ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

 π. Συμεών Κραγιόπουλος: Ομιλία εις την "Αρχήν της Ινδίκτου" (1η Σεπτεμβρίου)

Όπως γνωρίζετε, καθώς το έχουμε πει άλλα χρόνια, την 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος. Δηλαδή από εκκλησιαστικής απόψεως την 1η Σεπτεμβρίου έχουμε πρωτοχρονιά. Απλώς τώρα σας το θυμίζω αυτό και εύχομαι όλοι, καθώς μπαίνουμε στη νέα εκκλησιαστική χρονιά, να βάλουμε μια αρχή αλλά αρχή αληθινή.

Μία προφητεία
Θα αναφερθώ λίγο στα λόγια αυτά που ακούσαμε προηγουμένως στην ευαγγελική περικοπή, στα οποία και άλλη φορά έχουμε αναφερθεί. Η ευαγγελική περικοπή είναι από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, και τα λόγια στα οποία θα αναφερθούμε είναι από τον προφήτη Ησαΐα, τα οποία ανέγνωσε ο Χριστός στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, τη Ναζαρέτ, και όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι λόγια που αναφέρονται στο πρόσωπό του.

Στην προφητεία αυτή γίνεται λόγος γι' αυτό που ήλθε ο Χριστός να κάνει στον κόσμο, και μάλιστα ομιλεί ο ίδιος ο Χριστός για τον εαυτό του.

«Πνεῦμα Κυρίου ἐπ' ἐμέ, οὖ εἴνεκεν ἔχρισέ με». Ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος του Θεού, είναι αυτός που ως άνθρωπος είναι κεχρισμένος με το Πνεύμα του Θεού. Και αυτός είναι εκείνος ο οποίος θα κάνει ακριβώς το έργο το οποίο χρειάζονται οι άνθρωποι. Πιο μπροστά ο Θεός έστειλε προφήτες, αλλά τώρα έστειλε τον Υιό του.

Λέει ο Χριστός ότι τον έστειλε ο Θεός «εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς». Με έστειλε να φέρω στους φτωχούς το χαρμόσυνο άγγελμα της σωτηρίας. «Ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν». Με έστειλε -η φράση αυτή εννοείται σ' όλα τα παρακάτω που λέγονται στην προφητεία- να γιατρέψω αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά.

«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας και να διακηρύξω σ' αυτούς ότι είναι ελεύθεροι, ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες τους.

«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Να δώσω φως σ' αυτούς που είναι τυφλοί. «Ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει». Αυτούς, οι οποίοι ένεκα της αμαρτίας -όχι για άλλο λόγο- είναι κυριολεκτικά τσακισμένοι, συντεθλιμμένοι, πιεσμένοι, μόλις και δεν έχουν πεθάνει, να τους συγχωρήσω και να τους αποστείλω ελεύθερους από το βάρος αυτό.

«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Και να κηρύξω το έτος που είναι δεκτό στον Κύριο, στον Θεό. Δηλαδή να κηρύξω την έναρξη της καινούργιας ζωής, της εν Χριστώ, της εν Πνεύματι Αγίω, ζωής.

Αυτά, όπως είπαμε, τα προσέξαμε και άλλη χρονιά -πέρυσι, προπέρυσι- ίσως όμως δεν τα είδαμε από την εξής πλευρά: ο Χριστός γι' αυτό ήλθε, γι' αυτό απεστάλη, να φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να γιατρέψει αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά, να κηρύξει ότι ελευθερώνει από την αμαρτία τους δούλους και τους αιχμαλώτους της αμαρτίας, να δώσει στους τυφλούς φως κλπ. Ο Χριστός ήλθε, για να κάνει αυτό το έργο.


Τι συμβαίνει και το έργο του Χριστού
δεν πραγματοποιείται μέσα μας;
Τι συμβαίνει στην πράξη; Δεν είμαστε φτωχοί; Δεν έχουμε συντετριμμένη καρδιά, με την έννοια ότι η καρδιά μας είναι άρρωστη; Δεν είμαστε κυριολεκτικά αιχμάλωτοι της αμαρτίας; Δεν είμαστε στο σκοτάδι; Δεν είμαστε κυριολεκτικά τσακισμένοι από την αμαρτία; Δεν έχουμε ανάγκη να νιώσουμε ότι μπήκαμε σ' αυτή την καινούργια ζωή, που έκανε αρχή ο Χριστός; Δεν έχουμε ανάγκη ν' αρχίσουμε να ζούμε αυτή τη ζωή που μας κάνει ευαρέστους στον Θεό;

Και φτωχοί είμαστε και συντετριμμένοι, με την έννοια που είπαμε, είμαστε και αιχμάλωτοι και τυφλοί και τσακισμένοι είμαστε, και καθόλου η ζωή μας δεν είναι ευάρεστη στον Θεό. Όμως ο Χριστός ακριβώς γι' αυτό ήλθε: αυτό που δεν είμαστε, αυτό να μας κάνει. Δεν είμαστε πλούσιοι εν Κυρίω, να μας κάνει πλουσίους. Δεν είμαστε υγιείς στην καρδιά, να μας κάνει υγιείς. Δεν είμαστε λυτρωμένοι, να μας λυτρώσει. Δεν βλέπουμε, αλλά είμαστε τυφλοί, να μας δώσει φως.

Τι συμβαίνει και τελικά δεν γίνεται αυτό; Ποιος θα μπορούσε να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι το μήνυμα αυτό του Χριστού έφθασε στη φτωχή καρδιά του και είναι ο πλουσιότερος των πλουσίων; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι τον γιάτρεψε ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει ότι τον ελευθέρωσε, τον συγχώρησε, ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι του έδωσε ο Κύριος φως και βλέπει, ότι, καθώς ήταν ετοιμοθάνατος, τον ανέστησε ο Κύριος, ότι τον έκανε να σταθεί στα πόδια του, τον έκανε να ζει τη ζωή αυτήν που είναι ευάρεστη στον Θεό;

Τι συμβαίνει λοιπόν; Από το ένα μέρος είμαστε στην κατάσταση που αναφέρει η προφητεία, από το άλλο μέρος ο Κύριος ήλθε ακριβώς σ' αυτούς οι οποίοι είναι σ' αυτή την κατάσταση, για να τους φέρει, αυτό το οποίο ήλθε να φέρει. Κι όμως, αν μιλήσουμε ειλικρινά και τίμια, δεν μπορούμε να πούμε ότι το έκανε αυτό ο Κύριος. Γιατί; Γιατί; Δεν ισχύουν σήμερα τα λόγια του; Δεν ισχύει το Ευαγγέλιό του στις ημέρες μας; Ψεύδεται ο Κύριος; Δεν είναι και για μας ο Κύριος; Έπαυσε να είναι στις ημέρες μας; Ίσχυαν αυτά κάποτε και τώρα δεν ισχύουν; Γίνονταν αυτά κάποτε και τώρα δεν γίνονται; Γιατί;

Αυτή η ώρα είναι ιερή. Και δεν είναι ιερή, μόνο επειδή είμαστε μέσα στο ναό, επειδή είμαστε μέσα στη Θεία Λειτουργία, αλλά είναι ιερή η ώρα και επειδή τελείωσε ένας εκκλησιαστικός χρόνος και σε λίγα λεπτά μπαίνουμε στον καινούργιο εκκλησιαστικό χρόνο. Αυτή λοιπόν την ιερή ώρα να μου επιτρέψετε όχι απλώς να πω, αλλά να τονίσω, όσο γίνεται περισσότερο υπεύθυνα ενώπιον του Θεού, ότι: εμείς είμαστε αυτό που είμαστε, και γι' αυτό ο Κύριος ήλθε και για μας, για να μας γιατρέψει. Δεν ήλθε μόνο για άλλους.

Η αιτία που από το ένα μέρος βλέπουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και από το άλλο μέρος ομολογούμε ότι δεν μας γιάτρεψε ο Κύριος, είναι ότι δεν θέλουμε να το δεχθούμε, δεν θέλουμε να το συνειδητοποιήσουμε, δεν θέλουμε να το ομολογήσουμε, δεν θέλουμε να το πούμε, να το αναγνωρίσουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και να πάρουμε την ανάλογη στάση απέναντι στον Κύριο.

Δηλαδή η στάση μας να είναι τέτοια, που να δείχνει ακριβώς αυτό, ότι νιώθουμε ό,τι είμαστε, αλλά επίσης η στάση μας να φανερώνει ότι πιστεύουμε πως ο Κύριος ήλθε και για μας, π;ως ο Κύριος μπορεί να το κάνει αυτό και σ' εμάς και πως θέλει να το κάνει αυτό και θα το κάνει.


Ψυχή που δεν αποδέχεται ότι είναι άρρωστη μένει αγιάτρευτη
Εδώ κατά την ταπεινή μου γνώμη βρίσκεται η αιτία. Και να μου επιτρέψετε να πω το εξής: το ότι αυτή είναι η αίτια βγαίνει, όχι μόνο αν θελήσει να δει κανείς τα πράγματα αντικειμενικά, αλλά το βλέπουμε στην πράξη καθημερινά. Δεν είδα και δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι φτωχή, και δεν την κάνει κάθε μέρα και πιό πλούσια ο Θεός.

Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι ένα συντρίμμι -δεν έχει σημασία για ποιους λόγους- και δεν την θεραπεύει κάθε μέρα και περισσότερο ο Κύριος. Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που δέχεται ότι είναι κυριολεκτικά αιχμάλωτη της αμαρτίας, των παθών, των αδυναμιών, και δεν την ελευθερώνει ο Κύριος κάθε μέρα και περισσότερο. Και δεν συνάντησα ψυχή που ομολογεί ότι δεν βλέπει, που ομολογεί ότι είναι στο σκοτάδι, που ομολογεί ότι δεν ξέρει, και δεν της δίνει ο Κύριος φως κάθε μέρα και περισσότερο.

Από το άλλο μέρος η ψυχή η οποία μπορεί θεολογώντας να λέει ότι είναι φτωχή, αλλά στην πράξη δεν το δέχεται αυτό, διαπιστώνω -πώς να το πούμε;- ότι σαν να μην ευαγγελίστηκε αυτή η ψυχή. Κάνει εντύπωση το πράγμα. Σαν να μην άκουσε κανείς το Ευαγγέλιο, σαν να μην άκουσε τη χαρμόσυνη αγγελία, το χαρμόσυνο μήνυμα, το χαρμόσυνο άγγελμα του Κυρίου. Διότι, όπως έχουμε πει κι άλλες φορές, εμείς που ακούσαμε, αν ακούσαμε, το Ευαγγέλιο του Κυρίου, το χαρμόσυνο μήνυμα του Κυρίου, πρέπει να είμαστε πανευτυχείς και επομένως πάμπλουτοι.

Η ψυχή εκείνη η οποία δεν αισθάνεται τη φτώχεια της -όσο και αν θεολογώντας μπορεί να λέει ότι την αισθάνεται- στην πράξη έχει αυτάρκεια μέσα της. Ζει μ' αυτή την πραγματικότητα ότι έχει αυτάρκεια. αυτή η ψυχή δεν ευαγγελίσθηκε. Το βλέπουμε, το διαπιστώνουμε καθημερινά. και βλέπεις ότι είναι φτωχή, φτωχότατη, ενώ θα μπορούσε να είναι πάμπλουτη. και όπως σας είπα, η ψυχή η οποία θα το πιάσει αυτό: «Και σε μένα μίλησε ο Κύριος; και σε μένα ο Κύριος έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα; Και σε μένα φανερώθηκε ο Κύριος; και για μένα ήρθε ο Κύριος;», δεν θέλει τίποτε άλλο και αισθάνεται πάμπλουτη.

Μάλιστα, αισθάνεται ότι δεν της αξίζει αυτό, και δεν υπάρχει ίχνος παραπόνου μέσα της. Ψυχές που παραπονούνται, κατά βάθος ακόμη δεν δέχθηκαν, δεν αποδέχθηκαν και δεν πείσθηκαν ότι είναι φτωχές, και ότι ήλθε ο Κύριος να τις κάνει πλούσιες.

Διαπιστώνει κανείς ότι η ψυχή εκείνη η οποία στην πράξη -άλλο τι λέει όταν θεολογεί- δεν αποδέχεται, δεν δέχεται, ότι είναι άρρωστη, δεν γιατρεύεται. Μένει αγιάτρευτη η ψυχή και πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια. Κάποιος που είναι φυματικός ή άλλος που έχει άλλη αρρώστια, από δω, από κει θέλει να το ξεφύγει, δεν πάει και στον γιατρό, φοβούμενος ίσως τι θα του πει.

Τελικά, πείθεται ότι είναι άρρωστος, πάει στον γιατρό, αρχίζει τη θεραπεία και θεραπεύεται, αν υπάρχει θεραπεία για την αρρώστια του. Στις αρρώστιες της ψυχής δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα μήπως δεν υπάρχει θεραπεία. Γιατρός είναι ο ίδιος ο Κύριος, αυτός που μας έπλασε, και είναι αυτός που μπορεί, όσο βαριά άρρωστη κι αν είναι η καρδιά μας, η ψυχή μας, να τη θεραπεύσει.


«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν»
«Κηρύξαι, αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Με έστειλε ο Θεός -λέει ο Κύριος στην προφητεία- να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας. Αλλά ποιας αμαρτίας; Ας πούμε, για να γίνει ένα κακό, θα το κάνει κάποιος· αλλιώς το κακό δεν υπάρχει.

Επομένως, αμαρτία που σε αιχμαλωτίζει δεν είναι απλώς μια πράξη, η άλφα ή βήτα πράξη, αλλά είναι το εγώ σου που κυριολεκτικά σε κρατάει αιχμάλωτο. Όταν το καταλάβεις αυτό και το ομολογήσεις, να κράξεις, να κραυγάσεις και να πιστεύσεις ότι ο Χριστός ήλθε, ακριβώς για να σ' ελευθερώσει από την αιχμαλωσία αυτή. Πώς θα σ' ελευθερώσει; Δίνοντάς σου άφεση.

Δηλαδή τι είναι άφεση, τι είναι συγχώρηση; Υποχωρεί το εγώ μέσα σου, και έρχεται ο Χριστός. Δεν σε κυβερνάει το εγώ, δεν σε κυβερνάει το θέλημά σου και η οποιαδήποτε δική σου γνώμη και κρίση, αλλά σε κυβερνάει ο Χριστός. Έτσι έρχεται η άφεση, έτσι ελευθερώνεσαι από την αιχμαλωσία της αμαρτίας.

Όλες οι ψυχές είναι αιχμάλωτες, αλλά τελικά, όσο κι αν κανείς θέλει να ελευθερωθεί, χρειάζεται να δει έτσι τα πράγματα, να ομολογήσει έτσι τα πράγματα, ώστε να έλθει η άφεση από τον Κύριο, και η απελευθέρωσή μας από την αιχμαλωσία.


«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν»
«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Μπορεί θεολογικά να λες πολλά επάνω σ' αυτό το θέμα, αλλά στάσου ειλικρινά ενώπιον του Θεού και ομολόγησε: παραδέχθηκες ότι είσαι τυφλός; Πώς είναι ένας τυφλός; Άσχετα τι κουράγιο έχει μέσα του, αφού είναι τυφλός, πρέπει να τον πάρουν άλλοι από το χέρι κι αυτός ν' αφεθεί με εμπιστοσύνη. Πηγαίνει, όπου τον πάνε αυτοί που τον οδηγούν, στους οποίους δείχνει εμπιστοσύνη, και δεν έχει και καμία ευθύνη. Και τη ζει αυτή την -πώς να πω;- ανευθυνότητα με την καλή έννοια.

Ποιος είναι αυτός, που ομολογεί ότι πνευματικά είναι τυφλός, που παραδέχεται ότι είναι τυφλός, και αφήνει τον εαυτό του σαν τυφλό να τον οδηγήσει ο Θεός; Ποιος είναι; Και επειδή κανένας δεν το κάνει ή ελάχιστοι είναι αυτοί που το κάνουν ή πολύ λίγο το κάνουν κι αυτοί οι ελάχιστοι, γι' αυτό λοιπόν καθόλου δεν έρχεται το φως, και μένει κανείς τυφλός εκεί στο σκοτάδι του, και όπως το ξέρουμε από άλλα λόγια του Κυρίου, αυτός ακριβώς επειδή λέει ότι βλέπει, γι' αυτό μένει στο σκοτάδι.

Άλλος μένει στο σκοτάδι, γιατί μόλις και μετά βίας κάτι πάει να κάνει η Χάρις του Θεού, αλλά δεν γίνεται, διότι ο ίδιος τα μπερδεύει τα πράγματα, επειδή ο ίδιος θέλει να βλέπει. Εσύ είσαι τυφλός, και ο Κύριος θα κάνει τα μάτια σου να βλέπουν, ο Κύριος θα σε κάνει να βλέπεις ή, αν θέλετε να το πούμε πιο σωστά, ο Κύριος θα έλθει μέσα σου και αυτός θα βλέπει και μαζί του θα βλέπεις κι εσύ.

Όταν τα σωματικά μάτια είναι άρρωστα, ο γιατρός σε θεραπεύει, και βλέπουν τα μάτια σου. Στα πνευματικά όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Δηλαδή δεν είναι ότι μας θεραπεύει ο Κύριος, μας δίνει φως ο Κύριος κι εμείς βλέπουμε, αλλά συνεχώς είμαστε μαζί του και ο Κύριος είναι μαζί μας, κι εμείς βέβαια αυτοί καθεαυτούς δεν βλέπουμε, αλλά είναι εκείνος που βλέπει μέσα από μας και είμαστε εμείς που βλέπουμε μέσα από εκείνον. Ο Κύριος είναι το πνευματικό φως, το οποίο δεν μπορούμε να το δούμε αλλιώς.


«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν»
«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Πραγματικά, αν θέλετε να δώσω μια μαρτυρία, μπορώ να πω ότι υπάρχουν ψυχές -ελάχιστες μπορεί να είναι, αλλά υπάρχουν-οι οποίες έτσι τα είδαν τα πράγματα, έτσι δέχθηκαν τον Κύριο, έτσι δουλεύει μέσα τους ο Κύριος, που όντως μπήκαν σε καινούργια ζωή και άρχισε για τίς ψυχές αυτές η καινούργια ζωή. Η ζωή τους είναι ευάρεστη στον Κύριο, είναι ζωή της Χάριτος, ζωή του Χριστού, ζωή του Αγιου Πνεύματος. Δεν είναι μια δική τους ζωή. Μόλις γίνει δική τους ζωή, γίνεται αμαρτωλή ζωή.

Ας τα λάβουμε υπ' όψιν αυτά, αδελφοί μου, για ένα νέο ξεκίνημα.
1-9-1988
Eις την A΄, αρχή της Iνδίκτου, ήτοι του νέου έτους.

Ίνδικτον ημίν ευλόγει Nέου Xρόνου,
Ω και παλαιέ, και δι’ ανθρώπους νέε (ήτοι συ ω Xριστέ).

Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός1. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄).

Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: «Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν».

Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι)2.

Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών3.

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι ότι η Iνδικτιών αναβαίνει εις δεκαπέντε χρόνους, και πάλιν αρχίζει από την πρώτην. Άρχισε δε η της Kωνσταντινουπόλεως Iνδικτιών τη εικοστή τετάρτη του Σεπτεμβρίου, εν έτει από Xριστού τκζ΄ [327]. Δηλαδή κατά τον καιρόν της εν Nικαία πρώτης Oικουμενικής Συνόδου. Iνδικτιών δε κατά τον Συμεώνα Λογοθέτην εν τω Xρονικώ, σημαίνει Eπινέμησιν: ήγουν του χρόνου μερισμόν. Eκείνο γαρ οπού σημαίνει η Iνδικτιών λατινικά, τούτο σημαίνει και η Eπινέμησις ελληνικά.

Διατί δε η Iνδικτιών αναβαίνει εις δεκαπέντε μόνον ημέρας και πάλιν επιστρέφει. Kαι τι δηλούσιν αι δεκαπέντε ημέραι αύται. Ή διατί η Iνδικτιών μόνη δεν συμφωνεί ούτε με τους κύκλους της σελήνης και τα θεμέλια, ούτε με τους κύκλους του ηλίου και με την εβδομάδα, ουδέν βέβαιον ηδυνήθην να εύρω. Πλην τούτο μόνον λέγει ο κυρ Mατθαίος, ότι η αιτία του να αναβαίνη η Iνδικτιών έως εις τας δεκαπέντε, είναι η εναλλαγή των ανθρωπίνων ηλικιών. Kατά δεκαπέντε γαρ χρόνους αλλάττουν οι άνθρωποι μεγάλας εναλλαγάς. Διότι εις τους δεκαπέντε χρόνους αρχίζει ο άνθρωπος να τριχόνη. Eις τους δις δεκαπέντε, λαμβάνει το τέλειον της ηλικίας. Eις τους τρίς δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος μεσοκαιρίτης. Eις τους τετράκις δεκαπέντε, γίνεται ασπρογένης. Eις τους πεντάκις δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος γέρων. Kαι εις τους εξάκις δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος εσχατόγηρος (παρά τω Σεβαστώ Tραπεζουντίω).

Λέγουσι δέ τινες, ότι ο μοναχός Πανόδωρος, είτε άλλος τις, εφεύρεν, ότι κατά τους 7980, κατά την περίοδον, λέγω, ταύτην, συμφωνεί η Iνδικτιών με τους κύκλους του ηλίου και της σελήνης. Tότε γαρ έχει πρώτον κύκλον ο ήλιος, πρώτον κύκλον η σελήνη, και τότε είναι και πρώτη Iνδικτιών. Oμοίως και εν τη συντελεία του κόσμου, ο μεν ήλιος θέλει έχει κύκλους εικοσιοκτώ. H δε σελήνη κύκλους δεκαεννέα. Kαι η Iνδικτιών κύκλους δεκαπέντε. Oι μεν ουν κύκλοι του ηλίου, και της σελήνης οι κύκλοι και τα θεμέλια, και αι επακταί των μηνών, αρχίζουν από τον Mάρτιον. Aι δε Iνδικτιώνες, αρχίζουν από τον Σεπτέμβριον. Όρα Aλέξανδρον εις τα Iουδαϊκά, σελ. ιβ΄, και τον πρώτον τόμ. του Mελετίου εν τη εισαγωγή.

2. Σημείωσαι, ότι μερικοί θέλουν, πως ο Kύριος εισήλθεν εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και ανέγνω την άνωθεν περικοπήν του Hσαΐου, κατά το δεύτερον έτος του Eυαγγελικού αυτού κηρύγματος, αφ’ ου εποίησε το εν Kανά θαύμα, και συνωμίλησε με την Σαμαρείτιδα εν τω φρέατι. Tότε γαρ από της Σαμαρείας απελθών εις την Γαλιλαίαν εκήρυσσε το Eυαγγέλιον της Bασιλείας, και πολλά σημεία εις Kαπερναούμ εκτελέσας, μετέβη και εις Nαζαρέτ, εν η ανετράφη. Όπου και εμβήκεν εις την Συναγωγήν. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα.)

3. Σημείωσαι, ότι πανηγυρικόν λόγον έχει ο Xρυσόστομος εις την αρχήν ταύτην της Iνδίκτου, ου η αρχή· «Θαυμασταί των ορθοδόξων αι πανηγύρεις». (Σώζεται εν τω πέμπτω τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως.) Oμοίως και έτερον λόγον εις την αυτήν, ου η αρχή· «Eπάλληλον σημείον παρά του Δεσπότου Xριστού, η των αγαθών επομβρία». (Σώζεται εν τω αυτώ τόμω.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
"Η Αρχή της Ινδίκτου" (κατά Λουκά δ΄16-22)
Αρχίζει ο νέος χρόνος για την Εκκλησία του Χριστού.
         Η αρχή της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς της 1ης Σεπτεμβρίου, φέτος συμπίπτει με την αναστάσιμη ημέρα της Κυριακής, γι’ αυτό και όλη η εκκλησιαστική ακολουθία, κινείτε γύρω από το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού μας φυσικά, αλλά από τα χείλη των ιεροψαλτών στα αναλόγια όλης της Ορθοδοξίας μας, ακούγονται και οι ύμνοι της Ινδίκτου και πέραν τούτου βεβαίως και εκείνοι οι ύμνοι που αναφέρονται στους άλλους αγίους που εορτάζουμε σήμερα, όπως τον Όσιο Συμεών τον Στυλίτη, τις Αγίες σαράντα γυναίκες μάρτυρες, τον Ιησού του Ναυή και τους υπόλοιπους Αγίους που αναφέρονται στο Συναξάριο της ημέρας.
  Η σημερινή ημέρα, η 1η Σεπτεμβρίου για την Εκκλησία μας, αποτελεί στην πραγματικότητα μία ευχή: να ευλογήσει ο Κύριος τη χρονιά αυτή  «ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός Σου, Κύριε», που σημαίνει να δώσει τη χάρη Του, ώστε να ζήσουμε οι άνθρωποι με ειρήνη και ομόνοια, ακολουθώντας τις άγιες εντολές Εκείνου. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η Εκκλησία μας μόνο με τον τρόπο αυτό θεωρεί ότι υπάρχει ευλογία στον κόσμο και όχι αν οι άνθρωποι απλώς ευημερούν οικονομικά, όχι αν όλα τους έρχονται βολικά, όπως λέμε, αλλά αν βρισκόμαστε «εν ομονοία και ειρήνη», κυρίως όμως, αν τηρούμε τις άγιες εντολές του Θεού.
       Η προτεραιότητα του συντονισμού μας με το θέλημα του Θεού, η πραγματοποίηση, όπως σημειώνουν οι ύμνοι σήμερα, των αιτημάτων του «Πάτερ ημών...», για να έχουμε την ευλογία του Θεού, δεν σημαίνει βεβαίως υποτίμηση και υποβάθμιση και των οικονομικών μεγεθών, αφού χωρίς αυτά δεν μπορεί ο άνθρωπος να επιβιώσει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σημαίνει ότι τα οικονομικά δεν έχουν την προτεραιότητα. Το πρώτο στη ζωή μας είναι το«ελθέτω η βασιλεία Σου», όπως άλλωστε δίδαξε την ορθή ιεράρχηση των πραγμάτων ο ίδιος ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (όλα τα υλικά και επίγεια) προστεθήσεται υμίν».
       Δυστυχώς, στην εποχή μας, η ιεράρχηση αυτή, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό, έχει ανατραπεί. Ο Θεός και το άγιο θέλημά Του έχει μπει στο περιθώριο, αν δεν έχει διαγραφεί πλήρως, και προτεραιότητα ως αποκλειστικός σχεδόν σκοπός του ανθρώπου έχει γίνει το οικονομικό στοιχείο. Ίνδαλμα για τους πολλούς φαντάζει ο άφρων πλούσιος της γνωστής παραβολής, ο οποίος ναι μεν ευφραινόταν καθ’ ημέραν λαμπρώς, ο θάνατος όμως ήλθε αδυσώπητος και απροειδοποίητα στη ζωή του και του…ανέτρεψε τα σχέδια, βυθίζοντάς τον στην άφατη οδύνη. Από την άποψη αυτή, η εποχή μας είναι εποχή αφροσύνης, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον πολλούς πλουσίους, αλλά και ένα πολύ μεγάλο μέρος των πτωχών. Γιατί και οι πτωχοί, αν επιθυμούν ως προτεραιότητα της ζωής τους τα χρήματα και τα υλικά αγαθά, έστω κι αν δεν τα έχουν, ως άφρονες πλούσιοι αντιμετωπίζονται από τον λόγο του Θεού. Το περιεχόμενο της καρδιάς μας είναι εκείνο που έχει πάντοτε προ οφθαλμών Του ο Θεός, κατά την αποκάλυψη του ίδιου του Θεού.
         Η Εκκλησία μας σήμερα, με την πρωτοχρονιά που εορτάζει και τα λόγια του ιερού  Ευαγγελίου που ακούγονται στις Ορθόδοξες εκκλησιές ανά την οικουμένη, υπενθυμίζοντάς μας και την έναρξη της δημόσιας δράσης του Κυρίου, με το κήρυγμά Του στη συναγωγή της ιδιαίτερης πατρίδας Του Ναζαρέτ, όπου μεταξύ των άλλων αποκαλύπτει για τον εαυτό Του ότι ήλθε «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν», να κηρύξει δηλαδή την έναρξη μίας καινούργιας εποχής, δεκτής και ευάρεστης στον Θεό, η Εκκλησία μας λοιπόν σήμερα μας φέρνει σε ισορροπία, διότι μας προτείνει αυτό που συνιστά το αιώνιο θέλημα του Θεού, δηλαδή πάνω από όλα να θέτουμε ακριβώς Εκείνον και τον λόγο Του. Μας ανοίγει και πάλι τα μάτια, σε μία εποχή σύγχυσης και θόλωσης της διάνοιας, για να συνειδητοποιούμε ότι στη ζωή βρισκόμαστε κατά χάριν Θεού, ότι Εκείνος παρατείνει τον χρόνο της διαμονής μας σ’ αυτόν, ως «καιρούς και χρόνους εν τη ιδία εξουσία θέμενος», προκειμένου να ζούμε κατά το θέλημά Του.
        Με άλλα λόγια, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι ο χρόνος αποτελεί δωρεά του Θεού, όχι για να τη σπαταλάμε σε ανοησίες και αμαρτίες, αλλά να την αξιοποιούμε προς ανοδική πορεία πάντοτε προς Αυτόν, δηλαδή σε πορεία αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Και τότε, μας λέει, θα δούμε ό,τι υποσχέθηκε ο Κύριος,δηλαδή την ώρα που θα θέτουμε αυτό το θέλημά Του ως βάση της ζωής μας, την ίδια ώρα θα ενεργοποιούνται και οι δυνάμεις Εκείνου, προς υπέρβαση αφενός των όποιων προβλημάτων μας, προς αποκατάσταση αφετέρου και όλης της δημιουργίας.
       Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και αρκετά χρόνια, το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο έχει προβάλει την αρχή του εκκλησιαστικού έτους ως ημέρα προστασίας του περιβάλλοντος (στον σύνδεσμο αυτόν θα δείτε τον λόγο του Πατριάρχου Βαρθολομαίου σχετικά  με το θέμα) Και εύλογα, το θέλημα του Θεού, όπως είπαμε, βιούμενο από τον 
«βασιλιά» της κτίσεως, τον άνθρωπο, έχει άμεση αντανάκλαση και σε όλη τη φύση και σε όλη τη δημιουργία. Το έχουμε ξαναπεί, πως η λύση στη σημερινή οικονομική κρίση, που μας την επισείουν ως «μορμολυκείον» αδιάκοπα ενώπιόν μας οι ιθύνοντες και τα Μ.Μ.Ε., θα έλθει, μόλις αρχίσουμε να ζούμε ως πραγματικοί άνθρωποι, με βάση τον νόμο του Θεού. Με απλά λόγια, η κρίση είναι κατ’ ουσίαν πνευματική.
Καλή και ευλογημένη χρονιά αδελφοί μου!!!
 1η Σεπτεμβρίου, Αρχή της Ινδίκτου: Η μαρτυρία της Παλαιάς Διαθήκης για τον Χριστό Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον: δ´ 16-22: Το κήρυγμα του Ιησού στη συναγωγή της Ναζαρέτ του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου

Η 1η Σεπτεμβρίου χαρακτηρίζεται στην παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας ως «Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου» και σηματοδοτεί την έναρξη του νέου εκκλησιαστικού και λειτουργικού έτους. Ο όρος «ίνδικτος» ή «ινδικτιών» είναι εξελληνισμένος τύπος της λατινικής “indictio” (= διάταγμα) που στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δήλωνε μια φορολογική περίοδο 15 ετών και από τον δ΄ μ.Χ. αιώνα καθιερώθηκε ως μονάδα μέτρησης του χρόνου, για να καταλήξει να δηλώνει την έναρξη του έτους. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας προέρχεται από την περικοπή Λου 4:16-22 που αναφέρεται στην έναρξη της δημόσιας δράσης του Ιησού με το πρώτο κήρυγμά του στη συναγωγή του χωριού του, της Ναζαρέτ.
Αμέσως μετά τη βάπτισή του και την αντιμετώπιση των πειρασμών στην έρημο, ο Ιησούς επιστρέφει στη Γαλιλαία και, αφού περιοδεύει για λίγο στην περιοχή, φτάνει στη Ναζαρέτ. Εκεί επισκέπτεται τη συναγωγή, προκειμένου να συμμετάσχει στην προσευχή του Σαββάτου. Ακολουθώντας το τυπικό των συναγωγών της περιοχής, σύμφωνα με το οποίο, μετά την ανάγνωση του Νόμου, μπορούσε οποιοσδήποτε να διαβάσει κάποια περικοπή από τα βιβλία των Προφητών και να τη σχολιάσει, ο Ιησούς σηκώθηκε, πήρε τον κύλινδρο από πάπυρο που περιείχε το κείμενο του προφήτη Ησαΐα, τον ξετύλιξε και διάβασε όρθιος τα δύο πρώτα εδάφια από το κεφάλαιο 61:
Το Πνεύμα με κατέχει του Κυρίου,
μ’ αυτό με έχρισε·
μ’ έστειλε μήνυμα χαρμόσυνο να φέρω στους φτωχούς,
τους τσακισμένους ψυχικά να θεραπεύσω·
στους αιχμαλώτους να αναγγείλω ότι θα λευτερωθούν,
και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους,
τους καταπιεσμένους ν’ απελευθερώσω,
ν’ αναγγείλω του καιρού τον ερχομό, που χάρη ο Κύριος δίνει.
Έπειτα έδωσε στον χαζζάν (τον υπηρέτη που μεταξύ άλλων καθηκόντων είχε και την ευθύνη των βιβλίων της συναγωγής) το βιβλίο και κάθισε για να κάνει ένα μιδράς (σύντομο ερμηνευτικό σχόλιο). Ήδη η φήμη του Ιησού ως δασκάλου και θεραπευτή είχε προηγηθεί του ερχομού του στην Ναζαρέτ, και έτσι όλων τα μάτια ήταν προσηλωμένα πάνω του, περιμένοντας με αγωνία να ακούσουν τα λόγια του. Αυτό όμως που είπε ο Ιησούς τους άφησε κατάπληκτους, καθώς ξεπερνούσε κάθε προσδοκία∙ χωρίς καθόλου περιστροφές ο Ιησούς δηλώνει ότι:
Σήμερα βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που μόλις ακούσατε.
Αυτό που στην πραγματικότητα λέει ο Ιησούς με το σύντομο κήρυγμά του στους έκπληκτους συγχωριανούς του είναι ότι αυτός που όλοι γνώριζαν ως γιο του ξυλουργού είναι ο μεσσίας, ο χρισμένος, δηλαδή, από τον Θεό απεσταλμένος του που ανέμεναν γενιές και γενιές για να λυτρώσει τους Ισραηλίτες από όλα τους τα δεινά. Εύκολα μπορεί κανείς, μετά από μια τέτοια δήλωση, να κατανοήσει την αντίδραση των κατοίκων της Ναζαρέτ.
Το κήρυγμα του Ιησού στη συναγωγή του χωριού του περιγράφεται και από τους άλλους δύο συνοπτικούς ευαγγελιστές αλλά με κάποιες διαφορές. Δεν θεωρείται αφετηριακό σημείο της δράσης του Ιησού (στο Ματ 13:54-58 τίθεται μετά τις παραβολές για τη “βασιλεία των ουρανών” και στο Μαρ 6:1-6 μετά το θαύμα της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου) ούτε γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο του κηρύγματός του, ούτε και στην απόπειρα των συγχωριανών του να οδηγήσουν τον Ιησού στην άκρη ενός γκρεμού και να τον δολοφονήσουν (Λου 4:28-29).
Για να ερμηνεύσει κανείς αυτή τη διαφορετική θεώρηση των γεγονότων από τους τρεις ευαγγελιστές, πρέπει να λάβει υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Πρόκειται για ένα ευαγγέλιο που δεν απευθύνεται όπως τα άλλα δύο σε ισραηλίτες που έγιναν χριστιανοί αλλά σε πρώην ειδωλολάτρες. Αυτός είναι και ο λόγος που ο συγγραφέας του αποφεύγει τη χρήση εβραϊκών όρων και λέξεων (τα ελληνικά του Λουκά είναι τα καλύτερα της Καινής Διαθήκης) και δεν δείχνει παρόμοιο με τους άλλους ευαγγελιστές ενδιαφέρον -παρά μόνο σε ελάχιστες εξαιρετικές περιπτώσεις- να αποδείξει ότι ο Ιησούς είναι ο από τους Ιουδαίους αναμενόμενος μεσσίας. Παρ’ όλα αυτά, το ευαγγέλιο αυτό σηματοδοτεί τόσο την αρχή όσο και το τέλος της δράσης του Ιησού με μια αναφορά στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι, όπως στο πρώτο δημόσιο κήρυγμά του ο Ιησούς χρησιμοποιεί ένα παράθεμα από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, για να περιγράψει το έργο που πρόκειται να επιτελέσει πάνω στη γη, κατά ανάλογο τρόπο και μετά την ανάστασή του, συμπορευόμενος με δύο από τους μαθητές του προς το χωριό Εμμαούς[1],
  ... αρχίζοντας από τα βιβλία του Μωυσή και όλων των προφητών, τους εξήγησε όσα αναφέρονταν στις Γραφές για τον εαυτό του.
Ενώ, λοιπόν, ο ευαγγελιστής Λουκάς δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να αποδείξει στους αναγνώστες του ότι ο Ιησούς είναι ο σύμφωνα με τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης αναμενόμενος μεσσίας, δείχνει ξεχωριστό ζήλο να τους πείσει ότι τα κείμενα αυτά μιλούν για τον Χριστό. Έτσι, αντί για οποιαδήποτε άλλη προγραμματική δήλωση του Ιησού, θεωρεί αρκετό το να παραθέσει ένα κείμενο του προφήτη Ησαΐα, και να παρουσιάσει τον Ιησού απλώς να επιβεβαιώνει ότι το κείμενο αυτό αναφέρεται στον ίδιο, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια τεκμηρίωσης ή οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματολογία. Το ίδιο ακριβώς κάνει και στο τέλος του ευαγγελίου του. Αντί ο Ιησούς να υπενθυμίσει στους δύο μαθητές του που δεν τον αναγνώρισαν τη μεταξύ τους σχέση και τα όσα έζησαν μαζί, τους προτρέπει να τον αναζητήσουν μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Αλλά και σε άλλη μια περίπτωση ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει ότι όταν κάποιος ρώτησε τον Ιησού για το πώς θα κερδίσει την αιώνια ζωή, εκείνος παρέπεμψε τον συνομιλητή του σε δύο χωρία από τα βιβλία Δευτερονόμιον (6:5) και Λευιτικόν (19:18) αντίστοιχα:
Να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη την ψυχή σου, μ’ όλη τη δύναμή σου και μ’ όλο το νου σου∙ και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου[2].
Ο ζήλος αυτός του ευαγγελιστή Λουκά μπορεί εύκολα να εξηγηθεί, αν ληφθεί υπόψη ότι για περισσότερο από έναν αιώνα χριστιανοί και ισραηλίτες χρησιμοποιούσαν την ίδια ιερή Βίβλο, τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Σε αυτήν τη Βίβλο στηρίχτηκαν οι απόστολοι για να διακηρύξουν στα πέρατα της τότε γνωστής οικουμένης το ευαγγέλιο του Χριστού. Σε αυτά τα κείμενα αναφέρονται οι απόστολοι όταν μιλούν για το πρόσωπο και το έργο του Χριστού «κατὰ τὰς Γραφάς». Ο αληθινός, λοιπόν, Ισραήλ για τον οποίο κάνουν λόγο οι συγκεκριμένες Γραφές, και επομένως και ο κληρονόμος των επαγγελιών του Θεού προς τον λαό του, δεν είναι οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού αλλά όσοι αναγνωρίζουν μέσα από αυτές τις ίδιες Γραφές τον Ιησού ως Χριστό και Κύριο.
Η ευαγγελική αυτή περικοπή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα στη σύγχρονη εποχή, καθώς σήμερα εμφανίζονται πολλοί, ακόμη και χριστιανοί, που επιχειρούν να παρουσιάσουν τον Θεό που αποκαλύπτεται μέσα από την Παλαιά Διαθήκη στους ανθρώπους εντελώς διαφορετικό από εκείνον που κηρύττει ο Ιησούς Χριστός στην Καινή Διαθήκη. Μια τέτοια διάκριση όμως δεν κλονίζει απλώς τη βασική αρχή που διαφοροποιεί τη χριστιανική πίστη από όλες τις θρησκείες, το ότι δηλαδή ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, αλλά οδηγεί και σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του Ιησού Χριστού. Αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα, αν επιχειρήσει να αφαιρέσει από την Καινή Διαθήκη τα χωρία εκείνα που αναφέρονται στην Παλαιά (στις περισσότερες εκδόσεις της Κ.Δ. τα συγκεκριμένα χωρία επισημαίνονται με διαφορετικά γράμματα). Θα διαπιστώσει τότε ότι δεν απομένει από το πρόσωπο του Χριστού παρά μόνον η εικόνα ενός περιπλανώμενου θαυματοποιού ή, στην καλύτερη περίπτωση, ενός δασκάλου φιλοσοφικών αληθειών, ο οποίος κατορθώνει πάντοτε να ανατρέπει με ετοιμότητα τα επίσης φιλοσοφικά επιχειρήματα των συνομιλητών του. Αλλά μια τέτοια εικόνα του Ιησού είναι ξένη προς την πίστη της Εκκλησίας γι’ αυτόν.
Στον βαθμό, επομένως, που είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι για κάποιο χρονικό διάστημα υπήρξε χριστιανική Εκκλησία χωρίς Καινή Διαθήκη, ουδέποτε όμως υπήρξε Εκκλησία χωρίς Παλαιά Διαθήκη, η σχέση των δύο Διαθηκών μεταξύ τους είναι άρρηκτη. Άλλωστε, η Καινή Διαθήκη είναι “καινή”, επειδή υπάρχει η Παλαιά Διαθήκη∙ διαφορετικά δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “καινή”, αλλά αν δεν είναι καινή, τότε δεν είναι ούτε “διαθήκη”, επομένως και ο Ιησούς δεν είναι “Χριστός”, άρα και η σωτηρία που επαγγέλλεται καθίσταται άνευ περιεχομένου. Η μελέτη, κατά συνέπεια, της Παλαιάς Διαθήκης δεν συνιστά ένα απλώς συμβατικό, μεταξύ άλλων θρησκευτικών υποχρεώσεων, καθήκον του σύγχρονου χριστιανού, αλλά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για μια ουσιαστική συνάντησή του με τον Χριστό.
[1] Λου 24:13-17
[2] Λου 10:25-27
 Τι σημαίνει "Ινδικτιών"

     Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζει σήμερα τήν ἀρχή τῆς Ἰνδικτιῶνος – ἀπό τή λατινική λέξη «indictio», ἡ ὁποία σημαίνει ὁρισμός – δηλαδή τήν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὁ ὅρος προῆλθε ἀπό τήν συνήθεια τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων νά ὁρίζουν διά θεσπίσματος γιά διάστημα δεκαπέντε χρόνων τό ποσό τοῦ ἐτήσιου φόρου, πού εἰσέπρατταν αὐτή τήν ἐποχή γιά τή συντήρηση τοῦ στρα­τοῦ. Κατ’ ἐπέκτασιν καθιερώθηκε νά ὀνομάζονται ἰνδικτιῶνες καί οἱ δεκαπενταετεῖς αὐτοί κύκλοι πού ἄρχισαν ἐπί Καίσαρος Αὐγού­στου, τρία χρόνια πρίν ἀπό τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Γιατί ο Σεπτέμβριος θεωρείται αρχή του Εκκλησιαστικού έτους.
     Ἐπειδή ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἐποχή συγκομιδῆς καρπῶν καί προετοιμασίας γιά τό νέο κύκλο βλαστήσεως, ταίριαζε νά ἑορτά­ζουν οἱ χριστιανοί τήν ἀρχή τῆς γεωργικῆς περιόδου ἀποδίδοντας εὐχαριστίες στόν Θεό γιά τήν εὔνοιά του πρός τήν κτίση. Εἶναι αὐτό πού ἤδη ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Μω­σαϊκοῦ νόμου· τήν πρώτη δηλαδή μέρα τοῦ ἑβδόμου ἰουδαϊκοῦ μηνός, ἀρχές Σεπτεμβρίου, τελοῦσαν τήν ἑορτή τῆς Νεομηνίας ἤ τῶν Σαλπίγγων, κατά τήν ὁποία ἐσχόλαζαν ἀπό κάθε ἐργασία, γιά νά προσφέρουν θυσίες ὁλοκαυτωμάτων «εἰς ὀσμήν εὐωδίας Κυρίῳ» (Λευιτ. 23,18).
     Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργός τοῦ χρόνου καί τοῦ σύμπαντος, ὁ προάναρχος Βασιλεύς τῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος ἐσαρκώθη, γιά νά ἀποκαταλλάξει τά πάντα εἰς Ἑαυτόν καί νά συναγάγει Ἰουδαίους καί Ἐθνικούς σέ μία Ἐκκλησία, ἤθελε νά ἀνακαφαλαιώσει ἐν ἑαυτῷ τόν αἰσθητό κόσμο καί τό γραπτό Νόμο. Ἔτσι, αὐτή τήν ἡμέρα πού ἡ φύση ἑτοιμάζεται νά διατρέξει ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰσῆλθε στή Συναγωγή καί ἀνοίγο­ντας τό βιβλίο τοῦ Ἠσαΐου ἀνέγνωσε τό χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐπ’ ὀνόματος τοῦ Σωτῆρος: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνε­κεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με (…), κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4,18).
    Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπί τό αὐτό», ἀναπέ­μπουν σήμερα δοξολογία πρός τόν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖ­ος διαμένει στήν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τά πάντα στή ζωή καί στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχή στά κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητός του.
Καλό μήνα και καλή χρονιά!!!


Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

12η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ματθ. 19:16-26

Υπό
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
κ.κ. ΠAΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Ένα ερώτημα κυριάρχησε, κυριαρχεί και θα κυριαρχήσει στην καρδιά του ανθρώπου κάθε εποχής και μέχρι της συντέλειας των αιώνων. «Πως μπορώ να σωθώ»; Ένα ερώτημα που από αυτής της δημιουργίας του ανθρώπου υποβάλλεται από κάθε θρησκευόμενο και σκεπτόμενο άνθρωπο. Το ερώτημα για την σωτηρία του ανθρώπου είναι παντοτινό, γιατί αιώνιος είναι ο προορισμός του ανθρώπου.

Ο Θεός έπλασε το άνθρωπο με την δυνατότητα να μην αποθάνει. Είχε δηλαδή ο άνθρωπος έμφυτη την δυνατότητα να μην αποθάνει. Αυτή η έμφυτη δυνατότητα για αθανασία θα την αποκτούσε ο άνθρωπος, εάν θα τηρούσε την εντολή του Θεού. «Από παντός ξύλου του εν τω Παραδείσω βρώσει φαγή. Από δε του ξύλου του γινώσκειν  καλόν και πονηρόν, ου μη φάγεσθε απ' αυτού, η δ' αν ημέραν φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανεί-σθε» (Γεν. 2:16-17). Στον άνθρωπο δόθηκε μία απλή εντολή δόθηκε, βάση της οποίας θα μπορούσε ο χοϊκός άνθρωπος με την σειρά του θα αποδείκνυε, εάν την τηρούσε, ότι ήταν άξιος της αγάπης του Θεού και όλων των δωρεών που του δόθηκαν.

Και όμως, από φθόνο του Διαβόλου, ο άνθρωπος ξέπεσε από την Χάρη του Θεού και παραβίασε την Εντολή, γευόμενος από τον απαγορευμένο καρπό.  Έτσι, με την παρακοή όχι μόνον τον ίδιο ζημίωσε, αλλά και όλους τους απογόvους του. Έκτοτε ο άνθρωπος περιπλανάται έξω του Παραδείσου αντιμετωπίζοντας καθημερινά τον θάνατο σαν την πιο βέβαιη, ανεπιθύμητη, αλλά και τόσον ανα¬πόφευκτη πραγματικότητα. Αναζητεί χίλιους δύο τρόπους με τους οποίους θα μπορέσει να επανορθώσει την χαμένη εκείνη ευκαιρία για αιώνια ζωή. Το παντοτινό αυτό ερώτημα υποβάλλεται και στον Κύριό μας Ιησούν Χριστό από έναν πλούσιο νέο, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του κατά Ματθαί-ου. «Κύριε, τι ποιήσω, ίνα αιώνιον ζωήν κληρονομήσω» (Ματθ. 19:16); Ο Κύριος απαντά, όπως θα απαντούσε στον καθένα από εμάς που αναρωτιόμαστε καθημερινά και μέ-σα από τα βάθη της καρδιάς μας υποβάλλομε την ίδια ερώτηση: «Κύριε, τι ποιήσω, ίνα αιώνιον ζωήν κληρονομήσω» (Ματθ. 19:16);

Την απάντηση σ’ αυτό το πρόβλημα, που μας απασχολεί όλους, την δίδει ο ίδιος ο Κύριος. «Τήρησον τας εντολάς» (Ματθ. 19:17)! Θέλεις να κληρονομήσεις την αιώνια Βασιλεία του Θεού; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά από του να τηρείς τις Εντολές του Θεού. Η παρακοή του Πρωτοπλάστου Αδάμ έφερε τον θάνατο. Η υπακοή στον Χριστό καρποφορεί αιώνια ζωή.

Ο Άγιος Απόστολος των Εθνών Παύλος μας διδάσκει λέγοντας, ότι  «δια τούτο ώσπερ δ’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και διά της αμαρτίας ο θάνα¬τος διήλθεν, εφ’ ω πάντες ήμαρτον» (Ρωμ. 5:12). Η αμαρτία, επομένως, έγινε αιτία του θανάτου του ανθρώπου. «Τα γαρ οψώ¬νια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. 6:23).

Αμαρτία, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας μας είναι ο θάνατος της ψυχής, γιατί απομακρύνει την Ζωοποιό Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Η ψυχή χωρίς την Χάρη του Θεού ασθενεί, αδυνατεί και τέλος αποθνήσκει. Ο άνθρω¬πος πλέον σκλαβώνεται κάτω από την εξουσία και την τυραννία του μεγαλυτέρου τυράννου, που τυράννησε τον κόσμο και όλη την ανθρωπότητα, του ΘΑΝΑΤΟΥ.

Αλλά τι είναι Θάνατος; Ένα εξ ίσου σημαντικό ερώτημα, όπως το τι είναι Ζωή; Στα δύο αυτά ερωτήματα η επιστήμη της Ιατρικής, της Βιολογίας και των συναφών επιστημών, αδυνατούν να δώσουν συγκεκρι-μένη και πλήρη απά¬ντηση. Σύμφωνα με τη Διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Ο θάνατος διακρίνεται σε τρεις μορφές:

α) Τον σωματικό ή βιολογικό θάνατο, που είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα του ανθρώπου, αποτέλεσμα του οποίου έχει την παύση των βιολογι¬κών λειτουργιών του σώματος.

β) Τον πνευματικό θάνατο, που επέρχεται εξ αιτίας της αμετανόητης θέλη¬σης του ανθρώπου, ο οποίος θεληματικά αρνείται να ζήσει μία ενάρετη και πνευματική ζωή.  Αρνείται να πλησιάσει τον Θεό και να ζητήσει την συγχώρηση των σφαλμάτων του. Η αμετανοησία καταπιέζει την συνείδηση του ανθρώπου τόσο, ώστε παραλύει την ψυχή του και την καθιστά αδύνατη να αντιδράσει κατά των πυρακτωμένων βελών της αμαρτίας.

γ) Τον αιώνιο θάνατο, που είναι η μεταθανάτια αιωνία καταδίκη του ανθρώ¬που στον τέλειο αποχωρισμό του από την συμμετοχή του στην δόξα και την αγάπη του Τριαδικού Θεού.

Μεταξύ των τριών αυτών μορφών θανάτου ο τρίτος είναι η χειρότερα, διότι, εάν ο άνθρωπος αποθάνει αμετανόητος, ανεξομο-λόγητος, ακοινώνητος, χωρίς να έχει αισθαν-θεί την αμαρτωλότητα και μηδαμινότητά του, τότε γεύε¬ται από ανάγκη τον αιώνιο θάνατο. Η αμετανοησία εμποδίζει την αγάπη του Θεού να συγχωρήσει τον αμαρτωλό άνθρωπο.

Η παράβαση κάθε εντολής του Θεού αποτελεί αμαρτία. Μικρή ή μεγάλη, δεν έχει σημασία, όλες αποτελούν αμαρτήματα που σπιλώνουν το χιτώνα της ψυχής. Μία νύμφη δεν πηγαίνει στον γάμο της με λασπωμένο ή ξεσχισμένο νυμφικό ένδυμα. Αλλά, και κανένας προσκεκλημένος δεν εισέρχεται στην γαμήλια γιορτή χωρίς ένδυμα γάμου. Με παρόμοιο τρόπο, ο άνθρωπος δεν μπορεί να εισέλθει στην Βασιλεία του Θεού, εάν εκ των προτέρων δεν έχει καθαρισθεί απ’ όλα τα αμαρτήματα και τα πάθη που σπιλώνουν την ψυχή του.

Στο παντοτινό αυτό ερώτημα, που απασχολεί όλους μας, ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός δίδει την απάντηση: «ΤΗΡΗΣΟΝ ΤΑΣ ΕΝΤΟΛΑΣ» (Ματθ. 19:17)!  Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε λέγοντας, ότι «εάν τις αγαπά με τον λόγον τηρήσει» (Ιωάν. 14:23).  Έτσι, για κάθε πιστό που αγαπά τον Κύριο, τηρεί και τις εντολές.  Ποίες εντολές;  Το «ου φονερύσεις, ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις, ου ψευδομαρτηρήσεις, τίμα τον πατέρα και την μνητέρα, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ωε σεαυτόν» (Ματθ. 19:19).
Ο Πανάγαθος Θεός θέλει όλους τους ανθρώπους να σωθούν. Κανένα δεν θέλει να χαθεί. Δεν θέλει τον άνθρωπο να γευθεί τον αιώνιο θάνατο, αλλά να συμμετάσχουν στην αιώνια Ζωή. Θέλει το πλάσμα των χε¬ριών Του να περιβληθεί την αιώνια δόξα και μεγαλοπρέπεια, που προετοί¬μασε «από καταβολής κόσμου» (Ματθ. 25:34) γι' αυτόν.

Η Βασιλεία του Τριαδικού Θεού αναμένει όλους μας. Η τήρηση των Εντο¬λών του Θεού είναι η μοναδική απάντηση στο παντοτινό αυτό ερώτημα, που απασχολεί όλους μας, μικρούς και μεγάλους, πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αγράμματους. «Κύριε, τι ποιήσω, ίνα αιώνιον ζωήν κληρονομήσω» (Ματθ. 19:16);

Αυτός είναι ο δρόμος της σωτηρίας. Η εκλογή είναι δική μας. Η μεν άρνηση των Εντολών του Θεού επιφέρει τον θάνατο, η δε τήρηση αυτών προσφέρει Ζωήν αιώνιο. Ας τον βαδίσουμε με πίστη και ελπίδα. «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο Παράδεισος».

Κυριακὴ ΙΒ΄ Ματθαίου: Το δίλλημα

Λυπημένος ἔφυγε ὁ σημερινὸς συνομιλητὴς τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε δύο λόγους, δύο στοιχεῖα ποὺ τὸν ἀπέτρεπαν νὰ γίνῃ σύμφωνα μὲ τὴν πρόταση τοῦ Κυρίου τέλειος. Ἦταν πλούσιος καὶ ἦταν ἀκόμη νέος. Εἶχε ὅλα τὰ πλούτη, ὅλες τὶς ἀνέσεις καὶ ὅλη τὴ ζωή μπροστά του. Τί θὰ ἄντεχε νὰ ἀφήσῃ ἀπὸ τὰ δύο; τὴ νεότητα ἢ τὰ πλούτη; Διπλὸ τὸ δίλημμα· διότι ὁ Χριστὸς δὲν τοῦ εἶπε μόνο νὰ μοιράσῃ τὰ πλούτη του στοὺς πτωχούς, ἀλλὰ καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσῃ.
Ἡ πρώτη πρόταση ἦταν νὰ μοιράσῃ τὸ βιός του· ἡ δεύτερη νὰ Τοῦ ἀφιερώσῃ τὸν βίο, ἀπόφαση μᾶλλον δυσκολότερη, διότι ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ ζητεῖτο γιὰ ὁλόκληρη τὴν ὑπόλοιπή του ζωή.
Ἂν ὁ Διδάσκαλος γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς τελειότητος ἐπέμενε μόνο στὸ πρῶτο, ἴσως ὁ νέος νὰ ἔπραττε τὸ προτεινόμενο. Θὰ τὰ μοίραζε ὅλα καὶ δὲν θὰ εἶχε ἄλλη ὑποχρέωση. Θὰ ἦταν σίγουρος ὅτι ἤγγισε τὴν τελειότητα. Ὅμως τὸ πρόβλημα ἦταν ἡ πρόταση νὰ δεσμευθῇ γιὰ ὅλη του τὴ ζωὴ μὲ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀποῤῥέουν ἀπὸ τὴ μαθητεία στὸ Χριστό. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πονόψυχοι, ποὺ ἔχουν μεγάλη περιουσία καὶ μὲ χαρὰ ἐπιβιβάζονται στὸ ὄχημα τοῦ ἀλτρουϊσμοῦ, σκορπίζοντας καλοσύνη μὲ τὶς ἀγαθοεργίες τους. Ἔχουν τὴ δύναμη νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴν περιουσία τους, δὲν σημαίνει ὅμως ὅτι ἀπαραιτήτως ἀκολουθοῦν τὸν Χριστό.
Στὴ ζωὴ διαλέγουμε καὶ παίρνουμε· κάνουμε τὶς ἐπιλογές μας ἀνάλογα μὲ τὸ πῶς βλέπουμε τὴ ζωή. Ὁ νέος τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος ἀρκέστηκε σὲ ὅσα καλὰ εἶχε. Ἦταν τηρητὴς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, καλὸς καὶ εὐσεβὴς πιστός, ἐπιμελὴς στὰ θρησκευτικά του καθήκοντα. Ἀρκεῖτο ὅμως στὴ μετριότητα. Ἴσως περίμενε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τοῦ πῇ ὅτι μὲ ὅσα ἔκανε ἔφθασε στὴν τελειότητα. Ἔφυγε λυπημένος, γιατὶ ἤθελε νὰ ἀκούσῃ ὅτι ἦταν ἐντάξει, ὅτι ἦταν τέλειος κατὰ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Καὶ μᾶλλον ἦταν τέλειος. Ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ ὑπερβαίνει τὸν μωσαϊκό, ἡ δὲ τελειότητά του δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν τελειότητα τοῦ δευτέρου.
Ἀρκετοὶ χριστιανοὶ κάνουν τὴν ἐπιλογὴ τοῦ πλούσιου νέου. Ἀρκοῦνται στὴ μετριότητα, φτάνουν μέχρις ἑνὸς ὁρίου· ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα βάζουν κόκκινη γραμμή. Νιώθουν ἐντάξει μὲ τὰ τυπικά, γιατὶ δὲν θέλουν νὰ ζοριστοῦν. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ αἰσθάνονται καὶ ἕτοιμοι γιὰ τὸν Παράδεισο, ἄμεσοι κληρονόμοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶναι στὴν οὐσία ἀνέτοιμοι καὶ ἀνεπαρκεῖς, μὲ πνευματικὲς ἐλλείψεις καὶ χίλια μύρια κρυμμένα πάθη, ποὺ ποτὲ δὲν μπῆκαν στὴ διαδικασία νὰ ἐρευνήσουν, ὥστε νὰ γίνουν λίγο καλύτεροι, ἔστω κάπως τελειότεροι ἀπὸ πρίν. Ἀκοῦμε συχνὰ κάποιους χλιαροὺς νὰ λένε στοὺς οἰκείους τους: «Μὴν ἔχῃς πολλὰ πάρε δῶσε μὲ τὴν Ἐκκλησία· ἐντάξει, πήγαινε ποῦ καὶ ποῦ· φτάνει ὅσο νήστεψες· πάλι γιὰ ἐξομολόγηση θὰ πᾷς; δὲν χρειάζεται νὰ εἶσαι τόσο ἐγκρατὴς· καλόγερος θὰ γίνῃς;». Εἶναι στὴν πεπτωκυῖα γνώμη μας ἡ ἀνάγκη νὰ γίνουν οἱ δικοί μας ἄνθρωποι σὰν κι ἐμᾶς, γιὰ νὰ μὴν αἰσθανώμαστε ἄβολα ἀνάμεσα σὲ ἐραστὲς τῆς τελειότητος. Ναί, καὶ ὁ Χριστὸς βεβαίως θέλει νὰ γίνουμε ὅπως εἶναι ὁ ἴδιος, τέλειοι, ὅπως καὶ ὁ Ἐπουράνιος Πατέρας μας. Διαλέγουμε λοιπὸν καὶ παίρνουμε.
Πάντοτε ὑπάρχει τὸ ἀτελές, τὸ τέλειο καὶ τὸ τελειότερο. Ὁ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελεύτητο βάθος τελειότητος, ἀτελείωτο ὕψος ἀγιότητος. Ὅσο τελειοῦται ὁ ἄνθρωπος μέσα σὲ αὐτήν, τόσο ἐγκαταλείπει τὸ προηγούμενο ἐπίπεδο ἀτέλειας. Καὶ κάθε ἑπόμενη βαθμίδα τῆς τελειώσεως εἶναι ἀτελέστερη τῆς μεθεπόμενης. Συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπος ὁ ἀγώνας τῆς ὁλοκλήρωσής μας, δὲν σταματᾶ ποτέ. Εἰς αἰῶνας αἰώνων ὁ ἄνθρωπος θὰ ὁλοκληρώνεται, ἀρκεῖ ὅμως νὰ κάνῃ κάποτε τὴν ἀρχή, νὰ χαίρεται αὐτὴν τὴν διαδικασία καὶ νὰ εἶναι ἀποφασισμένος νὰ πορεύεται πρὸς τὸ ἀτελεύτητο τέρμα τῆς θεώσεως.
Δύο εἶναι οἱ ἐπιλογές μας, ἀδελφοί μου. Ἢ μὲ τὸν Χριστὸ ἀπὸ πολὺ ἕως περισσότερο ἢ ἀπὸ τὸ λιγότερο μέχρι τὸ καθόλου. Ἂν αὐτὸ ποὺ ἔχουμε τὸ θεωροῦμε πολὺ καὶ ἀρκετό, ὑπάρχει μπροστά μας τὸ περισσότερο. Ἂν αὐτὸ ποὺ ἔχουμε εἶναι λίγο, πάλι μπροστά μας προβάλλει τὸ περισσότερο ὡς εὐκαιρία ἀνόδου. Εἴθε νὰ κάνουμε τὴν πλεόν συμφέρουσα ἐπιλογή.

π. Στυλιανός Μακρής

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΒ´  ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ιθ΄ 16-26)

Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,

Ὅλοι διαπιστώνουμε ὅτι ἡ κατάσταση τοῦ κόσμου μας δὲν εἶναι καθόλου εὐχάριστη. Ἡ κοινωνία στὴν ὁποία ζοῦμε παρουσιάζει τὴν εἰκόνα ἑνὸς βαρειὰ ἀσθενοῦς. Οἱ καθημερινὲς εἰδήσεις ἔχουν σχέση μὲ πολέμους καὶ ἐγκλήματα, μὲ ἀδικίες καὶ ἀτιμίες, μὲ κρίσεις καὶ σκάνδαλα. Καὶ ὁ μικρὸς καθημερινός μας βίος εἶναι γεμάτος ἀπὸ ἀγωνίες καὶ στενοχώριες, ἀπὸ ἄγχος καὶ ἀνασφάλεια. Κι ὅλοι διερωτώμαστε, γιατὶ ὁ κόσμο μας νὰ παρουσιάζη αὐτὴ τὴν τραγικὴ εἰκόνα;

Τὴν ἀπάντηση, μαζὶ μὲ τὴ λύση τοῦ προβλήματος, μᾶς τὴ δίνει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Μὲ τὸ Εὐαγγέλιό της μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ἐκπληρώση τὸν βασικὸ σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του. Κι αὐτὸς ὁ σκοπός εἶναι νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό, διότι αὐτὸς μόνος εἶναι «ἡ ἀστείρευτη πηγὴ τῆς ζωῆς». Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ κάνει τὸ κάθε τι γιὰ νὰ φθάση πιὸ κοντὰ στὸν Θεό καὶ νὰ κληρονομήση ἔτσι τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν αἰώνια ζωή.

Ὅμως οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἔχουν χάσει ἀπὸ τὰ μάτια τους τὸν ἀληθινὸ σκοπὸ τοῦ βίου τους καὶ τὸν ἔχουν ἀντικαταστήσει μὲ ἄλλους σκοπούς, πρόσκαιρους καὶ δευτερεύοντες. Ἀπὸ τότε ποὺ συνειδητοποίησαν τὸν ἑαυτό τους, ἔχουν ὡς κύριο μέλημά τους νὰ ἀπολαύσουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Γι’ αὐτὸ καὶ διαθέτουν ὅλο τὸν χρόνο καὶ ὅλες τους τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ γίνουν κάποια μέρα ἐπιτυχημένοι καὶ εὐτυχισμένοι κατὰ κόσμον. Νὰ κατοικήσουν σὲ πολυτελέστερα σπίτια, νὰ κινηθοῦν μὲ ἀκριβότερα αὐτοκίνητα, νὰ διασκεδάσουν μὲ περισσότερη σπατάλη, νὰ ἀποκτήσουν ἀξιώματα μὲ δόξα καὶ νὰ χαροῦν κάθε ἄλλη ὑλικὴ ἀπόλαυση. Τὸν Θεὸ τὸν θυμοῦνται μόνο στὶς δύσκολες ὧρες τοῦ βίου τους, στὸν κίνδυνο, στὴν ἀρρώστεια καὶ στὸν θάνατο. Κι τότε δὲν τὸν ἐπιζητοῦν γιὰ νὰ τοὺς δείξη τὸν δρόμο καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύση νὰ κληρονομήσουν τὴν αἰώνια ζωή. Τὸν θέλουν μόνο γιὰ νὰ τοὺς βοηθήση νὰ περάσουν καλὰ στὴν ἐπίγεια ζωὴ. Ἤ ἔστω, νὰ κερδίσουν τὴν αἰώνια ζωή, ὅπως αὐτοὶ τὴν ἀντιλαμβάνονται, ἀλλὰ νὰ μὴ χάσουν τὶς ὑλικές ἀπολαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔχασαν ἀπὸ τὰ μάτια τους τὸν πραγματικὸ σκοπὸ καὶ προορισμὸ τῆς ὑπάρξεώς τους. Γι’ αὐτὸ βιώνουν τὴν τραγικότητά τους.

Αὐτὴ τὴν εἰκόνα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ποὺ ἔχασε τὸν προσανατολισμό του, τὴν βλέπουμε καθαρὰ στὸν πλούσιο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι γνωρίζει καλὰ ποιὸς εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ βίου του καὶ ἐπιδιώκει μὲ ζῆλο νὰ τὸν ἐκπληρώση. Γι αὐτὸ καὶ ἐρωτᾶ τὸν Χριστό: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τὶ καλὸ νὰ κάνω γιὰ νὰ ἔχω αἰώνια ζωή»;

Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ἔχει ξεκαθαρισμένη ἀντίληψη γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ. Δὲν τὴν γνωρίζει ὡς πνευματικὴ ζωή, ὅπως τὴν ἀποκάλυψε ὁ Χριστός. Τὴν βλέπει ὡς ἀτέλειωτη ζωὴ μὲ τὶς ἀπολαύσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αἰώνια ζωὴ γι αὐτὸν εἶναι τὰ πλούτη του. Τὸ μόνο ποὺ τοῦ λείπει εἶναι νὰ μπορῆ νὰ μὴν πεθάνη, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνη αἰώνια. Γι αὐτὸ καὶ στὸ τέλος ἀρνεῖται νὰ κάνη ὅ,τι τοῦ παραγγέλλει ὁ Χριστός· δηλαδή, νὰ μοιράση τὰ πλούτη του καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήση. Ὅπως σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής, «ὅταν ὅ νέος ἄκουσε αὐτὸ τὸν λόγο ἔφυγε λυπημένος, διότι εἶχε πολλὰ κτήματα».

Ὁ καρδιογνώστης Χριστός γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ὁ πλούσιος, ποὺ στέκεται μπροστά του, ἔχει χάσει ἀπὸ τὰ μάτια του τὸν πραγματικό του στόχο. Ἡ προσωρινὴ λάμψη τοῦ πλούτου καὶ ὁ σκοτισμὸς ἀπὸ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας δὲν τὸν ἐπιτρέπουν νὰ ἰδῆ μακρύτερα καὶ νὰ κατανοήση ποιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ αἰώνια ζωή, ποὺ προσφέρει ὁ Χριστός. Οὔτε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζει πραγματικά, ἀφοῦ τὸν πιστεύει ἁπλῶς ὡς ἕνα σοφὸ διδάσκαλο καὶ ὄχι ὡς Θεό. Γι αὐτὸ καὶ τὸν προσφωνεῖ, ‘Διδάσκαλε ἀγαθέ’.

Ἔχοντας αὐτὰ τὰ δεδομένα ὁ Χριστός ἐπιχειρεῖ νὰ θεραπεύση τὸν πλούσιο ἄρχοντα. Πρῶτα πρῶτα θέλει νὰ τὸν βοηθήση νὰ μάθη ποιὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς. Ὅτι δηλαδὴ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, καὶ ἑπομένως εἶναι ὁ κατάλληλος πνευματικὸς γιατρός, ὥστε νὰ τοῦ δείξη ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ δεχθῆ τὶς συμβουλές του. Ὕστερα τοῦ προτείνει δύο δραστικὰ φάρμακα, ποὺ θὰ τὸν βοηθήσουν νὰ γνωρίση τὴν ἀληθινη αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ τὴν κληρονομήση. Τὸ ἕνα εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ὁ πλούσιος ὁμολογεῖ ὅτι ἐφύλαξε τὶς ἐντολὲς ἀπὸ τὰ μικρά του χρόνια. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ τηρῆ κάποιος μόνον τυπικὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Χρειάζεται νὰ τὶς τηρῆ ἀπὸ ἀγάπη στὸν Θεό, καὶ νὰ εἶναι πρόθυμος νὰ κάνη ὅ,τι ἄλλο κι ἄν τοῦ ζητήση. Ἔτσι μποροῦν νὰ καθαρισθοῦν οἱ πνευματικές του αἰσθήσεις, ὥστε νὰ μὴν θαμβώνεται ἀπὸ τὴν προσωρινὴ λάμψη τοῦ πλούτου καὶ νὰ βλέπη μακρύτερα τὴ λάμψη τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Αὐτὸ ὅμως δὲν συνέβη στὸν πλούσιο τοῦ εὐαγγελίου.

Τὸ δεύτερο φάρμακο, τὸ ἀκόμη πιὸ δραστικό, εἶναι νὰ ὑπέρβῆ τὶς ἐντολὲς, νὰ διαλέξη τὴν τέλεια ἀκτημοσύνη καὶ νὰ ἀφοσιωθῆ ἀπόλυτα στὸν Θεὸ, ἀκολουθώντας τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήση νὰ ἀποκολλήση τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ ἐφήμερα ἀγὰθά καὶ νὰ τὴν προσκολλήση στὰ αἰώνια, αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ ὅσους τὸν ἐμπιστεύονται καὶ τὸν ἀκολουθοῦν.

Ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν βρῆκε τὴ δύναμη νὰ νικήση τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ ἔτσι ἔχασε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀπολαύση αὐτὸ ποὺ στὸ βάθος ἐπιθυμοῦσε, τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια εὐτυχία. Ἀρνήθηκε νὰ ἐφαρμόση τὴ θεραπευτικὴ συνταγὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγινε περίλυπος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔδωκε τὴν ἀφορμὴ στὸν Χριστὸ νὰ μᾶς διδάξη πόσο μεγάλο ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι ἡ φιλαργυρία λέγοντας, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι δύσκολα πλούσιος ἄνθρωπος θὰ μπῆ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Πάλι σᾶς λέγω ὅτι εἶναι εὐκολώτερο νὰ περάση μία καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα μιᾶς βελόνας παρὰ πλούσιος νὰ μπῆ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Ἀδελφοί, ἄς ἀγωνισθοῦμε νὰ προσελκύσουμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ καθαρισθῆ ὁ ἑαυτός μας ἀπὸ τὸ φοβερὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας.  Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ύπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶδὸς τοῖς πτωχοῖς

Ασφαλώς θα ξαφνιάστηκε ο νέος του Ευαγγελίου όταν προσήλθε στο Χριστό με μια παρρησία και του ζήτησε ποιο δρόμο να βαδίσει για να κερδίσει την αιώνια ζωή. Ασφαλώς θα ξαφνιάστηκε αυτός που τηρούσε τας εντολάς του Νόμου του Θεού, ότι ο Χριστός θα του υποδείκνυε κάτι επιπλέον να βαδίσει και αυτό ήταν ο δρόμος της πτωχείας, της φτώχιας. Ένα δρόμο που γνωρίζουν πολύ καλά οι Άγιοί μας οι οποίοι είναι πλουτισμένοι από τον Θεό και έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους όχι στα κτήματα ή τα χρήματα του κόσμου, αλλά στα χέρια Εκείνου, στην Χάρη Του.
Πόσο δύσκολο να προσπαθούμε να μιλήσουμε για την πτώχεια σε έναν κόσμο που το χρήμα δεν είναι απλώς ένα μέσον εξυπηρέτησης αλλά και στόχος επιδίωξης και σκοπός της ζωής. Το χρήμα και ο πλουτισμός της ζωής ολοένα και παίρνουν τέτοια θέση στον σύγχρονο πολιτισμό ώστε η οικονομική κατάκτηση κάποιου να θεωρείται υψηλότερη από κάθε άλλη πνευματική ή ηθική. Κάνοντας όμως λόγο η Εκκλησία για τον δρόμο της πτώχειας δεν ματαιοπονεί. Γνωρίζει καλά και αντιστέκεται σε μια ακόμη άποψη και ιδέα της μάταιης, της πρόσκαιρης παρούσης ζωής.
Στο απολυτίκιον του Αγίου Νικολάου λέμε την φράση «δια τούτω εκτείσω τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλούσια». Διά της πτωχείας αποκτούνται τα πλούσια. Η φτώχεια είναι μια άσκηση στην χριστιανική μας ζωή. Και σημαίνει την προσπάθειά μας να μην έχουμε προσκόλληση στα υλικά αγαθά. Να μην εξαρτώμεθα από αυτά. Αυτό οδηγεί στην συναίσθηση της μικρότητος μας εμπρός στο μεγαλείο του Θεού.
Φτώχεια είναι ο αγώνας του Χριστιανού να αφήνει τις ελπίδες του στα χέρια του Θεού και αυτό αποτελεί την καλύτερη ομολογία πίστεως και εμπιστοσύνης του πλάσματος στον Κτίστη. Να μην αισθάνεται την σπουδαιότητα και την σιγουριά στην λαμπρότητα των χρημάτων, στην κοσμική καταξίωση της ευμάρειας και της πολυτέλειας. Κάθε τι που είναι παραπάνω από το αναγκαίο γίνεται εμπόδιο σε εκείνον που θέλει να σωθεί.
Ο Διάβολος καλεί τον άνθρωπο σε μια ψευδοζωή. Σε μια ζωή υλόφρονα και ηδονικής ευμάρειας. Ο Χριστιανός την ασημότητα την θεωρεί αληθινή δόξα, την ευτέλεια την θεωρεί κοινωνική λάμψη και τη φτώχεια την θεωρεί πλούτο. Η φτώχεια είναι η άσκηση στο δρόμο του Χριστιανού για την ομοίωση με τον Χριστό ο οποίος«οὐκ είχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ». Ο Χριστός ήταν ο φτωχός και ο ακτήμων μέσα στον κόσμο.
Μέχρις ότου η ψυχή είναι δεμένη με τα χρήματα και τα πλούτη, πληγώνεται από τα πάθη. Δεν είναι ελεύθερη. Δεν μπορεί να πετάξει ψηλά στα Ουράνια. Δεν μπορεί να είναι αμέριμνος. Δεν μπορεί να ανοιχτεί στα σχέδια του Θεού διότι ανοίγεται στα σχέδια του ανθρώπινου πήλινου λογικού και μόνον. Αυτός που προτιμά τα γήινα από τα πνευματικά, στο τέλος χάνει και τα δύο. Ενώ εκείνος που επιθυμεί τα Ουράνια, θα έχει οπωσδήποτε και εκείνα τα επίγεια που θα του χρησθούν.
Διότι δεν είναι το φαγητό κακό αλλά η γαστριμαργία. Δεν είναι τα χρήματα αλλά η προσκόλληση σ’ αυτά, η φιλαργυρία. Δεν είναι τα ενδύματα που χρειάζονται να σκεπασθούμε και να αποφύγουμε τη γύμνια, το κρύο και τη ζέστη αλλά τα περιττά και πολυτελή.
Η πτώχεια σαν ένας τρόπος ζωής, απελευθερώνει τον άνθρωπο από τον ζυγό των υλικών πραγμάτων ιδιαιτέρως δε από την ορμή του «κατέχειν», η οποία τον υποβαθμίζει. Η απληστία δεν αφήνει ελεύθερο χρόνο για αυτογνωσία, για αυτοσυνειδησία, για προσευχή και σκέψη Θεού. Το Ευαγγέλιο την χαρακτηρίζει«ειδωλολατρία» (προς Κολασσαείς κεφάλαιο γ’ στίχος 5).
Ο Απόστολος Παύλος γράφει « ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες» (προς Κορινθίους  Επιστολής Β’ κεφάλαιο στ’ στίχος 10). Είναι – ο μακάριος Παύλος – πράγματι ο άνθρωπος αυτός, που αξιώνεται να έχει μια ψυχή ελεύθερη από τους εξωτερικούς πειρασμούς, ανασηκωμένη από την τύρβη των κοσμικών, μακριά από τις περιπλανήσεις των γήινων. Είναι μακάριοι και εκείνοι, πλούσιοι πραγματικά, πλουτίζοντες και άλλους, οι οποίοι καταξιώνονται δια της πτωχείας να ξεριζώνουν τα αγκάθια που κόβουν την θέα του Θεού.
Και πώς να μη μακαρίζονται δικαίως εκείνοι που δεν έχουν τις ελπίδες τους στα χρήματα, παρά σ’ Αυτόν τον Κύριο των πάντων; Εκείνοι που δεν ποθούν να αρέσουν σε άλλους παρά σ’ Αυτόν;
Ο κατά Χριστόν φτωχός προσφέρει στον εαυτόν του αλλά και στον συνάνθρωπο, με την θυσία που τον διακρίνει αλλά και με την απλότητα και την ποιότητα της αυτοπροσφοράς, ποιότητα που ανθίζει στις καθαρές καρδιές και τις σφραγισμένες με Χριστό.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ ΜΑΤΘΑΙΟΥ η ανήθικη ηθική… π. Ηλίας Υφαντής

Ήταν νέος και πλούσιος. Και, παράλληλα, υπερβέβαιος για την αρετή και την ηθική του ακεραιότητα. Και πάνω απ’ όλα ρεαλιστής:
Σ’ αυτή τη ζωή, σκέφτηκε, όλα τ’ απόχτησα. Γιατί να μην εξασφαλίσω και την αιώνια ζωή!
Και μια και δυο-μια και ο Χριστός μιλούσε για την αιώνια ζωή-αποτάθηκε σ’ αυτόν.
Γονάτισε μπροστά του και με τη γλώσσα των φιλοφρονήσεων, που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι του «καλού κόσμου», τον ρώτησε:
-Δάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να κάμω, για να κερδίσω την αιώνια ζωή;
Και ο Χριστός, που δεν χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του «καλού κόσμου» αποκρίθηκε:
-Γιατί μες λες αγαθό; Κανένας άνθρωπος δεν είναι αγαθός, παρά μονάχα ο Θεός. Κι αν σοβαρά σκέφτεσαι να κερδίσεις την αιώνια ζωή, δεν έχεις παρά να τηρήσεις τις εντολές.
-Και σαν ποιες εντολές να τηρήσω;
-Να μην διαπράττεις φόνους, μοιχείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, να τιμάς τους γονείς σου και ν’ αγαπάς τους συνανθρώπους σου!
-Μα, όλα αυτά τα έχω τηρήσει από τα πρώτα μου νιάτα. Πες μου τι ακόμη μου χρειάζεται;
Αλλά, όσο ο πλούσιος νέος ήταν υπερβέβαιος για την αρετή του και την ηθική του ακεραιότητα, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι δεν έλεγε την αλήθεια.
Όπως και όλοι εκείνοι, που φαντάζονται ότι είναι δυνατόν να συνταιριάσουν τον πλούτο με την ηθική ζωή.
Και για να γίνει αυτό κατανοητό, αρκεί να θέσουμε το καίριο, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ερώτημα:
«Πόθεν έσχε» τα πλούτη ο πλούσιος νέος; Όπως, βέβαια, και όλοι οι πλούσιοι…
Ο Χρυσόστομος λέει ότι σε καμιά περίπτωση ο πλούτος δεν αποκτιέται με έντιμα μέσα. Και προσθέτει:
Ίσως κάποιοι δικαιολογηθούν ότι τα κληρονόμησαν. Αλλά, και στην περίπτωση αυτή, η απάντηση παραμένει η ίδια:
Ότι δηλαδή αυτοί, απ’ τους οποίους τα κληρονόμησαν, τα απόκτησαν με ανέντιμα μέσα.
Σήμερα, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι τα πλούτη τα απόκτησαν με νόμιμα μέσα.
Όπως κάνουν κάποιοι εκατομμυριούχοι δικαστικοί και πολυπρονομιούχοι πολιτικοί…
Αλλά και στη περίπτωση αυτή η απάντηση είναι ευνόητη:
Όχι μόνο πλούτη ν’ αποκτήσει, αλλά και τα μεγαλύτερα εγκλήματα μπορεί κάποιος να διαπράξει στις μέρες μας, νόμιμα.
Αφού ο νόμος βρίσκεται σε διάσταση με τη δικαιοσύνη και συμβιώνει αρμονικότατα με την αδικία.
Κι όχι μόνο Χρυσόστομος, αλλά και ο Αστέριος Αμασίας και πολλοί άλλοι πατέρες και ποιητές και φιλόσοφοι λένε τα ίδια ή και παρόμοια.
Αλλά και ο λαός, με τη θυμόσοφη ευστοχία του αποφαίνεται ότι «τα πλούτη δεν γίνονται με το σταυρό». Αλλά με ψεύδη και κλοπές και αδικίες. Ακόμη και με φόνους.
Η μαμωνολατρεία είναι ειδωλολατρεία, λέει ο απόστολος Παύλος.
Ειδωλολατρεία, που στο βωμό της θυσιάζονται χιλιάδες και εκατομμύρια άνθρωποι.
Όπως συμβαίνει και τώρα τελευταία στη χώρα μας.
Όπου ο Μολώχ της τοκογλυφίας έχει κατασπαράξει χιλιάδες Έλληνες.
Γεγονός, που δεν ικανοποιεί την κ. Μέρκελ ή τον κ. Ολαν, οι οποίοι απαιτουν και άλλες ανθρωποθυσίες.
Τις οποίες τα εδώ ανδρείκελά τους υπόσχονται ευπειθέστατα να τις προσφέρουν. Προκειμένου να τηρήσουν τις συμφωνίες εξόντωσης του ελληνικού λαού, που έχουν υπογράψει.
Δεν έλεγε, λοιπόν, την αλήθεια ο πλούσιος νέος. Αλλά ο Χριστός δεν θέλησε να τον προσβάλει. Τον άφησε να αποκαλυφθεί μόνος του:
-Αφού, του είπε, τήρησες όλες τις εντολές και θέλεις να γίνεις τέλειος, πούλησε τα υπάρχοντά σου, μοίρασέ τα στους φτωχούς, κι έλα να με ακολουθήσεις. Και θα βρεις μπροστά σου, στην άλλη ζωή, αμύθητους θησαυρούς.
Ο άνθρωπός μας έμεινε κεραυνόπληκτος. Έβαλε στη ζυγαριά της καρδιάς του από το ένα μέρος το Θεό και τους συνανθρώπους του κι από το άλλο τη μεγάλη του περιουσία. Και η ζυγαριά της καρδιάς του έγειρε αποφασιστικά προς τα πλούτη. Έσκυψε το κεφάλι και έφυγε απογοητευμένος.
Και ο Χριστός συμπέρανε:
-Πολύ δύσκολο να κερδίσουν οι πλούσιοι τη βασιλεία του Θεού. Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα απ’ την τρύπα του βελονιού, παρά πλούσιος να μπει στη βασιλεία του Θεού.
Αλλά, μαζί με τον πλούσιο νέο, εμβρόντητοι έμειναν κι οι μαθητές.
Που κι αυτοί ονειρεύονταν ν’ αποκτήσουν κοντά στο βασιλιά-όπως πίστευαν- Χριστό, δόξες, τιμές και πλούτη.
Και απογοητευμένοι τον ρώτησαν:
-Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα υπάρξει κάποιος, που θα μπορέσει να σωθεί;
-Αυτά, που φαίνονται αδύνατα στους ανθρώπους, γίνονται δυνατά με τη δύναμη του Θεού, αποκρίθηκε ο Χριστός.
Όπως συνέβη με εκατομμύρια ανθρώπων, οι οποίοι, αντί για το απύθμενο πιθάρι του πλούτου, επέλεξαν, για τον εαυτό τους το μέτρο της ολιγάρκειας.
Αλλά και πολλούς άλλους, που, όντας πλούσιοι, μοίρασαν τα πλούτη τους στους φτωχούς, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τα λόγια του Χριστού προς τον πλούσιο νέο.
Όπως ο άγιος Αντώνιος η αγία Παρασκευή, οι άγιοι Ανάργυροι, ο Άγιος Παντελεήμων, κλπ…
Και ασφαλώς υπάρχουν και πάμπολλοι, από το άλλο μέρος, που πιστεύουν ότι μπορούν να συνταιριάσουν τα πλούτη με την ηθική.
Πίστη και πραγματικότητα ριζικά και θεμελιακά από ά-Χριστη μέχρι και αντίχριστη. Και από ηθικής πλευράς; Η ανηθικότερη!…
Τόσο περισσότερο μάλιστα, όσο περισσότερο καπηλεύεται το χριστιανισμό!….
Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου: “Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα” (Ματθ. ιθ’ 16-26)

Του Εμμ. Λιοδάκη, Ιεροκήρυκος

Εσώψυχος πόθος του σημερινού νέου είναι η κατάκτηση της αιώνιας ζωής. Τα πλούτη του είναι πολύ φτωχά για να την εξαγοράσει. Γι’ αυτό σαν ζητιάνος πέφτει στα πόδια του Διδασκάλου και τον εκλιπαρεί λέγοντάς του: “Τί αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;”. Και ο καρδιογνώστης Ιησούς στην ερώτησή του αυτή δίνει μια σύντομη, αλλά ουσιαστική απάντηση: “Θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς” (Ματθ. ιθ’ 17). Ανάμεσα σ’ αυτές τις εντολές αναφέρεται και αυτή που λέει, “τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα”.

Ο Δεκάλογος, που ο νέος γνώριζε πολύ καλά αναφέρει και αυτήν την εντολή. Πιστεύω ότι αξίζει να δούμε με προσοχή αυτό το μεγάλο θέμα. Μας αφορά όλους, σήμερα πολύ περισσότερο που η οικογένεια, αυτή η μικρή κατ’ οίκον εκκλησία, πάει να διαλύσει, αφού στο οικογενειακό άδυτο, εισχώρησαν καινούργιες αρχές και που αυτές οι αρχές απειλούν να την εξαφανίσουν. Δεν θέλω να είμαι απόλυτος. Μα πολλοί γονείς δεν απολαμβάνουν πια από τα παιδιά τους τον σεβασμό, την τιμή και την αγάπη που δικαιούνται. Βέβαια θα ήταν άδικο να κατατάξουμε όλα τα παιδιά στην θέση των παιδιών αυτών που ντρέπονται να ονομάσουν τον πατέρα με το όνομα του, πατέρα και την μητέρα με το όνομά της μητέρα. Αλλά με πόνο και λύπη ορισμένοι γονείς ακούνε τα παιδιά τους που με κόπους, φτώχεια και πολλές υστερήσεις τα ανάθρεψαν, τα σπούδασαν, τα αποκατάστησαν, τους έκαναν και σπίτια άνετα, και όμως ακούνε οι δυστυχισμένοι αυτοί γονείς, αντί για το όνομά τους (ο γέρος μου και η γριά μου).

Και το πιο φρικτό. Πόσες φορές αυτοί οι γονείς δεν αργοσβήνουν σαν ξεχασμένα λυχνάρια σ’ ένα υγρό και σκοτεινό ήλιο και φως υπόγειο, ή σ’ ένα οίκο ευγηρίας; Θα είμαστε αναπολόγητοι, όταν στο ζωικό βασίλειο υπάρχει πολύ μεγαλύτερη μέριμνα από αυτή που συναντούμε στις κοινωνίες των ανθρώπων. Λέγεται, πως όταν ο κόρακας γηράσει και πέσουν τα φτερά του και το φως του χαθεί, τα παιδιά του τον βάζουν σε ασφαλές μέρος κι εκεί του πηγαίνουν τροφή και νερό. Τον χειμώνα πάλι, για να μην κρυώνει, τον καλύπτουν με τα φτερά τους μέχρι το γέρικο πουλί να πεθάνει. Ο άνθρωπος όμως, το πιο τέλειο πλάσμα του Θεού, βλέπουμε ότι πολλές φορές αρνείται και προδίδει την φύση του. Δεν τιμά δηλαδή όσο θα έπρεπε τους γονείς του.

Όταν λέμε τιμή στους γονείς, εννοούμε αγάπη και σεβασμό, που σύμφωνα με την εντολή του Θεού την οφείλουμε σ’ αυτούς που μας έφεραν στη ζωή. Βέβαια, υπάρχουν και γονείς που δεν είναι σωστοί. Δεν παύει όμως να είναι γονείς. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση να δίνουμε τιμή στους γονείς μας, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε ότι οι γονείς ευλογούσαν τα παιδιά τους και η ευλογία αυτή συνοδευόταν με την ευτυχία και την μακροβιότητα του παιδιού. Αυτό ο Δεκάλογος το λέει ξεκάθαρα: “Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης” (Έξοδος κ’ 12).

Για να δείξει όμως πόσο μεγάλο αμάρτημα είναι να συμπεριφέρεται άσχημα το παιδί προς τους γονείς, ο Δεκάλογος συμπληρώνει: “Ος τύπτει πατέρα αυτού, ή μητέρα αυτού, θανάτω θανατούσθω” (Έξοδος κα’ 15). Την ίδια τιμωρία προβλέπει ο νόμος και γι’ αυτούς που κακολογούν τους γονείς τους. “Ο κακολογών πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού τελευτήσει θανάτω” (Έξοδος κα’ 16). Στην Καινή Διαθήκη η τιμωρία είναι πιο μεγάλη. Δεν θανατώνει βέβαια το σώμα, αλλά αποκλείει αυτόν που συμπεριφέρεται άσχημα στους γονείς του, από την αιώνια ζωή. Η τιμωρία λοιπόν της Παλ. Διαθήκης που είναι αιώνια. Ο Χριστός το λέει καθαρά: Όποιος θέλει να κερδίσει την αιώνια ζωή, οφείλει να τηρήσει τις εντολές που μέσα σ’ αυτές είναι και “η τιμή προς τους γονείς” (Ματθ. ιθ’ 17). Το παράδειγμα άλλωστε του Ιησού προς τους γονείς στην Παναγία Μητέρα του και στον “μνήστορα” Ιωσήφ είναι ξεκάθαρο. “Και ήν υποτασσόμενος αυτοίς” (Λουκ. β’ 51). Και ο Απ. Παύλος όμως σαν Πνευματικός Πατέρας παραγγέλλει: “Τα τέκνα υπακούετε τοις γονεύσι κατά πάντα· τούτο γαρ έστιν ευάρεστον τω Κυρίω” (Κολασ. γ’ 20).

Για το θέμα αυτό έχουμε να πούμε πολλά. Όμως θα κλείσουμε με τα λόγια του σοφού Μυτηλιναίου Πιττακού: “Οίους εράνους εισενέγκης τοις γονεύσι, τοιούτους αυτός εν τω γήρα παρά των τέκνων προσδέχου”. Δηλαδή, ό,τι κάμεις στους γονείς σου, το ίδιο να περιμένεις ότι θα σου κάμουν τα παιδιά σου όταν γεράσεις.
 Κυριακή ΙΒ' Ματθαίου - «ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος∙ ην γαρ έχων κτήματα πολλά».

Πρωτοπρ. Γεωργίου Δορμπαράκη
«ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος∙ ην γαρ έχων κτήματα πολλά».
Μία πολύ αξιοσυμπάθητη περίπτωση ανθρώπου καταγράφει το σημερινό ευαγγέλιο. Έναν νεαρό, ο οποίος πλησιάζει τον Κύριο, προκειμένου Αυτός ως διδάσκαλος να τον καθοδηγήσει στην είσοδό του στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος τον παραπέμπει στις εντολές της Μωσαϊκής νομοθεσίας, και όταν αυτός επιμένει, λέγοντας ότι αυτές τις τηρεί εκ νεότητός του, ο Κύριος τον προσανατολίζει στην τελειότητα: να ακολουθεί Εκείνον, κάνοντας πέρα όλα τα υλικά αγαθά του. Η αντίδραση του νεαρού είναι απογοητευτική: «ακούσας τον λόγον απήλθε λυπούμενος». Γιατί είχε πολλά κτήματα, είχε πολλά υλικά αγαθά.
1. Ο νεαρός δεν φαινόταν να κοροϊδεύει τον Κύριο, όπως σε μία παρόμοια περίπτωση ενός νομοδιδασκάλου, ο οποίος Τον πλησίασε «πειράζων Αυτόν». Μολονότι το ερώτημα και των δύο είναι το ίδιο: η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού, εδώ έχουμε μία εκ πρώτης όψεως γνήσια αναζήτηση.
Διότι ο νεανίσκος και πιστεύει στον Θεό και κάνει έναν «πνευματικό» αγώνα, με την τήρηση του Νόμου, πυρήνας του οποίου ήταν οι Δέκα Εντολές. «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Παρ’ όλον όμως τον αγώνα του αυτόν, διεπίστωνε στο βάθος της ψυχής του ότι η καρδιά του δεν γέμιζε. Ένιωθε ότι υπολείπεται σε κάτι, το οποίο θα του έδινε την ώθηση να ζήσει σε πληρότητα τη χάρη του Θεού. Για τα δεδομένα βεβαίως της πίστεώς μας, η έλλειψη αυτή είναι δικαιολογημένη: η πλήρωση της καρδιάς, αυτό που ολοκληρώνει τον άνθρωπο έρχεται μόνον εν Χριστώ. Ο Χριστός είναι Εκείνος που επαναφέρει τον άνθρωπο στην κανονική πορεία του, αυτήν για την οποία είχε δημιουργηθεί από τον Θεό. Ο Μωσαϊκός Νόμος, οι Προφήτες, η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή, αποτελούσαν το προκαταρκτικό στάδιο ετοιμασίας προς αποδοχή του Χριστού. Η Παλαιά Διαθήκη, μέσα στην οποία βρισκόταν και ο νεαρός αυτός, είχε το νόημα της διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου. «Ώστε ο Νόμος παιδαγωγός ημίν γέγονεν εις Χριστόν».
2. Η αναζήτηση όμως του νεαρού για τη Βασιλεία του Θεού, μετά την επισήμανση του Κυρίου, τελικώς φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο γνήσια. Και τούτο γιατί στον προσανατολισμό που του δίνει ο Κύριος, εκείνος αντιδρά: υπάρχει κάτι που τον δένει στη γη, υπάρχει ένα «βαρίδι» στη ζωή του. Κι αυτό, όπως φανερώνεται στη συνέχεια, ήταν τα πολλά υλικά αγαθά του, τα πλούτη του. Αν ο νεαρός είχε ως προτεραιότητα τη σχέση του με τον Θεό, την ένταξή του στη Βασιλεία Εκείνου, θα ανέτρεπε τα πάντα στη ζωή του, προκειμένου να το επιτύχει. Με άλλα λόγια, η διαπαιδαγώγηση του Νόμου σ’ αυτόν δεν κατέληξε στον σκοπό της: την εύρεση του Χριστού. Στην πρόσκληση του Ίδιου να Τον ακολουθήσει, εκεί που παρέπεμπε ο Νόμος, τον οποίο φαινόταν ότι ο νεαρός τηρεί, αυτός έστρεψε τα νώτα και έφυγε. Ο λόγος του Χριστού λειτούργησε προκλητικά και αφυπνιστικά, για να φανερωθεί ο βαθύτερος και αληθινός εαυτός του. Μία αντίδραση εντελώς διαφορετική από εκείνην που συναντάμε στους γνήσιους αναζητητές, όπως το είδαμε στους μαθητές του Κυρίου: «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν Αυτώ».
3. Έτσι με την περίπτωση του νεανίσκου σήμερα έρχεται ανάγλυφα ενώπιόν μας το φαινόμενο του ψευδούς και αληθινού εαυτού. Ο νεαρός πιστεύει ότι ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ίσως να έχει τη βεβαιότητα ότι θα κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού – τι άλλο να σημαίνει η ερώτησή του: «τι άλλο υστερώ;» - ζει επομένως σ’ ένα φαντασιακό επίπεδο, το οποίο συναντάμε στους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού, όπως και στους Φαρισαίους της κάθε εποχής. Ο ψευδής εαυτός του έχει κατακλύσει τη συνείδησή του και αυτόν βιώνει ως πραγματικότητα. Η αλήθεια όμως τελικώς πόρρω απέχει από αυτόν. Όπως είπαμε, έρχεται ο λόγος του Χριστού, για να τον βγάλει από την πλάνη: Θεός του αληθινός ήταν τα πολλά κτήματά του, αυτά συνιστούσαν την προτεραιότητά του, μπροστά στα οποία όλα τα υπόλοιπα έρχονταν δεύτερα. Ο αληθινός του εαυτός δηλαδή δούλευε με συνέπεια στην ειδωλολατρία. Η επισήμανση του Κυρίου, «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών έσται», βρίσκει στον νεαρό την πλήρη εκπλήρωσή της.
4. Η κατάσταση αυτή συνιστά και τη μεγαλύτερη τραγικότητα του ανθρώπου: ο άνθρωπος «πετάει» κυριολεκτικά στα σύννεφα. Νιώθει ότι έχει τον Θεό, και ο Θεός απέχει εντελώς από αυτόν. Νιώθει βέβαιος και παραπαίει. Το ακόμη τραγικότερο όμως για τον νεαρό του Ευαγγελίου είναι το γεγονός ότι του δίνεται η ευκαιρία να «προσγειωθεί», να βρει τον εαυτό του και με τον τρόπο αυτό να βρει και τον Θεό, αλλά αυτός απορρίπτει την ευκαιρία. Ο λόγος του Χριστού ήταν η ώρα της χάρης γι’ αυτόν, δηλαδή η ώρα της μετανοίας του. Αν τον αποδεχόταν, θα γινόταν μέτοχος της βασιλείας του Θεού, θα γινόταν άγιος. Δεν το έκανε, γιατί όπως είπαμε, τελικώς δεν είχε γνήσια αναζήτηση: ζούσε στην επιφανειακότητα μίας απλής θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό βεβαίως και το αδιέξοδο που ζούσε και που τον οδήγησε στην προσέγγιση, ανεπιτυχώς όμως, του Χριστού.
5. Ο νεανίσκος του Ευαγγελίου δυστυχώς αποτελεί τον τύπο και για πολλούς από εμάς τους θεωρούμενους χριστιανούς. Πόσοι από τους χριστιανούς δεν ζούμε στο επίπεδο ενός ψεύτικου εαυτού, δεν νομίζουμε δηλαδή ότι πορευόμαστε σωστά και έχουμε τον Θεό και τους αγίους μαζί μας, διότι προσευχόμαστε, διότι εκκλησιαζόμαστε, διότι κοινωνούμε ίσως, διότι κάνουμε κάποιες ελεημοσύνες, ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική; Κι αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε, αν ελέγξουμε τον εαυτό μας σ’ αυτά που αποτελούν κεντρικά πάθη της ανθρώπινης ύπαρξης: στη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία, τους κλάδους του εφάμαρτου εγωισμού. Ο νεαρός του ευαγγελίου διακατεχόταν από το πάθος της φιλαργυρίας και της φιλοκτημοσύνης: τα υλικά αγαθά του ήταν το «βαρίδι» της ψυχής του. Σε άλλον το «βαρίδι» αυτό μπορεί να είναι η φιληδονία του, με όλες τις διακλαδώσεις της, της λαιμαργίας, της γαστριμαργίας, της λαγνείας, της πορνείας, της μοιχείας, της τεμπελιάς. Σε άλλον το «βαρίδι» μπορεί να είναι η φιλοδοξία του, ως κενοδοξία, ως υπερηφάνεια, ως τάση αγωνιώδους αποδοχής από τους άλλους, ως κατακτητικότητας, ως φιλαρχίας και αρχομανίας. Ο καθένας πρέπει να κοιτάξει μέσα του και να επισημάνει το δικό του πάθος, το δικό του βάρος που τον δένει εμπαθώς με τον κόσμο τούτο. Ο λόγος του Χριστού λειτουργεί για όλους και για όλες τις περιπτώσεις αφυπνιστικός, κοφτερός, «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν», που αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό μας. Όσο θα βάζουμε τον εαυτό μας πάνω σ’ αυτόν τον λόγο, τόσο θα καθαρίζει το βλέμμα μας και το έδαφος μπροστά στα πόδια μας. Ο προσανατολισμός είναι σαφής: η τελειότητά μας ως ακολουθία του Χριστού. Αυτό ζει η Εκκλησία μας και αυτό είναι το έργο της. Πόσοι από εμάς είναι έτοιμοι να το ακολουθήσουν;
Κυριακή ΙB' Ματθαίου
(Ματθ. ΙΘ' 16-26)
Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Μια από τις περικοπές που κάνει όσους διαθέτουν πλούτο και υλικά αγαθά ν' αντιδρούν, είναι και η περικοπή αυτή που περιγράφεται η συμπεριφορά του πλούσιου νέου.
Γνωστά τα γεγονότα. Ο νεανίσκος, πλησιάζει τον Ιησού και ζητά πληροφορίες για το τι πρέπει να κάνει ώστε να κερδίσει την αιώνια ζωή.
Να σταθούμε λίγο σ' αυτό. Τι παρατηρούμε; Ότι ο άνθρωπος αυτός, ούτε αρνείται τον Θεό, ούτε τη διδασκαλία περί της αιωνίου ζωής.
Και φαίνεται από τη συνέχεια του διαλόγου με τον Κύριο, ότι πράγματι, στο μέτρο του δυνατού, αγωνιζόταν να εφαρμόσει τις εντολές του Δεκαλόγου.
Επομένως, δεν ετίθετο θέμα πίστεως ή απιστίας. Ήταν ξεκαθαρισμένος και ήδη ανερχόταν την κλίμακα των εντολών.  Επειδή δε η καρδιά του ζητούσε τα υψηλά, ρωτά πώς θα τα κατακτήσει.
“Τι έτι υστερώ;” Τι μου λείπει για να φθάσω στην κορυφή; Με την ειλικρίνειά του θέτει ένα ερώτημα που τελικώς η απάντησή του θα φέρει στην επιφάνεια το καρκίνωμα που του κατέτρωγε την καρδιά.
“Έφη αυτώ ο Ιησούς, ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι” (Ματθ. ΙΘ΄ 21). Δηλ. Είπε σ' αυτόν ο Ιησούς. Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς. Και έλα να με ακολουθήσεις.
Επειδή ο νεανίσκος συνειδητοποίησε σε όλο τα βάθος και το πλάτος την απάντηση του Κυρίου, κατάλαβε δηλ. ότι δεν του μένει παρά να σπάσει τις αλυσίδες του πλούτου. Είδε όμως ότι δεν μπορεί να παίζει με την αιώνια ζωή και με τον Ιησού και λόγω του ότι δεν είχε την θέληση να περάσει στο χώρο της χάριτος και της ελευθερίας, “απήλθε λυπούμενος, ήν γαρ έχων κτήματα πολλά” (Μάτθ. ΙΘ' 22) δηλ. έφυγε λυπημένος διότι είχε πολλά κτήματα και η καρδιά του ήταν προσκολλημένη σε αυτά.
Μάλιστα.   Θα μπορούσε να γίνει απόστολος του Χριστού, αλλά προτίμησε να προσέχει τα χωράφια του και τα λιοστάσια. Τα άλογα και τα βόδια, τα πλούτη και την ψεύτικη λάμψη τους που θαμπώνει το νού, ταράζει και χαντακώνει την καρδιά. Προτίμησε τη γη ή οποία τελικώς και τον “κληρονόμησε” αφού μέσα της... “έλιωσε το σκωληκόβρωτο σώμα του...”.
Δεν υπάρχει χειρότερη κατάσταση αδελφοί μου, από το να φθάνει ο άνθρωπος και μάλιστα ο πιστός (;) σε ηθική κρίση και τελικώς να αρνείται χάριν της αμαρτίας τον ίδιο τον Σωτήρα και Λυτρωτή.  Δεν υφίσταται μεγαλύτερη διαστροφή από το να αγαπά ο άνθρωπος το άψυχο χρήμα. Από το να έχει μέσα την καρδιά του τις πέτρες (χρυσό – διαμάντια...), και να στοιβάζει μέσα στο σπλάχνα του τα τυπωμένα παλιόχαρτα των χαρτονομισμάτων... Όντως δεν μπορεί να υποστεί μεγαλύτερη διαστροφή από το να αρνείται κανείς την σωτηρία του και την αγάπη προς τους αδελφούς και να προτιμά τον βρομερό “σκώληκα” του χρηματιστηρίου.
Τα υλικά αγαθά και ο πλούτος καθ' εαυτά, βεβαίως, δεν είναι κάτι το κακό.
Γίνονται όμως κακά και επιβλαβή, όταν κανείς ξεφύγει από την ορθή χρήση και φτάνει στην καταραμένη λατρεία του μαμωνά.
Το δε παράδοξο στο όλο θέμα είναι ότι αυτό το γνωρίζει ο άνθρωπος όταν διαθέτει ελάχιστα ή όταν αγωνίζεται για τον άρτον τον επιούσιον. Αρχίζει όμως να τα λησμονεί όταν περνά σε επίπεδα οικονομικής ευμάρειας.
Εάν τώρα προστεθεί και η αδιάκοπη αγωνία για τον πολλαπλασιασμό της περιουσίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τότε κατανοεί κανείς πολύ εύκολα γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε “ευκοπώτερον εστί κάμηλον διά τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν” (Ματθ. ΚΘ' 24). Δηλ. ευκολότερο είναι να περάσει μια γκαμήλα από την τρύπα, που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να μπει στην βασιλεία του Θεού.
Υπερβολικός ο λόγος; Φίλοι μου, τα πάντα μπορεί να είναι υπερβολικά στους λόγους των ανθρώπων. Δεν μπορεί όμως να γίνεται λόγος περί υπερβολής, στα λόγια που μας αποκάλυψε ο Θεάνθρωπος. Ο Ιησούς ήλθε να κηρύξει την αλήθεια ...
Και αυτό που επιβάλλεται επίσης να προστεθεί είναι, ότι ο λόγος αυτός του Κυρίου, που εκπλήσσει εμάς όπως και τους μαθητές, ελέχθη μόνο για τον πλούσιο. Δεν ελέχθη τέτοιος λόγος για τον πτωχό, καίτοι η φτώχεια και μάλιστα η ακραία πενία, γίνεται αρκετές φορές κακός σύμβουλος για τον άνθρωπο που υποφέρει, όπως διαπιστώνουμε όλοι μας, κυρίως τον τελευταίο καιρό στην πατρίδα μας...
Να υποστηρίξουμε λοιπόν ότι, αφού έτσι έχει η πραγματικότητα, ότι δηλ. κινδυνεύει να κολαστεί ο έχων χρήματα πολλά, να υποστηρίξουμε ότι είναι προτιμώτερο να λείπει ο πλούτος από την ζωή μας;
Άνευ ουδεμιάς αντιρρήσεως θα πρέπει να συμβαίνει αυτό, εάν βεβαίως θέλουμε να βλέπουμε τα πράγματα αντικειμενικά και στη σωστή τους διάσταση. Μάλλον αυτό θα πρέπει να ευχόμαστε εκ βάθους καρδίας. Και θα προσθέσουμε ότι και ο πλούτος είναι ένα σημείο βασικότατο από την αντιμετώπιση του οποίου αποκαλύπτεται και η ποιότητα της πνευματικής μας ζωής. Χριστιανός που αφήνει την καρδιά του να κλίνει προς τον πλούτο, απλά δεν μπορεί να λέγεται αυθεντικός Χριστιανός. Εάν τώρα κάποιος έχει διαφορετική άποψη επάνω στο θέμα αυτό, εάν δεν θέλει ν΄ακούσει τον Ιησού, δεν του μένει, παρά να κρατήσει την άποψή του, όπως ακριβώς και ο πλούσιος νεανίσκος...
Αλλά τι χρειάζονται τα πολλά λόγια; Δεν το βλέπουμε αυτό άλλωστε στην καθημερινή μας ζωή;  Ο πλεονασμός γίνεται επικίνδυνος πειρασμός. Και ας μη νομίσουμε ότι εάν ρεύσει ο πλούτος, τότε θα έχουμε την δυνατότητα για φιλανθρωπίες και ελεημοσύνες. Ας μη ξεγελά ο πονηρός με σκέψεις από τα “δεξιά”,  για να μας γκρεμίσει τελικώς και στα “αριστερά”.
Ας δοξάζουμε τον Θεό όταν υπάρχει ο καθημερινός άρτος και με πίστη και καρτερία ας προσπαθούμε και ας μένουμε στον αγώνα μας όταν στερούμαστε και αυτόν.
Το να μακαρίζει κανείς τον πλούσιο ο οποίος κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του, τούτο αποτελεί δείγμα αφροσύνης. Και το να νομίζει κάποιος ότι όντας πλούσιος μπορεί να εφαρμόζει τις Ευαγγελικές εντολές, εάν όντως το πιστεύει αυτό, τούτο αποδεικνύει την πλάνη του και την ψευδαίσθησή του. Να προσθέσουμε δε, ότι ουσιαστικά ένας τέτοιος άνθρωπος, έχει παύσει να είναι Χριστιανός, αφού με την κοσμοθεωρία του περί πλουτισμού και Ορθοδοξίας, πάει να βγάλει ψεύτη τον Ιησού.
Στην περίπτωση τώρα που υφίσταται ο πλούτος, εάν βεβαίως υφίσταται καλώς και τιμίως, τότε ας ακούγεται ο θεόπνευστος Ψαλμωδός, ο οποίος διαλλαλεί “πλούτος εάν ρέει, μη προστίθεσθε (= μη προσκολάσθε σ΄αυτόν) καρδίαν” (Ψαλμ. ΞΑ' 11).
Έτσι λοιπόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν θα πρέπει  να αφήνουμε να προσκολλάται η καρδιά σ' αυτό το άψυχο αντικείμενο, διότι κινδυνεύει να αδειάσει από τις αρετές μα κυρίως από την αγάπη.
Και ας έχουμε πάντα στο νου μας, φίλοι μου, ότι ο φτωχότερος άνθρωπος στον κόσμο είναι εκείνος που δεν έχει τίποτε άλλο, εκτός από χρήματα.
Επομένως, ας μη φοβόμαστε την φτώχεια, αλλά τον ακόρεστο πλουτισμό.
Αμήν.
Κυριακή ΙΒ’ Ματθαίου: Περί πλούτου και πλουσίων (Αγ. Λουκάς Κριμαίας)

Ακούσατε σήμερα το ευαγγελικό ανάγνωσμα περί του πλούσιου νεανίσκου, ο οποίος δεν ήθελε να μοιράσει την περιουσία του για να γίνει κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών. Τότε ο Κύριος είπε στους μαθητές του ότι είναι πιο εύκολο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα παρά να μπει πλούσιος στην Βασιλεία των Ουρανών.

Πριν δώσουμε ερμηνεία για τον λόγο που είπε ο Χριστός στον πλούσιο νεανίσκο, ακούστε τι λέει ο απόστολος Ιάκωβος για τους πλούσιους: «Άγε νυν οι πλούσιοι, κλαύσατε ολολύζοντες επί ταις ταλαιπωρίαις υμών ταις επερχομέναις΄ ο πλούτος υμών σέσηπε και τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γέγονεν, ο χρυσός υμών και ο άργυρος κατίωται, και ο ιός αυτών εις μαρτύριον υμίν εσται και φάγεται τας σάρκας υμών΄ ως πυρ εθησαυρίσατε εν εσχάταις ημέραις΄ ιδού ο μισθός των εργατών των αμησάντων τας χώρας υμών ο απεστερημένος αφ' υμών κράζει, και αι βοαί των θερισάντων εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ εισεληλύθασιν΄ ετρυφήσατε επί της γης και εσπαταλήσατε, εθρέψατε τας καρδίας υμών ως εν ημέρα σφαγής, κατεδικάσατε, εφονεύσατε τον δίκαιον ουκ αντιτάσσεται υμίν» (Ιακ. 5, 1-6).

Βλέπετε τι φοβερά λόγια είπε ο απόστολος Ιάκω­βος για τους πλούσιους και πόσο βαριά τους κατηγόρησε; Και τί μπορεί να είναι πιο φοβερό από τα λόγια του Κυρίου Ιησού Χριστού που λέει ότι δύσκολο είναι για έναν πλούσιο να εισέλθει στην Βασιλεία του Θεού;

Γιατί είναι δύσκολο; Κατά την εποχή του Χριστού μεταξύ του λαού του Ισραήλ κυριαρχούσε η γνώμη ότι ο πλούτος είναι ευλογία του Θεού, γι' αυτό τους πλούσιους ανθρώπους τους σέβονταν και τους εκτιμούσαν πολύ.

Όταν ο Κύριος είπε ότι ο πλούτος είναι εμπόδιο να εισέλθει κανείς στην Βασιλεία του Θεού, οι κατάπληκτοι μαθητές του Τον ρώτησαν: «Τις αρα δύναται σωθήναι» (Μτ. 19, 25). Και αυτοί είχαν την γνώμη ότι οι πλούσιοι έχουν την ευλογία του Θεού. Αν οι πλούσιοι δεν θα σωθούν, τότε ποιός θα σωθεί; Ο Κύριος τους απάντησε: «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν» (Λκ. 18, 27).

Ας σκεφτούμε καλύτερα αυτά τα λόγια. Όταν εκείνος ο νέος είπε στον Κύριον την επιθυμία του να Τον ακολουθήσει, ο Κύριος τον ρώτησε: «Γνωρίζεις τις εντολές;» «Ναι, -απάντησε εκείνος-, βεβαίως, γνωρίζω όλες τις εντολές και από μικρός τις τηρώ». Αλλά ο Κύριος έδειξε, και σ' αυτόν και σ' όλους τους άλλους ότι δεν είναι αρκετό να τηρεί κανείς μόνο τις εντολές του παλαιού νόμου, δηλαδή εκείνες τις δέκα εντολές που και εσείς τις γνωρίζετε.

Γιατί δεν είναι αρκετό; Οι Εβραίοι ήταν σίγουροι ότι οι εντολές είναι το παν΄ όποιος τηρεί τις εντολές είναι καθαρός και άγιος και θα γίνει κληρονόμος της Βασιλείας του Θεού. Ο Κύριος όμως είπε ότι τα πράγματα καθόλου δεν είναι έτσι.

Τί ζητάνε από τους ανθρώπους οι εντολές του παλαιού νόμου; Η πρώτη εντολή διδάσκει να προσκυνούν οι άνθρωποι τον ένα και μοναδικό Θεό, μόνο Αυτόν να τιμούν και να μην έχουν άλλους θεούς ε­κτός απ' Αυτόν. Η δεύτερη εντολή απαγορεύει να προσκυνάνε οι άνθρωποι τα είδωλα. Αυτό τί σημαίνει; Ότι όλοι όσοι δεν προσκυνούν τα είδωλα αυτόματα γίνονται καθαροί και άγιοι; Εμείς όλοι προσκυνάμε έναν Θεό. Όλοι είμαστε άγιοι;

Ο νόμος υπαγορεύει να σεβόμαστε τον πατέρα και την μητέρα μας. Μήπως αυτό σημαίνει ότι είμαστε άγιοι επειδή σεβόμαστε τους γονείς μας και δεν τους πετάμε στο δρόμο όταν γερνάνε; Μήπως αυτό και μόνο μας κάνει δίκαιους ενώπιον του Θεού;

Οι εντολές λένε να μην μοιχεύουμε, να μην φονεύουμε, να μην κλέβουμε, να μην ζηλεύουμε τον πλησίον μας, να μην επιθυμούμε τίποτα απ' τα δικά του και να μην επιθυμούμε τη γυναίκα του. Και αυτό τί σημαίνει; Αν δεν είμαστε δολοφόνοι, δεν είμαστε κλέφτες, ούτε πόρνοι, ούτε ψευδομάρτυρες, αν από ζήλεια δεν αρπάζουμε την περιουσία των συνανθρώπων μας, αυτό σημαίνει ότι είμαστε καθαροί και άγιοι ενώπιον του Θεού;

Όλες οι εντολές του παλαιού νόμου είναι αρνητικές και λένε να μην είμαστε αυτοί και αυτοί. Δεν λένε όμως πώς πρέπει να είμαστε. Απαγορεύουν μόνο να κάνουμε τις πιο χονδρές, τις πιο άσχημες αμαρτίες. Οι εντολές αυτές προορίζονταν για έναν λαό σκληρό, όπου οι άνθρωποι έκαναν τα πρώτα απλά βήματα στην διόρθωσή τους.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε ότι δεν ήλθε να καταργήσει το νόμο αλλά να τον «πληρώσει». Η λέξη αυτή στη σλαβική γλώσσα έχει δύο σημασίες -«εκπληρώνω» και «συμπληρώνω».

Ο Κύριος μας έδωσε έναν καινούριο νόμο, ο οποίος είναι πιο τέλειος σε σύγκριση με τον παλαιό νόμο του Μωυσέως. Μας έδωσε τις εννέα σωτήριες εντολές των μακαρισμών. Μας λέει ότι καθαροί και άγιοι ενώπιον του Θεού δεν είναι αυτοί που δεν κλέβουν και δεν φονεύουν, δεν είναι αυτοί που τηρούν τις εντολές του νόμου του Σινά, αλλά αυτοί που είναι πνευματικά τέλειοι. Αυτοί που είναι γεμάτοι ταπείνωση, αυτοί που χύνουν δάκρυα για τις αμαρτίες τους και την αδικία που βλέπουν στον κόσμο. Αυτοί που με συντετριμμένη καρδιά βλέπουν τον Σταυρό του Χριστού. Αυτοί θα κληρονομήσουν την Βασιλεία των Ουρανών.

Μακαρίζει τους πράους, αυτούς που διψάνε και πεινάνε την αλήθεια, τους ελεήμονες και τους ειρηνοποιούς. Υπόσχεται την Βασιλεία του Θεού σ' αυτούς που διώκονται για την αλήθεια, σ' αυτούς που οι άλλοι τους χλευάζουν και λοιδορούν για το όνομα Του.

Αυτός, συνεπώς, είναι καθαρός και άγιος που είναι τέλειος πνευματικά. Και ο Κύριος από όλους μας ζητάει να είμαστε τέλειοι πνευματικά όπως είναι τέλειος ο Επουράνιος Πατέρας μας.

Ο Κύριος στην επί του όρους ομιλία Του μας έδωσε τέτοιες εντολές που κάνουν την καρδιά μας να τρέμει. Πως να μην φροντίζουμε για το αύριο, πως να συγχωρούμε τους εχθρούς μας και να τους αγαπάμε, πως να δώσουμε στον άλλον το τελευταίο μας πουκάμισο. Και όμως όλα αυτά πρέπει να τα κάνουμε για να γίνουμε τέλειοι.

Στον νεαρό που ήθελε να γίνει τέλειος και είχε ήδη εκπληρώσει όλο τον παλαιό νόμο ο Χριστός είπε: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Μτ. 19, 21). Και μόλις το άκουσε ο νεαρός εκείνος έφυγε λυπημένος γιατί είχε μεγάλο πλούτο και δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που του ζητούσε ο Κύριος.

Γιατί ο Κύριος του ζήτησε να πουλήσει όλα όσα είχε και να δώσει στους φτωχούς; Γιατί το να έχει κανείς μεγάλο πλούτο είναι τελείως ασυμβίβαστο με το να ζει σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος πράος και ταπεινός να χύνει συνέχεια δάκρυα βλέποντας να υποφέρουν οι αδελφοί του και να πολλαπλασιάζει ταυτόχρονα τον πλούτο του, να χτίζει καινούρια σπίτια, να αγοράζει καινούρια άλογα και ακριβά ρούχα;

Σίγουρα δεν μπορεί, γιατί αν είναι σπλαχνικός θα μοιράζει συνέχεια αυτά που έχει. Και τότε όταν μοιράσει όλα θα εκπληρώσει τον νόμο του Χριστού. Αν κρατάει για τον εαυτό του τον πλούτο του, αυτό σημαίνει ότι αγαπάει τον εαυτό του πιο πολύ από τον πλησίον του. Αλλά ο Κύριος είπε να αγαπάμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας. Και αν έτσι αγαπάμε τον πλησίον μας δεν θα δώσουμε στον ανήμπορο και τον πεινασμένο όλα όσα έχουμε; Θα μπορέσουμε τότε να ζούμε έτσι όπως ζουν οι πλούσιοι στην Αμερική;

Στις ανούσιες και τρελές διασκεδάσεις σπαταλάνε τα χρήματα που κερδίζουν γι' αυτούς οι εργάτες με δικό τους ιδρώτα και αίμα...

Γι αυτό και λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός ότι, αν δεν θέλουμε να αφήσουμε τον πλούτο μας, δεν θα εισέλθουμε στη Βασιλεία του Θεού, διότι σ' αυτή την περίπτωση παραμένουμε σκληρόκαρδοι και μισάνθρωποι εγωιστές. Αλλά μπορούν να έχουν τέτοιοι άνθρωποι θέση στη Βασιλεία του Θεού; Πιο εύκολα να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη Βασιλεία των Ουρανών. Ποιά σχέση όμως έχουν όλα αυτά με μας, τους ανθρώπους που δεν έχουν πλούτο; Έχουν άμεση σχέση. Σκεφθείτε τι είναι αυτό που βλάπτει την ψυχή εκείνων των ανθρώπων που έχουν πλούτο; Την βλάπτει το ότι τα γήινα αγαθά, τις διάφορες απολαύσεις, την πολυτέλεια αυτοί οι άνθρωποι βάζουν πάνω απ' όλα. Τα θεωρούν πιο σημαντικά και από τα πνευματικά αγαθά, τα οποία αποκτούν οι άνθρωποι που μπορεί να μην έχουν υλικά αγαθά, έχουν όμως τον μεγάλο πλούτο τής αγάπης του Θεού και του πλησίον.

Αυτός που είναι προσκολλημένος στα γήινα, που ζητά απολαύσεις, αυτός πάσχει ακριβώς απ' εκείνο το πάθος που δεν αφήνει τους πλούσιους να εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού.

Είναι λίγοι μεταξύ μας αυτοί που αν και δεν έχουν λεφτά και κάποιες φορές δεν έχουν και τα απαραίτητα, θέλουν όμως λεφτά, θέλουν απολαύσεις και διασκεδάσεις και δεν αμαρτάνουν, γιατί απλώς δεν έχουν την δυνατότητα να αμαρτήσουν. Και αν είχαν θα έκαναν και εκείνοι τις ίδιες αμαρτίες σαν εκείνον τον πλούσιο στην πόρτα του σπιτιού του οποίου καθόταν ο Λάζαρος έτοιμος να πεθάνει από φτώχεια και πείνα.

Αν εμείς, παρ' όλο που δεν είμαστε πλούσιοι, ζητάμε τις απολαύσεις και τις χαρές της ζωής΄ αν ο σκοπός της ζωής μας είναι η ευημερία, αν όλες οι σκέψεις μας είναι πώς να περάσουμε καλύτερα σε αυτή την ζωή και μόνο αυτό επιδιώκουμε, τότε σίγουρα είμαστε μακριά απ' αυτό που ζητάει ό Κύριος. Διότι άνθρωποι που επιζητάνε την καθαρότητα της καρδιάς, άνθρωποι ελεήμονες, αυτοί επιδιώκουν μόνο το να είναι κοντά στον Θεό, να έχουν κοινωνία μαζί του, ζητάνε την χάρη και την αγάπη Του, θέλουν να είναι αδέλφια τού Χριστού.

Πολλές φορές ο φτωχότερος άνθρωπος, που δεν έχει τίποτα πάνω στη γη, αλλά διακονεί τον Θεό, πολλές φορές αυτός ο άνθρωπος, είναι πιο πλούσιος ακόμα και από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου. Ο πλούτος του είναι η θεία χάρη, η καθαρότητα της καρδιάς, η αγάπη και η συμπάθεια για τους πεινασμένους και δυστυχισμένους αδελφούς του. Αλλά πρώτ' απ' όλα ο πλούτος τους είναι η θερμή αγάπη του Θεού, του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

Τώρα είναι εύκολο να καταλάβουμε την απάντηση που έδωσε o Χριστός στην γεμάτη απορία ερώτηση των μαθητών του: «Και τίς δύναται σωθήναι;» (Λκ. 18, 26). Η απάντησή του ήταν: «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν» (Λκ. 18, 27).

Για τον Θεό τα πάντα είναι δυνατά. Αυτός μπορεί να στερήσει των πνευματικών αγαθών τους σκληρόκαρδους και άσπλαχνους πλούσιους ανθρώπους. Και μπορεί να δώσει την μεγαλύτερη χαρά εν Κυρίω στους πιο φτωχούς και τους πιο περιφρονημένους ανθρώπους που πεθαίνουν της πείνας.

Ο Θεός μπορεί όλους να σώσει. Μπορεί να σώσει και τον πλούσιο, αν εκείνος μετανοήσει, αν μισήσει τον πλούτο του και κάνει πράξη τον λόγο του Χριστού: «Ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και... δεύρο ακολούθει μοι» (Μτ. 19, 21). Αυτό το έκανε ένας από τους μεγαλύτερους αγίους ο όσιος Αντώνιος ο Μέγας. Όταν ήταν είκοσι χρονών οι γονείς του πέθαναν και εκείνος έγινε κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Μια μέρα άκουσε στην εκκλησία αυτά τα λόγια του Ευαγγελίου: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι» (Μτ. 19, 21).

Τα λόγια αυτά του έκαναν μεγάλη εντύπωση, μπήκαν βαθιά μέσα στην καρδιά του και κυρίεψαν εξολοκλήρου το νου του. Ο Μέγας Αντώνιος πήγε, πούλησε την περιουσία του, μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς και ο ίδιος έφυγε στην έρημο, οπού έζησε μέχρι το βαθύ γήρας. Είχε αρνηθεί όλα τα γήινα αγαθά αλλά έλαβε από τον Θεό πλούτο ασύγκριτα μεγαλύτερο. Ο Θεός του έδωσε το χάρισμα της προφητείας και της θαυματουργίας και ο Μέγας Αντώνιος έγινε αδελφός και φίλος του Χριστού.

Έτσι πρέπει και εμείς να δεχθούμε τα λόγια του Χριστού περί του γήινου πλούτου. Να διώξουμε από την καρδιά μας την προσκόλληση στα γήινα αγαθά. Και μόνο ένα πράγμα να επιδιώκουμε: το να είμαστε φίλοι και αδελφοί του Θεού, που αγαπάνε τον Χριστό και τους οποίους αγαπά Εκείνος.


(«Λόγοι και Ομιλίες» Αγ. Λουκά επισκόπου Κριμαίας, Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη»)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. 19:16-26 (4-9-2011)
Ερμηνεία Αγιογραφικών Αναγνωσμάτων

Ηλιάνα Κάουρα, θεολόγος

Πρωτότυπο Κείμενο

Και ιδού εις προσελθών είπεν αυτώ∙ διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωή αιώνιον; Ο δε είπεν αυτώ∙ τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός. Ει δε θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς. Λέγει αυτώ∙ ποίας; Ο δε Ιησούς είπε∙ το ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις, ου ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και την μητέρα, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Λέγει αυτώ ο νεανίσκος∙ πάντα ταύτα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου∙ τι έτι υστερώ;  Έφη αυτώ ο Ιησούς∙ ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησον σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος∙ ην γαρ έχων κτήματα πολλά.
Ο δε Ιησούς είπε τοις μαθηταίς αυτού∙ αμήν λέγω υμίν ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών. Πάλιν δε λέγω υμίν, ευκοπώτερόν εστι κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν των ουρανών εισελθείν. Ακούσαντες δε οι μαθηταί αυτού εξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες∙ τις άρα δύναται σωθήναι; Εμβλέψας δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς∙ παρά ανθρώποις τούτο αδύνατον εστί, παρά δε Θεώ πάντα δυνατά εστι.

Νεοελληνική Απόδοση

Κάποιος πλησίασε τον Ιησού και του είπε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω αιώνια ζωή;» Κι αυτός του είπε: «Γιατί με ονομάζεις αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας ο Θεός. Αν θέλεις πάντως να μπεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές». Του λέει: «Ποιές;» Κι ο Ιησούς είπε: «Το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Του λέει ο νεαρός: « Όλα αυτά τα τηρώ από πολύ μικρός∙ σε τι υστερώ ακόμα»; Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό, κι έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις άκουσε την απάντηση ο νεαρός, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία.
Κι ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού. Και σας το επαναλαμβάνω: Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού».Όταν το άκουσαν οι μαθητές του, ένιωσαν μεγάλη κατάπληξη κι έλεγαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Ο Ιησούς τους κοίταξε και είπε: « Αυτό είναι αδύνατο για τους ανθρώπους∙ για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».

Σχολιασμός

Ο ευαγγελιστής Ματθαίος στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή μας μεταφέρει το διάλογο του  Ιησού Χριστού με ένα πλούσιο νεαρό ο οποίος ρωτά τον Ιησού Χριστό τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή. Ο Κύριος λοιπόν απαντά στο νεαρό αυτό άντρα λέγοντάς του ότι για να κερδίσει στην αιώνια ζωή πρέπει να ακολουθεί κάποιες εντολές όπως το μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Ο νεαρός χωρίς να χάσει χρόνο λέει στον Ιησού ότι αυτά τα τηρεί και τα τηρούσε από την παιδική του ηλικία. Τότε ο Κύριος δε μένει εκεί ζητά κάτι άλλο από τον πλούσιο άντρα. Του ζητά να πουλήσει όλη την περιουσία του και να τον ακολουθήσει, τότε ο νεαρός φεύγει γιατί αυτό που του ζητούσε ο Κύριος δεν μπορούσε να το κάνει πράξη γιατί η περιουσία του ήταν πολύ μεγάλη. Τότε ο Κύριος απευθύνεται στους μαθητές του και τους λεει ότι πολύ δύσκολα θα κερδίσει κάποιος πλούσιος τη βασιλεία των ουρανών και συγκεκριμένα λεει ότι πιο εύκολα περνά καμήλα από την βελονότρυπα παρά να κερδίσει πλούσιος τη βασιλεία του Θεού. Όταν αντέδρασαν οι μαθητές τους εξήγησε ο Ιησούς ότι μπορεί κάποια πράγματα να είναι αδύνατα για τους ανθρώπους για το Θεό όμως είναι όλα δυνατά.

Ο Ιησούς Χριστός στην ερώτηση του νεαρού τι να κάνει για να κερδίσει τη βασιλεία των ουρανών απάντησε αρχικά με κάποιες εντολές από το Δεκάλογο που δόθηκε από το Θεό στο Μωϋσή στο Όρος Σινά. Πρόκειται για το γραπτό νόμο του Θεού ο οποίος ρύθμιζε τη θρησκευτική, την κοινωνική, την οικογενειακή και την ηθική ζωή των ανθρώπων  ώστε να εκπληρώνεται η αρετή και να αποφεύγεται η αμαρτία. Οι Δέκα Εντολές, ήταν γραμμένες πάνω σε δύο λίθινες πλάκες, χαραγμένες από τον ίδιο το Θεό αλλά τις άκουσε και ο ίδιος ο Μωυσής ως αυτήκοος μάρτυρας πάνω στο όρος Σινά. Οι τέσσερις πρώτες εντολές αφορούν τα καθήκοντα των ανθρώπων απέναντι στο Θεό. «1.Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου. Ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλήν εμού, ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα. Ου προσκυνήσεις αυτοίς, ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς. 2.Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω ου γαρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω. 3.Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. Εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου. Τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου, ου ποιήσεις εν αυτή παν έργον». (Εξ. 20, 2-11). Οι τέσσερις αυτές εντολές αφορούν τη σχέση των ανθρώπων με το Θεό, είναι το θεολογικό μέρος του Δεκαλόγου. Οι υπόλοιπες έξι αφορούν στην κοινωνική και στη γενικότερη ηθική μας συμπεριφορά, τη συμπεριφορά μας απέναντι στους συνανθρώπους μας. «5.Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, ίνα εύ σοι γένηται, και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γής της αγαθής, ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. 6.Ου μοιχεύσεις. 7.Ου κλέψεις. 8.Ου φονεύσεις. 9.Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή. 10.Ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου εστί». (Εξ. 20:12-17) Οι δέκα εντολές μας δείχνουν τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να αναπτυχθούν οι ορθές σχέσεις με το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Ο Ιησούς Χριστός τόνισε το πόσο σημαντική είναι η αγάπη προς το Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον με μια διπλή κατεύθυνση που θυμίζει το Δεκάλογο όπου όπως αναφέραμε οι τέσσερις πρώτες εντολές αφορούν καθήκοντα απέναντι στο Θεό ενώ οι υπόλοιπες έξι αναφέρονται στη συμπεριφορά μας προς τους συνανθρώπους μας. « Διδάσκαλε, ποια εντολή μεγάλη εν τω νόμω; Ο δε Ιησούς έφη αυτώ∙ αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή∙ αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται».(Μτθ. 22: 34-40).

Ο Ιησούς Χριστός στην ερώτηση του νέου τι πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνια ζωή απαντά, «μη σκοτώσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», αυτές είναι κάποιες από τις εντολές του Δεκαλόγου και με αυτό τον τρόπο τονίζει τη σημαντικότητα της τηρήσεως του Νόμου, πολύ σημαντικό για να κερδίσει ο πλούσιος νέος τη Βασιλεία των Ουρανών είναι η τήρηση των Νόμων, όμως ο Ιησούς δε μένει μόνο εκεί όταν ο νέος απάντά ότι αυτά που του ζήτησε ο Κύριος τα τηρεί από νεαρή ηλικία. Ζητά από το νέο και κάτι άλλο το οποίο δεν αποδέχεται, του ζητά να πωλήσει τα υπάρχοντά του και να ακολουθήσει τον Ιησού. Δε μένει μόνο στο λόγο του Νόμου ο Ιησούς Χριστός αλλά ζητά από το νέο να θυσιάσει τον πλούτο του το οποίο όμως δεν αποδέχεται. Γνώριζε ο Κύριος ότι ο νέος ήταν πολύ προσεχτικός στη ζωή του όσο αφορούσε τους Νόμους και αγωνιζόταν να τηρεί τις εντολές του Θεού, του πρόσθεσε λοιπόν την τελευταία αυτή εντολή, διότι ήθελε να τον οδηγήσει στο δρόμο της τέλειας αγάπης και να τον ελευθερώσει από την προσκόλληση που είχε στον πλούτο.

Έχουμε εδώ, με την εντολή του Κυρίου προς το νέο, το πέρασμα από το Νόμο στη Χριστολογία, από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη. Με την εντολή του Κυρίου τα επιφανειακά και σκιώδη παραγγέλματα του Νόμου προσλαμβάνουν το βάθος της ευαγγελικής πνευματικής νομοθεσίας, είναι η διαδοχή του ατελούς Νόμου από το τέλειο Ευαγγέλιο. Με την έλευση του Κυρίου στον κόσμο πέρασε η περίοδος του νόμου και των νομικών διατάξεων και πλέον οι άνθρωποι καλούμαστε να ζήσουμε την καινή εν Χριστώ ζωή όπως και ο νέος της περικοπής. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέει «ο νόμος δια Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο». (Ιω. 1:17). Δεν πρέπει να μένουμε στη νομολογία αλλά πρέπει να πετύχουμε την ένωσή μας με το Χριστό, αυτό εννοεί όταν καλεί το νέο να τον ακολουθήσει, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». (Γαλ. 2: 20).  

Ο νέος είχε την ψευδή ελπίδα ότι ο Κύριος θα του έλεγε ότι τηρώντας τους νόμους του Δεκαλόγου θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Έτσι έχουμε την αποχώρηση του νέου όταν ο Ιησούς του ζητά να πωλήσει όλη την περιουσία του για να τον ακολουθήσει. Χρειάζεται να θυσιάσει ο νέος κάτι που γι’ αυτόν είναι πολύ σημαντικό και δεν το κάνει.

Νόμιζε ο νέος ότι τηρούσε όλες τις εντολές που του ανέφερε ο Ιησούς,  και μια εντολή που σίγουρα δεν τηρούσε ήταν η αγάπη προς τον πλησίον γιατί πως μπορούσε να αγαπάει τον πλησίον του, τον κάθε φτωχό και άρρωστο, όταν κρατούσε τα πλούτη του αποκλειστικά για τον εαυτό του; Γιατί δε μπορούσε να θυσιάσει από τα πολλά που είχε για αυτούς που δεν είχαν καθόλου; Ζητούσε θυσιαστική αγάπη ο Κύριος από το νέο, την ίδια θυσιαστική αγάπη που ο ίδιος έκανε πράξη με τη σταυρική του θυσία. Αγαπούσε τον πλησίον του μέχρι το σημείο εκείνο που η αγάπη αυτή δεν του ζητούσε θυσίες. Δε μένει στη νομολογία ο Κύριος αλλά τονίζει τη θυσία που πρέπει ο καθένας μας να κάνει.

Ο Ιησούς απευθύνεται στους μαθητές του και τους λέει ότι πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα από τη βελονότρυπα παρά πλούσιος στη Βασιλεία των Ουρανών. Στην αντίδραση των μαθητών για το ποιος τελικά θα μπορέσει να κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών ο Κύριος τους  ξεκαθαρίζει ότι τίποτα δεν αποκλείεται αφού όλα όσα δεν είναι δυνατά για τους ανθρώπους είναι δυνατά για το Θεό. Δε σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να έχουν περιουσία πρέπει να την πωλήσουν για να ακολουθήσουν τον Ιησού. Δεν είναι ο πλούτος εμπόδιο για όλους τους ανθρώπους αλλά η εντολή για πώληση των υπαρχόντων του δόθηκε μόνο στο συγκεκριμένο πλούσιο γιατί ήθελε να τον βοηθήσει να απεξαρτηθεί από τη φιλαργυρία. Το πάθος του συγκεκριμένου ανθρώπου ήταν η φιλαργυρία και ακριβώς αυτό το πάθος ζήτησε ο Ιησούς να αρνηθεί, κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό πάθος που τον δένει στη γη και δεν τον αφήνει να αγαπήσει ελεύθερα και δυνατά το Θεό και τη Βασιλεία του, αυτά λοιπόν πρέπει να αρνηθούμε για να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών.

Ας προσέξουμε λοιπόν μήπως κι εμείς σήμερα γινόμαστε πολλές φορές όπως τον πλούσιο νέο της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής. Τηρούμε το θέλημα του Θεού αλλά μέχρι εκεί που δεν έρχεται σε αντίθεση με το προσωπικό μας συμφέρον, τηρούμε το «Νόμο» όπως το νέο της  περικοπής φτάνει να μην μας ζητηθεί να αρνηθούμε τα πάθη και τις αδυναμίες μας για να ακολουθήσουμε τον Κύριο.