τις αμαρτίες τους. Όμως δεν λυπούνται άμετρα χωρίς ελπίδα, ούτε και χαίρονται άμετρα, αλλά εγκρατεύονται και στην χαρά και στην λύπη, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι “η πολλή λύπη οδηγεί την ψυχή στην απελπισία, όπως και η πολλή χαρά την οδηγεί στην υπερηφάνεια. Και ότι το ενδιάμεσο μεταξύ της λύπης και της χαράς είναι η ελπίδα” (Άγιος Διάδοχος Φωτικής). Έπειτα, η Χάρις του Θεού παρηγορεί και ευφραίνει την ψυχή που ταπεινώνεται και θρηνεί για τις αμαρτίες της.
Πολλές φορές, “σκεπτόμενοι συνεχώς το μέλλον χάνουμε το παρόν και δεν χαιρόμαστε αληθινά την ζωή μας”. (Άγιος Νεκτάριος). Η εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού διώχνει την αγωνιώδη μέριμνα και το άγχος, που μας μαυρίζουν κυριολεκτικά την ζωή και δεν μας επιτρέπουν να χαιρόμαστε αληθινά.
Συνήθως παραπονούμαστε ότι η κοινωνία στην οποία ζούμε, δεν μας επιτρέπει να χαρούμε αληθινά την ζωή μας, λές και φταίνε οι άλλοι για τα πάθη, τα λάθη και τις αποτυχίες μας. Εάν η ζωή μας είναι παράδεισος ή κόλαση γι’ αυτό δεν ευθύνονται οι άλλοι, αλλά εμείς οι ίδιοι, γιατί οι συνάνθρωποί μας δεν είναι η κόλασή μας, όπως υποστηρίζουν οι άθεοι υπαρξιστές, αλλά η χαρά μας. Ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, όταν συναντούσε κάποιον άνθρωπο τον αποκαλούσε χαρά του. Αντί άλλου χαιρετισμού, του έλεγε: “Χριστός Ανέστη χαρά μου”.
Τέλεια χαρά δεν είναι δυνατόν να υπάρξη χωρίς την ταπείνωση και την αγάπη. Άλλωστε, η σωτηρία μας περνάει μέσα από την ταπείνωση, την μετάνοια και την ανιδιοτελή αγάπη για τους συνανθρώπους μας, τους ελαχίστους αδελφούς του Χριστού.

Ο Άγιος Χαράλαμπος


† ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ 
Ο Άγιος Χαράλαμπος

Ο ιερεύς της Μαγνησίας
Ο Άγιος Χαράλαμπος ο Ιερομάρτυς και θαυματουργός, γεννήθηκε στην Μαγνησία το 90 μ.Χ. περίπου και μαρτύρησε στα χρόνια των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης. Η Μαγνησία αυτή κατά πάσαν πιθανότητα ήτανε στη Θεσσαλία. Τα ερείπιά της σώζονται ακόμη κοντά στο χωριό που λέγεται «Μηλιές». Είχε το ευτύχημα να γεννηθή από γονείς ευσεβείς χριστιανούς που κρατούσανε την πίστι τους στο Χριστό με κίνδυνο της ζωής τους στους δύσκολους, αλλά ηρωικούς εκείνους χρόνους των διωγμών.
Στην Μαγνησία έζησε όλη του την ζωή ο Άγιος Χαράλαμπος. Εκεί σαν νέος, ήτανε φωτεινό παράδειγμα συνετής ζωής. Αργότερα η πίστις του στο Χριστό έγινε πιο φλογερή και η επιθυμία του να βοηθήση τους Χριστιανούς και τους ειδωλολάτρες, να σωθούνε, πιο μεγάλη. Δεν μπορούσε να ησυχάση, όταν σκεπτότανε, ότι υπάρχουν άνθρωποι μακρυά από το Χριστό, που δεν ξέρουν ποιος είναι ο προορισμός τους και γιατί ζουν εδώ στη γη.
Είναι κρίμα, έλεγε, είναι τρομερό, είναι αδιανόητο να ζούνε οι άνθρωποι στην πλάνη της ειδωλολατρείας και να πάνε κατόπιν στην Κόλασι.
Αφιερώθηκε, λοιπόν, εις την υπηρεσία του Χριστού. Έγινε ιερέας το 130 μ.Χ. Από την θέσι του τώρα αυτή, από το θείο αυτό αξίωμα της Ιερωσύνης, ανέλαβε τον μεγάλον αγώνα, αφ’ ενός ν’ ανοί­ξη τα μάτια του κόσμου και να δουν τον κίνδυνον από την ειδωλολατρικήν πλάνην και αφ’ ετέρου ν’ αγιάζη με τα μυστήρια τους πιστούς και να τους οδηγή στην τελειότητα. Μπροστά σε Χριστιανούς και ειδωλολάτρες, άρχισε τα φλογερά χριστιανικά κηρύγματά του. Καίτοι σ’ όλη του τη μακρά ζωή — έζησε 113 χρόνια — έγιναν πολλοί διωγμοί των Χριστιανών και αυτός ποθούσε το μαρτύριο, και δεν ελάμβανε κανένα μέτρο, εν τούτοις επέζησε, διότι ο Θεός τον εφύλαττε γι’ αργότερα. Εμαρτύρησε το 202 μ.Χ.

Γαλήνιος   μπροστά  στον οργισμένο  άρχοντα.
Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήτανε ένας ασεβής και χριστιανομάχος, ο Σεβήρος (193-211 μ.Χ.). Ο αυτοκράτορας αυτός και τα γράμματα αγαπούσε και τις τέχνες υποστήριζε και λαμπρές υπηρεσίες στη νομοθεσία προσέφερε. Μένει όμως εις αίσχος και εντροπήν του το ότι, όχι μόνο τον Χριστιανισμό δεν μπόρεσε να εννοήση, αλλά και τους Χριστιανούς σκληρά τους κατεδίωξε. Είχε κηρύξει φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις είχε διορίσει ηγεμόνες ειδωλολάτρες και είχε δώσει αυστηρές διαταγές. Όποιος ήτανε Χριστιανός, όποιος καταφρονούσε τα είδωλα, όποιος δεν ακολουθούσε τις διαταγές του, τον περίμεναν σκληρά βασανιστήρια και φρικτός θάνατος.
Ηγεμόνας στην περιοχή εκείνη της Μαγνησίας, που ζούσε ο Άγιος Χαράλαμπος, ήτανε τότε ένας κακόψυχος και θηριόψυχος, Λουκιανός ονομαζόμενος. Αυτός σκόρπιζε γύρω του την απειλή και την φοβέρα. Μόλις μάθαινε, ότι σε κάποια πόλι ή επαρχία υπήρχαν Χριστιανοί και ότι καταφρονούσαν τα είδωλα, έτρεχε εκεί μανιασμένος. Μάζευε τους Χριστιανούς και τους φυλάκιζε. Έπειτα άρχιζαν τα βασανιστήρια. Πλημμύριζαν με το αγνό τους αίμα οι πλατείες, οι χώροι συγκεντρώσεων, τα στάδια και οι δρόμοι.
Όταν έμαθε ο ηγεμόνας Λουκιανός την χριστιανική δραστηριότητα του Ιερέως Χαραλάμπους, ωργίσθηκε πολύ. Έξαλλος από το κακό του, έστειλε στρατιώτες στην Μαγνησία να τον συλλάβουν και να τον φέρουνε μπροστά του. Πράγματι οι απεσταλμένοι του Λουκιανού φέρανε σιδηροδέσμιο τον γέροντα κληρικό μπροστά στον ηγεμόνα. Ήτανε τότε υπέργηρος. Εκατόν δέκα τριών (113) ετών.
Ο ηγεμόνας τον κοίταξε με βλοσυρό και άγριο βλέμμα, και τον ρώτησε απειλητικά:
—  Γιατί, Γέροντα, καταφρονείς και παραβαίνεις τις βασιλικές διαταγές; Και γιατί μιλάς εναντίον των θεών μας;
—  Εγώ, του απήντησε ο Άγιος, υπακούω και υποτάσσομαι στον Βασιλέα των Ουρανών, τον Χριστόν μου. Γονατίζω ευλαβικά στα δικά Του προστάγματα, γιατί ξέρω πως είναι ποτισμένα με δικαιοσύνη, με αγάπη και σωτηρία της ψυχής. Ο δικός σας βασιλεύς διατάζει παράλογα πράγματα. Σας προστάζει να προσκυνάτε Θεούς αναίσθητους, νεκρά στοιχεία, είδωλα άψυχα. Σας νεκρώνει την ζωή και σας σκοτώνει την ψυχή. Ο ιδικός μου Βασιλεύς, ο Χριστός, μας οδηγεί στην λύτρωσι, στην αιωνία ζωή. Όποιος ζητήση με θερμή προσευχή και πίστι την δύναμίν Του, γίνεται και αυτός ισχυρός. Με την δύναμί Του γίνεται δυνατός. Με την δύναμί Του, εξαφανίζονται οι αρρώστειες και συντρίβονται οι δαίμονες...
—  Φθάνει, Γέροντα... αρκετά! Δεν έχω όρεξι ν’ ακούω τις ανοησίες σου. Το κήρυγμά σου, κράτησέ το για άλλους. Εγώ ένα έχω να σου πω. Κι’ αυτό είναι το συμφέρον σου. Προσκύνα τα είδωλα, γιατί έτσι μονάχα θα μπορέσης να γλυτώσης τα βασανιστήρια, που σε περιμένουν... Τ’ ακούς, ξεροκέφαλε;
Ο Άγιος χαμογέλασε και του είπε:
Κακώς νόμισες, ότι έναν ιερέα του Χριστού θα τον τρομάξουνε οι φοβέρες για βάσανα και θάνατο. Εγώ έπρεπε να είχα κοιμηθή προ πολλού. Και εάν με θανατώσης, θα μου δώσης εκείνο, που περιμένω. Άλλωστε ημείς οι Χριστιανοί τα βάσανα και το θάνατο δεν τα αποφεύγομε, αλλά τα θέλουμε και τα ποθούμε. Γιατί ημείς είμεθα εξοικειωμένοι με τους αγώνες και τους πολέμους και όπως οι γενναίοι στρατιώτες, δεν επιθυμούμε τον ήσυχο θάνατο της κλίνης, αλλά τον δοξασμένο της μάχης.
Είσαι γέροντας και λυπούμαι τα γεράματά σου, να σε βάλω σε βασανιστήρια, είπε ο Λουκιανός.
Ας είμαι γέροντας. Μη με λυπάσαι καθόλου. Αλλά να μάθης, ότι στους ιδικούς μας αγώνας το παν είναι η ψυχή. Αυτή δεν γηράσκει με την ηλικία. Αμφιβάλλεις, Έπαρχε, γι’ αυτό; Δοκίμασε. Και θα δης, ότι οι δήμιοί σου θα κουρασθούνε και ο ιερεύς Χαράλαμπος, με την χάριν του Χριστού, δεν θα τους πη να τον λυπηθούνε. Άλλωστε, χωρίς στερήσεις, χωρίς υπομονή και χωρίς βάσανα, πως θα κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών; Αυτά, άρχοντά μου, τα βάσανα, μας ανοίγουν τις πόρτες της αιωνίου ευτυχίας. Υπάρχει καλλίτερο από τα βάσανα; Αυτά μας φέρνουνε κοντά στον Χριστό μας. Γιατί, λοιπόν, να τ’ αποφεύγουμε; Έπειτα όλα αυτά περνούν τόσο γρήγορα!

Τον γδέρνουν!
Έπειτα από την σταθερή αυτή απάντησι το συμβούλιο των αρχόντων τα έχασε. Του φέρανε όμως μπροστά του όλα τα σύνεργα των βασανιστηρίων, για να τον φοβίσουν και για να τον κλονίσουν. Του τα δείξανε ένα προς ένα. Του είπανε, πώς σχίζονται με αυτά οι σάρκες, πώς τσακίζονται τα κόκκαλα και πώς βγαίνουν τα νύχια. Ο Άγιος τα κοίταζε με αδιαφορία και απάθεια.
Ξεροκέφαλε, του λέγει ο Έπαρχος, μη σκέ­φτεσαι καθόλου. Θυσίασε στους μεγάλους θεούς μας. Το καταλαβαίνεις;
Αυτό, τους αποκρίθηκε, δεν θα γίνη ποτέ. Δεν είμαι ανόητος να ζητώ την καταστροφή μου. Δεν πουλάω την ψυχή μου στον Σατανά. Μια ζωή ολόκληρη προσφέρω θυσία στο Χριστό και τώρα να την προσφέρω στο Σατανά; Θεός φυλάξοι!
Από τα λόγια του αυτά οι άρχοντες των ειδωλολατρών αγριέψανε και γίνανε θηρία. Οργή και μίσος απάνθρωπον και κακία απερίγραπτος φούντωσε στις καρδιές τους. Διέταξαν αμέσως να γδάρουν τον υπέργηρον Ιερέα του Υψίστου ζωντανόν! Δεν λυπηθήκανε οι αλητήριοι τα βαθειά γηράματά του. Δεν σεβαστήκανε τα 113 του χρόνια!
Τον γύμνωσαν αμέσως, του πετάξανε καταγής την ιερή στολή του και αρχίσανε το απάνθρωπο γδάρσιμο. Αρχίσανε από την κεφαλήν και κόβανε και χωρίζανε το δέρμα από τις σάρκες. Ο πόνος ήτανε φοβερός, τρομερός, αβάστακτος. Ο Άγιος όμως σφίγγει τα δόντια του. Κρατάει γερά. Προσεύχεται και λέγει:
Θεέ μου, Σε ευχαριστώ, διότι μου έκανες την μεγάλην τιμήν και μου έδωσες την περιπόθητη ευκαιρία να καταταγώ μεταξύ των Μαρτύρων. Θεέ μου βοήθησέ με. Δος μου υπομονή να μείνω πιστός. Σας ευχαριστώ και σας, παιδιά μου, που μου βασανίζετε το σώμα. Μ’ αυτό, που κάνετε, μου χαρίζετε την ευτυχία της ψυχής και την ατελείωτη χαρά της Βασιλείας του Θεού.
Ενώ όμως έλεγε αυτά ο Άγιος, όλοι όσοι τον βλέπανε (οι στρατιώτες, οι δούλοι, οι βασανισταί και οι άρχοντες), μένανε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσανε να καταλάβουνε ποιο ήτανε εκείνο που μέσα σ’ αυτόν τον μεγάλο πόνο, έδιδε στον Μάρτυρα τόση δύναμι και τόση ευτυχία. Δύο μάλιστα δήμιοι, που τον γδέρνανε, ο Πορφύριος και ο Βάπτος, όταν είδανε την υπομονήν του Μάρτυρος, για να κερδίση την Βασιλεία του Θεού, πιστέψανε. Πετά­ξανε τα μαχαίρια και φωνάξανε:
Είμαστε και ημείς Χριστιανοί! Φιλούσανε έπειτα τον Άγιο και του ζητούσανε να τους συγχω­ρέση.
Ο Έπαρχος τότε διέταξε και τους απεκεφάλισαν. Με χαρά το δέχτηκαν. Τότε και τρεις γυναίκες είπανε δυνατά:
Και εμείς πιστεύουμε στο Χριστό !
Χαρούμενες  και αυτές   μαρτυρήσανε για το Χριστό. Η Εκκλησία τους γιορτάζει και τους 5 την 10ην Φεβρουαρίου μαζί με τον Άγιον Χαράλαμπον.

Στομώνουν οι χειράγρες
Του είχανε γδάρει το κεφάλι οι δυο δήμιοι, που μαρτυρήσανε. Οι άλλοι, που τους διεδέχθησαν, αρπάξανε τις χειράγρες. Αυτές ήσανε κάτι σαν σιδερένια χέρια με μυτερά νύχια. Αρχίσανε λοιπόν μ’ αυτές, απάνθρωπα να τους ξεσχίζουν τις σάρκες. Τρομερό το μαρτύριο. Ο Άγιος παρέμεινε προσευχόμενος.
Ξαφνικά όμως, συνέβη κάτι το περίεργο και θαυμαστό: Οι χειράγρες, τα σατανικά δηλ. όργανά τους, με τα οποία τραβούσανε λωρίδες από το κορμί του Αγίου, στομώσανε! Δεν μπορούσανε να σχίσουν το δέρμα και τις σάρκες του Αγίου! Τότε οι βασανισταί λέγανε κατάπληκτοι:
Τί συμβαίνει; Μήπως αυτός εδώ είναι ο ίδιος ο Χριστός και ήλθε να μας τιμωρήση; Μήπως ο Θεός, που πιστεύει ο Χαράλαμπος, είναι αληθινός και γι’ αυτό στομώνει τις χειράγρες;
Τότε ένας δούκας, που άκουσε αυτές τις συζητήσεις, θύμωσε πολύ. Σηκώθηκε και βρίζοντας στρατιώτες, δούλους και βασανιστάς, τους είπε:
Είστε χαμένοι, είστε παράλυτοι, είστε ανίκανοι, τρέμουνε τα χέρια σας... Τώρα θα του δείξω εγώ... Αρπάζει αμέσως, αυτός μόνος του, τις χειράγρες και μανιασμένος θέλησε να τις μπήξη στο γέρικο υπεραιωνόβιο και ασκητικό κορμί του Ιερομάρτυρα. Ο Θεός όμως, για να ενισχύση την πίστι του Αγίου και για να του δείξη, ότι βρίσκεται κοντά του και παρακολουθεί τους πόνους του, έκαμε το θαύμα Του. Κόπηκαν αμέσως τα χέρια του δούκα από τους αγκώνας και κάτω και μείνανε κολλημένα με τις χειράγρες στο σώμα του Αγίου! Τρομαγμένος τότε ο δούκας, πονώντας και αυτός αφόρητα, έπεσε χάμω, φωνάζοντας, κλαίγοντας και λέγοντας:
Βοηθήστε με. Αυτός εδώ είναι επικίνδυνος. Μου έκοψε τα χέρια. Σώστε με... Σώστε με. Βοηθήστε με... Είναι μάγος...
Τότε ο ηγεμόνας πλησίασε και σαν είδε τα χέρια του δούκα κρεμασμένα από το σώμα του Μάρτυρα, από το κακό του έγινε έξω φρενών και έφτυσε τον Άγιο στο πρόσωπο. Ο Θεός όμως του το έδωσε και αυτού αμέσως το θαύμα. Στράβωσε αμέσως ο λαιμός του και κύτταζε τώρα το πρόσωπό του προς την πλάτη του! Ήτανε ο δυστυχής ένα ελεεινό και αξιολύπητο θέαμα.
Ο λαός της Μαγνησίας, που έβλεπε αυτές τις τιμωρίες του Θεού φοβήθηκε και παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:
Σταμάτα, σε παρακαλούμεν, Άγιε, την οργήν του Κυρίου. Μην ανταποδίδης κακόν αντί κακού. Αλλά όπως λέγει ο Χριστός, ευεργέτησε εκείνους, που σε μισούν.
Ζη Κύριος ο Θεός μου, αποκρίθηκε ο Άγιος. Σας βεβαιώ, δεν το κάνω εγώ από κακία, αλλά τους τιμωρεί ο Κύριος, διότι είναι κακοί και ασεβείς. Το κάνει ο Κύριος ακόμη και διότι θέλει να τα βλέπετε σεις και να γίνουν παράδειγμα, για σας. Θέλει να Τον πιστέψετε, να Τον ακολουθήσε­τε και να σας δώση την αιώνια ζωή και Βασιλεία.
Το πλήθος τότε φώναξε συγκινημένο προς τον Κύριο, λέγοντας:
Μην κάνης να χαθούμε, Δέσποτα. Αλλά συγχώρησέ μας σε ό,τι Σου φταίξαμε. Τότε πολλοί από αυτούς, που είδανε με τα μάτια τους τη Δύναμι του Θεού και τα θαύματα, πιστέψανε. Αλλά και ο δούκας τώρα παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:
Άγγελε του Θεού και ουράνιε άνθρωπε, βοήθησέ με τον ταλαίπωρον. Εγώ υποφέρω από πόνους τρομερούς, αλλά και συ έχεις επάνω σου το βάρος των κομμένων χεριών μου. Γιάτρεψέ με σε παρακαλώ, για να απαλλαγώ εγώ από τους πόνους και συ από το βάρος. Σου υπόσχομαι, ότι αν γιατρευθώ, θα πιστέψω στον δικό σου τον Θεό. Ο Άγιος τον λυπήθηκε και προσευχήθηκε στον Κύριο ως εξής:
Σε ευχαριστούμεν, Δέσποτα, διότι πάντοτε μας προστατεύεις. Ίδε τώρα την ταπείνωσιν των πεπεδημένων δούλων Σου και λύσε τους από τα αόρατα αυτά δεσμά, εις δόξαν του Αγίου Ονόματός Σου.
Μόλις είπεν τα λόγια αυτά, ακούστηκε από τον Ουρανό φωνή, που του έλεγε:
Χαίρε, αθλητά Χαράλαμπε, συνόμιλε των Αγγέλων και ομότροπε των Αποστόλων. Ήκουσα την δέησίν σου και δίδω την ίασιν εις τους ασεβείς.
Αυτοστιγμεί τότε γιατρεύτηκαν όλοι, όσοι τιμωρήθηκαν! Ο δούκας που του αποκαταστάθηκαν τα χέρια του σαν πρώτα, πίστεψε στον Χριστό και βαφτίστηκε. Και ο ηγεμόνας που επανήλθε το πρόσωπό του στη θέσι του, σταμάτησε τον διωγμό κατά των Χριστιανών μέχρις ότου αναφέρει τα γενόμενα στον βασιλέα.
Ο Άγιος μεταφέρθηκε εν συνεχεία στο σπιτάκι του. Αυτό το σπίτι του έγινε προσκύνημα. Πηγαίνανε οι κάτοικοι της Μαγνησίας και των περιχώρων και τον βλέπανε. Κατάκοιτος και εξαντλημένος από όσα έπαθε, από το κρεββάτι του, τους δίδασκε τι πρέπει να κάνουν, για να σωθούνε. Εξωμολογούντο τις αμαρτίες τους. Αλλά και πολλοί ειδωλολάτρες πιστεύανε και εβαπτίζοντο.
Τότε, μετά το μαρτύριό του, ο Άγιος έκανε πολλά θαύματα και πολλές θεραπείες ασθενών. Τυφλοί αναβλέπανε, κουτσοί περιπατούσανε, δαιμονιζόμενοι απαλλάσονταν από τα δαιμόνια και βρί­σκανε γαλήνη. Και πολλές άλλες αρρώστειες με την ευχή του Αγίου εξαφανιζόντανε. Ακόμη και αναστάσεις νεκρών έγιναν με την προσευχή του Αγίου.

Καρφιά στη ράχη του
Ο ηγεμόνας όμως βλέποντας αυτά τα θαυμάσια, σηκώθηκε και πήγε μόνος του στο βασιληά. Του ανέφερε καταλεπτώς δια τον Άγιο όλα όσα συνέβησαν. Ο ασεβής Σεβήρος, αντί να πιστέψη, μόλις τ’ άκουσε, άναψε από τον θυμό του και έλεγε:
Γιατί αμελείτε θεοί αιώνιοι, και δεν εξολοθρεύετε από προσώπου της γης αυτούς τους ασεβείς, που σας υβρίζουνε, και σας εμπαίζουνε;
Αμέσως κατόπιν έστειλε αρκετούς στρατιώτες με την διαταγή να καρφώσουν σ’ όλη τη ράχη του Μάρτυρος καρφιά κατόπιν να τον σύρουν από την Μαγνησία σε κάποια άλλη πόλι, Αντιόχεια ονομαζομένη. Δεν φαίνεται να ήταν η μεγάλη Αντιόχεια της Συρίας, διότι ήτανε πολύ μακρυά. Κατά δε την αρχαιότητα υπήρχαν και άλλες είκοσι οκτώ πόλεις, που έφεραν το όνομα Αντιόχεια.
Πράγματι! Πήγανε οι στρατιώτες και μπήξανε τα καρφιά με πολλή σκληρότητα και ασπλαχνία στο σώμα του Μάρτυρος. Κατόπιν τον δέσανε από την μεγάλην γενειάδα του και τον τραβούσανε αλύπητα οι απάνθρωποι, χωρίς καθόλου να σκεφθούν τα βαθειά γεράματά του.

Στην φωτιά να τον κάψουν
Έπειτα από αυτό οι στρατιώτες φοβηθήκανε και πήγανε τον Άγιο με άνεσιν στην Αντιόχεια. Δεν θελήσανε όμως και να παραβούν το πρόσταγμα του άρχοντός των.
Αλλά ο διάβολος μετασχηματίστηκε σαν γέροντας και φάνηκε στον Σεβήρο λέγοντας:
Αλλοίμονό σου, βασιλεύ. Εγώ είμαι ο βασιλεύς των Σκυθών και ήλθε στην πατρίδα μου ένας μάγος, που τον λένε Χαραλάμπη, αυτός μου πήρε όλους τους στρατιώτες και ήλθα να σου το πω για να φυλαχθής να μη πάθης και συ το ίδιο.
Αυτό τον εξαγρίωσε τον Σεβήρο εναντίον του Αγίου. Γι’ αυτό όταν φέρανε μπροστά του τον Άγιο διέταξε να του καρφώσουν στο στήθος μια μεγάλη σούβλα. Κατόπιν να φέρουν ξύλα, ν’ ανάψουν φωτιά και να καίνε τον Άγιο, ώσπου να ξεψυχήση.
Περάσανε λοιπόν τη σούβλα στον Άγιο και επί πολλή ώρα τον καίγανε, αλλά δεν έπαθε τίποτε ο Άγιος, διότι η φωτιά έσβυσε. Ο Άγιος λες και ξανάνοιωσε. Στεκότανε ευθυτενής και ροδοκόκκινος.
Τότε ο βασιλεύς είπε να τον λύσουν και να τον πάνε κοντά του. Πράγματι τον λύσανε. Και ο βασιλεύς, δια να δικαιολογηθή του είπε:
Σου τα έκαμα αυτά τα μαρτύρια από φόβο διότι μου είπε ο βασιλεύς των Σκυθών ότι είσαι μεγάλος μάγος... Σε παρακαλώ να μην μνησικακήσης εναντίον μου και σε ό,τι σε ερωτήσω να μου απηντήσης. Πες μου πρώτα πόσων χρονών είσαι.
Εκατόν δέκα τριών χρονών, του απάντησε ο Άγιος.
Αφού λοιπόν τόσα χρόνια έζησες, πώς δεν έχεις λίγο μυαλό να γνωρίσης τους αθανάτους θεούς, παρά κάθεσαι και προσκυνάς τον Χριστόν, σαν να είσαι ανόητος;
Επειδή, του αποκρίθηκε ο Άγιος, τόσα πολλά χρόνια έζησα, εγνώρισα την Αλήθεια και προσκυνώ τον Αληθινό Θεό, τον Παντοδύναμο και Πα­νοικτίρμονα!

Τα δύο θαύματα
Άκουσα, λέγει ο βασιλεύς, ότι μπορείς και νεκρούς ν’ αναστήσης.
Αυτό, του απήντησε, μόνον ο Δεσπότης — Χριστός μπορεί να το κάμη, όχι άνθρωπος. Τότε ο Σεβήρος διέταξε και φέρανε εκεί ένα δαιμονισμένο, που βασανιζότανε ο δυστυχής από τον σατανά 36 χρόνια. Όταν αυτός έφθασε κοντά στον Άγιο, λες και καιγότανε από φωτιά, πονούσε τρομερά, γι’ αυτό φώναζε ο δαίμονας:
Σε παρακαλώ, δούλε του Χριστού, μη με βασανίσης, αλλά ειπέ ένα λόγο και βγαίνω. Και αν θέλης να διατάξης, θα σου πω, διατί μπήκα σε αυτόν τον άνθρωπον.
Λέγε, ακάθαρτο πνεύμα, του είπε ο Άγιος.
Αυτός, είπε το πονηρόν πνεύμα, έκλεψε τα πράγματα του γείτονά του και κατόπιν εσκότωσε τον κληρονόμον του. Και αφού τον βρήκα σε τέτοια αμαρτία, μπήκα μέσα του και τον βασανίζω τώρα 36 χρόνια.
Τότε ο Άγιος επετίμησε τον δαίμονα και εξήλθε.
Πραγματικά, Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, είπε θαυμάζοντας ο βασιλεύς. Έπειτα από τρεις ημέρες, απέθανε κάποιος νέος. Και ο βασιλεύς λέγει στον Άγιο:
Ανάστησέ τον αυτόν τον νεκρόν αν μπορής.
Ο Άγιος για να δοξασθή το όνομα του Θεού, έκαμε πολλή προσευχή και αναστήθηκε ο νεκρός. Αυτό έκαμε μεγάλη κατάπληξιν σε όλους και πολλοί από τον όχλον πιστέψανε στον Χριστό. Ο πορωμένος όμως έπαρχος Κρίσπος είπε στον βασιλέα:
Θανάτωσέ τον επί τέλους αυτόν τον άνθρω­πον, γιατί με τις μαγείες του κάνει αυτά τα τερατουργήματα.
Αμέσως τότε ο Σεβήρος άλλαξε γνώμην και λέγει προς τον Μάρτυρα.
Θυσίασε, Χαράλαμπε, στους θεούς για ν’ απαλλαγής από τα βασανιστήρια.
Όσο περισσότερο με βασανίσης, του είπε ο Άγιος, τόσο περισσότερο ευφραίνεται η ψυχή μου.
Τότε εξεμάνη ο βασιλεύς και διέταξε να του συντρίψουν με πέτρες τις σιαγόνες, και να κάψουν με λαμπάδες την γενειάδα και το πρόσωπόν του. Το πυρ όμως λες και είχε λογική, πήδησε και έκαψε όσους στεκόντουσαν κοντά.
Θαυμάζοντας με αυτά, που έβλεπε, ρωτούσε τους γύρω του άρχοντας ο βασιλεύς ποιος είναι ο Χριστός, που κάμνει τέτοια τερατουργήματα. Ο Κρίσπος, που ήταν έπαρχος είπε περιφρονητικά:
Γεννήθηκε από μια γυναίκα, που την λέγανε Μαρία, ανύπαντρη και αμαρτωλή...
Μη βλασφημάς έπαρχε, του είπε ο Αρίσταρχος, διότι εσύ δεν ξεύρεις από τέτοια μυστήρια.

Οι τύραννοι αιωρούνται
Τότε ο βασιλεύς μανιασμένος, γιατί δεν μπορούσε να κάμη τίποτε στον Άγιο γύρισε προς τον ουρανό και έρριχνε βέλη επάνω στον αέρα λέγοντας.
Κατέβα, Χριστέ, αν είσαι Θεός στη γη να πολεμήσουμε. Τότε όμως έγινε μεγάλος σεισμός. Φόβος και τρόμος κατέλαβε όλους. Από το σεισμό φαινότανε ο ουρανός ότι εσεί­ετο σαν ένα δένδρο. Αστραπές και βροντές μεγάλες ηκούοντο και αίφνης ο βασιλεύς Σεβήρος και ο έπαρχος Κρίσπος κρεμαστήκανε ψηλά στον αέρα. Φώναζε δε τότε ο βασιλεύς προς τον Άγιον λέγοντας:
Κύριε μου Χαράλαμπε, δίκαια τα παθαίνω. Παρακάλεσε όμως τον Κύριο και Θεό σου να με γλυτώση από την τιμωρία αυτή και εγώ υπόσχομαι να γράψω σε όλες τις πόλεις να δοξάζηται το Όνομά Του.
Τότε ήλθε εκεί και η κόρη του βασιλέως, που την λέγανε Γαλήνη και του λέγει:
Πίστεψε στον Κύριο για να σε γλυτώση και να σε λύση απ’ αυτά τα δεσμά, γιατί είναι Οικτίρμων και Πανάγαθος. Πίστεψε, γιατί αυτός ο Χριστός είναι Αληθινός, Θεός Αθάνατος. Όταν τα είπε αυτά προσκύνησε τον Άγιο και του είπε:
Παρακάλεσε τον Κύριο ν’ απαλλάξη τον πατέρα μου από αυτούς τους πόνους και εάν μεν πιστέψη θα γίνη μεγάλο καλό, εάν όχι θα έχης τουλάχιστον εσύ τον μισθόν σου μετά θάνατον.
Τότε προσευχήθηκε ο Άγιος και σταμάτησε η οργή του Θεού. Κατέβηκαν στη γη ο βασιλεύς και ο έπαρχος και επήγανε στο παλάτι. Μείνανε τρεις ημέρες έχοντας στο νου τους διαρκώς τον φόβον του Θεού και την οργήν Του.

Η Αγία Γαλήνη
Η κόρη του βασιλέως Γαλήνη είδε εν τω μεταξύ ένα όραμα και το ανέφερε στον Άγιο.
Μου φάνηκε, του είπε, πως βρέθηκα σε ένα περιβόλι ωραιότατο, που είχε δένδρα ευωδέστατα και κρυστάλλινη πηγή. Εκεί κοντά ήτανε ο πατέρας μου και ο έπαρχος, αλλά ο φύλαξ του κήπου τους έδιωξε με μια πύρινη ράβδο, εμένα όμως με εσήκωσε και με έβαλε μέσα με τιμή και μου είπε:
Σε σένα δόθηκε η κατοικία αυτή και σε όσους σου ομοιάζουν για να ευφραίνεσθε μαζί πάντοτε. Αυτά είδα και σε παρακαλώ, διδάσκαλε, να μου τα εξηγήσης.
Ο κήπος, της αποκρίθηκε ο Άγιος, που είδες είναι ο Παράδεισος των δικαίων και εναρέτων εις τον οποίον σε έβαλε ο Δεσπότης - Χριστός. Και τούτο γιατί Τον πίστεψες. Τον πατέρα σου όμως και τον έπαρχο τους έδιωξε γιατί δυστυχώς θα αποστατήσουν πάλιν από Αυτόν και θα μας κακοποιήσουν οι δυστυχείς και αχάριστοι.
Έπειτα από τριάντα ημέρες ο Σεβήρος άλλαξε γνώμη. Κάλεσε τον Άγιον και του είπε:
Θυσίασε στους θεούς. Μ’ αυτό θα υπακούσης στην εντολήν μου και θα τιμήσης τον εαυτόν σου.
Τα λόγια σου, βασιλεύ, είναι πικρά και ασύνετα. Δεν πρέπει να συμμορφωθώ σ’ αυτά, εγώ είμαι δούλος του Θεού και σ’ Αυτόν υπακούω.
Του κακοφάνηκε του βασιληά, που του αντιμίλησε. Γι’ αυτό διέταξε να βάλουν στον στόμα του ένα χαλινάρι, σαν να ήταν άλογο, και να τον σύρουν σ’ όλη την πόλι για να τον ρεζιλέψουν. Το είπαν και το κάμανε. Ο Άγιος όμως στο διάστημα αυτό προσευχότανε λέγοντας:
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ έπλασες τον άνθρωπον και τον τίμησες με την θείαν Σου Εικόνα. Επίβλεψε και ίδε την μανίαν του εκτελεστού τυράννου διότι τα παθαίνω αυτά για το Όνομά Σου το Άγιον.

Στο σπίτι της ακόλαστης χήρας
Τότε θύμωσε ο τύραννος κι’ έστρεψε την οργή του στον Άγιο, που δίδαξε την Γαλήνη. Και για να τον εξευτελίση διέταξε να τον παραδώσουν σε μια χήρα και ακόλαστη γυναίκα για να τον φυλά­ξη στο σπίτι της. Αλλά ο Θεός τον εφύλαξε από τον εξευτελισμόν ως εξής:
Μόλις πήγε ο Άγιος στο σπίτι της ακούμπησε σε ένα ξηρόν ξύλινο στύλο. Και ω! του θαύματος αμέσως ο ξηρός στύλος εβλάστησε κι’ έκανε τόσα κλωνάρια ώστε εγέμισε όλο το σπίτι. Η χήρα εκείνη μόλις είδε τέτοιο παράδοξο θαύμα προσκύνησε τον Άγιο και του είπε;
Πήγαινε από το σπίτι μου κύριε, γιατί δεν είμαι αξία για να είσαι κοντά μου.
Μη φοβάσαι παιδί μου, της είπε ο Άγιος, πίστεψε μονάχα στον Κύριο, που είναι Θεός σπλαχνικός.
Την άλλην ημέρα, που είδαν οι γείτονες της χήρας τέτοιο μεγάλο δένδρο με άνθη και καρπούς μέσα στο δωμάτιό της, εθαύμασαν και μπήκανε μέσα στο σπίτι. Βρήκανε εκεί τον Άγιο, που δίδασκε και τον ερώτησαν:
Πες μας, συ είσαι ο Χριστός, που λένε;
Όχι, τους απάντησε. Εγώ είμαι δούλος του Δεσπότου — Χριστού του Αληθινού Θεού και με την Χάριν Του και την δύναμίν Του κάμνω τα θαύματα.
Τότε η γυναίκα εκείνη τους είπε την υπόθεσιν και εγκωμίαζε τον Άγιον. Όλοι τους δε τον προσκύνησαν, πιστέψανε στον Χριστό και βαπτιστήκανε. Την άλλην ημέρα ανήγγειλαν στο βασιληά το θαυμαστό αυτό γεγονός. Και ενώ όλοι εθαυμάζανε, ο πορωμένος έπαρχος είπε:
Πρόσταξε βασιλεύ ν’ αποκεφαλίσουν αυτόν τον πλάνον, για να μην μείνη και κάνη και άλλα τέρατα και σημεία και πιστέψουν στον Χριστό περισσότεροι.

Τέλος ειρηνικόν
Πράγματι ο βασιλεύς εξέδωκε εναντίον του Αγίου την καταδικαστικήν απόφασιν. Οι δήμιοι επήραν την απόφασιν, πήρανε και τον Άγιο και τον φέρανε στον τόπο της θανατικής εκτελέσεως.

Ο Άγιος Χαράλαμπος καιόμενος επί της πυράς
Ο Άγιος όμως στο δρόμο, καθώς έσερνε τα κουρασμένα και πληγωμένα και γέρικα πόδια του, προσευχότανε με ψαλμούς προς τον Κύριον, που τους ήξερε απ’ έξω. Έλεγε μεταξύ των άλλων και τον εκατοστό ψαλμό:
«Έλεος και κρίσιν άσομαί Σοι Κύριε...».
Όταν ο Άγιος έφτασε εκεί σήκωσε τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό και προσευχήθηκε:
Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, είπε, γιατί είσαι ελεήμων και φιλάνθρωπος. Συ Παντοδύναμε εκτύπησες τον εχθρόν μας διάβολον. Συ εκτύπησες και τον Άδην με το να απαλλάξης από τον θάνατο το ανθρώπινο γένος. Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου.
Τότε συνέβη και το εξής θαυμαστόν. Ανοίξα­νε για μια στιγμή οι Ουρανοί, φάνηκε ο Χριστός με πλήθος Αγγέλων. Κατέβηκε κοντά του και του λέγει:
—  Έλα, προσφιλέστατε και αγαπημένε μου Χαράλαμπε, που τόσο πολύ κακοπάθησες, για τ’ Όνομά Μου. Ζήτησέ Μου ποίαν χάριν θέλεις και θ’ ακούσω την δέησίν σου.
—  Και το ότι αξιώθηκα, αποκρίθηκε ο Μάρτυρας, να ιδώ την φοβεράν δόξαν της παρουσίας Σου, αυτό είναι μεγάλο χάρισμα σ’ εμένα τον ελάχιστο. Αλλά επειδή η αγαθότης Σου, Κύριε, με προστάζει να Σου ζητήσω χάρι, παρακαλώ να μου κάνης την εξής:
Σε όποιο τόπο βρεθή τεμάχιο από το λείψανόν μου και σ’ όποια χώρα γιορτάζουν το μαρτύριό μου, να μην γίνη εκεί ποτέ πείνα, ούτε πανώλης που θα θανατώνη τους ανθρώπους πρόωρα. Ούτε πονηρός άνθρωπος που να βλάπτη τους καρπούς, αλλά να είναι σ’ αυτόν τον τόπον ειρήνη σταθερή, ψυχών σωτηρία και σωμάτων θεραπεία. Να είναι αφθονία σίτου, οίνου, ελαίου, τετραπόδων και άλλων χρησίμων πραγμάτων.
Τύλαγε δε γερά τα βόδια και όλα τα τετράποδα ζώα των ανθρώπων για να γεωργούν τη γη και να δοξάζηται το Όνομά Σου. Συγχώρεσε, Κύριε, σε παρακαλώ και τις αμαρτίες των, ως Αγαθός και Φιλάνθρωπος.
Να γίνη πιστέ Μου δούλε, το θέλημά σου! Είπε ο Κύριος και αμέσως εξηφανίσθη.
Μετά ταύτα, ο Άγιος παρέδωσε αμέσως την αγιασμένη του ψυχή στο Χριστό ειρηνικά, πριν προλάβη ο δήμιος να του κόψη την κεφαλήν! Ο Θεός δεν θέλησε να ταλαιπωρηθή περισσότερο. Αρκετά βασανίστηκε.

Τα άγια λείψανά του θαυματουργούν
Το Άγιό του λείψανο το παρέλαβε κατόπιν η μακαρία Γαλήνη και το ενεταφίασε μέσα σε χρυσή θήκη, αφού του έβαλε πολύτιμα μύρα και αρώματα. Κατόπιν το Άγιο και πανσεβάσμιο λείψανο του ενδόξου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, μοιράστηκε χάριν ευλαβείας στους απανταχού Ορθοδόξους Χριστιανούς. Διώχνει δε το Άγιο λείψανο τα βάσανα και κάθε ασθένεια, από όσους τον παρακα­λούνε.
Υπάρχουν και σήμερα σε πολλούς Ναούς και Μοναστήρια τεμάχια λειψάνων του Αγίου Χαραλάμπους. Η Αγία και πάντιμος Κάρα του βρίσκεται επάνω στα Μετέωρα της Θεσσαλίας, εις το Μοναστήρι του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάμνει δε συχνά παράδοξα κι’ εκπληκτικά θαύματα. Υπάρχει εκεί και φυλλάδα, που περιέχει τα θαύματα του Αγίου.
Ιδίως φυλάττει τους ανθρώπους από την φοβερή νόσο της πανώλους. Γι’ αυτό όσες φορές ενέσκηπτε η φοβερή αυτή αρρώστεια, κατεβάζανε οι Πατέρες την Αγία Κάρα του κάτω στις πόλεις και το κακό σταματούσε αμέσως. Το 1812 η τρομερή αρρώστεια της πανώλους εθέριζε όλη την Ήπειρο. Τότε κάποιος, Μολοσσός ονόματι, πατέρας του Ζώτου Μολοσσού, που έγραψε το λεξικό των Αγίων Πάντων, επήγε στα Μετέωρα κι’ έφερε στην Ήπειρο την Τιμία Κάρα του Αγίου Χαραλάμπους και σταμάτησε το θανατικό.
Επίσης πολλοί πιστοί την καλούνε στα σπίτια τους, την κατασπάζονται μ’ ευλάβεια και κάνουν Αγιασμό. Και έτσι απαλλάσσονται από κάθε κακό.
Το 1897   έγινε ο Ελληνοτουρκικός  πόλεμος. Τότε οι Τούρκοι πήρανε την Αγία Κάρα και την εκτύπησαν με χίλιους δυο τρόπους για να ανοίξη και να πάρουν μόνον το αργυρό κουτί της. Δεν μπο­ρέσανε όμως να το ανοίξουνε. Ο Θεός τους έδωσε την τιμωρίαν, γιατί κάνανε οι Τούρκοι και άλλες ιεροσυλίες. Αρρωστήσανε δε όλοι τους βαριά. Πεθάνανε τότε 35.000 Τούρκοι στην Θεσσαλία από τύφο δια θαύματος του Αγίου.
Όταν έμαθε ο Σουλτάνος, ότι χάθηκε τόσος πολύς στρατός στην Θεσσαλία, έγραψε στον Διοικητή του τουρκικού στρατού, Εδέμ, επίσημο γράμμα και τον ρωτούσε:
Πώς χάθηκε αυτός ο στρατός, αφού δεν έγινε καμμιά μάχη με τους Έλληνας; Και ο Εδέμ απήντησε τότε ως εξής!
Όσοι Τούρκοι χάλασαν Εκκλησίες και Μοναστήρια πεθάνανε από τύφο. Εγώ το χέρι του Θεού δεν μπόρεσα να Το εμποδίσω. Όλοι οι κακοί Τούρκοι κακώς απέθαναν!

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
Πολύ τιμάται σήμερα ο Άγιος Χαράλαμπος εις όλην την Ελλάδα. Εις τας Αθήνας υπάρχουν δύο Ναοί που γιορτάζουνε μεγαλοπρεπώς στις 10 Φεβρουαρίου. Ο Ένας είναι στα Ιλίσσια και ο άλλος στο πεδίον του Άρεως. Ιδιαιτέρως όμως τιμάται και μεγαλοπρεπώς εορτάζεται εις τα Φιλιατρά της Πελοποννήσου.
Το σπουδαίον είναι εις τον Άγιον αυτόν, ότι η μνήμη του διατηρείται μέχρι σήμερον τόσον ζωηρή, καίτοι πέρασαν αιώνες, και μολονότι δεν είχε συγγράμματα που να διαβάζονταν και να τον φέρνουν στο μυαλό μας. Πού οφείλεται αυτό; Ασφαλώς οφείλεται στην μεγάλην αγιότητά του, στα σκληρά μαρτύριά του και στα πολλά θαύματά του, που έχει κάμει μέχρι σήμερα και κάμει συνεχώς. Είναι δε τόσα πολλά τα θαύματά του, που για να γραφούν δεν έφθανε όχι μόνον το βιβλιαράκι αυτό, αλλά και πολύτομα και πολυσέλιδα βιβλία.
Αναφέρομεν ενδεικτικώς μόνον δύο θαύματά του σύγχρονα.

Πως έσωσε την πόλιν των Φιλιατρών
Το ένα έγινε στα Φιλιατρά το 1943, στο καιρό της μαύρης Κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς. Το θαύμα αυτό συνεκίνησε και συγκινεί μέχρι σήμερα, όχι μόνον τους Φιλιατρινούς, αλλά και όλους τους Έλληνας.
Το Γερμανικό Στρατηγείο από την Τρίπολι διέταξε τον Γερμανό Διοικητή των Φιλιατρών, Κοντάου ονόματι, για κάποιο σαμποτάζ που είχαν κάνει οι αντάρτες, να κάψουν την πόλιν των Φιλιατρών, να σκοτώσουνε ένα αριθμόν προκρίτων Φιλιατρινών και να συλλάβουνε 1.500 άλλους Φιλιατρινούς και να τους στείλουν στη Γερμανία, από όπου φυσικά δεν επρόκειτο να γυρίση κανένας πίσω.
Ο αξιωματικός Κοντάου έδωσε με την σειρά του διαταγή στους στρατιώτες του να προχωρήσουν την άλλη ημέρα στις έξη το πρωί με τα σύνεργα της καταστροφής, χωρίς οίκτο στην εκτέλεσι της διαταγής.
Αυτό, το έμαθε στην Τρίπολι ο ιεροκήρυξ Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος Κωτσάκης, που κατήγετο από τα Φιλιατρά, θλίψις και στενοχώρια κατέλαβε όλους, δεν ξέρανε τι να κάνουνε για να γλυτώσουν τα Φιλιατρά και τους Φιλιατρινούς. Επήρε κάποιον που εγνώριζε τα γερμανικά και πήγε στο σπίτι του Γερμανού στρατηγού στη Τρίπολι. Σταθήκανε στο διάδρομο. Αλλά ακούσανε μέσα στο γραφείο του στρατηγού φωνές, κακό, βρισιές, αναστάτωση μεγάλη. Κάποια Ελληνίδα τον τράβηξε από το ράσο να φύγη, για να μην τους εκτελέσουν επί τόπου και αυτούς.
Βγαίνοντας τότε ο ιεροκήρυξ, ειδοποίησε όλα τα σπίτια των Φιλιατρινών στην Τρίπολι να προσευχηθούν τη νύκτα στον Άγιο Χαράλαμπο, τον πολιούχο των Φιλιατρών για να βάλη το χέρι του. Αυτός δε κλείστηκε στο δωμάτιό του και προσευχότανε με πόνο. Το ίδιο κάνανε στα Φιλιατρά οι κάτοικοι, που κάτι μυριστήκανε και αυτοί.
Ο Άγιος άκουσε την προσευχή τους και έκανε το θαύμα. Ο Άγιος παρουσιάζεται την νύκτα στον Κοντάου που κοιμότανε. Παρουσιάστηκε σαν γέροντας σοβαρός, μεγαλοπρεπής, ιεροπρεπής, ιεροφορεμένος και με κατάλευκη γενειάδα. Ήτανε μια φυσιογνωμία, που δεν την είχε δη ποτέ στη ζωή του ο προτεστάντης ή μάλλον άπιστος Γερμανός. Ο σεβάσμιος γέροντας του είπε με γλυκύτητα:
Άκουσε, παιδί μου, τη διαταγή που έλαβες να μην την εκτελέσης.
Το όνειρο ήταν ζωηρό και του έκανε εντύπωσι. Ξύπνησε και ξανακοιμήθηκε, αλλά με την απόφασι να εκτελέση την διαταγήν. Ξανά παρουσιάζεται ο Άγιος στον ύπνο του και του λέγει:
Αυτό που σου είπα να κάμης. Την διαταγή να μη την εκτελέσης. Μη φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω να μην τιιμωρηθής.
Ξαναξύπνησε και στο μυαλό του στριφογύριζαν τα λόγια που του είπε. Αλλά ήταν αδύνατο να μην εκτελέση την διαταγή, διότι θα εκτελούσαν αυτόν οι Γερμανοί. Ξανακοιμήθηκε. Ξαναπαρουσιάζεται και εκ τρίτου ο σεβάσμιος γέροντας και του λέγει:
Σου είπα να μην φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω και δεν θα τιμωρηθής. Θα σε φυλάξω δε εσένα και όλους τους άνδρας σου και θα γυρίσετε πίσω στα σπίτια σας, χωρίς να πάθη κανένας τίποτε.
Στην αρχή θέλησε να αρνηθή την εντολή του Αγίου Χαραλάμπους, και να παραστήση τον γίγαντα. Αλλά παρ’ όλη την αθεΐα του, λύγισε, διότι εν συνεχεία τη νύχτα εκείνη, ο Γερμανός αξιωματικός, όπως έλεγε ο ίδιος, άκουσε στον ύπνο του φωνές και κλάμματα, σαν προέρχωνται από τυραννισμένους ανθρώπους κάπου εκεί δίπλα στην αυλή του. Ύστερα πλησίαζαν ζωντανές μορφές, που έμοιαζαν σαν γυναίκες, γυναίκες πολλές, που κτυπούσαν κεφάλια και στήθια από αφόρητη δυστυχία και πόνο. Θρηνούσαν, αγανακτούσαν και καταριόντουσαν από πόνο για την σφαγή των παιδιών τους και των εγγονών τους, που επρόκειτο να γίνη. Όλες αυτές οι φωνές γίνανε υστέρα σύννεφο και ανέβαιναν προς τα ύψη του Ουρανού, χωρίς να πέφτη τίποτε στη γη.
Και ακόμη έβλεπε στον ύπνο του ο Γερμανός αξιωματικός κάτι σκοτεινόμακρα σύννεφα, που έβγαιναν από το δωμάτιό του και ανέβαιναν και σκίαζαν τον ήλιον, ο οποίος κρυβότανε από τα σύννεφα αυτά σαν να ήτανε άνθρωπος και σκοτείνιαζε τα πρόσωπα των στρατιωτών του. Άλλοι από τους Γερμανούς τρόμαζαν και άλλοι ζητούσαν βοήθειαν, κάμνοντας τον Σταυρό τους. Και όλοι τους τρέχανε να κρυφτούνε πίσω από τους κορμούς των ελαιών.
Από τον τρόμο του ξύπνησε. Πήγε να μιλήση, αλλά δεν μπορούσε, παρά κρατούσε ανοιχτό το στόμα του και κοίταζε την εικόνα του ονείρου του. Κοίταζε το γέρο εκείνο, που τον είδε μέσα στο όνειρό του τρεις φορές και ο οποίος είχε μορφή Αγίου της Ορθοδοξίας. Όταν συνήλθε από τους εφιάλτες, άρχισε να σκέφτεται το κακό, που επρόκειτο να γίνη: Να σκοτώνωνται άνθρωποι και σαν τα σκυλιά να μένουν άθαφτοι. Να καίγωνται σπίτια σε ένα λεπτό, που απαιτούσαν αιώνες για να κτισθούν!
Οι σκέψεις αυτές τον αναστάτωσαν. Αλλά πάλιν έλεγε:
Εγώ είπα να κάψω την πόλιν. Και θα την κάψω.
Τότε έκλεισε τα μάτια του. Και ο γέρος, ο Άγιος Χαράλαμπος, εμφανίσθηκε ξανά μπροστά του απειλητικός και επίμονος. Με φωνή δε δυνατή και επιτακτική του είπε:
Πρόσεξε! Η πόλις δεν θα καή και οι κάτοικοι δεν θα συλληφθούν. Είναι αθώοι. Το ακούς;
Σηκώθηκε τότε ο Γερμανός, στερέωσε τα γόνατά του, που τρέμανε και πήρε το τηλέφωνο. Με τρεμάμενη φωνή τηλεφωνούσε στη Τρίπολι, στο Γερμανό Διοικητή της Πελοποννήσου. Και ο Διοικητής εκείνος άνοιγε το στόμα του, για να δώση συμβουλές αλλά πάλιν κόμπιαζε. Πήγαινε να αγριέψη, για να εκτελεστή η διαταγή του, αλλά δεν μπορούσε. Τί είχε συμβή; Και ο ίδιος αυτός το ίδιο βράδυ είχε δη στο όνειρό του τον Άγιο Χαράλαμπο όπως τον είδε και τον περιέγραψε στο τηλέφωνο και ο αξιωματικός του από τα Φιλιατρά. Τελικά αποφάσισε και είπε στον αξιωματικό των Φιλιατρών:
«Γράψατε. Αναστέλλω την καταστροφήν της πόλεως. Έλθετε αμέσως ενώπιόν μου αύριον μεσημβρία».
Όταν ξημέρωσε ανακοινώθηκε η ανάκλησις της αποφάσεως των Γερμανών. «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις». Ξεχύθηκαν στο άκουσμα χαρούμενοι οι άνθρωποι στα καφενεία, στη πλατεία, στους δρόμους...
Μια ομάδα, τότε από Γερμανούς στρατιώτες και υπαξιωματικούς, έχοντες στη μέση τον αξιωματικό τους Κοντάου και δυο Ορθοδόξους ιερείς, περνούσαν από τους δρόμους και πηγαίνανε από τη μια Εκκλησία στην άλλη. Αρχίσανε από τον Άη Γιάννη, από τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Αθανάσιο και τελικά κατευθυνόνταν προς την Παναγιά.
Ο αξιωματικός έψαχνε να βρη την Εικόνα του Αγίου, που είδε στον ύπνο του. Όταν του ανοίξα­νε την πόρτα του Ναού της Παναγίας, ανεγνώρισε μέσα στις εικόνες τον Άγιο Χαράλαμπο, που είδε στον ύπνο του και τον πρόσταζε. Η φωνή του κόπηκε. Ντράπηκε για τον εγωισμό του. Σκέπασε με τα χέρια του το πρόσωπό του. Σε λίγο τα κατέβασε. Έκαμε, αυτός ο Προτεστάντης και άθεος, τον Σταυρό του. Είπε μερικές προσευχές στη γλώσσα του, τις οποίες οι ιερείς δεν μπορέσανε να τις ερμηνεύσουν.
Ρώτησε εν συνεχεία τους Ιερείς να του πούνε ποιος ήτανε ο γέροντας της εικόνος. Του διηγηθήκανε, ότι αυτός είναι ο Άγιος Χαράλαμπος που υπέστη πολλά μαρτύρια για το Χριστό. Του είπα­νε έπειτα για τα θαύματα που έκανε, και κάμνει και άλλα πολλά.
Η χαρά των Φιλιατρινών και η ευγνωμοσύνη τους στον Άγιο δεν περιγραφότανε. Δοξάζανε το Θεό και ευχαριστούσανε τον Άγιο Χαράλαμπο για το θαύμα του.
Όπως δε του είπε του Φρουράρχου, ο Άγιος, αυτός και όλοι οι άνδρες της φρουράς εκείνης επέστρεψαν, όταν τελείωσε ο πόλεμος, στη Γερμανία και στα σπίτια τους, χωρίς να πάθη κανείς τους τίποτε.
Διετήρησε δε ο Γερμανός ζωηροτάτην την μνήμην του θαύματος κι’ ευγνωμονούσε τον Άγιο. Ήθελε να επιστρέψη από την Γερμανία για να τον προσκυνήση. Πράγματι, έπειτα από δύο χρόνια, ξεκίνησε με την γυναίκα του και ήλθανε από την Γερμανία στα Φιλιατρά. Δεν πρόλαβε όμως την γιορτή του Αγίου, διότι έφτασε μια μέρα αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου.
Όταν όμως τον είδανε οι Φιλιατρινοί, χαρήκανε χαρά μεγάλη και ξαναγιορτάσανε. Ψάλλα­νε δοξολογία και του κάνανε υποδοχές, γιορτές, τραπέζια και χαρές. Μέχρι σήμερα πολλές φορές ο Γερμανός αυτός με την γυναίκα του, τα παιδιά του και με άλλους πατριώτες του πήγαινε στις 10 Φεβρουαρίου στα Φιλιατρά και προσευχηθήκανε με πίστι στον Άγιο. Στην καρδιά του άνθισε η Ορθοδοξία.

Στην Πολυκλινική των Αθηνών
Το άλλο θαύμα έγινε εις τον Κων/τίνον Λιβαδάν, υπάλληλον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν ήτανε νέος. Ιδού πώς το περιγράφει:
«Τον Ιανουάριο του 1931 ενοσηλευόμην στην Πολυκλινικήν Αθηνών με απόστημα εις το ήπαρ. Επί τεσσάρας εβδομάδας με εβασάνιζε ο πυρετός. Είχαν νυχθημερόν 38-40 βαθμούς και πόνους φοβερούς. Απεφασίσθη να γίνη εγχείρισις.
Ήταν παραμονή του Αγίου Χαραλάμπους 9 Φεβρουαρίου του 1931. Το εσπέρας και ενώ ευρισκόμην ένεκα του μεγάλου πυρετού εις λήθαργον και εξαντλητικήν κατάστασιν, βλέπω να εισέρχεται ένας ιερωμένος μεγαλοπρεπής με μακρυά γενειάδα. Επλησίασε εμένα και όχι τον απέναντί μου ασθενή, που χαροπάλευε από περιτονίτιδα. Μου εθώπευσε το κεφάλι και μου είπε: «Μη φο­βάσαι... Αύριο θα είσαι τελείως καλά. Είσαι καλό παιδί».
Ερώτησα, όταν έφυγε, την ευρισκομένην κοντά μου και τελούσαν χρέη νοσοκόμου Μοναχήν Ευανθίαν, ποιος ήτο ο Κληρικός, που ήλθε;
Δεν είδα κανένα Κληρικό, είπε εκείνη.
Της εξιστόρησα κατόπιν το συμβάν. Σταυροκοπήθηκε και μου είπε:
Αύριον είναι του Αγίου Χαραλάμπους, θα είσαι καλά.
Έπεσα κατόπιν εις βαθύτατον ύπνον. Ο πυρετός από την ώραν εκείνην άρχισε να κατεβαίνη. Το πρωί ήμην απύρετος, τελείως καλά και χωρίς πόνους στο ήπαρ. Το πρωί με εξήτασαν ο χειρούργος καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος και ο αδελφός του Ανδρέας, παθολόγος, να κανονίσουν τα της εγχειρίσεώς μου. Ερευνούσαν και αναζητούσαν δια της ψηλαφίσεως το απόστημα, αλλά δεν το εύρισκον, ούτε την σκλήρυνσιν και την διόγκωσιν (οκτώ δακτύλων) του ήπατος. Το ήπαρ ήτο φυσιολογικόν!
Η Μοναχή εξιστόρησε εις τους Καθηγητάς το νυκτερινό συμβάν. Μου δείξανε και την Εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, την οποίαν ανεγνώρισα. Ήταν ο ίδιος που είχα ιδή. Οι καθηγηταί κατάπληκτοι ανεφώνησαν:
Ψηλά τα χέρια. Κάτω τα μαχαίρια. Απόψε έγινε θαύμα του Αγίου Χαραλάμπους στην Πολυκλινική!
Αργότερα και μετά παρέλευσιν ετών έμαθα, ότι ο Άγιος Χαράλαμπος είναι ιατρός των λοιμωδών νόσων, όπως ήταν και η ιδική μου».
Κ. ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Ο Άγιος Χαράλαμπος στη ζωή του λαού
Ο Άγιος Χαράλαμπος σε πολλά μέρη της Ελλάδος τιμάται, διότι είναι προστάτης από τας λοιμώδους νόσους και ιδίως από την πανούκλα. Γι’ αυτό και ο Άγιος απεικονίζεται πατώντας την πανώλη, η οποία παρουσιάζεται, σαν ένα τερατόμορφο γύναιο που ξερνάει καπνούς από το στόμα. Γι’ αυτό του έδωσε ο Θεός την χάριν αυτήν.
Ήτανε μεγάλη η υπηρεσία, που προσέφερε ο Άγιος στους γεωργούς τότε που δεν υπήρχαν κτηνίατροι, τα δε βόδια ήτανε αναγκαιότατα στην οικογένεια.
Παλαιότερα οι ζευγολάτες, την παραμονή της γιορτής του Αγίου ανάβανε στα σπίτια τους κοντά στο τζάκι μια μεγάλη λαμπάδα από καθαρό κηρί εις μνήμην του Αγίου και καιγότανε όλη την νύχτα. Το δε πρωί πηγαίνανε πρόσφορο στην Εκκλησία για να λειτουργηθή. Και όλα αυτά για να φυ­λάξη ο Άγιος Χαράλαμπος τα βόδια του γερά καθ’ όλη τη χρονιά.
Είναι προστάτης και όλων των ζώων. Γι’ αυτό στη Κρήτη οι τσοπάνηδες, όταν τα ζωντανά τους δεν πάνε καλά, τον παρακαλούνε να τα θεραπεύση.
Στην Πρέβεζα ο Άγιος Χαράλαμπος είναι πολιούχος. Στην Εικόνα του κρεμάνε πλήθος αφιερωμάτων. Από τα αφιερώματα χαρακτηριστικό είναι ένα πουκαμισάκι που κατασκευάζεται από πανί. Αυτό γίνεται σε μια μέρα!. Γι’ αυτό λέγεται και μονομερίτικο...
Αυτό συμβαίνει ως εξής: Κάποια νύχτα συγκεντρώνονται σ’ ένα σπίτι μερικές γυναίκες, όπου γνέθουν και υφαίνουν βαμβάκι. Μ’ αυτό το ύφασμα, που γίνεται σε μια μέρα φτιάχνουν το πουκαμισάκι.
Το αφιέρωμα αυτό ξεκινάει από ένα γεγονός που αναφέρεται στην θαυματουργή δράσι του Αγίου. Κάποτε τον Άγιο Χαράλαμπο τον επεσκέφθησαν χωρικοί που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι’ έτρεξαν κοντά του γιατί η πανώλης τους θέριζε καθημερινώς. Από ευγνωμοσύνη δε διότι ο Άγιος στάθηκε προστάτης τους, του έκαναν δώρο ένα πουκάμισο που γνέθηκε και πλέχθηκε από βαμβάκι και ράφτηκε μέσα σε μια μέρα...

Απολυτίκιον. Ήχος δ’.
Ταχύ   προκατάλαβε.
Ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες. Έλαμψας εν τω κόσμω, δια του Μαρτυρίου, έλυσας των ειδώλων την σκοτόμαιναν, μάκαρ. Διό εν παρρησία Χριστώ, πρέσβευε σωθήναι ημάς.

Κοντάκιον. Ήχος δ’.
Επεφάνης σήμερον
Ως φωστήρ ανέτειλας, εκ της εώας, και πιστούς εφώτισας, ταις των θαυμάτων σου βολαίς, Ιερομάρτυς Χαράλαμπες. Όθεν τιμώμεν, την Θείαν σου άθλησιν.
“ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ”
Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Αρχιμ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ