ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Κυριακή ΙΕ' Ματθαίου (Αποστολικό ανάγνωσμα) πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη ῾διωκόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι᾽


α. ῞Ενα ἀπό τά γνωστότερα καί πιό συχνά ἐπαναλαμβανόμενα ἀποστολικά ἀναγνώσματα στήν ᾽Εκκλησία μας εἶναι τό σημερινό ἀπό τήν Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῞Οπως καί ἄλλοτε εἴχαμε σημειώσει, στό ἀνάγνωσμα προβάλλεται ἡ ἀληθινή πίστη στόν Χριστό ὡς γεγονός τῆς φωτισμένης ἀπό τόν Θεό καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ζεῖ μέσα στό εὔθραστο σῶμα του τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ζωή δηλαδή πού κύριο γνώρισμα ἔχει τό Πάθος καί τόν Σταυρό Του, ἀλλά καί τήν ἄλλη ὄψη τοῦ Σταυροῦ, τήν ᾽Ανάστασή Του. ῎Ετσι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως κατ᾽ ἐπέκταση καί κάθε πιστός, ῾ζοῦν τή θλίψη καί τίς δοκιμασίες χωρίς ὅμως νά καταβάλλονται, βρίσκονται σέ ἀδιέξοδο ἀλλά δέν ἀπελπίζονται, τούς καταδιώκουν ὅμως ὁ Θεός δέν τούς ἐγκαταλείπει, μπορεῖ νά πέφτουν κάτω, ὅμως δέν χάνουν τόν ἀγώνα᾽. ῾Η καταδίωξη μάλιστα τῶν πιστῶν ὡς στοιχεῖο γνησιότητας τῆς μαθητείας τους στόν Χριστό εἶναι ἐκεῖνο πού χρήζει κάποιου ἰδιαίτερου σχολιασμοῦ: ῾διωκόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι᾽. 


β. 1. Κι ἄν βεβαίως ἡ θλίψη καί οἱ δοκιμασίες σφραγίζουν τήν κάθε ἀνθρώπινη ζωή ὡς καρποί τῆς πτώσης στήν ἁμαρτία, ὅμως ἐξίσου καί ὁ διωγμός πού ὑφίσταται ἕνας χριστιανός λόγω τῆς πίστης του στόν Χριστό ἀπαντᾶται μέ τήν ἴδια συχνότητα. Δέν ὑπάρχει δηλαδή χριστιανός, ὁ ὁποῖος στή ζωή του, λίγες ἤ περισσότερες φορές, νά μήν ὑπέστη ἤ νά μήν ὑφίσταται εὐθέως ἤ πλαγίως, σκληρά ἤ λιγότερα σκληρά ἐπίθεση ἤ ἀμφισβήτηση γιά τήν πίστη του. Δέν εἶναι μόνο ἡ διαχρονική πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ πού ἐπιβεβαιώνει στό πρόσωπο ὅλων τῶν ἁγίων τήν πραγματικότητα αὐτή, ἀλλά καί ἡ ἐμπειρία τῶν χριστιανῶν καί στή σημερινή ἐποχή. ῞Οπως τό σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὁ ἴδιος καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι διώκονται γιά τή σχέση τους μέ τόν Χριστό, συνεπῶς τό ἴδιο - τηρουμένων βεβαίως τῶν ἀναλογιῶν - ἰσχύει καί γιά κάθε πιστό τῆς κάθε ἐποχῆς. 
Πρόκειται γιά ἕνα ῾νόμο᾽ πού φανέρωσε ὁ ἴδιος ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός, γιά νά δηλώσει ὅτι στό πρόσωπο τῶν μαθητῶν Του πάντοτε θά ὑπάρχει ἡ ἀντίδραση ἐναντίον ᾽Εκείνου. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Καί τό ἴδιο ἐξέφρασαν καί οἱ ἀπόστολοι σάν τόν ἅγιο Παῦλο: ῾Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ διωχθήσονται᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ χριστιανική πίστη εἶναι ζωή δύσκολη, θλιμμένη ὁδός κατά τόν Κύριο, γι᾽ αὐτό καί δύσκολα ἀποδεκτή ἀπό τόν ἄνθρωπο πού θέλει νά πορεύεται κατά τά κριτήρια τοῦ κόσμου τούτου. Τό ῾οὐ γάρ πάντων ἡ πίστις᾽ τοῦ ἀποστόλου βρίσκει ἐδῶ τήν ἐξήγησή του. 

2. Γιατί ἄραγε; Τί καθιστᾶ ῾ἀναγκαιότητα᾽ τόν διωγμό ὄχι μόνο τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί τῶν μαθητῶν Του; 
Πρῶτον, τό γεγονός πού ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος καί θίξαμε καί παραπάνω: ὁ χριστιανός ἑνωμένος ὀργανικά μέ τόν Χριστό λόγω τοῦ ἁγίου βαπτίσματός του - ῾ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἄλλη ζωή ἀπό τή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Πάθος ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ; Πάθος καί ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ Του. ῞Ολοι ἐκεῖνοι πού κατά καιρούς παλαιότερα ἤ καί νεώτερα θεώρησαν τήν ἔνταξή τους στό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν ᾽Εκκλησία ὡς εὐκαιρία νά προβληθοῦν, νά ἀποκτήσουν ἐφήμερα πλούτη ἤ νά ἱκανοποιήσουν τίς ἐμπαθεῖς ὀρέξεις τους, εἶναι εὐνόητο ὅτι κατενόησαν ἐσφαλμένα τήν πίστη καί ὑπῆρξαν, ἄν ὄχι λεκτικά, στήν πράξη ὅμως βαθύτατα αἱρετικοί. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας ποτέ δέν ἔμεινε στά λόγια κάποιου γιά νά δεῖ τήν πίστη του, ἀλλά στόν τρόπο τῆς ζωῆς του. ῾Οὐκ ἐν λόγοις ἡ ἀλήθεια, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς πράγμασι᾽ πού λέει καί ὁ πατερικός λόγος, ὅπως καί ῾Μισῶ διδάγματα οἷς ἐναντίος ὁ βίος᾽ πού σημειώνει ἐξίσου καί ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. 
Δεύτερον, ἐκεῖνο πού ἐξηγεῖ τόν διωγμό πού ὑφίσταται ὁ πιστός χριστιανός ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς πίστης εἶναι ὅτι ἡ ζωή του – συνέχεια ὅπως εἴπαμε τοῦ Χριστοῦ - ἀποτελεῖ πρόκληση γιά ἐκείνους. Τούς προκαλεῖ γιατί μέ τή φωτισμένη ἀπό τόν Θεό ζωή του ἀποκαλύπτει τή δική τους σκοτεινή ζωή, συνεπῶς ἀποτελεῖ τόν πιό σκληρό, χωρίς λόγια συνήθως, ἔλεγχό τους. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ καί στήν Παλαιά Διαθήκη - ῾ἐξαλείψομεν τόν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι᾽- ἀλλά κυρίως στήν Καινή διά στόματος ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου ἐπιβεβαιώνει τή σπουδαία αὐτή ἀνθρωπολογική ἀλήθεια. Στό ἐρώτημα γιά παράδειγμα γιατί οἱ πολλοί στήν ἐποχή τοῦ Κυρίου - ἀλλά καί μετέπειτα - ἀπέρριψαν Αὐτόν πού ἦλθε ὡς τό φῶς τοῦ κόσμου, ἡ ἐξήγηση τοῦ εὐαγγελιστῆ ἦταν: ῾ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα᾽. Διότι ῾πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ ᾽. 

3. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὅμως προεκτείνει τόν λόγο. ῎Αν ὁ διωγμός εἶναι στοιχεῖο πού σχετίζεται μέ τό εὔθραστο τῆς σωματικῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ, ὅμως ὁ θησαυρός τῆς πίστης ριζωμένος στήν καρδιά του ὡς χάρη Θεοῦ τοῦ δίνει τή δύναμη ὑπέρβασής του: ῾διωκόμενοι, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι᾽. Μπορεῖ ὁ χριστιανός νά διώκεται, νά μή μπορεῖ νά σταθεῖ πουθενά στόν κόσμο τοῦτο ἀπό τίς ἀντίθεες δυνάμεις, ὅμως ἔχει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μονίμως καί ἀδιάκοπα στή ζωή του. Κι αὐτή τελικῶς εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐλογία καί ἡ μεγαλύτερη παρηγοριά του. Γιατί ῾εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν τίς καθ᾽ ἡμῶν;᾽ ῎Εχεις μαζί σου τόν Δημιουργό σου, τόν Προνοητή τῆς ζωῆς σου, τόν Κυβερνήτη σου, τόν Κριτή σου καί θά φοβηθεῖς αὐτό πού συνιστᾶ τήν προσωρινότητα, ἔστω καί τή δύσκολη; Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἀληθινός τόπος τοῦ χριστιανοῦ, ἡ χώρα του καί ἡ κατοικία του εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός του. Διότι σ᾽ Αὐτόν εἶναι ριζωμένος καί Αὐτός συνιστᾶ τό Α καί τό Ω τῆς ζωῆς του. ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽. ῾Μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν᾽. Συνεπῶς ὁ κάθε ξένος τόπος γιά τόν χριστιανό στόν κόσμο τοῦτο εἶναι καί δικός του τόπος ὡς δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ἀντιστρόφως: κάθε δικός του θεωρούμενος τόπος πρέπει νά κατανοεῖται ὡς ξένος, γιατί ἀλλοῦ εἶναι ἡ πατρίδα καί ἡ κατοικία του. ῾Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν᾽. 

4. Κι αἰτία τῆς μόνιμης παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ πιστοῦ εἶναι βεβαίως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ πάντες μπορεῖ νά μᾶς ἐγκαταλείψουν, ὄχι ὅμως ὁ Θεός. ῾Η ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι σάν τή δική μας πού ταλαντεύεται ἀνάλογα μέ τίς διακυμάνσεις τῶν συναισθημάτων μας ἤ τίς προκλήσεις τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς. ῾Ο Θεός ὡς στοργικός Πατέρας μᾶς ἀγαπᾶ γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους χωρίς νά ἐπηρεάζεται ἀπό τίς μικρότητες καί τίς ἀδυναμίες μας. Στέκεται πάντοτε δίπλα μας καί ποτέ ἀπέναντί μας. ῾Ο Θεός δηλαδή ἀπεχθάνεται τήν ἁμαρτία μας, ὄχι τό πρόσωπό μας. Καί στή μεγαλύτερη κατάντια μας καί στόν ἔσχατο ῞Αδη πού θά βρεθοῦμε, ᾽Εκεῖνος εἶναι παρών γιά νά μᾶς περιθάλψει. Πολύ περισσότερο βεβαίως ὅταν διωκόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά χάρη ᾽Εκείνου καί τοῦ Εὐαγγελίου Του. Τότε ἡ τρυφερότητά Του φτάνει στό ἀπώγειό της. Τότε ᾽Εκεῖνος γίνεται ὁ πανίσχυρος ὑπερασπιστής μας. 
῎Ηδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκούγεται ὁ συγκλονιστικός λόγος τοῦ προφήτη τοῦ Θεοῦ: ῾Κι ἄν ὅλοι σέ ἐγκαταλείψουν, ἐγώ δέν πρόκειται νά σέ ἀφήσω. Κι ἄν ἡ μάνα ξεχάσει τό παιδί της, ἐγώ δέν πρόκειται ποτέ νά σέ ξεχάσω᾽. Ποιός φυσιολογικός ἄνθρωπος πού δέν ἔχει χάσει τό μυαλό του μπορεῖ νά ἀκούει τόν λόγο αὐτόν τοῦ Θεοῦ καί νά μήν κατανύσσεται; Ποιός ἀκόμη καί μέ τήν πιό σκληρυμένη καρδιά δέν θά κλάψει καί δέν θά ὑποστεῖ ρωγμή στό βάθος του; Γι᾽ αὐτό καί ὁ πιστός δέν κινεῖται ἐκδικητικά ἐναντίον κανενός. Γιατί ξέρει ὅτι ῎Αλλος τόν ἔχει ἀναλάβει. ῾Δότε τόπον τῇ ὀργῇ. ᾽Εμοί ἐκδίκησις, ἐγώ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος παντοκράτωρ᾽. 

γ. ῾Ο Κύριος ἦλθε στόν κόσμο καί ἀνέτρεψε τά δεδομένα τοῦ κόσμου τούτου. ῾Ο ἐφησυχασμός, ἡ ραθυμία, ἡ ἄνεση μπορεῖ νά ἀποτελοῦν ζητούμενα τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, δέν συνθέτουν ὅμως τή φυσιογνωμία τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο χριστιανός βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα δοκιμασίας καί θλίψης καί διωγμοῦ, γιατί αὐτόν τόν δρόμο περπάτησε ὁ ἀρχηγός Του κι αὐτός ὁ δρόμος εἶναι καί ὁ δικός του κλῆρος. Κι ἀκόμη: σ᾽ αὐτόν τόν δρόμο τόν δύσκολο καί θλιμμένο βρίσκεται καί ἡ χαρά καί ἡ μακαριότητά του. Γιατί ἐκεῖ συναντᾶται μέ τόν διωγμένο καί ἀπεριμμένο Κύριο. ῾Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης᾽. ῾Χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσιν καί εἴπωσιν πᾶν ρῆμα καθ᾽ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς᾽.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Μτθ. κβ΄ 35-46) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΕ΄  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Μτθ. κβ΄ 35-46)
Μέσα στὶς ποικίλες ἀλλαγὲς ποὺ συντελοῦνται στὸν κόσμο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέσα στὶς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἀγωνία του γιὰ τὸ τέλος ὑπάρχει πάντα ἕνας σταθερὸς κανόνας, μιὰ ἐντολὴ γιὰ τὸ πῶς καὶ μέχρι ποῦ θὰ βαδίσουμε, πῶς θὰ κατακτήσουμε τὴν εὐτυχία, ὑπάρχει πάντα ἕνα ἐσωτερικὸ κριτήριο, τὸ ὁποῖο μᾶς δίνει τὴν ασθηση ὅτι σωστὰ πράξαμε καὶ ἀναπαύει τὴ συνείδησή μας. Μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις, ἀλλὰ καὶ μὲ διάθεση νὰ  «πειράξῃ»  τὸν Ἰησοῦ, πλησίασε ὁ νομικὸς, καθὼς μᾶς πληροφορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, καὶ  ζήτησε νὰ μάθει τὴ μεγαλύτερη, καὶ  σπουδαιότερη  ἐντολὴ τοῦ νόμου.
«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου», ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολὴ καὶ κοντὰ σ’ αὐτήν, πρώτη επίσης, «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Στὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸ νομοδιδάσκαλο συνοψίζεται ὁλόκληρη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀφοῦ πάνω στὶς δυὸ αὐτὲς ἐντολὲς βασίζεται «ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες». Ἡ ἀγάπη ποὺ κατευθύνεται καὶ πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀποτέλεσε τὴν οὐσία ὄχι μόνο τῆς παλιᾶς διαθήκης ποὺ έχει συνάψει ο Θεός με τὸ λαό του, ἀλλὰ καὶ τῆς νέας ποὺ θεμελιώνεται μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Μὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του πάνω στὴ γῆ καὶ κυρίως  μὲ τὴ σταυρικὴ Του θυσία, ὁ Θεάνθρωπος έδειξε καὶ ἀπέδειξε ὅτι εἶναι Θεὸς ἀγάπης. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ὀνόμασε «καινὴ», καινούργια, καὶ αὐτὴν ζήτησε καὶ συνεχῶς ζητάει ἀπ’ ὅλους μας: «ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Φυσικὰ ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ποτὲ δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐντολή, ἀλλὰ μαζὶ καὶ διδασκαλία ποὺ σφραγίζεται μὲ τὴ ζωή Του, καὶ ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης σφραγίστηκε καὶ βεβαιώθηκε στὸ Σταυρὸ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε λοιπόν τὴν ἀγάπη, γι αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «αὐτοὶ γὰρ ὑμεῖς θεοδίδακτοί ἐστε εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους», καὶ προτρέπει τὸ  ἴδιο καὶ σὲ μᾶς, νὰ βαδίζουμε τὸ δρόμο τῆς ἀγάπης: «περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς».
Κατά τὸ παράδειγμα λοιπόν τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ συναίσθημα ἤ ἐκδήλωση συμπάθειας πρὸς ἕνα πρόσωπο ἤ κάποιο πράγμα. Εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει ὁ Τριαδικός Θεός καὶ τὸν ὁποῖο μᾶς φανέρωσε ὁ Χριστός. Εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο καλεῖ ὁ Θεός καὶ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑπάρχει, σὲ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ, μὲ τὸν κόσμο καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἡ ἀγάπη, ὅπως μᾶς λέει στὸ σημερινό Εὐαγγέλιο ὁ Χριστός, τότε μόνο εἶναι ἀληθινή, ὅταν εἶναι ὁλοκληρωτική, δοσμένη μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ, μὲ ὅλη τὴν ψυχή, μὲ ὅλη τὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄνθρωποι θέλουν τὸ Θεὸ καὶ τὶς ἐντολές του, ἀλλὰ ὄχι πάντα καὶ ὄχι σὲ βάρος τῶν ὑλικῶν τους ἐπιδιώξεων. Ἐνδιαφέρονται καὶ ἀγωνίζονται γιὰ διάφορα πράγματα, καὶ γιὰ νὰ ἔχουν ἤρεμη καὶ τὴ συνείδησή τους ἀσχολοῦνται καὶ μὲ τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ὅμως ζητάει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὴ ποὺ  βγαίνει ἀπ’ ὅλη τὴν ὕπαρξή του, τὴ σκέψη του καὶ τὴν καρδιά του. Χωρὶς μιὰ τέτοια στάση στὴ ζωή, οἱ ὁποιεσδήποτε φαινομενικὰ θετικὲς δραστηριότητες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἄσχετες πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Αὐτή ἡ ὁλοκληρωτική ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό ὅπως μᾶς δίδαξε μὲ τὸ λόγο του ἀλλά καὶ μὲ τὴ ζωή του ὁ Χριστός συμπληρώνεται ἀπό τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ὁλοκληρωτική κι αυτή.
  «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν». Στὴν Ἐκκλησία δὲν νοεῖται ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ ὅταν ἀπουσιάζει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ὅταν στρέφουμε τὴ ματιά μας μακριὰ ἀπὸ τὴ δυστυχία, ὅταν κλείνουμε τὰ αὐτιά μας στὸν πόνο τοῦ διπλανοῦ μας. Ψεύτη καὶ ὑποκριτὴ χαρακτηρίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἐκεῖνον ποὺ λέει ὅτι ἀγαπάει τὸν Θεό, ἀλλὰ μισεῖ τὸν ἀδελφό του. «Ἄν κάποιος πεῖ  ‘ἀγαπῶ τὸ Θεὸ’, μισεῖ ὅμως τὸν ἀδελφό του, εἶναι ψεύτης. Γιατὶ πραγματικά, αὐτὸς ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τὸν ἀδελφό του, τὸν ὁποῖο βλέπει, πῶς μπορεῖ νὰ ἀγαπάει τὸ Θεὸ, τὸν ὁποῖο δὲ βλέπει; Αὐτό μας λέει ὁ Χριστὸς: Ὅποιος ἀγαπάει τὸ Θεὸ δεν μπορεί νὰ μην ἀγαπάει τὸν ἀδελφό του.» Ἡ Ἐκκλησία στὸ συνάνθρωπο, ὅποιος κι ἄν εἶναι αὐτὸς καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἠθικὴ ἤ κοινωνικὴ κατάσταση κι ἄν βρίσκεται, βλέπει τὸ πρόσωπο μὲ τὸ ὁποῖο ἔρχεται σὲ κοινωνία, βλέπει τὸν ἀδελφό, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὰν μέτοχο τῆς χάρης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὀφείλουμε, ὄχι τὴ συμπάθεια καὶ τὴ συμπόνοια μας, ἀλλὰ ὅτι ἀκριβῶς καὶ στὸν ἑαυτό μας· τὴν ἀγάπη δηλαδή ἐκείνη ποὺ δὲν ἔχει ὅρια, ποὺ φτάνει στὸ Θεό  καὶ ἀγγίζει τὴ δημιουργία, καὶ τὴ θυσία τοῦ Σταυροῦ, ποὺ μεταμορφώνεται καὶ ἁγιάζεται ἀπό τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γνωρίζεται ἀπό τἠ θυσία καὶ ἀπό τὴ διάθεση γιά θυσία. «Ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην, ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε», ἀπ’ αὐτὸ γνωρίσαμε τὴν ἀγάπη, ἀπὸ τὸ ὅτι Ἐκεῖνος πρόσφερε τὴ ζωή του γιὰ χάρη μας, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ συμπληρώνει ὅτι ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νὰ προσφέρουμε τὴ ζωή μας γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν μας, «καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι».
Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀγάπη αὐτὴ ὅπως τὴ νοιώθουμε κι ὅπως μᾶς λείπει τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες, τὶς λίγες τῆς ζωῆς μας, ποὺ ἀπογυμνώνουμε τὸν ἑαυτό μας, ποὺ ἀφήνουμε κάθε στήριγμα στὴ γῆ, ποὺ ἀναλογιζόμαστε πῶς θ’ ἀντικρύσουμε τὸ Θεὸ. Καὶ θυμώμαστε τότε αὐτὸ ποὺ λέει ἡ Γραφή, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι «κραταιὰ ὥσπερ θάνατος». Ποὺ σημαίνει ὅτι μαζί μὲ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου ποὺ κυριαρχεῖ πάνω μας, κυριαρχεῖ καὶ μιὰ ἄλλη δύναμη, αὐτὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς νὰ νικήσουμε τὸ θάνατο καὶ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ποὺ εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ προσωπικὸ ἐπίτευγμα, ποὺ ὅσο περισσότερο ταπεινώνουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο τὴν κερδίζουμε κι ἄλλο τόσο μᾶς κερδίζει, ποὺ φωτίζει τὸν  ὁρίζοντά μας, κάνοντάς μας νὰ βλέπουμε τὰ πράγματα στὴ θέση τους, μέσα στὴν   Ἀλήθεια του Θεοῦ.
Στὸν ἄνθρωπο ποὺ, εἴτε ἀπὸ πρόφαση, ὅπως ὁ σημερινὸς νομοδιδάσκαλος, εἴτε ἀπὸ πραγματικὴ ἀγωνία γιὰ τὴ ζωή, ψάχνει καὶ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν καταξίωση τῆς πίστης καὶ τῶν ἔργων του, ὑπάρχει πάντα ἡ μεγάλη ἐντολὴ καὶ ἡ κλήση τῆς ἀγάπης, ὅπως τὴ σάρκωσε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία τὴν διακηρύσσει, ὅπως τὴν ἔζησαν καὶ τὴ ζοῦν οἱ ἅγιοι. Καὶ σ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ θαρροῦμε πὼς βρισκόμαστε στὰ χνάρια τους, ὑπάρχουν πάντα τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ νὰ μᾶς δείχνουν τὸ δρόμο καὶ ταυτόχρονα  νὰ ἐλέγχουν τὴν ὑποκρισία μας: «Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει ἔχει μακροθυμία, ἔχει καὶ καλοσύνη· ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει δὲ ζηλοφθονεῖ· ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει δὲν κομπάζει οὔτε περηφανεύεται· εἶναι εὐπρεπής, δὲν εἶναι ἐγωιστὴς οὔτε εὐερέθιστος· ξεχνάει τὸ κακὸ ποὺ τοῦ ἔχουν κάνει. Δὲ χαίρεται γιὰ τὴν ἀδικία  πού γίνεται, ἀλλὰ μετέχει στὴ χαρὰ γιὰ τὸ σωστὸ. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει, ὅλα τὰ ἀνέχεται, σὲ ὅλα ἐμπιστεύεται, γιὰ ὅλα ἐλπίζει, ὅλα τὰ ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.» Ἀμήν.

Κυριακή ΙΕ΄Ματθαίου - Αγάπης ανάβαση «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου…και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου



(Ματθ. κβ΄35-46)                                                             (Β΄Κορ. δ΄6-15)
Αγάπης ανάβαση
«αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου…και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν»
Η σταυρόσχημη μορφή της αγάπης, δηλαδή η εκδήλωσή της προς τον Θεό και προς το συνάνθρωπο, αποκαλύπτει το κατ’ εξοχήν στοιχείο της αυθεντικότητάς της. Μια τέτοια αγάπη θεμελιώνεται ακριβώς στη σταυρωμένη αγάπη του Χριστού και γι’ αυτό αποκτά βάθος και ποιότητα. Άλλωστε, είναι αυτή η αγάπη που νίκησε και το θάνατο, τον έσχατο εχθρό του ανθρώπου, και άνοιξε τις διόδους της ζωής. Αυτή, λοιπόν, την αγάπη, στην πιο γνήσια μορφή της καλείται να εγκολπωθεί ο άνθρωπος  στην καθημερινή του ζωή και να την αναγάγει σε βίωμα και εμπειρία. Στους ορίζοντές της, ο άνθρωπος σε καμιά περίπτωση δεν θα αισθάνεται στη ζωή του ότι κάτι του λείπει. Αντίθετα, θα νιώθει ότι τα έχει όλα γιατί αφήνει τον εαυτό του να είναι δεκτικός στη χάρη του Θεού που καταυγάζει όλο το είναι του.

Ο νομικός που πλησίασε τον Ιησού, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, ήθελε να φέρει σε δύσκολη θέση τον Ιησού και γι’ αυτό του υπέβαλε το ερώτημα ποια είναι η πιο μεγάλη εντολή. Ο Χριστός δεν απάντησε με περιστροφές αλλά ευθέως και σαφώς: «Να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι η πρώτη και πιο μεγάλη εντολή. Δεύτερη, εξίσου σπουδαία όμως, είναι ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Διευκρινίζεται μάλιστα ότι σ’ αυτές τις δύο εντολές συνοψίζεται όλος ο νόμος.
Οι εύχυμοι καρποί της
Η αγάπη σ’ αυτές τις διαστάσεις που όρισε ο ίδιος ο Κύριος δεν έχει σε καμιά περίπτωση μονοσήμαντο και μονοδιάστατο χαρακτήρα, αλλά κινείται σ’ ένα άνοιγμα που καλύπτει τον ουρανό και τη γη. Η αγάπη προς τον Θεό είναι ακριβώς εκείνη που καθιστά ικανό τον άνθρωπο ν’ αγαπήσει το συνάνθρωπό του. Να αγαπήσει ακόμα και τον εχθρό του. Η αγάπη, βέβαια, προς τον Θεό, δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση οποιοδήποτε ατομικό κατόρθωμα του ανθρώπου στη ζωή του, αλλά είναι αποτέλεσμα της Χάριτος του Θεού. Αυτό συμβαίνει όμως και με τη συνεργία του ανθρώπου, όταν δηλαδή ανοίγει χώρο στην καρδιά του για να ευδοκιμήσει στο γόνιμο έδαφός της η παρουσία της θείας αγάπης. Η αγάπη προς τον Θεό είναι κατορθωτή, επειδή «αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς», σύμφωνα με τον Ιωάννη. Είναι η κίνηση που κάνει πρώτα ο Θεός που μας καθιστά ικανούς να του αντιπροσφέρουμε  την αγάπη. Βέβαια, η ειλικρινής αγάπη προς τον Θεό καρποφορεί με την αγάπη που εκδηλώνεται και προς το συνάνθρωπο. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν μπορεί ο άνθρωπος να αγαπά τον Θεό και ν’ αποστρέφεται ταυτόχρονα την εικόνα του στο πρόσωπο του συνανθρώπου του. Είναι σαφής ο Ιωάννης όταν λέει: «εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν…, όν ουχ εώρακε και μισή τον αδελφόν αυτού όν εώρακε», τότε χαρακτηρίζεται «ψεύστης». Η αγάπη του αδελφού συνιστά τον πιο εύχυμο καρπό της αγάπης προς τον Θεό και η αγάπη του πλησίον είναι προϋπόθεση της αγάπης προς τον Θεό. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο ευαγγελιστής Λουκάς αμέσως μετά την απάντηση του Ιησού προς το νομικό με την πρόταξη της αγάπης, προχώρησε στη διήγηση της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη, μέσα από το βάθος της οποίας αναδύονται τα πιο αυθεντικά μηνύματα περί αγάπης.
Η αυθεντικότητά της
Η αγάπη για να είναι αληθινή και ποιοτική επιβάλλεται να είναι ολοκληρωτική. Να βγαίνει εκ βάθους καρδίας. Αυτό ακριβώς το ολοκληρωτικό δόσιμο διασφαλίζει και τους όρους της αληθινής ελευθερίας του ανθρώπου, αφού πλέον δεν θα δεσμεύεται από οποιεσδήποτε άλλες επιρροές και εξαρτήσεις που τον καθιστούν διασπασμένη και διχασμένη προσωπικότητα. Όπως ο Θεός μας αγάπησε χωρίς προϋποθέσεις, με κορύφωσή της τη σταυρική του θυσία, έτσι κι εμείς επιβάλλεται να του ανταποδίδουμε τη δική μας αγάπη. Είναι ακριβώς εδώ που σε καμιά περίπτωση δεν χωρούν οποιοιδήποτε συμβιβασμοί και υπολογισμοί, που στο βάθος τους νοθεύουν την αγάπη και στραγγαλίζουν την πνευματική ζωή. Άρρηκτα συνδεδεμένη με την κάθετη είναι και η οριζόντια εκδήλωση της αγάπης. Το ρηθέν υπό του Κυρίου «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» δείχνει ακριβώς ότι δεν μπορεί να είναι αποκομμένη η αγάπη προς τον Θεό από την αγάπη προς τον πλησίον και αντίστροφα.
Αγαπητοί αδελφοί, αυτή λοιπόν η σταυρόσχημη αγάπη, στην κάθετη και οριζόντια της μορφή, είναι και το κριτήριο για την πνευματική ωρίμανση και χριστοποίηση του ανθρώπου. Οι άγιες μορφές που παρελαύνουν ως νέφος στο στερέωμα της Εκκλησίας αναδείχθηκαν γιατί ακριβώς αγάπησαν  πραγματικά και έμπρακτα τον Θεό και κατ’ επέκταη και το συνάνθρωπό τους. Ο Συμεών ο Θεοδόχος και η Άννη η προφήτιδα, τους οποίους τιμά σήμερα η Εκκλησία, ρίχνουν φως στο δρόμο της αγάπης, τον οποίο καλούμαστε κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε στη ζωή μας. Γένοιτο.

Κυριακή ΙΕ’ Ματθαίου. Ο νομικός που πείραξε το Χριστό (Ματ. κβ’, 35-46)

Μεταξύ των προσώπων τα οποία συνομίλησαν με το Χριστό ήταν και ένας νομικός. Αυτός  ο νομικός,  με διάθεση να πειράξει τον Κύριο, τον ρώτησε  ποια είναι  μεγάλη εντολή στο Μωσαϊκό Νόμο. Ο Κύριος τότε του είπε, « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται ». Ας επαναλάβουμε αυτά τα λόγια του Κυρίου με σημερινά λόγια. Να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε εντολή όμοια με αυτή είναι, να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Επάνω στις δύο αυτές εντολές όλος ο νόμος και οι προφήτες στηρίζονται. Οι εντολές αυτές φανερώνουν τα καθήκοντα, τα οποία έχουν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Το πρώτο καθήκον είναι η αγάπη προς το Θεό, τον Οποίον κάθε άνθρωπος οφείλει να αγαπά και να σέβεται. Ο σεβασμός αυτός δε σημαίνει ότι πρέπει κανείς να πειθαρχεί μηχανικά στο θέλημα του Θεού, αλλά να πειθαρχεί κινούμενος από αγάπη και πίστη. Τα καθήκοντα του ανθρώπου προς το Θεό μεταφράζονται μέσω των εντολών τις οποίες πρέπει να εφαρμόζει κάθε πιστός στη ζωή του.

Αλλά γιατί ο άνθρωπος πρέπει να αγαπάει το Θεό; Πρέπει να τον αγαπάει, γιατί ο Θεός είναι ο Ουράνιος Πατέρας. Είναι παντοδύναμος, πάνσοφος,  πανάγαθος, και ταυτίζεται με την αγάπη, όπως λέει ο Ιωάννης ο μαθητής της αγάπης, ότι ο Θεός αγάπη εστί. Η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο εκδηλώνεται με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Αυτός τρέφει τα σύμπαντα και προνοεί για τα πάντα και κυβερνά τον κόσμο. Αυτός από την πολλή Του αγάπη έστειλε τον Υιό Του στην γη, σωτήρα του κόσμου. Αυτός ανατέλλει τον Ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους.

Αλλά όποιος αγαπάει το Θεό πρέπει να αγαπάει και τον πλησίον Του, γιατί αυτή η δεύτερη εντολή, όπως είπε ο Κύριος, είναι όμοια με την πρώτη. Έτσι έρχονται και τα καθήκοντα προς τον πλησίον. Αυτό σημαίνει ότι όπως αγαπάει ο άνθρωπος το  Θεό, έτσι οφείλει να αγαπάει και κάθε άνθρωπο στη ζωή του, γιατί πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος ακόμα και ο εχθρός του. Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο πρέπει να είναι έμπρακτη, δηλαδή να εκδηλώνεται  με κατάλληλα έργα με τα οποία θα ευεργετείται ο πλησίον. Η έμπρακτη αγάπη είναι η αληθινή μορφή αγάπης. Αν κανείς λέει ότι αγαπάει τον πλησίον του και, ενώ μπορεί να τον βοηθήσει, τον αφήνει αβοήθητο, δεν είναι συνεπής με τα καθήκοντά του προς τον πλησίον.

Ας τονίσουμε επίσης ότι δεν πρέπει· να φιλονικούμε με τους συνανθρώπους μας, με κίνδυνο να τους κάνουμε εχθρούς, αλλά έχουμε καθήκον να λύνουμε τις διαφορές μας συμβιβαστικά, έστω και αν πρόκειται να ζημιωθούμε σε κάτι. Όποιος συμπεριφέρεται  έτσι, δηλαδή με αγάπη και επιείκεια, δεν πρέπει    να  αμφιβάλλει  ότι ο Κύριος, και στον κόσμο αυτό θα τον προστατεύει, και  κατά την ημέρα της κρίσεως θα τον έχει  στα δεξιά  Του.

Η αγάπη λοιπόν προς τον πλησίον είναι αναγκαία και δεν μπορεί κανείς να λέει ότι αγαπάει το  Θεό, αν δεν αγαπάει τον πλησίον του. Σύμφωνα με τον  Ευαγγελιστή Ιωάννη,  πώς μπορεί να αγαπάει κάποιος το Θεό που δεν τον  βλέπει, όταν δεν αγαπάει τον πλησίον του που βλέπει; Βεβαίως, όταν ο άνθρωπος βοηθάει τον πλησίον του, δεν πρέπει να το παίρνει επάνω του ότι. κάνει κάτι σπουδαίο, γιατί αυτό είναι το καθήκον του. Έτσι θα κρατάει την ταπεινοφροσύνη που είναι απαραίτητη για να οικοδομηθεί το οικοδόμημα των άλλων αρετών. Από την ταπείνωση λοιπόν στην αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, είναι ο νοητός  δρόμος που έχουμε μπροστά μας να διανύσουμε. Αμήν.

-Του Ιωάννη Δήμου Θεολόγου – Φιλολόγου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματ. κβ’, 35-46) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας

Μεταξύ των προσώπων τα οποία συνομίλησαν με το Χριστό ήταν και ένας νομικός. Αυτός ο νομικός, με διάθεση να πειράξει τον Κύριο, τον ρώτησε ποια είναι μεγάλη εντολή στο Μωσαϊκό Νόμο. Ο Κύριος τότε του είπε, « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται ». Ας επαναλάβουμε αυτά τα λόγια του Κυρίου με σημερινά λόγια. Να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε εντολή όμοια με αυτή είναι, να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Επάνω στις δύο αυτές εντολές όλος ο νόμος και οι προφήτες στηρίζονται. Οι εντολές αυτές φανερώνουν τα καθήκοντα, τα οποία έχουν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Το πρώτο καθήκον είναι η αγάπη προς το Θεό, τον Οποίον κάθε άνθρωπος οφείλει να αγαπά και να σέβεται. Ο σεβασμός αυτός δε σημαίνει ότι πρέπει κανείς να πειθαρχεί μηχανικά στο θέλημα του Θεού, αλλά να πειθαρχεί κινούμενος από αγάπη και πίστη. Τα καθήκοντα του ανθρώπου προς το Θεό μεταφράζονται μέσω των εντολών τις οποίες πρέπει να εφαρμόζει κάθε πιστός στη ζωή του.
Ο νομικός ζητάει το όχημα για τη μεγάλη πτήση στο διάστημα, για την κατάκτηση του Ουρανού. Και ό Κύριος του υπογραμμίζει, πώς δεν θα κατακτήσει τον Ουρανό, εάν προηγουμένως δεν κατακτήσει τη γη. Το ουράνιο όχημα δεν απογειώνεται παρά μονάχα από γήινο διάδρομο. Την ανυψωτική δύναμη την τροφοδοτεί μονάχα ή φλόγα και το πύρωμα της αγάπης. Αν ατενίζεις τον ουρανό χωρίς να κοιτάζεις και τη γη, μεταθέτεις και δεν λύνεις το πρόβλημα. Έτσι δεν υπάρχει πρόβλημα άλλης ζωής, άλλα αυτής εδώ της ζωής. Το εισιτήριο του ουρανού εκδίδεται στη γη. Ο κίνδυνος καιροφυλακτεί σε κάθε μας βήμα. Να ποθούμε τον Ουρανό και να λησμονούμε τη γη. Να παίρνουμε λανθασμένο δρόμο, πού δεν βγάζει πουθενά. Γιατί ξεχνάμε το μυστικό, πού μας αποκάλυψε ό ίδιος ό Θεός, πού έγινε άνθρωπος για τούς ανθρώπους. Και το μυστικό αυτό μας λέει, πώς θα αγαπήσεις τον πλησίον σου, για να έχεις ζωή αιώνια.
Αλλά ποιος είναι αυτός ο πλησίον, που αντί να τον ευεργετήσουμε μας ευεργετεί; Η μάλλον αυτός, πού τον ευεργετούμε με το τίποτα και μας ανταποδίδει το πάν; Αυτός πού τού προσφέρουμε το προσωρινό και μας εξασφαλίζει το αιώνιο; Του δίνουμε κάτι από τη γη και μας προσφέρει ολόκληρο τον Ουρανό;
Ποιος είναι ο πλησίον; Αυθόρμητα έρχεται η απάντηση, είναι αυτός που βρίσκεται κοντά μας. Ποιος όμως είναι κοντά μας; Η τοπική απόσταση αρκεί; Αυτός που είναι κοντά μας τοπικά, σωματικά είναι και ψυχικά; Ο γείτονας μας, ο συνάδελφος μας, ο συνεργάτης μας, ο συμμαθητής μας, ο αδελφός μας, είναι κοντά μας. Είναι όμως και μέσα στην καρδιά μας; Αν δεν είναι κοντά στην καρδιά μας, όσο πλησίον κι αν βρίσκεται, θα στέκεται πολύ μακριά μας.
Αυτό μας τονίζει ιδιαίτερα ό Κύριος με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να γίνουν πλησίον μας. Όλες οι αποστάσεις πρέπει να εκμηδενισθούν. Και το ανυπέρβλητο παράδειγμα μας το έδωσε ό ίδιος, αφού εκμηδένισε την άπειρη απόσταση, πού μας χώριζε. «"Εκλινεν ουρανούς και κατέβη», για να γίνει πλησίον μας.Ποιά, αλήθεια, απόσταση χώριζε τον Θεό από τον άνθρωπο; Και ή απόσταση αυτή είχε γίνει αγεφύρωτη από την αμαρτία. Και ό Θεός κατάργησε αυτή την απόσταση. Και ήλθε ανάμεσα μας. Κάτι ασύλληπτο. Ήλθε μέσα μας με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
Ο Θεός καταργεί τις αποστάσεις και έρχεται μέσα μας! Και μείς δυσκολευόμαστε να πλησιάσουμε τούς συνανθρώπους μας και να καταργήσουμε τις αποστάσεις, πού ό νοσηρός εγωισμός μας δημιουργεί. Ποιος άλλος δημιουργεί τις αποστάσεις; Τοπικιστικές είναι αυτές; Φυλετικές; Κοινωνικές διαφορές λέγονται; Χάσμα γενεών χαρακτηρίζονται; Φύλου και ηλικίας; Όλες έχουν μια και μόνη αιτία, τον εγωισμό. Την απουσία, δηλαδή, της αγάπης.
Μπήκε η αγάπη; Καταργήθηκαν αμέσως οι διαφορές και οι αποστάσεις. Ακριβώς γιατί ή αγάπη πλησιάζει τις καρδιές. Και όταν πλησιάζουν οι καρδιές, πέφτουν οι διαφορές και εξαφανίζονται οι αποστάσεις. Τότε πλησίον δεν είναι μονάχα οι κοντινοί, αλλά και οι μακρινοί. Όλη ή γη γίνεται μια γειτονιά, μια οικογένεια, ένα σπίτι. Γινόμαστε όλοι αδελφοί. Είμαστε όλοι αδελφοί. Αυτό θα πει πλησίον και αυτό θα πει αγάπη. Να αγαπάς σημαίνει να κάνεις πλησίον τον κάθε άνθρωπο είτε στη γειτονιά σου ζει είτε στην άλλη άκρη του κόσμου κατοικεί.
Ο νομικός έθεσε στον Ιησού ένα μεταφυσικό πρόβλημα και περίμενε μια ανάλογη απάντηση. Ό Κύριος τον προσγειώνει. Τού δίνει μια ανθρώπινη, στην κυριολεξία, απάντηση και τού λύνει το πρόβλημα. Ό δρόμος, πού οδηγεί στον Θεό, περνάει από τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον δρόμο της αγάπης. Δεν υπάρχει άλλος νόμος από την εντολή της αγάπης. Όταν εφαρμόζεται ό νόμος της αγάπης, της αγάπης τού Χριστού, τότε όλα τακτοποιούνται. Γιατί ή αγάπη αυτή είναι «πλήρωμα νόμου».
Κάτι περισσότερο. Η αγάπη είναι μίμηση Θεού. Ο Θεός είναι αγάπη. Και ο άνθρωπος, πού αγαπάει, προχωρεί από το «κατ' εικόνα» στο «καθ όμοίωσιν Θεού», για το όποιο είναι δημιουργημένος. Ό άνθρωπος γίνεται αληθινός άνθρωπος, γιατί γίνεται «κοινωνός θείας φύσεως». Έτσι, όχι απλώς εξανθρωπίζεται , θεώνεται. Ζει κιόλας την αιωνιότητα.
Η αγάπη λοιπόν προς τον πλησίον είναι αναγκαία και δεν μπορεί κανείς να λέει ότι αγαπάει το Θεό, αν δεν αγαπάει τον πλησίον του. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, πώς μπορεί να αγαπάει κάποιος το Θεό που δεν τον βλέπει, όταν δεν αγαπάει τον πλησίον του που βλέπει; Βεβαίως, όταν ο άνθρωπος βοηθάει τον πλησίον του, δεν πρέπει να το παίρνει επάνω του ότι κάνει κάτι σπουδαίο, γιατί αυτό είναι το καθήκον του. Έτσι θα κρατάει την ταπεινοφροσύνη που είναι απαραίτητη για να οικοδομηθεί το οικοδόμημα των άλλων αρετών. Από την ταπείνωση λοιπόν στην αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, είναι ο νοητός δρόμος που έχουμε μπροστά μας να διανύσουμε. ΑΜΗΝ.

Ὁ Ἀπόστολος τῆς Κυριακῆς. Ἐπιστολή πρός Κορινθίους β´ δ' 6 - 15


 Ἐπιστολή πρός Κορινθίους β´ δ' 6 - 15
καί ἡ ἀπόδοση στήν νεοελληνική

6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.  
7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν,
 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐξαπορούμενοι,
9 διωκόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ.
11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. 13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν,
14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. 15 τὰ γὰρ πάντα δι’ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Ἀπόδοση

6 Και τούτο, διότι ο Θεός, ο οποίος κατά τους χρόνους της δημιουργίας διέταξε να λάμψη φως αντί του σκότους που υπήρχε τότε, αυτός έλαμψεν εις τας καρδίας μας και τας εφώτισεν, όχι μόνον δια να γνωρίσωμεν ημείς, αλλά δια να μεταδώσωμεν και στους άλλους φωτεινήν και καθαράν την γνώσιν της δόξης του Θεού, η οποία δόξα εφανερώθη δια του Ιησού Χριστού.
7 Εχομεν δε αυτόν τον ανεκτίμητον θησαυρόν της ενδόξου γνώσεως μέσα εις τα σώματα μας, τα αδύνατα και εύθραστα σαν όστρακα, δια να φαίνεται έτσι καθαρά ότι ο υπεράφθονος πλούτος της δυνάμεως είναι και προέρχεται από τον Θεόν και όχι από ημάς.
8 Ετσι δε εξηγείται η υπερνίκησις των αναριθμήτων εμποδίων και κινδύνων που συναντώμεν στο έργον μας. Διότι όντως ημείς οι Απόστολοι παντού και πάντοτε θλιβόμεθα, χωρίς όμως να φθάνωμεν εις αδιέξοδον και καταθλιπτικήν στενοχωρίαν. Περιπίπτομεν εις απορίαν και αμηχανίαν, χωρίς ποτέ να αποθαρρυνώμεθα και να μη ευρίσκωμεν λύσιν και απάντησιν εις τας απορίας μας.
 9 Διωκόμεθα από απίστους και ψευδαδέλφους, αλλά δεν εγκαταλειπόμεθα από τον Θεόν. Φαίνεται μερικές φορές, ότι καταβαλλόμεθα και ριπτόμεθα από τους εχθρούς μας κάτω ως ηττημένοι, αλλά δεν χανόμεθα.
 10 Οπου και αν περιοδεύωμεν, φέρομεν στο σώμα μας πάντοτε τας οδύνας και τον θάνατον του Κυρίου Ιησού, κινδυνεύοντες όπως εκείνος και να αποθάνωμεν εις κάθε στιγμήν. Τούτο όμως, δια να φανερωθή εις την ζωήν και ύπαρξιν μας, που πάντοτε διαφεύγει τον θάνατον, η ζωή και η δύναμις του Ιησού.
11 Διότι πάντοτε ημείς, που ζώμεν δια το έργον του Κυρίου, παραδιδόμεθα εις θάνατον δια την δόξαν του Ιησού, ώστε η ζωή και η δύναμις του Ιησού Χριστού να φανή στο θνητόν μας σώμα, το οποίον ο Κυριος κατά θαυμαστούς τρόπους σώζει. 12 Ωστε οι μεν καθημερινοί θανάσιμοι κίνδυνοι υπάρχουν εις ημάς, η δε πνευματική ζωη, που προέρχεται από τον ιδικόν μας θάνατον, ενεργείται και αυξάνεται εις σας.
13 Επειδή όμως έχομεν το αυτό Αγιον Πνεύμα, που μας χαρίζει και μας στερεώνει εις την πίστιν, σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένον εις την Παλαιάν Διαθήκην “επίστευσα και δι' αυτό ελάλησα”. και ημείς πιστεύομεν κατά τρόπον ορθόν και σταθερόν στον Κυριον, δι' αυτό και με θάρρος κηρύττομεν την διδασκαλίαν της πίστεώς μας.
14 Από αυτήν δε την πίστιν αντλούμεν την βεβαίαν γνώσιν, ότι ο Θεός και Πατήρ, ο οποίος ανέστησε το Κυριον Ιησούν, θα αναστήση και ημάς δια μέσου του Ιησού και θα μας θέση κοντά του, μαζή με σας, ενδόξους εις την βασιλείαν του.
15 Διότι όλα γίνονται δια σας, ώστε η ευεργεσία και η δωρεά του Θεού, που γίνεται εις ημάς, να γίνη και ιδική σας ευεργεσία και να πλεονάση εις όλους. Ετσι δε σεις και ημείς, που είμεθα οι ευεργετούμενοι, να ευχαριστούμεν τον Θεόν, ώστε και η ευχαριστία να πλεονάζή και να περισσεύη προς δόξαν του Θεού.

 Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς. Κυριακὴ ΙΕ´ Ματθαίου. Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτήν τῆς ῾Υπαπαντῆς


Κυριακὴ ΙΕ´ Ματθαίου
 Τό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς 
καί ἡ ἀπόδοσή του στήν νεοελληνική
Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο  Κεφ. ΚΒ´, χωρία 35 ἕως 46

35 καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικὸς, πειράζων αὐτόν καὶ λέγων· 36 Διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ; 37 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου· 38 αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή.
39 δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.  
40 ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται. 41 Συνηγμένων δὲ τῶν Φαρισαίων ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς
42 λέγων· Τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστι; λέγουσιν αὐτῷ· Τοῦ Δαυῒδ.
43 λέγει αὐτοῖς· Πῶς οὖν Δαυῒδ ἐν Πνεύματι Κύριον καλεῖ αὐτὸν λέγων, 44 εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;
45 εἰ οὖν Δαυῒδ καλεῖ αὐτὸν Κύριον, πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστι; 46 καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον, οὐδὲ ἐτόλμησέ τις ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι.
ΑΠΟΔΟΣΗ


35 και ένας από αυτούς νομοδιδάσκαλος, τον ηρώτησε, με την πονηράν διάθεσιν να τον φέρη εις δύσκολον θέσιν, λέγων· 36 “Διδάσκαλε, ποία είναι η μεγαλυτέρα εντολή μέσα στον νόμον;”
 37 Ο δε Ιησούς απήντησεν εις αυτόν· “να αγαπάς Κυριον τον Θεόν σου με όλην την καρδιάν σου και με όλην την ψυχήν σου και με όλην την δοιάνοιάν σου.  38 Αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή.
39 Δευτέρα δε εντολή ομοία με αυτήν· να αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτόν σου.
 40 Επάνω εις τας δύο αυτάς εντολάς όλος ο νόμος και οι προφήται στηρίζονται”. (Και εις την πονηράν εκείνην ερώτησιν έδωσε την θείαν απάντησίν του”.
41 Ενώ δε ήσαν συγκεντρωμένοι οι Φαρισαίοι, τους ηρώτησεν ο Ιησούς 42 λέγων· “ποίαν γνώμην έχετε περί του Χριστού; Τινος είναι απόγονος;” Λεγουν εις αυτόν· “είναι απόγονος του Δαυΐδ”. 43 Λεγει εις αυτούς· “Εάν είναι ένας απλούς και μόνον απόγονος του Δαυΐδ, πως τότε ο Δαυΐδ, εμπνεόμενος από το Αγιον Πνεύμα, ονομάζει αυτόν Κυριον και Θεόν λέγων,
44 είπεν ο Κυριος και Θεός στον Κυριον μου και Θεόν, τον Χριστόν, κάθισε εις τα δεξιά μου επί του θρόνου, μέχρις ότου θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον, επάνω στο οποίον θα πατούν τα πόδια σου; 45 Εάν λοιπόν ο Δαυίδ ονομάζει αυτόν Κυριον και Θεόν, πως είναι απλούς απόγονός του, όπως σεις νομίζετε; (Ο Δαυίδ λοιπόν, σύμφωνα με αποκάλυψιν εκ μέρους του Θεού, επίστευσε και προεκήρυξε τον Μεσσίαν, τον κατά σάρκα απόγονόν του, ως Κυριον του και Θεόν).
 46 Και κανείς δεν ημπόρεσε ούτε λέξιν να απαντήση ούτε ετόλμησε κανείς από εκείνην την ημέραν να ερωτήση πλέον αυτόν.

  Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

Τὰ δύο κουπιά! Κυριακή ΙΕ΄ Ματθαίου. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας


Τὰ δύο κουπιά!
«Ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ κόσμος καὶ οἱ προφῆται κρέμονται».
Κυριακή ΙΕ΄ Ματθαίου (Ματθ. κβ΄ 36-46)
Εὑρισκόμεθα, ἀγαπητοί, εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Μετ’ ὁλίγας ἡμέρας ὁ Κύριος θὰ ὑποστῇ τὸ μαρτύριον τοῦ Σταυροῦ. Τὰ νέφη γύρω ἀπὸ τὸν θεῖον Διδάσκαλον μεγαλώνουν ἐπικινδύνως. Οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἶναι ἐξωργισμένοι, διότι ὁ Χριστὸς σφυροκοπεῖ μὲ δριμύτητα τὴν ὑποκρισίαν καὶ τὴν ἱεροκαπηλίαν των.
Ὁ λαὸς παρακαλουθεῖ μὲ δέος καὶ κατάπληξιν τὸν Διδάσκαλον. Εἰς αὐτὴν τὴν στιγμήν, ποὺ ὁμοιάζει μὲ ἡφαίστειον ἕτοιμον νὰ ἐκραγῇ, ἐμφανίζεται ἕνας νομικός, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλει μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν Χριστὸν μὲ διάθεσιν νὰ Τὸν πειράξῃ. «Διδάσκαλε, ἐρωτᾷ, ποιά εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐντολὴ εἰς τὸν Νόμον;»
Ὁ νομοδιδάσκαλος αὐτὸς εἶχε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θὰ ἔφερνε τὸν Κύριον εἰς δύσκολον θέσιν καὶ θὰ τὸν ἐξέθετεν εἰς τὰ βλέμματα τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὁ Χριστὸς τὸν ἀποστομώνει μὲ μίαν σύντομον, ἀλλὰ σοφὴν καὶ θείαν ἀπάντησιν. «Ἡ πρώτη ἐντολή, τοῦ λέγει, εἶναι νὰ ἀγαπήσῃς τὸν Θεὸν μὲ ὅλην τὴν καρδίαν σου, καὶ τὴν ψυχή σου καὶ τὴν διάνοιά σου. Ἡ δὲ δευτέρα, ὁμοία μὲ αὐτήν, εἶναι νὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου, ὅπως ἀγαπᾷς τὸν ἑαυτόν σου». Καὶ συνεπλήρωσε μὲ μίαν μνημειώδη ἔκφρασιν: «εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἐντολὰς κρέμανται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται».
Αὐταὶ αἱ δύο ἀγάπαι, ἀγαπητοί μου, εἶναι, κατὰ τὸν Κύριον, τὸ κλειδὶ καὶ τὸ μυστήριον τῆς τελείας χριστιανικῆς ζωῆς. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
Ἀλλὰ ἄς ἴδωμεν ἀναλυτικώτερον τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα, διότι εἶναι ἀφαντάστως διαφωτιστικὰ καὶ ὠφέλιμα.
1.Πρὸς τὰ ἄνω.

Δὲν χρειάζεται βεβαίως, πολλὴ σοφία νὰ ἀντιληφθῇ ὁ ἄνθρωπος ὅτι βάσις καὶ θεμέλιον τῆς εὐτυχίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἐπιτυχημένης ζωῆς του εἶναι ἡ ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς του ἀγάπη πρὸς τὸν Θεόν. Χωρὶς αὐτὴν τὴν ἀγάπην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς καὶ ζῶσα θρησκεία.
Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς θρησκείας καὶ τὸ αἰώνιον πρόσωπον τῆς λατρείας τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς δίδει νόημα εἰς τὴν ζωή μας. Αὐτὸς μᾶς ἀνοίγει τὴν λεωφόρον τῆς ἀληθινῆς εὐτυχίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ πατέρας μας καὶ ὁ συντηρητής μας. Αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς ὑπάρξεώς μας.
Χωρὶς Θεὸν ὅλα σβήνουν, ὅλα μαραίνονται, τὰ πάντα χάνουν τὴν γοητείαν των. Ἡ ἀγάπη μας, λοιπόν, πρὸς τὸν Θεόν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιορίζεται ἁπλῶς εἰς ἕνα ἄψυχον καὶ ἄοσμον συναίσθημα. Πρέπει νὰ εἶναι κοχλαστική, συνεχής, πυρωμένη, ὑπεράνω πάσης ἄλλης ἀγάπης καὶ πάσης ἄλλης ἐπιθυμίας.
2.Πρὸς τὰ πλάγια.

Ἀλλ’ ὅπως χωρὶς Θεὸν ἡ θρησκεία εἶναι ἄψυχος καὶ νεκρά, ἔτσι χωρὶς ἀγάπην πρὸς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ἄοσμος καὶ χωρὶς σπονδυλικὴν στήλην. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κοντά μας, εἶναι σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα μας, εἶναι ἀδελφός μας. Ἄν αὐτὸν δὲν ἀγαπήσωμεν, τότε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπήσωμεν ὀρθῶς καὶ ὅσον πρέπει τὸν Θεόν, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπομεν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ συλλάβωμεν;
 Πολὺ παραστατικὰ ἐρωτᾷ ὁ Εὐαγγ. Ἰωάννης: «Ἐὰν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὅν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὅν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾷ;»(Α΄ Ἰωάν. δ΄ 20).
3.Αἱ παρανοήσεις.

Ὅμως εἰς τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα ὑπάρχουν ὡρισμέναι παρανοήσεις, αἱ ὁποῖαι βλάπτουν καὶ παρερμηνεύουν τὸ ἀληθὲς νόημα τῆς πραγματικῆς θρησκείας καὶ τὴν παρουσιάζουν ἀρρωστημένην.
Π ρ ώ τ η   Π α ρ α ν ό η σ ι ς.

Αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀγαπᾷς τὸν Θεὸν μόνος σου, ἀπομονωμένος ἀπὸ τὴν λοιπὴν κοινωνίαν, προσευχόμενος κατ’ ἰδίαν, μὴ ἔχων οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τοὺς ἄλλους καὶ μὴ ἐνδιαφερόμενος διὰ τοὺς ἄλλους. Ὅμως τοιαύτη ζωὴ εἶναι ἄχρηστος, ἀνωφελὴς καὶ τοιαύτη θρησκεία εἶναι ἀρρωστημένη. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι θρησκεία τῆς ἀπομονώσεως καὶ τῆς ἀδιαφορίας διὰ τοὺς ἄλλους.
Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀπαρνεῖται τὸν κόσμον. Ἀντιθέτως τὸν ἁγιάζει. Ὁ Χριστιανισμὸς ὀφείλει νὰ ἀναμιγνύεται μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ τὴν ἐπηρεάζῃ μὲ τὴν ζωὴν του, μὲ τὴν ἁγιότητά του, μὲ τὴν καλωσύνη του. Βεβαίως θὰ φροντίζῃ νὰ μὴ βλάπτεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ ὑπάρχει γύρω του.
Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι θὰ τὸν κάμῃ, ψοφοδεῆ, ἐκκεντρικόν, ἀπόκοσμον. «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου», καὶ «τὸ ἅλας τῆς γῆς» εἶπεν ὁ Κυριος. Τί εἴδους φῶς καὶ ἅλας θὰ εἶναι ὁ Χριστιανός, ὅταν ἐγκαταλείπῃ τὴν κοινωνίαν καὶ ἀπομονώντεται εἰς τὸν ἰδικόν του κόσμον;
Δ ε υ τ έ ρ α   Παρανόησις.

Αὐτὴ πάλιν δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅτι ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἶναι καλός, νὰ ἀγαπᾷ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τοὺς βοηθῇ, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχῃ σχέσῃ μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὴν θρησκείαν.
Τί χρειάζεσαι, σοῦ λέγει, τὸν Θεόν; Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις, ἐδῶ καὶ ὁ παράδεισος. Κάμε τὸ καλό ἐδῶ, καὶ μὴ ρωτᾶς γιὰ πάρα πέρα. Ἔτσι ἀπογυμνώνουν τὴν ἀγάπην ἀπὸ τὴν θείαν της εὐωδίαν. Ἀφαιροῦν ἀπὸ τὸν καλὸν τὸ ἄρωμά του. Ἀγωνίζονται νὰ δημιουργήσουν κοινωνίαν χωρὶς Θεὸν καὶ πίστιν. Ἡ θεία δύναμις ἐξοστρακίζεται. Αἱ δυνάμεις μόνον τοῦ ἀνθρώποὒ τότε κυριαρχοῦν.
Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὑλιστής, ἄπιστος, καὶ ὄχι σπανίως κτηνώδης. Διότι αὐτὴ ἡ καλωσύνη, χωρὶς Θεόν, συνήθως καταλήγει εἰς ταπεινὴν ἐκμετάλευσιν καὶ χυδαῖαν αὐτοϊκανοποίησιν.
4. Ἡ ὀρθὴ θέσις.

Ἀπὸ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν μέχρι τώρα, ἀγαπητέ μου, ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι οὔτε  ἡ μία λύσις οὔτε ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ὀρθή. Καὶ αἱ δύο εἶναι ἀκρότητες. Ἡ ὀρθὴ θέσις εἶναι ἡ συνένωσις. Χωρὶς Θεὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι εὐτυχισμένος. Δὲν εἶναι μόνον σάρκα καὶ ὁστᾶ.
Ἔχει καὶ ψυχὴν καὶ σκιρτήματα μέσα του ἀνώτερα, ποὺ δὲν ἱκανοποιοῦνται μόνον μὲ τὴν ὕλην!  Ἡ ἀγάπη του πάλιν πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν δὲν συνδέεται μὲ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, θὰ εἶναι ἀναιμική, ἀνίσχυρη, ἀνεδαφική. Γρήγορα θὰ ὑποχωρῇ μπροστὰ στὶς δυσκολίες καὶ στὸ συμφέρον.
 Ἀλλὰ καὶ πάλιν μία ἰδιότυπη, ἀπόκοσμη, δῆθεν πνευματικὴ ζωή, ποὺ δὲν στρέφει τὸ ἐνδιαφέρον της πρὸς τὸν πονοῦντα καὶ ἔχοντα ἀνάγκην ἄνθρωπον, ἀλλὰ ἀσχολεῖται μόνον μὲ προσευχήν, μελέτην, ἱερὰς σκέψεις, εἶναι νόθος καὶ ἀναιμικὴ θρησκευτικὴ ζωή.
Εἶναι ἀφηρημένη θρησκευτικότης ὅταν, ἐνῷ μένω ἀπαθὴς ἐνώπιον τοῦ σημερινοῦ κοινωνικοῦ δράματος, ἐνώπιον τῆς νεότητος ποὺ κινδυνεύει νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰν νηστεύω καὶ προσεύχομαι.
«Θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου» (Ἰάκ. α΄ 27), μᾶς συμβουλεύει ὁ ἱερὸς Ἰάκωβος.
Ἔτσι εἶναι· καὶ ἁγιασμὸς χρειάζεται καὶ προσπάθεια πρὸς ἠθικὴν τελείωσιν καὶ ἀγὼν διὰ τὴν πνευματικήν μας καλλιέργειαν, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτος ἀγάπη καὶ στοργὴ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ κοινωνικὴ δραστηριότης καὶ πόνος διὰ τοὺς πονοῦντας.
Τὸ ἕνα φτερὸ θὰ εἶναι ἡ πνευματική μας καλλιέργεια, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς προσευχῆς, διὰ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, διὰ τῆς θείας λατρείας. Τὸ ἄλλο θὰ εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία θὰ ἐκδηλώνεται διὰ πρακτικῶν τρόπων καλωσύνης καὶ συμπαθείας, χωρὶς τυμπανοκρουσίες, χωρὶς διαφημίσεις, χωρὶς ἐπιδείξεις. Ἁπλᾶ καὶ ἀθόρυβα...
Ἔτσι μόνον ἐπιτυγχάνεται ἡ τελεία θρησκευτικότης. Ἀγάπη στὸ Θεό. Ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο.

Ἀγαπητοί,
Ἔνας βαρκάρης κάποτε εἶχε γράψει στὸ ἕνα κουπὶ τῆς βάρκας του μὲ μεγάλα γράμματα τὴν λέξιν: ΠΙΣΤΙΣ εἰς δὲ τὸ ἄλλο: ΕΡΓΑ.
Κάποιος ἐπιβάτης τὸν ἠρώτησε τί σημαίνουν αἱ λέξεις αὐταί.
Ἐκεῖνος, χωρὶς νὰ ἀπαντήσῃ, ἐπῆρε τὸ ἕνα κουπὶ καὶ ἄρχισε νὰ κωπηλατῇ. Ὅπως ὅμως ἦτο φυσικόν, ἡ βάρκα δὲν ἐπροχώρησεν, ἀλλ’ ἐγύριζεν ἀπὸ τὴν μιὰ μεριά. Ἔπειτα ἄφησε τὸ κουπί αὐτὸ καὶ ἐπῆρε τὸ ἄλλο. Τώρα ἡ βάρκα ἐγύριζεν ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριά. Τέλος ἐπῆρε στὰ χέρια του καὶ τὰ δύο κουπιά. Ἡ βάρκα ἁπαλὰ ἐκυλοῦσε στὸ νερό. Τότε ὁ βαρκάρης ἐστράφη πρὸς τὸν ἐπιβάτην καὶ εἶπεν: «Ἐὰν θέλῃ ὁ Χριστιανὸς νὰ προχωρῇ στὴ ζωή του, πρέπει νὰ ἔχῃ δυὸ κουπιά. Πίστιν καὶ ἔργον.

Ἀδελφέ,
Ἡ βάρκα μας πρέπει νὰ προχωρήση. Τὸ λιμάνι ποὺ μᾶς περιμένει, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ πίστις. Χρειαζόμεθα καὶ ἔργα. Ἀγάπην, δηλαδὴ καλωσύνην, ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς ἄλλους, μὲ μίαν λέξιν ἔμπρακτον χριστιανισμόν.
Τὰ ἔχομεν ἆρα γε;

Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.123-127)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Κυριακή ΙΕ΄ Ματθαίου. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Κυριακή ΙΕ΄ Ματθαίου (Ματθ. κβ΄35-46)
 Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ὁμιλία ΟΑ΄

α΄. Πάλιν τὴν αἰτίαν τίθησιν ὁ εὐαγγελιστής, δι’ ἥν  ἔδει σιγῆσαι, καὶ τὴν θρασύτητα τὴν ἐκείνων κἀντεῦθεν ἐνδείκνυται. Πῶς καὶ τίνι τρόπω;  Ὅτι ἐπιστομισθέντων ἐκείνων οὗτοι πάλιν ἐπιτίθενται. Δέον γὰρ κἀντεῦθεν ἡσυχάζειν, οἱ δὲ ἐπαγωνίζονται τοῖς προτέροις, καὶ προβάλλονται τὸν νομικόν, οὐ μαθεῖν βουλόμενοι, ἀλλὰ ἀπόπειραν ποιούμενοι· καὶ ἐρωτῶσι, Ποία ἐντολὴ πρώτη; Ἐπειδὴ γὰρ ἡ πρώτη αὕτη ἦν, τὸ, Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου· προσδοκῶντες τινα λαβὴν παρέξειν αὐτοῖς, ὡς ἐπιδιορθωσόμενον αὐτήν, διὰ τὸ καὶ αὐτὸν δεικνύναι ἑαυτὸν Θεὸν, προβάλλονται τὴν ἐρώτησιν. Τί οὖν ὁ Χριστός; Δεικνὺς ὅθεν ἦλθον ἐπὶ ταῦτα, ἀπὸ τοῦ μηδεμίαν ἔχειν ἀγάπην, ἀπὸ τοῦ φθόνῳ τήκεσθαι, ἀπὸ τοῦ ζυλοτυπίᾳ ἁλίσκεσθαι φησίν· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου· αὕτη πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. Δευτέρα δὲ ὁμοία ταύτῃ· Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν. Διατὶ δέ, Ὅμοια ταύτης; Ὅτι αὕτη ἐκείνην προοδοποιεῖ, καὶ παρ’ αὐτῆς συγκροτεῖται πάλιν. Πᾶς γαρ ὁ φαῦλα πράσσων, μισεῖ τὸ φῶς, καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς· καὶ πάλιν· Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεός. Καὶ τὶ ἀπὸ τούτου; Διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασι. Καὶ πάλιν· ‘Ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν τῆς πίστεως· καί, Ὁ ἀγαπῶν με, τὰς ἐντολάς μου τηρήσει. Αἱ δὲ ἐντολαὶ αὐτοῦ, καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτῶν· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου, καὶ τὸν πλησίον σου, ὡς ἑαυτόν. Εἰ τοίνυν τὸ ἀγαπᾷν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷν τὸν πλησίον ἐστίν· Εἰ γὰρ φιλεῖς με, φησίν, ὧ Πέτρε, ποίμανε τὰ πρόβατά μου· τὸ δὲ ἀγαπᾷν τὸν πλησίον τῶν ἐντολῶν ἐργάζεται φυλακήν, εἰκότως φησίν· Ἐν ταύταις ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται. Διὰ δὴ τοῦτο ὅπερ ἔμπροσθεν ἐποίησε, τοῦτο καὶ ἐνταῦθα ποιεί. Καὶ γὰρ ἐκεῖ ἐρωτηθεὶς περὶ τρόπου ἀναστάσεως, καὶ ἀνάστασιν ἐδίδαξε, πλέον οὗ ἐπύθοντο παιδεύων αὐτούς· καὶ ἐνταῦθα τὴν πρώτην ἐρωτηθείς, καὶ τὴν δευτέραν λέγει, οὐ σφόδρα ἐκείνης ἀποδέουσαν (δευτέρα μὲν γάρ, ὁμοία δὲ ἐκείνης)· αἰνιττόμενος αὐτοῖς , ὅθεν ἡ ἐρώτησις γέγονεν, ὅτι ἐξ ἀπεχθείας. Ἡ γὰρ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ. Ἀπὸ τούτου δείκνυσιν ἑαυτὸν καὶ τῷ νόμῳ καὶ τοῖς προφήταις πειθόμενον. Ἀλλὰ τίνος ἕνεκεν ὁ μὲν Ματθαῖός φησιν, ὅτι πειράζων ἠρώτησεν, ὁ δὲ Μάρκος τοὐναντίον; Εἰδώς γάρ, φησίν, ὁ Ἰησοῦς, ὅτι νουνεχῶς ἀπεκρίθη εἶπεν αὐτῷ· οὐ μακρὰν εἶ ἀπὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Οὐκ ἐναντιούμενοι ἑαυτοῖς, ἀλλὰ καὶ σφόδρα συνάδοντες. Ἠρώτησε μὲν γὰρ πειράζων παρὰ τὴν ἀρχήν· ἀπὸ δὲ τῆς ἀποκρίσεως ὠφεληθεὶς ἐπῃνέθη. Οὐδὲ γὰρ παρὰ τὴν ἀρχὴν αὐτὸν ἐπήνεσεν· ἀλλ’ ὅτε εἶπεν, ὅτι τὸ ἀγαπᾷν τὸν πλησίον πλέον ἐστὶ τῶν ὁλοκαυτωμάτων, τότε φησίν·  Οὐ μακρὰν εἶ ἀπὸ τῆς βασιλείας· ὅτι τῶν ταπεινῶν ὑπερεῖδε, καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀρετῆς κατέλαβε. Καὶ γὰρ πάντα ἐκεῖνα διὰ τοῦτο, καὶ τὸ Σάββατον καὶ τὰ λοιπά. Καὶ οὐδὲ οὕτως αὐτῷ ἀπηρτισμένων τὸν ἔπαινον συνέθηκεν, ἀλλ’ ἔτι λείποντα. Τὸ γὰρ εἶπεῖν, Οὐ μακρὰν εἶ, δείκνυσιν ἔτι ἀπέχοντα, ἵνα ζητήσῃ τὸ λεῖπον. Εἰ δὲ εἰπόντα αὐτόν, ὅτι Εἷς ἐστιν ὁ Θεὸς, καὶ πλὴν αὐτοῦ οὐ ἔστιν ἄλλος, ἐπήνεσε, μὴ θαυμάσῃς· ἀλλὰ καὶ ἐντεῦθεν κατάμαθε, πῶς πρὸς τὴν ὑπόληψιν ἀποκρίνεται τῶν προσιόντων, Κἄν γὰρ μυρία περὶ τοῦ Χριστοῦ λέγωσιν ἀνάξια τῆς δόξης αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦτό γε οὐ τολμήσουσιν εἰπεῖν, ὅτι καθόλου οὐκ ἔστι Θεός. Τίνος οὖν ἕνεκεν ἐπαινεῖ τὸν εἰρηκότα, ὅτι πλὴν τοῦ Πατρὸς  οὐκ ἔστιν ἄλλος Θεός;  Οὐχ  ἑαυτὸν ἐξάγων τοῦ Θεός εἶναι· ἄπαγε· ἀλλὰ ἐπειδὴ οὐδέπω καιρὸς ἦν ἐκκαλύψαι αὐτοῦ τὴν θεότητα, ἐκεῖνο ἀφίησιν ἐπὶ τοῦ προτέρου δόγματος μένειν, καὶ ἐπαινεῖ τὰ παλαιὰ εἰδότα καλῶς, ὥστε ἐπιτήδειον αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν τῆς Καινῆς ποιῆσαι διδασκαλίαν, κατὰ καιρὸν αὐτὴν εἰσάγων. Ἄλλως δὲ καὶ τὸ, Εἶς Θεὸς, καὶ πλὴν αὐτοῦ οὐκ ἔστι· καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ καὶ πανταχοῦ, οὐ πρὸς ἀθέτησιν τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ πρὸς ἀντιδιαστολὴν εἴρητ αι τῶν εἰδώλων. Ὥστε τοῦτον ἐπαινῶν οὕτως εἰρηκότα, ταύτῃ ἐπαινεῖ τῇ γνώμῃ. Εἶτα ἐπειδὴ ἀπεκρίθη, καὶ ἀντερωτᾷ· Τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; Τίνος υἱὸς ἔστι; Λέγουσιν αὐτῷ, Τοῦ Δαυΐδ. Ὅρα μετὰ πόσα θαύματα, μετὰ πόσα σημεῖα, μετὰ πόσας ἐρωτήσεις, μετὰ πόσην ἐπίδειξιν ὁμονοίας, τῆς πρὸς τὸν Πατέρα, τὴν διὰ λόγων, τὴν δι’ ἔργων, μετὰ τὸ ἐπαινέσαι τοῦτον τὸν εἰρηκότα, ὅτι Εἷς ἐστιν ὁ Θεός, ἐρωτᾷ· ἵνα μὴ ἔχωσι λέγειν, ὅτι θαύματα μὲν ἐποίησε, τῷ νόμῳ δὲ ἐναντίος καὶ τῷ Θεῷ πολέμιος ἦν. Διὰ τοῦτο μετὰ τοσαῦτα ταῦτα ἐρωτᾷ λανθανόντως ἐνάγων αὐτοὺς εἰς τὸ καὶ αὐτὸν ὁμολογῆσαι Θεόν. Καὶ τοὺς  μὲν μαθητὰς πρῶτον ἠρώτησε, τὶ οἱ ἄλλοι λέγουσι, καὶ τότε αὐτούς· τούτους δὲ οὐχ οὕτως· ἧ γὰρ ἄν καὶ πλάνον εἶπον καὶ πονηρόν, ἅτε ἀδεῶς ἅπαντα φθεγγόμενοι. Διὰ δὴ τοῦτο τὴν αὐτῶν ἐκείνων ψῆφον ἐξετάζει.
β΄. Ἐπειδὴ γὰρ πρὸς τὸ πάθος ἔμελλεν ἰέναι λοιπόν, τίθησι τὴν σαφῶς Κύριον αὐτὸν ἀνακηρύττουσαν προφητείαν, ἀλλ’ οὐχ ἁπλῶς, οὐδὲ προηγουμένως ἐπὶ τοῦτο ἐλθών, ἀλλ’ ἀπὸ αἰτίας εὐλόγου. Ἐρωτήσας γὰρ αὐτοὺς πρότερον, ἐπειδὴ οὐκ ἀπεκρίνατο τἀληθῆ περὶ αὐτοῦ (ἄνθρωπον γὰρ αὐτὸν ἔφησαν εἶναι ψιλόν), ἀνατρέπων τὴν πεπλανημένην αὐτῶν δόξαν, οὕτως εἰσάγει τὸν Δαυΐδ, ἀνακηρύττοντα αὐτοῦ τὴ θεότητα. Ἐκεῖνοι μὲν γὰρ ἐνόμιζον, ὅτι ψιλὸς ἄνθρωπος ἦν, διὸ καὶ ἔλεγον, Τοῦ Δαυΐδ, αὐτὸς δὲ τοῦτο διορθούμενος παράγει τὸν προφήτην, καὶ τὴν κυριότητα αὐτοῦ, καὶ τὸ γνήσιον τῆς υἱότητος καὶ τὸ ὁμότιμον τὸ πρὸς τὸν Πατέρα μαρτυροῦντα. Καὶ οὐδὲ μέχρι τούτου ἵσταται·  ἀλλ’ ὥστε καὶ φοβῆσαι καὶ τὸ ἑξῆς ἐπάγει λέγων·  Ἕως ἄν θῶ τοὺς ἐχθροὺς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου· ἵνα κἄν οὕτως αὐτοὺς ἐπαγάγηται. Καὶ ἵνα μὴ λέγωσιν, ὅτι κολακεύων αὐτὸν οὕτως ἐκάλεσε καὶ ἀνθρωπίνη ἡ ψῆφος αὕτη, ὅρα τίς φησι· πῶς οὖν Δαυΐδ ἐν Πνεύματι  Κύριον αὐτὸν καλεῖ; Ὅρα πῶς ὑφειμένως εἰσάγει τὴν περὶ αὐτοῦ ψῆφον καὶ δόξαν. Πρότερον εἶπε, Τί ὑμῖν δοκεῖ; Τίνος υἱὸς ἐστιν; ὥστε δι’ ἐρωτήσεως εἰς ἀπόκρισιν αὐτοὺς ἀγαγεῖν. Εἶτα  ἐπειδὴ εἶπον, Τοῦ Δαυΐδ, οὐκ εἶπε· Καὶ μὴν ὁ Δαυΐδ  τάδε φησίν, ἀλλὰ πάλιν ἐν τάξει ἐρωτήσεως· Πῶς οὖν Δαυΐδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ; ὥστε μὴ προστῆναι αὐτοῖς τὰ λεγόμενα. Διὸ οὐδὲ εἶπε, Τὶ ὑμῖν δοκεῖ περὶ ἐμοῦ, ἀλλὰ, Περὶ  τοῦ  Χριστοῦ.  Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἀπόστολοι ὑφειμένως διελέγοντο, λέγοντες·  Ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παρρησίας περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυΐδ, ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη. Καὶ αὐτὸς ὁμοίως διὰ τοῦτο ὡς ἐν ἐρωτήσεως τάξει καὶ συλλογισμοῦ τὸ δόγμα εἰσάγει, λέγων·  Πῶς οὖν Δαυΐδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ, λέγων·  Εἶπεν ὁ Κύριος  τῷ  Κυρίῳ μου, Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἄν θῶ τοὺς ἐχθροὺς σο ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; καὶ πάλιν·  Εἰ οὖν Δαυΐδ καλεῖ  αὐτὸν Κύριον, πῶς  υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν; οὐκ ἀναιρῶν τὸ εἶναι αὐτοῦ υἱὸς, ἅπαγε· οὐ γὰρ ἄν Πέτρῳ ἐπετίμησε διὰ τοῦτο·ἀλλὰ τὴν ἐκείνων ὑπόνοιαν διορθούμενος. Ὥστε ὅταν λέγῃ. Πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστι; τοῦτο λέγει· Οὐχ οὕτως ὡς ὑμεῖς φάτε. Ἐκεῖνοι γὰρ ἔλεγον, ὅτι μόνον υἱὸς αὐτοῦ ἐστι, καὶ  οὐχὶ καὶ Κύριος. Καὶ τοῦτο μετὰ τὴν μαρτυρίαν, καὶ τότε ὑφειμένως· Εἰ οὖν Δαυΐδ Κύριον  αὐτὸν  καλεῖ, πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστίν; Ἀλλ’ ὅμως καὶ ταῦτα ἀκούσαντες, οὐδὲν ἀπεκρίνατο· οὐδὲ γὰρ ἐβούλοντό τι τῶν δεόντων μαθεῖν, Διὸ αὐτὸς ἐπάγει λέγων, ὅτι  Κύριος  αὐτοῦ ἐστι. Μᾶλλον δὲ οὐδὲ τοῦτο αὐτὸ  ἀπολελυμένως, ἀλλὰ τὸν προφήτην μέθ’ ἑαυτοῦ παραλαβών, διὰ τὸ σφόδρα ἀπιστεῖσθαι ὑπ’ αὐτῶν, καὶ διαβεβλήσθαι παρ’ αὐτοῖς. Ὅ δὴ μάλιστα χρὴ σκοποῦντας, κἄν ταπεινὸν καὶ ὑφειμένον τι λέγηται παρ’ αὐτοῦ, μὴ σκανδαλίζεσθαι· ἡ γὰρ αἰτία αὕτη, μετὰ καὶ ἑτέρων πλειόνων, τὸ συγκαταβαίνοντα ἐκείνοις διαλέγεσθαι. Διὸ καὶ νῦν ἐν τάξει μὲν πεύσεως καὶ ἀποκρίσεως δογματίζει· αἰνίττεται δὲ καὶ οὕτω τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Οὐ γὰρ ἦν ἴσον ἀκοῦσαι Ἰουδαίων Κύριον, καὶ τοῦ Δαυΐδ. Σὺ δὲ μοι σκόπει  καὶ  τὸ  εὔκαιρον. Ὅτε γὰρ εἶπεν, Εἷς ἐστι Κύριος, τότε καὶ περὶ αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι Κύριος ἐστι, καὶ ἀπὸ προφητείας, οὐκέτι ἀπὸ ἔργων μόνον. Καὶ δείκνυσιν αὐτὸν  ὑπὲρ  αὐτοῦ ἀμυνόμενον αὐτοὺς τὸν Πατέρα· Ἕως ἄν θῶ γὰρ, φησί, τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου· καὶ πολλὴν κἀντεῦθεν ὁμόνοιαν τοῦ γεγεννηκότος πρὸς αὐτὸν καὶ τιμή. Καὶ τοῦτο τὸ τέλος ἐπιστίθησι τῶν πρὸς αὐτοὺς διαλέξεων, ὑψηλὸν καὶ μέγα καὶ ἱκανὸν αὐτῶν ἀπορράψαι τὰ στόματα. Καὶ  γὰρ ἐσίγησαν ἐξ  ἐκείνου, οὐχ  ἑκόντες, ἀλλὰ τῷ μηδὲν ἔχειν εἰπεῖν· καὶ οὕτω καιρίαν ἐδέξαντο πληγήν, ὡς μηκέτι τολμῆσαι τοῖς αὐτοῖς ἐπιχειρῆσαι λοιπόν. Οὐδεὶς γάρ, φησίν, ἐτόλμησεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης  ἐπερωτῆσαι αὐτόν. Οὐ μικρὸν δὲ τοῦτο τοὺς ὄχλους ὠφέλει. Διὸ καὶ πρὸς αὐτοὺς λοιπὸν τρέπει τὸν λόγον, ἀποστήσας τοὺς λύκους, καὶ ἀποκρουσάμενος αὐτῶν τὰς ἐπιβουλάς.
Ἐκεῖνοι γὰρ οὐδὲν ἐκέρδανον, ὑπὸ κενοδοξίας ἁλόντες, καὶ εἰς τὸ δεινὸν τοῦτο πάθος ἐμπεσόντες. Δεινὸν γὰρ τὸ πάθος καὶ πολυκέφαλον· οἱ μὲν γὰρ ἀρχῆς διὰ ταύτην, οἱ δὲν  χρημάτων, οἱ δὲ ἰσχύος ἐρῶσιν. Ὁδῷ δὲ βαδίζουσα καὶ ἐπὶ ἐλεημοσύνην ἔρχεται καὶ νηστείαν, καὶ εὐχάς, καὶ διδασκαλίαν· καὶ πολλαὶ αἱ τοῦ θηρίου τούτου κεφαλαί. Ἀλλὰ τὸ μὲν ἐπὶ τοῖς ἄλλοις ἐκείνοις κενοδοξεῖν, θαυμαστὸν οὐδέν·  τὸ δὲ ἐπὶ νηστείᾳ καὶ εὐχῇ, τοῦτό ἐστί τὸ ξένον, καὶ δακρύων μεστόν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ πάλιν ἐγκαλῶμεν μόνον, φέρε καὶ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ταύτην φευξόμεθα, εἴπωμεν. Πρὸς τίνας οὖν ἀποδυσόμεθα πρώτους; Πρὸς τοὺς ἐπὶ χρήμασιν ἤ τοὺς ἐπὶ ἱματίοις, ἤ τοὺς ἐπ’ ἀρχαῖς, ἤ τοὺς ἐπὶ διδασκαλίαις, ἤ τοὺς ἐπὶ κάλλει, ἤ τοὺς ἐπὶ τέχναις, ἤ τοὺς ἐπὶ σώματι, ἤ τοὺς ἐπὶ κάλλει, ἤ τοὺς ἐπὶ καλλωπισμοῖς, ἤ τοὺς ἐπὶ ὠμότητι, ἤ τοὺς ἐπὶ φιλανθρωπίᾳ καὶ ἐλεημοσύνῃ, ἤ τοὺς ἐπὶ πονηρίᾳ, ἤ τοὺς ἐπὶ τελευτῇ, ἤ τοὺς μετὰ τελευτὴν κενοδοξοῦντας; Καὶ γὰρ, ὅπερ ἔφην, πολλὰς ἔχει τὰς πλεκτάνας τοῦτο τὸ πάθος, καὶ περαιτέρω τῆς ζωῆς ἡμῶν πρόεισι. Καὶ γὰρ ὁ δεῖνα, φησίν, ἀπέθανε·  καὶ ἵνα θαυμάσθῇ, τὰ καὶ τὰ ἐπέσκηψε γενέσθαι· καὶ διὰ τοῦτο ὁ δεῖνα πένης, καὶ ὁ δεῖνα πλούσιος. Τὸ γὰρ χαλεπὸν τοῦτο, ὅτι καὶ ἀπὸ τῶν ἐναντίων συνέστησε.
γ΄. Πρὸς τινας οὖν στησόμεθα καὶ παραταξόμεθα πρώτους; οὐ γὰρ ἀρκεῖ πρὸς πάντας εἶς καὶ ὁ αὐτὸς λόγος. Βούλεσθε οὖν πρὸς τοὺς ἐπὶ ἐλεημοσύνῃ κενοδοξοῦντες; Ἔμοιγε δοκεῖ· καὶ γὰρ σφόδρα τὸ πρᾶγμα τοῦτω φιλῶ, καὶ ἀλγῶ λυμαινόμενον ὁρῶν, καὶ καθάπερ τινὶ βασιλικῇ κόρῃ τροφὸν προαγωγὸν ἐπιβουλεύουσαν τὴν κενοδοξίαν. Τρέφει μὲν γὰρ αὐτὴν, ἐπ’ αἰσχύνῃ δὲ καὶ ζημίᾳ, μαστροπεύουσα, καὶ τοῦ μὲν πατρὸς κελεύουσα καταφρονεῖν, καλλωπίζεσθαι δὲ πρὸς μιαρῶν καὶ καταπτύστων πολλάκις ἀνδρῶν ἀρέσκειαν· καὶ τοιοῦτον αὐτῇ περιτίθησι κόσμον, οἷον οἱ ἔξω βούλονται, αἰσχρὸν καὶ ἄτιμον, οὐχ οἷον ὁ πατήρ. Φέρε δὴ οὖν πρὸς τούτους ἀποτεινώμεθα, καὶ ἔστω τις ἐλεημοσύνη γινομένη μετὰ δαψιλείας πρὸς τὴν τῶν πολλῶν ἐπίδειξιν. Οὐκοῦν πρῶτον αὐτὴν ἀξάγει τοῦ θαλάμου τοῦ πατρικοῦ. Καὶ ὁ μὲν πατήρ οὐδὲ τῇ ἀριστερᾷ φαίνεσθαι κελεύει· αὕτη δὲ αὐτὴν τοῖς δούλοις ἐπιδείκνυσι καὶ τοῖς τυχοῦσι καὶ οὐδὲ εἰδόσιν αὐτήν. Εἶδες πόρνην καὶ μαστροπὸν εἰς ἔρωτα αὐτὴν ἐμβάλλουσαν ἀτόπων ἀνθρώπων, ἵνα ὡς ἄν ἐκεῖνοι κελεύωσιν, οὕτως αὕτη ρυθμίζεται; Βούλει ἰδεῖν πῶς οὐ πόρνην μόνον, ἀλλὰ καὶ μανικὴν ποιεῖ τὴν τοιαύτην ψυχήν; Οὐκοῦν καταμάνθανε αὐτῆς τὴν γνώμην·  Ὅταν γὰρ τὸν οὐρανὸν ἀφεῖσα τρέχῃ ὀπίσω δραπετῶν καὶ οἰκοτρίβων, κατὰ τὰ ἄμφοδα καὶ τοὺς στενωποὺς διώκουσα τοὺς μισοῦντας αὐτήν, τοὺς αἰσχροὺς καὶ δυσειδεῖς, τοὺς οὐδὲ ἰδεῖν αὐτὴν βουλομένους, τοὺς ἐπειδὴ περικαίεται αὐτῶν, μισοῦντας αὐτήν, τί γένοιτ’ ἄν τούτου μανικώτερον; Οὐδένα γὰρ οὕτω μισοῦσιν οἱ πολλοί, ὡς τοὺς δεομένους τῆς παρ’ αὐτῶν   δόξης. Μυρίας γοῦν κατηγορίας κατ’ αὐτῶν πλέκουσι, καὶ ταὐτὸν γίνεται, οἷον ἄν εἶ τις παρθένον καὶ θυγατέρα βασιλέως ἀπὸ τοῦ θρόνου κατενεγκὼν τοῦ βασιλικοῦ, κελεύοι μοναμάχοις ἀνδράσι καὶ διαπτύουσιν αὐτὴν ἑαυτὴν ἐκδιδόναι. Οὗτοι μὲν οὖν, ὅσον αὐτοῦς διώκεις, τοσοῦτόν σε ἀποστρέφονται· ὁ δὲ Θεός, ἄν τὴν παρ’ αὐτοῦ δόξαν ζητῇς, τοσούτῳ μᾶλλον καὶ ἐφέλκεταί σε καὶ ἐπαινεῖ, καὶ πολλὴν ἀποδίδωσί σοι τὴν ἀμοιβήν. Εἰ δὲ βούλει καὶ ἑτέρωθεν αὐτῆς τὴν ζημίαν καταμαθεῖν, ὅταν δῶς πρὸς ἐπίδειξιν καὶ φιλοτιμίαν, ἀναλόγισαι πόση τε λοιπὸν ἐπεισέρχεται ἡ λύπη, καὶ πῶς διηνεκὴς ἡ ἀθυμία, ἐνηχοῦντός σοι τοῦ Χριστοῦ, καὶ λέγοντος, ὅτι Πάντα ἀπώλεσάς σου τὸν μισθόν. Πανταχοῦ μὲν γὰρ κενοδοξία κακόν, μάλιστα δὲ ἀπὸ φιλανθρωπίας, ὅτι ἐσχάτη ἐστὶν ὠμότης, τὰς ἀλλοτρίας ἐκπομπεύουσα συμφοράς, καὶ μόνον οὐχὶ ὀνειδίζουσα τοὺς ἐν πτωχείᾳ. Εἰ γὰρ τὸ τὰς ἰδίας λέγειν εὐεργεσίας ὀνειδίζειν ἐστί, τὸ καὶ εἰς ἑτέρους πολλοὺς ταύτας ἐξάγειν, τί οἴει εἶναι; Πῶς οὖν διαφευξόμεθα τὸ δεινόν; Ἄν μάθωμεν ἐλεεῖν, ἄν ἴδωμεν τίνων τὴ δόξαν ἐπιζητοῦμεν. Εἰπὲ γὰρ μοι, τίς ὁ τῆς ἐλεημοσύνης τεχνίτης ἐστίν; Ὁ τὸ πρᾶγμα καταδείξας Θεὸς δηλονότι, ὁ μάλιστα πάντων αὐτὸ εἰδώς, καὶ πρὸς ἄπειρον αὐτὸ μεταχειρίζων. Τί οὖν; ἄν παλαιστὴς μανθάνῃς, πρὸς τίνας ὁρᾷς, ἤ τίσιν ἐπιδείκνυσαι ἐν τῇ παλαίστρᾳ, τῷ λάχανα πωλοῦντι καὶ τοὺς ἰχθύας, ἤ τῷ παιδοτρίβῃ; Καὶ μὴν οἱ μὲν εἰσὶ πολλοί, ὁ δὲ εἷς. Τί οὖν, ἄν ἐκείνου θαυμάζοντος ἄλλοι καταγελῶσιν, οὐχὶ καὶ σὺ καταγελάσῃς μετ’ ἐκείνου αὐτούς; Τί δέ, ἄν πυκτεύειν μανθάνῃς; οὐχ ὁμοίως πρὸς ἐκεῖνον ὄψει τὸν τοῦτο παιδεύειν εἰδότα; Ἄν δὲ τοὺς λόγους μετίῃς, οὐχὶ τοῦ ρήτορος τοὺς ἐπαίνους καταδέξῃ, καὶ τῶν ἄλλων καταφρονήσεις; Πῶς οὖν οὐκ ἄτοπον, ἐν μὲν ταῖς ἄλλαις τέχναις πρὸς τὸν διδάσκαλον ὁρᾷν μόνον, ἐνταῦθα δὲ τοὐναντίον ποιεῖν; καίτοιγε οὐκ ἴση ἡ ζημία. Ἐκεῖ μὲν γάρ, ἄν πρὸς τὸ δοκοῦν τοῖς πολλοῖς παλαίῃς, καὶ μὴ πρὸς τὸ τῷ διδασκάλῳ, ἐν τῇ πάλῃ ἡ ζημία ἐνταῦθα δὲ ἐν αἰωνίῳ ζωῇ. Γέγονας ὅμοιος Θεῷ κατὰ τὸ ἐλεεῖν; γενοῦ οὖν αὐτῷ ὅμοιος, καὶ κατὰ τὸ μὴ ἐπιδείκνυσθαι. Καὶ γὰρ ἔλεγε θεραπεύων, ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν. Ἀλλὰ βούλει ἐλεήμων κληθῆναι παρὰ τοῖς ἀνθρώποις; καὶ τὶ τὸ κέρδος; Τὸ κέρδος μὲν οὐδέν, ἡ δὲ ζημία ἄπειρος. Αὐτοὶ γὰρ οὗτοι οὕς εἰς μαρυτρίαν καλεῖς, λησταὶ γίνονται τῶν θησαυρῶν τῶν ἐν οὐρανοῖς· μᾶλλον δὲ οὐχ οὗτοι, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ τὰ ἡμέτερα συλῶντες, καὶ σκορπίζοντες τὰ ἄνω κείμενα. Ὧ τῆς καινῆς συμφορᾶς καὶ τοῦ ἀλλοκότου τούτου πάθους! Ὅπου σὴς οὐκ ἀφανίζει, οὐδὲ κλέπτης διορύττει, κενοδοξία σκορπίζει. Οὗτος ὁ σὴς τῶν ἐκεῖ θησαυρῶν· οὗτος τὸν ἄσυλον ὑποσύρει πλοῦτον εὐπορίας τῆς ἐν οὐρανοῖς τοῦτο πάντα λυμαίνεται καὶ διαφθείρει. Ἐπειδὴ γὰρ εἶδεν ὁ διάβολος ὅτι καὶ λησταῖς καὶ σκώληκι καὶ ταῖς ἄλλαις ἐπιβουλαῖς ἀνάλωτον τὸ χωρίον ἐκεῖνο, διὰ κενοδοξίας ὑποσύρει τὸν πλοῦτον.
δ΄. Ἀλλὰ δόξης ἐπιθυμεῖς; Εἶτα οὐκ ἀρκεῖ σοι ἡ παρ’ αὐτοῦ τοῦ λαμβάνοντος, ἡ παρὰ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ ἀλλὰ καὶ τῆς παρὰ ἀνθρώπων ἐρᾷς; Ὅρα μὴ τοὐναντίον ὑπομείνῃς· μὴ τίς σου καταγνῷ ὡς οὐκ ἐλεοῦντος, ἀλλ’ ἐκπομπεύοντος καὶ φιλοτιμουμένου, ὡς ἐκτραγωδοῦντος τὰς ἀλλοτρίας συμφοράς. Καὶ γὰρ μυστήριον ἐστιν ἡ ἐλεημοσύνη. Κλεῖσον τοίνυν τὰς θύρας, ἵνα μὴ τις ἴδῃ ἅπερ ἐπιδεῖξαι οὐ θέμις. Καὶ γὰρ τὰ μυστήρια τὰ ἡμέτερα τοῦτο μάλιστα ἐστιν, ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία Θεοῦ. Κατὰ γὰρ τὸ πολὺ ἔλεος αὐτοῦ ὄντας ἡμᾶς ἀπειθεῖς ἠλέησε.  Καὶ ἡ πρώτη δὲ δέησις ἐλέους γέμει, ὅταν ὑπὲρ τῶν ἐνεργουμένων παρακαλῶμεν· καὶ ἡ δευτέρα πάλιν, ὑπὲρ ἑτέρων τῶν ἐν μετανοίᾳ, πολὺ τὸ ἔλεος ἐπιζητοῦσα· καὶ ἡ τρίτη δὲ πάλιν, ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ αὕτη  τὰ  παιδία τὰ ἄμωμα τοῦ δήμου προβάλλεται, τὸν Θεὸν ἐπὶ ἔλεον παρακαλοῦντα. Ἐπειδὴ γὰρ αὐτοὶ κατεγνώκαμεν ἑαυτῶν ἁμαρτήματα ὑπὲρ μὲν τῶν πολλὰ ἡμαρτηκότων καὶ ἐγκληθῆναι  ὀφειλόντων αὐτοῖ βοῶμεν· ὑπὲρ δὲ ἡμῶν αὐτῶν οἱ παῖδες, ὧν ἁπλότητος τοῦ ζηλωτάς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μένει. Ὁ γὰρ τύπος οὗτος τοῦτο ἐνδείκνυται, ὅτι οἱ κατ’ ἐκείνους  τοὺς παῖδας ταπεινοὶ  καὶ ἄπλαστοι, οὗτοι μάλιστα  δύνανται ἐξαιτεῖσθαι  τοὺς ὑπευθύνους. Αὐτὸ δὲ τὸ μυστήριον πόσου ἐλέου, πόσης φιλανθρωπίας, ἴσασιν οἱ μεμνημένοι.  Καὶ σὺ τοίνυν  κατὰ  δύναμιν  τὴν σὴν ἐλεῶν ἄνθρωπον, ἀπόκλεισον τὰς θύρας· αὐτὸς ὁ  ἐλεούμενος  ἰδέτω  μόνος· εἰ δὲ  οἷόν  τε, μηδὲ  οὗτος.  Ἄν δὲ ἀναπετάσῃς, ἐκπομπεύεις σου τὸ μυστήριον. Ἐννόησον ὅτι  καὶ αὐτὸς ἐκεῖνος, οὗ τὴν δόξαν ἐπιζητεῖς, καὶ αὐτὸς σου καταγνώσεται κἄν μὲν φίλος ἧ, παρ’ ἑαυτῷ σου κατηγορήσει  ἄν δὲ ἐχθρός, καὶ παρ’ ἑτέροις σε κωμωδήσει. Καὶ τἀναντία ὑπομενεῖς ὧν ἐπιθυμεῖς. Σὺ μὲν γὰρ ἐπιθυμεῖς, ἵνα εἴπῃ, ὅτι Ὁ ἐλεήμων αὐτὸς δὲ οὐκ ἐρεῖ  τοῦτο, ἀλλ’  ὁ κενόδοξος, ὁ  ἀνθρωπάρεσκος, καὶ   ἕτερα πολὺ τούτων χαλεπώτερα. Ἄν δὲ κρύψῃς, πάντα ἐρεῖ τἀναντία τούτοις. Ὁ φιλάνθρωπος, ὁ ἐλεήμων. Οὐ γὰρ ἀφίησιν ὁ Θεὸς κρυβῆναι· ἀλλ’  ἐὰν σὺ κρύψης, ἐκεῖνος κατάδηλον ποιήσει, καὶ  μεῖζον  τὸ θαῦμα, καὶ πλέον τὸ κέρδος. Ὥστε  καὶ  πρὸς τοῦτο αὐτὸ τὸ δοξάζεσθαι ἐναντίον ἡμῖν τὸ ἐπιδείκνυσθαι· πρὸς γὰρ ὅ σπεύδομεν καὶ ἐπειγόμεθα, πρὸς  τοῦτο μάλιστα ἡμῖν αὐτὸ τοῦτο ἀνθίσταται. Οὐ γὰρ μόνον ἐλεήμονος δόξαν οὐ λαμβάνομεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐναντίαν· καὶ πρὸς ταύτῃ πολλὴν καὶ τὴν ζημίαν ὑπομένομεν. Πάντων οὖν ἕνεκεν  ἀπεχώμεθα ταύτης, καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης ἐρῶμεν μόνης. Οὕτω γὰρ καὶ τῆς ἐνταῦθα ἐπιτευξόμεθα δόξης, καὶ τῶν αἰωνίων ἀπολαύσομεν  ἀγαθῶν,  χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
α΄. Πάλι θέτει ὁ εὐαγγελιστὴς τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ σωπάσουν κι ἀπ’ αὐτὸ δείχνει καὶ τὴ θρασύτητα ἐκείνων. Μὲ ποιὸ τρόπο; Ὅτι μόλο ποὺ ἀποστομώθηκαν ἐκεῖνοι, κάνουν ξανὰ ἐπίθεση αὐτοί. Γιατὶ ἐνῶ ἔπρεπε καὶ ἀπ’ αὐτὸ νὰ μείνουν ἥσυχοι, αὐτοὶ συναγωνίζονται τοὺς προηγούμενους καὶ χρησιμοποιοῦν τὸ νομικό, ὄχι γιὰ νὰ μάθουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσαν καὶ ρωτοῦν ποιά εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή. Ἐπειδὴ πρώτη ἦταν ἡ ἐντολὴ θ’ ἀγαπήσης τὸν Κύριο τὸ Θεό σου. Περιμένουν ὅτι θὰ τοὺς δώση ἀφορμὴ ἐπειδὴ θὰ τὴν τροποποιοῦσε, ἀφοῦ παρουσιαζόταν κι ὁ ἴδιος ὡς Θεός. Γι’ αὐτὸ τοῦ θέτουν τὴν ἐρώτηση. Κι ὁ Χριστός; Ἀποκαλύπτοντας γιὰ ποιοὺς λόγους τὸ εἶχαν ἀποφασίσει αὐτό, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε μέσα τους καθόλου ἀγάπη, ἐπειδὴ τοὺς ἔκαιγε ὁ φθόνος κι εἶχαν αἰχμαλωτισθῆ ἀπὸ τὴ ζήλεια, τοὺς λέει. Θὰ ἀγαπήσης τὸν Κύριο καὶ Θεό σου, αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ μεγάλη ἐντολή. Δεύτερη ὅμοια μ’ αὐτὴ, θ’ ἀγαπήσης τὸν πλησίον σου, καθὼς τὸν ἑαυτό σου. Γιατὶ ὅμοια μ’ αὐτή; Γιατὶ ἡ μιὰ προετοιμάζει τὸ δρόμο τῆς ἄλλης κι ἀπ’ αὐτή ὁλοκληρώνεται. Γιατὶ καθένας ποὺ πράττει φαυλότητες μισεῖ τὸ φῶς καὶ δὲν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς. Ἀλλοῦ λέει «Εἶπε μέσα του ὁ ἀνόητος δὲν ὑπάρχει Θεός». Καὶ τὶ προέκυψε ἀπ’ αὐτό; «Ἔζησαν διεφθαρμένη ζωὴ καὶ βδελυρή». Καὶ πάλι ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ φιλαργυρία, ποὺ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία της μερικοὶ ἔχασαν τὸ δρόμο τῆς πίστης. Καὶ ὅποιος μὲ ἀγαπᾶ θὰ τηρήση τὶς ἐντολές μου. Ἐντολές του καὶ ἀπόσταγμά τους εἶναι τοῦτο·  θὰ ἀγαπήσης τὸν Κύριο τὸ Θεό σου καὶ τὸν πλησίον σου καθὼς τὸν ἑαυτό σου. Ἄν λοιπὸν τὸ ν’ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου (γι’ αὐτὸ λέει, ἄν μ’ ἀγαπᾶς, Πέτρε, γίνε βοσκὸς τῶν προβάτων μου) καὶ τὸ ν’ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου προκαλεῖ τήρηση τῶν ἐντολῶν, εὔλογα συμπεραίνει σ’ αὐτές περιέχονται τὸ σύνολο τοῦ νόμου· κι οἱ προφῆτες. Ἀκριβῶς γι’  αὐτό, ποὺ ἔκαμε πρῶτα, κάμει καὶ τοῦτο ἐδῶ. Ἐκεῖ ὅταν τὸν ρώτησαν γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἀναστάσεως μίλησε καὶ γιὰ τὴν ἀνάσταση  τὴν ἴδια, δίνοντάς τους περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι τοῦ εἶχαν ζητήσει. Κι ἐδῶ ἐνῶ εἶχε ἐρωτηθῆ προσθέτει καὶ τὴ δεύτερη ποὺ δὲν ἦταν πολὺ κατώτερη ἀπὸ τὴν πρώτη, ἦταν δεύτερη, ἀλλὰ ὅμοια μὲ τὴν πρώτη. Ἔτσι τοὺς ἔκαμε ἕνα ὑπαινιγμὸ γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἐρωτήσεως, τὸ μῖσος τους. Γιατὶ ἡ ἀγάπη δὲν ζηλεύει. Ἀπ’ αὐτὸ δείχνει ὅτι αὐτὸς πείθεται στοὺς νόμους καὶ τοὺς προφῆτες. Ἀλλὰ γιατὶ ὁ Ματθαῖος λεέι ὅτι ρώτησε πειραχτικά, ἐνῶ ὁ Μᾶρκος τὸ ἀντίθετο; Γιατὶ εἶδε ὁ Χριστὸς ὅτι ἀπάντησε σωστὰ καὶ τοῦ εἶπε· δὲν εἶσαι μακριὰ ἀπὸ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ἀντίθετοι μεταξύ τους, συμφωνοῦν ὁλότελα. Στὴν ἀρχὴ ρώτησε πειρακτικὰ ἐπειδὴ ὅμως ὠφελήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπάντηση, δέχθηκε ἔπαινο. Δὲν τὸν ἐπαίνεσε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀλλὰ ὅταν εἶπε ὅτι τὸ ν’ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον ἀξίζει περισσότερον ἀπὸ τὰ ὁλοκαυτώματα, τότε τοῦ λέει, δὲν εἶσαι μακριὰ ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Γιατὶ περιφρόνησε τὰ μικρὰ καὶ συνέλαβε τὴν ἀρχὴ τῆς ἀρετῆς. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ γίνονται γιὰ τοῦτο καὶ τὸ Σάββατο καὶ τὰ ἄλλα. Κι ἔτσι ὅμως δὲν ὁλοκλήρωσε ἀκόμα τὴν σύνθεση ἑνὸς ἐπαίνου ἀλλὰ τὴν ἔκαμε ἐλλειπῆ. Τὸ ὅτι εἶπε δὲν εἶσαι μακρυά, δὲν δείχνει ν’ ἀπέχη ἀκόμα, γιὰ νὰ ζητήση ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἔλειπε. Κι ἄν τὸν ἐπαίνεσε, ἐπειδὴ εἶπε, ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ κανένας ἄλλος ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸν, μὴν ἀπορήσης.  Ἀλλὰ κι ἀπ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο σκέψου ὅτι ἀποκρίνεται σύμφωνα μὲ τὸ ἐπίπεδο αὐτῶν ποὺ πλησίαζαν. Γιατὶ κι ἄν λένε γιὰ τὸ Χριστὸ μύρια ἀνάξια τῆς δόξας του, αὐτὸ βέβαια δὲ θὰ τολμήσουν, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου Θεός. Γιατὶ λοιπὸν ἐπαινεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός; Ὄχι γιατὶ δὲν θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του Θεό. Μακριὰ τέτοια σκέψη. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἦταν καιρὸς νὰ φανερώση τὴν θεότητά του, τὸν ἀφήνει νὰ μείνη στὴν παλαιὰ του γνώμη, καὶ τὸν ἐπαινεῖ γιὰ τὴν καλὴ γνώση του τῶν παλιῶν, ὤστε νὰ τὸν κάμη κατάλληλο καὶ γιὰ τὴ διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἰσάγοντάς τον ὅταν ἔρχόταν ἡ ὥρα. Ἐξ ἄλλου καὶ ἡ φράση ἕνας ὁ Θεὸς καὶ κανένας ἄλλος ἐκτὸς ἀπ’ αὐτόν, δὲ λέγεται γιὰ νὰ παραμερισθῆ ὁ Γιός, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνη ἀντιδιαστολή, μὲ τὰ εἴδωλα. Ὥστε ἐπαινῶντας αὐτὸν ποὺ μίλησε ἔτσι, ἐπαινεῖ αὐτὴ τὴ γνώμη. Μετὰ τὴν ἀπάντησή του ξαναρωτᾶ. Τί νομίζετε γιὰ τὸ Χριστό; Τίνος Γιὸς εἶναι; τοῦ Δαυΐδ, τοῦ λένε. Προσέξετε ὕστερ’ ἀπὸ πόσα θαύματα, πόσα σημεῖα, πόσες ἐρωτήσεις, ἔπειτ’ ἀπὸ πόσα δείγματα ὁμόνοιας μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὰ ἔργα, ἀφοῦ ἐπαίνεσε αὐτὸν ποὺ εἶπε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας, τότε μονάχα ρωτᾶ. Γιὰ νὰ μὴν μποροῦν νὰ λένε ὅτι ἔκαμε θαύματα, ἀλλὰ ἦταν ἐχθρὸς τοῦ νόμου καὶ τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ θέτει τὴν ἐρώτηση ὕστερ’ ἀπὸ τόσα ἄλλα, θέλοντας νὰ τοὺς κάμη νὰ ὁμολογήσουν κι αὐτὸν χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν. Καὶ πρῶτα ρώτησε τοὺς μαθητάς, τί λένε οἱ ἄλλοι. Κι ἔπειτα τοὺς ἄλλους ἀλλοιώτικα·  γιατὶ βέβαια καὶ πλάνο μποροῦσαν νὰ τὸν ποῦν καὶ πονηρό, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φοβηθοῦν. Γι’ αὐτὸ ἐξετάζει καὶ τὴ δική τους  γνώμη.
β΄. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἄρχισε νὰ βαδίζη πρὸς τὸ πάθος, θέτει τὴν προφητεία ποὺ ρητὰ τὸν ἀνακηρύττει Κύριο. Οὔτε τυχαία, οὔτε ἀπὸ πρῶτα ἀλλὰ ἀπὸ κάποια εὔλογη αἰτία. Ἐρώτησε πρῶτος καὶ δὲν ἀπάντησαν τὴν ἀλήθεια γι’ αὐτόν- εἶπαν ὅτι εἶναι ἁπλὸς ἄνθρωπος. Ἀνατρέποντας λοιπὸν τὴν ἐσφαλμένη γνώμη τους φέρνει τὸ Δαυΐδ ποὺ ἀνακηρύττει τὴ θεότητά του. Ἐκεῖνοι ἐνόμιζαν πὼς ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ γι’ αὐτὸ ἔλεγαν ὅτι εἶναι γιὸς τοῦ Δαυΐδ. Αὐτὸς ὅμως γιὰ νὰ τοὺς διορθώση, φέρνει τὸν προφήτη ποὺ μαρτυρεῖ, ὅτι ἦταν Κύριος καὶ γνήσιος Υἱὸς, καὶ ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα. Δὲν σταματᾶ σ’ αὐτὸ ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς φοβίσει προσθέτει καὶ τοῦτο. Ὥσπου νὰ κάμω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο τῶν ποδιῶν σου· γιὰ νὰ τοὺς προσελκύση ἀκόμα καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτόν. Καὶ νὰ μὴν ἰσχυρίζωνται ὅτι ἀπὸ ἀνθρώπινη κολακεία τὸν ἔλεγε ἔτσι κι ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ ἦταν γνώμη ἀνθρώπου, προσέξετε τὴν ἐρώτησή του· πῶς λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο; Προσέξετε μὲ πόση μετριοπάθεια παρουσιάζει τὴ γνώμη καὶ τὴν ἰδέα ποὺ τὸν ἀφορᾶ. Πρῶτα τοὺς εἶπε· τί νομίζετε; Τίνος Γιὸς εἶναι; Ὥστε μὲ τὴν ἐρώτηση νὰ τοὺς ὁδηγήση στὴν ἀπάντηση Κι ὅταν ἀπάντησαν· τοῦ Δαυΐδ, δὲν τοὺς εἶπε· κι ὅμως αὐτὰ ὁ Δαυΐδ τὰ λέει, ἀλλὰ συνεχίζει μὲ τὴ μορφὴ ἐρωτήσεως πάλι·  πῶς λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὸν ἀποκαλεῖ Κύριό του; Γιὰ νὰ μὴν τοὺς φέρη μπροστὰ σὲ δυσκολία. Γι’ αὐτὸ κιόλας δὲν τοὺς ρώτησε, τί γνώμη  γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ τὸ Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἀπόστολοι μὲ μετριοπάθεια μιλοῦσαν κι ἔλεγαν, ἐνῶ ἦταν δυνατὸ νὰ ποῦν μὲ θάρρος γιὰ τὸν Πατριάρχη ὅτι πέθανε καὶ ἐτάφη. Γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος ὅμοια μ’ αὐτοὺς παρουσιάζει τὸ πρᾶγμα μὲ μορφὴ ἐρωτήσεως καὶ ἁπλῆς σκέψης καὶ τοὺς λέει· Πῶς λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο καὶ λέει· Εἶπε ὁ Κύριος στὸν Κύριό μου· κάθησε στὰ δεξιά μου ὥσπου νὰ κάμω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο τῶν ποδιῶν σου; Καὶ συμπληρώνει· Ἄν ὁ Δαυΐδ τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο, πῶς εἶναι γιός του; Μ’ αὐτὸ βέβαια δὲν ἀναιρεῖ τὸ ὅτι εἶναι γιός του, πρὸς Θεοῦ.  Δὲ θὰ ἐπιτιμοῦσε τότε τὸν Πέτρο γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς -ἀλλὰ διορθώνει τὴν ἀντίληψή τους. Ὥστε ὅταν λέγη· Πῶς εἶναι γιός του, ἐννοεῖ, δὲν εἶναι γιός του ὅπως σεῖς νομίζετε. Ἐκεῖνον ἔλεγαν ὅτι ἦταν μονάχα γιὸς ἐκείνου καὶ ὄχι συνάμα καὶ Κύριος. Καὶ τὸ ἔλεγαν μετὰ τὴ μαρτυρία,  μὲ τρόπο μετριοπαθῆ. Ἄν λοιπὸν ὁ Δαυΐδ τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο, πῶς εἶναι γιός του; Κι αὐτὰ ὅμως τὰ ἄκουσαν, δὲν εἶπαν τίποτα. Γιατὶ δὲν ἤθελαν νὰ μάθουν κάτι ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε. Γι’ αὐτὸ ἀναγκάζεται νὰ συμπληρώση ὁ ἴδιος λέγοντας ὅτι εἶναι Κύριός του. Κι αὐτὸ πάλι δὲν τὸ λέγει μὲ τρόπο ἀπόλυτο ἀλλὰ προβάλλοντας τὸν προφήτη, ἐπειδὴ πολὺ δυσπιστοῦσαν γι’ αὐτὸν καὶ εἶχε συκοφαντηθῆ μεταξύ τους. Αὐτὸ πρέπει νὰ σκεπτώμαστε καὶ νὰ μὴ σκανδαλιζώμαστε, ἄν λέγεται κάτι ἀπὸ τὸν ἴδιο περιωρισμένο καὶ μετριπαθές. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἄν καὶ ὄχι μοναδική, ὅτι μιλάει σ’ ἐκείνους μὲ συγκατάβαση. Γι’ αὐτὸ καὶ τώρα διδάσκει μὲ μορφὴ ἐρωτήσεως καὶ ἀπαντήσεως. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο κάμει ὑπαινιγμὸ γιὰ τὴν ἀξία του. Δὲν  ἦταν ἴσο νὰ ὠνομασθῆ Κύριος τῶν Ἰουδαίων καὶ Κύριος τοῦ Δαυΐδ. Ἐμεῖς ἄς προσέξωμε καὶ τὴν ἐκλογῆ τῆς εὐκαιρίας. Ὅταν εἶπε, ἕνας Κύριος ὑπάρχει τότε εἶπε καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι εἶναι Κύριος, χρησιμοποιῶντας τὴν ἀποδεικτικὴ δύναμη τῆ προφητείας, ὄχι μόνο τῶν ἔργων. Καὶ παρουσιάζει τὸν Πατέρα καὶ τὸν ὑπερασπίζει· λέγει, ὥσπου νὰ κάμω τους ἐχθρούς σου ὑποπόδιο τῶν ποδῶν σου. Δείχνει συνάμα τὸ μεγάλο σύνδεσμο μαζί του, ἐκείνου ποὺ τὸν γέννησε καὶ τὴν τιμήν. Αὐτὸ τὸ τέλος θέτει στὶς ὁμιλίες του, ὑψηλὸ καὶ μεγάλο ἱκανὸ νὰ ράψη τὰ στόματά τους. Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὸ ἐσώπασαν, ὄχι μὲ τὴ θέλησή τους, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν τίποτα νὰ ποῦν. Τόσο καίριο τραῦμα δέχτηκαν ὥστε νὰ μὴν τολμήσουν πιὰ νὰ ξαναεπιχειρήσουν τό ἴδιο. Κανένας, σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής, δὲν τόλμησε νὰ τὸν ρωτήση ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Καὶ τοῦτο δὲν ὠφελοῦσε λίγο τὰ πλήθη. Γι’ αὐτὸ καὶ σ’ αὐτὰ στρέφει τὸ λόγο ἀφοῦ ἀπομάκρυνε τοὺς λύκους κι ἀπέκρουσε τὶς ἐπιβουλές τους.
Αὐτοὶ τίποτα δὲν μποροῦσαν νὰ κερδίσουν κυριευμένοι ἀπὸ τὴν κενοδοξία, τὸ φοβερὸ αὐτὸ πάθος. Εἶναι φοβερὸ πάθος καὶ πολυκέφαλο. Ἄλλοι ἐξαίτιας της ἐπιθυμοῦν τὴν ἐξουσία, ἄλλοι τὰ χρήματα, ἄλλοι τὴ δύναμη. Καὶ σιγὰ σιγὰ καθὼς βαδίζει τὸ δρόμο της φτάνει καὶ στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴ νηστεία καὶ στὶς προσευχὲς καὶ στὴ διδασκαλία. Πολλὲς εἶναι οἱ κεφαλὲς αὐτοῦ τοῦ θηρίου. Καὶ νὰ κενοδοξῆς γιὰ τὰ πρῶτα δὲν εἶναι παράδοξο· ἐκεῖνο ποῦ εἶναι παράξενο καὶ ἀξιοδάκρυτο εἶναι νὰ κενοδοξῆς γιὰ τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν κατηγοροῦμε πάλι μονάχα ἐλᾶτε νὰ πουμε καὶ τὸν τρόπο, ποὺ θὰ ξεφύγωμε ἀπ’ αὐτὴν. Ποιοὺς ν’ ἀντιμετωπίσωμε πρώτους; Ἐκείνους ποὺ κενοδοξοῦν γιὰ τὰ χρήματά τους, ἤ γιὰ τὰ ροῦχα τους, ἤ γιὰ τὰ ἀξιώματά τους, ἤ γιὰ τὴ διδακτικὴ τους δύναμη, ἤ γιὰ τὴν τέχνη τους ἤ γιὰ τὸ σῶμα τους, ἤ διὰ τὰν ὀμορφιά τους, ἤ γιὰ τὰ στολιδια τους, ἤ γιὰ τὴ σκληρότητά τους, ἤ γιὰ τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴν ἐλεημοσύνη τους, γιὰ τὴν πονηρία τους, ἤ γιὰ τὸν τρόπο τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους; Γιατὶ ὅπως πολλὲς παγίδες ἔχει τὸ πάθος αὐτὸ καὶ προχωρεῖ ἀκόμα καὶ πέρα ἀπὸ τὴ ζωή μας. Ὁ τάδε πέθανε λένε· γιὰ νὰ τὸν θαυμάσουν ἄφησε ἐντολὴ νὰ γίνουν τὰ καὶ τά. Γι’ αὐτὸ τὸ ἴδιο ὁ ἕνας εἶναι φτωχὸς καὶ πλούσιος ὁ ἄλλος. Γιατὶ τὸ δύσκολο εἶναι ὅτι γεννιέται καὶ ἀπὸ τὰ ἀντίθετα.
γ΄. Ἐναντίον ποιῶν λοιπὸν θὰ σταθοῦμε πρῶτα καὶ ποιοὺς θἀ ἀντιμετωπίσωμε; Γιατὶ δὲ φτάνει ὁ ἴδιος λόγος γιὰ ὅλους. Θέλετε νὰ ἀπαντήσωμε πρῶτα σ’ ἐκείνους ποὺ κενοδοξοῦν γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη τους; Εἶναι καὶ δική μου γνώμη. Πολὺ ἀγαπῶ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ πονῶ νὰ τὴ βλέπω νὰ κακοποιῆται. Σὰν βασιλικὴ κόρη τὴ βλέπω, ποὺ τὴν ἐπιβουλεύεται ἡ ξεμυαλίστρα παραμάνα της, ἡ κενοδοξία. Τὴν μεγαλώνει βέβαια ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ντροπιάση καὶ νὰ τὴ βλάψη, τὴν παρασύρει,  τὴ συμβουλεύει νὰ περιφρονῆ τὸν πατέρα της, καὶ νὰ φτιασιδώνεται γιὰ νὰ γίνη ἀρεστὴ σὲ ἀκαθάρτους καὶ γελοίους πολλὲς φορὲς ἄνδρες. Καὶ τὴ στολίζει μὲ στολίδια ποὺ θέλουν οἱ ἔξω, αἰσχρὰ κι ἀνάξια, κι ὄχι ὅπως θέλει ὀ πατέρας. Ἄς ἀπευθυνοῦμε λοιπὸν πρὸς αὐτοὺς κι ἄς ὑποθέσωμε μιὰ ἐλεημοσύνη ποὺ γίνεται πλούσια, ποὺ γίνεται γιὰ ἐπίδειξη στοὺς πολλούς. Αὐτὴν πρῶτα τὴ βγάζει ἀπὸ τὸν πατρικὸ θάλαμο κι ἐνῶ ὁ πατέρας συμβουλεύει νὰ μὴ γίνεται φανερὴ μήτε στὸ ἀριστερὸ χέρι, αὐτὴ τὴν δείχνει στοὺς δούλους καὶ στοὺς τυχόντες καὶ σ’ ἀνθρώπους ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν. Βλέπετε τὴν πόρνη καὶ μαστροπὸ πῶς τὴν κάμη νὰ ἐπιθυμῆ ἀνθρώπους ποὺ δὲν πρέπει καὶ νὰ συμμορφώνεται στὶς ἐπιθυμίες τους; Θέλετε νὰ δῆτε ὅτι δὲν κάμει μόνο πόρνη ἀλλὰ καὶ μανιακὴ μιὰ τέτοια ψυχή; Προσέξετε τὴ σκέψη της. Ὅταν ἀφήση τὸν οὐρανὸ καὶ τρέχει πίσω ἀπὸ δραπέτες καὶ δούλους, κυνηγῶντας στὶς γειτονιὲς καὶ τὰ στενὰ αὐτοὺς ποὺ τὴ μισοῦν, τοὺς αἰσχροὺς καὶ δύσμορφους ποὺ δὲν θέλουν οὔτε νὰ τὴν ἀντικρύσουν, ἀλλὰ τὴ μισοῦν, ἐπειδὴ φλογίζεται ἀπὸ τὸν ἔρωτά τους τί πιὸ μανιακὸ ὑπάρχει; Κανένα δὲν μισοῦν τόσο οἱ πολλοί, ὅσο ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη νὰ δοξάζωνται ἀπ’ αὐτούς. Πλῆθος κατηγορίες ἐξυφαίνουν γιὰ λόγου τους, κι εἶναι τὸ ἴδιο, μὲ τὸ νὰ κατεβάσης ἀπὸ τὸ θρόνο ἁγνὴ κόρη τοῦ βασιλιᾶ, καὶ νὰ τὴν προστάξης νὰ ἐκδίδη ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό της σὲ μονομάχους κι ἀνθρώπους ποὺ τὴ περιφορνοῦν. Αὐτοὶ ὅσο τοὺς ἀναζητεῖς τόσο σὲ ἀποστρέφονται. Ὁ Θεὸς ὅμως ἄν ζητᾶς τὴ δική του δόξα, τόσο πιὸ πολὺ σὲ παίρνει κοντά του καὶ σὲ ἐπαινεῖ καὶ σοῦ δίνει ἄφθονη ἀμοιβή. Θέλετε νὰ διαπιστώσετε κι ἀπὸ ἄλλη ἄποψη τὴ ζημία ποὺ προκαλεῖ; Ἀναλογισθῆτε τὴ λύπη ποὺ δοκιμάζετε καὶ τὴν ἀδιάκοπη στενοχώρια, ὅταν ἀντηχῆ στ’ αὐτιὰ σας ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέει ὅτι ἔχασες ὅλο τὸ μισθό σου. Σ’ ὅλες τὶς περιπτώσεις εἶναι κακὸ ἡ κενοδοξία, περισσότερο ὅμως στὴ φιλανθρωπία. Γιατὶ καταλήγει στὴν ἄκρα σκληρότητα, ποὺ ἐκπομπεύει τὶς συμφορὲς τοῦ ἄλλου καὶ σχεδὸν κατηγορεῖ τοὺς φτωχούς. Γιατὶ ἄν εἶναι κατηγορία νὰ μιλᾶς γιὰ τὶς εὐεργεσίες σου, τὸ νὰ τὶς ἀποδίδης σὲ πολλοὺς ἄλλους, τί νομίζεις πῶς εἶναι; Πῶς θ’ ἀποφύγωμε τὸ κακό; Ἄν μάθωμε νὰ ἐλεοῦμε, ἄν διευκρινήσωμε τίνων δόξα ἐπιδιώκομε. Πέστε μου, πιός ἔφτιαξε τὴν ἐλεημοσύνη; Ὁ Θεὸς ποὺ τὴν ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς ποὺ καλύτερα  ἀπ’ ὅλους τὴ γνωρίζει καὶ τὴν ἀσκεῖ στὴν αἰωνιότητα. Σὲ ποιὸν λοιπὸν ἀπευθύνεσαι ὅταν μαθαίνης παλαιστὴς καὶ σὲ ποιούς παρουσιάζεις τὶς ἐπιδόσεις σου στὴν παλαίστρα; Σὲ κείνους ποὺ πουλοῦν λάχανα καὶ ψάρια ἤ στὸν προπονητή; Βέβαια αὐτοὶ εἶναι πολλοὶ κι ἐκεῖνος ἕνας. Τί κι ἄν κοροϊδεύουν οἱ ἄλλοι, ὅταν αὐτὸς θαυμάζη; Δὲ θὰ περιγελάσης κι ἐσὺ μαζί μ’ αὐτὸν ἐκείνους; Κι ἄν μαθαίνης πυγμαχία δὲ θὰ προσέξης αὐτὸν ποὺ τὴ διδάσκει; Κι ἄν ἀσχολῆσαι μὲ τοὺς λόγους, δὲ θὰ ζητήσης τὸν ἔπαινο τοῦ ρήτορα καὶ δὲ θὰ περιφρονήσεις τοὺς ἄλλους; Πῶς λοιπὸν δὲν ἀποτελεῖ ἀντίφαση, στὶς ἄλλες τέχνες μονάχα, ν’ ἀποβλέπωμε στὶ διδάσκαλό τους κι ἐδῶ νὰ κάνωμε τὸ  ἀντίθετο;  Μόλο ποὺ δὲν εἶναι ἴση ἡ ζημία. Ἐκεῖ, ἄν παλεύης σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη τῶν πολλῶν καὶ ὄχι τοῦ δασκάλου ἡ ζημία περιορίζεται στὸ πάλαιμα, ἐδῶ ὅμως ἡ ζημία ἀναφέρεται στὴν αἰώνιο ζωή. Ἄν ἔχης γίνει ὅμοιος μὲ τὸ Θεὸ κατὰ τὴν ἐλεημοσύνη, γίνου ὅμοιος καὶ στὸ νὰ μὴν ἐπιδεικνύεσαι. Ὅταν ἐθεράπευε, ἔλεγε νὰ μὴν τὸν ἀναφέρουν σὲ κανένα. Θέλεις μήπως νὰ ὀνομαστῆς ἐλεήμων ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους; Ποιὸ τὸ κέρδος; Δὲν ὑπάρχει κέρδος ἀλλὰ ζημία ἀπέραντη. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ποὺ καλεῖς σὰν μάρτυρες, γίνονται ληστὲς τῶν θησαυρῶν τῶν οὐρανῶν. Κι ὄχι αὐτοὶ ἀλλὰ ἐμεῖς, ποὺ λαφυραγωγοῦμε τὸ δικό μας θησαυρὸ καὶ διασκορπίζομε τὸν οὐράνιο μισθό μας. Καινούργια συμφορὰ καὶ παράδοξο πάθημα. Ὅπου δὲν ἀφανίζει τὸ σαράκι καὶ δὲν ἁρπάζει ὁ κλέφτης, σκορπίζει ἡ κενοδοξία. Αὐτὸ εἶναι τὸ σαράκι τῶν θησαυρῶν τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτὴ κρυφὰ ἀφαιρεῖ τὸν ἀσύλητο πλοῦτο. Αὐτὴ ὅλα τ’ ἀφανίζει καὶ τὰ καταστρέφει. Ἐπειδὴ βλέπει ὁ διάβολος ὅτι κι ἀπὸ ληστὲς κι ἀπὸ σκουλήκι κι ἀπὸ ἄλλες ἐπιβουλὲς εἶναι ἄπαρτο αὐτὸ τὸ ὀχυρὸ ἀφαιρεῖ κρυφὰ τὸν πλοῦτο μὲ τὴν κενοδοξία.
δ΄. Ἀλλὰ ποθεῖς τὴ δόξα; Δὲν σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ δόξα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ποὺ δέχεται τὴν ἐλεημοσύνη ἀλλὰ ἐπιθυμεῖς καὶ τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων; Πρόσεξε μὴν πάθης τὸ ἀντίθετο. Μὴ σὲ κατηγορήση κανένας ὅτι δὲν ἐλεεῖς ἀλλὰ κάμεις θέατρο καὶ ζητᾶς τιμές, ὅτι θεατρίζεις τὶς ξένες συμφορές. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι μυστήριο. Κλεῖσε λοιπὸν τὴν θύρα σου, γιὰ νὰ μὴ δῆ κανένας αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι σωστὸ νὰ δῆ. Γιατὶ τὰ δικά μας τὰ μυστήρια εἶναι αὐτά, ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ μὲ τὴν ἀπέραντη εὐσπλαχνία του μᾶς ἐλέησε ἄν καὶ εἴμαστε ἀνυπάκουοι. Καὶ ἡ πρώτη παράκλησι εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἔλεος, ὅταν παρακαλοῦμε γιὰ τὶς πράξεις μας. Καὶ ἡ δεύτερη πάλι παράκληση, γιὰ αὐτοὺς ποὺ περνοῦν τὸν κανόνα τῆς μετάνοιάς τους, πολὺ  ἔλεος ἐπιζητεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἡ τρίτη γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους, κι αὐτὴ τὰ ἀθῶα παιδιὰ τοῦ λαοῦ προβάλλει, νὰ παρακαλοῦν τὸ Θεὸ γιὰ νὰ δείξη τὴν ἀγάπη του. Ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι ἀναγνωρίσαμε τ’ ἀμαρτήματά μας, ἐμεῖς ὑψώνομε φωνὴ παρακλήσεως γιὰ κείνους ποὺ ἔχουν ἁμαρτήσει πολὺ καὶ ποὺ ἀξίζει νὰ κατηγορηθοῦν·  γιὰ μᾶς πάλι ὑψώνουν φωνὴ τὰ παιδιὰ ποὺ τοὺς μιμητὲς τῆς ἁπλότητάς τους περιμένει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὁ τύπος αὐτὸς θέλει νὰ δείξη τοῦτο ἀκριβῶς, ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν παιδικὴ ταπεινοσύνη κι εἰλικρίνεια, αὐτοὶ μποροῦν νὰ ζητήσουν τὴ σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Πόση συμπόνια καὶ φιλανθρωπία περικλείει αὐτὸ τὸ μυστήριο, τὸ γνωρίζουν ὅσοι τὸ σκέπτονται. Καὶ σὺ λοιπὸν ὅταν ἐλεῆς κάποιον κατὰ τὴ δύναμή σου, κλεῖσε τὴ θύρα σου. Ἄς τὸ γνωρίζη μόνο αὐτὸς ποὺ δέχεται τὴν ἐλεημοσύνη σου καὶ μήτε αὐτὸς ἄν εἶναι δυνατό. Ἄν διαπλατώσης τὶς θύρες, διαπομπεύεις τὸ μυστήριό σου. Πρέπει νὰ καταλάβωμε ὅτι κι ὁ ἴδιος ἐκεῖνος, ποὺ ἐπιδιώκομε τὴ δόξα του, κι αὐτὸς θὰ μᾶς καταδικάση, κι ἄν εἶναι φίλος μας θὰ μᾶς κατηγορῆ μέσα του, ἄν εἶναι ἐχθρός μας θὰ μᾶς γελάση καὶ σ’ ἄλλους. Ἔτσι θὰ πάθωμε τ’ ἀντίθετα ἀπὸ ὅτι ἐπιθυμοῦμε. Σὺ ἐπιθυμεῖς νὰ σὲ ἀποκαλέση ἐλεήμονα κι αὐτὸς θὰ σὲ πῆ κενόδοξο, ἀνθρωπάρεσκο καὶ πολλὰ ἄλλα χειρότερα ἀπὸ τοῦτα. Μὸνο ἄν κρύψεις τὴν ἐλεημοσύνη του τότε θὰ σὲ ὀνομάσει φιλάνθρωπο καὶ σπλαχνικό. Ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει νὰ μείνη κρυφὴ ἀλλὰ ἄν σὺ τὴν κρύψης ἐκεῖνος θὰ τὴν κάνη ὁλοφάνερη καὶ ἔτσι θὰ εἶναι ὁ θαυμασμὸς μεγαλύτερος καὶ περισσότερο κέρδος. Ὥστε καὶ γιὰ τὴν ἴδια τὴ δόξα εἶναι ἀντίθετη ἡ ἐπίδειξη. Γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκομε θερμά, αὐτὸ τὸ ἴδιο συναντοῦμε σὰν ἀντίπαλο. Ὄχι μονάχα δὲν κερδίζομε τὴ δόξα τοῦ ἐλεήμονος, ἀλλὰ τὴν ἀντίθετη κι ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸ δεχόμαστε καὶ πολλὴ ἄλλη ζημία. Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἄς τὴν ἀποφεύγωμε κι ἄς ἐπιθυμοῦμε μόνο τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχωμε καὶ τὴ δόξα τῆς γῆς καὶ θ’ ἀπολαύσωμε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.
Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ.291-300

Το μήνυμα της αγάπης

του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
«Εκείνο τον καιρό κάποιος νομοδιδάσκαλος πλησίασε τον Ιησού και, για να τον φέρει σε δύσκολη θέση, του έκανε το εξής ερώτημα: ‘Διδάσκαλε, ποια είναι η πιο μεγάλη εντολή στο νόμο;’  Αυτός του απάντησε: «Ν' αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ' όλη την καρδιά σου, μ' όλη την ψυχή σου και μ' όλο το νου σου.Αυτή είναι η πρώτη και πιο μεγάλη εντολή. Δεύτερη, εξίσου σπουδαία με αυτήν: ν' αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Σ' αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες’.
Εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι οι Φαρισαίοι, τους ρώτησε ο Ιησούς: ‘Τι νομίζετε για το Μεσσία; Ποιανού απόγονος είναι;’ ‘Του Δαβίδ’, του απαντούν. Τους λέει: ‘Πώς τότε ο Δαβίδ, οδηγημένος από το Πνεύμα, τον ονομάζει “Κύριο”; Λέει:
Ο Κύριος είπε στον Κύριό μου:
κάθισε στα δεξιά μου ώσπου να υποτάξω τους εχθρούς σου κάτω απ' τα πόδια σου.
Αν, λοιπόν, ο Δαβίδ τον ονομάζει “Κύριο”, πώς είναι απόγονός του;’ Κανένας δεν μπορούσε να του απαντήσει, ούτε τολμούσε πια κανείς από κείνη τη μέρα να του θέσει ερωτήματα». (Ματθ. 22, 35-46).
Μια σύνοψη όλης της Π. Διαθήκης δίδει ο Χριστός αναφέροντας με τρόπο αποστομωτικό προς το νομοδιδά­σκαλο συνομιλητή του τις δυό βασικές εντολές που ο Θεός απηύθυνε προς το λαό του: «Ν' αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ' όλη την καρδιά σου, μ' όλη την ψυχή σου και μ' όλο το νου σου». Και « ν' αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Σ' αυτές τις δύο εντολές, προσθέτει, συνοψίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες ».
Η αγάπη με τη διπλή της κατεύθυνση, προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο, συνιστά την ουσία όχι μόνο της παλιάς αποκαλύψεως του Θεού προς το λαό του αλλά και της νέας αποκαλύψεως που θεμελιώνεται στη σταυρωμένη αγάπη του Υιού του. Της αγάπης αυτής θα δούμε μερικά χαρακτηριστικά, έτσι όπως βγαίνουν από τους λίγους στίχους της περικοπής μας (στίχ. 35-41 - οι στίχ. 42-46 αναφέρονται σε άλλη συζήτηση του Χριστού με τους Φαρισαί­ους, που δεν θα σχολιάσουμε εδώ).
1.  Ή αγάπη τότε μόνο είναι γνήσια και ειλικρινής, όταν είναι ολοκληρωτική, όταν δηλ. προέρχεται από όλη την καρδιά, από όλη την ψυχή και από όλη τη διάνοια του ανθρώπου (βλ. την εντολή στο Δευτ. 6, 5). Ό διασπασμένος άνθρωπος, ο «δίψυχος», σε κανένα δεν αρέσει, κι ακόμη λιγότερο στον Θεό, ο οποίος ζητεί ολοκληρωτικό δόσιμο. Οι άνθρωποι από αδυναμία ή υπολογισμό αρέσκονται στους συμβιβασμούς· θέλουν τον Θεό και τις εντολές του, αλλ’ όχι πάντα και όχι σε βάρος άλλων υλικών επιδιώξεων. Ή, ενδιαφέρονται για τη ζωή και τις διάφο­ρες εκφάνσεις της, αλλά γιά λόγους ηρεμίας της συνειδήσεως ασχολούνται και με τη θρησκεία. Ακριβώς η εντο­λή για την οποία μιλάμε στρέφεται εναντίον των συμβιβα­σμών, των υπολογισμών, των ωφελιμιστικών διευθετή­σεων και ζητεί την ολοκληρωτική αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό, αυτή που βγαίνει από όλη την ύπαρξή του, τη σκέψη του και την καρδιά του. Αλλιώς αποτελεΐ εμπαιγμό του Θεού και του εαυτού μας.
2.  Ένα δεύτερο στοιχείο που ολοφάνερα υπογραμμί­ζεται στην περικοπή είναι η οριζόντια κατεύθυνση της αγάπης. Το «ν' αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» βρίσκεται στην ϊδια γραμμή σπουδαιότητας με το «Ν' αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου...». Δεν νοείται, στον Χρι­στιανισμό, αγάπη προς τον Θεό όταν λείπει η αγάπη προς τον άνθρωπο, όταν στρέφει κανείς τα νώτα του στον πονεμένο συνάνθρωπο, όταν κλείνει τα αυτιά του στη δυστυχία του αδελφού. Ψεύτης και υποκριτής χαρακτηρίζεται από τον ευαγγελιστή Ιωάννη όποιος λέει ότι αγαπάει τον Θεό αλλά μισεί τον αδελφό του (βλ. Α' Ίωάν. 4, 20).
3.  Κι ένα ακόμη χαρακτηριστικό ας προσθέσουμε. Το «όπως τον εαυτό σου» της εντολής δεν άφήνει περιθώρια για επιφανειακή και ψεύτικη αγάπη. Όποιος αγαπά πραγματι­κά τον άδελφό, τον αγαπά όπως τον εαυτό του.
Όλοκληρωτική, πλήρης και ειλικρινής αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο: σ’ αυτό συνοψίζεται η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Αυτό το μήνυμα έρχεται όχι μόνο από τα λόγια του Χριστού αλλά κυρίως από το σταυρό του, επάνω στον οποίο ο Χριστός «υπέρ πάντων απέθανεν» (Β΄Κορ. 5,14)..