ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Κυριακή Ζ Λουκᾶ (6-11-2011)

Δύο θαύματα μᾶς παρουσίασε καί περιέγραψε  σήμερα ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Τό ἕνα εἶναι ἡ θεραπεία τῆς αἱμορροούσης γυναίκας καί τό ἄλλο ἡ ἀνάστασις τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου.
Κόσμος πολύς ἀκολουθοῦσε τόν Χριστό. Οἱ ὄχλοι ἔτρεχαν πίσω του καί μάλιστα τόν συνέθλιβαν. Τόν ἔσπρωχναν μιά ἀπ᾿ ἐδῶ καί μιά ἀπ᾿  ἐκεῖ. Ὁ Κύριος ἔδειχνε νά μή αἰσθάνεται τήν παρουσία ὅλου αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἔμενε ἀδιάφορος καί ἀσυγκίνητος. Γιατί; Γιατί δέν εἶχαν πραγματικές καί εἰλικρινεῖς σχέσεις μαζί του. Οἱ ψυχές τους δέν εἶχαν μεταμορφωθεῖ ἀκόμη. Παρέμεναν ψυχροί καί ἀφώτιστοι. Τόν ἀκολουθοῦσαν περισσότερο ἀπό περιέργεια παρά ἀπό πίστη.
Τό ἴδιο ἀσυγκίνητος ὁ Κύριος διέσχισε τά πλήθη, ὅταν ἔμπαινε στά Ἱεροσόλυμα τήν Κυριακή τῶν βαΐων. Δέν ἀδιαφόρησε ὅμως στούς ὕμνους τῶν μικρῶν παιδιῶν, πού φώναζαν ὠσσανά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Αὐτά ἦσαν ἀθῶα καί ἀπονήρευτα, ἔξω καί μακρυά ἀπό τίς κακίες τῶν μεγάλων, οἱ ὁποῖοι παρασυρόμενοι ἀπό τούς γραμματεῖς καί φαρισαίους μετά δύο ἡμέρες θά ἀπαιτοῦσαν ἀπό τόν Πιλᾶτο σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν.
Αὐτή ἡ συμπεριφορά τοῦ κόσμου καί ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ πρέπει  πολύ νά μᾶς προβληματίσει. Πολλοί χριστιανοί ἐξαντλοῦν τήν χριστιανική τους ἰδιότητα στήν τήρηση κάποιων ἐξωτερικῶν τύπων καί νομίζουν πώς εἶναι ἐν τάξει, ὅτι ἔκαναν τά πάντα καί δέν χρειάζεται νά κάνουν κάτι ἄλλο, δέν χρειάζεται νά προχωρήσουν περισσότερο. Στήν πραγματικότητα ὅμως εἶναι ἀνεπαρκῆ γιά τήν σωτηρία τους. Πολλοί θά κάνουν ἀκόμη καί θαύματα μέ τό ὄνομά του, ἀλλά παρ᾿ ὅλα αὐτά ὁ Κύριος θά τούς ἀποπέμψει, θά τούς διώξει ἀπό κοντά του, θά πεῖ ὅτι δέν τούς γνωρίζει.
Οἱ πέντε μωρές παρθένες ἦσαν, ὅπως τό λέει ἡ λέξις, ἁγνές καί καθαρές. Μά δέν εἶχαν ἔλαιον στά λυχνάρια τους, γι᾿ αὐτό καί ἔμειναν ἔξω ἀπό τόν οὐράνιο νυμφῶνα, ἔχασαν δηλαδή τόν παράδεισο. Ἡ παρθενία καί ἡ ἁγνότητα ἀπό μόνες τους δέν μᾶς σώζουν. Χρειάζονται καί ἄλλα πράγματα, πού τά περιμένει ὁ Θεός.
Δέν συνέβαινε ὅμως τό ἴδιο μέ τούς δύο  αὐτούς ἀνθρώπους, πού ἔγινε τό θαῦμα. Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα εἶχε πίστη καί μάλιστα μεγάλη. Ἡ κακή κατάσταση τῆς ὑγείας της καί ἡ ἀπογοήτευσή της ἀπό τούς γιατρούς ἄνοιξαν τόν δρόμο τῆς πίστεως. Αὐτή ἡ πίστη τῆς χάρισε γνώση. Εἶχε τήν βεβαιότητα, ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι καί στά ἄψυχα πράγματα, στά ἐνδύματα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν πίστη καί τήν ταπείνωση πού εἶχε, δέν τόλμησε νά ζητήσει κατ᾿ εὐθείαν τήν θεραπεία της. Εἶχε μέσα της τήν βεβαιότητα, ὅτι καί μόνο νά ἀκουμποῦσε τά ἐνδύματά του, θά  μποροῦσε νά σωθεῖ,  θά γινόταν καλά, ὅπως καί ἔγινε. Ἀπό ὅλο τό πλῆθος αὐτή τράβηξε πάνω της τήν σωστική δύναμη τοῦ Κυρίου.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος πάλι ἔχει πίστη καί τόλμη καί τά δείχνει μέ διαφορετικό τρόπο. Ἔρχεται συναντάει τόν Χριστό καί τόν παρακαλεῖ νά ἔρθει στό σπίτι του, γιά νά θεραπεύσει τήν κόρη του, πού εἶναι ἄρρωστη καί κινδυνεύει νά πεθάνει καί τελικά πέθανε.
Δέν ἦταν καθόλου μικρό πρᾶγμα αὐτό πού ἔκαναν καί οἱ δύο, νά δείξουν τήν πίστη τους στόν Ἰησοῦ Χριστό. Οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀπαγορεύσει στόν λαό νά τόν πλησιάζει καί νά ἀκούει τήν διδασκαλία του. Ἡ γυναίκα ἀδιαφορεῖ καί κάνει τό ἀντίθετο. Ὁ Ἰάειρος ὄχι μόνο τολμᾶ νά πλησιάσει, νά βρεθεῖ ἀνάμεσα στό πλῆθος, νά ἀκούσει τήν διδασκαλία του, ἀλλά καί νά ζητήσει νά ἔρθει στό σπίτι του. Πιστεύει πώς εἶναι ὁ μόνος πού μπορεῖ νά σώσει τήν κόρη του. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ πίστις ὑπερνικᾶ καί παραμερίζει τόν ὁποιοδήποτε φόβο, ὑπερνικᾶ τά ὅποια ἐμπόδια.
Κάτι ἀνάλογο βλέπουμε στήν περίπτωση τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Οἱ γονεῖς του φοβοῦνται τούς φαρισαίους, μήπως τούς κάνουν ἀποσυνάγωγους καί κλείνουν τό στόμα, δέν ὁμιλοῦν. Ὁ τυφλός ὅμως μιλάει μέ θᾶρρος, ὁμολογεῖ πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό καί μάλιστα προκαλεῖ τούς φαρισαίους. Τούς ἐρωτᾶ, μήπως θέλετε νά γίνετε κι᾿ ἐσεῖς μαθηταί του;
Αὐτό εἶναι τό σημερινό μας δίδαγμα. Αὐτήν τήν τακτική πρέπει νά ἀκολουθοῦμε κι᾿ ἐμεῖς. Τίποτε δέν πρέπει νά μᾶς φοβίζει, τίποτε δέν πρέπει νά μᾶς σταματᾶ ἀπό τό νά ὁμολογοῦμε πίστη καί ἀφοσίωση στόν Ἰησοῦ Χριστό.
Λέει κάπου ὁ Μέγας Βασίλειος, τίποτε νά μή σταθεῖ ἐμπόδιο στήν ἐκκλησία καί στήν προσευχή, γιατί τίποτε δέν εἶναι μεγαλύτερο καί ἀνώτερο ἀπό τήν ἐκκλησία καί τήν προσευχή. Ἔτσι τίποτε νά μή σταθεῖ ἐμπόδιο στήν ἀπόφασή μας νά πλησιάσουμε τόν Χριστό, ἀφοῦ τίποτε δέν ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Μᾶς τό λέει πολύ ὡραῖα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του: Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Μήπως τά παθήματα, οἱ στενοχώριες, ἡ πείνα, ἡ γύμνια, οἱ κίνδυνοι ἤ ὁ μαρτυρικός θάνατος; Τίποτε ἀπό αὐτά, οὔτε θάνατος οὔτε ζωή, οὔτε οἱ ἄγγελοι οὔτε ἄλλες ἐπουράνιες δυνάμεις, οὔτε παρόντα καί μέλλοντα, οὔτε κάτι στόν οὐρανό ἤ στόν ἄδη, κανένα ἄλλο δημιούργημα δέν θά μπορέσουν ποτέ νά μᾶς χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Ὅπως καί ἄν ἔρθουν τά πράγματα στή ζωή μας, εὐχάριστα ἤ δυσάρεστα, ἀντί ὁποιουδήποτε τιμήματος, ἐμεῖς θά μείνουμε πιστοί καί προσηλωμένοι στόν Χριστό, τόν ὁποῖον δοξάζουμε καί προσκυνοῦμε, ὑμνοῦμε καί εὐλογοῦμε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.-
 
 

Κυριακή Ζ’ Λουκά – Η ανάσταση της κόρης της Ιαείρου


Δυο θαύματα πίστεως

Μια πίστη που σώζει

Μόλις επέστρεψε ο Κύριος στην Καπερναούμ, Τον υποδέχθηκαν πλήθη λαού, διότι όλοι Τον περίμεναν ανυπόμονα. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Ιάειρος, που ήταν άρχοντας της Συναγωγής. Ένα πρόβλημα μεγάλο τον είχε αναστατώσει. Γι’ αυτό και έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού και Τον παρακαλούσε να έλθει στο σπίτι του· η μονάκριβη δωδεκάχρονη κόρη του ήταν βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη. Ο Κύριος σπλαχνίστηκε τον πονεμένο πατέρα κι αμέσως τον ακολούθησε.
Στο δρόμο όμως τα πλήθη του λαού Τον πίεζαν ασφυκτικά. Κάποια στιγμή έγινε κάτι που κανείς από τα πλήθη δεν το πήρε είδηση. Μία γυναίκα που υπέφερε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία και είχε ξοδεύσει όλη την περιουσία της σε γιατρούς χωρίς να βρει πουθενά γιατρειά, πλησίασε τον Κύριο κρυφά από πίσω, επειδή ντρεπόταν να γίνει φανερό το νόσημά της, άγγιξε την άκρη του ενδύματός κι αμέσως το θαύμα έγινε, σταμάτησε η αιμορραγία της. Όμως ο Κύριος άρχισε να ρωτά: Ποιος με άγγιξε; Κι επειδή κανείς τριγύρω δεν αποκρινόταν, είπε ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές: Διδάσκαλε, τόσα πλήθη λαού Σε έχουν περικυκλώσει και Σε πιέζουν, κι Εσύ ρωτάς: ποιος με άγγιξε; Μα ο Κύριος επιμένει: Κάποιος με άγγιξε. Αισθάνθηκα να βγαίνει από πάνω μου δύναμη θαυματουργική. Τότε η γυναίκα, που κατάλαβε ότι δεν έμεινε κρυφή η πράξη της, ήλθε τρέμοντας κι αφού έπεσε γονατιστή στα πόδια του, ομολόγησε μπροστά σ’ όλους το θαύμα που έγινε. Και ο Κύριος της είπε: Κόρη μου, η πίστη σου σε έχει θεραπεύσει. Πήγαινε στο καλό.
Γιατί όμως ο Κύριος ρωτούσε ποιος Τον άγγιξε; Δεν ήξερε; Ασφαλώς ήξερε. Αλλά ήθελε να δείξει ότι δεν αγνοούσε το γεγονός κι ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέκλεψε τη θεραπεία της, αλλά την έλαβε από την πανάγαθη θέλησή του. Και την έλαβε επειδή έδειξε μία πολύ μεγάλη πίστη. Αυτήν ακριβώς την πίστη της ήθελε να δημοσιοποιήσει και να επιβραβεύσει· για να διδαχθούν τα πλήθη που ήταν εκεί, και πολύ περισσότερο ο άρχοντας της Συναγωγής που περνούσε μία πολύ μεγάλη δοκιμασία· αλλά και για να κάνει τη γυναίκα αυτή αιώνιο παράδειγμα πίστεως. Και την ονομάζει «κόρη του», διότι με την πίστη της αυτή η γυναίκα δεν βρήκε μόνο τη θεραπεία του σώματός της αλλά και τη σωτηρία της ψυχής της. Έγινε κατά την Παράδοση πιστή χριστιανή. Πίστεψε ολοκληρωτικά στον Κύριο και έγινε αγία της Εκκλησίας μας, η αγία Βερονίκη, και σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της διακήρυττε το θαύμα που της έκανε ο Κύριος. Και μας εμπνέει η αγία Βερονίκη να έχουμε κι εμείς την πίστη της, τη βεβαιότητά της ότι μόνο στον Χριστό μπορούμε να βρούμε λύτρωση και σωτηρία. Ακόμη κι όταν τρέχουμε στους γιατρούς, να έχουμε τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός είναι ο μέγας ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας.

Η ζωή και η ανάσταση

Καθώς ο Κύριος συνέχιζε την πορεία του, ήλθε κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου και του είπε: Η κόρη σου πέθανε· μην κουράζεις άλλο τον διδάσκαλο. Μπορούμε άραγε να φανταστούμε τι ένιωσε τη φοβερή εκείνη ώρα ο δύστυχος πατέρας; Ο κύριος όμως, μόλις άκουσε την είδηση αυτή, του είπε: Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί η κόρη σου. Όταν έφθασε στο σπίτι του Ιαείρου, αντίκρισε ένα οδυνηρό θέαμα. Έκλαιγαν όλοι και χτυπούσαν τα στήθη τους και τα κεφάλια τους για τη νεκρή. Κι Αυτός τότε τους είπε: Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Μια εκείνοι Τον περιγελούσαν, διότι ήταν βέβαιοι ότι το κοριτσάκι ήταν νεκρό. Αυτός όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, άφησε να μείνουν στο δωμάτιο της νεκρής μόνο ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και οι γονείς του παιδιού. Κι εκείνη τη μοναδική ώρα έπιασε το χέρι του μικρού κοριτσιού και φώναξε: Κόρη, σήκω επάνω! Η στιγμή ήταν συγκλονιστική. Το πρόσωπο της κορούλας ροδίζει, τα δυο μάτια της ζωής και του θανάτου. Οι γονείς κοιτούν εκστατικοί, γεμάτοι ασυγκράτητη χαρά. Κι Εκείνος τους προστάζει να δώσουν στη μικρή φαγητό και να μην πουν σε κανένα το γεγονός.
Γιατί όμως τους έδωσε αυτή την οδηγία; Για να μην ερεθιστεί ο φθόνος των εχθρών του, εξηγούν οι ιεροί ερμηνευτές. Διότι το θαύμα αυτό διαλαλούσε περίτρανα ότι ο Κύριος δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά έχει τη δύναμη να ανασταίνει νεκρούς, να νικά το θάνατο. Αυτή η πραγματικότητα είναι ασύλληπτη. Δεν είναι μία λεπτομέρεια στην Πίστη μας αλλά η μεγαλύτερη αλήθεια. Ο Χριστός είναι ο κύριος της ζωής και του θανάτου. Ανέστησε νεκρούς, αναστήθηκε και ο ίδιος για να μας δείξει ότι είναι ο Νικητής του θανάτου και ο καθαιρέτης του Άδη, η ζωή των απάντων.
Η πίστη αυτή πρέπει να κυριαρχεί διαρκώς στη σκέψη μας, να αλλάξει τη ζωή μας. Δεν έχουμε πλέον το δικαίωμα εμείς να τρέμουμε μπροστά στο θάνατο· να τον φοβόμαστε όπως όλοι όσοι ζουν χωρίς ελπίδα. Δεν είμαστε πλασμένοι για τα λίγα χρόνια της επίγειας ζωής μας. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος μας αλλά η αρχή μιας άλλης, ατελεύτητης ζωής. Η ζωή μας εδώ στη γη είναι ένα μικρό επεισόδιο μπροστά στην αιωνιότητα. Κάποτε θα αναστήσει ο Κύριος κι όλους εμάς. Θα ακούσουμε όλοι μας τη φωνή του να μας καλεί και πάλι στη ζωή, στην αιώνια ζωή. Μη φοβόμαστε τον θάνατο. Η ζωή μας έχει νόημα μόνο επειδή υπάρχει ο Χριστός, που είναι «η ζωή και η ανάστασις ημών». Ας ζούμε λοιπόν με προοπτική αιωνιότητας, προσμένοντας και τη δική μας ανάσταση.
Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ. 1988
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΛΟΥΚΑ
Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Έβδομη Κυριακή του Λουκά σήμερα, αγαπητοί. Το Ευαγγέλιο μας μιλάει για δυο μεγάλα θαύματα, τα οποία έκανε ο Χριστός στην Καπερναούμ, τη δεύτερη πατρίδα Του, αφού είχε γυρίσει από τη χώρα τον Γαδαρηνών, που Τον έδιωξαν οι κάτοικοί της. Τον περίμεναν όμως στην Καπερναούμ αμέτρητοι, κι ανάμεσά τους ξεπρόβαλε σε κάποια στιγμή ο άρχων της Συναγωγής, Ιάειρος, που στα ελληνικά σημαίνει Φώτιος, ο οποίος είχε μια μονάκριβη κόρη, που ήταν στα τελευταία της.
Ο πόνος και η αγάπη μας οδηγούν στη ζωή. Ίσως είχε ακούσει για το Χριστό, αλλά δεν Τον είχε δει ποτέ. Τώρα ο πόνος για την θυγατέρα του και η αγάπη γι αυτήν, τον έφεραν μπροστά στα πόδια του Χριστού. Και παρακάλεσε τον Κύριο, αφού γονάτισε ενώπιόν Του, να πάει στο σπίτι του, να θεραπεύσει την κόρη του. Είχε λίγη πίστη, αλλά ο Χριστός και το λίγο το δέχεται και το κάνει πολύ. Ενώ ο Εκατόνταρχος του είπε : «Κι από μακριά Κύριε, μπορείς να θεραπεύσεις τον δούλο μου τον άρρωστο». Τι διαφορά! Κι ο Κύριος αμέσως σηκώθηκε να πάει. Πήγαινε λοιπόν ο Χριστός, και φαίνεται ήταν σε δημόσιο χώρο, που τον κάλεσε στο σπίτι του ο Αρχισυνάγωγος, έτρεξαν πλήθη αμέτρητα από περιέργεια και από θαυμασμό.
Και καθώς πήγαιναν εκεί, και κινδύνευε ο Χριστός να συνθλιβεί από το πλήθος, ανάμεσα τους άλλη μια πονεμένη ύπαρξη. Μια αιμορροούσα γυναίκα, που χρόνια 12 υπέφερε, καταξοδεύτηκε στους γιατρούς, και καλό δεν βρήκε. Είχε όμως μέσα στης πίστη και είπε : «Άν ακουμπήσω το άκρο του ενδύματος του Ιησού, θα γίνω καλά». Το 'πε και το 'κανε. Κι έγινε καλά. Κι ο Χριστός αισθάνθηκε αυτό που συνέβη. Και γύρισε και είπε: «Ποιος με ακούμπησε;» . Και Τον μάλωσε ο Πέτρος : «Εδώ πάνε να σε βγάλουνε κρασί από το στριμωξίδι, και Συ ρωτάς ποιος σε ακούμπησε;». Ο Ιησούς ήξερε τι έλεγε, ποιος τον ακούμπησε με πίστη. Και εμείς μπορεί να ακουμπάμε τον Ιησού με τον ¨Αγιον ¨Αρτο, τη Θεία Μετάληψη, αλλά πολλές φορές δύναμη δεν παίρνουμε, γιατί δεν ακουμπάμε με πίστη.
Και η γυναίκα παρουσιάστηκε μπροστά Του τρέμοντας, και απ το θαύμα που έγινε και απ το φόβο της, γιατί όσοι έπασχαν από αυτή την αρρώστια, ήταν νομικώς ακάθαρτοι και απεβάλλοντο από τους δήθεν σπουδαίους, και Του είπε όλη την αλήθεια. Κι ο Ιησούς την είπε θυγατέρα Του. Και της έδωσε την ειρήνη Του και τη χάρη Του.
Κόντευαν να φτάσουν σπίτι του Ιάειρου και κάποιος οικιακός ήλθε και του είπε πως «Πέθανε το παιδί σου. Μην κουράζεις το Δάσκαλο». Ο Ιησούς όμως του έδωσε θάρρος, ακόμη και στο θάνατο. «Μη φοβάσαι, έχε πίστη και θα σωθεί». Έφτασαν εκεί πέρα και ρώτησαν τι γίνεται. Και είπαν πάλι αυτό «Πέθανε». Κι ο Ιησούς είπε : «Δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Και οι άλλοι τον περιγελούσαν, αφού ήξεραν πως πέθανε. Κι αυτό το περιγέλασμα είχε το θετικό του. Απέδειξε πως όντως είχε πεθάνει και μετά όντως έγινε ανάσταση. Ο Χριστός πάντα από το πικρό βγάζει και το γλυκό. Αυτή είναι η ομορφιά Του.
Και μπήκε μέσα, έβγαλε έξω όλους εκτός από 3 Μαθητάς και τους γονείς της κόρης, την ακούμπησε, την πήρε απ το χέρι και της λέει: «Κόρη, σήκω». Και σηκώθηκε αμέσως. Και ύστερα είπε να της δώσουν να φάει, να επανέλθει στη ζωή και στις λειτουργίες της. Ήταν όντως ανάσταση, θαύμα μέγα του Χριστού. Και είπε στους γονείς να μην πουν πουθενά τίποτα. Θα το μάθαιναν όλοι φυσικά, αλλά ήθελε να αποφύγει τον φθόνο των εχθρών Του.
Ακόμη και τους εχθρούς Του φροντίζει. Πως λοιπόν να μην Τον αγαπάμε; Πώς να μην Τον λατρεύουμε; Και πώς να μην Τον πιστεύουμε με όλη μας την καρδιά!! Αμήν.

ΠΗΓΗ: http://www.inpp.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=481%3A2012-10-23-08-59-02&catid=20%3A2011-11-28-20-55-41&Itemid=101&lang=en

Κυριακης ΄Ζ Λουκά

«Η πίστις  σου σέσωκέ σε, πορεύου εις  ειρήνην»

Αγαπητοί μου αδελφοί,
Στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα βλέπουμε δύο θαύματα τα οποία, χάριν της ζώσης πίστης των πονεμένων εκείνων ανθρώπων, έκαμε ο των όλων Σωτήρ, ο Μέγας ιατρός της ψυχής  και του σώματος.
Η θεραπεία της αιμορροούσης γυναίκας, το πρώτο, και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, το δεύτερο· και τα δύο αυτά θαύματα, ά εποίησε με τον λόγο Του ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, φανερώνουν ότι ό των όλων Κύριος δεν κάμνει ουδεμία διάκριση, αλλά «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι  και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Η προς τον Θεό θερμή πίστη κάθε ανθρώπου είναι απαραίτητος προϋπόθεση της σωματικής και πνευματικής σωτηρίας του· «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται».
Ο «κατ΄ είκονα Θεού» πλασθείς  άνθρωπος  πρέπει να  διακρίνεται  δια την πραγματική και την αληθινή πίστη του, την ζέουσα πίστη του στον Τριαδικό Θεό, και τούτο διότι δια της πίστεως ο άνθρωπος ενώνεται  αγαπητικῶς με τον Θεό, τον Πλάστη και Δημιουργό του, και επιστρέφει στην πατρική εστία, στην πατρική αγκαλιά.
Όμως, εάν ο άνθρωπος έχει πίστη χλιαρή, ψυχρή, τότε εύκολα κλονίζεται από κάθε κακόδοξο διδασκαλία, γίνεται αδύναμος, διαστρέφεται ο νους και η καρδιά του, και προσκολλάται τότε σε εξωτερικά έργα διαφθοράς και αμαρτίας, έργα που τα κινεί ο πανούργος ο Διάβολος, ο οποίος φθονεί σφόδρα  τον βραχύ τι παρά αγγέλους, δόξα  και τιμή  στεφανωμένο παρά του Θεού Πατρός άνθρωπο.
Ο άνθρωπος, ο ευρισκόμενος μακράν της πατρικής αγκαλιάς, δεν αισθάνεται καθόλου εντροπή δια τα αμαρτωλά έργα του  και τις αμαρτωλές πράξεις του, και το φοβερώτερο - δι΄όλα  αυτά αισθάνεται αγαλλίαση και μεγάλη ευχαρίστηση, χωρίς να σκέπτεται τις φοβερές συνέπειες αυτών των πράξεών του που θα έχουν  στο μέλλον του, στην πέρα  του τάφου ζωή.
Η αληθινή, η  θερμή, η ζέουσα πίστη στο Θεό και το «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής», κατά το Ιερό βιβλίο της θείας Αποκάλυψης, καθιστά τον άνθρωπο ήρωα, ισχυρό, άγιο, ενάρετο, τέλειο και τον οδηγεί σε μεγάλα κατορθώματα σε μεγάλες χριστιανικές πράξεις και προπάντων τον οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Αυτή  τη δύναμη αλλά και αυτή την τελική θεία κατάληξη έχει δια τον κάθε άνθρωπο η θερμή πίστη του στον εν Τριάδι Θεό, όπως ακριβώς διαφαίνεται στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, τόσο από τον πονεμένο Πατέρα τον Ιάειρο, που έβλεπε από  στιγμή σε στιγμή  να χάνεται  η  μονάκριβη  κόρη του, όσον  και από την αιμορροούσα  γυναίκα, η οποία τα πάντα  είχε ξοδέψει στους  γιατρούς δια να  ξαναβρεί  την υγεία της.
Ω! πόσο ωφέλιμος και καρποφόρα και σωτήριος δια τον άνθρωπο είναι η πίστη  στον Θεό· και τούτο γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να περάσει την ζωή αυτή σε αυτό τον κόσμο χωρίς να χύσει ένα δάκρυ πόνου, χωρίς να περάσει κάποια θλίψη, χωρίς κάποια στενοχώρια να  συγκλονίσει το είναι του.
Ο Πολύαθλος Ιώβ μας λέγει: «πειρατήριον εστίν ο βίος του ανθρώπου επί της γης».
Ο άνθρωπος είναι γεγονός ότι σε αυτή την ζωή θα γευθεί πίκρες, λύπες, στενοχώριες, φόβους, αρρώστιες, πείνα, δυστυχίες και άλλα δεινά, και τέλος  θα γευθεί και αυτόν τον σωματικό θάνατο, που είναι ο χωρισμός του σώματος  από την ψυχή.
Και για  όλες  αυτές τις  δοκιμασίες που κάνουν δεινή, φοβερή την ζωή του εδώ  στην γή  ερωτά  ο ταλαίπωρος  άνθρωπος πού θα βρεί την παρηγοριά, την παραμυθία του; Ποίος είναι εκείνος που θα το πονέσει, που θα τον βοηθήσει, που θα γίνει συνοδοιπόρος του, αρωγός του και συνκυρηναίος του  δια να μπορέσει να νικήσει και να ξεπεράσει όλες αυτές τις δοκιμασίες;
Την απάντηση τοῦ την παρέχει η σημερινή ευαγγελική περικοπή: «η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις  ειρήνην» και «μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται».
Μόνον η πίστη στον Χριστό παρηγορεί και ενισχύει και σώζει τον άνθρωπο και τον βγάζει νικητή από τους κινδύνους, από τις θλίψεις, τις στενοχώριες, τις συμφορές και τις τρικυμίες, τις δοκιμασίες της πρόσκαιρης και μάταιης αυτής ζωής.
Ο Απόστολος Ιάκωβος  μας λέγει: «να έχετε χαρά μεγάλη, αδελφοί μου, όταν πέσετε σε διάφορες δοκιμασίες, διότι πρέπει να ξέρετε ότι η δοκιμασία της πίστης μας παράγει υπομονή, η δε υπομονή κάνει τέλειο έργο, δια να είσθε τέλειοι και ολοκληρωμένοι και να μη υστερείτε σε τίποτε».
Μόνο η χριστιανική πίστη διδάσκει σαφώς και περί της μελλούσης ζωής, η οποία μέλλουσα ζωή είναι ζωή χαράς και ευλογίας Θεού· «ένθα ούκ έστι πόνος ή λύπη ή στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος», ψάλλει η  Εκκλησία του Εσταυρωμένου και Αναστάντος Ιησού κατά την νεκρώσιμο ακολουθία.
Μόνον η χριστιανική πίστη ενισχύει τον άνθρωπο στην παρούσα ζωή, εξαγιάζει τις θλίψεις του  και βοηθά τον άνθρωπο να νικήσει το κακό, να νικήσει τα του κόσμου τούτου μάταια και ψευδή, να νικήσει την αμαρτία και να τελειοποιηθεί εν Χριστώ Ιησού.
Μόνον η χριστιανική πίστη μεταμορφώνει την ζωή του ανθρώπου στον κόσμο αυτό, του αγιάζει τις θλίψεις και του παρέχει την  ιώβειον  εκείνη υπομονή, αλλά  και  συγχρόνως του δίδει την δύναμη εκείνη να νικήσει το κακό, να νικήσει τα οψώνια  της αμαρτίας, να νικήσει τον θάνατον  και να ξαναβρεί  την ζωή  την αιώνιο, την  βασιλεία των ουρανών.
Η Χριστιανική πίστη δεν είναι  μία απλή γνώση, δεν είναι μία απλή  θεωρία, δεν είναι ένα σύστημα φιλοσοφικό, δοσμένο από ανθρώπους, αλλά είναι θεία δύναμη, είναι θάρρος, είναι φλόγα πού φωτίζει, είναι οργασμός θείος που οδηγεί σε προσωπική ένωση του ανθρώπου  με τον Θεό.
Αδελφοί μου,
Η χριστιανική πίστη ανύψωσε τον άνθρωπο, κατέλυσε τις κοινωνικές ανισότητες, καθιέρωσε την αρχή της φιλανθρωπίας, δημιούργησε τις μεγάλες και θεάρεστες πράξεις και ενεφύτευσε στον άνθρωπο να διαπράττει έργα αγάπης, έργα φιλαλληλίας.
Ο Απόστολος Ιάκωβος λέγει: «η πίστις χωρίς των έργων είναι νεκρά», και, «δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου», και, «η πίστις δια αγάπης ενεργουμένη».
Η πίστη δι΄ έργων ενεργουμένη αποτελεί το μέγα θαύμα της πνευματικής κάθαρσης του ανθρώπου και της ηθικής ανύψωσης αυτού, και σώζει τον άνθρωπο και το οδηγεί στην αιώνιο ζωή.
Δια τούτο ας πιστέψουμε και εμείς ολοψύχως στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και ας πράττουμε έργα αγάπης και αρετής. Ας είμαστε, παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, στερεοί και ακλόνητοι στην πίστη μας και ας μη μας κλονίζουν οι σειρήνες του κόσμου τούτου, μήτε να μας φοβίζουν οι διάφορες δοκιμασίες, αλλά αφού ειρηνεύουμε πρώτα με του εαυτούς μας και ύστερα με  τους αδελφούς μας, να πράττουμε έργα αγάπης, δια να ακούσουμε και εμείς το: «η πίστις σου σέσωκέ σε πορεύου εις ειρήνην». ΑΜΗΝ.

ΠΗΓΗ: http://www.pistos.gr/orthodoxia/khrugmata/to-kirugma-tou-euaggeliou-tis-kuriakis-z-louka

Κυριακή Ζ' Λουκά

( Λουκά 8, 41-56)

Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού χριστού περιγράφει η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αυτό της θεραπείας της αιμορροούσης και της θυγατέρας του Ιάειρου. Η μία ήταν μια απλή γυναίκα μέσα στο πλήθος, ο δεύτερος ήταν επιφανής, άρχοντας της συναγωγής. Προσεγγίζουν το Χριστό, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο: η αιμορροούσα δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να τη θεραπεύσει, απλά Τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του, και το θαύμα γίνεται. Ο αρχισυνάγωγος ζητά από τον Διδάσκαλο να έλθει στο σπίτι του και να θεραπεύσει τη μονάκριβη κόρη του και ο Χριστός έρχεται και ανασταίνει το κορίτσι, που στο μεταξύ είχε πεθάνει. Και οι δύο όμως, και η αιμορροούσα και ο Ιάειρος, έχουν δύο κοινά στοιχεία: διαθέτουν πίστη και τόλμη. Πιστεύουν ότι ο Χριστός μπορεί να παράσχει την ίαση και τολμούν, ο μεν να το ζητήσει και η δε να αγγίξει τον Κύριο.

Δεν ήταν μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο το να μιλήσει με το Χριστό. Οι Γραμματείς και οι φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό να Τον πλησιάζει και να ακούει τη διδασκαλία Του. Ο Ιάειρος όχι μόνο τολμά να βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος που ακούει τους λόγους του Κυρίου, αλλά και συζητεί μαζί Του και Του ζητά να έλθει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι ο μόνος που μπορεί να σώσει το παιδί του είναι ο Χριστός. Η πίστη του λοιπόν υπερνικά τον οποιοδήποτε φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που απλά αγγίζει τα ρούχα του Κυρίου Ιησού, προσδοκώντας να λάβει την ίαση.
Την αναγκαιότητα της πίστης προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, την επισημαίνει και την τονίζει ο ίδιος ο Χριστός. Στην αιμορροούσα λέει: “θυγάτηρ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε”1 και στον Ιάειρο, που τον ειδοποίησαν ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Διδάσκαλο, του απαντά: “μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”2. Τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που πιστεύει ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε εκείνους που δεν το πιστεύουν τη βλέπουμε στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν με τον Χριστό, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί το κορίτσι δεν πέθανε. Η απελπισία τους είχε εξανεμίσει κάθε ελπίδα και πίστη προς τον Θεό, και θεωρούσαν πως όλα πια είχαν χαθεί.
Μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”. Τα λόγια του Χριστού είναι καταλυτικά, όχι μόνο για τον πατέρα του άρρωστου κοριτσιού, αλλά και για τον καθένα μας. Μέσα στο πέλαγος της βιοπάλης και της καθημερινότητας, συχνά αισθανόμαστε ανίσχυροι, αδύναμοι, νικημένοι. Νιώθουμε ότι δεν έχουμε από πού να κρατηθούμε, πού να στηριχτούμε και να πάρουμε δύναμη για να αντεπεξέλθουμε στις δυσκολίες της ζωής. Συχνά μια ασθένεια, μια ανυπέρβλητη δυσκολία, μάς βυθίζει στην απόγνωση και την απελπισία. Κι όμως, ο Χριστός μάς προσκαλεί να πιστέψουμε, και η βοήθειά Του θα έλθει.
Τί σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτεί υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Είναι απαραίτητο πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσουμε και να παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, πως πέρα από τη δική μας προσπάθεια έχει μεγάλη σημασία και η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία Του και η ευλογία Του. Μέσα στις δυσκολίες, τις αστοχίες και τις αποτυχίες, δύο επιλογές μάς μένουν: ή να βυθιστούμε στην απόγνωση και να καταστραφούμε πνευματικά, ή να αποδεχτούμε τη δική μας ανεπάρκεια και να στραφούμε με πίστη στον Θεό. Αν καταφέρουμε επομένως να κάνουμε τούτη την υπέρβαση του εγωισμού μας και αποδεχτούμε την παντοδυναμία αλλά και την αγάπη του Θεού προς εμάς, τότε μπορούμε με ταπείνωση πλέον να απευθυνθούμε προς Αυτόν και με πίστη να Του ζητήσουμε να έλθει σε βοήθειά μας.
Ο Θεός δεν είναι χαιρέκακος, ούτε θέλει να μας βλέπει να ταλαιπωρούμαστε. Επειδή όμως μας έπλασε ελεύθερους, περιμένει από μόνοι μας, ελεύθερα να Τον βάλουμε στη ζωή μας. Και στο μεταξύ, διακριτικά μας σκεπάζει και μας προσφέρει τις ευκαιρίες να πιστέψουμε σε Αυτόν. Και επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μόλις προστρέξουμε με πίστη σπεύδει και πραγματοποιεί το θαύμα στην προσωπική μας ζωή, όχι πάντα σύμφωνα με τη δική μας επιθυμία, αλλά με γνώμονα το πνευματικό μας καλό και συμφέρον.
Είναι όντως δύσκολο να στηρίξουμε την ελπίδα μας στο Θεό. Χρειάζεται ταπείνωση, χρειάζεται τόλμη, χρειάζεται πίστη. “Μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον”, μας προσκαλεί σήμερα ο Χριστός, προκειμένου να κάνει το θαύμα στη ζωή μας. Αρκεί να Τον εμπιστευτούμε, να του δώσουμε χώρο να σταθεί μέσα στην καρδιά μας. Αυτή είναι και η προσευχή μας, σε κάθε Λειτουργία και σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας: “ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα”.

_____________
1Λουκ. 8, 48.
2Λουκ. 8, 50.
 

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012



Κυριακή Στ΄ Λουκά
(Λουκ. η΄26-39)      (Γαλ. α΄11-19)

Η αληθινή κοινωνία

«ιματισμένον και σωφρονούντα»
Ο άνθρωπο ψάχνει μετά μανίας για τη ελευθερία του, πλην όμως δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που δοκιμάζει στο βάθος μεγάλη απογοήτευση. Ο Χριστός είναι ο αληθινός ελευθερωτής του κόσμου. Ο δαιμονισμένος που παρουσιάζει η σημερινή ευαγγελική περικοπή θεραπεύθηκε μόλις συνάντησε τον Χριστό. Τον είδαμε να μεταβάλλεται ριζικά και να γίνεται νέα ύπαρξη. Από γυμνός γίνεται «ιματισμένος» και από αλλοπρόσαλλος «σωφρονών». Ζούσε πριν σε μνήματα και σε έρημους τόπους, μετά όμως επικοινωνεί και μάλιστα με τον πιο αυθεντικό τρόπο με τους συνανθρώπους του. Η επιθετικότητα και η καταστροφική μανία που τον καταλάμβαναν μεταβάλλονται σε ορμή κοινωνικότητας και σχέσης με τους γύρω του.

Η κοινωνικότητα

Η κοινωνικότητα είναι ουσιώδες γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, γεγονός που αναγνώρισε από την αρχή και η φιλοσοφική σκέψη. Η κοινωνικότητα που εκδηλώνει ο άνθρωπος διαφέρει εκείνης των άλλων δημιουργημάτων και κινείται σ’ ένα τελειότερο ορίζοντα. Αναπτύσσεται μάλιστα και κατακόρυφα ως θρησκευτικότητα.
Η κοινωνικότητα του ανθρώπου εκδηλώνεται σαφώς με την υπέρβαση της ατομικότητάς του. Αυτή πραγματοποιείται με την ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Η αγάπη ξεπερνά τα όρια του ατόμου. Γιατί καθιστά τον άνθρωπο πρόσωπο που σπεύδει να συναντήσει τον άλλο με ανοικτές αγκάλες και με πλήρη αποδοχή.

Ο χριστιανός από μια άλλη θεώρηση είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικός αλλά και «αντικοινωνικός». Είναι «αντικοινωνικός» γιατί απαρνείται τον κόσμο και τα πράγματα του κόσμου για να δοθεί ολοκληρωτικά στον Θεό. Ταυτόχρονα όμως είναι κοινωνικός γιατί στον Θεό και με τον Θεό βρίσκει την αληθινή αγάπη και κοινωνεί με ολόκληρο τον κόσμο. Όπως ο Χριστός, έτσι και ο πιστός αφήνει τον εαυτό του να γίνει πλησίον για κάθε άνθρωπο. Η πίστη που δεν έχει τις κοινωνικές προεκτάσεις τις οποίες υπαγορεύει η αγάπη είναι πίστη θεωρητική και νεκρή. Ο χριστιανός δεν μπορεί να αισθάνεται ευχαριστημένος όταν κλείνεται στον εαυτό του και αδιαφορεί για τις ανάγκες του πλησίον του.

Τελικά, η αληθινή ανθρώπινη κοινωνία αναπτύσσεται στο πρότυπο της Αγίας Τριάδας. Παρά την ασύλληπτη διαφορά μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ο Τρισυπόστατος Θεός προβάλλεται στην Εκκλησία ως πρότυπο για ολόκληρη την ανθρωπότητα και για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Το Τριαδικό πρότυπο βρίσκει την ιδανική εφαρμογή του στη ζωή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είναι τύπος και εικόνα «του σύμπαντος κόσμου». Αυτό φανερώνει όχι μόνο τη θέση των χριστιανών μέσα στην κοινωνία, αλλά και την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο.

Η θεραπεία

Η ένταξη του ανθρώπου στην αληθινή κοινωνία που υπόσχεται η Εκκλησία προϋποθέτει την απελευθέρωσή του αλλά και τη γιατρειά του από τις λογής ασθένειες που τον προσβάλλουν. Ο δαιμονισμένος θεραπεύτηκε από το μεγάλο γιατρό, τον Χριστό. Καμιά ασθένεια, διαβεβαιώνει η Εκκλησία, δεν μένει αθεράπευτη.
Ο άνθρωπος που αφήνει την ύπαρξή του να είναι συνδεδεμένη με τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού γιατρεύεται από όλες τις «ασθένειες» που τόσο βασανιστικά τον καθηλώνουν στο κρεβάτι της μοναξιάς και της ακοινωνησίας. Αυτό αποτυπώνεται και στην εξωτερική του εμφάνιση, όπως είδαμε στο θαύμα της θεραπείας του δαιμονισμένου.
Η παρουσία της αγάπης του Χριστού έδινε μεγάλη πληρότητα στον εαυτό του ώστε το μόνο που φοβόταν ήταν ο κίνδυνος να περιπέσει στην προηγούμενη κατάστασή του. Ο άνθρωπος που είναι ενωμένος με τον Χριστό αισθάνεται μεγάλη ασφάλεια. Μέσα του κατοικεί ο Χριστός και γι’ αυτό γίνεται απόστολος και μάρτυράς του. Όπως συνέβη με το δαιμονισμένο που «απήλθεν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς».

Αγαπητοί αδελφοί, ο άνθρωπος μπορεί και σήμερα να δεχθεί στη ζωή του τον ελευθερωτή Χριστό. Είναι ο μόνος που μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε καταλυτική δύναμη του κακού. Είναι εκείνος που απαλλάσσει τον άνθρωπο από τις δυνάμεις του κακού και το διασώζει με όλα τα χαρακτηριστικά της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας του. Τον αποκαθιστά στην πιο αυθεντική κοινωνικότηα «ιματισμένον και σωφρονούντα».
Τα δαιμόνια της εποχής μας και η οικονομική κρίση


Του Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη
Στο  ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής η Εκκλησία μας προβάλλει το θαύμα της θεραπείας του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών.
Συγκεκριμένα ο Ιησούς Χριστός συνάντησε έξω από την πόλη έναν άνδρα που από χρόνια κυριαρχείτο από τα δαιμόνια που συνήθιζε να γυρίζει γυμνός και να κοιμάται στο νεκροταφείον.

Τα μέλη της οικογένειας του για να βρουν την ησυχία τους, όταν ήταν σπίτι, συνήθιζαν να τον δένουν χειροπόδαρα.
Ήταν ένας άνθρωπος επικίνδυνος. Ο Ιησούς Χριστός, ως φιλεύσπλαχνος Θεός, διατάσσει να απέλθουν από αυτόν τα δαιμόνια και τότε αυτός ελευθερώνεται, γίνεται ήρεμος, μειλίχιος, αποκτά την υγεία του. Τα δαιμόνια με την άδεια του Ιησού εισέρχονται σε μια αγέλη χοίρων που ορμούν και πνίγονται στη θάλασσα.

΄Υστερα από λίγο με τη γνωστοποίηση και τη διάδοση του απίστευτου θαυματουργικού γεγονότος, κόσμος πολύς από τη πόλη και τα γύρω χωριά έρχεται για να θαυμάσει το γεγονός.

Το κάθε θαύμα του Ιησού Χριστού, όπως κι ολόκληρη η διδασκαλία του, έχουν ως κύριο στόχο και σκοπό να αποκαλύψουν το μυστήριο του ερχομού της Βασιλείας του Θεού στο κόσμο. Μιάς Βασιλείας όπου δεν έχει θέση ο πόνος και η δυστυχία, οι θλίψεις και οι αρρώστιες, οι αγωνίες και η εγκληματικότητα, η ψευτιά και η υποκρισία, η φτώχεια και η μιζέρια κι όλα τα κοινωνικά δεινά της ανθρωπότητας, όπως είναι η καταπάτηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η καταστροφή του Φυσικού Περιβάλλοντος και τα δεινά της Παγκόσμιας Οικονομικής κρίσης.

΄Ερχεται ο Ιησούς Χριστός με τα θαύματά Του και τη διδασκαλία Του να μας τονίσει, ότι η Βασιλεία του Θεού είναι μια κοινωνία αγάπης του Θεού με τον άνθρωπο και μια σχέση συναδέλφωσης και συνύπαρξης όλων των ανθρώπων, πλούσιων και φτωχών, άσπρων και μαύρων, μικρών και μεγάλων, ανδρών και γυναικών, ασθενών και υγειών.

Γι’ αυτό και το κάθε θαύμα του Ιησού είναι ένας αγωγός από τον οποίον διοχετεύεται η χάρις και η αγάπη του Θεού προς όλους τους ανθρώπους.

Ο Θεός δεν συμπεριφέρεται όπως τους ανθρώπους που βοηθούν μόνον τους δικούς τους και μάλιστα αυτούς που δεν τους στενοχωρούν και τους πικραίνουν. Ο Θεός μας αγαπά και μας βοηθά όλους μας. Αυτά έκαναν κι οι Απόστολοι. Αυτό έκαναν κι όλοι οι άγιοί μας. Αυτό πρέπει να κάνουν κι οι κληρικοί μας κι όλοι οι Χριστιανοί, κι ιδιαίτερα αυτοί που μας ηγούνται.

Πέραν όμως από αυτή την επιτακτική προτροπή να μιμηθούμε στη ζωή μας την ευσπλαχνία του Ιησού Χριστού και τη ζωή των αγίων μας, στο κάθε θαύμα του Ιησού Χριστού κρύβονται τόσες αλήθειες και πραγματικότητες της ζωής που αξίζουν να τις διερευνούμε και να εμβαθύνουμε σ’ αυτές για το δικό μας καλό.

΄Ετσι το σημείο εκείνο που μας προκαλεί έκπληξη στη σημερινή ευαγγελική περικοπή δεν είναι τόσο η θεραπεία του δαιμονισμένου, όσο η συμπεριφορά των συμπολιτών του απέναντι στον Ιησού Χριστό. Θα περίμενε κανείς να τον πλησιάσουν γεμάτοι ευγνωμοσύνη, να τον ευχαριστήσουν, να τον κρατήσουν κοντά τους, να του φέρουν και τους άλλους αρρώστους τους, να αφήσουν μπροστά του τους πόνους και τις αμαρτίες τους και να νοιώσουν τη παρουσία Του ανάμεσά τους, ως ευλογία, ως πρόσκληση για να ακολουθήσουν το δρόμο της σωτηρίας. Αντίθετα δεν κάνουν τίποτα απ’ όλα αυτά. Κάνουν μάλιστα το χειρότερο. Ζητούν να απομακρυνθεί ο Ιησούς Χριστός από κοντά τους, του ζητούν να φύγει όσο πιο γρήγορα γίνεται, του ζητούν να απομακρυνθεί από τα σύνορα της χώρας τους.

Γιατί άραγε αυτή η κακία εκ μέρους των Γαδαρηνών; ΄Ισως γιατί βλέπουν τον Ιησού ως εμπόδιον στα αμαρτωλά συμφέροντα τους που αποβλέπουν στο παράνομο κέρδος, δηλαδή στην εκμετάλλευση του άλλου με αθέμιτα μέσα. Μάλιστα πριν από λίγο ο Ιησούς Χριστός θεραπεύοντας τον δαιμονισμένο καταδίκασε μαζί και το παράνομο κέδρος, οδηγώντας στο γκρεμό το κοπάδι των χοίρων που τελικά πνίγηκαν στην θάλασσα. Είναι άλλωστε γνωστόν από τη Παλαιά Διαθήκη ότι με σαφήνεια ο Νόμος του Μωϋσέως, για να προστατεύσει τους συμπολίτες του από βλαβερές ασθένειες, απαγόρευε ρητά στους Εβραίους να τρώνε χοιρινό κρέας και να τρέφουν χοίρους.

Οι Γαδαρηνοί φαίνεται να φοβούνται τον Χριστόν. ΄Ετσι τον φοβούνται κι οι παράνομοι κι οι αμαρτωλοί.

΄Ομως ο φόβος τους δεν τους οδηγεί σε μετάνοια. Αντί να διορθωθούν, προτιμούν να διώξουν μακρυά Εκείνον που αφυπνίζει τη συνείδησή τους, τον Ιησού Χριστόν. Θέλουν ανενόχλητοι να βαδίζουν το δρόμο της ύλης και της αμαρτίας και του στενού ατομικού εγωιστικού συμφέροντος. ΄Εχουν φαίνεται συνηθίσει να οσφραίνονται τη δυσοσμία και τη βρώμα από τη λάσπη των χοίρων. Δεν ήταν άξιοι να επωφεληθούν από τη παρουσία του Ιησού Χριστού. ΄Ετσι του ζητούν να φύγει.

Μήπως η ίδια  ιστορία συμβαίνει και στη δική μας ζωή;

Ο Ιησούς Χριστός ζητά από εμάς αγάπη, τιμιότητα, ειλικρίνεια, ταπείνωση, υπομονή, ηρεμία, γαλήνη, κάθε αρετή, θυσία και προσφορά βοηθείας προς όσους μας έχουν ανάγκη.

Εμείς τι προσφέρουμε; Προσφέρουμε ότι μας ζητεί ο Ιησούς Χριστός;

Σήμερα υπάρχει μια τάση πολλοί άνθρωποι να αρνούνται την ύπαρξη του Θεού. Κι όμως κανείς δεν γίνεται άθεος, εκτός από εκείνους που έχουν λόγους να μην υπάρχει ο Θεός, για να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς κανένα  ηθικό φραγμό.
Πολλοί άνθρωποι ολίγον διαφέρουν από τους Γαδαρηνούς, που έδιωξαν τον Ιησού Χριστό, γιατί πολλοί άνθρωποι της εποχής μας από το πάθος του υλικού κέρδους δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι πέρα και πάνω από το παράνομο ή νομικό υλικό κέρδος υπάρχει και προβάλλει το αιώνιο κέρδος της ψυχής, η εν Χριστώ αιώνιος σωτηρία μας.

΄Ετσι πολλοί από τους σημερινούς ανθρώπους, ως άλλοι Γαδαρηνοί τονίζουν με θράσος και αυθάδεια ότι μια συνεπής Χριστιανική ζωή είναι ζημιά. ΄Ετσι αντί να αγωνίζονται για να σωθούν, να ζήσουν σύμφωνα με τις εντολές του Ιησού Χριστού, επιδιώκουν να κερδίσουν τον κόσμο όλο, με ζημία τη πορεία τους προς τον αιώνιο θάνατο, δηλαδή προς τη κόλαση.

Στη ζωή μας ο Θεός μας δίνει ευκαιρίες για να ζήσουμε εν μετανοία, για να σωθούμε. Αυτές οι ευκαιρίες εκφράζονται με τη βίωση κάποιου θαύματος που συμβαίνει σε μας προσωπικά, ή μέσα στο περιβάλλον που ζούμε.

Εκεί που γίνεται το θαύμα υπάρχει πόνος μεγάλος και το θαύμα αποβλέπει ακριβώς στην εξάλειψη του κακού που δημιουργεί τον πόνον.
Ο Θεός επιτρέπει στην ζωή μας να γνωρίζουμε τον πόνο και τη δυστυχία για να θυμόμαστε το βασικό σκοπό της ζωής μας όταν το λησμονούμε.
Ο Θεός μας παρακινεί συνέχεια να οδηγούμε τον εαυτό μας στη σωτηρία που μας προσφέρει ο Χριστός, προσπαθώντας στη ζωή μας να ζήσουμε σύμφωνα με τις θείες Του εντολές.

Εκείνος ο δαιμονισμένος, ο θεωρούμενος από τους Γαδαρηνούς τρελός, καταξιώθηκε να γίνει μάρτυρας του Θεού, καταξιώθηκε να έχει προσωπική επικοινωνία με τον Ιησού Χριστό, καταξιώθηκε να διδάξει τον λόγον του Θεού, κατάφερε να σωθεί.

Το δίδαγμα αυτού του περιστατικού σημαίνει ότι δεν πρέπει ποτέ στη ζωή μας να περιφρονήσουμε ή να υποτιμήσουμε οποιονδήποτε άνθρωπο.
Αντίθετα πρέπει να προσευχόμαστε για τον κάθε άνθρωπο, προσφέροντάς του έργα αγάπης γιατί ο κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από τις εντυπώσεις που έχουμε γι’ αυτόν, έχει δημιουργηθεί «κατ’ εικόνα Θεού». Αυτό σημαίνει ότι στη θετική συνάντησή μας και στη σχέση μας με τον κάθε άνθρωπο συναντούμε τον Θεόν.

Γι’ αυτό και ο Χριστός μας τόνισε ότι την ώρα που βοηθούμε το διπλανό μας επικοινωνούμε μαζί με το Θεό, παίρνοντας δυνάμεις που είναι απαραίτητες για να ζήσουμε όχι μόνο μια καλύτερη ζωή στον κόσμο αυτό, αλλά και στην αιωνιότητα, για να οδηγήσουμε τους εαυτούς μας στη ζωή του Παραδείσου. 

Ο ΜΟΧΘΗΡΟΣ ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ
(Λουκά, κεφ.  8, 26-39)
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

 Είναι πίστη της Εκκλησίας μας ότι ο Υιός του Ανθρώπου «φανερώθηκε για να καταργήσει τα έργα του διαβόλου» (Α΄ Ιω. 3,8). Ένα τέτοιο παράδειγμα θεραπείας και απελευθέρωσης ανθρώπου υποταγμένου στον σατανά είναι και το περιστατικό με το δαιμονισμένο νέο στα Γάδαρα, που αναφέρεται στην σημερινή ευαγγελική περικοπή. Πριν από την επιτέλεση του θαύματος, ο Χριστός: (α) είχε ηρεμήσει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και έδειξε έτσι την εξουσία του πάνω στη φύση, (β) είχε αναστήσει τη κόρη του Ιαείρου και επεσήμανε την εξουσία του πάνω στον θάνατο και ότι είναι ο άρχων της ζωής. Με το παρόν περιστατικό φανερώνει ότι κυριαρχεί και στο βασίλειο των δαιμόνων και αποδεικνύεται ότι είναι ο αληθινός Θεός.

Ο Διάβολος στην Αγία Γραφή παρουσιάζεται, ήδη από την πτώση των πρωτοπλάστων, να έχει εισχωρήσει στην ανθρώπινη ιστορία και να προσπαθεί  να καταστρέψει με νύχια και με δόντια τον άνθρωπο, «ως λιοντάρι που βρυχάται» (Α΄ Πέτρ. 5,8). Όπως ακριβώς ένα ανοικτό τραύμα χωρίς φροντίδα και αντιβίωση μολύνεται, έτσι και οι πρώτοι άνθρωποι άφησαν εκτεθειμένο το νου και την καρδιά τους στην επιρροή του κακού, με αποτέλεσμα να υποκύψουν στις παγίδες του αντιχρίστου. Η συγκεκριμένη περικοπή αποδεικνύει ότι οι δαίμονες έχουν μάλιστα και προσωπική συνείδηση και θέληση και δεν είναι απλά μια διανοητική κατασκευή που σημαίνει κάτι το κακό. Ο “διάβολος” λέγεται έτσι επειδή συκοφαντεί και διαβάλλει τις πράξεις των ανθρώπων ενώπιον του Θεού και με τη λέξη “σατάν” υπονοείται στα εβραϊκά αυτός που εναντιώνεται και αντιστέκεται στα σχέδια του Θεού, ο αντίδικος και ο αντίπαλος.
Τα δαιμόνια που συναντάμε στα Ευαγγέλια συζητάνε με το Χριστό, εκδιώκονται και εξέρχονται από τους ανθρώπους, ομολογούν τον Χριστό ως Θεό, μάλιστα δε “πιστεύουν και φρίττουν”, σύμφωνα με τον απόστολο Ιάκωβο, αλλά δεν ποιούν καρπούς μετανοίας διότι δέθηκαν σταθερά στο κακό (Ιακ. 1,19). Σε άλλα σημεία της Γραφής πλησιάζουν και προσκυνούν τον Ιησού ή αναγνωρίζουν ότι έχει εξουσία πάνω τους και παρακαλάνε για την αποτροπή της τιμωρίας τους. Αυτά όλα είναι προσωπικοί τρόποι αντίδρασης, που δεν μπορούν να αποδοθούν σε συνηθισμένες μορφές ψυχασθένειας. Σε πολλές περιπτώσεις οι δαιμονισμένοι αποκαλύπτουν διάφορες κρυφές πράξεις άλλων, τα ονόματα τρίτων και τις ιδιότητές τους κ.α., γεγονότα που δεν ερμηνεύονται δια της κοινής λογικής ή μόνο βιολογικά. Κατά την σύμφωνη γνώμη των αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας, η χειρότερη μορφή τυραννίας είναι εκείνη του διαβόλου πάνω στον άνθρωπο, που βέβαια έχει διαβαθμίσεις και απαντάται και με διαφορετικές μορφές, όπως είναι οι περιπτώσεις υπερηφάνειας, ασέβειας, κακίας, υποδούλωσης στα πάθη, αίρεσης, απιστίας, ειδωλολατρίας, και ούτω καθεξής.  
Στη χώρα μας δρουν και αποπροσανατολίζουν πολλούς ανυποψίαστους συνανθρώπους μας, είτε ατομικά είτε με μορφή εταιρειών, ένας μεγάλος αριθμός από μάγους, μέντιουμ και οραματίστριες, που είναι ενεργούμενα υπερφυσικών κακών δυνάμεων και φθείρουν ψυχές. Δυστυχώς το πονηρό πνεύμα καμουφλάρεται και παρουσιάζει τα κατορθώματά του στη σύγχρονη εποχή μας δήθεν με επιστημονικό προσωπείο και ως εξωτερίκευση των εσωτερικών δυνάμεων, που υποτίθεται πως σε αδράνεια υπάρχουν μέσα μας. Στο ίδιο πνεύμα βαδίζει και η αποκρυφιστική Νέα Εποχή, που προσπαθεί να πείσει τους ανθρώπους, και βεβαίως πλανεμένα διδάσκει, ότι όλοι είμαστε θεοί επί της γης και πως τα θαύματα και η αλλαγή στη ζωή μας είναι κατορθωτά με την επίκληση συνειδητών ενεργειακών δυνάμεων, στις οποίες δίνουν ονομασίες, όπως: “μεγάλοι παλιοί”, “οντότητες”, “άγγελοι”, “δύναμη ρέϊκι” κ.λπ. Όλα αυτά είναι καμουφλαρισμένη διδασκαλία της σύγχρονης μαγείας. Ο απόστολος Παύλος μάλιστα αποκαλύπτει (αλλά και ο Μέγας Αθανάσιος αναφέρει ότι συνέβαινε στη ζωή του Μεγάλου Αντωνίου) ότι τα δαιμόνια εμφανίζονται και ως άγγελοι φωτός για να παραπλανήσουν αρκετούς (Β΄ Κορ. 11,14). Η λαϊκή παροιμία «ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός» έχει το ίδιο ακριβώς νόημα στις κοσμικές υποθέσεις.     
Ο νέος αυτός της σημερινής ευαγγελικής διηγήσεως, υπόδουλος καθώς ήταν στον διάβολο, έπασχε από αντικοινωνικότητα, επιθετικότητα, εσωτερική διάσπαση και συγκρούσεις, καταστροφική ορμή, μοναξιά και απομόνωση, αφού τα πάθη άλλωστε στην Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία είναι διαστροφή των ψυχικών δυνάμεων και αντίθετη πορεία προς τη θέωση-ένωσή μας με το Θεό. Αυτές είναι οι συνέπειες του κακού στον άνθρωπο, που διαχέονται και στο περιβάλλον ως ασθένεια, πείνα, μίσος, πόλεμος, τρομοκρατία, αναρχία, βιασμός, αυτοκτονία κ.λπ., και που έχουν την αρχή τους όχι στο Θεό, αλλά στον μοχθηρό αόρατο πνευματικό κόσμο και στον ξεπεσμό του ανθρώπου. Ο Χριστός προσφέρει τη νίκη πάνω στις σκοτεινές και απάνθρωπες δυνάμεις και τη δυνατότητα εσωτερικής συνοχής, ελευθερίας και προσωπικής καταξίωσης, μέσω της Χάρης του, των μυστηρίων της Εκκλησίας (ιδιαίτερα της Εξομολόγησης και της Θ. Κοινωνίας), της αγάπης και της χριστιανικής άσκησης (ταπείνωση, νηστεία, προσευχή, εκκλ. λατρεία, αγρυπνία κ.α.), άνευ των οποίων, και χωρίς την τήρηση των εντολών του Χριστού, όλα φαντάζουν ότι μπορούν να επιτευχθούν μαγικά, χωρίς δηλαδή τη δική μας συν-ενέργεια. Σύμφωνα εξάλλου με τα λόγια του Κυρίου, το «γένος» των δαιμόνων δεν μπορεί να εκδιωχθεί παρά μόνο «με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 14,21).  
Ο Χριστός είναι ο ελευθερωτής ψυχών και σωμάτων. Η σύγκρουση με το πονηρό πνεύμα έληξε, με νικητή τον αναστάντα Θεάνθρωπο. Ο Χριστός ήλθε «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» (Α' Ιω. 3,8) και η ανθρώπινη φύση λυτρώθηκε, με αρχή της σωτηρίας την ενσάρκωσή  Του. Για την καταξίωση όμως του ανθρωπίνου προσώπου απαιτείται καθημερινός αγώνας. Η εσωτερική και εξωτερική αλλαγή του πρώην δαιμονισμένου επισημαίνει ότι στον νέο κόσμο του Θεού, που συντελείται καθ’ οδόν και προς το μέλλον, θα υποχωρήσει κάθε μορφή του κακού. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Κυρίου «παρατεινόμενο στους αιώνες». Είναι το ψυχοσωματικό ουράνιο Πανδοχείο, ιατρείο ψυχών και σωμάτων, κατά την πατερική ερμηνεία της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη. Εκεί μόνο βρίσκει αληθινή και αιώνια ανάπαυση ο άνθρωπος, διώκεται το κακό και γαληνεύει η ψυχή, αφού επικοινωνεί όχι μόνο αγαπητικά και αδελφικά με τους συνανθρώπους του, αλλά και μέσω των εκκλησιαστικών μυστηρίων με τους αγίους και τους αγγέλους του Θεού.


      ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
  1. ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΗ, Κων/νου Γρηγοριάδη, τ. Α΄, έκδ. β΄, έκδ. “Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος”, Αθ. 2001
  2. ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ, Σταύρου Φωτίου, εκδ. Γρηγόρη, Αθ. 2000
  3. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1989
Οι δύο πιθανές τοποθετήσεις μπροστά στην ελευθερία

Μετάφραση της Ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής ΣΤ  Λουκά

26 Ο Ιησούς κατέπλευσε στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη από τη Γαλιλαία. 27 'Οταν βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. 28 'Οταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ' εμένα Ιησού, *Υιέ του ύψιστου Θεού; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». 29 Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. 30 Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»• γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. 31 Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην *άβυσσο.

32 Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. 33 Βγήκαν, λοιπόν, από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. 34 Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. 35 Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. 36 'Οσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πως ο δαιμονισμένος σώθηκε. 37 Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. 38 Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: 39 «Γύρισε στο σπίτι σου και διηγήσου όσα έκανε σ' εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ' όλη την πόλη όσα έκανε σ' αυτόν ο Ιησούς.
 (Λουκ. 8, 27-39)
Ο Χριστός παρουσιάζεται στη διήγηση αυτή ως ελευθερωτής των ανθρώπων από τις δαιμονικές δυνάμεις που τον κρατούν αιχμάλωτο και τον δυναστεύουν. Σ' αυτή την προσφορά ελευθερίας παρατηρούμε δύο τρόπους ανταποκρίσεως των ανθρώπων: η μια εκπροσωπείται από τον δαιμονισμένο που θεραπεύθηκε, η άλλη από τους κατοίκους της περιοχής στην όποια έγινε το θαύμα. Ο πρώτος, μετά τη συνάντηση του με τον ελευθερωτή και σωτήρα Χριστό, μεταβάλλεται ριζικά• από γυμνός γίνεται «ιματισμένος και σωφρονών»• από ακοινώνητος που ζούσε στα μνήματα και στις ερήμους βρίσκεται τώρα σε επικοινωνία με τους συνανθρώπους του, τους οποίους σπεύδει να συναντήσει για να τους διηγηθεί τη θαυματουργική θεραπεία του• αντί της επιθετικότητας και της καταστροφικής και αυτοκαταστροφικής μανίας που είχε (βλ. και Μαρκ. 5, 3-5. Ματθ. 8, 28 εξ.) γίνεται τώρα η πηγή σωτηρίας των άλλων αντί της προηγούμενης διεσπασμένης προσωπικότητας του που φαίνεται από την ονομασία «λεγεών»(: «ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν») αποκτά τώρα ένα ενιαίο κέντρο, το οποίο γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει, να μείνει κοντά στον Ιησού.

Ενώ όμως ο πρώην δαιμονισμένος επιθυμεί τη μόνιμη συντροφιά του Ιησού, οι κάτοικοι της περιοχής ζητούν την απομάκρυνση του ευεργέτη, γιατί τους κυρίεψε ο φόβος. Είδαν τη δύναμη του Ιησού και τρομοκρατήθηκαν. Σκέφθηκαν αμέσως ότι η παρουσία ενός ισχυρού θαυματοποιού ανάμεσά τους μπορεί να συνεπάγεται ίσως ορισμένες υλικές ζημίες, όπως ήταν π.χ. η καταστροφή της αγέλης των χοίρων. Ο «φόβος» των για τον όποιο ομιλεί ο ευαγγελιστής δεν είναι το δέος και η συντριβή μπροστά στη δύναμη του θείου, η αρχή της αναγνωρίσεως του και της προσκυνήσεως• αλλ’ ο τρόμος μήπως η παρουσία του Ιησού τους οδηγήσει στη στέρηση των υλικών αγαθών, τα οποία δεν θέλουν να χάσουν. Τυφλοί ως προς το πνευματικό τους συμφέρον, βλέπουν μπροστά τους μόνο το υλικό συμφέρον. Απορρίπτουν την ελευθερία, προτιμώντας να μείνουν δούλοι.

Πολλές φορές οι άνθρωποι δεν βλέπουν καθαρά, δεν διακρίνουν το σωστό, χάνουν τα μεγάλα για να κερδίσουν τα μικρά, διώχνουν τον Σωτήρα για να ζήσουν πιο άνετα. Οι κάτοικοι της περιοχής των Γαδαρηνών είναι οι τύποι των ανθρώπων που ασυλλόγιστα διώχνουν το σπόρο του θείου λόγου και αποδεικνύονται άγονο και πετρώδες έδαφος, για να θυμηθούμε την εικόνα της παραβολής του σποριά. Βλέπουν επιφανειακά, κοινωνικά, συμβατικά, εγωκεντρικά• εάν το χριστιανικό κήρυγμα δεν εξυπηρετεί τα σχέδια τους, το παραμερίζουν• εάν στέκεται εμπόδιο στις επιδιώξεις τους, το πολεμούν εάν ο Χριστός τους ενοχλεί, τον διώχνουν.

Κι όμως εδώ βρίσκεται η τραγική ειρωνεία• παραμένουν κλεισμένοι στα δεσμά από τα οποία θέλει να τους λυτρώσει ο Χριστός. Δεν βλέπουν τα θαύματα της θείας αγάπης με τα οποία είναι γεμάτος ο κόσμος. Σκέπτονται ψυχρά, εγκεφαλικά, εγκοσμιοκρατικά. Εκείνο που μεταβάλλει ριζικά τον άνθρωπο δεν είναι η ψυχρή λογική και το στενά και υλικά εννοούμενο συμφέρον, αλλ’ η συνάντηση με τον Χριστό μέσα στον χώρο του βιώματος, ο διάλογος μ' Αυτόν, η αναγνώριση του ως ελευθερωτή.

Στην περιγραφή του δαιμονισμένου της διηγήσεώς μας έχουμε μια εικόνα του ανθρώπου που είναι αιχμάλωτος των δαιμονικών δυνάμεων της κακίας, του μίσους, της καταστροφής• στην περιγραφή του ιδίου ανθρώπου αλλά θεραπευμένου βλέπουμε την τεράστια υπαρξιακή αλλαγή που συντελείται από τη συνάντηση με τον Χριστό, τον σωτήρα και ελευθερωτή.

Η επιθυμία να μείνει κανείς κοντά στον Χριστό όπως ο θεραπευμένος της περικοπής, επειδή ένιωσε την ελευθερία που προσφέρεται απ' Αυτόν σαν δώρο, η η αποδίωξη του Χρίστου χάρη κάποιου άλλου συμφέροντος, κατά το πρότυπο των Γαδαρηνών, είναι δύο πιθανές τοποθετήσεις των ανθρώπων έναντι της θείας δωρεάς της ελευθερίας. Η πρώτη μπορεί να σημάνει τη σωτηρία του, η δεύτερη την καταστροφή του.
 
του Ιω.Δ.Καραβιδόπουλου, Ομότιμου Κηθηγητού Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. 

ΠΗΓΗ: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=10825

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ. Θεραπεία δαιμονιζομένου (–ων). (Μασώνοι-ἄθεοι-διαμονισμένοι). Ἀρχιμ. Μάρκου Μανώλη


Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ. Θεραπεία δαιμονιζομένου (–ων)*
Τὴν προσεχῆ Κυριακὴ θὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Εὐαγγέλιον δι᾽ ἕνα φοβερὸ θαῦμα, ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστός μας, τὴν θεραπεία δύο δαιμονιζομένων.
26 «Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας». Αὐτὴ ἡ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν λέγεται καὶ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, Γερασηνῶν, Γαγαρηνῶν καὶ εἶχε διὰ πρωτεύουσα τὴν πολιτεία Γάδαρα, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὸ νότιον ἄκρον τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ καὶ ἦτο δυνατὸν κάστρο.  Σήμερον τὴν λέγουν Οὐμ Κέϊς ἢ Μονικὲς δηλαδὴ Τελωνεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλέον πολιτεία, ἀλλὰ χαλάσματα καὶ θεμέλια ρημαγμένα.
27 «Ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνήμασιν. 
28 Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μὴ μὲ βασανίσης». 29 «παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους». 

Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι τὸν ἐθεώρουν ὡς ἄνθρωπον, λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ἦλθε ὁ δαίμων καὶ διακηρύσσει τὴν θεότητά Του. Καὶ διὰ νὰ μὴ θεωρηθῆ ὅτι ἡ διακήρυξις αὐτὴ τοῦ δαίμονος ἀπέβλεπε εἰς κολακείαν τοῦ Χριστοῦ, παρακαλεῖ νὰ μὴ τὸν βασανίση. Δι᾽ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ὁμολογεῖ τὴν ἔχθραν του πρὸς τὸν Κύριον, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῆ ὕποπτος ἡ ἱκεσία του.
Διότι ἐμαστίζετο κατὰ τρόπον ἀόρατον, ἐπειδὴ ἐκεντᾶτο καὶ ἐκαίετο καὶ ὑφίστατο τὰ ἀθεράπευτα τραύματα καὶ ἀπὸ μόνην τὴν παρουσίαν τοῦ Ἰησοῦ. Πράγματι, ἐπειδὴ κανεὶς δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ τὸν πλησιάση, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔρχεται πρὸς αὐτόν.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει καὶ τοῦτο. Ἐὰν ὅσοι μελετοῦν τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Λουκᾶ λέγουν ὅτι ὁ δαιμονιζόμενος ἦτο ἕνας, ἐνῶ ὁ Ματθαῖος κάμνει λόγον διὰ δύο, οὔτε καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ παρουσιάζει διαφωνίαν μεταξὺ τῶν δύο Εὐαγγελιστῶν. Διότι, ἐὰν ἔγραφε ὁ Λουκᾶς ὅτι ἕνας μόνον δαιμονιζόμενος ὑπῆρξε καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄλλος, θὰ ἐφαίνετο ὅτι διεφώνει πρὸς τὸν Ματθαῖον.
Τώρα ὅμως, ποὺ ὁ ἕνας ὡμίλησε δι᾽ ἕνα καὶ ὁ ἄλλος διὰ δύο δαιμονιζομένους, δὲν προέρχεται ἀπὸ ἀντίφασιν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν διαφορετικὸν τρόπον ἀφηγήσεως.
Πραγματικά, ἐγὼ νομίζω, λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ὅτι ὁ Λουκᾶς ἐδιάλεξε τὸν φοβερώτερον ἀπὸ τοὺς δύο καὶ δι᾽ αὐτὸν ἔκανε λόγον. Δι᾽ αὐτὸ καὶ περιγράφει πιὸ τραγικὰ τὴν συμφοράν. Ὅπως εἶναι ὅτι ἔσπαζε τὰ δεσμὰ καὶ τὰς ἁλυσίδας καὶ ἐπλανᾶτο εἰς τὴν ἔρημον.
Ὁ δὲ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος προσθέτει ὅτι κατέκοπτε τὸν ἑαυτόν του μὲ λίθους.
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν τὸν συνεκράτουν τὰ σιδηρᾶ δεσμά, ἔρχεται δέσμιος. Ἐκεῖνος ποὺ ἐτριγύριζε εἰς τὰ βουνά, κατέβη εἰς τὴν πεδιάδα. Ἐκεῖνος ποὺ ἠμπόδιζε τοὺς ἄλλους νὰ περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ, μόλις εἶδε τὸν Ἰησοῦν νὰ φράσση τὸν δρόμον, ἐστάθη.

Διατὶ ὅμως παρέμενε εἰς τὰ μνήματα ὁ δαιμονιζόμενος; Ἐπειδὴ ἤθελαν οἱ δαίμονες νὰ δημιουργήσουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ὀλεθρίαν ἀντίληψιν ὅτι δηλαδὴ αἱ ψυχαὶ τῶν ἀποθανόντων γίνονται δαίμονες, πρᾶγμα ποὺ οὔτε κατὰ φαντασίαν νὰ μὴ τὸ σκεφθοῦμεν.
Ναὶ ἀλλὰ ποίαν ἀπάντησιν, ἐρωτᾶ κάποιος ἠμπορεῖς νὰ δώσης εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μάγους ἁρπάζουν παιδιὰ καὶ τὰ σφάζουν, ὥστε εἰς τὴν συνέχειαν νὰ ἔχουν τὴν ψυχήν των βοηθὸν εἰς τὰς μαγείας των.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπʼ αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν θέτει ὁ ἴδιος καὶ ἡ ὁποία ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον, διότι καὶ σήμερον δυστυχῶς ὀργιάζει ἡ μαγεία καὶ γίνονται καὶ ἀνθρωποθυσίαι καὶ μάλιστα μικρῶν παιδιῶν, ἀπαντᾶ ὡς ἑξῆς:
— Καὶ πῶς ἀποδεικνύεται αὐτό; Τὸ ὅτι βέβαια σφάζουν τὰ παιδιά, τὸ λέγουν πολλοὶ ἀλλὰ τὸ ὅτι αἱ ψυχαὶ τῶν σφαγέντων συνεργάζονται μὲ τοὺς μάγους, ἀπὸ ποῦ τὸ γνωρίζεις; Πές μου σὲ παρακαλῶ.

 — Αὐτοί, ἀπαντᾶ, οἱ δαιμονισμένοι φωνάζουν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ ψυχὴ τοῦ δεῖνα.

— Μὰ καὶ αὐτὸ εἶναι πλεκτάνη καὶ ἀπάτη διαβολική. Διότι δὲν εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀποθανόντος, ποὺ φωνάζει, ἀλλὰ ὁ δαίμων ποὺ ὑποκρίνεται αὐτά, μὲ σκοπὸν νὰ ἐξαπατήση ἐκείνους, ποὺ τὸν ἀκούουν.
Ἔπειτα δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῆ λογικῶς τὸ νὰ συνεργάζεται ἡ ψυχὴ μὲ τὸν σφαγέα της.
Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀληθὲς καὶ συμπεραίνεται ἀπὸ πλῆθος ἁγιογραφικῶν καὶ πατερικῶν μαρτυριῶν εἶναι ὅτι αἱ ψυχαὶ μετὰ τὴν ἀποδημίαν των ἀπὸ τὴν γῆν ὁδηγοῦνται εἰς κάποιον χῶρον, ἀπ᾽ ὅπου δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ περιμένουν τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως.

30 «ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν·» Ἡ λέξις Λεγεὼν ἦτο στρατιωτικὴ λέξις τῆς Ρωμαϊκῆς γλώσσης. Λεγεὼν ἐσήμαινε ἕνα στρατιωτικὸν σῶμα ἀπὸ ἓξ χιλιάδες στρατιῶτες.
Ἡ λεγεὼν δηλαδὴ ἦτο μία σημερινὴ μεραρχία. Μὲ τὴ λέξιν λεγεὼν ὠνόμασε ὁ δαιμονισμένος τὸν ἑαυτόν του. Ὠνόμασε ἔτσι τὸν ἑαυτόν του, διότι μέσα του κατοικοῦσαν πολλὰ δαιμόνια. Λεγεὼν ὁλόκληρος. Νὰ μετρήσουμε τὰ δαιμόνια. Ἑπτὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι πλέον γνωστά.
Εἶναι τὰ δαιμόνια τῆς πορνείας, τῆς ὑπερηφανείας, τῆς ἀκηδίας, τῆς λαιμαργίας, τοῦ θυμοῦ, τῆς φιλαργυρίας καὶ τοῦ φθόνου. Καὶ κοντὰ εἰς αὐτὰ ἄπειρα ἄλλα, ποὺ παρακινοῦν τοὺς ἀνθρώπους εἰς διαφόρους ἁμαρτίας μικρὲς καὶ μεγάλες.
Τὰ δαιμόνια κυβερνοῦν τὸν ἀσεβῆ ἄνθρωπον, τὸν κάνουν νὰ φλυαρῆ, νὰ κατακρίνη, νὰ αἰσχρολογῆ, νὰ καταρᾶται, νὰ ψευδορκῆ, νὰ βλασφημῆ, νὰ ἀδικῆ, νὰ κλέβη, νὰ πορνεύη, νὰ σκοτώνη, νὰ ζῆ μία ζωὴ δαιμονισμένη.
31«Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξη αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.» Δὲν ἠμποροῦσαν βεβαίως νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι δὲν ἡμάρτησαν, διατυπώνουν ὅμως τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ τιμωρηθοῦν πρὸ τῆς καθωρισμένης ὥρας. Ἐπειδὴ τοὺς εὑρῆκαν τὰ ἀθεράπευτα κακὰ καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ ἐνεργοῦσαν παράνομα καὶ διέστρεφαν καὶ ἐβασάνιζαν μὲ κάθε τρόπον τὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, δι᾽ αὐτὸ ἐνόμιζαν ὅτι ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν συμβάντων, δὲν θὰ ἐπερίμενε τὸν καθωρισμένον καιρὸν τῆς κολάσεως, δι᾽ αὐτὸ τὸν παρεκάλουν καὶ τὸν ἱκέτευαν.

32«ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψη αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς».
Ἴσως κανεὶς ἐρωτήση: Διὰ ποῖον λόγον ἔκανε ὁ Χριστὸς ἐκεῖνο, ποὺ ἀξίωσαν οἱ δαίμονες, μὲ τὸ νὰ ἐπιτρέψη νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων; Τὸ ἑξῆς θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ἀπαντήσωμεν:
Δὲν τὸ ἔκαμε αὐτὸ ὁ Χριστὸς ὑπακούων εἰς αὐτούς, ἀλλὰ πολλὰ ἤθελε μὲ τὴν ἐνέργειάν Του αὐτὴ νὰ διδάξη: Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι ἤθελε νὰ δείξη εἰς τοὺς δαιμονιζομένους ἀνθρώπους, ποὺ ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τοὺς πονηροὺς ἐκείνους τυράννους, πόσην μεγάλην καταστροφὴν προκαλοῦσαν οἱ ἐχθροί των αὐτοί.
Δεύτερον, διὰ νὰ μάθουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅτι οὔτε τοὺς χοίρους δὲν ἠμποροῦν νὰ βλάψουν οἱ δαίμονες, ἐὰν προηγουμένως δὲν τοὺς δώση ἄδειαν ὁ Ἰησοῦς.
Τρίτον, ὅτι μεγαλύτερον κακὸν ἀπὸ τοὺς χοίρους θὰ ἔκαναν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, ἐὰν μέσα εἰς τὴν συμφοράν των δὲν τοὺς ἐπροστάτευε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Διότι τὸ ὅτι μᾶς μισοῦν οἱ δαίμονες περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα εἶναι ὁλοφάνερον.
Συνεπῶς αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐνδιεφέρθηκαν διὰ τοὺς χοίρους, ἀλλὰ εἰς μίαν μόνον στιγμὴν τοὺς ἔρριξαν ὅλους εἰς τὸν κρημνόν, πολὺ περισσότερον θὰ ἔκαμαν τὸ ἴδιον εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους εἶχαν κυριεύσει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ μεγάλη φροντὶς τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄνθρωπος, ποὺ νὰ μὴ τὸν προστατεύῃ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἕνα ἀκόμη συμπέρασμα ὅτι ὁ Θεὸς δὲν προνοεῖ μόνον συνολικὰ δι᾽ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν καθένα ἰδιαιτέρως.
«Καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσὶ» (Ματθ. 10, 30). Ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους φαίνεται αὐτὸ καθαρά. Θὰ τοὺς εἶχαν πνίξει οἱ δαίμονες, ἐὰν δὲν τοὺς ἐπροστάτευε ἀποτελεσματικὰ ἡ φροντὶς τοῦ Κυρίου.
Δι᾽ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς δαίμονας νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων καὶ ἀκόμη, διὰ νὰ πληροφορηθοῦν τὴν δύναμίν του οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν. Ἐκεῖ ποὺ τὸ ὄνομά του ἦτο πολὺ γνωστόν, δὲν ἐπεδείκνυε ὑπερβολικὰ τὴν δύναμίν του.
Ἐκεῖ ὅμως, ποὺ δὲν τὸν ἤξερε κανείς, ἀλλὰ εὑρίσκοντο ἀκόμη εἰς τελείαν ἄγνοιαν, ἄφηνε νὰ ἀκτινοβολοῦν τὰ θαύματά Του μὲ σκοπὸν νὰ τοὺς προσελκύσῃ νὰ γνωρίσουν τὴν θείαν προέλευσίν Του.
Τὸ ὅτι εὑρίσκοντο εἰς χονδροειδῆ ἄγνοιαν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως φαίνεται ἀπὸ τὸ τέλος τῆς διηγήσεως. Διότι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ Τὸν προσκυνήσουν καὶ νὰ ἐκφράσουν τὸν θαυμασμόν των διὰ τὴν δύναμίν Του, αὐτοὶ ἀντιθέτως Τὸν ἔδιωχναν «Τὸν παρεκάλουν νὰ φύγη ἀπὸ τὰ σύνορά των!».

33 «ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη».
Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν κατέστρεψαν τοὺς χοίρους οἱ δαίμονες; Μά, ἐπειδὴ εἰς κάθε εὐκαιρίαν φροντίζουν μὲ ζῆλον νὰ στενοχωροῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ πάντοτε χαίρονται μὲ τὴν καταστροφήν.
Τὸ ἴδιον ἄλλωστε ἔκαμε ὁ διάβολος καὶ εἰς τὸν Ἰώβ. Μολονότι καὶ ἐκεῖ ὁ Θεὸς τὸ ἐπέτρεψε, ὄχι ἐπειδὴ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπήκουσεν εἰς τὸν διάβολον, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἀποδείξη πιὸ λαμπρὸν τὸν δοῦλον του καὶ νὰ ἀφαιρέση ἀπὸ τὸν διάβολον κάθε ἀφορμὴ ἀναισχυντίας καὶ ἀκόμη νὰ στρέψη κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ διαβόλου ὅσα ἔκαμε αὐτὸς εἰς βάρος τοῦ δικαίου Ἰώβ.
Πραγματικὰ καὶ τώρα συνέβη τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ ἐπεδίωκαν οἱ δαίμονες. Διότι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν διεκηρύσσετο καθαρὰ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπεδεικνύετο τελείως ἡ πονηρία τῶν δαιμόνων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠλευθέρωσεν ἐκείνους, ποὺ κατεῖχον οἱ δαίμονες καί, ἀκόμη, ὅτι δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν οὔτε τοὺς χοίρους νὰ ἐγγίσουν, ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ παντοδύναμος Κύριος.
Ἐπὶ πλέον, διὰ νὰ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι ἡ διήγησις αὐτὴ εἶναι πλαστή, ἀλλὰ νὰ πιστεύσῃ ἀπόλυτα ὅτι πραγματικὰ ἐξῆλθαν οἱ δαίμονες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἔρχεται ὁ θάνατος τῶν χοίρων καὶ τὸ πιστοποιεῖ.

34 «καὶ ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾽ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 
37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾽ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».

Ἂς προσέξωμεν μαζὶ μὲ τὴν δύναμιν καὶ τὴν πραότητα τοῦ Ἰησοῦ. Ὅταν δηλαδή, ἂν καὶ τόσον πολὺ τοὺς εὐεργέτησε, τὸν ἐξεδίωκον οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἐκείνης, δὲν ἔφερε ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ ἀνεχώρησε καὶ ἐγκατέλειψε ἐκείνους, ποὺ μόνοι των ἔκριναν τοὺς ἑαυτούς των ἀναξίους τῆς διδασκαλίας Του.
Ἀφοῦ τοὺς ἄφησε διὰ διδασκάλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἠλευθερώθησαν ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ δαίμονος καὶ τοὺς χοιροβοσκούς, ὥ στε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ πληροφορηθοῦν ὅλα τὰ συμβάντα. Καὶ ὁ Κύριος ἔφυγε καὶ τοὺς ἄφησε νὰ εὑρίσκωνται εἰς μεγάλον φόβον.
Πραγματικὰ τὸ μέγεθος τῆς ζημίας συνετέλει εἰς τὴν διάδοσιν τῆς εἰδήσεως καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἤγγιζε τὰς ψυχάς των.
Ἐφώναζον οἱ θεραπευθέντες, ἐφώναζε τὸ γεγονὸς τοῦ καταποντισμοῦ τῶν ζώων, ἐφώναζον οἱ ἰδιοκτῆται τῶν χοίρων καὶ οἱ χοιροβοσκοί.  
Ἠθικὸν μέρος 
Τὴν κατάστασιν αὐτὴν μπορεῖ κανεὶς καὶ σήμερα νὰ τὴν ἰδῆ καὶ πολλοὺς δαιμονιζομένους ν᾽ ἀντικρύσῃ εἰς τὰ μνήματα, τοὺς ὁποίους δὲν συγκρατεῖ τίποτε ἀπὸ τὴν μανίαν των οὔτε σίδηρα οὔτε ἁλυσίδες οὔτε πλῆθος ἀπὸ ἀνθρώπους οὔτε συμβουλαί οὔτε νουθεσίαι οὔτε φόβος οὔτε ἀπειλὴ οὔτε τίποτε ἄλλο παρόμοιον.
1)Ἀνήθικος. Πραγματικά, ὅταν κάποιος εἶναι ἀκόλαστος καὶ ἔχει αἰχμαλωτισθῆ ἀπὸ τὸ σωματικὸν κάλλος, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ δαιμονισμένον. Ἀλλὰ περιφέρεται γυμνός, ὅπως ἐκεῖνος, ἔχοντας μὲν ἐνδύματα, ἀλλὰ στερημένος τὴν ἀληθινὴν στολὴν καὶ γυμνὸς ἀπὸ τὴν δόξαν, ποὺ τοῦ ταιριάζει.
Καὶ δὲν καταπληγώνει τὸ σῶμα του μὲ λίθους, ἀλλὰ μὲ τὰ ἁμαρτήματα, ποὺ εἶναι χειρότερα ἀπὸ πολλοὺς λίθους. Ποῖος θὰ τὸν σταματήση ἀπὸ τὴν ἀσχημοσύνην καὶ τὴν μανίαν αὐτήν, ποὺ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ συγκεντρωθῆ, ἀλλὰ συνεχῶς εὑρίσκεται εἰς τὰ μνήματα;
Διότι μὲ μνήματα ὁμοιάζουν τὰ καταγώγια τῆς πορνείας (κέντρα ἀναψυχῆς, θέατρα, κινηματογράφοι, κ.λπ.) ἐπειδὴ ἀποπνέουν πολλὴν δυσωδίαν καὶ εἶναι γεμᾶτα σαπίλα.
Αὐτὰ εἶναι κέντρα ἀπομυζήσεως καὶ ἀπορροφήσεως πάσης ἠθικῆς ἀξίας καὶ οἰκονομικῆς δυνάμεως (ξενύχτια, γλέντια, χοροί, κ.λπ.).

2) Ἀλλὰ καὶ ὁ φιλάργυρος τί εἶναι; Μήπως δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν προηγούμενον; Διότι ποιὸς θὰ ἠμπορέση ποτὲ νὰ τὸν συγκρατήση; Μήπως οἱ καθημερινοὶ φόβοι, αἱ ἀπειλαί, αἱ παραινέσεις καὶ αἱ συμ- βουλαί; Ὅλα αὐτὰ τὰ συντρίβει.
Τί δύναται νὰ θεωρηθῆ ἀθλιώτερον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Διότι ἐκεῖνος ὁ δαίμων, ἂν καὶ εἶχε καταφρονήσει τοὺς ἀνθρώπους, ἐν τούτοις ὑπεχώρησε εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀμέσως ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς ὅμως οὔτε εἰς τὴν προσταγὴν τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπακούει (Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾶ).
Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς κάμνει σώφρονας χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν. Καταστρέφουν σπίτια (τοκισταί). Καταστροφὴ τῆς πόλεως καὶ τοῦ κόσμου. Βλασφημεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πιὸ συμπαθεῖς οἱ δαιμονισμένοι. Χωρὶς συναίσθησιν διαπράττουν. Οἱ φιλάργυροι κατόπιν σκέψεως. Παράδειγμα Ἰούδα. Δεσμά, Δικαστήρια, νόμοι, κατακραυγὴ κόσμου.
Κοινὸς ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Παράδειγμα Χρυσοστόμου διὰ φιλάργυρον. Ἀγανακτοῦν διὰ τὸ γῆρας τοῦ πατρός των τὰ παιδιά, θεωροῦν βαρὺ καὶ δυσβάστακτον. Προτιμοῦν τὴν ἀτεκνίαν, κατέστησαν ἀνίκανοι. Θεραπεία φιλαργύρου. — Δανείζουν μὲ ὑπερβολικοὺς τόκους καὶ χάνουν μαζὶ καὶ τὸ κεφάλαιον. — Κίνδυνοι. Ἔχασαν τὴν ζωὴν δι᾽ ὀλίγα χρήματα. — Δὲν γνωρίζουν νὰ σπείρουν, πάντοτε νὰ θερίζουν. — Γάμος, πτωχῶν ἀντὶ πλουσίας ἢ πλουσία μὲ πολλὰ ἐλαττώματα. Τὸν πλοῦτον δὲν δημιουργεῖ ἡ περιουσία, ἀλλὰ ἡ ἀρετὴ (Γυνὴ πολυδάπανος, ἄσωτος, ἀκόλαστος, πλῆθος ἐραστῶν. Μέθυσος. Τὸν σύζυγον κάμνει πιὸ πτωχὸν ἀπὸ ὅλους.

3)Φιλόδοξος. Νὰ ἀνέβη νὰ κυβερνήση. Χειρότερος ἀπὸ δαιμονισμένο. Εἴμεθα σὲ παραμονὴ ἐκλογῶν. Πολλοὶ οἱ ὑποψήφιοι. 1500 καὶ πλέον. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄθεοι. Ἄλλοι εἶναι Μασῶνοι. Ἄλλοι ὑποκρίνονται τοὺς χριστιανοὺς καὶ ὅτι ἀγαποῦν τὸ Ἔθνος. Ἀλλοίμονον ἂν στείλωμεν τοιούτους ἀνθρώπους εἰς τὴν Βουλήν. 
Ἂς ρίξωμεν μία ματιὰ εἰς τὸ ἔργον, ποὺ ἐπετέλεσαν. Καὶ πρῶτον εἰς τὸ Σύνταγμα:
Ἠγωνίσθησαν νὰ ἐξαλείψουν τὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ Συντάγματος, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸ ὄνομα «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος». Παρ᾽ ὀλίγον θὰ τὸ ἐπετύγχανον.
Ὑπεβίβασαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ α´ ἄρθρον, ποὺ ἦτο πάντοτε εἰς τὸ γ´. Καὶ ἐπίσης τὴν ἐξομοίωσαν μὲ ὅλους τοὺς αἱρετικούς. Διηυκόλυ- ναν τὰ μέγιστα τοὺς ἀντιχρίστους ἰεχωβάδες: Δημόσιαι συγκεντρώ- σεις, ἐλεύθεραι, Ἀτέλεια Χάρτου, Τυπογραφεῖον, ἐλευθέρα διακίνησις τῶν ἐντύπων τους, προνομιακὴ μεταχείρισις εἰς τὸν Στρατόν.
— Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ Παπικὸς καὶ Προτεστάντης ἀκόμη καὶ Χιλιαστής.
— Διεγράφη ὁ ἑλληνοχριστιανικὸς σκοπὸς εἰς τὴν Παιδείαν.
— Ἐπιχειρεῖται νὰ θεσπισθῆ τὸ αὐτόματον διαζύγιον, διὰ νὰ διαλυθῆ ἔτσι περισσότερον ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια.
 — Ἄφησαν τὴν Ἐκκλησίαν νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν θλιβερὰν κατάστασιν, ποὺ εὑρίσκεται μὲ τὸν ἀλληλοσπαραγμὸν τῶν Ἱεραρχῶν μας.
— Πλήρης ἀσυδοσία εἰς τὰ «Πορνὸ» καὶ τηλεοράσεις. Ὑφυπουργὸς φιλοδοξεῖ νὰ γίνωμεν σὰν τὴν Σουηδία. Ὅλους ὅσους συνήργησαν εἰς αὐτὸ τὸ θλιβερὸν κατάντημα θὰ πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν.
Καὶ ἀντιθέτως νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅσους ἠγωνίσθησαν ἢ ὑπόσχονται εἰλικρινῶς ὅτι θὰ ἀγωνισθοῦν διὰ τὴν ὀρθοδοξίαν μας, τὴν Ἑλληνοχριστιανικὴν Παιδείαν καὶ Οἰκογένειαν καὶ ἐν γένει διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἱερῶν μας Παραδόσεων.
Ἡ εὐθύνη μας εἶναι μεγάλη. Θὰ δώσωμεν λόγον εἰς τὸν Θεὸν διὰ τὴν καλὴν ἢ κακὴν χρῆσιν τῆς ψήφου μας. Αἱ ψυχολογικαὶ καταστάσεις τῆς πρώτης ἐκλογῆς τοῦ 1974 παρῆλθον.
Οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει. Καὶ ἡμεῖς μὲ προσοχὴν καὶ ψυχραιμίαν ἂς ἐπιλέξωμεν ἀντιπροσώπους μας εἰς τὴν Βουλήν. Ὄχι μασώνους καὶ ἀθέους. Ὄχι δαιμονισμένους, ἀλλὰ ἀνθρώπους πιστοὺς «ἱματισμένους καὶ σωφρονοῦντας» διὰ νὰ τύχωμεν καὶ ἡμεῖς τοῦ θείου ἐλέους, διὰ νὰ διάγωμεν καὶ ἡμεῖς μαζὶ μὲ τοὺς καλοὺς ἄρχοντας «ἐν εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι» καὶ νὰ ἀξιωθῶμεν μὲ τὴν Χάριν τοῦ Κυρίου μας καὶ τῶν ὑπεσχημένων ἀγαθῶν τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀμήν.

Ἀγαπητοί, Ἕνας μεγάλος Ρῶσος λογοτέχνης ὁ Θ. Ντοστογιέφσκη ἔχει γράψει ἕνα ἔργο μὲ τὸν τίτλον «Δαιμονισμένοι». Ὁ Ντοστογιέφσκη παίρνει γιὰ σύνθημα τοῦ βιβλίου του τὸν δαιμονιζόμενο τῶν Γαδαρηνῶν τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου (η´ 26–38) καὶ μάλιστα τὸ ἀπόσπασμα η´ 32–36.
Εἰς αὐτὸ μεταξὺ ἄλλων γράφει: «Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος τῶν Γαδαρηνῶν, ἔτσι καὶ ἡ Ρωσία, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια ἑνὸς ἥρωος τοῦ ἔργου, κυριαρχεῖται ἀπὸ διάφορα δαιμόνια, ὅλα τὰ μιάσματα, ὅλες τὶς βρωμιές, ποὺ γιὰ αἰῶνες τώρα ἔχουν μαζευτεῖ μέσα της. Ἀλλὰ πάνω ἀπʼ αὐτὴ ξαγρυπνᾶ ἡ θεία Δύναμις, ποὺ θὰ διώξη ὅλα τὰ δαιμόνια. Ἔτσι ἡ ἄρρωστη θὰ γιατρευθῆ καὶ θὰ καθίση φρόνιμη «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ». 

* Ὁμιλία εἰς τὴν αἴθουσαν ὁμιλιῶν τῆς Π.Ο.Ε Κάνιγγος 10, 17–10–1977
Πηγή:  Ὀρθόδοξος Τύπος άρ. φύλ. 1946  19 Ὀκτωβρίου 2012

Ὁ Ἀπόστολος τῆς Κυριακῆς. Ἐπιστολή πρός Γαλάτας Α' 11-19


Πρός Γαλάτας Α' 11-19
καί ἡ ἀπόδοση στήν νεοελληνική

11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· 12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.  
13 Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, 14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων.
15 Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ 16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοὶ, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, 17 οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν.

18 Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· 19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.

Ἀπόδοση

11 Σας καθιστώ δε γνωστόν, αδελφοί, ότι το Ευαγγέλιον, το οποίον εγώ εκήρυξα εις σας δεν είναι έργον ανθρώπου και δεν εκφράζει σκέψεις ανθρώπων. 12 Διότι εγώ-όπως άλλωστε και οι άλλοι Απόστολοι-δεν έχω παραλάβει αυτό από άνθρωπον ούτε το εδιδάχθην από άνθρωπον, αλλά το παρέλαβα κατ' ευθείαν δι' αποκαλύψεων, τας οποίας ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μου εφανέρωσε.
13 Βεβαίως και σεις οι ίδιοι έχετε πληροφορηθή την ζωήν και συμπεριφοράν που είχα, όταν έμενα πιστός εις την θρησκείαν των Εβραίων και ακολουθούσα όσα ο Ιουδαϊσμός εδίδασκε. Εχετε δηλαδή πληροφορηθή ότι, επηρεασμένος βαθύτατα από τας παλαιάς διδασκαλίας του Νομου και τα έθιμα των Ιουδαίων, κατεδίωκα με πολύν φανατισμόν και σκληρότητα την Εκκλησίαν του Χριστού και προσπαθούσα να την ερημώσω και αφανίσω.
14 Χαρις δε στον φανατισμόν μου αυτόν προώδευα στον Ιουδαϊσμόν παραπάνω από πολλούς ομοεθνείς συνομήλικάς μου, διότι εδείκνυα περισσότερον από αυτούς ζήλον δια τας πατροπαραδότους παραδόσεις μας. 15 Οταν δε ευδόκησεν ο πανάγαθος Θεός, ο οποίος με είχε ξεχωρίσει και προορίσει από την κοιλίαν ακόμη της μητρός μου, και με εκάλεσε δια της χάριτος του 16 να αποκαλύψη εις την καρδίαν και την ψυχήν μου τον Υιόν αυτού, δια να τον κηρύττω ως Σωτήρα εις τα έθνη, αμέσως δεν εζήτησα από κανένα άνθρωπον συμβουλήν και καθοδήγησιν δια την μεγάλην αυτήν κλήσιν.
17 Ούτε ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και συμβουλευθώ τους Αποστόλους, που είχαν κληθή προ εμού στο αποστολικόν έργον, αλλ' ανεχώρησα εις τα μέρη της Αραβίας και πάλιν επέστρεψα εις Δαμασκόν. 18 Επειτα, τρία έτη μετά την ημέραν που εκλήθην από τον Χριστόν, ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και γνωρίσω προσωπικώς τον Πετρον και έμεινα κοντά του δεκαπέντε μόνον ημέρας. 19 Αλλον δε από τους Αποστόλους δεν είδα, παρά μόνον τον Ιάκωβον, τον αδελφόν του Κυρίου.

 Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

Κυριακή ΣΤ΄ Λουκᾶ
 Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς καί ἡ ἀπόδοσή του στήν νεοελληνική.
Κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο Κεφ. Η, χωρία 26 ἕως 39

26 Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας. 27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν.
28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων·
Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.
32 Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη.
34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς.  
37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνὴρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.
ΑΠΟΔΟΣΗ

26 Επειτα από αυτά έπλευσαν και αγκυροβόλησαν εις την χώραν των Γαδαρηνών, η οποία είναι αντίπερα από την Γαλιλαίαν. 27 Οταν δε ο Ιησούς εβγήκεν εις την ξηράν, τον συνάντησεν ένας άνθρωπος της πόλεως εκείνης, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια και δεν εφορούσε ένδυμα και δεν έμενε σε σπίτι, αλλά μέσα εις τα μνήματα.
28 Οταν όμως είδε τον Ιησούν εκραύγασε δυνατά, έπεσεν εις τα πόδια του και με φωνήν μεγάλην είπε· “ποία σχέσις υπάρχει ανάμεσα εις εμέ και σε, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσης και μη με κλείσης από τώρα στον φρικτόν Άδην”.
29 Είπε δε αυτά ο δαιμονιζόμενος, διότι ο Χριστός διέταξε το ακάθαρτον πνεύμα να βγη και να φύγη από τον άνθρωπον, επειδή από πολλά χρόνια τον είχεν αρπάξει και κυριεύσει. Οι δε άλλοι άνθρωποι, ένεκα της αγριότητος αυτού, τον έδεναν με αλυσίδες και με ισχυρά δεσμά εις τα πόδια, δια να τον φυλάσσουν, ώστε να μη επιτίθεται και κακοποιή τους άλλους. Αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά και ωδηγείτο βιαίως από τον δαίμονα εις ερημικούς τόπους.
30 Τον ερώτησε δε ο Ιησούς, λέγων· “ποιό είναι το όνομά σου;” Εκείνος δε απήντησε· “λεγεών”. Διότι πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει στον άνθρωπον αυτόν.
31 Και παρακαλούσαν τα δαιμόνια αυτόν, να μη τα διατάξη και πάνε εις τα τρίσβαθα του Αδου. 32 Ητο δε εκεί μία αγέλη με πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό· και τον παρακαλούσαν τα δαιμόνια να τους δώση την άδειαν να μπουν εις εκείνους τους χοίρους. Και τους το επέτρεψεν ο Κυριος (διότι κατά λόγον δικαιοσύνης έπρεπε να τιμωρηθούν με την απώλειαν των χοίρων οι ιδιοκτήται των, επειδή τους έτρεφαν, μολονότι αυτό απηγορεύετο από τον μωσαϊκόν νόμον). 33 Αφού δε εξήλθον τα δαιμόνια από τον άνθρωπον, εμπήκαν στους χοίρους και ώρμησε ασυγκράτητο όλο το καπάδι επάνω στον κρυμνόν, ερρίφθη από εκεί εις την θάλασσαν και επνίγησαν οι χοίροι.
34 Οταν δε οι βοσκοί είδαν το γεγονός αυτό, έφυγαν και το ανήγγειλαν εις την πόλιν και εις όσους συναντούσαν, από αυτούς που έμεναν στους αγρούς.
 35 Εβγήκαν δε από την πόλιν οι άνθρωποι, δια να ίδουν αυτό που έγινε. Ηλθαν στον Ιησούν και είδαν τον άνθρωπον, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να κάθεται κοντά εις τα πόδια του Ιησού, ντυμένος, ήρεμος και φρόνιμος, και εφοβήθησαν. 36 Είχαν δε διηγηθή εις αυτούς εκείνοι που είδαν το γεγονός, πως ελευθερώθηκε ο δαιμονιζόμενος.
37 Και όλον το πλήθος της περιοχής των Γαδαρηνών τον παρεκάλεσαν να φύγη από αυτούς, διότι είχαν κυριευθή από μεγάλον φόβον, δια την τιμωρίαν που τους επεβλήθη. Ενοχοι δε και δι' άλλα καθώς ήσαν, εφοβούντο πολύ και άλλας τιμωρίας. Ο δε Ιησούς εμπήκε στο πλοίον και επέστρεψε. 38 Παρακαλούσε δε αυτόν ο άνθρωπος, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να μένη μαζή του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε ειρηνικά εις την πόλιν του, λέγων· 39 “γύρισε στο σπίτι σου και να διηγήσαι όσα έκαμε εις σε ο Θεός”. Και εκείνος έφυγε και διαλαλούσε εις όλην την πόλιν, όσα ο Ιησούς έκαμε εις αυτόν.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα