ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

 Λόγος περί πίστεως (Ηλία Μηνιάτη (1669-1714), Επισκόπου Κερνίτσης και Καλαβρύτων)

Απεκρίθη Ναθαναήλ και λέγει τω Ιησού – Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού, συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ». (Ιω. 1, 50)

Όταν με πολλή ευλάβεια σκέπτομαι την αρχή, την αύξηση, και τη στερέωση της Ορθοδόξου Πίστεώς μας, ανακαλύπτω μυστήρια, ευρίσκω θαύματα, από την μια μεριά τόσον πολλά που μου είναι αδύνατον να τα περιγράψω με λόγια και από την άλλη τόσον υψηλά που μου είναι αδύνατον να φθάσω εκεί με το νου μου!


Επομένως, γεμάτος έκσταση από θάμβος και χαρά, δοξάζω μεν τον Ύψιστο Θεό που μας δίδαξε τέτοια πίστη, αναφωνώντας μαζί με τον προφήτη Δαυΐδ «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς αυτού και της συνέσεως αυτού ουκ εστίν αριθμός», τον δε ορθόδοξο λαό που έχει τέτοια πίστη μακαρίζω λέγοντας: «Μακάριος ο λαός, ού Κύριος ο Θεός αυτού».

Καίτοι για να κατακυριεύσει τις καρδιές των ακροατών αυτός ο υψηλότατος λόγος περί της ορθοδόξου πίστεως με όλη εκείνη την αήττητη ισχύ που έχει, θα έπρεπε να κηρυχθεί απ’ το στόμα ή ενός των αποστόλων και μαθητών του Χριστού ή ενός των θεόπνευστων διδασκάλων της Εκκλησίας μας.

Αυτοί έγιναν τα εκλεκτά εκείνα όργανα, τα όποια εξ αρχής χρησιμοποίησε το Άγιο Πνεύμα για να ακουσθεί σ’ όλη τη γη ο εύσημος ήχος της ευαγγελικής αλήθειας. Παρ’ όλα αυτά τολμώ κι εγώ να ανέβω σήμερα πάνω σε τούτο τον ιερό άμβωνα, για να κηρύξω όσο μπορώ και δύναμαι, τη δόξα και το μεγαλείο της Ορθοδοξίας.

Αυτή η σεβάσμια και κυριώνυμη ημέρα είναι ήμερα πανηγύρεως για τη νίκη της Ορθοδοξίας κατά των αντιπάλων αιρετικών.

Με παρακινεί, λοιπόν, η ομολογία του άδολου ισραηλίτη Ναθαναήλ, ο οποίος γνωρίζει «ον έγραψε Μωυσής εν τω Νόμω και οι Προφήται» και ομολογεί λέγοντας προς τον Θεάνθρωπο Κύριο μας: « Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού, συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ».

Αυτή είναι η πρώτη ομολογία της Ορθοδοξίας. Αλλά τι πιο χαρούμενο και ωφελιμότερο από το να ομιλεί ο ορθόδοξος διδάσκαλος — μακάρι και κάθε ημέρα — για την Ορθοδοξία και να απευθύνεται σε ορθοδόξους ακροατές;

Κι αυτό για να ριζώνει βαθύτερα το νεοφύτευτο δένδρο της πίστεως στις καρδιές των πιστών· να ποτίζεται συχνότερα με το καθαρό νάμα της Ευαγγελικής αλήθειας· να βλαστάνει περισσότερους ακήρατους καρπούς αιωνίου ζωής.

Πανάγιον Πνεύμα, συ που είσαι Πνεύμα σοφίας και συνέσεως χάρισε σήμερα φως γνώσεως στο νου μου, για να καταλάβω πρώτος εγώ· δος μου δύναμη λόγων στα χείλη μου, για να εξηγήσω και στους άλλους τα μεγαλεία των θαυμασίων σου, που έδειξες στην Ορθόδοξη πίστη των χριστιανών. Ναι, Παράκλητε αγαθέ, που είσαι το Πνεύμα της αληθείας. Χωρίς εσένα δεν μπορεί να θεολογήσει ανθρώπου γλώσσα. Δίδαξε και τη δική μου για να κηρύξει, πως άρχισε, πως αυξήθηκε, πως στερεώθηκε η Ορθοδοξία, η οποία είναι το υψηλότερο, το θαυμασιότερο, το θειότερο έργο της Θείας Σου σοφίας και δυνάμεως.

Με τη βοήθεια λοιπόν του Αγίου Πνεύματος, το οποίον τώρα παρακαλώ, θα διαιρέσω το λόγο μου περί Ορθοδοξίας σε τρία κεφάλαια, ορθόδοξοι ακροατές.

Θα αποδείξω στο πρώτο πως αυτή είναι όλη θεία κατά την αρχή της· στο δεύτερο, πως είναι όλη θεία κατά την αύξηση της· στο τρίτο όλη θεία στην στερέωσή της.

Θα καταλάβετε όθεν, πως η Ορθοδοξία είναι δημιούργημα και κατόρθωμα του ενός και μόνον Θεού. Ως εκ τούτου αυτή είναι η μόνη αληθινή διδασκαλία που πρέπει να πιστεύουμε, αυτή είναι η μόνη αληθινή οδός για να σωθούμε.

ΜΕΡΟΣ Α΄

Όποιος σκεφθεί καλά αυτό το φυσικό κόσμο, το σύστημα δηλαδή του παντός, τον ουρανό και τη γη και όλα όσα είναι ουράνια και επίγεια, θα βρει τόσα θαύματα, που εξ ανάγκης πρέπει να ομολογήσει πως όλα αυτά δεν θα μπορούσε να τα κάμει άλλος παρά μόνον ένας Θεός.Κι αυτό για τρεις κυρίως λόγους:

Πρώτον, για την παράδοξη αρχή τους. Πως δηλαδή έγιναν όλα εξ ουκ όντων, απ’ το μηδέν, χωρίς να προϋπάρχει ύλη.

Δεύτερον, για το άπειρον πλήθος. Πως λάμπουν τόσα αστέρια στον ουρανό· πως πολλαπλασιάζονται τόσα είδη πετεινών στον αέρα· πως τόσα γένη ζώων και φυτών στη γη και κητών στη θάλασσα.

Τρίτον, για το πως μπορούν και παραμένουν, πως διατηρούνται και διαφυλάσσονται με μια αδιάκοπη διαδοχή, με μια απαράλλακτη κίνηση, όλα στερεωμένα με μια αδιασάλευτη τάξη.

Αυτά όλα δεν θα μπορούσε να τα κάμει άλλος, παρά ένας Θεός.

Γι’ αυτό και ο προφήτης Δαυΐδ θαυμάζοντας αναφωνεί: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας!». Και ο Απόστολος Παύλος ωσαύτως μαρτυρεί: «Τα αόρατα αυτού από κτίσεως τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης». Λέγει ο Μέγας Βασίλειος: Πράγματα τόσον μεγάλα που γύρω μας βλέπουμε δεν θα μπορούσε να τα κάμει άλλος, παρά μόνον ένας Θεός πάνσοφος. Πράγματα τόσον χρήσιμα δεν θα μπορούσε να τα κάμει άλλος, παρά μόνον ένας Θεός πανάγαθος. « Εποίησεν ως δυνατός το μέγιστον, ως σοφός το κάλλιστον, ως αγαθός το χρήσιμον». Προσθέτει δε ο ίδιος, πως αυτός ο κόσμος της φύσεως «ψυχών διδασκαλείον λογικών και θεογνωσίας εστι παιδευτήριον».

Κατά παρόμοιο τρόπο, όποιος σκεφθεί καλά τον κόσμο της χάριτος, ήγουν το σύστημα των ορθοδόξων, την Εκκλησία του Χριστού, την πίστη των χριστιανών και εισέλθει στο τόσον ύψος της θεολογίας, μέσα σε τόσο βάθος μυστηρίων, μέσα στο τόσο φως των θείων αποκαλύψεων, στην τόση αλήθεια της διδασκαλίας, στην τόση αγιότητα του νόμου, στα τόσα κατορθώματα των Αποστόλων, στα τόσα ανδραγαθήματα των Μαρτύρων, στα τόσα θαύματα των Αγίων, είναι αδύνατο να μη ομολογήσει πως όλα αυτά δεν θα μπορούσε να τα κάμει παρά μόνον ένας Θεός.

Κι αυτό για τρεις λόγους: πρώτον, για την αρχή, πως άρχισε, πως ξεκίνησε. Δεύτερον, για την αύξηση, πως αυξήθηκε. Και τρίτον, για τη στερέωση, πως στερεώθηκε μια τέτοια ορθόδοξη πίστη.

Αρχίζω απ’ το πρώτο:

Πριν να δημιουργηθεί τούτος ο φυσικός κόσμος, δηλαδή ο ουρανός και η γη, τί υπήρχε; Χάος, άβυσσος, μηδέν. Λοιπόν· το να δημιουργηθεί απ’ το χάος, απ’ την άβυσσο, απ’ το μηδέν, αυτός ο υπέροχος κόσμος των θαυμάτων, αυτό δεν θα μπορούσε να το κάμει άλλος, παρά μόνον η παντοδύναμος δεξιά του Υψίστου: «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν». Και πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος της χάριτος, ήγουν η Εκκλησία του Χριστού, πριν να αρχίσει η πίστη και η Ορθοδοξία, τί υπήρχε; Χάος ασεβείας, άβυσσος απώλειας, τίποτε από δικαιοσύνη και αγιότητα.

Αν εξαιρέσετε ένα μικρότατο μέρος της γης, την Ιουδαία, όπου επροσκυνείτο ο αληθινός Θεός (αν και ο τόπος εκείνος ήταν πολύ μολυσμένος απ’ τα γειτονικά έθνη), όλος ο κόσμος ήταν γεμάτος από ειδωλολάτρες και είδωλα. Η Αίγυπτος, η Ελλάς, η Ρώμη που ήταν τα ευγενέστερα μέρη του κόσμου· βασιλείς και λαοί, σοφοί και αγράμματοι, άνδρες και γυναίκες, γέροντες και παιδιά, ηθέτησαν τον Κτίστη και προσκυνούσαν τα κτίσματα. Άλλος τον ήλιο, άλλος τη σελήνη, άλλος τ’ άστρα, άλλος ζώα, άλλος φυτά. Ο καθένας λάτρευε ό,τι ήθελε. Μάλιστα θεοποίησαν και τα δικά τους πάθη. Και αφού η πίστη είναι ό πρώτος κανών ζωής, αν πίστευαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, φανταστείτε πως ζούσαν. Ποιος φοβόταν να φονεύσει; Ποιος ντρεπόταν να πορνεύσει ή να μοιχεύσει; Αφού προσκυνούσαν θεούς αιμοβόρους σαν τον Άρη και τον Ηρακλή, θεούς πόρνους και μοιχούς σαν το Δία και την Αφροδίτη.

Ποιός θα παρεκινείτο να κάμει το καλό, αφού δεν υπήρχε ελπίδα για τον Παράδεισο; Ποιος θα απέφευγε το κακό, αφού δεν υπήρχε ο φόβος της αιωνίου κολάσεως; Ποιά ήθη θα μπορούσαν να υπάρξουν ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν τον Θεό και που αν τον γνώριζαν δεν τον ήθελαν; Το κακό ήταν γενικό και παμπάλαιο, οπότε έγινε φύσις, έξη.

Ο θρόνος του Εωσφόρου ήταν πολύ καλά στερεωμένος στη γη. Σ’ αυτόν ήσαν εντελώς αφιερωμένοι και δουλωμένοι οι άνθρωποι.

Τότε πράγματι «ο Θεός εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων, του ιδείν ει εστι συνιών ή εκζητών τον Θεόν. Πάν¬τες εξέκλιναν, άμα ήχρειώθησαν, ουκ εστι ποιών αγαθόν, ούκ εστίν εως ενός».

Τώρα, μετρήστε με το νου σας τα βάθη της πλάνης και της απώλειας στην οποία ήταν βυθισμένος ο κόσμος. Μετρήστε το ύψος της θεογνωσίας και της αγιότητας στον όποιον επρόκειτο να ανεβεί αυτός ο κόσμος με την πίστη του Χριστού.

Επρόκειτο να παύσει η ειδωλολατρία που ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη στις καρδιές των ανθρώπων και να πιστευτεί ένας και μόνον Θεός. Και όχι απλώς ένας Θεός, αλλά Θεός που βρίσκεται στους ουρανούς με μία φύση και τρεις υποστάσεις, αλλά και που οι τρεις αυτές υποστάσεις να είναι ένας Θεός. Και ακόμη, να είναι Θεός στη γη με δύο φύσεις και μία υπόσταση. Θεός ομού και άνθρωπος, πεθαμένος πάνω σ’ ένα σταυρό. Επρόκειτο να γκρεμισθούν όλοι οι ναοί των ειδώλων που είχαν σκεπάσει όλη τη γη και να χτιστεί μια νέα Εκκλησία, μέσα στην οποία σαν σε ποίμνη θα συνάζονταν όλα εκείνα τα απολωλότα πρόβατα. Επρόκειτο να κηρυχθεί μια νέα διδασκαλία εκ διαμέτρου εναντία στη φιλοσοφία του κόσμου τούτου. Αυτή θα έκανε τους ανθρώ¬πους επίγειους αγγέλους στην αρετή, αυτούς που ήσαν προηγουμένως στην κακία επίγειοι δαίμονες. Επρόκειτο με λίγα λόγια, ο κόσμος που είχε πια γεράσει μέσα στην αμαρτία να ανακαινιστεί στην αγιότητα, να γίνει άλλος εξ άλλου, ν’ αλλάξει και πίστη και ζωή. Και αληθινά άλλαξε.

Μα μια τέτοια παράδοξη αλλαγή, μια τέτοια αλλοίωση, ποιας δεξιάς μπορούσε να είναι κατόρθωμα; Απολύτως καμιάς άλλης, παρά του Θεού: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Μόνον ο ύψιστος Θεός, που δεν έχει ανάγκη από καμιά βοήθεια για να κάμει ό,τι θέλει, θα μπορούσε να κάμει ένα έργο τόσο θαυμαστό, απ’ το τίποτε.

Γιατί ποιό απ’ τα δημιουργήματα φάνηκε στη γη για να ιδρύσει την Εκκλησία, για να διδάξει την πίστη του Χριστού; Δεν κατέβηκε απ’ τους ουρανούς ένας άγγελος ή ένας αρχάγγελος για να καταπλήξει τους ανθρώπους με δύναμη υπερφυσική και με εξαίσια θαύματα.

Δεν βρέθηκε εδώ στη γη ένας αντρειωμένος στρατιώτης ή ένας σοφός ρήτορας ή ένας ένδοξος πλούσιος, ώστε να εξαναγκάσει, να μεταπείσει ή να παρασύρει τους ανθρώπους σε μια νέα πίστη ή με το φόβο των όπλων ή με την τέχνη της ευγλωττίας ή με το πλήθος των δωρεών. Συνέβη το όλως εναντίον! Λέγει ο μακάριος Απόστολος Παύλος: Για να καταισχύνει ο Θεός τη σοφία του κόσμου διάλεξε ανθρώπους αμαθείς· για να νικήσει τη δύναμη του κόσμου διάλεξε ανθρώπους ασθενείς· για να ταπεινώσει την υπερηφάνεια του κόσμου, διάλεξε ανθρώπους εξουθενωμένους, καταφρονημένους· για να καταργήσει του κόσμου την έπαρση, διάλεξε το τίποτε. «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση».

Και ποιοι είναι αυτοί;

Άνθρωποι Ιουδαίοι στην καταγωγή, που σημαίνει ότι ήσαν το όνειδος, η ντροπή και το εξουθένημα όλων των άλλων εθνών. Αλιείς στο επάγγελμα, που σημαίνει πως ήσαν αγράμματοι και πένητες. Δώδεκα στον αριθμό, δηλαδή πολύ ολίγοι. Κι’ αυτοί είναι που διάλεξε ο Θεός για να πάνε να κηρύξουν το ευαγγέλιο σ’ όλο τον κόσμο: «πορευθέντες κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει».

Σαν να τους βλέπω να κατεβαίνουν απ’ το υπερώο της Ιερουσαλήμ και να ετοιμάζονται για να πάνε άλλος στο ένα, άλλος στο άλλο μέρος της οικουμένης.

Σταθείτε, σταθείτε για λίγο, ω άνδρες Γαλιλαίοι! Περιμένετε λίγο, σας παρακαλώ. Θέλω να μου πείτε: — «Τι πάτε να κάνετε; Ποιό είναι το έργο σας»; «Εμείς, αποκρίνονται, είμαστε απεσταλμένοι να πάμε άλλος στη Ρώμη, όπου ευρίσκεται ο θρόνος της βασιλείας του κόσμου, άλλος στην Αθήνα όπου είναι η έδρα όλης της σοφίας της γης, άλλος στους Ινδούς και άλλος στους Σκύθες, σε έθνη άγρια και βάρβαρα, μέχρι τα έσχατα σημεία της οικουμένης. Να εξοστρακίσουμε κάθε άλλη θρησκεία και να παρακινήσουμε τους ανθρώπους να δεχθούν μια νέα πίστη. Να πιστέψουν δηλαδή για Θεό ένα άνθρωπο, όπου εγεννήθη χωρίς πατέρα από μόνη τη μητέρα και αυτή παρθένο. Να πιστέψουν σ’ ένα άνθρωπο πτωχό, ο οποίος πέθανε πάνω σ’ ένα σταυρό στα χρόνια του Ποντίου Πιλάτου, ανάμεσα σε δύο ληστές, και ο οποίος αφού πέθανε ανεστήθη, ανέβηκε στους ουρανούς και απ’ τους ουρανούς πρόκειται να κατέβει και πάλι, για να κρίνει όλο το ανθρώπινο γένος. Πηγαίνουμε να πείσουμε τους ανθρώπους, ότι για την αγάπη και την πίστη αυτού του εσταυρωμένου πρέπει να είναι έτοιμοι ν’ αρνηθούν τον κόσμο, την πατρίδα, τους γονείς, τα τέκνα, την ίδια τους τη ζωή. Να προτιμήσουν τη φτώχεια και την καταφρόνηση απ’ όλους τους θησαυρούς και απ’ όλα τα βασίλεια της γης. Τη σκληραγωγία απ’ όλες τις διασκεδάσεις. Να αγαπιούνται μεταξύ τους με τέτοιαν αγάπη, οπού ν’ αγαπούν και τους ίδιους ακόμα τους εχθρούς. Να ανταλλάσσουν τις βρισιές με ευχές, το μίσος με ευεργεσίες.

Πηγαίνουμε να κηρύξουμε αυτή τη νέα διδασκαλία, όχι μόνο σε ασήμαντους ανθρώπους, αλλά και σε στρατάρχες και βασιλείς, σε ρήτορες και φιλοσόφους. Θέλουμε να παρατήσουν τα σκήπτρα και τα διαδήματα και να πιάσουν το Σταυρό. Να υποτάξουν όλοι αυτοί το νου και τη θέλησή τους στην πίστη του Εσταυρωμένου. Πηγαίνουμε να μεταστρέψουμε τον κόσμο σε άλλη πίστη και σε άλλη ζωή. Να κάνουμε τους ειδωλολάτρες χριστιανούς, τους ασεβείς αγίους».

— «Καλά είναι όλα αυτά. Μπαίνετε σ’ ένα μεγάλο και δύσκολο επιχείρημα. Όμως πού είναι τα στρατεύματά σας»;

— «Εμείς είμαστε μόνον δώδεκα».

— «Πού είναι τα όπλα σας»;

— « Εκείνος που μας έστειλε, μας παρήγγειλε να μη πάρουμε μαζί μας ούτε ένα ραβδί».

— « Εσείς, λοιπόν, έχετε κατά νου να τραβήξετε στη γνώμη σας τους ανθρώπους με το πλήθος των χρημάτων»;

— «Όχι είμαστε τόσο πτωχοί, όπου κι αυτά τα ολίγα υπάρχοντα που είχαμε, τ’ αφήσαμε όλα».

— «Μα, μήπως έχετε τουλάχιστον τη δύναμη του λόγου; Είσθε τόσον εύγλωττοι ρήτορες, ώστε να πείσετε τους ανθρώπους να δεχθούν διδασκαλίες τόσον παράδοξες και ενάντιες σε κάθε φυ¬σικό λόγο»;

— «Μήτε αυτό· εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η σοφία του κόσμου. Δεν ομιλούμε άλλη γλώσσα, παρά αυτή του γένους μας».

— «Και με τί νομίζετε ότι θα επιστρέψετε στην πίστη πού διδάσκετε ένα ολόκληρο κόσμο»;

— « Εμείς δεν πιστεύουμε σε καμιά ανθρώπινη δύναμη, παρά μόνο στη δύναμη του Διδασκάλου που μας εξαπέστειλε. Έτσι ελπίζουμε να κατορθώσουμε τα πάντα. Πάντα δυνάμεθα εν τω ενδυναμούντι ημάς Χριστώ».

Τί ακούω, ακροατές μου, τί ακούω; Όσα είπαν ότι θα κατορθώσουν αυτοί οι άνθρωποι τα κατόρθωσαν. Τώρα πείτε μου, σας παρακαλώ. Ποιός άλλος θα μπορούσε να κάνει τέτοιο κατόρθωμα, να κτίσει αυτή την Ορθόδοξη Εκκλησία από το τίποτα, με τέτοιους ανθρώπους μηδαμινούς, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ποιός άλλος θα μπορούσε να το κάνει παρά ένας παντοδύναμος Θεός; Ναι! «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν». Όχι αγγέλου, όχι ανθρώπου, αλλ’ εκείνη η πανσθενής δεξιά του Θεού, αυτή που δημιούργησε απ’ το μηδέν τη φύση, αυτή είναι που δημιούργησε από το τίποτε, «εκ του μη όντος», το νέο κόσμο της Χάριτος.

Να, λοιπόν, που η Ορθοδοξία είναι όλη θεία ως προς την αρχή της.

Είναι όμως θεία και στην αύξηση. Γιατί και ο τρόπος με τον οποίον αυξήθηκε είναι θείος.

Η πίστη των χριστιανών είναι μία διδασκαλία ουράνια, υπέρ φύσιν, υπέρ λόγον, υπέρ έννοιαν. Περιέχει μυστήρια που δεν αποδεικνύονται, που δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε. Είναι η πίστη «ελπιζομένων υπόστασις, έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων», όπως την ορίζει ο Απόστολος Παύλος.

Πιστεύουμε εις ένα Θεόν, απλούστατον και αδιαίρετον, πλην όμως Θεόν Τρισυπόστατον, Θεόν Πατέρα, Θεόν Υιόν, Θεόν Πνεύμα Άγιον, τρεις κατά τις υποστάσεις και ένα κατά την ουσία και φύση. Πιστεύουμε πάλι εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ομού άνθρωπον, ομού Θεόν, διπλούν στη φύση και ένα στην υπόσταση. «Τίς σοφός και συνήσει ταύτα»;

Βλέπουμε εκεί στην αγία Τράπεζα άρτο και πιστεύουμε ότι εκεί είναι αληθώς το σώμα του Ιησού Χριστού. Δηλαδή σώμα έμψυχο, σώμα ολόκληρο, που ορίζεται σ’ ένα τόπο, μα δεν περιγράφεται, που μερίζεται μα δεν διαιρείται, που εσθίεται (τρώγεται) μα δεν δαπανάται που πολλαπλασιάζεται στον ουρανό και στη γη σε όλες τις εκκλησίες των Ορθοδόξων και είναι ένα και το αυτό σώμα.

Βλέπουμε εκεί, στην αγία Κολυμβήθρα, νερό φυσικό, που βρέχει το σώμα και πιστεύουμε πως αυτό είναι πνευματικό λουτρό, που καθαρίζει τη ψυχή. Στα Μυστήρια άλλα βλέπουμε με τα μάτια και άλλα πιστεύουμε νοητώς με τη ψυχή. Αρνείται ο νους τις αισθήσεις, τόσο που και ο νους να μη πιστεύει στον εαυτό του.«Τίς σοφός και συνήσει ταύτα»! Αυτά είναι δόγματα που δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους.

Ακόμη:

Η πίστη των χριστιανών είναι ένας εντελώς πνευματικός νόμος, αγιώτατος. Είναι νόμος που επιβάλλει πτωχεία, παρθενία, νηστεία, εγκράτεια, ταπεινοφροσύνη και μιαν αγάπη τόσον τέλεια, που παραγγέλλει να αγαπάμε και τους εχθρούς μας. Είναι ένας νόμος που θέλει τον άνθρωπο να ζει ζωή πνευματική που θέλει τον κόσμο να είναι άγιος. Αυτός όμως ο νόμος είναι ενάντιος στο νόμο του κόσμου και της σαρκός . Αυτές είναι διδασκαλίες που η ανθρώπινη θέληση δεν τις δέχεται με χαρά. Και παρ’ όλα αυτά, μια διδασκαλία τόσο δύσκολη στο νου, ένας νόμος τόσο βαρύς για τη θέληση, αυξήθηκε, προχώρησε προς κάθε σημείο της γης, σε κάθε τάξη ανθρώπων.

Μα πώς;

Μήπως με κανένα όργανο ανθρώπινης δυνάμεως; Όχι! Αντίθετα μάλιστα! Όλη η δύναμη των ανθρώπων συντροφευμένη με όλη τη δύναμη των δαιμόνων, αντιστάθηκε και αντιπολέμησε. Συλλογισθείτε, χριστιανοί μου, το εξής:

Βλέπετε έξω, σ’ ένα κάμπο, μερικά πρόβατα. Πολεμούν με λύκους, ακόμα και με λιοντάρια, με δράκοντες και με άλλα θηρία. Είναι αναρίθμητα στο πλήθος, ανήμερα στην αγριότητα, θανατηφόρα στο φαρμάκι. Αν βλέπατε τα λίγα εκείνα πρόβατα να νικούν, να διώχνουν και να διασκορπίζουν τους λύκους, τα λιοντάρια, τους δράκοντες και όλα τα άλλα θηρία αν τα βλέπατε κατόπιν διαμοιρασμένα σε διαφόρους τόπους, να πολλαπλασιάζονται, να αυξάνουν και να γίνονται μια πολυάριθμη ποίμνη τί θα λέγατε; Θα λέγατε, βέβαια, πως τούτο δεν είναι κάτι το φυσικό, μα ένα εξαίσιο θαύμα.

Ακριβώς αυτό συνέβη στην Εκκλησία του Χριστού.

Βλέπω σαν δώδεκα πρόβατα εκείνους τους δώδεκα αποστόλους, τους οποίους εξαπέστειλε ο Κύριος στο παγκόσμιο κήρυγμα, σαν να τους έστειλε για πόλεμο στον κάμπο. Τους προειδοποίησε ο ίδιος: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων». Δεν είναι λύκοι μόνον οι χριστιανομάχοι Ιουδαίοι. Είναι και οι δράκοντες, οι αποστάτες και οι αντίθεοι δαίμονες. Αναρίθμητα θηρία ορατών και αοράτων εχθρών, που βγήκαν με ακράτητη οργή και θυμό να πολεμήσουν τα πρόβατα του Χριστού, τη νεόλεκτο Εκκλησία.

Μα τι παράδοξο είναι το θέαμα που βλέπω! Βλέπω πως εκείνα τα λίγα πρόβατα νίκησαν, έδιωξαν, διασκόρπισαν και λύκους και λιοντάρια, και τυράννους και δαίμονες και όλους τους εχθρούς. Βλέπω πως αυτοί οι ταπεινοί κατανίκησαν τους υπερήφανους, οι άοπλοι τους δυνατούς, οι φτωχοί τους βασιλείς, οι αγράμματοι τους φιλοσόφους. Οι δώδεκα έγιναν αναρίθμητοι, αυξήθηκαν, επληθύνθησαν, γέμισαν όλη τη γη. «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών».

Βλέπω πως πάνω στα τρόπαια του Καπιτωλίου της Ρώμης υψώθηκε ο Σταυρός του Χριστού. Βλέπω πως στην Αθήνα έπεσε ο βωμός ο αφιερωμένος «αγνώστω θεώ» και προσκυνείται ο Εσταυρωμένος. Βλέπω πως καθώς λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «εν χρόνω βραχεί αλιείς και τελώναι αυτής των πόλεων επελάβοντο κορυφής» και «ο σκηνοποιός την Ελλάδα, την βάρβαρον πάσαν επέστρεψε». Βλέπω πως ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα. Βλέπω παν όρος και βουνόν τεταπεινωμένον, τα σκολιά εις ευθείας, τας τραχείας εις οδούς λείας. Πάσα σαρξ βλέπει το σωτήριον του Θεού ημών. Βλέπω έθνη βάρβαρα βαπτισμένα, πόλεις, επαρχίες, βασίλεια ορθόδοξα. Βλέπω ερήμους γεμάτες ασκητές, μοναστήρια γεμάτα από αγίας παρθένους. Βλέπω πλήθη αναρίθμητα μαρτύρων, τα όποια για την αγάπη του Χριστού τρέχουν ως πρόβατα επί σφαγήν, τρέχουν στο μαρτύριο. Βλέπω τον πριν άθεο ή πολύθεο κόσμο, τον πρότερον ασεβή και ακάθαρτο να γίνεται ευσεβής, άγιος, χριστιανικός. Παντού κηρύττεται το Ευαγγέλιο, παντού νικά η πίστη «αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών».

Μα τέτοια αλλοίωση, τέτοια μεταβολή, τίνος είναι κατόρθωμα; Χωρίς καμιά αμφιβολία, «αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Τούτο το μεγάλο έργο πώς έγινε; Βεβαιότατα «δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν». Ναι, η δεξιά του Κυρίου ήταν εκείνη που αύξησε την Ορθοδοξία «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως». Η δεξιά του Κυρίου ήταν αυτή που έκανε ώστε η μία γλώσσα των Αποστόλων να ακούεται από διαφορετικά έθνη. Αυτή ήταν όπου με τα χέρια των Αποστόλων έπεφταν οι ναοί των ειδώλων, συντρίβονταν τα είδωλα, πίστευαν οι ειδωλολάτρες. «Διά των χειρών των Αποστόλων εγίνοντο σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά».

Σημεία: Γιατρεύονταν άρρωστοι, καθαρίζονταν λεπροί, ανασταίνονταν νεκροί, εδιώκοντο ακάθαρτα πνεύματα.

Τέρατα: Λιοντάρια φιλούν τα πόδια αγίων ανδρών, μάρτυρες παραμένουν ακατάφλεκτοι μέσα στη φωτιά, παρθένοι πολεμούν με θηρία και τα δαμάζουν. Βουνά ασάλευτα περπατούν, θάλασσα φουρτουνιασμένη γαληνεύει με την προσευχή ενός χριστιανού! «Σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά»!

Ελάτε τώρα σεις οι άθεοι, ελάτε σεις οι άπιστοι, ελάτε σεις οι ασεβείς, ελάτε όλοι σεις οι εχθροί της ορθοδόξου μου Πίστεως.

Όσες ακτίνες έχει ο ήλιος, τόσες είναι και οι αποδείξεις που βεβαιώνουν πως αυτή η πίστη που πιστεύω είναι η αληθινή πίστη.

Πλην όμως θέλω να σας προβάλω ένα επιχείρημα: Τα θαύματα αυτά με τα οποία εγώ ισχυρίζομαι πως ο Θεός αύξησε την πίστη των χριστιανών, έγιναν πράγματι ή δεν έγιναν;

Αν πράγματι έγιναν, άρα αυτή η πίστη είναι η αληθινή πίστη του Θεού, ένεκα της οποίας ο Θεός έκαμε τόσα θαύματα.

Αν δεν έγιναν, πως είναι δυνατόν μια τέτοια πίστη, μια διδασκαλία τόσο δύσκολη στο νου, ένας νόμος τόσο βαρύς στη θέληση, να εξαπλωθεί σ’ όλη την οικουμένη χωρίς καν θαύματα; Αυτό ακριβώς είναι θαύμα ακόμη μεγαλύτερο, μάλιστα είναι το θαύμα των θαυμάτων. Και εφ’ όσον ούτως η άλλως είναι θαύμα, τούτο είναι έργο του Θεού. «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν».

Αν λοιπόν η ορθόδοξη πίστη είναι θεία ως προς την αρχή της, είναι θεία και ως προς την αύξησή της, μήπως δεν είναι τάχα θεία και στην στερέωσή της;

Το Πανάγιο Πνεύμα εμφανέστατα εξεικόνισε τη μυστηριώδη οικοδομή της αγίας μας Εκκλησίας με το στόμα του Σολομώντος: « Η Σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον και υπείρησε στύλους επτά».

Η Σοφία… μα ποιά σοφία τάχα; Η σοφία των ανθρώπων; Η σοφία των αγγέλων; Όχι, λέει ο Απόστολος Παύλος: «Σοφία, ην ούδεις των αρχόντων του αιώνος τούτου έγνωκε». Η αληθινή, η υπέρ φύσιν και υπέρ άνθρωπον οικοδομή της Εκκλησίας δεν ήταν δυνατόν να είναι εφεύρημα κτιστής σοφίας. Είναι επομένως αυτή αύτη η ανωτάτη Σοφία του Θεού.

Αυτή που με στάθμη, μέτρο και αριθμό έκτισεν αρρήτως τα πάντα. Αυτή που κάθεται στον ουρανό επί θρόνου δόξης και προσκυνείται από τους αγγέλους. Αυτή «ωκοδόμησεν εαυτή», έκτισε εδώ στη γη «οίκον» για να προσκυνείται, και από τους ανθρώπους. ΄Εκτισε οίκο προσευχής οίκον αγιασμού, οίκον σωτηρίας, την Εκκλησία. Και έβαλε θεμέλιον αυτού του οίκου Του την ομολογία εκείνη που σήμερα ακούσατε από τον Ναθαναήλ: «Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού».

Είναι η ίδια που έκανε και ο Πέτρος, όταν ομολόγησε: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος».

Μαθαίνουμε, λοιπόν, πως αυτός ο Υιός του ζώντος Θεού, αυτός που με την καρδιά μας πιστεύουμε και με το στόμα ομολογούμε, είναι το βασικό θεμέλιο της Εκκλησίας, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, η ασάλευτη και αρραγής πέτρα της πίστεως.

Με αυτό τον τρόπο προφητεύει ο Ησαΐας: «Ιδού τίθημι υμίν λίθον ακρογωνιαίον, εκλεκτόν, έντιμον, και ο πιστεύων εις αυτόν ου μη καταισχυνθή». Το αυτό προφητεύει και ο Δαυΐδ: «Λίθον, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας». Το ίδιο μας διδάσκει ο Απόστολος Παύλος: «Θεμέλιον γαρ άλλον, ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστιν Ιησούς ο Χριστός». Έτσι ερμηνεύει ο Θεοδώρητος στον τρίτο λόγο του Άσματος των Ασμάτων, ο Μέγας Βασίλειος στο λόγο περί Μετανοίας και στο Πρόσεχε σεαυτώ, ο Ιερός Χρυσόστομος στην ερμηνεία του Ματθαίου και πολλοί άλλοι διδάσκαλοι της Πίστεως.

Ο Κύριος παριστά αυτή την στερέωση του μυστικού οίκου αλληγορικά. Λέει πως ο φρόνιμος άνθρωπος «εθεμελίωσε την οικίαν αυτού εις την πέτραν. Και κατεβη η βροχή και ήλθον οι ποταμοί και επνευσαν οι άνεμοι και προσέπεσαν τη οικία εκείνη και η οικία ουκ έπεσε, τεθεμελίωτο γάρ επί την πέτραν». Οικία θεμελιωμένη επάνω στην πέτρα, στερεά και ασάλευτη είναι η Εκκλησία του Χριστού, κτισμένη από το Φρόνιμο, τον Πάνσοφο, τον Θείον Αρχιτέκτονα.

Με τρεις τρόπους επεχείρησε ο διάβολος να την γκρεμίσει. Με βροχή, για να την καταποντίσει. Με ποταμούς, για να την ξεθεμελιώσει. Μα ανέμους, για να την κατεδαφίσει.

Αυτοί οι τρεις εχθροί που ξεσήκωσε για να την πολεμήσουν ήσαν οι Ιουδαίοι, οι τύραννοι και οι αιρετικοί.

Πρώτα-πρώτα κατέβηκε η βροχή, ο φθόνος δηλαδή των Ιουδαίων. Αυτοί που σταύρωσαν τον Κτίστη της οικίας, φαντασθείτε πόσο μισούσαν τους συνεργούς Του, τους μαθητές. Το όνομα του Χριστού, που φανερά πια εκηρύττετο, τους κάρφωνε την καρδιά. Το μεγαλείο της Εκκλησίας, που αυξανόταν καθημερινά εις βάρος της Συναγωγής, τους φαρμάκωνε τη ψυχή.

Είναι αδύνατον να περιγράψει κανείς πόσες επιβουλές, πόσες συκοφαντίες, πόσους διωγμούς, πόσους πολέμους έκαναν εναντίον των Αποστόλων και των νέων χριστιανών.

Όπως όλοι γνωρίζετε, ο κατακλυσμός που στα παλιά εκείνα χρόνια καταπόντισε όλη τη γη, κράτησε σαράντα μερόνυχτα. Ο κατακλυσμός του Ιουδαϊκού φθόνου κράτησε σαράντα χρόνια με σκοπό να καταποντίσει την Εκκλησία. Αλλά καθώς τότε η Κιβωτός δεν καταποντίσθηκε αλλ’ όσον αυξανόταν η βροχή, τόσο υψωνόταν η Κιβωτός, η οποία αβλαβής «επεφέρετο επάνω του ύδατος», έτσι ακριβώς και η Εκκλησία δεν βλάφτηκε διόλου απ’ το φθόνο των Ιουδαίων. Όσο αυξανόταν ο φθόνος των Ιουδαίων, τόσον αυξανόταν και η πίστη των χριστιανών. Αλλ’ οι Ιουδαίοι γρήγορα εξολοθρεύθηκαν από τα στρατεύματα των Ρωμαίων και έτσι έπαυσε η βροχή.

Μα ήλθαν οι ποταμοί. Ποταμοί θεόρατοι και μεγάλοι. Ποταμοί που έτρεχαν όχι με νερά αλλά με τα αίματα των σφαγμένων χριστιανών. Αυτοί είναι οι τύραννοι της Παλαιάς και της Νέας Ρώμης, οι χριστιανομάχοι, οι διώκτες της πίστεως που όρμησαν με ένα φοβερό διωγμό να γκρεμίσουν εκ θεμελίων την Εκκλησία.

Ξέρετε πόσοι ήσαν; Δέκα οκτώ τον αριθμό. Οι σημαντικότεροι ήσαν: Νέρων, Δομετιανός, Τραϊανός, Αντωνίνος, Μάρκος Αυρήλιος, Αυρηλιανός, Μαξιμιανός, Λικίνιος, Κώνστας, Ιουλιανός ο Παραβάτης, Ουάλλης, Λέων ο Ίσαυρος, Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος και Θεόφιλος ο Εικονομάχος.

Ξέρετε πόσον καιρό διάρκεσε ο διωγμός; Πεντακόσια χρόνια και περισσότερα. Ξέρετε πόσοι μαρτύρησαν κάτω από τόσους τυράννους και στα τόσα χρόνια;

Μετρήστε τα άστρα του ουρανού ή την άμμο της θάλασσας. Αν ο Θεός διατηρούσε τα αίματα τόσων χριστιανών, που μαρτύρησαν για την πίστη του Χριστού, θα γινόταν μια Ερυθρά θάλασσα αγίων αιμάτων.

Καλά λοιπόν. Ήλθαν οι ποταμοί. Τι έκαμαν; Πέρασαν, αφανίσθηκαν οι τύραννοι, έπεσαν βασιλείς και βασιλείες, «απώλετο το μνημόσυνον αυτών μετ’ ήχου». Οι χριστιανοί φονευόμενοι πληθύνονταν, διωκόμενοι αυξάνονταν. Πολεμούμενοι στερεώθηκαν, πειραζόμενοι λαμπρύνθηκαν περισσότερο στην αρετή.

Κατόπιν έπνευσαν οι άνεμοι.

Ήλθαν οι αιρετικοί που ξεσηκώθηκαν απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Άνεμοι στ’ αλήθεια σφοδροί στη γνώμη, αντίθετοι στην Ορθοδοξία, αντίθετοι και αναμεταξύ τους. Με τις διάφορες αιρέσεις τους έφεραν μεγάλη ζάλη στην Εκκλησία του Χριστού.

Αυτοί είναι άπειροι στον αριθμό και μου είναι αδύνατον να τους μετρήσω.

Θ’ απαριθμήσω μόνον τους πιο σπουδαίους απ’ αυτούς: Γνωστικοί, Οφίτες, Μοντανιστές, Σαβελλιανοί, Χιλιαστές, Παυλιανοί, Μανιχαΐοι, Δονατιστές, Αρειανοί, Ευνομιανοί, Ανθρωπομορφίτες, Μακεδονιανοί, Πελαγιανοί, Νεστοριανοί, Διοσκορίτες, Σεβηριανοί, Μονοθελήτες, Εικονομάχοι, Λουθηρανοι και Καλβινιστές.

Ο ένας βλασφημεί γενικώς εναντίον του Θεού, ο άλλος εναν¬τίον του Πατρός, άλλος εναντίον του Υιού και άλλος εναντίον του Αγίου Πνεύματος. Άλλος εναντίον των Μυστηρίων. Όλοι εκ συμφώνου κινούνται, ορμούν, μάχονται κατά της Εκκλησίας του Χριστού.

Ποιός μπορεί να διηγηθεί τις τόσες Συνόδους, τα τόσα συνέδρια, τις τόσες διαλέξεις; Τους πολέμους, τα σκάνδαλα, τα σχίσματα, τους θορύβους, τις ταραχές, τις εξορίες, τους θανάτους;

Αλλ’ επί τέλους κατέπεσαν και οι άνεμοι, εξουδετερώθηκαν οι αιρετικοί και οι αιρέσεις. Έπαυσε η ζάλη, ακολούθησε η ειρήνη. Ιδού η Ορθοδοξία λάμπει καθαρή και αμόλυντη στην Εκκλησία του Χριστού. Έπεσε η βροχή, ήλθαν τα ποτάμια, έπνευσαν οι άνεμοι, αλλ’ ο οίκος του Χριστού, η Εκκλησία δεν έπεσε. Στέκει στερεή και ασάλευτη: «τεθεμελίωτο γαρ επί την πέτραν». Είναι θεμελιωμένη επάνω στην αρραγή ακρογωνιαία πέτρα, τον Χριστό, τον Υιό του Θεού του ζώντος και «πύλαι άδου, ου κατισχύσουσιν αυτής».

Άραγε αυτή δεν είναι μια θεία στερέωση; Κι’ εκείνη που την στερέωσε δεν είναι η δεξιά του Υψίστου; Ναι «δεξιά Κυρίου εποίησε δυναμιν».

Ω πίστη των χριστιανών που είσαι θεία κατά την αρχήν, θεία κατά την αύξηση, θεία στη στερέωση, όλη θεία!

Εσύ ξεκίνησες από τον Θεό, εσύ αυξήθηκες από τον Θεό, εσύ στερεώθηκες από τον Θεό.

Εσύ είσαι η αληθινή διδασκαλία. Όποιος σε αποδέχεται, εκείνος πιστεύει ορθά στην Εκκλησία. Εσύ είσαι ο σωστός δρόμος. Όποιος περπατήσει σ’ αυτόν, φθάνει σίγουρα στον Παράδεισο.

Χριστιανέ Ορθόδοξε· Έχεις χρέος να ευχαριστείς χίλιες φορές τον Θεό γιατί ευδόκησε να γεννηθείς μέσα σε μια τέτοια πίστη. Ένας παλιός φιλόσοφος ευχαριστούσε τους θεούς για τρία πράγματα: Πρώτον, γιατί γεννήθηκε άνδρας και όχι γυναίκα. Δεύτερον, γιατί ήταν Έλληνας και όχι βάρβαρος. Τρίτον, γιατί ήταν σοφός και όχι άμαθής.

Εσύ έχεις χρέος να ευχαριστείς τον Θεό για τρία άλλα πράγματα: Πρώτον γιατί γεννήθηκες χριστιανός και όχι άπιστος· δεύτερον γιατί είσαι Ορθόδοξος χριστιανός και όχι αιρετικός· τρίτον… έχε υπομονή και θα στο πω στο δεύτερο μέρος.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ.

Η πίστη είναι κανόνας της ζωής· όπως ακριβώς πιστεύουμε, έτσι πρέπει και να ζούμε. Γιατί αν υποτεθεί ότι η ζωή μας δεν συμφωνεί με την πίστη μας, τότε η πίστη είναι νεκρή και δεν ωφελεί σε τίποτε. «Τι το όφελος, αδελφοί μου (λέγει ο θείος Ιάκωβος ο αδελφόθεος), εάν πίστιν τις λέγει εχειν, εργα δε μη εχη; μη δύναται η πίστις σώσαι αυτόν; ώσπερ γαρ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν εστι, ούτω και η πίστις χωρίς έργων νεκρά έστι».

Και ο Ιερός Χρυσόστομος εξηγώντας εκείνο το ρητό του Χριστού «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου», λέγει: «Βούλεται ενταύθα δείξαι ότι η πίστις ουδέν ισχύει χωρίς των έργων». Θέλει δηλαδή να πει ότι η πίστη χωρίς τα έργα είναι ένα λείψανο πίστεως. Δεν ενεργεί σε τίποτε.

Και ο άνθρωπος που πιστεύει ότι είναι χριστιανός, αλλά δεν ζει σαν χριστιανός, ας μη ελπίζει σε σωτηρία. Για να σωθεί χρειάζεται και η αληθινή πίστη και η σωστή ζωή. Μ’ αυτά τα δύο μπορεί να σωθεί. Μ’ αυτές τις δύο φτερούγες μπορεί να πετάξει για τον Παράδεισο.

Μέχρι τώρα είδαμε ποια είναι η πίστη των χριστιανών. Ας δούμε τώρα ποια είναι η ζωή των χριστιανών.

Η πίστη των ως προς την αρχή της, την αύξησή της και τη στερέωσή της είναι όλη θεία. Στη διδασκαλία είναι η μοναδική αλήθεια. Στο νόμο είναι γεμάτη αγιότητα.

Μα ποιά να είναι τάχα η ζωή των χριστιανών;

Των χριστιανών αυτού, του δικού μας καιρού; Ποιά είναι; Εδώ δεν φθάνουν λόγια για να την περιγράψουμε. Εδώ χρειάζονται δάκρυα για να την κλάψουμε.

Ξέρουμε πολύ καλά τι σήμαινε εκείνη η εικόνα που είδε στον ύπνο του ο Βασιλεύς Ναβουχοδονόσωρ. Την έννοια και την εξήγηση μας τη δίδει η ίδια η Αγία Γραφή.

Πλην όμως ταιριάζει και στη δική μας υπόθεση. Η εικόνα εκείνη είχε την κεφαλή από καθαρό χρυσάφι. Είχε τα χέρια και το στήθος ασημένια· την κοιλιά και τους μηρούς χάλκινα· τα πόδια κατά το ένα μέρος σιδερένια, κατά το άλλο μέρος πήλινα. Λέγει ο προφήτης Δανιήλ: « Εθεώρεις, βασιλεύ, και ιδού εικών, ης η κεφαλή χρυσίον· αι χείρες και το στήθος και οι βραχίονες αυτής αργυροί· η κοιλία και οι μηροί χαλκοί· οι πόδες μέρος μεν τι σιδηρούν, μέρος δε τι οστράκινον».

Αυτά, πιστέψτε με, είναι η αληθινή εικόνα της πολιτείας και της ζωής των χριστιανών.

Η εικόνα εκείνη είχε την κεφαλή από χρυσάφι καθαρό. Και η ζωή των χριστιανών, στους πρώτους χρόνους του χριστιανισμού είχε την αρχή από χρυσάφι καθαρό στην αρετή και την αγιότητα.

Οι αρχιερείς, οι ιερείς, οι διάκονοι, οι υποδιάκονοι, οι μοναχοί, όλοι γενικώς οι ιερωμένοι ήσαν καθαρό χρυσάφι στην ενάρετη πολιτεία και στο παράδειγμα. Ήσαν χρυσάφι καθαρό στη διδασκαλία και στα ήθη. Χρυσάφι καθαρό στο σώμα και τη ψυχή. Ήσαν όλοι χρυσοί, έλαμπαν σε όλα τους τα έργα, σαν αληθινό φως, καθώς το παρήγγειλε ο Χριστός· «υμείς εστε το φως του κόσμου».

Αλλά και οι λαϊκοί ήσαν ωσαύτως χρυσάφι καθαρό στη ζωή τους. Οι άνδρες, χρυσάφι καθαρό στην καλοσύνη. Οι γυναίκες, χρυσάφι καθαρό στη σωφροσύνη. Οι γέροντες χρυσάφι καθαρό στη φρονιμάδα, οι νέοι στην παρθενία, τα παιδιά στην αθωότητα.

Οι χριστιανοί ήσαν όλοι χρυσοί στο νου τους. Δεν μελετούσαν άλλο τίποτα παρά τα πνευματικά και τα ουράνια. Ήσαν όλοι χρυσοί στη γλώσσα τους. Δεν κατέκριναν με αργολογίες τον πλησίον, υμνολογούσαν με προσευχές τον Θεό. Ήσαν όλοι χρυσοί στα χέρια τους. Δεν άρπαζαν από φιλαργυρία τα ξένα πράγματα, αντιθέτως χάριζαν σε ελεημοσύνες τα δικά τους. Ήσαν όλοι χρυσοί στην καρδιά. Δεν αγαπούσαν παρά μόνο τον Θεό και τον πλησίον. Ήσαν πάντα έτοιμοι να χύσουν το αίμα τους σε μαρτύριο για την αγάπη του Θεού, για την αγάπη του πλησίον. Ήσαν όλοι μια καρδιά και μια ψυχή. Κεφαλή από καθαρό χρυσάφι, χριστιανοί ενάρετοι, άγιοι, αληθινοί χριστιανοί.

Κατόπιν επακολούθησε το ασημένιο στήθος, κατέβηκε η αξία. Και το ασήμι πολύτιμο είναι, μα όχι σαν το καθαρό χρυσάφι. Με τον καιρό ψυχράνθηκε εκείνη η θερμή ζέση της πίστεως, μίκρυνε η αρετή. Η ζωή των χριστιανών ήταν καλή, αλλ’ όχι σαν εκείνη των πρώτων.

Εν συνεχεία ήλθε η χάλκινη κοιλιά. Δηλαδή προς το χειρότερο. Ήλθε ένας τρόπος ζωής πολύ κατώτερος κι απ’ τον πρώτο κι απ’ το δεύτερο. Ήλθαν κάποια ήθη σκληρά και δύσκολα. Όμως αν και το χάλκωμα δεν έχει αξία σαν το χρυσάφι η σαν το ασήμι, όμως αξίζει κάτι τι. Αν και οι χριστιανοί δεν ήσαν σαν τους πρώτους η τους δεύ¬τερους, μ’ όλον τούτο δεν ήσαν και εντελώς αχρείοι. Μπορεί να μη ήσαν τέλειοι, αλλά δεν ήσαν και τιποτένιοι. Ανάμεσα στις πολλές κακίες ευρίσκονταν και από καμιά αρετή. Κοιλιά χάλκινη, το λοιπόν.

Όμως, τέλος πάντων, σ’ αυτούς τους δυστυχισμένους τωρινούς καιρούς, εμείς φθάσαμε στα κατώτερα μέρη της εικόνας, στα πόδια. Ένα μέρος σιδερένια, ένα μέρος πήλινα. «Μέρος μεν τι σιδηρούν, μέρος δε τι οστράκινον».

Που θέλει να πει: Ήλθαμε σε μια άθλια κατάσταση, που δεν μπορούμε πια να καταντήσουμε ούτε κατώτεροι, ούτε χειρότεροι. Μέρος είμαστε σίδηρος και μέρος πηλός.

Σίδηρος, χωρίς λάμψη αρετής, σκουριασμένοι απ’ την αμάθεια, σκληροί απ’ την αμαρτία. Πηλός τα ήθη μας, σπιλωμένα, άτιμα, τιποτένια. Η κακία μας έφθασε στο έπακρον. Η πίστη μας είναι χριστιανική, μα η ζωή μας ειδωλολατρική.

Θα προσπαθήσω να το δείτε με τα μάτια σας.

Κάποτε, ένα μεσημέρι, ο Διογένης άναψε το φανάρι του και περπατούσε μέσα στην αγορά της Αθήνας, σαν να ζητούσε κάτι. Αυτοί που τον έβλεπαν, γελούσαν και τον ρωτούσαν: «Τί ζητείς, Διογένη, τί ψάχνεις;» «Άνθρωπο ζητώ, για άνθρωπο ψάχνω» αποκρινόταν εκείνος. «Μα πως; Δεν βλέπεις τόσους ανθρώπους; Δεν συναντάς τόσους ανθρώπους; Η αγορά είναι γεμάτη και συ ζητείς ανάμεσα τους άνθρωπο;» – «Ναι, για άνθρωπο ψάχνω, άνθρωπον ζητώ».

Αλλά τί είδους άνθρωπο ψάχνει να βρει ο Διογένης;

Οι άνθρωποι είναι δύο λογιών: Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν μονάχα μορφή και θωριά άνθρωπου. Αυτοί είναι άνθρωποι εξωτερικά, φαινομενικά. Τέτοια είναι και τα λείψανα και τα αγάλματα και τα είδωλα των ανθρώπων. Εσωτερικά όμως δεν έχουν καμιά χρησιμότητα. Μάλιστα είναι σαν τα άλογα ζώα και στα πάθη και στην αχρειότητα. Τέτοιους ο Διογένης έβλεπε πολλούς, αλλά απ’ αυτούς δεν ήθελε κανένα.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που εκτός της ανθρώπινης μορφής και θωριάς, έχουν και ανθρώπινη φρόνηση και αρετή. Και μέσα και έξω είναι κατά πάντα λογικοί, φρόνιμοι, ενάρετοι, στ’ αλήθεια άνθρωποι.

Έναν απ’ αυτούς ζητεί ο Διογένης, μέσα στην πολυάνθρωπη πόλη της Αθήνας και δεν τον βρίσκει. «Ζητώ άνθρωπο, ζητώ άνθρωπο» !

Μου κακοφαίνεται να κάμω συγκρίσεις, μα πρέπει να πω την αλήθεια.

Σε μια εποχή, που η Ορθοδοξία λάμπει σαν να είναι μεσημέρι, ανάβω και εγώ το λυχνάρι του ευαγγελικού κηρύγματος και έρχομαι σε μια εκκλησία γεμάτη χριστιανούς και ζητώ χριστιανό. Ζητώ χριστιανό. Μα πώς; Αυτοί όλοι που βλέπω εδώ και άλλου, σε πόλεις και σε κάστρα, σε επαρχίες και σε βασίλεια, στο περισσότερο μέρος της οικουμένης, δεν είναι χριστιανοί;

Οι χριστιανοί είναι δύο ειδών:

Είναι αυτοί που έχουν το όνομα μόνον του χριστιανού· χριστια¬νοί εξωτερικά και φαινομενικά έχουν «μόρφωσιν ευσεβείας» όπως λέγει ό Απόστολος Παύλος, μα εσωτερικά δεν έχουν τα έργα ενός χριστιανού. Έχουν χριστιανική πίστη μα δεν έχουν χριστιανική ζωή. Μάλιστα έχουν μια ζωή εντελώς αντίθετη απ’ τη πίστη. «Έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ήρνημένοι». Απ’ αυτούς δεν ζητώ κανένα.

Είναι όμως και χριστιανοί, οι οποίοι εκτός του ονόματος έχουν και έργα. Μαζί με την πίστη έχουν και ζωή. Και εσωτερικά και εξωτερικά είναι πραγματικά ορθόδοξοι, αληθινοί χριστιανοί.Απ’ αυτούς ζητώ να βρω έστω και ένα σε μια πολυάνθρωπη χριστιανική πόλη και δεν βρίσκω.

Ζητώ χριστιανό!

Περπατώ από τόπο σε τόπο για να τον βρω. Τον αναζητώ στις αγορές, ανάμεσα στους άρχοντες. Και εδώ βλέπω μια υψηλόφρονα υπερηφάνεια. Δεν τον βρίσκω. Τον ζητώ στα παζάρια, ανάμεσα στους πραματευτάδες. Και εδώ βλέπω μια αχόρταγη φιλαργυρία. Δεν τον βρίσκω. Τον ζητώ στους δρόμους, μεταξύ της νεολαίας. Εδώ όμως βρίσκω μια μεγάλη ασωτεία. Δεν τον βρίσκω. Βγαίνω έξω από την πόλη. Τον αναζητώ ανάμεσα στους χωριάτες. Και εδώ βλέπω όλου του κόσμου τα ψέμματα. Δεν τον βρίσκω. Πάω κατά τη μεριά της θάλασσας. Τον αναζητώ ανάμεσα στους ναυτικούς. Κι’ εδώ ακούω τις πιο φοβερές βλαστήμιες. Δεν τον βρίσκω. Πηγαίνω κατά το στράτευμα. Τον ζητώ ανάμεσα στους στρατιώτες. Και εδώ βλέπω την τέλεια απώλεια. Δεν τον βρίσκω. Μπαίνω μέσα στα σπίτια. Τον αναζητώ ανάμεσα στις γυναίκες. Κι εδώ τι βλέπω; Βλέπω γυναίκες παντρεμένες, χωρισμένες απ’ τους άνδρες τους, να χαίρονται τη ζωή τους με μοιχείες. Βλέπω ανύπανδρες να ζουν με τις απολαβές της πορνείας. Βλέπω και τίμιες. Μ’ αυτές δεν σκέπτονται τίποτε άλλο παρά τα στολίδια και την ματαιότητα. Δεν βρίσκω έστω μια χριστιανή.

Σκόπευα ν’ ανέβω και πάνω στα παλάτια των μεγιστάνων και των εξουσιαστών, να δω και κει αν βρίσκεται κάνεις χριστιανός. Μα δεν τολμώ, φοβούμαι. Είναι η κολακεία που φυλάει και δεν αφήνει να μπει μέσα η αλήθεια.

Τέλος, έρχομαι στην Εκκλησία, μέσα στο θυσιαστήριο. Εδώ ελπίζω πως θα βρω τον χριστιανό που ζητώ. Ανάμεσα σε τόσους αρχιερείς και ιερείς, σε τόσους ιερωμένους και μοναχούς, οι οποίοι είναι το έθνος το άγιον, το βασίλειον ιεράτευμα, οι διάδοχοι των αποστόλων, οι έμψυχες εικόνες του Χριστού, θαρρώ πως θα βρω τον χριστιανό. Μάλιστα θα βρω ένα άγιο, ένα ασκητή, ένα θαυματουργό, ένα διδάσκαλο, ένα Ιωάννη Χρυσόστομο ή ένα μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας.

Ζητώ, εξετάζω, σκέπτομαι. Μα αλλοίμονο, τί βλέπω; Εδώ βλέπω ανθρώπους που στην έπαρση είναι Εωσφόροι, στη φιλαργυρία Ιουδαίοι, στα σαρκικά Επίκουροι, στην αμάθεια ζώα, στην πονηρία δαίμονες. Δεν βρίσκω ούτε άγιο, ούτε ασκητή, ούτε θαυματουργό, ούτε διδάσκαλο. Δεν βρίσκω τον χριστιανό που ζητώ.

Μα, Πατέρες άγιοι, αγαπητοί αδελφοί! Αυτό το αγγελικό σχήμα το οποίο φορούμε, αυτά τα μακριά ρούχα που μας σκεπάζουν τί είναι;

Είναι ενδύματα φαρισαϊκά, υποκριτικά για να παραπλανούμε τους ανθρώπους; Αυτός ο θείος χαρακτήρας της ιεροσύνης που έχουμε, τί είναι; Εμπόριο για να κερδίζουμε χρήματα;

Μα αυτά τα Άχραντα Μυστήρια που επιτελούμε, τί είναι; Ή δεν τα ξέρουμε ή δεν τα πιστεύουμε. Ω, τι μεγάλη ντροπή για την πίστη μας! Ω, πόσο μεγάλη θα είναι η καταδίκη των χριστιανών!

Δεν σας το έλεγα εγώ πως καταντήσαμε στον έσχατο βαθμό της κακίας; Πως φθάσαμε στα πόδια της εικόνας, της οποίας το ένα μέ¬ρος είναι σιδερένιο και το άλλο μέρος πήλινο;

Δεν σας έλεγα εγώ πως ανάμεσα στους τόσους χριστιανούς ανα¬ζητώ και δεν βρίσκω τον αληθινό χριστιανό; «Πάντες εξέκλίναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός».

Όλοι, ιερωμένοι και λαϊκοί, άρχοντες και πτωχοί, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, νέοι και γέροντες, εξέκλιναν από την πίστη, αχρειώθηκαν στη ζωή. «Ουκ έστιν έως ενός», που να ζει όπως ακριβώς πιστεύει.

Χριστιανοί, σεις που το ακούτε, δεν κλαίτε; Αν δεν μπορείτε να κλάψετε από κατάνυξη, τουλάχιστον κλάψτε από ντροπή. Όσον άφορα σ’ εμένα ο πόνος της καρδιάς μου, δεν μ’ αφήνει να πω περισσότερα με τη γλώσσα μου.

Σιωπώ λοιπόν και τελειώνω με τούτο μόνο:

Χριστιανέ, όπως η πίστη σου είναι αληθινή και αγία, έτσι πρέπει να είναι και η ζωή σου. Αν η ζωή σου δεν είναι καλή και αγία, μη ελπίζεις ότι θα σωθείς. Πρέπει να ζεις όπως πιστεύεις και τότε ευχαρίστησε τον Θεό για τρία πράγματα:

Πρώτον, για το ότι είσαι χριστιανός και όχι άπιστος.

Δεύτερον, για το ότι είσαι χριστιανός Ορθόδοξος και όχι αιρετικός.

Και τρίτον, γιατί είσαι χριστιανός Ορθόδοξος, τόσον κατά την πίστη, όσον και κατά τη ζωή και όχι μόνον κατά την πίστη.

Τότε και μόνον τότε να ελπίζεις ότι θα σωθείς και ότι θα απολαύσεις την Βασιλεία των ουρανών.

( Αρχ. Δοσιθέου, Ηγουμένου Ι. Μ. Παναγίας Τατάρνης, Ορθόδοξος Πίστις και Ζωή).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου