ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012


Κυριακή Ε΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιστ΄19-31)
4 Νοεμβρίου 2012
«Νῦν δέ ᾧδε παρακαλεῖται, σύ δέ ὀδυνᾶσαι»
Ζωντανή σέ περιγραφή καί δυνατή σέ νοήματα, ἀδελφοί μου, παρουσιάζεται ἀπό τόν Κύριό μας ἡ σημερινή παραβολή. Τόν πλούσιον ἄνθρωπο, πού οὔτε τό ὄνομά του μᾶς ἀναφέρει, τόν χαρακτηρίζουν τρία σοβαρά ἐλαττώματα. Τό πρῶτο εἶναι ἡ πολυτέλεια. Τό δεύτερο ἡ ὑπερβολική ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν καί τό τρίτο ἡ ἀναλγησία μπροστά στή δυστυχία τῶν ἄλλων. Ἀντίθετα τόν πτωχό, πού τό ὄνομά του εἶναι Λάζαρος, τό χαρακτηρίζουν τρεῖς μεγάλες ἀρετές. Ἡ ὑπομονή, ἡ αἰσιοδοξία γιά τή ζωή καί ἡ δοξολογία τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ.
Α΄ Ἡ ζωή σ’αὐτόν τόν κόσμο μοιάζει μέ πέλαγος, πού ἄλλοτε ξεσπᾶ ἀφρισμένο πάνω στόν ἄνθρωπο καί ἄλλοτε - λίγες φορές – τοῦ χαμογελᾶ. Τότε καί στήν τρικυμία, ἀλλά καί στή γαλήνη χρειάζεται χειρισμός, γιά νά μπορέσῃ ὁ ἄνθρωπος νά καταπλεύσῃ στό λιμάνι τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτήν τήν πορεία, ἡ πυξίδα, γιά σωστό προσανατολισμό, ἀποτελεῖ ὁ ἀναλλοίωτος ἠθικός Νόμος καί ἡ ἀδιάφθορη συνείδηση. Δυστυχῶς, ὁ σημερινός πλούσιος, παρ’ ὅλη τήν πολυτέλεια τῶν ἐνδυμάτων του, παρ’ ὅλη τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν, πού τοῦ πρόσφερε ἀφειδώλευτα ἡ ζωή, «ἔπεσε ἔξω» στό ταξίδι τῆς ζωῆς του καί, στό τέλος, κατάντησε «ναυάγιο» ψυχικό. Ὁ πτωχός ὁ Λάζαρος, ἀντίθετα στόν πλούσιον, ζῇ δυστυχισμένα καί πονεμένα, ταλαιπωρημένος ἀπό τήν πεῖνα κάι τήν ἀνέχεια, κτυπημένος ἀπό τήν ἀρρώστεια, πικραμένος ἀπό τήν κακότητα καί τήν ἀναλγησία τοῦ πλουσίου, περιφρονημένος ἀπό τόν κόσμο, μέ μόνη συντροφιά τά σκυλιά, πού συμπονετικώτερα αὐτά ἀπό τούς ἀνθρώπους, κάμνουν ἐκεῖνο, πού παρέλειψαν τά λογικά πλάσματα τοῦ Θεοῦ.
Τό σκηνικό στήν Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας τό ἴδιο. Χθές καί σήμερα. Τότε καί τώρα. Ἴσως τώρα τό κοινωνικό πρόβλημα παρουσιάζεται ὀξύτερο. Ἡ κοινωνική ἀδικία, συνδιασμένη μέ τήν οἰκονομική κρίση, προχωρεῖ μέ φοβερό καλπασμό. «Ὅς μέν πεινᾷ, ὅς δέ μεθύει» (Α΄Κορ. 11,21). Τό ξέφρενο μεθύσι τοῦ ἑνός, ἀφήνει ἐρείπια καί συντρίμμια, γιατί κάμνει πολλούς πεινασμένους στή ζωή. Ἡ ἀσυλλόγιστη σπατάλη τῶν ἀνθρώπων,πού δέν θέλουν νά ἀναγνωρίσουν πώς ὁ Θεός τούς ἔταξε πιστούς οἰκονόμους τῶν ἀγαθῶν Του, αὐτοί μέ τίς πράξεις τους προκαλοῦν τό δημόσιο αἴσθημα, ἠλεκτρίζοντας ἔτσι – χωρίς πολλές φορές νά τό καταλαβαίνουν καί οἱ ἴδιοι – καί πυροδοτῶντας τόν πόνο τῶν χιλιάδων Λαζάρων τοῦ «πολιτισμένου» αἰῶνα μας. Προκαλοῦν κοινωνικές ταραχές καί ἀναστατώσεις, πού μέ τίς ἀκρότητές των ἐξευτελίζουν τήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση καί κατεβάζουν τόν σημερινό «πολιτισμένο» στήν τάξη τῶν κτηνῶν. Καί ἀπό τήν ἄλλη πάλι πλευρά, καρτερικοί Λάζαροι, μέ σφιγμένη ἀπό τόν πόνο τήν καρδιά, ἀντιμετωπίζουν θαρραλέα καί αἰσιόδοξα τή ζωή, μέ ὅλες της τίς φουρτοῦνες, χωρίς γογγυσμό, χωρίς αἰτιάσεις, γιά ὁποιονδήποτε καί, πρό πάντων, τόν Θεόν. Ἥρωες στή πάλη τῆς ζωῆς, μάρτυρες στό ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς, στρατιῶτες στόν εἰρηνικό πόλεμο, γιά τήν ἐπικράτηση τῆς ἀλήθειας. Ὡς τό τέλος. «Ἄχρι θανάτου».
Β΄. Ὁ θάνατος!... Ἀλήθεια! Αὐτή ἡ πραγματικότης, ἡ μόνη βεβαία κάι σίγουρη, πού ἔρχεται νά κλείσῃ τήν αὐλαία τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς καί νά ἀνοίξῃ μιάν ἄλλη, αἰώνια καί ἀληθινή. Ὅμως τώρα τό σκηνικό ἀλλάζει. Ἐδῶ δέν ὑπάρχει ὁ ἐγωλάτρης πλούσιος ντυμένος μέ «πορφύραν καί βύσσον». Οὔτε τά πλούσια τραπέζια καί οἱ κάθε εἴδους διασκεδάσεις, γιά νά εὐφραίνεται «καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς». Ἀλλά τί ὑπάρχει; Ὁ ἀξιολύπητος ἁμαρτωλός, ὁ δυστυχής, πρώην πλούσιος, ὁ ὁποῖος ἀξιοκατάκριτα κατακαίεται ἀπό τίς φλόγες τῶν τύψεων τῆς ἀδιαφθόρου συνειδήσεως καί ὑποφέρει φρικτά ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς θέας τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Βασανίζεται αἰώνια, γιατί προτίμησε ν’ ἀνταλλάξῃ τήν αἰωνιότητα μέ τά λίγα χρόνια τοῦ ψεύτικου καί ἀπατηλοῦ βίου. Καί ὀ Λάζαρος; «Ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Ἀβραάμ». Ἐκεῖ ὅπου στεφανώνονται «οἱ καλῶς ἀθλήσαντες». Ἐκεῖ ὅπου ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, συνυφασμένη μέ τήν ἀγαθότητα καί τήν εὐσπλαχνία Του, μοιράζει τά βραβεῖα «ἑκάστῳ κατά τήν ἰδίαν δύναμιν». Ἡ ἠθική τάξη, πού ἀνετράπη, άποκαθίσταται. «Νῦν δέ ᾧδε παρακαλεῖται, σύ δέ ὀδυνᾶσαι».
Ἀδελφοί μου! Ἄν θέλωμε κάποτε καί ἐμεῖς νά ἀποφύγωμε «τόν τόπον τῆς βασάνου» καί νά εὑρεθοῦμε λαμπροστολισμένοι εἰς τούς οὐρανίους κόλπους, ἄς μαλακώσωμε τήν καρδιά μας μέ τό δάκρυ τῆς συμπόνιας. Γιατί μόνο τέτοιες καρδιές ἀνεβαίνουν σ’ αὐτούς τούς κόλπους. Μήν περιμένωμε τούς νεκρούς ν’ἀναστηθοῦν ἀπό τούς τάφους καί νά μᾶς τό εἰποῦν. Ἔχομε τό Ἅγιον Εὐαγγέλιον. Ἄς τό μελετήσωμε ἁγιαστικά, ἄς βάλωμε στήν καρδιά μας αὐτά, πού μᾶς διδάσκει καί ἄς ζήσωμε τή ζωή, στήν ὁποία μᾶς παρακινεῖ. Τότε ἡ αἰωνιότης θά γίνῃ δική μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ – 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ  Ε΄  ΛΟΥΚΑ
(Λκ. ιστ΄ 19-31)
«Πτωχός δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος»
Μεγάλο χάσμα ὑπῆρχε ἀνάμεσα στόν πλούσιο καί στόν πτωχό Λάζαρο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στούς ὁποίους ἀναφέρεται ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή, ὄχι μόνο μετά τό θάνατό τους, ἀλλά ἀκόμα ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Ὁ πρῶτος ζοῦσε μέσα στήν χλιδή καί στήν καλοπέραση. Ὁ δεύτερος μέσα στόν πόνο, στήν στέρηση καί στήν ἐγκατάλειψη. Ὁ πλούσιος εἶχε φίλους πού τούς καλοῦσε στό ἀνάκτορό του καί παρέθετε γιά χάρη τους πολυτελῆ γεύματα. Ὁ πτωχός δέν εἶχε κανέναν ἄνθρωπο νά τόν λυπηθῆ, νά τόν βοηθήση, νά τόν ἐλεήση, εἶχε μόνο τά σκυλιά πού τόν περιτριγύριζαν καί τοῦ ἔγλειφαν μέ συμπόνια τίς πληγές του. Ὁ πλούσιος ἦταν ἄνθρωπος στό σχῆμα, ἀλλά μονοφάγο θηρίο στό φρόνημα. Ὁ πτωχός εἶχε καταντήσει σκελετός στήν ὄψη, ἀλλά ἦταν ἄγγελος στήν ψυχή.
Ὁ πρῶτος ἦταν πλούσιος στά κτήματα καί στά χρήματα, πλούσιος στό χρυσό, πλούσιος καί στό δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ζοῦσε μέσα σέ λαμπρά ἀνάκτορα, ἀλλά εἶχε σκοτάδι στήν ψυχή. Ὁ δεύτερος εἶχε πλούσια, ἐνάρετη καί λαμπρή ψυχή. Ποτέ δέν κατέκρινε τόν σκληρό καί σπάταλο πλούσιο καί μέ τά ψίχουλα ἐδόξαζε τόν Θεό καί εὐγνωμονοῦσε τόν πλούσιο. Ἦταν ἄνθρωπος ἀγάπης καί ὑπομονῆς. Καί γι’ αὐτό τόν λόγο ὁ δικαιοκρίτης Θεός μέ τιμή καί δόξα τοῦ χάρισε τόν Παράδεισο.
Εἶναι ἀποκαλυπτική ἡ διαπίστωση ὅτι στήν ἐποχή μας ὁ ἄνθρωπος ἔχει χάσει τό ἀληθινό του πρόσωπο. Ἡ ἁλματώδης πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ ἄνοδος τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου, οἱ ἐπιστημονικές ἀνακαλύψεις καί γενικά ἡ βελτίωση τῆς ζωῆς τόν ἔχουν ἀποπροσανατολίσει ἀπό τούς πραγματικούς στόχους καί τόν ἔχουν παραμορφώσει.
Ἡ μετάβαση ἀπό τόν ἠθικό καί παραδοσιακό τρόπο ζωῆς στόν ἀνθρωποκεντρικό τόν φυλάκισε θανάσιμα μέσα στόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, μέ ἀποτέλεσμα νά αἰσθάνεται νικημένος ἀπό τήν παντοδυναμία του. Χωρίς πίστη καί ἠθική, χωρίς ἐπιδιώξεις καί ἀνθρωπιά, μέ μοναδικούς στόχους τήν ὑλιστική εὐμάρεια καί τήν σωματική ἀπόλαυση κατάντησε τό πιό διατρητό καί φθαρτό εἴδωλο, τό πιό προβληματικό καί δυστυχισμένο ὄν, πού ἀχόρταγα τρώγει τά ἴδια τά σπλάχνα του γιά νά ἐπιβιώση. Τό ἀδιέξοδο τοῦ ἀνθρώπου δέν θεραπεύεται μέ τήν θεότητα τῆς τεχνικῆς. Τουναντίον. Ὅταν αὐτή εἶναι χωρισμένη ἀπό τήν πνευματική θεώρηση τῶν πραγμάτων, καταντᾶ μία τυραννική καί καταθλιπτική κυριαρχία ἐπάνω στόν ἄνθρωπο. Δολοφονοῦμε τήν ψυχή, ὅταν τρέφωμε τίς αἰσθήσεις μέ ἀπολαύσεις καί ἡδονές.
Μαστιγώνουμε τό πνεῦμα, ὅταν ἀποκτηνώνουμε τό σῶμα μέ τήν πλεονεξία καί τήν γαστριμαργία. Θανατώνουμε τήν ἀθάνατη ψυχή μας, ὅταν κολακεύουμε τά πάθη μας καί ἱκανοποιοῦμε τίς ψυχοφθόρες ἐπιθυμίες τοῦ φθαρτοῦ σώματός μας. Ὁ Χριστός μέ τό ἀψευδές στόμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σ’ ὅσους θέλουν νά εἶναι γνήσια παιδιά του, παραγγέλει: «Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καί ἐπιθυμίαν σαρκός οὐ μή τελέσητε˙ ἡ γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος, τό δέ πνεῦμα κατά τῆς σαρκός…… εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καί στοιχῶμεν…..». (Γαλ. Ε΄ 16, 25).
Τρία ἐξαίρετα περιστατικά ἔδειξε ἡ δημιουργική τοῦ Θεοῦ Σοφία καί Δύναμη στήν πλάση τοῦ ἀνθρώπου. Τό πρῶτο, μέ ἕνα μόνο λόγο ἔπλασε καί οὐράνια καί ἐπίγεια˙ εἶπε καί εὐθύς ἔγινε ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, τά ἄστρα στόν Οὐρανό, τά πετεινά στόν ἀέρα, τόσα ζῶα καί φυτά στή γῆ˙ «εἶπε καί ἐγένοντο». Γιά νά πλάση τόν ἄνθρωπο, δέν εἶπε μόνο λόγο, μά ἔκαμε πρῶτα σκέψη καί βουλή˙ γιατί εἶπε πρῶτα «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», προσκαλώντας ἔτσι σέ συμβουλή καί τά ὑπόλοιπα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος˙ τό ὁποῖο θαυμάζει ὁ Γρηγόριος Νύσσης: «Ὤ τοῦ θαύματος πάντα μόνῳ λόγῳ πρός γέννεσιν ἄγεται καί οὐδεμία προηγεῖται βουλή˙ ἐν δέ τή τοῦ ἀνθρώπου κατασκευή περιεσκεμμένως πρόεισιν ὁ ποιητής τῶν ἁπάντων».
Δεύτερον, γιά νά γίνουν ὅλα τά ἄλλα κτίσματα, ὁ Θεός ἐλάλησε καί εἶπε: «Γενηθήτω» καί τίποτα ἄλλο δέν ἔκαμε. Γιά νά γίνη ὁ ἄνθρωπος καί ἐλάλησε καί ἔκαμε. Γιά νά κάμη τό σῶμα, ἔκτισε μέ τά θεία Του χέρια, θεοπρεπῶς ἐννούμενα, καί ἔπλασε χῶμα: «χοῦν λαβῶν ἀπό τῆς γῆς». Γιά νά κάμη τήν ψυχή, ἐνεφύσησε μιά πνοή ἀπό τό στόμα: «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοή ζωῆς».
Τό τρίτο καί ἐξαίρετο: κανένα κτίσμα, ὄχι μόνο ἀπό τό τά εὐγενέστερα τῶν ὑλικῶν, ὅπως εἶναι ὁ ἥλιος καί τά ἄστρα, ἀλλ’ οὔτε καί τῶν ἀΰλων καί νοερῶν, ὅπως εἶναι τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, καί ὅλα τά τάγματα τῶν ἀγγέλων, δέν λέγεται ὅτι ἐπλάσθησαν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ. Τήν τιμή αὐτή ἔλαβε μόνο ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί καθ’ ὁμοίωσιν». Μά ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι εἰκόνα καί ὁμοίωση κατά τό σῶμα, ὅπως ἐβλασφήμουν οἱ αἱρετικοί ἀνθρωπομορφίτες, γιατί ὁ Θεός εἶναι φύσει ἀσώματος˙ εἶναι κατά τήν ψυχή, πού εἶναι πνεῦμα, καθώς εἶναι καί ὁ Θεός πνεῦμα. Αὐτά εἶναι τῆς ψυχῆς τά γενέθλια, αὐτή εἶναι τῆς ψυχῆς ἡ εὐγένεια.
Πρός τόν Παράδεισο, πού ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θέλουμε νά τόν κερδίσουμε, εἶναι δυό δρόμοι˙ ὁ ἕνας στενός καί τεθλιμμένος, λέγει ὁ Χριστός: «στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός, ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Στενή˙ τόσοι ἀσκητές, ὅπου τήν περπάτησαν, ἄφησαν ὀπίσω τους ὅλο τόν κόσμο καί τά ἐγκόσμια καί πέρασαν γυμνοί˙ τόσοι ἅγιοι μάρτυρες, ὅπου τήν ἐρράντισαν, ὄχι μέ τόν ἱδρῶτα, ἀλλά μέ τό αἷμα˙ μά ἐκεῖνοι, ὅπου περπατοῦν μέ τό κεφάλι πολύ ψηλά, ἄν δέν χαμηλώσουν λίγο ἐδῶ, δέν χωροῦν, ἡ ὁδός εἶναι στενή. Ἐκεῖνοι πού ἔφαγαν πολύ καί ἐπάχυναν, ἄν δέν στεγνώσουν ἐδῶ, δέν χωροῦν, ὁ δρόμος εἶναι στενός. Ἐκεῖνοι πού ἔχουν ροῦχα πολλά, σέρνουν καί πολλά ἄλλα ἐμπόδια, ἄν δέν ξαλαφρωθοῦν, ἐδῶ δέν χωροῦν, ἡ ὁδός εἶναι στενή, στενή καί τεθλιμμένη, γεμάτη ἀγκάθια καί τριβόλια. Πρέπει νά ἱδρώσουμε καί πρέπει νά ἀγανακτήσουμε, πρέπει νά ὑπομείνουμε πολλά, πρέπει νά ταλαιπωρηθοῦμε πολύ γιά νά περάσωμε: «δεῖ ἡμᾶς διά πολλῶν θλίψεων εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν».
Εἶναι καί ἕνας ἄλλος δρόμος πλατύς καί εὐρύχωρος, ἀπό τόν ὁποῖο περνᾶ ἕνα ἁμάξι˙ ἀπ’ αὐτόν πέρασε ἕνας Προφήτης Ἠλίας μοναχός, «ἅρμα πυρός καί ἵπποι πυρός»˙  μά ἄφησε τήν μηλωτήν του καί ἔπεσε καταγῆς καί τότε πέρασε ὁ Ἠλίας, γιά νά ἀνεβῆ στόν Οὐρανό, ἔρριξε ἀπό πάνω τους τό ροῦχο του, γιατί στόν Παράδεισο δέν ἀνεβαίνουμε μέ ροῦχα, ἀλλά μέ τίς πράξεις, πού θά κουβαλήσουμε καί θά τίς παρουσιάσουμε στόν Κύριο καί Δεσπότη Χριστό.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶχε τήν δυνατότητα ὁ πλούσιος νά κερδίση τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί νά καταστήσει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἀτελεύτητη, μέ τό νά ἔδιδε ἀγάπη στόν πάσχοντα ἀδελφό του. Ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ θεϊκή αὐτή ἀρετή, εἶναι ὁ μόνος βέβαιος δρόμος, πού ὁδηγεῖ στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται» (Ματθ. Ε΄ 7), διεκήρυξε ὁ Κύριος. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ ἔμπρακτα τόν συνάνθρωπό του, κάνει ἐλεημοσύνη στόν ἴδιο τόν Θεό. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὅποιος βρίσκεται κοντά στούς πονεμένους ἀνθρώπους, πάντα δίπλα του θά βρίσκεται ὁ Θεός. Γι’ αὐτό ὁ Τωβίας συμβουλεύει τό παιδί του: «Μή ἀποστρέψεις τό πρόσωπόν σου ἀπό παντός πτωχοῦ καί ἀπό σοῦ οὐ μή ἀποστραφ­ῇ τό πρόσωπον του Θεοῦ….» (Τωβ δ΄ 7-11). Ἀμήν.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ

«῞Οσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται» (Γαλ. 6, 12)
α. Στούς Γαλάτες ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι δέχονταν ῾ἐπιθέσεις᾽ ἀπό τούς ἰουδαιοχριστιανούς, τούς ῾ψευδαδέλφους᾽ δηλαδή ἐκείνους πού εἶχαν εἰσχωρήσει ὡς κατάσκοποι ἀνάμεσά τους διακηρύσσοντας ὅτι ἡ χριστιανική πίστη ἀποτελεῖ μία βελτιωμένη ἁπλῶς ἔκδοση τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί συνεπῶς διέστρεφαν τήν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. Μέ τά λεγόμενά του ὁ ἀπόστολος ἀποκαλύπτει τό ῾παιχνίδι᾽ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν: ὄχι μόνο ὁ χριστιανισμός τους ἀλλά ἀκόμη καί ὁ ἰουδαϊσμός τους δέν ἦταν γνήσιος. Τό μόνο πού τούς ἐνδιέφερε ἦταν ἡ δική τους ἄνεση, ἡ κατοχύρωση τῶν ἀτομικῶν τους μόνο συμφερόντων. Πιό σαφής λόγος ἀπό τόν παραπάνω τοῦ ἀποστόλου δέν θά ὑπῆρχε: ῾Ὅσοι θέλουν νά ἀποκτήσουν καλή φήμη στούς ἀνθρώπους, αὐτοί σᾶς ὑποχρεώνουν νά περιτέμνεσθε, μέ μόνο στόχο νά μήν καταδιώκονται ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους ἐξαιτίας τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ᾽.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος λοιπόν εἶναι σαφής: διαπιστώνει τό ἔργο τῶν ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστης, φανερώνει τή σκοπιμότητα τῶν ἐνεργειῶν τους καί προπάντων ἀποκαλύπτει τό βαθύτερο σκεπτικό τους.
Ποιό τό ἔργο κατά πρῶτον τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν ψευδαδέλφων καί προσωπικῶν τοῦ ἀποστόλου διωκτῶν; ῞Οπως τό λέει ὁ ἀπόστολος: νά κάνουν ἱεραποστολή ὑπέρ τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἀσκώντας μάλιστα ἕνα εἶδος βίας πρός τοῦτο. ῾᾽Αναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι᾽. Δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν, καλύτερα: δέν ἤθελαν νά καταλάβουν ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά προβάλει τόν Μωϋσῆ ὡς σωτήρα, ἀλλά γιά νά δείξει ὅτι καί ὁ Μωϋσῆς λειτουργοῦσε μέσα στό σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου. ῾῞Ο,τι ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆτες γιά ᾽Εμένα τό ἔγραψαν᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός ἐνῶ ἀναγνωρίζει τή συμβολή τῶν Πατριαρχῶν τοῦ ᾽Ισραήλ  γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου - ᾽Εκεῖνος ἄλλωστε τούς κάλεσε -  τούς ξεπερνᾶ.
᾽Αλλά τί λέει ὁ ἀπόστολος; ῞Οτι κι αὐτή ἀκόμη ἡ ἱεραποστολή τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν – τούς ὁποίους ἀντιμετώπισε ὁριστικά καί τούς κατεδίκασε ἡ ᾽Αποστολική Σύνοδος τό 48/49 μ.Χ. - ἦταν κίβδηλη, διότι δέν ἦταν καρπός τῆς πιστεύουσας καρδιᾶς τους. Στήν καρδιά τους αὐτό πού κυριαρχοῦσε ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἄνεσής τους καί ἡ ἀπολαβή τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου: ῾μή καταδιωχθοῦμε ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους γιά τό κήρυγμα πού ἀναφέρεται στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ᾽. Εἶχαν ἐπίγνωση ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἐγείρει διωγμούς ὡς τό ῾ἀγκάθι᾽ στή σκέψη τῶν ᾽Ιουδαίων. ῾῾Ημεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, ᾽Ιουδαίοις μέν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δέ μωρίαν᾽. Συνεπῶς ἀποκαλύπτονταν ὡς ἀρνησίχριστοι καί χριστομάχοι, ἀφοῦ τελικῶς δέν πίστευαν στόν ᾽Εσταυρωμένο Κύριο, ἔστω κι ἄν θεωρητικῶς σ᾽ ἕναν βαθμό προσποιοῦνταν ὅτι Τόν ἀποδέχονται. ῾῾Ο μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι᾽. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος ὡς ἰατρός χειρουργός προβαίνει στήν ἀνατομία τῆς πίστης τῶν ψευδαδέλφων: τούς ἐνδιαφέρει μόνον ἡ καλή φήμη τους, τό καλό ὄνομά τους στόν κόσμο, προκειμένου νά μήν ὑποστοῦν κανένα διωγμό. Πρόκειται λοιπόν γιά τούς βολεμένους πού ἡ βολή τους μετράει πάνω ἀπό ὅλα. Δέν πιστεύουν πουθενά τελικῶς, οὔτε στόν Χριστό οὔτε κἄν στόν ἰουδαϊσμό. Θεός τους φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός τους: ἡ καλοπέρασή τους, καί προκειμένου νά διακρατήσουν τήν καλοπέραση αὐτή δέν πρέπει νά προκαλοῦν ἐκείνους πού ἐνοχλοῦνται, δηλαδή τούς ᾽Ιουδαίους. ῾Νά τά ἔχουμε καλά μέ ὅλους γιά νά καλοπερνᾶμε᾽ εἶναι τό σύνθημα τῆς ζωῆς τους.
2. ᾽Αλλά αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος ἰσχύει ὄχι μόνο γιά τούς ῾ἀθέους᾽ ἰουδαιοχριστιανούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλά καί γιά κάθε ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, ἀκόμη καί γιά ἐμᾶς - ἤ ἴσως κυρίως γιά ἐμᾶς; - τούς λεγομένους χριστιανούς. Καί τοῦτο διότι δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὅ,τι μετράει περισσότερο καί σέ ἐμᾶς εἶναι τό ῾τί θά ποῦν οἱ ἄλλοι, τί θά πεῖ ὁ κόσμος᾽, τό πῶς δηλαδή θά κτίσουμε μία καλή εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά μήν ὑποστοῦμε ὄχι ἴσως ἕναν διωγμό φανερό, ἀλλά ἕναν ἄλλου τύπου: τῆς εἰρωνείας, τῆς ἀπόρριψης, τῆς ῾φιλίας᾽ κάποιων ῾σπουδαίων᾽. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἀφενός τόν Χριστό Τόν διαγράφουμε ἔμπρακτα ἀπό τή ζωή μας - ἡ πρακτική ἀθεΐα εἶναι ἡ χειρότερη μορφή ἀθεΐας - ἀφετέρου φανερώνουμε ὅτι ἐν τέλει Θεός μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας.  Δέν χρειάζονται, ἔτσι, ἄλλοι ἐχθροί τῆς πίστης μας ἔξω ἀπό ἐμᾶς. ᾽Εμεῖς ῾ροκανίζουμε᾽ μέ τόν τρόπο αὐτό τήν πίστη κι ἄς νομίζουμε ὅτι εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ.
῾Η ταύτισή μας μέ τούς ᾽Ιουδαιοχριστιανούς - μέ τούς ὁποίους ἀνήκουμε στήν ἴδια ὁμάδα τῶν ῾καλοπερασάκηδων᾽ - ἀποκορυφώνεται, ὅταν κι ἐμεῖς  δέν διστάζουμε μπροστά στή βολή μας καί τή ῾φήμη᾽ μας νά γινόμαστε σκληροί πρός τούς ἄλλους, παίζοντας τό παιχνίδι ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐπιζητοῦμε τήν καλή γνώμη. Δέν διστάζουμε γιά παράδειγμα οἱ γονεῖς πολλές φορές νά καταπιέζουμε τά ἔφηβα παιδιά μας γιά νά πηγαίνουν στήν ᾽Εκκλησία, ὄχι τόσο γιατί πράγματι πιστεύουμε στήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, ἀλλά γιά τό καλό ὄνομα πού θέλουμε νά ἔχουμε στό χριστιανικό περιβάλλον μας. Τό διακύβευμα ἐν προκειμένῳ, ἀντίστοιχο μέ αὐτό τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν, εἶναι ἡ εὐπροσώπησή μας ἐν σαρκί, ἡ καλή φήμη μας στόν κόσμο, κι ὄχι ἡ γνησιότητα τῆς πίστης μας, τό πῶς θά ἀρέσουμε στόν Θεό μας. ῎Αλλωστε ἄν ἦταν γνήσια ἡ πίστη αὐτή θά λειτουργοῦσε μέ ἀγάπη καί σεβασμό πρός τήν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν μας, σάν τοῦ Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου.
 Κι ἀκόμη: μπορεῖ ὡς κοινωνικοί ἐργάτες κι ἴσως καί κληρικοί νά ἀσκοῦμε πολλές φορές ἱεραποστολικό καί κοινωνικό ἔργο, ὄχι γιά νά ἀρέσουμε πρωτίστως στόν Κύριο, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης μας, ἀλλά στόν ἐπίσκοπό μας ἤ γιά νά εἰσπράττουμε τό ῾μπράβο᾽ ἀπό τούς ἐνορίτες μας. ῾Η καλή εἰκόνα μας ἀποτελεῖ στήν περίπτωση αὐτή τήν προτεραιότητά μας καί ὄχι, καθώς εἴπαμε, ἡ ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού κατοικεῖ στήν καρδιά μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς, ὅσο σκληρό κι ἄν ἀκούγεται τοῦτο, ὅτι ὅσο πιό θορυβῶδες εἶναι τό ἔργο μας, ὅσο πιό πολύ διαφημίζουμε τήν ὀρθοδοξία μας καί τήν κοινωνική προσφορά μας, μέ ἐπιθέσεις σκληρές κάποιες φορές πρός τούς ῾ἀντιπάλους᾽ τῆς πίστης μας, τόσο περισσότερο φανερώνουμε ὅτι ἔχουμε πέσει στήν παγίδα αὐτή τῆς κενοδοξίας τοῦ ἑαυτοῦ μας πού ζητᾶ τήν ἐπευφημία τῶν ἀνθρώπων.
3. ῾Ο λόγος τοῦ Χριστοῦ ὅμως δέν ἀφήνει τέτοια περιθώρια. ῾Οὐαί ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσιν πάντες οἱ ἄνθρωποι᾽ φωνάζει. Γιατί; Διότι σ᾽ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία καί κυριαρχούμενο στό μεγαλύτερο ποσοστό του ἀπό τόν ἄρχοντά του τόν διάβολο, ὁ χριστιανός θά συναντήσει τήν ἐχθρότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου – τό μαρτύριο ἀποτελεῖ ῾δομικό᾽ στοιχεῖο τῆς ὕπαρξης τοῦ πιστοῦ. Καί δέν μπορεῖ νά γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦ ρυθμιστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο μανιωδῶς πολεμάει ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του. ῎Ετσι φιλία μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἁμαρτωλό κόσμο δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει. ῾῞Ος ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽, βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. ῾Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. Τό πνευματικό ἀλλοιθώρισμα ὡς ταυτόχρονη προσπάθεια σύζευξης καί τῶν δύο συνιστᾶ γνώρισμα ἀνθρώπου πού δέν ἔχει σταθερή πίστη καί γι᾽ αὐτό εἶναι διαρκῶς ῾ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ᾽.
Μέ ἄλλα λόγια ὁ  χριστιανός κινεῖται πάντοτε μέ βάση τόν λόγο τῶν ἁγίων ἀποστόλων πού ἐπιτάσσει ῾πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις᾽. Τόν Θεό ἐν Χριστῷ ζητοῦμε νά εὐαρεστοῦμε καί νά εὐχαριστοῦμε, διότι Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός μας, ὁ συντηρητής τῆς ζωῆς μας, ἡ τελική ἀναφορά μας καί ὁ κριτής μας, αὐτονοήτως δέ ἡ εὐχαριστία Του αὐτή προϋποθέτει τή συμμετοχή στό κατεξοχήν γεγονός μέ τό ὁποῖο εὐχαριστεῖται, τή Θεία Εὐχαριστία, συνεπῶς τήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία. Τό ῾γενηθήτω τό θέλημά Σου᾽ ἄλλωστε εἶναι ἡ ἐπωδός τῆς κάθε ἐνέργειας τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ.
γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου μᾶς θέτει ἐνώπιον τῆς αὐτοσυνειδησίας μας ὡς χριστιανῶν. Ποιόν τελικῶς ὑπηρετοῦμε, δηλαδή σέ ποιόν τελικῶς δίνουμε λογαριασμό; ῾Ο ἀγώνας μας εἶναι ὄντως ῾εὐπροσωπῆσαι᾽, νά ἀποκτήσουμε καλή φήμη, χωρίς ὅμως τό ῾ἐν σαρκί᾽, δηλαδή χωρίς τήν ἀναφορά μας στόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους. ῾Εὐπροσωπῆσαι ἐν Χριστῷ᾽: αὐτή εἶναι ἡ καθημερινή προοπτική. Νά ἀρέσουμε στόν Χριστό, ῾δοκιμάζοντες τί εὐάρεστόν ἐστιν Αὐτῷ᾽.


Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΛΟΥΚΑ (Λουκά κεφ. ιστ' στίχοι 19-31).

3. Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος.

Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Εκκλησία μας χρησιμοποιεί τη σημερινή παραβολή για να μας διδάξει, πως ερχεται μια ώρα και τα πράγματα αλλάζουν σε τούτη τη ζωή. Ο φτωχός Λάζαρος για να εχει αγάπη στην καρδιά του και υπομονή στη φτώχεια του πήγε στην αγκαλιά του Πατριάρχη Αβραάμ, δηλαδή στον Παράδεισο. Αντίθετα ο πλούσιος δεν είχε μέσα του διόλου αγάπη και συμπόνια για τους άλλους ανθρώπους. Γι' αυτο και βασανίζεται στον Άδη, δηλαδή στην Κόλαση. 
Β' ΚΕΙΜΕΝΟ
«Είπεν ο Κύριος· Άνθρωπος δε τις ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ' ημέραν λαμπρώς. Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος, ός εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθηναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού. Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ- απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη.

Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Και αυτός φωνήσας είπε· Πάτερ 'Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη.
Είπε δε 'Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. Είπε δέ· Ερωτώ ούν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς- όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου. Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας - άκουσάτωσαν αυτών.

Ο δε είπεν ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ' εάν τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Είπε δε αυτώ - ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται».
 
Είπεν ο Κύριος· ήταν ένας άνθρωπος πλούσιος και ντυνόταν στα Κόκκινα και στα βυσσινιά και τρωγόπινε και καλοπερνούσε κάθε μέρα σε μεγάλη πολυτέλεια. Κι ήταν ένας φτωχός που τον έλεγαν Λάζαρο, ριγμένος έξω από τη θύρα του πλούσιου. ήταν πληγιασμένος και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου. ήταν σε τέτοια εγκατάλειψη, ώστε και τα σκυλιά ακόμα ερχόταν και έγλειφαν τις πληγές του. Κι έγινε και πέθανε ο φτωχός και μεταφέρθηκε από τους αγγέλους στις αγκάλες του Αβραάμ. Και πέθανε κι ο πλούσιος και τον έθαψαν.
Και στον Άδη, εκεί που βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Αβραάμ από μακριά και το Λάζαρο στις αγκάλες του. Και φώναξε ο πλούσιος και είπε- Πατέρα Αβραάμ, λυπήσου με και στείλε το Λάζαρο να βουτήξει στην άκρη το δάχτυλο του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί καίγομαι και λιώνω σε τούτη τη φλόγα.
Κι είπε ο Αβραάμ· Παιδί μου, θυμήσου πως εσύ χάρηκες τα καλά στη ζωή σου κι ο Λάζαρος πάλι τα κακά. Τώρα εκείνος εδώ χαίρεται και συ βασανίζεσαι· κι εκτός απ' όλα αυτά μεταξύ μας ανοίγεται βαθύ φαράγγι, ώστε εκείνοι που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, μήτε απ' εκεί σε μας να περνούν. Τότε ο πλούσιος είπε· σε παρακαλώ λοιπόν, πατέρα, να στείλεις το Λάζαρο στο σπίτι του πατέρα μου. Γιατί έχω πέντε αδέλφια· να πάει και να τους πει τι γίνεται εδώ, για να μην έρθουν κι αυτοί σε τούτη την κόλαση. Τότε του λέγει ο Αβραάμ· έχουν το Μωυσή και τους προφήτες· ας τους ακούσουν.
Κι εκείνος είπε- όχι, πατέρα Αβραάμ· μόνο αν πάει κάποιος από τους νεκρούς σ' αυτούς, θα μετανοήσουν. Τότε του είπε ο Αβραάμ· αν δεν ακούν το Μωυσή και τους προφήτες ούτε κι από τους νεκρούς αν κάποιος αναστηθεί θα πεισθούν.
 Γ' ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
1. Ο πλούσιος άνθρωπος της παραβολής ζούσε με πολυτέλεια και απολάμβανε όλες τις υλικές χαρές της ζωής. Τους άλλους ανθρώπους τους χρησιμοποιούσε μόνο για υπηρέτες του. Ποτέ δεν είχε ενδιαφερθεί για τους φτωχούς και τους πεινασμένους, για τις χήρες και τα ορφανά. Νόμιζε πως τα πλούτη του ήταν μόνο για τον εαυτό του. Έτσι ο εγωισμός τον έκανε να μην πιστεύει ούτε στο Θεό ούτε στην αγάπη.
2.   Από την άλλη μεριά ο Λάζαρος δεν ήταν μόνο φτωχός, αλλά και άρρωστος. Η πείνα του έφερνε τρομερή εξάντληση. Το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές και το έσερνε καταγής για να το χορτάσει με τα ψίχουλα, που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου. Ο Λάζαρος όμως πίστευε στο Θεό και ζητούσε τη βοήθεια του. Ο θάνατος για το Λάζαρο ήταν πραγματική λύτρωση. Δεν απαλλάχτηκε μόνο από τα βάσανα, αλλά κέρδισε και τον Παράδεισο. Ο Θεός έστειλε τους αγγέλους και τον μετέφεραν στις αγκάλες του Πατριάρχη Αβραάμ. Ο θάνατος όμως για τον πλούσιο ήταν αληθινή συμφορά. Άφησε εδώ όλα τα πλούτη του /ία να πάει σ' έναν άλλο κόσμο. Ποτέ όμως δεν είχε πιστέψει την αιώνια ζωή, ώστε να ετοιμάσει τον εαυτό του με τα έργα της πίστεως και της αγάπης. Καταδικάστηκε στη δυστυχία και τα βάσανα της κολάσεως, γιατί ήταν άσπλαχνος και κακόκαρδος άνθρωπος.
3.   Ο καθένας μας πρέπει να προσέξει πολύ τις αλήθειες, που μας παρουσιάζει η σημερινή παραβολή. Όταν ο άνθρωπος πιστεύει στα χρήματα και όχι στο Θεό, γίνεται εγωιστής, άσπλαχνος και σκληρός στους συνανθρώπους του. Το αποτέλεσμα είναι πως χωρίζεται από το Θεό και χάνει τη Βασιλεία των Ουρανών. Όταν όμως ο άνθρωπος πιστεύει στο Ευαγγέλιο, έχει μέσα του αγάπη στο Θεό και στους ανθρώπους. Φροντίζει για τους φτωχούς και τους πεινασμένους. Επισκέπτεται τους αρρώστους και τους πονεμένους. Έτσι οδηγεί τον εαυτό του κοντά στο Θεό, όπως ακριβώς έγινε με το φτωχό Λάζαρο της παραβολής μας.
 Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:
«Δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες (= όσοι έχουν χρήματα) εισελεύσονται (= θα μπουν) εις την βασιλείαν του Θεού» (Λουκά κεφ. ιη' στίχ. 24)
Κ' ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ
«Σκληρά δοκιμάστηκε ο φτωχός Λάζαρος. Στάθηκε όμως βράχος στην πίστη. Γρανίτης στην υπομονή. Γίγαντας στην καρτερία Κανένας γογγυσμός απ' το στόμα του. Κανένα παράπονο για τις θλίψεις Καμιά βλαστήμα για τη φρικτή δοκιμασία του. Στις εξετάσεις λοιπόν πέτυχε με το βαθμό άριστα. Κα. σαν άριστος και τέλειος αναπαύτηκε στου Αβραάμ τους μακάριους κόλπους». (ΚΩΝ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑ, Κογχύλια από την Τιβεριάδα, Αθήναι 1949, σελ. 23-24).

http://paroutsas.jmc.gr/project/religion/gospels/gsp%20%2804%29.htm

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

«Μνήσθητι ότι άπέλαβες σύ τα αγαθά σου έν τη ζωή σου»

Ό πλούσιος της παραβολής δεν θέλει καν να σκεφτεί, πώς εκεί στην αυλή του είναι ένας φτωχός και γεμάτος πληγές ονόματι Λάζαρος. Υπάρχει μόνο ό εαυτός του, οι απολαύσεις με τους ομοίους του. Έτσι μια μέρα ό Λάζαρος έσβησε στην ερημιά!


Ή έκταση της ασπλαχνίας.


Πόσο ματώνει ή καρδιά, όταν σκεπτώμαστε πώς ή ιστορία αυτή αποτελεί σίγουρα το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σύμβολο της κοινωνίας μας! Με διάφορες παραλλαγές, με την ιδία όμως πάντοτε τραγικότητα, επαναλαμβάνεται ή ίδια ιστορία. Πόσοι και πόσοι αδιαφορούν για τη στέρηση και τη δυστυχία των αδελφών τους! Κλείνουν ερμητικά την καρδιά τους στον πόνο του συγγενή, του εργάτη, τού υπαλλήλου τους. Τεράστια ποσά δαπανούν οπουδήποτε και δεν δίνουν σε κάποιο αναξιοπαθούντα συνάν θρωπο τους.


Αλλά προσοχή, μη νομίσει κανείς ότι ή σκληροκαρδία είναι αποκλειστικό ελάττωμα των πλουσίων. Πολύ πιθανόν την ώρα πού αγανακτούμε για την ασπλαχνία ορισμένων να φερώμαστε και μείς σκληρά με άλλο τρόπο. Μήπως δεν υπάρχουν και άλλοι φτωχότεροι από μας; Τί κάναμε να τούς ανακουφίσουμε; Ενδιαφερθήκαμε για να πιάσει δουλειά ό άνεργος οικογενειάρχης πού έχει αποκάμει πια να μένει με τα χέρια δεμένα και να βλέπει τα παιδιά του να στερούνται;


Στείλαμε κάτι στη χήρα, πού παλεύει με το τίποτα να θρέψη δυο και τρία παιδιά; Η συνεχώς παραπονιόμαστε και μείς ότι δεν μας φτάνουν τα όσα παίρνουμε; «Είσαι φτωχός; έλεγε ό Μ. Βασίλειος σ' ένα κήρυγμα του, όταν είχε ξεσπάσει στην Καισαρεία πείνα φοβερή. Εξάπαντος υπάρχει και άλλος φτωχότερος από σένα. Εσύ έχεις τροφές για δέκα μέρες, εκείνος έχει μόνο για μια ώς άνθρωπος πονεμένος και ευσεβής... μη διστάσεις να δώσεις».


Και αλλού έλεγε για τούς σκληρόκαρδους πλούσιους. «Εάν αυτόν που γδύνει έναν καλοφορεμένο τον ονομάζουμε λωποδύτη, εκείνον πού αφήνειτον άλλο γυμνό, ενώ μπορεί να του προσφέρει ρουχισμό, διαφορετικά θα τον ονομάσουμε;». Και αυτός κατά έναν άλλο τρόπο είναι λωποδύτης. Άς εξετάσουμε προσεκτικά τη διαγωγή μας μήπως κι εμείς φερώμαστε σκληρόκαρδα στην τόση δυστυχία πού βλέπουμε γύρω μας.


Οι συνέπειες θα είναι φοβερές.


«Απέθανε και ό πλούσιος και ετάφη», συνέχισε ό Κύριος. Όση περιουσία και αν έχει κανείς δεν μπορεί να δωροδοκήσει τον θάνα το. Τελικά ό πλούσιος εξ αιτίας της ασπλαχνίας του βρέθηκε στον Άδη «έν βασάνοις».


Και όταν στην απόγνωση του ζήτησε από τον Αβραάμ να τον λυπηθεί και να στείλει τον ευτυ χισμένο Λάζαρο να τον δροσίσει με μια σταγόνα νερό, πήρε την αμείλικτη απάντηση: «Τέκνον, μνήσθητι ότι άπέλαβες σύ τα αγαθά σου έν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νύν δέ ώδε παρακαλείται, σύ δέ όδυνάσαι». Ό καθένας με την στάση του στην επίγεια ζωή του καθόρισε οριστικά πια τη θέση του έδώ. Άλλωστε μεταξύ μας υπάρχει ένα χάσμα αγεφύρωτο.


Φέρνει ρίγος και φρίκη ή κατάσταση του πλούσιου στον Άδη, όταν την καλοσκεφθούμε, αλλά ακόμη φέρνει κι ένα τερα στίας σημασίας μήνυμα, πού είναι καιρός να το αναλογιστούμε. Νομίζει κανείς ότι βλέπει μέσα από την παραβολή τις φλόγες του "Άδη να σχηματίζουν πύρινες γλώσσες καινά φωνάζουν: «Ή ασπλαχνία τιμωρείται!» Ό αψευδής λόγος του Θεού είναι σαφέστατος στο θέμα αυτό: Ή σκληροκαρδία μια μέρα θα τιμωρηθεί αυστηρά. Ό Θεός δεν παίζει. «Ή κρίσις άνέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος» (Ια κώβ, β' 13). Ή τιμωρία του Θεού θα είναι αυστηρότατη σ' εκείνον πού έκλεισε τα αυτιά του στον στεναγμό των αδελφών του.


Ό Κύριος δεν σπεύδει να επιβάλει τις κυρώσεις -και τον πλούσιο τον ανέχθηκε επί μακρόν. Συνεχώς δίνει νέες προθεσμίες, νέες ευκαιρίες, για νασυναισθανθεί ό άσπλαχνος άνθρωπος την ένοχη του και να μετανοήσει.


Άς καλοσκεφθούμε λοιπόν, -όχι αύριο, αλλά τώρα!- το σοβαρό αυτό θέμα. Άς εξετάσουμε προσεκτικά τη ζωή μας. Έδώ κρίνεται το αιώνιο μέλλον μας. Εκείνος πού αδιαφορεί στο σπαρακτικό «πεινώ» του συνανθρώπου του θα τυραννιέται μ' ένα φοβερό «διψώ» στο καμίνι της αιώνιας οδύνης. Και άς πα ρακαλέσουμε θερμά τον Χριστό: «Ώ Κύριε μη με αφήσεις να ζήσω ούτε μια μέρα καθώς ό σημερινός πλούσιος. Αλλά άξίωσέ με τε λειώνοντας τη ζωή μου με πίστη να βρεθώ κι εγώ στους κόλπους του Αβραάμ».


Περιοδκό: «ΖΩΗ», 21/10/2010

Διαδίκτυο:AKTINEΣ

Κυριακή Ε’ Λουκά Πλούτος και πτωχεία


Απομαγνητοφωνημένο Κήρυγμα π. Θεοδώρου Ζήση – Κυριακή Ε’ Λουκά
31/10/2010
(παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου)

«Άνθρωπος δε τις ην πλούσιος και πτωχός δε τις ονόματι Λάζαρος» (Λουκ. ιστ’ 19-20)
Πλούτος και πτωχεία, πλούτος και φτώχια, πλούσιοι και πτωχοί, είναι καταστάσεις ζωής, καταστάσεις βίου οι οποίες έχουν και πολλές πνευματικές διαστάσεις και πολλές επίσης πνευματικές παρανοήσεις.  
Στη σκέψη και στο υποσυνείδητο όλων μας ασφαλώς υπάρχει η επιθυμία να είμαστε πλούσιοι και με αποστροφή σκεφτόμαστε τη φτώχια, ιδιαίτερα μάλιστα αυτή την περίοδο της οικονομικής ,όπως τη λέμε, κρίσεως έχουμε την αίσθηση ότι όλοι έχουμε γίνει πτωχότεροι και εξαιτίας αυτής της πτωχεύσεώς μας, εν τινι μέτρω, σε πολλούς από μας αυτή η κατάσταση οδηγεί σε μελαγχολίες, σε απογοητεύσεις, σε αγωνίες:  τι θα γίνει στο μέλλον, πώς θα τα βγάλουμε πέρα, γιατί γίνονται αυτές οι αδικίες, γιατί επιτρέπει ο Θεός ορισμένους να πλουτίζουν και μάλιστα αθέμιτα, όχι με νόμιμους τρόπους, και γιατί επιτρέπει ο Θεός  ορισμένοι να είναι πτωχοί και να υποφέρουν στη ζωή τους μέσα στη φτώχια και μέσα στη δυσκολία;
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή η οποία μας παρουσιάζει την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, όπως επίσης και πολλά άλλα κείμενα μέσα από την Καινή Διαθήκη, από τη διδασκαλία και του Κυρίου και των Αποστόλων και στη συνέχεια και από ερμηνευτικές και θεολογικές αναλύσεις των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, μας δίνουν ικανοποιητικές απαντήσεις στο πρόβλημα αυτό, το κοινωνικό λεγόμενο πρόβλημα, της υπάρξεως πλουσίων και της υπάρξεως πτωχών.
Δικαιολογεί ο χριστιανισμός τον πλούτο; Τι λένε οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας για τον πλούτο;  Πρέπει να επιδιώκουμε στη ζωή μας να γίνουμε πλούσιοι, να είμαστε πλούσιοι;  Από πού προέρχεται ο πλούτος;  Είναι νόμιμες όλες οι πηγές του πλούτου;  Κι αν συμβεί να είμαστε πλούσιοι, πώς πρέπει να χρησιμοποιούμε αυτόν τον πλούτο που μας εχάρισε και μας έδωσε ο Θεός;  Αλλά ακόμα κι αν συμβεί να είμαστε πτωχοί, πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε από τη μία πλευρά τη δική μας την πτώχια κι από την άλλη πλευρά τους πλουσίους: πρέπει να τους ζηλεύουμε, να τους φθονούμε, να τους μισούμε, να κάνουμε κοινωνικές επαναστάσεις, να ανατρέπουμε κυβερνήσεις και καθεστώτα εις τρόπον ώστε να απολαύσουμε κι εμείς αυτά που απολαμβάνουν οι πλούσιοι, οι οιοδήποτε πλούσιοι;  Γνωρίζουμε όλοι μας πόσο ταλαιπωρήθηκε η ανθρωπότης  από τέτοιου είδους εξεγέρσεις πτωχών εναντίον των πλουσίων.  Ο περασμένος μάλιστα αιώνας, ο 20ος αιώνας, σχεδόν στο σύνολό του διήρεσε την ανθρωπότητα σε δύο μισά. Εκεί όπου εκυριάρχησε ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός, όπου ουσιαστικώς οι πτωχοί, οι προλετάριοι, οι εργάτες επαναστάτησαν εναντίον των πλουσίων και θέλησαν κι αυτοί να μοιραστούν τα αγαθά των πλουσίων, να μοιραστούν τα υλικά αγαθά.
Είναι λοιπόν δικαιολογημένα από τη μία πλευρά να απολαμβάνουν οι πλούσιοι μόνοι τους τα αγαθά τους κι από την άλλη πλευρά και οι πτωχοί να ζηλεύουν και να φθονούν και να μισούν τους πλουσίους και να επιχειρούν να τους ανατρέψουν;  Και είναι δικαιολογημένη ίσως και αυτή η πικρία κι αυτή η αγωνία που νιώθουμε και σήμερα όλοι μας μπροστά σ’ αυτήν την οικονομική κρίση, μπροστά σ’ αυτήν τη μερική πτωχεία στην οποίαν έχουμε οδηγηθεί εξαιτίας αυτής της οικονομικής κρίσεως;    
Ας κάνω εξαρχής την παρατήρηση ότι από κάποιας πλευράς όλοι μας, επί πολλές δεκαετίες, τις τελευταίες ιδιαίτερα δεκαετίες, ήμασταν πλούσιοι και μοιάζαμε τον πλούσιο της περικοπής:  Άνθρωπός τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. (Λουκ. ιστ’ 19).  Κι εμείς ντυνόμασταν και αγοράζαμε και ρούχα και φορέματα και ευφραινόμασταν και τρώγαμε και πίναμε, στα συμπόσια και στο σπίτι μας και στα κέντρα, ευφραινόμενοι καθ’ ημέραν λαμπρώς.  Πλούσιοι λοιπόν κι εμείς, σαν τον πλούσιο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.  Είναι κακό λοιπόν να είναι κανείς πλούσιος;  
Θα κάνω μερικές σκέψεις, με βάση τα όσα οι Άγιοι Πατέρες μας έχουν παραδώσει, για να δούμε σήμερα πολύ σύντομα –αυτό θέλει εδώ, ώρες πολλές παραδόσεων, έχουν γραφεί χιλιάδες συγγράμματα για την αντιμετώπιση του κοινωνικού λεγομένου προβλήματος, σε σχέση μάλιστα με την επανάσταση των πτωχών εναντίον των πλουσίων.
Ποια λοιπόν είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας μας, των Αγίων Πατέρων σχετικά με το πρόβλημα του πλούτου και της φτώχιας;  Πώς πρέπει κι εμείς σύντομα να τοποθετηθούμε απέναντι σ’ αυτές τις δύο καταστάσεις της ζωής;  
Θα πρέπει να σας πω βέβαια, ότι το πρόβλημα του πλούτου και της φτώχιας δεν απησχόλησε μόνο την χριστιανική σκέψη, ούτε υπάρχει μόνο μέσα στο Ευαγγέλιο σχετική διδασκαλία.  Αν οι άνθρωποι είχαν ακολουθήσει τη διδασκαλία του Ευαγγελίου δεν θα υπήρχαν προβλήματα στον κόσμο, θα είχε επιλυθεί το κοινωνικό πρόβλημα και θα είχε επιλυθεί το πρόβλημα του πλούτου και της φτώχιας.  Αλλά επειδή οι άνθρωποι ακολουθούν δικές τους σκέψεις, δικές τους διδασκαλίες, δικές τους επιθυμίες, δικά τους συμφέροντα γι’ αυτό υπάρχει αυτή η κοινωνική αναστάτωσις.  
Να πω λοιπόν σύντομα ότι ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα ο πλούτος εκτιμώταν θετικώς και υπολογιζόταν ανάμεσα στα μεγάλα αγαθά της ζωής όπως επίσης και στην Παλαιά Διαθήκη.  «Εάν εισακούσητέ μου τα αγαθά της γης φάγεσθε» (Ησαΐας, 1, 19).  Και είναι σπουδαίο αγαθό να είναι κανείς πλούσιος και στην αρχαία Ελλάδα, όπως επίσης και στην Παλαιά Διαθήκη.  Πάντως η ελληνική θέση απέναντι στον πλούτο δεν ήταν σκληρή και άκαμπτη.  Πολλές φορές επενέβαιναν οι νομοθέτες και επέβαλαν στους πλουσίους φόρους, για την ενίσχυση των αποροτέρων τάξεων.  Ή μερικές φορές ακόμη προέβαιναν και σε ανακατανομή των κτημάτων. Ηθικά δε αξιολογούμενος ο πλούτος στην αρχαία Ελλάδα, στηρίζεται στο πώς αποκτάει κανείς τον πλούτο, με νόμιμα μέσα ή με ηθικά μέσα, ή αν τον αποκτάει επίσης με ανήθικα μέσα.  Επίσης δινόταν μεγάλη σημασία στην κοινωνική λειτουργία του πλούτου: ωφελεί ο πλούτος την κοινωνία, διατίθεται ο πλούτος για να βοηθεί τους ασθενεστέρους;  Και στην αρχαία Ελλάδα ακόμη.    Και υπήρχε επίσης κι ένα σπάσιμο αυτής της απεριόριστης αντιλήψεως πως όταν είναι κανείς πλούσιος κάνει ό,τι θέλει τον πλούτο του: δικά μου είναι τα χρήματα, δικά μου είναι τα κτήματα, ό,τι θέλω τα κάνω!  Ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα έχει σπάσει αυτή η αντίληψις.  Υπάρχει στον Ευριπίδη μία θέση η οποία λέει: «ούτοι τα χρήματα ίδια κέκτηνται βρωτοί».  Οι άνθρωποι δεν έχουν δικά τους χρήματα.  «Τα των θεών δ’ έχοντες επιμελούμεθα».  Είμαστε επιμεληταί, διαχειρισταί αυτών των οποίων μας έχει δώσει ο Θεός.  Είναι ακριβώς σαν τη χριστιανική θέση η οποία δέχεται πως ο Θεός μας τα δίνει όλα, του Θεού είναι όλα, δεν είμαστε εμείς ιδιοκτήτες, εμείς είμαστε διαχειρισταί των πραγμάτων:  «τα των θεών δ’ έχοντες επιμελούμεθα».
Ο Ξενοφώντας επίσης στην «Κύρου παιδεία» λέει ότι δεν πρέπει να θεωρούμε ευτυχείς τους πλουσίους.  Ευτυχείς είναι εκείνοι που απέκτησαν έντιμα τον πλούτο και τον χρησιμοποιούν για το καλό των ανθρώπων.  Μόνον εκείνοι.  Αφήνω το χωρίο το σχετικό.
Δυστυχώς όμως εκτός από αυτήν την ελαστική, την όχι σκληρή αντίληψη για τον πλούτο, υπάρχει μια άλλη, ρωμαϊκή αντίληψη νομική, περί ιδιοκτησίας και πλούτου, η οποία θεωρεί ότι ο πλούτος είναι φυσικό δικαίωμα, προέκταση της φύσεως του ανθρώπου.  Αφού εγώ γεννήθηκα πλούσιος, αφού είμαι πλούσιος, κάνω ό,τι θέλω τον πλούτο μου!  Είναι στη φύση μου το να έχω κτήματα, η ιδιοκτησία είναι μέσα στη φύση μου! Δεν μπορεί κανένας να μου καταστρέψει το δικαίωμα αυτό να είμαι πλούσιος.  Και αυτή η αντίληψη περί του ότι ο πλούτος είναι φυσική προέκταση, φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου, πέρασε δυστυχώς στη Δύση, πέρασε και στα νεώτερα χρόνια, στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στον καπιταλισμό ο οποίος σαν μόνο κίνητρο έχει το κέρδος: δεν τον νοιάζει για το κοινωνικό καλό και για το αν υπάρχουν φτωχοί.  Ε, εκεί παραμόνευε ο κομμουνισμός και ο μαρξισμός:  Αν εσείς νομίζετε ότι μπορείτε να κάνετε τα αγαθά της γης ότι θέλετε οι πλούσιοι, κάνετε λάθος.  Θα επαναστατήσουμε και δια της βίας θα σας τα πάρουμε.
Ο χριστιανισμός,αγαπητοί μου, τι διδάσκει για όλα αυτά; Ο χριστιανισμός διδάσκει, οι πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι υπάρχουν δύο ειδών αγαθά. Υπάρχουν τα ελεύθερα αγαθά, τα οποία δίνει ο Θεός με αφθονία σε όλους εξίσου:  είναι ο αέρας, το φως και το νερό.  Όλοι έχουμε τον αέρα, όλοι έχουμε το φως κι όλοι έχουμε το νερό, μολονότι τώρα και το νερό το αγοράζουμε και θα ‘ρθει λένε εποχή κατά την οποία θα γίνονται πόλεμοι ακόμη και για το νερό.  Ο Θεός πάντως το νερό το δίνει ίσα σε όλους. 
Εκτός όμως από τα ελεύθερα αυτά αγαθά τα οποία ο Θεός δίνει εξίσου σε όλους, υπάρχουν και τα λεγόμενα οικονομικά αγαθά τα οποία οφείλονται στην ανθρώπινη συμβολή για να αποκτηθούν. Κάποιος είναι εργατικός, επιμελής και αποκτάει αγαθά με τη δική του προσπάθεια.  Είναι τα οικονομικά αγαθά, υπάρχει ανθρώπινη συμβολή, δεν είναι του Θεού.  Αυτά λοιπόν τα ανθρώπινα αγαθά, τα θεωρούν πολλοί πως μπορούν να τα κάνουν ό,τι θέλουν.
Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας και το Άγιο Ευαγγέλιο διδάσκουν ότι ακόμη και τα οικονομικά αγαθά, αυτά τα οποία αποκτάει ο άνθρωπος με την εργασία του, με έντιμα μέσα, ακόμη κι αυτά δεν είναι δικά του.  Δεν  μπορεί π.χ. λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος να διεκδικήσει την απόλυτη κυριότητα του σπιτιού του. Όλοι θεωρούμε πως είμαστε απόλυτοι κύριοι του σπιτιού μας.  Γιατί λέει εκτός του ότι τα υλικά που χρησιμοποιεί για την κατασκευή του, το χώμα, το νερό, δεν είναι δικά του αλλά είναι του Θεού, επιπλέον αυτός ο ίδιος που κατασκευάζει το σπίτι και το διεκδικεί, ανήκει στον Θεό ο οποίος του έδωσε την ψυχή και το σώμα.  Και ρωτάει ο Μέγας Βασίλειος: ποία ειπέ μοι σαυτού; Ποια δικά σου;  Ποια δικά σου, ιδιοκτησία δική σου;   Πόθεν λαβών εις τον βίον εισήνεγκας;  Πού τα βρήκες;  Στον κόσμο ερχόμαστε γυμνοί, πόθεν λαβών εις τον βίον εισήνεγκας; Και λέει κι άλλα ο Μέγας Βασίλειος.
Εξαιτίας λοιπόν αυτής της διδασκαλίας,ότι δεν ανήκουν τα αγαθά στους πλουσίους, οι Άγιοι Πατέρες διαμόρφωσαν τη διδασκαλία ότι και οι πλούσιοι είναι απλώς διαχειρισταί και οικονόμοι των αγαθών.  Δεν πρέπει να χρησιμοποιούν για δική τους ωφέλεια, για δική τους απόλαυση τα αγαθά τους, απλώς είναι ένα λειτούργημα ο πλούτος: οικονόμοι Θεού.  Κι ότι αυτά πρέπει να τα χρησιμοποιούν για την κοινωνική λειτουργία του πλούτου.
Υπάρχουν στο χριστιανισμό,και τελειώνω μ’ αυτά για να μη σας κουράσω πολύ, υπάρχουν στο χριστιανισμό τρεις αρχές οι οποίες διακρίνουν την διδασκαλία για τον πλούτο και την πτωχεία σε σχέση και με τον καπιταλισμό, τον νεοφιλελευθερισμό, σε σχέση και με τον σοσιαλισμό και με τον κομμουνισμό.  Ποιες είναι αυτές οι αρχές;  
Κατ’ αρχήν είναι η αρχή η πρώτη της αγάπης.  Δεν υπάρχει αγάπη στον φιλελευθερισμό τον οικονομικό, το κέρδος είναι η αρχή: δεν με νοιάζει, ας πεθαίνει ο άλλος, θα δείξω εγώ αγάπη σ’ αυτόν;  Κριτήριο είναι το κέρδος, η δική μου απόλαυση.  Δεν υπάρχει αγάπη ούτε και στον κομμουνισμό: φθονούν και μισούν οι φτωχοί τους πλουσίους και θέλουν κι εκείνοι να γκρεμίσουν τους πλουσίους για να απολαύσουν κι αυτοί τα υλικά αγαθά.  Επομένως υλισμός υπάρχει και στη μια πλευρά και στην άλλη πλευρά.  Και στην πλευρά των πλουσίων οι οποίοι θέλουν να απολαύσουν μόνοι τους τα αγαθά και στην πλευρά των πτωχών οι οποίοι θέλουν να γίνουν αυτοί πλούσιοι.  
Δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει όμως και ασκητικότητα.  Νομίζετε πως αν ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός εκεί έτεινε, πού έτεινε ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός; Έτεινε να δημιουργήσει μία κοινωνία του μέλλοντος, έτσι έλεγαν, θα περάσουν αυτές οι δυσκολίες, έτσι δίδασκαν τους λαούς εκεί, θα περάσουμε τώρα τις δυσκολίες και θα ‘ρθει μια εποχή εδώ που θα κάνουμε μία κοινωνία όπου όλοι θα είναι πλούσιοι, όπου όλοι θα απολαμβάνουν τα υλικά αγαθά. 
Επομένως υλισμός και εδώ, ίσοι στην απόλαυση των υλικών αγαθών.  Ο χριστιανισμός λέει ότι αυτή η εκ μέρους και των πλουσίων και των πτωχών διεκδίκηση των υλικών αγαθών είναι η αιτία της αναστατώσεως που υπάρχει στον κόσμο.  Λέει ο Μέγας Βασίλειος: «Έως πότε πλούτος; Η του πολέμου υπόθεσις, δι’ ον ακονάται ξίφη, δι’ ον συγγενείς αγνοούσι φύσιν και αδελφοί φονικόν κατ’ αλλήλων βλέπουσι;»  Ακόμη και οι αδελφοί για περιουσιακά θέματα αρχίζουν και διαιρούνται και νιώθουν μίσος ο ένας για τον άλλον. Αυτή λοιπόν η τάση μας για την απόλαυση των υλικών αγαθών.
Ο χριστιανισμός διδάσκει ότι τα υλικά αγαθά δεν έχουν καμία αξία, είναι προσωρινά, φεύγουν.  Τι έπαθε ο φτωχός, ο Λάζαρος και τι έπαθε ο πλούσιος;  Πέρασε αυτή η ζωή.  Ο φτωχός ο Λάζαρος πήγε στις αγκαλιές  του Αβραάμ ευτυχισμένος και ο πλούσιος οδυνάτω εν τη φλογί.  Περνούν αυτά.  «Ουδαμόθεν άλλοθεν ο φθόνος ή εκ του προστετηκέναι  τοις παρούσι, μάλλον δε πάντα τα κακά» λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.  Ο φθόνος προέρχεται από το ότι είμαστε κολλημένοι στα υλικά αγαθά.  «Ει γαρ μηδέν είναι ενόμιζες τα χρήματα και την δόξαν του κόσμου τούτου, ουκ αν τοις έχουσιν εβάσκηνας».  Γιατί εσύ πτωχέ, αν θεωρούσες πως τα υλικά αγαθά δεν είναι τίποτε, δεν θα είχες φθόνο και βασκανία εναντίον των πλουσίων.
Και τελειώνω αγαπητοί μου, γιατί μπορεί κανείς να πει πολλά, ότι στον χριστιανισμό και ιδιαίτερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στην Εκκλησία των Πατέρων ιδεώδης κοινωνικός τύπος δεν είναι ο homo economicus, δεν είναι ο έμπορος, δεν είναι ο επαγγελματίας, δεν είναι ο πλούσιος, ο καλοντυμένος, ο καλοπερασάκιας, ο υλιστής, ο homo economicus των ακραίων συστημάτων, των ατομοκρατικών είτε καπιταλιστικών είτε σοσιαλιστικών. Αλλά ιδεώδης τύπος στον χριστιανισμό είναι ο ασκητής, ο άγιος ο οποίος περνάει λιτά τη ζωή του.  
Αν είχαμε υιοθετήσει αυτήν την φιλοσοφία, όλοι μας, ακόμη κι οι επίσκοποί μας οι οποίοι προκλητικά μερικές φορές ζουν ζωή, και κρίθηκε αυτό από τους επισκόπους, επίσκοπος αυτές τις ημέρες έγραψε ότι δίνουμε κακό παράδειγμα στον λαό γιατί εμείς οι επίσκοποι και οι κληρικοί ζούμε με ευημερία και σπαταλούμε.  Αν ήσαν ασκητικοί κι αν ήμασταν όλοι ασκητικοί στη ζωή μας, δεν θα υπήρχε κοινωνικό πρόβλημα και θα ζούσαμε όλοι αγαπημένοι μεταξύ μας και οι πλούσιοι και με τους φτωχούς.  Οι πλούσιοι θα βοηθούσαν τους φτωχούς και οι φτωχοί δεν θα φθονούσαν τους πλουσίους.

Από τη σημερινή λοιπόν μικρή ευκαιρία που μας δόθηκε εδώ να αναφερθούμε στο θέμα του πλούτου και της φτώχιας που ταλαιπωρεί την ανθρωπότητα, το πρόβλημα αυτό, από την αρχή της γενέσεώς της, ας έχουμε στην εικόνα μας την κατάσταση του πλουσίου της ευαγγελικής περικοπής και του πτωχού.  Ευφραινόταν κάθε ημέραν λαμπρώς ο πλούσιος.  Έτρωγε και έπινε και ντυνόταν.  Κι ο Λάζαρος ηλκωμένος. Αλλά το μέλλον,δεν είναι το παρόν, είναι το μέλλον. 
Και εμείς να μην επιδιώκουμε αυτόν τον πλούτον, υπάρχει ένας άλλος πλούτος, πνευματικός πλούτος.  Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, υπάρχει ο πλούτος της Βασιλείας του Θεού.  Λέει κάπου το Ευαγγέλιο αν βρει κάποιος ένα διαμάντι, πουλάει λέει όλη την περιουσία του για να πάει να αποκτήσει αυτό το διαμάντι.  Υπάρχει λοιπόν το διαμάντι της Βασιλείας του Θεού, η Βασιλεία του Θεού είναι το διαμάντι.  Πρέπει να τα πουλήσουμε όλα για να αποκτήσουμε το μέλλον μας, να κάνουμε επένδυση πνευματικά στο μέλλον μας.  Και πολλές φορές λέω ,και το ξαναλέω και τώρα, ότι οι χριστιανοί και οι ασκηταί και οι μοναχοί δεν είναι ανόητοι. Έτσι τους θεωρούν οι άλλοι.  Οι μοναχοί και οι ασκηταί που τα περιφρονούν όλα τα πλούτη και τα λοιπά και πηγαίνουν να ασκητέψουν είναι οι μόνοι έξυπνοι, είναι οι μεγαλέμποροι, είναι αυτοί οι οποίοι θεωρούν ότι όλα αυτά εδώ είναι σκουπίδια περαστικά, και είναι όλα περαστικά, κι επιλέγουν τον πνευματικό πλούτο, τον πλούτο της χάριτος του Θεού, της Βασιλείας του Θεού, τον οποίον μακάρι να χαρίζει και σ’ όλους μας, όπως τον εχάρισε ο Θεός στους αγίους και στο φτωχό Λάζαρο.

Αμήν           

http://www.impantokratoros.gr/theodoros_zisis_ploutos.el.aspx

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ


Πολλοί ἀπό τούς Χριστιανούς, πού ἔχουν προσωπικούς λόγους νά κα­τα­φέρονται ἐναντίον τῶν πλουσίων παίρνουν τή σημερινή παραβολή καί προ­σπαθοῦν νά ἀποδείξουν, ὅτι ὅλοι οἱ πλούσιοι εἶναι καταδικασμέ­νοι «εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον». Διακηρύττουν ὅτι ὁ Θεός τούς πλουσίους θά ἀ­μεί­ψει μέ αἰώνια βάσανα καί στούς φτωχούς θά δώσει ὅλα τά πλούτη το~υ οὐρανοῦ. Δέν ἔχουν ὅμως δίκαιο. Εἶναι βέβαια ὁ πλοῦτος ἕνα μεγάλο ἐ­μπό­διο γιά τή σωτηρία, ὄχι ὅμως καί ἀνυπέρβλητο. «Δυσκόλως οἱ τά χρή­μα­τα ἔχοντες εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελεύσονται» εἶπε ὁ Κύριος γιά νά δείξει τή δυσκολία τοῦ πράγματος ὄχι ὅμως καί τό ἀκατόρθωτο αὐτοῦ. Δέν εἶναι ὁ πλοῦτος αὐτός πού καταδικάζει τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἡ δια­χεί­ρισή του. Οὔτε πάλι ἡ φτώχεια εἶναι ἐκείνη πού σώζει τόν φτωχό, ἀλλά ἡ ὑπομονή μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τήν ἀντιμετωπίζει. Ἄν ἀντιστράφηκαν οἱ ὅροι στήν ἄλλη ζωή γιά τόν πλούσιο καί τόν φτωχό Λά­ζα­ρο εἶναι γιατί ὁ μέν πλούσιος ἔδειξε σκληροκαρδία καί κράτησε μόνο γιά τόν ἑαυτό του τήν ὠφέλεια τοῦ πλούτου, ὁ δέ Λάζαρος ἀγόγγυστα καί καρ­τερικά ἐπέμεινε τή δοκιμασία του.
Μεγάλο χάσμα ὑπῆρχε ἀνάμεσα στόν πλούσιο καί στόν φτωχό Λάζα­ρο ὄχι μόνο μετά τόν θάνατό τους, ἀλλά ἀκόμα ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Ὁ πρῶτος ζοῦσε μέσα στήν χλιδή καί στήν καλοπέραση. Ὁ δεύτερος μέσα στόν πόνο καί στήν ἐγκατάλειψη. Ὁ πλούσιος εἶχε φίλους τούς ὁποίους κα­λοῦσε στό ἀνάκτορό του καί τούς παρέθετε πολυτελῆ γεύματα. Ὁ πτωχός δέν εἶχε κανένα ἄνθρωπο, εἶχε μόνο τά σκυλιά πού περιτρι­γυ­ρί­ζο­ντάς τον ἔγ­λει­φαν μέ συμπόνια τίς πληγές του. Ὁ πλούσιος ἦταν ἄνθρωπος στό σχῆ­­­­μα, ἀλλά μονοφάγο θηρίο στό φρόνημα. Ὁ πτωχός εἶχε καταντήσει σκε­­­λε­­τός στήν ὄψη, ἀλλά ἦταν ἄγγελος στήν ψυχή. Ὁ πρῶτος ἦταν πλού­σιος στά κτήματα, πλούσιος καί στά ἐγκλήματα, πλούσιος στό χρυσό καί πλού­­­σιος στό δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ζοῦσε μέσα σέ λαμπρά ἀνάκτορα, ἀλλά εἶχε σκοτάδι στήν ψυχή. Ποτέ δέν κατέκρινε τόν σκληρό καί σπάταλο πλού­­σιο. Καί μέ τά ψίχουλα ἐδόξαζε τό Θεό καί εὐγνω­μο­νοῦ­σε τόν πλού­σιο. Ἦταν ἄνθρωπος ἀγάπης καί ὑπομονῆς. Καί γι αὐτό τό λόγο ὁ δικαιο­κρί­της Θεός μέ τιμή καί δόξα τοῦ χάρισε τόν Παράδεισο.
Εἶχε τή δυνατότητα ὁ πλούσιος νά κερδίσει τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί νά καταστήσει τήν εὐτυχία του ἀτελεύτητη, μέ τό νά ἔδινε ἀγάπη στόν πάσχο­ντα ἀδελφό του. Ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ θεϊκή αὐτή ἀρετή, εἶναι ὁ μόνος βέβαιος δρόμος πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἐκεῖνος πού ἀγα­πᾶ ἔμπρακτα τόν συνάνθρωπό του κάνει φίλο τόν ἴδιο τό Θεό. Ἄλλωστε κά­θε ἐλεημοσύνη πρός τόν πλησίον μας εἶναι ἐλεημοσύνη πρός τόν Κύ­ριον. «Ἐφ΄ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε».
Ἡ εὐτυχία δέν βρίσκεται στό χρῆμα, ἀλλά στήν καρδιά μας. Δέν ἔ­χει καμμιά ἀξία τό χρῆμα, ἄν εἶναι πτωχή ἡ ψυχή μας· καί πάλι δέν Πα­θαί­νουμε τίποτα ἀπό τήν πενία, ἄν ἔχουμε πλούσια ψυχή. Ἀπό τή θέση πού παίρνουμε ἀπέναντι στόν πλοῦτο ἤ στή φτώχεια ἀνάλογα ὠφελού­με­θα ἤ βλαπτόμεθα ἀπ΄ αὐτά.
Ὁ Εὐαγγελικός λόγος περί ἀγάπης καί ἐλεημοσύνης φαίνεται βαρύς στόν ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας πού ἔχει μάθει νά με­τρᾶ τήν εὐτυχία μέ τήν ὕλη καί τήν εὐδαιμονία μέ τά ὑλικά ἀγαθά. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σήμερα στενεύουν τήν καρδιά τους καί διογκώ­νουν τά ταμεῖα τους, αὐξάνουν τίς καταθέσεις τους, ἐπενδύουν τίς οἰκο­νο­μίες τους, συγκε­ντρώ­νουν χρήματα μέ τήν ἐλπίδα, ὅτι αὐτά θά ἐξασφα­λί­σουν τήν εὐτυχία.  Μέ τό ἄγχος τῆς πλεονεξίας ποτέ δέν σταματοῦν γιά νά ἀπολαύσουν τόν πλοῦ­το τους, ἀλλά τρέχουν, ἀγωνιοῦν, κοπιάζουν. Κι οἱ πτωχοί δίκαια ἀγα­να­κτισμένοι τίς περισσό­τε­ρες φορές γιά τίς ἀδικίες, δέν ἔχουν τήν ὑπο­μο­νή καί τήν ἐμπιστοσύνη στόν προνοητή Θεό. Δέν δια­λέ­γουν τό δρόμο τῆς νομίμου διεκδικήσεως τῶν διακιωμάτων τους, ἀλλά ἐπα­ναστατοῦν, γεμίζουν τήν ψυχή τους μέ μῖσος καί δηλητήριο, μέ ἀπο­τέ­λε­σμα νά ἀποδεικνύονται πιό πλεονέκτες ἀπό τούς πλουσίους.
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί.
Θανάσιμος ἐχθρός τῆς ψυχῆς μας εἶναι ἡ πλεονεξία, τήν ὁποία ὁ           Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «εἰδωλολατρεία». Αὐτή τόν μέν πλούσιο κά­νει σκληρό καί ἀχόρταγο, τόν δέ πτωχό μεμψίμοιρο καί μισάνθρωπο. Στό­χος ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού θέτουν πάνω ἀπό τά φθαρτά τά ἄφθαρτα, πρέ­­πει νά εἶναι τό «εἰς Θεόν πλουτεῖν». «Κατά Θεόν πλοῦτος ἡ κτίσις τῶν ἀρετῶν». Θά ὑπάρχουν πάντοτε στήν κοινωνία μας πλούσιοι καί φτωχοί.      «Ἀμ­­φο­τέρους γάρ ὁ Κύριος ἐποίησεν». Μέ τόν θεϊκό ὅμως πλοῦτο τῆς ἀγά­πης θά μποροῦν νά συνεργάζονται καί νά ἐπικοινωνοῦν μέ πραότητα, διαλ­λα­κτικότητα καί κατανόηση. Ὅ­ταν ἀνάμεσα σέ πλουσίους καί πτω­χούς ὑπάρ­χει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τότε οἱ μέν πλούσιοι γίνονται προ­στάτες τῶν πτω­χῶν, οἱ δέ πτωχοί εὐεργέτες τῶν πλουσίων, ἀφοῦ μέ τήν ἐλεημοσύνη γίνο­νται αἰτία νά κερδίσουν οἱ πλούσιοι τόν ἄφθαρτο πλοῦ­το τοῦ Παρα­δεί­σου.
�G � � � 0� � � τόν τρόπο. Ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία. Καί μᾶς Πα­ρου­­­σία­σε τά ὄργανα τῆς θείας Χάριτος πού εἶναι οἱ Λειτουργοί τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑ­ψί­στου.
Ἄς προσπαθήσουμε κάθε φορά πού εἰσερχόμεθα στό Ναό τοῦ Θεοῦ νά παίρ­­­­νουμε τήν θεία Χάρη, γιά νά ἔχουμε σκέπη κραταιά καί ὅλπο προ­στα­σίας στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς καί ἀρραβῶνα τῆς αἰωνίου ζωῆς, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύ­χου­­με διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰη­σοῦ Χριστοῦ.

http://www.imfth.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=204:%CE%BA%CE%AE%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CE%B1&Itemid=179
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 16, 19-31)
Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Δύο διαφορετικοί τύποι ανθρώπων παρουσιάζονται μέσα από την σημερινή ευαγγελική περικοπή.Ο ένας είναι πλούσιος του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται. Τρέφεται με πολλά και ακριβά φαγητά, ντύνεται καλά και γενικώς ζει μέσα στις ανέσεις. Έχει σκληρή καρδιά και αδιαφορεί για τους φτωχούς ,τις χήρες και τα ορφανά. Νομίζει ότι τα πλούτη είναι μόνο για τον εαυτό του και κλείνει τα μάτια του μπροστά στην ανθρώπινη δυστυχία. Δεν τον ενδιαφέρει ούτε η ύπαρξη του Θεού, αφού θεοποίησε τα υπάρχοντά του και πίστεψε ότι δεν του χρειάζεται κάτι άλλο στην ζωή του.
Το άλλο πρόσωπο της περικοπής έχει όνομα. Λέγεται Λάζαρος και είναι πολύ φτωχός. Ζει κοντά στον πλούσιο και προσπαθεί να χορτάσει από τα αποφάγια του πλουσίου, παρέα με τους σκύλους που γλύφουν τις πληγές πού υπάρχουν στο άρρωστο κορμί του! Ενώ όμως βιώνει την έσχατη εξαθλίωση έχει την ελπίδα του στον Θεό. Δεν παραπονιέται για την δυστυχία του, δεν κακολογεί τον πλούσιο για την σκληρότητα που του δείχνει καθημερινά. Είναι ικανοποιημένος που μπορεί και κρατιέται στη ζωή έστω και με αυτά τα ελάχιστα.
Κάποτε όμως πέθαναν και οι δυο τους και τα πράγματα αντιστράφηκαν. Ο φτωχός Λάζαρος μεταφέρεται τιμητικά από τους Αγγέλους στον Παράδεισο, στην αγκαλιά του Αβραάμ. Ζει τώρα την αιώνια ευτυχία μαζί με τους εκλεκτούς του Θεού.Ο πλούσιος υποφέρει πάρα πολύ. Βλέπει διαρκώς την απέραντη ευτυχία αυτού που περιφρονούσε προκλητικά στην επίγεια ζωή του και ζητάει από τον Αβραάμ να τον στείλει στο μέρος του προκειμένου να δροσίσει λίγο την γλώσσα του με το δάκτυλό του. Αυτό όμως είναι αδύνατον γιατί οι δίκαιοι δεν έχουν επικοινωνία με τους αμαρτωλούς ούτε αισθάνονται την επίγεια ανθρώπινη δυστυχία. Μια τέτοια εμπειρία θα ήταν ικανή να διαταράξει την Παραδείσια μακαριότητα. Ο Αβραάμ υπενθυμίζει στον πλούσιο τις επίγειες απολαύσεις του και τις στερήσεις του Λαζάρου. Η κατάσταση άλλαξε οριστικά και δεν υπάρχει τώρα καμιά δυνατότητα για να γίνουν διορθωτικές κινήσεις. Ότι μπορέσουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή. Όταν το τρένο φύγει δεν υπάρχει η δυνατότητα να γυρίσει πίσω.
Ας μη βιαστούμε όμως να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο κεντρικός στόχος της διηγήσεως αυτής είναι η καταδίκη του πλούτου. Ο Θεός μας χαρίζει πλουσιοπάροχα τα αγαθά Του για τις καθημερινές μας ανάγκες. Τα υλικά αγαθά που δίνει ο Θεός δεν είναι ποτέ δυνατόν να είναι κακά και επιζήμια. Ο άνθρωπος καλείται να κάνει σωστή διαχείριση. Να μην είναι πλεονέκτης και να νομίζει ότι όλα είναι γι' αυτόν. Δεν είναι δυνατόν να υποδουλωθούμε στα πλούτη και να στηρίζουμε όλες μας τις ελπίδες σ 'αυτά. Τότε θα λησμονήσουμε Αυτόν που μας τα δίνει και τους διπλανούς μας που υποφέρουν. Θα πάθουμε ότι και ο πλούσιος της παραβολής μας.
Η σκληρότητα λοιπόν καταδικάζεται. Η θεοποίηση του πλούτου και η αδιαφορία για την αιώνια ζωή. Εφόσον υπάρχει θάνατος δεν είναι δυνατόν ποτέ να γίνουμε οριστικώς κάτοχοι οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου. Καλοί οικονόμοι και σωστοί διαχειριστές οφείλουμε να γίνουμε σ' όσα μας εμπιστεύθηκε η πρόνοια του Θεού.
Ο Θεός είναι γεμάτος από αγάπη και μακροθυμία απέναντί μας. Είναι ο πλάστης και ο σωτήρας μας. Μας σώζει το άπειρο έλεός Του εφόσον είμαστε και εμείς ελεήμονες κα ευσπλαχνικοί σε όσους έχουν την ανάγκη μας. Μην περιμένουμε το έλεος και την ευσπλαχνία του Θεού την στιγμή που εμείς φανήκαμε σκληροί και απάνθρωποι στην επίγεια ζωή μας. Αυτό είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένο και δεν αλλάζει με τίποτα. Εφόσον δεν ελεήσαμε τον αδελφό μας που τον βλέπουμε καθημερινά πως θα έχουμε την απαίτηση να μας ελεήσει ο Θεός που δεν τον βλέπουμε;
Την καρδιά μας θα την δώσουμε εκεί που είναι ο αληθινός θησαυρός μας. Τα αγαθά που μας δίνει ο Θεός στον κόσμο αυτό είναι προσωρινά και έχουν σκοπό να καλύψουν τις βιοτικές μας ανάγκες. Στόχος μας πάντα οι ουράνιοι θησαυροί, τα αιώνια και αναφαίρετα αγαθά της θείας Βασιλείας. Όποιος προσφέρει στον πάσχοντα συνάνθρωπο προσφέρει στην πραγματικότητα στον ίδιο τον Θεό. Είναι ο καλύτερος έμπορος αφού ανταλλάσει τα φθαρτά με τα άφθαρτα. Αν το καταλαβαίναμε αυτό όλοι μας δεν θα υπήρχε στον κόσμο δυστυχία και όλοι μας θα μοιραζόμαστε δίκαια τα αγαθά του Θεού. Θα ήταν όπως τα πρώτα χριστιανικά χρόνια που οι πιστοί μοιράζονταν μεταξύ τους τα πάντα. Υπήρχε κοινοκτημοσύνη και κανένας δεν πεινούσε. Τώρα έγιναν οι καρδιές μας σκληρές και δεν αισθάνονται τον πόνο του διπλανού μας. Η κρίση που περνάμε είναι μία εξαιρετική ευκαιρία να δούμε τα πράγματα διαφορετικά και να ανοίξουμε τις καρδιές μας στους διπλανούς μας. Τότε η χαρά μας θα είναι μεγάλη και θα χαιρόμαστε περισσότερο να δίνουμε παρά να παίρνουμε. Θα μας φύγει το άγχος του πλουτισμού και θα νοιώθουμε σαν να ζούμε από τώρα στον Παράδεισο, Αμήν!
Ι.Μ.ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

Κυριακη Ε’ Λουκά κεφ.16, στχ.19-31 

 Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Η παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου

Το νόημα στη ζωή

Το κεντρικό νόημα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής δεν είναι η καταδίκη του πλούτου και η εξύμνηση της συμφοράς και της φτώχειας, όπως ίσως φαίνεται από πρώτη άποψη. Το ευαγγέλιο αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε ότι τα κοινωνικά προβλήματα δεν είναι αδιάφορα για τον Χριστό, αλλά και δεν αποτελούν τον πρωταρχικό στόχο του. Ο φτωχός έχει την συμπάθεια του Θεού όχι γιατί είναι φτωχός αλλά γιατί στηρίζει την ελπίδα του στο Θεό και ο πλούσιος δεν καταδικάζεται γιατί έχει υλικά αγαθά, αλλά γιατί κινδυνεύει να παγιδευτεί στον πλούτο και να χάσει το νόημα της ζωής.


1) Η αναζήτηση του νοήματος της ζωής δεν είναι πρόβλημα μόνο της φιλοσοφίας αλλά και καθημερινή ανάγκη του ανθρώπου. Από την στιγμή που ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση του εαυτού του αρχίζει να διερωτάται για το νόημα της ζωής του. Και ανάλογα με την απάντηση που δίνει παίρνει και την αντίστοιχη στάση στα καθημερινά προβλήματα της ζωής. Συχνά πολλοί δυσκολεύονται να βρουν νόημα στη ζωή ιδιαίτερα σήμερα που ο άνθρωπος πραγματοποιεί καταπληκτικές προόδους σε όλα τα επίπεδα. Έτσι η αδυναμία αυτή του ανθρώπου παρουσιάζεται ως τραγική ειρωνεία

2) Ο άνθρωπος λοιπόν που σημειώνει τόσες επιτυχίες στην επιστήμη και την τεχνολογία, που έχει τόσα αγαθά και ανέσεις αστοχεί να βρει νόημα στη ζωή. Αυτό, από χριστιανικής απόψεως, είναι φυσικό, διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρει το νόημα της ζωής με την προσκόλλησή του στον υλικό κόσμο, αλλά με την αναφορά του στο Θεό. Ο εγκλωβισμός στην ύλη εμποδίζει την προσέγγιση του νοήματος της ζωής.


3) Το νόημα της ζωής βρίσκεται στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Η πίστη στο Θεό και η αναγνώριση της αγάπης του για τον άνθρωπο δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Η αληθινή ζωή προέρχεται από την πηγή της ζωής, τον Θεό. Όποιος είναι μακριά από τον Θεό είναι ουσιαστικά νεκρός. Η πραγματική ζωή βρίσκεται πέρα από την φθορά και τον θάνατο. Ο άνθρωπος είναι φθαρτός, ο Θεός άφθαρτος. Ο φθαρτός άνθρωπος βρίσκει την αιώνια και άφθαρτη ζωή με την μετοχή του στην χάρη του Θεού. Έτσι νικά την φθορά και τον θάνατο. Οι λέξεις "πλούσιος και φτωχός" του ευαγγελίου έχουν περισσότερο θρησκευτικό παρά κοινωνικό περιεχόμενο, δηλ. είναι η υπογράμμιση ενός κινδύνου αυτάρκειας, ότι η ευημερία είναι ατέλειωτη.


4) Η παραβολή θέλει να στρέψει την προσοχή μας και στο ότι η παρούσα ζωή συνδέεται οργανικά με την μέλλουσα. Η κοινωνία με τον Θεό στην παρούσα ζωή αποτελεί προϋπόθεση για να διατηρηθεί στη μέλλουσα. Μια τέτοια θεώρηση της ανθρώπινης ζωής εισάγει μια ριζική ανατροπή στην θεώρηση του κόσμου. Τίποτε δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως αγαθό, όταν περιορίζεται στον κόσμο και δεν συνδέεται με την αιωνιότητα. Τα πλούτη , οι τιμές, η υγεία ακόμα και η ίδια η ζωή δεν αποτελούν αγαθά από μόνα τους-κάτι τους λείπει όταν δεν εντάσσονται στην γενικότερη σχέση Θεού – ανθρώπου.

http://agiabarbarapatras.blogspot.gr/2008/11/16-19-31.html
 
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ (4/11/2012)
Αναγνώσματα:
Απόστολος: Γαλ. στ΄, 11 – 18.
 
Στίγματα θυσίας
Ολοκληρώνοντας τήν ἐπικοινωνία του μέ την Εκκλησία των Γαλατών, ὁ Ἁπόστολος Παῦλος, αγαπητοί μου αδελφοί, ἀναφέρεται στά στίγματα τοῦ πάθους καί τῶν θυσιῶν πού απέκτησε γιά τό ὂνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τά ὁποία, μάλιστα, αἰσθανόταν ἱδιαίτερη ὑπερηφάνεια, ἀφοῦ "κοσμοῦσαν" καί ταυτόχρονα, ταλαιπωροῦσαν τό σῶμα του.
Αὐτά τά στίγματα τοῦ πάθους καί τῶν θυσιῶν χαρακτήρισαν τή ζωή χιλιάδων Μαρτύρων καί ἐραστῶν τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας στό πέρασμα τῶν αἰῶνων καί ἀποτελοῦν ἀπόδειξη ἀφοσίωσης, πίστης καί ἀφιέρωσης ὁλόκληρης τῆς ζωῆς στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρῶπου.
Περνῶντας τά χρόνια καί οἱ αἰῶνες, ὃμως, καθῶς η Χριστιανική πίστη ἒπαψε νά διώκεται καί νά πολεμεῖται, αὐτά τά ἐμφανῆ στίγματα τῶν διώξεων ἒπαψαν νά ὑφίστανται. Καί πολλοί εἶναι ἐκείνοι οἱ Χριστιανοί στίς μέρες μας πού δικαιολογοῦνται γιά τή νοθρώτητα στήν πίστη καί στήν πνευματική τους ζωή, γιά τήν αὐτάρκεια τῆς πορείας τους μέσα στήν Ἐκκλησία, ισχυριζόμενοι ὃτι σήμερα η Εκκλησία, ως ελεύθερη έκφραση πίστης, δέ ζητᾶ ἀπό τα μέλη Της θυσίες, δέ ζητᾶ σωματικά πάθη καί στίγματα, γιά νά ἀποδείξουμε τήν πίστη μας. Ἂρα, εὒκολα μποροῦμε νά νιώθουμε καί νά προβάλλουμε τόν ἐαυτό μας ως καλοί Χριστιανοί, χωρίς κανένα κόστος καί καμία θυσία.
Τά πράγματα, ὃμως, δέν εἶναι ἒτσι. Μπορεῖ στίς μέρες μας ἡ Ἐκκλησία καί ἡ πίστη μας νά μή διώκονται, ὃπως στό παρελθόν, μπορεῖ τά στίγματα τοῦ πάθους νά μήν κάνουν τήν ἐμφάνισή τους στό σῶμα μας, ὁ κάθε Χριστιανός, ὃμως, καλεῖται νά σηκώσει τό δικό του Σταυρό, δίδοντας τή δική του μαρτυρία σέ ἓνα κόσμο πνευματικά ὑποτονικό καί νωθρό.
Μποροῦμε καί σήμερα νά φέρουμε ἐπάνω μας τά στίγματα Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃταν μαρτυροῦμε, μέ παρρησία, την Χριστιανική μας ἱδιότητα, χωρίς ντροπές καί ἀναστολές, πηγαίνοντας κόντρα στό ρεύμα τῆς ἀδιαφορίας καί τῆς ἀμφισβήτησης.
Μποροῦμε καί σήμερα νά φέρουμε τά στίγματα Ἰησοῦ Χριστοῦ, μένοντας σταθεροί στίς παραδόσεις καί τίς ἀρχές τῶν Πατέρων μας, ἐκείνων πού διαφύλλαξαν ὣς κόριν ὀφθαλμοῦ τήν Εὐαγγελική ἀλήθεια στό διάβα τῶν αἰώνων, μή ὑπολογίζοντας διώξεις καί πολεμικές.
Μποροῦμε καί σήμερα νά φέρουμε τά στίγματα Ἰησοῦ Χριστοῦ ὃταν κάνουμε τρόπο ζωῆς τό δρόμο τῶν ἀρετῶν, τῆς ταπείνωσης καί τῆς μετανοίας σέ ἓνα κόσμο ὑπερφύαλο καί ἐγωιστή, πού τό μόνο γιά τό ὁποίο ἐνδιαφέρεται εἶναι τό συμφέρον καί τό κέρδος, μέ ὁποιοδήποτε τίμημα καί θυσία.
Μποροῦμε καί σήμερα νά φέρουμε τά στίγματα Ἰησοῦ Χριστοῦ ὃταν ἀγωνιζόμαστε, μέ πάθος καί αἲσθημα εὐθύνης, γιά νά κρατηθοῦν ζωντανά καί ἀνόθευτα τά πιστεύματα καί τά ἰδανικά μας' ὃταν ἀγωνιζώμαστε μέ ἐντιμότητα καί ἀξιοπρέπεια ἐνάντια σέ ἐκείνους πού θέλουν, κατά καιρούς, νά ξεριζώσουν ὃ,τι ἒμεινε ἀκόμα ὂρθιο στόν τόπο μας, στό βωμό τῆς ἐξέλιξης, τῆς υποτιθέμενης "προόδου", ἰσοπεδώνοντας οὐσιαστικά τά πάντα, ἀντί «πινακίου φακῆς».
Μέ ὃλους αὐτούς τούς τρόπους μποροῦμε νά φέρουμε ἐπάνω μας τά στίγματα γιά τά ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στίγματα ὂχι σωματικοῦ πάθους, πλέον, ἀλλά πνευματικοῦ ἀγῶνα, σέ μιά ἐποχή πού ἒχει ξεχάσει νά ἀγωνίζεται γιά ὑψηλά ἱδεῶδη, αξίες ζωής καί ἀρχές καί παραδώθηκε ἀμαχητί στήν ἰσοπέδωση τῶν πάντων. Οἱ Χριστιανοί αὐτούς τούς τρόπους μαρτυρίου ἒχουμε. Ἂς τούς κάνουμε πράξη στή ζωή μας. ΑΜΗΝ!

http://imd.gr/site/uploads/eggrafa/kirigmata/sept_dec_2012/10_kyriaki_e_louka_04_11_2012.pdf

Κυριακή Ε' Λουκά [ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος]

Λουκ. 16, 19-31

Την εικόνα δύο ανθρώπων διαμετρικά αντίθετων μας παρουσιάζει σήμερα ο Χριστός, μέσα από την παραβολή του ευαγγελίου του Λουκά: ενός πλουσίου, ο οποίος ζούσε στην πολυτέλεια και την καθημερινή απόλαυση, και του φτωχού Λαζάρου, που προσπαθούσε να ξεγελάσει την πείνα του με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Αλλά και τα αδέσποτα σκυλιά προσέθεταν στην καθημερινή του δυστυχία, καθώς έρχονταν και του έγλειφαν τις πληγές. Κάποτε πέθανε ο φτωχός και άγγελοι τον μετέφεραν στην αγκαλιά του Αβραάμ. Πέθανε και ο πλούσιος και ετάφη. Και από τον άδη, όπου βασανιζόταν, σήκωσε το βλέμμα του και είδε τον Αβραάμ και στην αγκαλιά του το Λάζαρο.
- Ελέησέ με, του λέει, και στείλε το Λάζαρο να βουτήξει το δάχτυλό του στο νερό και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί ταλαιπωρούμαι σε τούτη τη φλόγα.

- Θυμήσου, του απαντά ο Αβραάμ, ότι όσο ήσουν στη ζωή απόλαυσες κάθε αγαθό, ενώ ο Λάζαρος κάθε κακό. Τώρα αυτός παρηγορείται, ενώ εσύ ταλαιπωρείσαι. Επιπλέον, υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσά μας, που καθιστά αδύνατη τη μετάβαση από τη μια πλευρά στην άλλη.
- Τότε, σε παρακαλώ, στείλε τον στο πατρικό μου σπίτι, γιατί έχω πέντε αδέλφια. Να τους διηγηθεί όσα συμβαίνουν εδώ, ώστε να μην έλθουν και αυτοί σε τούτο τον τόπο της βασάνου.
- Έχουν το Μωυσή και τους προφήτες. Ας ακούσουν εκείνους.
- Όχι πατέρα Αβραάμ, δεν αρκεί αυτό. Αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σε αυτούς, θα μετανοήσουν.
- Αν δεν ακούν το Μωυσή και τους προφήτες, δεν πρόκειται να πεισθούν ακόμα κι αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς.
Ποικίλες είναι οι σκέψεις που προκαλούνται από τούτη την παραβολή. Και πρώτη αυτή της αντιθέσεως ανάμεσα στην πρόσκαιρη και την αιώνια απόλαυση και ευτυχία. Ωστόσο, ο λόγος του Χριστού δεν αφορά την επιφανειακή – μανιχαϊστική αντίληψη που θέλει τα υλικά αγαθά να αντιστρατεύονται την σωτηρία της ψυχής. Ο πλούσιος δεν κατακρίθηκε γιατί ήταν πλούσιος, αλλά για την σκληροκαρδία του. Η ενασχόληση με την προσωπική του ευωχία δεν του άφησε ούτε το χρονικό ούτε το πνευματικό περιθώριο ώστε να προσέξει τον φτωχό δίπλα του, πολύ δε περισσότερο να τον βοηθήσει. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια είναι που τον αποξένωσε ουσιαστικά όσο ήταν στη ζωή από την κοινωνία των ανθρώπων, και μετά τον θάνατό του από την κοινωνία των αγίων. Ο φτωχός πάλι δεν αμείβεται στον παράδεισο επειδή ήταν φτωχός και κατατρεγμένος, αλλά επειδή παρά τη δυστυχία του δεν γόγγυσε ούτε κατά του Θεού ούτε κατά του πλουσίου, ούτε ακόμα και ενάντια στα σκυλιά που του έγλειφαν τις πληγές, απομυζώντας του και την ελάχιστη ρανίδα αίματος. Ο φτωχός αμείβεται για την υπομονή του, για την καρτερία του, για την ταπείνωσή του.
Η εικόνα επομένως που μας παρουσιάζει η σημερινή παραβολή, του φτωχού στον παράδεισο και του πλουσίου στον άδη, δεν αποτελεί δικαίωση με την έννοια της δίκης και της τιμωρίας. Πρόκειται ουσιαστικά για το αποτέλεσμα των επιλογών του καθενός, για τους καρπούς των έργων τους. Όπως ήδη αναφέραμε, ο εγωισμός του ενός τον οδηγεί στην αποκοπή από την κοινωνία με τους ανθρώπους και κατά συνέπεια από την κοινωνία με τον Θεό. Έτσι γίνεται θα λέγαμε ο καθένας με τα έργα του κριτής του εαυτού του, εφόσον ο ίδιος τελικά επιλέγει ελεύθερα και καθορίζει τη σχέση του με την κοινωνία, με τον πλησίον, με τον Θεό.
Λέμε ότι η κοινωνία μας έχει γίνει ζούγκλα, και αναζητάμε επισταμένως, αναλισκόμενοι σε συζητήσεις επί συζητήσεων, τα αίτια των διαφόρων κρίσεων και τους υπεύθυνους αυτής της καταστάσεως. Λες και αν βρεθούν οι υπαίτιοι και “τιμωρηθούν”, θα αλλάξει αυτομάτως το σύμπαν. Προσπαθούμε να εστιάσουμε γύρω μας, περνάμε τα πάντα από το μικροσκόπιο, κι όμως αφήνουμε έξω τους εαυτούς μας. Στη σύγχρονη ζούγκλα οι πάντες είναι ένοχοι εκτός από εμάς τους ίδιους. Αν όμως όλοι μας πιστεύουμε ότι δεν ευθυνόμαστε, τότε ή κατοικούν στη γη μόνο άγιοι ή φταίμε όλοι μας. Απέναντι επομένως στα μύρια δεινά που -ορθά- στηλιτεύουμε, οφείλουμε να αντιπαραθέσουμε τη δική μας προσωπική συμβολή για τη διόρθωσή τους. Ο γογγυσμός, η γκρίνια, η διαμαρτυρίες δεν προσφέρουν ουσιαστικά λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Εκείνο που χρειάζεται είναι η προσωπική μας συστράτευση και συμβολή στην επίλυση τους, στα μέτρα βέβαια των φυσικών, πνευματικών και υλικών δυνατοτήτων που διαθέτει ο καθένας.
Ο πλούσιος της παραβολής ζητάει από τον Αβραάμ να στείλει τον φτωχό Λάζαρο πίσω στη γη, ώστε να μετανοήσουν οι αδελφοί του. Ομολογεί ότι ο Μωυσής και οι προφήτες, δηλαδή ο νόμος του Θεού που περιγράφεται στην Αγία Γραφή, δεν αρκεί για να τους συνετίσει. Ο Χριστός βάζει στο στόμα του Αβραάμ τη φράση ότι εφόσον δεν σέβονται τους προφήτες, δεν πρόκειται να πειστούν ακόμα και αν κανείς αναστηθεί εκ νεκρών. Και εδώ βρίσκεται για ακόμα μία φορά η προφητική αλήθεια των λόγων του Χριστού: λίγο καιρό μετά από αυτή την παραβολή, ακολουθεί η ανάσταση του Λαζάρου και, όντως, πέρα από τον πρόσκαιρο ενθουσιασμό του πλήθους, κανείς δεν μετανοεί και δεν αλλάζει τρόπο ζωής. Αντίθετα, εκείνοι που δεν σέβονταν το νόμο του Θεού έγιναν εχθρικότεροι απέναντι στο Χριστό και τον οδήγησαν στο Σταυρό. Και ακολουθεί μια ακόμα πιο συνταρακτική ανάσταση, αυτή του ίδιου του Χριστού. Και πάλι, οι σκληοκάρδιοι και απειθείς δεν μετανοούν, αλλά οφελούνται μόνον όσοι έχουν πίστη στην καρδιά τους.
Συχνά ακούμε ότι χρειάζεται να κάνει κάποιο θαύμα ο Θεός, ώστε να διορθωθεί η κατάσταση της κοινωνίας μας. Να τιμωρήσει τους κακούς, ώστε να φοβηθούν και να διορθωθούν οι υπόλοιποι. Άλλοι πάλι εύχονται και ελπίζουν να αλλάξουν τα πράγματα. Οι επιτήδειοι πουλάνε φρούδες ελπίδες. Και κανείς στην ουσία δεν κινεί το δαχτυλάκι του προς την κατεύθυνση του ευκταίου. Η σημερινή ευκαιρία μας υπενθυμίζει ότι η οποιαδήποτε αλλαγή ξεκινά πρώτα από μέσα μας. Ότι ο φόβος δεν οδηγεί πουθενά, αλλά χρειάζεται πίστη, ελπίδα, αγάπη. Μόνη η ελπίδα, δίχως πίστη και χωρίς αγάπη, αποτελεί ουτοπία, έναν σπασμωδικό και ατελέσφορο τρόπο αντίδρασης για τα προκείμενα ή επερχόμενα δεινά.
Η πίστη όμως τροφοδοτεί τον άνθρωπο με την επίγνωση της πραγματικής του εικόνας και του εμπνέει τον σεβασμό προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Η αγάπη πάλι, “έξω βάλλει τον φόβον” και αποτελεί τον συνδετήριο ιστό της κοινωνίας, πάνω στα θεμέλια της ελευθερίας των προσώπων και όχι του περιορισμού των νόμων. Και με τις δύο αυτές, η ελπίδα δεν αποτελεί πλέον ουτοπία, αλλά προοπτική μιας νέας ζωής, αισιόδοξης και φωτεινής.
 

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Κυριακή ε' Λουκά

Ἦταν  ἕνας πλούσιος πού ζοῦσε καθημερινά τήν πολυτέλεια τοῦ πλούτου του ἀπολαμβάνοντας τά ἀγαθά του χωρίς νά ἐνδιαφέρεται γιά τόν φτωχό, τόν Λάζαρο, ὁ ὁποῖος καθόταν ἔξω ἀπό τήν πόρτα του γεμάτος πληγές.
Ἦλθε ὅμως ἡ ὥρα τοῦ θανάτου καί γιά τούς δυό. Καί ὁ μέν πλούσιος βασανιζόταν μέ τή μορφή τῆς δίψας ἐνῶ ὁ φτωχός ὁ Λάζαρος ἀπολάμβανε στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ τήν χαρά πού εἶχε στερηθεῖ στήν ἐπίγεια ζωή του.
Ὁ πλούσιος παρακαλεῖ τόν Ἀβραάμ καί νά ἀφήσει τόν Λάζαρο νά τόν δροσερεύσει στά χείλη του καί στόν ἴδιον νά τοῦ ἐπιτρέψει νά ἐμφανισθεῖ στούς δικούς του γιά νά πιστέψουν γιά τήν ὕπαρξη τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Ὁ Ἀβραάμ ὅμως ἀρνεῖται λέγοντας ὅτι ὑπάρχει χάσμα μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ Λαζάρου καί ὅτι ἐάν δέν ὑπάρχει ἀγαθή διάθεση τῆς ψυχῆς πρός τόν Θεό, ἡ ἐμφάνιση ἀναστημένου νεκροῦ στούς ζῶντες δέν θά ὠφελήσει.
Ἀδελφοί μου, σήμερα ὁ Κύριος μέ τήν παραβολή αὐτή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου ρίχνει ἄπλετο φῶς, στήν αἰώνια ζωή γεγονός πού ἔχει ἀνυπολόγιστη ἀξία καί σημασία γιά μᾶς. Μᾶς ἀποκαλύπτει λοιπόν, ὄχι μόνο τήν ὕπαρξη τῆς αἰώνιας ζωῆς ἀλλά καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ζοῦν οἱ ψυχές τήν αἰώνια ζωή.
Ἔτσι ἀνάλογα μέ τόν τρόπο ζωῆς τους στήν ἐπίγεια ζωή ἄλλες ἀπολαμβάνουν τά ἀγαθά της καί ἄλλες τά στεροῦνται γί’ αὐτό καί βασανίζονται καί ὑποφέρουν. Ἑπομένως ὁ Κύριός μας ἀποκαλύπτει ὄχι δυό τόπους ἀλλά δυό τρόπους τῆς αἰώνιας ζωῆς, ὁ ἕνας εἶναι τῆς ἀπόλαυσης τῶν ἀγαθῶν καί ὁ ἄλλος τῆς στερήσεως πού ἀποτελεῖ καί τή κόλαση.
Ἐκεῖνο ὅμως πού ἐντυπωσιάζει εἶναι ἡ ὕπαρξη ἑνός χάσματος ἀνάμεσα στίς ψυχές πού ἀπολαμβάνουν καί στίς ψυχές ποῦ στεροῦνται. Τί εἶναι ἄραγε αὐτό τό χάσμα;
Δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας ἀπό μέρους τῆς ψυχῆς ἀπέναντι στήν ἀγάπη καί τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Ὅσο περισσότερο ἔντονη εἶναι αὐτή ἡ συναίσθηση τόσο καί ἡ ψυχή αἰσθάνεται νά τή χωρίζει ἀπό τόν Θεό ἕνα χάσμα γιατί δέν τόν πίστευσε καί δέν τόν ἀγάπησε.
Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς συναίσθησης εἶναι νά στερεῖται τή ζωή τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τή δόξα του καί τή μακαριότητά του καί νά μή μπορεῖ νά ἐπικοινωνεῖ μέ τίς ψυχές τῶν πιστῶν καί τῶν δικαίων. Βλέπει ὁ πλούσιος τόν Λάζαρο ἀλλά δέν ἀπευθύνεται σέ αὐτόν ἀλλά στόν Ἀβραάμ.
Πέραν ὅμως αὐτοῦ ἡ ἁμαρτωλή ψυχή ἐνῶ βλέπει καί ἀναγνωρίζει τούς πιστούς καί τούς δικαίους πού ζοῦν τόν παράδεισο π.χ βλέπει ὁ πλούσιος τόν Λάζαρο καί τόν Ἀβραάμ, ὅμως δέν μπορεῖ νά δεῖ καί νά ἀναγνωρίσει τίς ἄλλες ἁμαρτωλές ψυχές. Δηλαδή δέν ἀναγνωρίζει ἡ μία τήν ἄλλη ὅπως μας λέει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος γιατί εἶναι στερημένες αὐτῆς τῆς παραμυθίας λέει ὁ Ι. Χρισόστομος. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μας λέει ὅτι « αὐτό εἶναι τό αἰώνιο πῦρ καί ὁ ἀτελεύτητος σκώληκας»
Ἀντίθετα, οἱ ψυχές τῶν πιστῶν καί τῶν δικαίων ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη γεγονός πού αὐξάνει τήν εὐφροσύνη τους «στούς σωζομένους ἔχει δοθεῖ ἀπό τόν Θεό ἡ χάρη νά εἶναι μαζί καί νά συνευφραίνονταί» μας τονίζει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Ἑπομένως χαρά καί εὐφροσύνη ἀποτελοῦν τόν παράδεισο, στέρηση καί ἀφόρητη μοναξιά τήν κόλαση. Εἶναι λοιπόν ἤ δέν εἶναι ἀνυπολόγιστης ἀξίας καί σημασίας γιά μᾶς ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου; Ἀποκαλυπτική, διαφωτιστική, καί ἐνημερωτική.
Ἀδελφοί μου, ἕνας σεβάσμιος ἀσκητής διηγήθηκε σέ ἕνα ἀμελῆ μοναχό τό ἑξῆς ὅραμά του. Τήν ὥρα τῆς προσευχῆς τοῦ ἀνηρπάγη ὁ νοῦς του καί εὑρέθηκε στήν αἰώνια ζωή. Σέ μία μεγάλη καί πολυάνθρωπη πόλη τῆς ὁποίας τό κάλλος καί ἡ ἀρχιτεκτονική δέν μποροῦσαν νά περιγραφοῦν ἀπό τήν ἀνθρώπινη σκέψη.
Τό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἀναρίθμητο, στολισμένοι μέ λαμπρές ἐνδυμασίες διαφόρων εἰδῶν καί χρωμάτων, ἐνῶ στίς κεφαλές τούς ἦταν ἀδαμαντοστόλιστα στεφάνια. Μερικά ἦταν σάν τό κρύσταλλο, ἄλλα χρυσοειδή καί ἄλλα μαργαροειδή.
Πλησίασε ὁ ἀσκητής ἕνα ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτούς καί τόν ἐρώτησε: «Ποιό τό ὕψος τῆς ἀρετῆς σου στόν πρόσκαιρο κόσμο καί γιά τά ὁποία τιμήθηκες ἐδῶ τόσο ὑπέρλαμπρα;»
«Ἐγώ ἀδελφέ μου ἤμουν φτωχός, ταλαίπωρος ἀσθενῆς καί χωλός ἀπό μικρή ἡλικία. Ἐπειδή ὅμως ὑπέμενα καρτερικά καί ἀγόγγυστα τό καμίνι τῆς φτώχιας μου καί τῆς μακρόχρονης ἀσθένειάς μου, ἀξιώθηκα ἀπό τόν Θεό νά ζῶ αὐτή τή δόξα καί λαμπρότητα πού βλέπεις».
Κατόπιν πῆγε σέ ἄλλον πού ὁ στέφανος τοῦ ἦταν ἀπό μαργαρίτες καί ἄλλους πολύτιμους λίθους. Τοῦ ἔκανε τήν ἴδια ἐρώτηση καί ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε.
«Ἤμουν ἐπίσκοπος καί μέ θεῖο φόβο ἐκυβέρνησα τό ποίμνιό μου καί ὅλα τά ἀρχιερατικά μου καθήκοντα καλῶς ἐτέλεσα, γί’ αὐτό καί ἦλθα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ σέ αὐτή τή χαρά καί εὐφροσύνη».
Μετά πῆγε σέ ἕνα ἄλλο πού φοροῦσε ἀργυροῦν στέφανο, τό πρόσωπό του ἔλαμπε ἡ δέ ἐνδυμασία τοῦ ἦταν λευκή σάν τό χιόνι, τοῦ ἔκανε τήν ἴδια ἐρώτηση καί ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε.
«Ἐγώ ἀδελφέ μου, ἤμουν λαϊκός ἄνθρωπος καί ἐξοικονομοῦσα τά τῆς ζωῆς μου μέ τόν ἱδρώτα τοῦ προσώπου μου. Ἔλαβα γυναίκα, ἀπέκτησα παιδιά, ὅσα ὁ Θεός μου ἔδωσε, καί σέ ὅλη μου τήν ζωή δέν ἐγνώρισα ἄλλη γυναίκα. Δέν ἐπείραξα κανένα, οὔτε ἀδίκησα, οὔτε ἐπίκρανα καί οὔτε ἐσυκοφάντησα. Ἔκανα ἐλεημοσύνη ὅσο μποροῦσα καί δέν ἀπουσίαζα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τά μυστήριά της, γί’ αὐτό καί ἡ ψυχή μου ἦλθε ἐδῶ καί ἀναπαύεται μαζί μέ τούς δικαίους ὅπως βλέπεις».
Λοιπόν ἀδελφοί μου ἄς ἀποφασίσουμε νά ζοῦμε ὅπως θέλει ὁ Κύριος γιά νά χαροῦμε κι ἐμεῖς τήν δόξα καί τήν εὐφροσύνη τοῦ παραδείσου καί ὄχι τή στέρηση καί τή μοναξιά τῆς κολάσεως. Καλή ἀπόφαση καί ὁ Κύριος νά εἶναι βοηθός σας.