ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ( Ματθαίου ιδ΄ 14 - 22 ) "Ο πολλαπλασιασμός των άρτων " Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης


«Ἔφαγον πάντες καί ἐχορτάσθησαν»

     Ἔφαγαν ὅλοι, οἱ πέντε χιλιάδες ἄνδρες μαζύ καί τά γυναικόπαιδα, ἀπό τά εὐλογημένα ἐκεῖνα πέντε ψωμιά καί τά δυό ψάρια στήν ἔρημο τῆς Γαλιλαίας. Καί ἐχόρτασαν ὅλοι, καίἀπό τά ἀποκόμματα πού περίσσεψαν, γέμισαν οἱ Ἀπόστολοι δώδεκα κοφίνια. Ναί, αγαπητοί εν Χριστώ ἀδελοί! Ὁδωρεοδότης Θεός, ὅταν σκορπᾶ τίς εὐλογίες Του στόἀνθρώπινο γένος, εἶναι ὑπερβολικά σπάταλος καίἀνοιχτοχέρης. Δέν τσιγκουνεύεται, δέν προσωποληπτεῖ, δένἀποβλέπει στήν ἀνταπόδοση. Αὐτό συμβαίνει πάντοτε στάὑλικά ἀγαθά, στόν «ἄρτον τόν ἐπιούσιον», στά ἀπαραίτητα μέσα γιά τή συνέχιση τῆς ζωῆς μας.

 

Ακούμε κατά την τελετή της Αρτοκλασίας «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν, οἱ δέἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Που σημαίνει πως καί ἄνἀκόμη συμβαίνει στή ζωή τῶν πιστῶν νά ὑπάρχῃ κάποτε οἰκονομική δυσκολία καίἀνάγκες ἀνικανοποίητες, αὐτό γίνεται, γιά νά δοκιμάζεται ἡπίστη, νά καρποφορῇ ἡ ὑπομονή, νά γιγαντώνεται ἡ ἐλπίδα. 


     Τότε, ὅταν μέσα στήν κάποια, κάποτε στέρηση τῶν ὑλικῶν,ἀνθοφοροῦν καί παρουσιάζονται οἱ καρποί τοῦ Πνεύματος, ὁπιστός δέν δυσανασχετεῖ, δέν ἀπελπίζεται, δέν ἁμαρτάνει, αλλά έχει πλούσια τά πνευματικά ἀγαθά, ἀπολαμβάνειἀνεξάντλητες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ μέ τήν ψυχή του, μένει δεμένος μαζί του, εὐτυχισμένος πραγματικά ἀπό τούτη τή ζωή, βέβαιος γιά τήν αἰώνια εὐτυχία τῆς ἄλλης. «Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα» - εἶπεν ὁ Κύριος- «δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καί εἰσελεύσεται καί ἐξελεύσεται καί νομήν εὑρήσει». 


     «Πρός τίνα, λοιπόν, Κύριε,ἀπελευσόμεθα;» ἐρωτᾶ ὁἈπόστολος Πέτρος. Καί προσθέτει: «Ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις». Κοντά Σου καί μαζί Σου ἑνωμένοι, ἔχουμε ὄχι μόνο τήν πρόσκαιρη τούτη ζωή στήν πληρότητά της, ἀλλά καί τήν αἰώνια καί ἀτέλειωτη μακαριότητα.


      Σήμερα, μέσα στήνὑπερπαραγωγή τῶν ὑλικῶνἀγαθῶν, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι δυστυχοῦν καί χιλιάδες πεθαίνουν καθημερινά ἀπό πεῖνα. Εἶναι γιατί καί ἐκεῖνοι πούἔχουν κι’αὐτοί πού στεροῦνται, δέν ἔχουν καί δέν ἐπιζητοῦν τόνἕνα καί μοναδικόν Ἄρτον, πού δίνει ζωή, πού σκορπᾷ χαρά καί εἰρήνη, πού κάνει εὐτυχισμένη τήν καρδιά καί τή ζωή τοῦἀνθρώπου. 


     Ὅποιος ἔχει τόν Ἰησοῦ, κατέχει τό πᾶν, βεβαίωνε ὁΠασκάλ. Καί ἡ λύσις ὄλων τῶν προβλημάτων, πού ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπο, ἀπό τά πιό ὑλικά μέχρι τά πνευματικώτερα καίοὐράνια, εἶναι ὁ Ἰησοῦς καί ἡ διδασκαλία Του, ἔλεγε ὁΡοῦσβελτ. Ὅποιος, λοιπόν, μελετᾷ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί μέ αὐτόν τρέφει τήν ψυχήν του, - ὅποιος τήν πίστη καί τήν ἀγάπη στά ἔργα καί τίς ἐκδηλώσεις τῆς καθημερινῆς του ζωῆς ἔχειὑπόβαθρο καί ὁδηγό, καί ζῇ τόν Χριστόν, καλλιεργώντας τήνἀρετή, τήν ἁγιότητα-, ὅποιος «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καίἀγάπης» κοινωνεῖ τακτικά τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας – αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινά εὐτυχισμένος, ὁ πραγματικά «χορτάτος», καί πέρα γιά πέρα ἱκανοποιημένος ἄνθρωπος. 

       Στην Ορθόδοξη και αληθινή πίστη μας, υπάρχει η τελετή της Αρτοκλασίας η οποία και γίνεται εις ανάμνηση του θαύματος αυτού που πραγματοποίησε ο Ιησούς  και που σήμερα ακούσαμε στο ευαγγέλιο. 


      Η τελετή αυτή τελείτε από τους ιερείς μας κατόπιν παρακλήσεως και προσφοράς των ιδίων των εορταζομένων, οι οποίοι και φέρνουν στην εκκλησιά τα δώρα τους, τους πέντε άρτους, μαζί με έναν άρτο ακόμη για την Αγία Πρόθεση, το κρασί για την Θεία Κοινωνία, το λάδι για τις καντήλες του ναού, πέντε κεριά από αγνό μελισσοκέρι και προαιρετικά δύο αγνές λαμπάδες για την Αγία Τράπεζα, το θυμίαμα, τα καρβουνάκια, τα φυτιλάκια και ότι  χρειάζεται για να τελεστεί η Θεία Λειτουργία, που εκείνη την ημέρα γίνεται γιαυτούς ιδιαίτερα που εορτάζουν, επίσης κάποιοι προσφέρουν και λουλούδια που θα στολίσουν την Αγία Τράπεζα, ακόμα και χρήματα για τις ανάγκες της εκκλησιάς τους, για να ευλογηθούν αυτοί και τα σπιτικά τους. 


      Άλλοι βέβαια, όταν γιορτάζουν πηγαίνουν στα διάφορα κέντρα διασκέδασης και προσκαλούν και κερνούν τους φίλους τους, άλλοι κάνουν τραπέζια, άλλοι καλούν γνωστούς και συγγενείς στα σπίτι τους για να γιορτάσουν μαζί τους. Καλά και άγια είναι όλα αυτά αδελφοί μου, μα ο σωστός Χριστιανός κάνει και Αρτοκλασία στην εορτή του Αγίου του και προσφέρει στην εκκλησιά του τα δώρα του λέγοντας έτσι ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Δημιουργό του Θεό.


     Εύχομαι ολόψυχα, αδελφοί μου, να μας φωτίζει ο Θεός έτσι ώστε κοντά Του νά ἐπιζητητούμε πάντα τόν χορτασμό τῆς ψυχῆς μας και πάντα να είναι γενναιόδωρος, σπάταλος και ανοιχτοχέρης τόσο στα υλικά αγαθά, όπως ήταν στο σημερινό θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων, που ακούσαμε στο ευαγγέλιο, αλλά και στα ψυχικά και στα πνευματικά, που είναι σημαντικότερα και πιο ουσιαστικά.


Καλή και ευλογημένη Κυριακή σ' όλους!!!

ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΜΑΤΘΑΙΟΥ "ΑΝΑΒΛΕΨΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟΝ ΕΥΛΟΓΗΣΕ ΚΑΙ ΕΔΩΚΕ": ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΧΘΥΩΝ; π.ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ            

              Σε μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της επιγείου δράσης Του ο Χριστός ευσπλαχνίσθηκε το λαό που Τον άκουε να κηρύττει σε έναν έρημο τόπο  και είχε κουραστεί και πεινάσει, καθώς είχε περάσει όλη την ημέρα κοντά Του. Έτσι, ο Κύριος, παρότι η τροφή ήταν ελάχιστη και δεν έφτανε ίσως ούτε για τον Ίδιο και τον κύκλο των μαθητών Του, θα πάρει στα χέρια Του τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας και «αναβλέψας εις τον ουρανόν» (Ματθ. 14, 19) θα τα ευλογήσει, για να πολλαπλασιαστούν, να θρέψουν πέντε χιλιάδες άνδρες, καθώς και τις γυναίκες και τα παιδιά και θα αφήσει να περισσέψουν δώδεκα μεγάλα καλάθια από την τροφή που προέκυψε, για να αρνηθεί στη συνέχεια να γίνει βασιλιάς, όπως οι Ιουδαίοι επεχείρησαν να Τον ανακηρύξουν, ενθουσιασμένοι από το θαύμα και επειδή πίστεψαν ότι είχε βρεθεί η λύση στο βιοτικό τους πρόβλημα.
                Εντύπωση μας κάνει το γεγονός ότι ο Χριστός, πριν κάνει το θαύμα κι ενώ κρατούσε στα χέρια Του την ανθρώπινη τροφή, σήκωσε τα μάτια Του στον ουρανό και ευλόγησε την ύλη. Μ’ αυτή την κίνηση ο Κύριος μάς δείχνει πως τα πάντα ανάγονται στο Θεό. Εκείνος είναι που δημιούργησε τον κόσμο. Εκείνος είναι μας δίνει τα αγαθά για την επιβίωσή μας. Εκείνος είναι που μεριμνά για τις ανάγκες μας. Εκείνος είναι που μας δίδει τον Λόγο του, για να χορτάσουμε την πνευματική μας πείνα για νόημα, ελπίδα, σκοπό. Ακόμη κι αν ο άνθρωπος φαίνεται ότι από μόνος του ρυθμίζει τα της ζωής, όποιος πιστεύει, ζητά από τον Θεό και «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7,8).
                Μυστήριο είναι η σχέση ουρανού και γης. Έχει μία ιερότητα μοναδική. Η πηγή της ζωής και ο Δοτήρ των Αγαθών, Εκείνος που δεν έχει καμία ανάγκη και όχι μόνο υλική, αφού είναι ο Ίδιος η πληρότητα των πάντων, δια των ακτίστων ενεργειών Του, δημιούργησε και ασχολείται με το κτιστό. Το αναδημιουργεί και το ανιστά από τον θάνατο κάθε μορφής. Και του δείχνει συνεχώς την ζωοποιό αγάπη, που είναι χαρακτηριστικό του Παναγίου Θεού, όχι μόνο με πνευματικό ή σωτηριολογικό τρόπο, αλλά ακόμη και με υλικό. Η κίνηση του Χριστού να στραφεί προς τον Ουρανό ακριβώς αυτό υποδηλώνει. Να δείξει στον άνθρωπο ότι για κάθε αγαθό αυτής ή της αιώνιας ζωής ο άνθρωπος καλείται να στραφεί προς το Θεό ως τον Πατέρα Του και να αφεθεί στο μυστήριο της ανταπόκρισης που πηγάζει από την αγάπη.
                Αυτό δεν συνεπάγεται την ανθρώπινη απραξία. Το θαύμα έγινε άπαξ. Το μυστήριο όμως, στις ουσιαστικές του διαστάσεις, βιώνεται συνεχώς, μέσα από την ευχαριστιακή σχέση ανθρώπου και Θεού. Ο άνθρωπος καλείται να αναβλέπει προς τον ουρανό κάθε στιγμή της ζωής του. Να δοξάζει και να ευχαριστεί το Θεό για κάθε τι που του δίδει, ακόμη κι αν αυτό φαίνεται σταυρός και δοκιμασία. Να εμπιστεύεται το Θεό ως Πατέρα. Και να απολαμβάνει ό,τι έχει λάβει, ακόμη κι αν φαίνεται μικρό, με πνεύμα δοξολογίας και ευγνωμοσύνης. «Από Θεού άρξασαθαι». Είναι μία οδός που, χωρίς να απαξιώνει τον ανθρώπινο κόπο, αφήνει στον καθέναν μας να κατανοήσει ότι κόπος και εμπιστοσύνη γεννούν το μυστήριο. Αλλά και ότι «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4).
              Η ευλογία που παρείχε ο Χριστός στους άρτους και τους ιχθύες είναι το δεύτερο σημείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε. Είναι το ορατό σημείο του θαύματος. Ευλογώ σημαίνει λέω καλώ λόγο. Σημαίνει ζητώ από το Θεό την αφθονία σε ό,τι ξεκινώ ή σε ό,τι κρατώ. Μία αφθονία που γνώμονα έχει όχι την προσωπική μου αυτάρκεια, αλλά την προσφορά στους άλλους. Γιατί αυτός ήταν ο λόγος που ο Χριστός ευλόγησε τα υλικά αγαθά. Όχι για να καταστήσει τους ανθρώπους πλούσιους από αυτά, αλλά για να τους στηρίξει, να τους δώσει την χαρά να ζήσουν στην πληρότητα όχι μόνο της ψυχής εκ του λόγου Του, αλλά και του σώματος, εκ της τροφής. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ευλογεί κάθε ανθρώπινο έργο. Όχι για να το καταστήσει αυτοσκοπό. Αλλά για να δώσει στον άνθρωπο να καταλάβει ότι το μυστήριο της σχέσης του με το Θεό αγιάζει την πορεία του, όχι όμως για να καταστεί ο ίδιος αυτάρκης, εγωκεντρικός και να αφεθεί στην απόλαυση των αγαθών για τον εαυτό του. Κάθε έργο μας είναι ευλογημένο όταν στοχεύει και στην προσφορά στους άλλους. Αλλιώς υπολείπεται και μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα, που θα μας καταπιεί.
               Τέλος, ο Χριστός  θα δώσει στους μαθητές Του τα υλικά αγαθά για να τα προσφέρουν με τη σειρά τους στο λαό. Κάθε κίνηση, κάθε έργο, πνευματικό και υλικό, χρειάζεται τους διακόνους του. Δεν μοίρασε την τροφή ο ίδιος ο Χριστός, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους, αλλά και γιατί ήθελε να δείξει στους μαθητές Του ότι κάθε έργο δεν μπορεί να είναι ατομικό. Χρειάζεται μία δράση συλλογική. Που να περιλαμβάνει και άλλους, οι οποίοι θα ενστερνίζονται το μυστήριο, την ευλογία, την αγάπη. Συνήθως οι άνθρωποι περιμένουμε έτοιμη την τροφή μας, υλική και πνευματική. Αξίζει όμως να συμβάλουμε αν όχι στην παρασκευή της, τουλάχιστον στην προσφορά και στην διάδοσή της.
              Το τελευταίο υποδηλώνει την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας στη ζωή μας. Συνήθως οι εμπερίστατοι παγιδεύονται στη λογική ότι ο κόσμος και η κοινωνία έχουν καθήκον να τους θρέψουν, να τους βοηθήσουν, να τους ενισχύσουν, χωρίς οι ίδιοι να χρειάζεται να κάνουν κάτι. Δικαιούνται  την αγάπη, αλλά χωρίς κόπο δικό τους. Ο Χριστός όμως δεν έκανε το θαύμα για ανθρώπους που συνάντησε τυχαία, αλλά για εκείνους που κοπίασαν ακούγοντάς Τον ολόκληρη την ημέρα. Και έστειλε τους μαθητές Του, για να δείξει στους ανθρώπους ότι δεν είναι μόνος Του, όπως επίσης και ότι ο καθένας μπορεί να συμβάλει στο οποιοδήποτε έργο. Γιατί είναι βέβαιο ότι τους μαθητές στην συγκέντρωση των κλασμάτων τους βοήθησαν και κάποιοι από τους ανθρώπους που έφαγαν και χόρτασαν. Ας μη μένουμε λοιπόν σε μία παθητική φιλανθρωπία από την μία και από την άλλη ας προτρέπουμε όσους έχουν ανάγκη να καταβάλουν τον δικό τους κόπο, ώστε να δείχνουν και να αισθάνονται ότι παλεύουν για αυτό που τους χαρίζεται ως δωρεά και ευλογία.
            Η ευχαριστιακή σχέση, η ευλογία που γίνεται προσφορά και όχι αυτάρκεια και η συμμετοχή μας σε κάθε έργο, υλικό και πνευματικό αποτελούν στοιχεία του μυστηρίου που χαρακτηρίζει τη σχέση Θεού και ανθρώπου. Και η Εκκλησία πάνω στο μυστήριο πορεύεται, για να υποδεικνύει στον καθέναν το χρέος του που δεν είναι μόνο πνευματικό, αλλά έχει να κάνει και με την θεραπεία των ανθρώπινων αναγκών στο μέτρο του εφικτού, μέσα όμως από το πρίσμα της συνάντησης του ουρανού και της γης. Αυτός ο δρόμος της Εκκλησίας αποτελεί μία ευκαιρία θέασης του κόσμου και της ζωής που αλλάζει τα δεδομένα και τις προκαταλήψεις της εποχής μας έναντι της πίστης. Καιρός λοιπόν για αυτοσυνειδησία και επανεύρεση του αληθινού νοήματος της σχέσης μας με το Χριστό και την Αλήθεια του Ευαγγελίου και βίωση αυτού του νοήματος στη ζωή μας.

 Κέρκυρα, 18 Αυγούστου 2013

Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου:Χωρίς Χριστό εξασθενεί και πεθαίνει η ψυχή και το σώμα. π .Στυλιανός Μακρής

Τὸν θαυμαστὸ χορτασμὸ τῶν πέντε χιλιάδων μᾶς περιγράφει σήμερα ὀΕὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Πέντε χιλιάδες ἄνδρες, δίχως νὰ ὑπολογίζονται τὰγυναικόπαιδα, σήμερα χορταίνουν τὸν ἐπίγειο ἄρτο καὶ γεύονται στὴν γλυκύτητα τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Ἐπουρανίου Ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς γύρω πόλεις ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ σὲ μίαἐρημικὴ τοποθεσία, περιμένοντας νὰ χορτάσουν ἀπὸ τὰ θεῖα λόγια Του,ἀναμένοντας μὲ ἐλπίδα τὰ θαυμαστὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα κανεὶς ἕως τότε δὲν εἶχεἐπιτελέσει. Ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦΝαζωραίου Διδασκάλου, δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία νὰ Τὸν δῆ καὶ νὰ Τὸν ἀκούσῃἀπὸ κοντά. Πεινασμένος γιὰ θαῦμα καὶ διψασμένος γιὰ διδασκαλία, ἀδιαφορεῖγιὰ τὴν πεζοπορία. Κι ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ χορταίνει καὶ ξεδιψᾶ. Μὰ ὁ Χριστὸς δὲν χορταίνει μόνον τὴν ψυχή τους· χορταίνει καὶ τὸ σῶμα τους. Ἐπιτελεῖ τὸθαῦμα, διότι εἶναι χορηγὸς ἀγαθῶν, πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν. 
Πολλαπλασιάζει τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν σωματική τους πεῖνα· περισσεύουν μάλιστα καὶ δώδεκα γεμάτα κοφίνια.

Ὁ Χριστός μας, ἀγαπητοί μου, εἶναι πλούσιος καὶ πλουσιοπάροχα μοιράζει τὶς εὐλογίες Του. Δὲν εἶναι φειδωλὸς στὶς δωρεές Του. Δίνει παραπάνω ἀπ’ ὅσα χρειαζόμαστε, γιατὶ θέλει νὰ μᾶς φανερώσῃ τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας Του καὶ παράλληλα νὰ μᾶς ὑποδείξῃ νὰ ἀσκοῦμε κι ἐμεῖς τὴν φιλανθρωπία χωρὶς δισταγμό, φειδωλότητα καὶ τσιγκουνιά.

Ἕνας τύπος τῆς θείας λειτουργίας εἶναι τὸ σημερινὸ θαῦμα. Μέσα στὸ μεγάλο μυστήριο ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς μελίζεται καὶ διαμερίζεται, χωρὶς νὰ δαπανᾶται, χωρὶς νὰ τελειώνῃ. Δίνεται πρὸς βρῶσιν καὶ σωτηρίαν στὰ ἑκατομμύρια τῶν πιστῶν, ποὺ χαίρονται νὰ ἑνώνονται μαζί Του. Αὐτοὶ ποὺ λιμοκτονοῦν ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους, βρίσκουν στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὴν τροφὴ ποὺ χορτάζει τὴν πεινασμένη ψυχὴ καὶ τὸ πεινασμένο γιὰ ἁγιασμὸ σῶμα. Κομματιάζει ὁ Χριστὸς σήμερα τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ περισσεύουν δώδεκα κοφίνια, γιατὶ καὶ στὴλειτουργία ὀ Ἴδιος κομματιάζεται ἐπάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ ἐντούτοις παραμένει ἀδιαίρετος καὶ ἀδαπάνητος. Περισσεύει γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, διότι ὁ Χριστὸς δὲν διαιρεῖται. Βρίσκεται ὁλόκληρος σὲ κάθε μερίδα τοῦἁγιασμένου ἄρτου, διότι δίνεται ὁλοκληρωτικὰ στὸν καθένα μας καὶ δὲν τσιγκουνεύεται νὰ χαρίσῃ ὅλον Του τὸν Ἑαυτό, διότι εἶναι ἄφθαρτος καὶἀληθινός, διότι ἡ σωτηρία μας δὲν γίνεται ἀποπασματικά, διότι τὸκομματιασμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἀνθρώπινο πρόσωπο δὲν ἑνοποιεῖται ἁπὸ ἕνα διασπασμένο καὶ διαιρεμένο Σωτῆρα. Βρίσκεται ὁλόκληρος σὲ κάθε μερίδα τοῦἁγιασμένου ἄρτου, διότι τὸ ἀναστημένο Του Σῶμα εἶναι ὑπερβατικὸ τοῦ χρόνου καὶ ἀκέραιο, ἐνῶ ὁ χρόνος μερίζει καὶ κομματιάζει τὴν ἀνθρώπινη φύση.

Χωρὶς τροφὴ τὸ σῶμα μας ἐξασθενεῖ καὶ πεθαίνει. Χωρὶς Χριστὸ ἐξασθενοῦν καὶ πεθαίνουν πνευματικὰ καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς, εἶναι ὁ ΙΧΘΥΣ, εἶναι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», τὸ ζωντανὸ νερὸ ποὺ ἀναβλύζει στὶς καρδιὲς καὶ τὶς ξεδιψᾶ. Κι ἔρχεται σὲ ἕνα πεινασμένο κόσμο νὰ προσφερθῇ«πρὸς βρῶσιν καὶ πόσιν καὶ τέρψιν». Αὐτὴν τὴν ὥρα κάποιοι συνάνθρωποί μας πεθαίνουν ἀπὸ ἀσιτία. Καὶ σίγουρα περισσότεροι πεθαίνουν ἀπὸ πνευματικὴπεῖνα, γιατὶ δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ ποιά εἶναι ἡ τροφὴ ποὺ χαρίζει τὴν ἀθανασία. Κανεὶς δὲν τρώει μιὰ φορὰ τὸν χρόνο, γιὰ νὰ ζήσῃ, ἀλλὰ καθημερινῶς, ἂν ἔχῃβεβαίως αὐτὴν τὴν πολυτέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσῃπραγματικά, θὰ πρέπῃ καθημερινῶς νὰ τρώῃ «τὸν Ἄρτον τῆς Ζωῆς τὸνἐπιούσιον».
Μεγάλο τὸ σημερινὸ θαῦμα. Ἀλλ’ ἀκόμη μεγαλύτερο τὸ θαῦμα ποὺ τελεῖται στὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησίας. Διότι στὸ πρῶτο μοιράστηκε «βρῶσις ἀπολλυμένη»,ἐνῷ στὸ δεύτερο μοιράζεται «βρῶσις ἡ μένουσα εἰς ζωὴν αἰώνιον». Μεγάλο τὸπλῆθος ποὺ μᾶς περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής· ἀκόμη μεγαλύτερο ὁμως τὸ πλῆθος τὸ χορτασμένο σὲ Χριστό.

Στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαιώνει πὼς «ὁ ἐρχόμενος πρός Με οὐ μὴ πεινάσῃ καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ διψήσῃ πώποτε». Ὁ Χριστὸς μᾶς προσκαλεῖ ὅλους σὲ ἕνα χορταστικὸ δεῖπνο, στὸ μυστικὸ δεῖπνο, ὅπου συνδαιτημόνες δὲν εἶναι οἱ μαθητές Του, ἀλλὰ ὅλοι ἐμεῖς ποὺ σήμερα ἤρθαμε σὲτοῦτο τὸ Ναό. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ μᾶς σερβίρει κι Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ σερβίρεται. Τὸτραπέζι Του εἶναι πάντα γεμάτο. «Τρυφήσατε πάντες· μηδεὶς ἐξέλθοι πεινῶν». Σὲλίγες στιγμὲς θὰ ξεκινήσῃ καὶ πάλι ἕνα μεγάλο φαγοπότι. «Γεύσασθε καὶ ἴδετεὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος». Δοκιμάστε, ἀδελφοί μου, τὸν πιό νόστιμο ἄρτο καὶ τὸ πιό γλυκὸ κρασί. Προσέλθετε μὲ φόβο Θεοῦ, πίστη καὶ ἀγάπη, γιὰ νὰ γευθῆτε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, νὰ ἑνωθῆτε μαζί Του, νὰ Τὸν κοινωνήσετε καὶ νὰ Σᾶς κοινωνήσῃ, νὰ κοινωνήσετε ὁ ἕνας τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, νὰ ζήσετε τὴν κοινὴ ζωὴτοῦ ποτηρίου ποὺ παρέχει ἀθανασία, ἀληθινὴ χαρὰ καὶ παντοτινὴ εὐφροσύνη.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

(ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓ. ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ)


῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 8)

α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ μεγαλομάρτυρα ἅγιο Παντελεήμονα τόν ἰαματικό πού τιμᾶ ἐνδόξως σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, παρμένο ἀπό τήν ποιμαντική λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ὁ ἀπόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του ἅγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε ἐφαρμοσμένα ἤδη στόν ἅγιο Παντελεήμονα: ἡ δύναμή του ἦταν ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κακοπάθησε ὡς καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, ἀθλήθηκε νόμιμα, ἡ διαρκής μνήμη του ἦταν ὁ ἀναστημένος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία μας μᾶς τά προβάλλει ἔντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας πάνω σ᾽ αὐτά καί νά πορευόμαστε ἀντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα ἡ μνήμη μας πρέπει νά εἶναι διαρκῶς στόν ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς ᾽Ιησοῦ Χριστό καί ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν μᾶς καλεῖ μέσω τῆς προτροπῆς του στόν ἅγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς ἱστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν ἔχει τήν ἔννοια μίας ἀνάμνησης πού ἀναπλάθει ἀπό τό παρελθόν ἕνα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, ὅπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες ἐπετείους σπουδαίων ἱστορικῶν γεγονότων ἤ ἀκόμη καί στή μνήμη τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο ἤ τό γεγονός ἀνήκει στό παρελθόν κι ἐπειδή ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ὡς καθοδηγητικό στοιχεῖο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.
῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου ἔχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι ἐκφράζει τήν πίστη τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε εἶναι ὁ ῾ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν᾽, δηλαδή εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἀνάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, καί ταυτοχρόνως εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ὡς καταγόμενος ῾ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος καλεῖ νά μνημονεύουμε ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ζωντανός καί διαρκῶς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τοῦ κόσμου, συνεπῶς καλεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο πού μᾶς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό.

2.  Μέ ἄλλα λόγια ἡ μνημόνευση αὐτή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν αὐτονόητη ἐν πίστει κίνηση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ βαπτισμένου καί χρισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζώντας τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του ὡς ἐνδεδυμένος ᾽Εκεῖνον - ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - Τόν ἀναπνέει ὅπως ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα γιά νά ζήσει. ῞Οταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει ὅτι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό τό νά ἀναπνέουμε - ῾μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ -, δηλαδή ἡ μνημόνευσή του εἶναι περισσότερο κι ἀπό θέμα ζωῆς καί θανάτου, αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει ἀληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζωντανό πτῶμα. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχει καί τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποια ἄλλη ἐπιστολή του.
Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι μία τέτοια μνημόνευση ὡς ἀναγκαία γιά τήν ἴδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ πιστός δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθεῖ στόν Κύριο ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ἄν δέν τόν φωτίζει ἐν προκειμένῳ τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό ὑπέρ φύσιν σημεῖο πίστης καί ἀποδοχῆς τῆς θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού ἐξόχως σημειώνει ὁ ἀπόστολος: ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.  ῎Ετσι ἡ μνημόνευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ἡ  ἐπιβεβαίωση τῆς ὕπαρξης στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν καθοδηγεῖ νά βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ᾽ παραπέμπει εὐθέως στό ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽.

3. Τά παραπάνω ἐξηγοῦν εὔκολα  γιατί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς μέ τούς ἁγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστᾶ μία συνοπτική ὁμολογία πίστης της εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ ἤ μέ τήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αὐτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή ἔχουμε τήν ἐπακριβή ἐπιβεβαίωση τῆς προτροπῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί ἐπικαλούμαστε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μᾶς σώσει. Τό ἔλεός Του εἶναι ἡ ἀπάντηση στή διαστροφή τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάλιστα συναίσθηση αὐτῆς καί τοποθεῖται ἐν ταπεινώσει ἀπέναντί Του. Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο στίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας ἀλλά καί σέ κάθε ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ συνοδεύει ὄχι μόνο τόν μοναχό – ἡ ῾ἀποκλειστικότητα᾽ αὐτή δέν συνάδει πρός τήν ἐκκλησιαστική πίστη - ἀλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αὐτό γιά παράδειγμα ἑνός μοναχοῦ μέ τόν  μεγάλο Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιθέσει πρός τόν μοναχό ὑποστήριζε ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά ὅλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στόν ἅγιο Γρηγόριο.

4. Τό μόνο πού ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε οἱ πιστοί εἶναι ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται κατά τρόπο ἐξωτερικό καί τυπικό. Οἱ ῾τεχνικές᾽ τῆς εὐχῆς τοῦ Χριστοῦ ἤ ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω ἀπέχουν ἀπό αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας καί λέει ὁ ἀπόστολος. ῾Η μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ὅπως εἴπαμε, καί μέ θερμότητα ἀγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽ἐξ Οὗ καί δι᾽ Οὗ καί εἰς ῞Ον τά πάντα ἔκτισται᾽, θέτει σέ ἐνέργεια κατά τρόπο αὐξητικό τή χάρη τῆς μνήμης Του καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποτελεῖ τό ῾κλειδί᾽ τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματός Του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ μνήμη Του καί ἡ ἀδιάκοπη ἐπίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Πιστός πού ἐπικαλεῖται τόν Κύριο χωρίς νά ὁδεύει κατά τίς ἐντολές Του, κατεξοχήν τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μᾶλλον δουλεύει σέ ἀλλότριο δεσπότη καί ὄχι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο λόγος τοῦ μεγάλου Πατέρα ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι καταπέλτης: ῾᾽Εκεῖνος πού μπόρεσε νά ἀποκτήσει τήν τέλεια ἀγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αὐτήν ὄλην τή ζωή του, αὐτός ἐπικαλεῖται τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (4η ἑκατ. Περί ἀγάπης).

γ. Δέν ὑπάρχει πιό ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια μας ἀπό ῾τό ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα᾽ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας καί τή δική του ζωή μᾶς παρακινεῖ σ᾽ αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἔχει ὡς τόν πιό μεγάλο καί ὑπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τῆς ὕπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά ἀναπνέουμε Αὐτόν πού συνιστᾶ τήν ἴδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τῆς ψυχῆς μας᾽ (ὅσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε ἐμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν.
 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 Κυριακή 27 Ιουλίου 2013

Στην πόλη της Καπερναούμ ήταν δύο τυφλοί. Ενώ δεν έβλεπαν καθόλου μπόρεσαν να φωτογραφήσουν το γλυκύτερο πρόσωπο στον κόσμο. Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτοί οι δύο τυφλοί που ποτέ τους δεν είχαν δει τον Χριστό με τα σωματικά τους μάτια, ποτέ τους δεν είχαν απολαύσει την θέα των θαυμάτων του, είχαν μέσα τους την σωστή πληροφόρηση για τον Ιησού. Το κενό της οράσεως το αναπλήρωσε μια άλλη αίσθηση. Όχι η ακοή και η αφή που συνήθως στους τυφλούς είναι περισσότερο ανεπτυγμένες. Κάποια άλλη αίσθηση που βρίσκεται πέρα από τις πέντε αισθήσεις. Είναι η έκτη αίσθηση. Πρόκειται για την όραση της καρδιάς, για την πίστη. Αυτή είναι η μεγαλύτερη όραση. Το κενό της οράσεως αυτής δεν μπορεί καμία άλλη όραση να το αναπληρώσει, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να την αναπληρώσουν τα σωματικά μάτια και απόδειξις αυτού είναι οι γραμματείς και οι φαρισαίοι. Ενώ οι δυο τυφλοί δεν είχαν μάτια και όμως έβλεπαν με τα μάτια της καρδιάς τους τον Ιησού Χριστό, οι Φαρισαίοι είχαν μεν μάτια, έβλεπαν τον Ιησού με τα σωματικά τους μάτια, παρακολουθούσαν βήμα προς βήμα όλα τα θαύματα του, αλλά ήταν τυφλοί πνευματικά. Οι δύο τυφλοί τον είδαν ως Υιό του Δαυίδ ως τον αναμενόμενο δηλαδή Μεσσία, ενώ οι Φαρισαίοι ως όργανο του διαβόλου. Να η ερμηνεία που έδωσαν όταν ο Κύριος έβγαλε το δαιμόνιο από τον κωφό και άλαλο «Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει το δαιμόνιον».

Πολλούς τυφλούς θεράπευσε ο Κύριος. Αλλά οι δύο τυφλοί της Καπερναούμ ήταν ιδιαίτερα άξιοι για το θαύμα, για τρεις λόγους. Θα μπορούσαμε να τους συνοψίσουμε σε τρεις λέξεις: Πίστη-Προσευχή-Ιεραποστολή. Είχαν πίστη. Η πίστη είναι η σύνδεση με το φως. Μπορεί να υπάρχει η γεννήτρια του φωτός, να υπάρχει εγκατάσταση ηλεκτρική αλλά να μην υπάρχει φως διότι δεν έχει γίνει η σύνδεση με την γεννήτρια. Γεννήτρια του φωτός είναι Ο Χριστός ως Θεός αληθινός «Φως εκ φωτός Θεός Αληθινός εκ Θεού Αληθινού…»Το διεκύρηξε ο Ίδιος «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» Ιωανν.8,12 . Η γεννήτρια υπάρχει. Ηλεκτρική εγκατάσταση στους δύο τυφλούς υπήρχε. Είχαν μάτια, δεν είχαν φως και ήλθε το φως, μόλις έγινε η σύνδεση. Και η σύνδεση με τον Θεό, την πηγή του φωτός, γίνεται με το καλώδιο της πίστεως. Πίστευαν οι δύο τυφλοί στον Ιησού Χριστό. Τον πίστευαν και ως άνθρωπο και ως Θεό. Δεν θεωρούσαν ότι ο Χριστός είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος. Ο Χριστός δεν είναι ο οποιοσδήποτε. Είναι ο Υιός Δαυίδ, ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαυίδ, γι’ αυτό και τον προσφωνούν Υιέ Δαυίδ. Επίσης πίστευαν ότι είναι αληθινός Θεός, γι’ αυτό και ζητούσαν κάτι που άνθρωπος δεν μπορεί να δώσει, το φως των οφθαλμών τους.

            Είχαν κραυγή και φωνή. Η πίστη έχει δύο εκδηλώσεις. Προς τον Θεό εκδηλώνεται ως προσευχή. Προς τους ανθρώπους ως Ιεραποστολή. Και τα δύο αυτά τα είχαν οι τυφλοί της Καπερναούμ. Η πίστη τους έγινε προσευχή. Αλλά τι προσευχή; Κραυγαλέα προσευχή «Κράζοντες και λέγοντες…» Κι εμείς άλλωστε απευθύνουμε το Κύριε Ελέησαν. Το λέμε πολλές φορές στην Θεία Λειτουργία και στην ατομική μας προσευχή αλλά δεν εισακούεται, διότι δεν είναι μυστική κραυγή της ψυχής μας. Δεν εκσφενδονίζουμε το Κύριε Ελέησαν προς τον ουρανό με την σφεντόνα της πίστεώς μας.

            Εκείνο δε που φανερώνει την μεγάλη πίστη και την αγάπη στον Ευεργέτη τους Χριστό είναι η Διαφήμιση που του Έκαναν. Ο Χριστός τους είπε «Σε κανένα να μην πείτε το γεγονός» για να μας διδάξει την ταπείνωση ότι δηλαδή δεν πρέπει να διαλαλούμε και να διατυμπανίζουμε κάθε καλό που κάνουμε. Οι δύο τυφλοί κάνουν ανυπακοή «Οι δε εξελθόντες διεφήμισαν εν όλη τη γη εκείνη»

Αν μπορείς να συγκρατήσεις ένα ορμητικό ποτάμι άλλο τόσο μπορείς να συγκρατήσεις τον άνθρωπο που έχει θερμή πίστη, ορμητική αγάπη. Έτρεξαν και διαφήμισαν τον Ιησού Χριστό. Έχει ανάγκη από διαφήμιση ο Χριστός; Ο Κύριος δεν έχει ανάγκη από καμία διαφήμιση, πολύ δε περισσότερο από εμάς. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις όπως την σημερινή ευαγγελική περικοπή είτε το λέει ο άνθρωπος είτε όχι όπως μας λέγει η Γραφή «Οι λίθοι κεκράξονται» Αμήν!

π. Ε. Φ.
ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2014
Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. θ΄ 27-35)                                    (Β΄ Τιμ. β΄ 1-10)



Στις συχνότητες της ελευθερίας

«Και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί»

Απελευθερωτικά μηνύματα εκπέμπει η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Αναφέρεται σε θαύματα που επιτέλεσε ο Κύριος και ειδικότερα στη θεραπεία δύο τυφλών και ενός κωφού δαιμονιζομένου. Δεν είναι τυχαίο που οι ευαγγελιστές καταφεύγουν πολύ συχνά στην περιγραφή περιστατικών με θαύματα του Χριστού. Θέλουν ακριβώς να τονίσουν την απελευθερωτική δύναμή τους και να αναδείξουν το βαθύτερο νόημά τους για την ύπαρξη του ανθρώπου. Τονίζουν ότι στο πρόσωπο του Χριστού αποκαλύπτεται ο καινούργιος κόσμος της Βασιλείας του Θεού, απαλλαγμένος από την αμαρτία και τις συνέπειές της. Τα θαύματα είναι τα παράθυρα που ανοίγουν στη νέα εποχή που προανήγγειλαν οι Προφήτες. Είναι οι «δυνάμεις» και τα «σημεία» που υποδηλώνουν ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια στατική και αφηρημένη κατάσταση, αλλά μια πραγματικότητα ζωής, στην προοπτική της οποίας κινούνται και αναφέρονται τα πάντα στη ζωή του ανθρώπου.

Η διήγηση του Ευαγγελίου στέλνει ξεκάθαρα οντολογικά μηνύματα που εμφιλοχωρούν στο βάθος της ύπαρξης του ανθρώπου. Ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού έρχεται για ν’ αποκαταστήσει το προσβληθέν από την φθορά και την αμαρτία δημιούργημά του και να το εντάξει στην προοπτική της αιωνιότητας.

Απελευθερωτικός χαρακτήρας

Γιατί άραγε ο Χριστός έκανε θαύματα, διερωτώνται πολλοί. Σε μια επιφανειακή και ρηχή προσέγγιση των πραγμάτων, ίσως μερικοί να σπεύδουν  να εστιάσουν την προσοχή σε μια απλή θεραπεία αρρώστων ανθρώπων. Μπορούμε όμως να περιορίζουμε ως εδώ τα πράγματα;

Γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος κλήθηκε από την αγάπη του Θεού για να εγκολπωθεί τη ζωή της αγάπης και της ελευθερίας, της ομορφιάς και της δημιουργίας. Όμως, η αμαρτία με όλα τα παρεπόμενα φοβερά της, εισήλθε στον κόσμο, σηματοδοτώντας μια καταστροφική πορεία. Τα πάθη, τα μίση, οι πόλεμοι, η ασθένεια, ο θάνατος στην κορύφωση των συνεπειών του κακού, κυριαρχούν μετά που ο ίδιος ο άνθρωπος επέλεξε να απομακρυνθεί από την αγάπη του Θεού. Όταν, λοιπόν, ο Χριστός προσφέρει γιατρειά σε ασθενείς, όπως και στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή, προαναγγέλλει την έναρξη της εποχής εκείνης που οι άνθρωποι θα ελευθερωθούν πλήρως από το κακό και τα πλοκάμια του. Ο Χριστός ανοίγει τους ορίζοντες της καινούργιας πραγματικότητας. Μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, ο άνθρωπος αντλεί όλα εκείνα τα «φάρμακα» που επιφέρουν μια βαθύτερη γιατρειά.

Ριζική η θεραπεία

Ένα ερώτημα που συνήθως προβάλλει, εστιάζεται στο πώς ο Χριστός μάς πρόσφερε θεραπεία, αφού εξακολουθούμε ν’ αρρωσταίνουμε; Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν παραλείπουν να τονίζουν με ιδιαίτερη έμφαση ότι το κακό, οι θλίψεις, ο πόνος, η δυστυχία, ο θάνατος, εξακολουθούν να υπάρχουν στη ζωή του ανθρώπου, μέχρι την οριστική κατάργησή τους. Μέχρι τότε, όχι μόνο δεν μπορούν να υποδουλώνουν τον άνθρωπο, αλλά αντίθετα, στην προοπτική της Εκκλησίας, οι οποιεσδήποτε δοκιμασίες στη ζωή προσλαμβάνουν νέο νόημα και καινούργιο περιεχόμενο. Μπορούν με τη δύναμη της πίστης και της εν Χριστώ ελπίδας να γίνονται αφορμές για να προσαράζει ο άνθρωπος στο γαλήνιο λιμάνι της σωτηρίας του. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς δεν προσφέρει ένα συμπλήρωμα ιατρικής, αλλά έρχεται να δώσει ριζική θεραπεία, προαναγγέλλοντας την οριστική κατάργηση της ασθένειας και του θανάτου. Η γιατρειά του, μάς εισάγει στο χώρο της πίστης, της ελπίδας και της αγάπης. Μάς μεταφέρει σ’ ένα κόσμο θεμελιωμένο στο πρόσωπό του. Μπορεί ο πόνος να μας συνοδεύει ακόμα στη ζωή μας, αλλά αυτός γίνεται αφορμή και δρόμος που μάς εισάγει στην αιωνιότητα.

Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία ξεδιπλώνει μπροστά μας πλήθος θαυμάτων του Κυρίου. Πολλά από αυτά αφορούν θεραπείες ασθενών. Στο βάθος τους, δίνουν το σαφέστατο μήνυμα ότι ο Χριστός είναι εκείνος που μπορεί να μας θεραπεύει πραγματικά, αρκεί εμείς να εμπιστευθούμε και να εναποθέσουμε τον εαυτό μας στην αγάπη του. Καλούμαστε να ακολουθήσουμε μια πορεία, στην κορύφωση της οποίας μπορούμε να ενωθούμε μαζί του με τη συμμετοχή μας στον Ευχαριστιακό Δείπνο. Σ’ αυτή την προοπτική, η αναστάσιμη ελπίδα, με την οποία ενδύεται η ύπαρξη, καταξιώνει τον άνθρωπο στους ψηλότερους πνευματικούς και αιώνιους αναβαθμούς. Μεγάλος ιατρός των ψυχών και των σωμάτων αναδείχθηκε με το πνευματικό ανάστημά του και ο Παντελεήμονας ο μεγαλομάρτυρας ο ιαματικός, του οποίου τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία. Συμβατά με την προσωπικότητά του είναι τα βαθύτερα μηνύματα που απορρέουν από τη σημερινή ευαγγελική περικοπή, όπως τα είδαμε πιο πάνω.

Ας αφήσουμε τη μεγάλη αυτή μορφή να λειτουργεί ως δείκτης και της δικής μας ζωής σε μια ανώτερη καταξίωσή της. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.
 Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου -Το μέγα έλεος του Θεού
Ευαγγέλιο: Ματθ. Θ΄27-35
Ματθ. 9,27        Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ.

Ματθ. 9,27               Και ενώ ο Ιησούς επερνούσε από εκεί, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι έκραζαν και έλεγαν· “σπλαγχνίσου μας, υιέ Δαυΐδ, και δος μας το φως των οφθαλμών μας”.
Ματθ. 9,28        ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε.
Ματθ. 9,28              Οταν δε έφθασε στο σπίτι, τον επλησίασαν οι τυφλοί και είπε προς αυτούς ο Ιησούς· “πιστεύετε πράγματι, ότι ημπορώ εγώ να κάμω αυτό, που ζητείτε;” Λεγουν προς αυτόν· “ναι, Κυριε”.
Ματθ. 9,29        τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν.
Ματθ. 9,29 —Τοτε ήγγισε τα μάτια των, λέγων· “σύμφωνα με την πίστιν σας ας γίνη αυτό προς χάριν σας”.
Ματθ. 9,30        καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί. καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω.
Ματθ. 9,30               Και αμέσως άνοιξαν οι οφθαλμοί των. Ο δε Ιησούς συνέστησεν εις αυτούς με αυστηρότητα και είπε· “προσέχετε, κανείς να μη μάθη το θαύμα”.
Ματθ. 9,31        οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ.
Ματθ. 9,31               Αλλά εκείνοι εξελθόντες διέδωσαν το θαύμα και την φήμη του Ιησού εις όλην εκείνην την χώραν.
Ματθ. 9,32        Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον·
Ματθ. 9,32               Ενώ δε αυτοί εξήρχοντο, ιδού έφεραν στον Ιησούν ένα άνθρωπον δαιμονιζόμενον κωφάλαλον.
Ματθ. 9,33        καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ.
Ματθ. 9,33               Και όταν εξεδιώχθη το δαιμόνιον, αμέσως ωμίλησεν ο κωφάλαλος και οι όχλοι που ήσαν εκεί εθαύμασαν και έλεγαν ότι ποτέ έως τώρα δεν εφάνησαν στον Ισραηλιτικόν λαόν τόσα πολλά και τόσα μεγάλα θαύματα.
Ματθ. 9,34        οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.
Ματθ. 9,34               Οι μοχθηροί όμως και δόλιοι Φαρισαίοι έλεγαν· “αυτός διώχνει τα δαιμόνια με την δύναμιν του αργηγού των δαιμονίων”.
Ματθ. 9,35        Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Ματθ. 9,35               Και περιώδευε ο Ιησούς όλας τας πόλεις και τα χωρία διδάσκων εις τας συναγωγάς αυτών και κηρύσσων το χαρμόσυνον άγγελμα της βασιλείας των ουρανών και θεραπεύων κάθε ασθένειαν και κάθε καχεξίαν μεταξύ του λαού.
Το μέγα έλεος του Θεού
      Η θεραπεία των δύο τυφλών της ευαγγελικής περικοπής οφείλεται σε δύο δυνάμεις. Είναι αποτέλεσμα μίας έλξεως, μίας κινήσεως που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο ετερώνυμους πόλους. Το έλεος του Θεού και της ανθρώπινης πίστεως. Το έλεος του Θεού που υπάρχει πάντοτε πλούσιο και είναι έτοιμο να γεμίσει την ψυχή του ανθρώπου που το ζητεί. Ο δεύτερος η ανθρώπινη πίστη, που πολλές φορές δεν υπάρχει ή παραμένει αδρανής, ανενέργητη.
Ιδιαίτερη είναι η αγάπη και η πρόνοιά του προς τον άνθρωπο. Μας χαρίζει την υγεία. Μας παρέχει προστασία, στοργή, παρηγορεί και βοηθεί αυτούς που υποφέρουν. Γιατρεύει αρρώστιες των ψυχών και των σωμάτων. Το έλεός του επαγρυπνεί και είναι έτοιμο να μας σώσει σε κάθε στιγμή. Μόλις ζητήσουμε συγνώμη με ειλικρίνεια μας γεμίζει πλούσια τα ελέη του. «Το έλεος σου Κύριε καταδιώξη με πάσας τας ημέρας της ζωής μου». Δεν είναι απλώς ο ελεήμων, είναι «πλούσιος εν ελέει».
Στην Εκκλησία μας όλα σχεδόν τα τροπάρια τελειώνουν ζητώντας από το Θεό το μέγα έλεος. Δεν υπάρχει εκκλησιαστικός ύμνος ή ευχή που να μην έχει μία από τις λέξεις: έλεος, ελεήμον, ελέησον, ίλεως, ιλάσθητι. Καθώς επίσης και η μικρή αλλά τόσο περιεκτική προσευχή το «κύριε ελέησον». Είμαστε οι αδύνατοι, οι αμαρτωλοί, οι ελεημένοι και είναι ο Πατήρ του ελέους και των οικτιρμών. Μας παροτρύνει να είμαστε ελεήμονες, «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται».
Να θυμηθούμε τον καλό Σαμαρείτη ο οποίος εποίησε το «έλεος μετ΄αυτού». Η Χαναναία με πίστη και πόνο ζήτησε το έλεος του Κυρίου «Κύριε ελέησόν με» και πήρε την απάντηση: «ω γύναι μεγάλη σου η πίστις, γενηθήτω σοι ως θέλεις».
Χρειάζεται προσευχή με θερμή πίστη σαν αυτή των τυφλών που φώναξαν «ελέησον ημάς Υιέ Δαυίδ», και πήραν αυτό που είχαν ανάγκη. Έγινε αμέσως το θαύμα, «και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί».
Να θυμηθούμε τον τελώνη που είπε εκείνο το περίφημο «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και το έλεος του Θεού τον δικαίωσε.
Το «ελέησον με» αποτελεί μία ταπεινή αίτηση που αφήνεις στο Θεό να εκδηλώσει την αγάπη Του και το έλεός Του, σύμφωνα με το συμφέρον της ψυχής σου.
«Το ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», είναι πολυσήμαντο. Σημαίνει: Κύριε λυπήσου με, δώσε μου άφεση των αμαρτιών, καθάρισε την ψυχή μου, στόλισε την ψυχή μου με αρετές, όποτε εσύ θέλεις, σύμφωνα με το συμφέρον της ψυχής μου.
Όταν έτσι πλησιάζουμε τον Θεό με τις προσευχές και ικεσίες μας, επειδή είμαστε μικροί και ένοχοι, το μεγαλείο του και η ευσπλαχνία του μας παρηγορούν και μας χαροποιούν. Το έλεος Του θα είναι κοντά μας, μαζί μας όλες τις ημέρες και τα χρόνια της ζωής μας. «Κύριε Ελέησον».
Μ.Φ.Ν.Θ
 Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου -«Οι δε Φαρισαίοι έλεγον∙ εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια».
Ευαγγέλιο: Ματθ. Θ΄27-35
«Οι δε Φαρισαίοι έλεγον∙ εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια».
Δυο θαύματα παρουσιάζει ενώπιό μας το σημερινό ιερό Ευαγγέλιο, αγαπητοί μου αδελφοί. Το πρώτο είναι η θεραπεία δυο τυφλών, που όταν μαθαίνουν ότι περνά από μπροστά τους ο Ιησούς, Τον ακολουθούν κατά πόδας και φωνάζουν με επιμονή «ελέησέ μας Υιέ Δαβίδ».

Και βγαίνει η κραυγή τους αυτή από τα βάθη της πονεμένης ψυχής τους, για να διαδηλώσει τον πόνο και τον πόθο τους. Οι δυο τους για χρόνια στερούνται του Θείου δώρου του φωτός, που αποκαλύπτει στον άνθρωπο τον ωραιότατο τούτο κόσμο και τον καθιστά ικανό να ανάγεται από τα δημιουργήματα στο Δημιουργό και να δοξάζει τη Θεία Του Παντοδυναμία και Αγαθότητα και Σοφία. Κι ενώ αποχωρούν οι δυο τυφλοί, θεραπευμένοι, ακολουθεί το δεύτερο θαύμα της περικοπής. Φέρνουν στον Κύριο ένα κωφάλαλο, δαιμονισμένο. Χωρίς χρονοτριβή εκδιώκει από τον άνθρωπο το δαιμόνιο και αμέσως ο κωφάλαλος γίνεται τελείως καλά. Ο άδολος όχλος, που βλέπει το πρωτοφανές αυτό γεγονός, λεει με θαυμασμό. «Ποτέ ως τώρα δεν είδαν οι Ισραηλίτες τέτοια πράγματα». Οι κακοί όμως Φαρισαίοι, βλέποντας τα θαύματα, λένε ότι με την δύναμη του Σατανά, δηλαδή του αρχηγού των δαιμόνων βγάζει ο Κύριος τα δαιμόνια. Κάμνει θαύματα, λένε, γιατί συνεργάζεται με τον Βεελζεβούλ. Μ’ αυτό φαίνεται ότι η διαστροφή της ψυχής τους δεν έχει όρια. Γι’ αυτό και η γεμάτη φθόνο συμπεριφορά τους, μας δίνει σήμερα την αφορμή, να στρέψουμε κι εμείς το νού μας προς το πάθος αυτό του φθόνου, και να δούμε πως μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτό.
Ο φθόνος, αγαπητοί, είναι πάθος φοβερό με πολλά και φρικτά αποτελέσματα. Είναι φίδι φαρμακερό, που κατατρώγει τα σωθικά του φθονερού ανθρώπου. Είναι βδέλλα που απορροφά το αίμα και κάμνει τον άνθρωπο να λειώνει από το κακό του. Είναι πάθος που τον αναγκάζει να λυπάται στη χαρά του άλλου. Που τυφλώνει και δεν μπορεί να δει τίποτε καλό σ’ αυτό που φθονεί. Πάθος σκληρό που οδηγεί σε αδικίες και συκοφαντίες. Πάθος που στέλλει πολλούς στον τάφο και άλλους στην φυλακή. Πάθος που γίνεται αιτία να χωρίζουν αντρόγυνα, να γίνονται εχθροί οι συγγενείς, να μη ομιλούν μεταξύ τους οι γείτονες, να διαλύονται συνεταιρισμοί, να μην μπορεί να πάρει κάποιος μια καλή απόφαση. Πρόκειται για πάθος άγριο που απομονώνει από τους συνανθρώπους μας. Κάμνει τον άνθρωπο να υποπτεύεται τους πάντας και τα πάντα μέσα στο ίδιο το περιβάλλον του. Τον εμποδίζει να μιλά ελεύθερα. Τον αναγκάζει να κάμνει ό,τι μπορεί, για να μη φανεί η πληγή, που είναι ανοικτή μέσα του και τρέχει διαρκώς. Είναι επομένως αξιοδάκρυτοι όσοι δεν προσέχουν και αφήνουν την ψυχή τους να κυριευθεί από το φοβερό αυτό τύραννο, που λέγεται φθόνος.
Ο φθόνος είναι ακόμα φρικτή ασθένεια, που ταλαιπωρεί και βασανίζει αυτό που την έχει. Γιατί δεν τον αφήνει να ησυχάσει ποτέ. Τον κεντά διαρκώς και τον  ενοχλεί και τον ταράζει μέρα και νύχτα. Κάμνει μαύρη τη ζωή του και εμποδίζει την ψυχή του να χαρεί και να αισθανθεί ευαισθησία και ευφροσύνη. Πικραίνει και την πλέον γλυκιά και ευχάριστη ώρα της ζωής του και συγκλονίζει όλο το είναι του ανθρώπου αυτού. Κι ενώ ελάχιστα ο φθόνος μερικές φορές μπορεί να βλάπτει τους άλλους ανθρώπους, είναι κακό πρώτιστα προσωπικό για εκείνο που το έχει. «Όπως», δηλαδή, «η σκουριά φθείρει το σίδερο», μας λεει ο Μέγας Βασίλειος. «έτσι φθείρει και ο φθόνος την ψυχή εκείνου που τον έχει». «Η καλύτερα», συνεχίζει, «όπως οι οχιές», λένε, «ότι γεννώνται τρώγοντας την κοιλιά που τις κυοφόρησε, έτσι και ο φθόνος έχει φυσικόν του να κατατρώγει την ψυχή που τον γεννά».
Η αρρώστια αυτή, όμως, του φθόνου, έχει και ολέθρια αποτελέσματα και καταστρεπτικές συνέπειες, τόσο για την παρούσα όσο και για την μέλλουσα ζωή. Αυτός που άφησε την ψυχή του να γεμίσει με τα έλκη του φθόνου, είναι αδύνατο να συζήσει και να συνεργασθεί με αυτούς που φθονεί. Τυφλώνεται η διάνοιά του και δεν μπορεί να διακρίνει σωστά τα πράγματα και τις καταστάσεις. Νομίζει ότι αυτός έχει πάντα δίκαιο και όλοι οι άλλοι άδικο. «Ο φθόνος», όπως λεει και πάλιν ο Μέγας Βασίλειος, «είναι λύπη για την ευτυχία του πλησίον. Για τούτο ποτέ δεν λείπουν από το φθονερό αθυμίες, ποτέ δεν λείπουν μελαγχολίες». Κι ασχολείται με τον πλησίον του, τον γείτονα του, ακόμα και με τον γνωστό και φίλο του. Και στεναχωριέται και πολλές φορές λυπάται αν οι γύρω του ζουν μια ευτυχισμένη ζωή. Είναι αξιοσημείωτα, κι εδώ, τα όσα αναφέρει και πάλιν για τον φθονερό ο Μέγας Βασίλειος. «Ευφόρησε το χωράφι του πλησίον; Έχει επάρκεια το σπίτι του απ’ όλα τα αγαθά της ζωής; Έχει πάντοτε ο άνθρωπος, ο πλησίον, χαρές; Όλα αυτά», απαντά ο ίδιος, «είναι τροφή της αρρώστιας του φθόνου και πρόσθετη οδύνη για το φθονερό. Ώστε ο φθονερός δεν διαφέρει σε τίποτε από το γυμνό άνθρωπο που από όλους πληγώνεται... Και η δυσκολία της νόσου είναι, ότι δεν μπορεί ούτε να μιλήσει γι’ αυτή, αλλά είναι σκυφτός και κατηφής και αναστατωμένος και θρηνεί και κλαίει και γίνεται δυστυχής». (Από την ομιλία του Μεγάλου Βασιλείου για το φθόνο).
Για να απαλλαγούμε, λοιπόν, από τη  φοβερή αυτή γάγγραινα της ψυχής, πρώτιστα και κύρια θα πρέπει να παρακαλούμε και να ικετεύουμε τον Κύριο να μας λυπηθεί στην κατάσταση που βρισκόμαστε και να στείλει την Χάρη Του, για  να μας λυτρώσει από το κακό αυτό. Το ιατρείο, όπου είναι δυνατό να θεραπευθούμε είναι το μέγα και φιλάνθρωπο Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης. Όταν καταφεύγουμε με συντριβή στο Εξομολογητήριο και ακολουθούμε κατά γράμμα τις συνταγές και οδηγίες του πνευματικού μας, είναι πολύ βέβαιο ότι θα γίνει και για μας πραγματικότητα η απαλλαγή από τον φθόνο. Σ’ αυτό θα χρειασθεί και η δική μας συνεργασία και προσπάθεια. Θα πρέπει δηλαδή να πιέσουμε τον εαυτό μας, για να κάμνουμε ότι θα μας υποδείξει ο πνευματικός. Θα πρέπει να αγωνιζόμαστε για να λέμε πάντα καλούς λόγους γι’ αυτόν που τυχόν φθονούμε. Όταν δείχνουμε καλή διάθεση και κάνουμε ότι εξαρτάται από εμάς τότε να είμαστε βέβαιοι ότι το φοβερό αγκάθι του φθόνου θα απομακρυνθεί από εμάς.
Αδελφοί μου! Τόσο μεγάλο κακό είναι ο φθόνος, που ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, λέει, ότι κάμνει τον άνθρωπο ακάθαρτο και βδελυκτό, έστω και αν κλαίει, και αν αγρυπνεί και αν νηστεύει (ΛΖ΄, Ομ. Ιωάνν.) Καμιά πραγματική αρετή δεν μπορεί να συνυπάρχει με το φθόνο. Ας το προσέξουμε ιδιαίτερα τούτο και ας παρακαλούμε τον Κύριο να μη επιτρέψει να εισέλθει μέσα μας ποτέ το μικρόβιο του φθόνου. Όσοι τυχόν πάσχουμε, λίγο ή πολύ, από την αρρώστια αυτή, ας Τον ικετεύουμε με επιμονή να μας απαλλάξει με τη Χάρη Του και να φυτεύσει Εκείνος μέσα στην ψυχή μας το λουλούδι της αγάπης, που θα είναι η σωτηρία μας.

 † Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης Διονύσιος –Μητροπόλεως Πάφου
 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Τὰ θαύματα τοῦ θεοῦ καὶ ἡ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου



Οἱ θαυματουργικὲς θεραπεῖες δύο τυφλῶν καὶ ἑνὸς κωφοῦ ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς πολλῶν ἀνάλογων περιστατικῶν ποὺ συναντᾶμε πολὺ συχνὰ στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θεμελιώδεις παράμετροι καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων εἶναι ἡ ζωντανή, ἐπίμονη καὶ δυνατὴ πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἡ μοναδικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δίψα τῆς σωτηρίας.


Πίστη καὶ θαῦμα

Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἔκτακτο καὶ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς καταπλήσσει καὶ μᾶς ἐντυπωσιάζει. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ εὐεργετήσει, νὰ θεραπεύσει, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ τονώσει τὸν πάσχοντα καὶ ἀδύνατο ἄνθρωπο. Τὸ πραγματικὸ θαῦμα εἶναι σημάδι καὶ γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ ἐγγύηση τῆς ἀλήθειας τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἀπαλλαγμένο ἀπὸ καθετὶ ἐγωιστικὸ καὶ ἰδιοτελές, δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν ἐκμετάλλευση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ γελοιοποίηση τῆς πίστης. Τὸ θαῦμα εἶναι καρπὸς τῆς πίστης καὶ συνέπεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν στερεώνει στὴ δύσβατη χριστιανικὴ ζωή. Ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ κάνει θαύματα στοὺς κατοίκους τῆς Ναζαρὲτ ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους. Ἕνα τέτοιο θαῦμα θαμπώνει τὸ βλέμμα, ξαφνιάζει, δημιουργεῖ ἀπορία καί, κάποτε, ἀντίδραση.

Γιὰ τὸν πιστό, ὅμως, κάθε θαῦμα εἶναι ἕνα παράθυρο ποὺ ἀνοίγει στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν ὑπερβατικὸ κόσμο τοῦ Θεοῦ. Μοιάζει μὲ μία ἀστραπὴ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς λογικῆς καὶ τῆς φθορᾶς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε γιὰ λίγο αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργηθήκαμε καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ φθάσουμε στὴν αἰωνιότητα. Τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μιὰ ὕπαρξη καὶ ζωὴ χωρὶς πόνο, δάκρυα, ἀρρώστια, φθορά, θάνατο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ στὴν ἀγωνία καὶ τὰ δάκρυα τῆς γῆς. Τὸ θαῦμα μπορεῖ νὰ στερεώνει καὶ νὰ οἰκοδομεῖ τὴν πίστη, εἶναι, ὅμως, προσωρινό, γιατί, ἔστω καὶ ἂν θεραπευθοῦμε ἀπὸ μιὰ ἀρρώστια, ἔστω καὶ ἂν ὑπερνικήσουμε μιὰ δυσκολία, θὰ ἀρρωστήσουμε ξανὰ καὶ θὰ συναντήσουμε καὶ ἄλλη δυσκολία.

Ὅμως ἐμεῖς πήραμε δύναμη νὰ συνεχίσουμε. Συνειδητοποιήσαμε ὅτι τὸ κάθε θαῦμα στὴ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ μιᾶς σοφίας ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, ἀλλὰ ποὺ καλούμαστε, ὡστόσο, νὰ πιστεύσουμε, γιατί μόνο ἐκείνη ξέρει πότε καὶ τί πρέπει νὰ δίνει στὸν καθένα μας. Μιὰ τέτοια πίστη, ἕνα τέτοιο βίωμα ἐμπιστοσύνης στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγὴ δυνάμεως, ὅταν πρόσωπα, καταστάσεις καὶ γεγονότα μᾶς ἀπογοητεύουν, μᾶς πτοοῦν καὶ μᾶς λυγίζουν. Καὶ πορευόμαστε περιμένοντας νὰ ἀκούσουμε «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν», ἂς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας.


Ὁ ἀρνητισμὸς ἀπέναντι στὸ θαῦμα

Ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συναντᾶ τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου, τότε δὲν πραγματώνεται μόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀντίδραση τῶν φαρισαίων ἀπέναντι στὸ θαῦμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. Οἱ φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θαῦμα, ἀλλὰ παραμορφώνουν ἐπικίνδυνα τὴν πραγματικότητα, διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια. Ἀναποδογυρίζουν τὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο καὶ ἀγνώριστο ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο, ἀποδίδοντας τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις· θὰ ἦταν, ὅμως, παιδαριῶδες καὶ ἁπλοϊκὸ νὰ δοῦμε στὴ συμπεριφορὰ τῶν φαρισαίων μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησαν, κατηγόρησαν καὶ συκοφάντησαν ἀδίστακτα τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ στάση τους ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς οἱ ὁποῖοι ἔχουν μιὰ ἀντεστραμμένη συνείδηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκλωβισμένοι μέσα στὸν ὀρθολογισμὸ τους ἀπορρίπτουν ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ὀφθαλμοφανῆ καὶ ὁλοφάνερα θαύματα. Αὐτοὶ ποὺ σὲ κάθε θαῦμα βλέπουν ψυχολογικὰ αἴτια καὶ φαινόμενα, φαντασιώσεις καὶ αὐθυποβολές, φυσικὰ αἴτια, τυχαῖες συμπτώσεις καὶ ἀνεξήγητες συγκυρίες. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις «λογικῆς» γιὰ τὰ θαύματα. Τὰ θαύματα τὰ ἀναγνωρίζουν οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ τὰ δοῦν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ἂν νεκρώσουμε τὴν ἀλαζονεία τῆς λογικῆς μας καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀναστηθοῦμε σὲ μία νέα ζωή, ὅπου θὰ βλέπουμε καὶ θὰ καταλαβαίνουμε τὰ συνεχῆ θαύματα τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
 Κυριακή Ζ Ματθαίου Ὁ Ἰησοῦς θεραπεύει (Ματθ. 9,27—34)



Ὁ Ἰησοῦς θεραπεύει δύο τυφλοὺς καὶ ἕνα κωφὸν δαιμονιζόμενον. (Ματθ. 9,27—34)
Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἀνάστασιν τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ Ἰαείρου, ἵνα μεταβῇ εἰς ἄλλην οἰκίαν. «Παράγοντι τῷ Ἰησοῦ ἐκεῖθεν» ἐνῷ ὁ Κύριος ἐπροχώρει ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ Ἀρχισυναγώγου, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἠκολούθησεν Αὐτὸν ὄχλος πολύς. Μετὰ τοῦ ὄχλου «ἠκολούθησαν δύο τυφλοὶ» πληροφορηθέντες, ὅτι διέρχεται ὁ Ἰησοῦς. Οἱ τυφλοὶ οὗτοι ὁδηγούμενοι ὑπὸ τοῦ θορύβου τοῦ πλήθους ἠκολούθουν τὸν Ἰησοῦν «κράζοντες καὶ λέγοντες ἐλέησον ἡμᾶς υἱὲ Δαυΐδ». Ὁ κοινὸς πόνος ἥνωσε τὰς καρδίας τῶν τυφλῶν καὶ προσευχόμενοι δὲν λέγουσιν ἐλέησόν με ἀλλὰ «ἐλέησον ἡμᾶς». Τὴν κοινὴν προσευχὴν δὲν παραβλέπει ὁ Κύριος. Οἱ τυφλοὶ οὗτοι ὀνομάζοντες τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυΐδ ἀναγνωρίζουσιν Αὐτὸν ὡς Μεσσίαν, διότι θὰ εἶχον ἀκούσει περὶ τῶν θαυμάτων αὐτοῦ. Ὁ Χριστὸς δοκιμάζων τὴν πίστιν των ἀφῆκεν αὐτοὺς νὰ φωνάζουσιν ἄνευ ἀπαντήσεως ἐκ μέρους Του, μέχρις ὅτου ἦλθεν καὶ εἰσῆλθεν εἰς οἶκόν τινα πιθανόν τοῦ Ματθαίου.

«Ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοὶ» προφανῶς, ἵνα ζητήσωσιν θεραπείαν. Ὁ Κύριος λέγει πρὸς αὐτοὺς «πιστεύετε, ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» Ἡ ἐρώτησις αὕτη τοῦ Κυρίου ἦτο νέα δοκιμασία τῆς πίστεως τῶν τυφλῶν. Οἱ τυφλοὶ ἀπαντοῦν. «Ναί, Κύριε» πιστεύομεν. Ἡ ἀμοιβὴ τῆς πίστεως των ἦτο ἄμεσος. Ὁ Κύριος, «ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων: κατὰ τὴν πίστιν ἡμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί». Ὁ Κύριος ἵνα διδάξῃ ἀποφυγὴν ἐπιδείξεως καὶ ἀποφύγῃ τὴν ἐκ τοῦ θαύματος τούτου ζηλοτυπίαν τῶν Ἰουδαϊκῶν ἀρχόντων, ἥτις ζηλοτυπία θὰ ἠμπόδιζε τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας, «ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς» αὐστηρῶς δηλαδὴ ἐτόνισεν εἰς τοὺς θεραπευθέντας τυφλοὺς λέγων «ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω», προσέξατε δηλαδή, ἵνα μὴ μάθῃ τὶς τι. Οἱ τυφλοὶ ὅμως ἀγνοοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης τοῦ Κυρίου καὶ ἀσυγκράτητοι εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς Αὐτὸν «ἐξελθόντες διεφήμισαν Αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ».

«Αὐτῶν δὲ ἐξερχoμένων» ἐκ τῆς οἰκίας «προσήνεγκαν αὐτῷ κωφὸν δαιμονιζόμενον» φέρουσι δηλαδὴ εἰς τὸν Ἰησοῦν κωφάλαλον οὐχὶ ἐκ φυσιολογικῆς παθήσεως, ἀλλ’ ἐκ δαιμονικῆς ἐνεργείας. Τὸ δαιμόνιον τοῦτο ἐπιτιμηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἀναχωρεῖ. «Ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφὸς» ὁ κωφάλαλος ὁμιλεῖ καὶ ἀκούει.

«Οἱ ὄχλοι» oἱ ἀκολουθοῦντες τὸν Ἰησοῦν βλέποντες τὰ θαύματα ταῦτα ἐθαύμασαν λέγοντες˙ οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ˙». Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως φθονοῦντες καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀρνηθῶσι τὸ θαῦμα ἀποδίδουσι τοῦτο εἰς δαιμονικὴν ἐνέργειαν καὶ ἔλεγον «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια». Ὁ Κύριος δὲν φαίνεται ἐδῶ νὰ ἀπήντησεν εἰς τοὺς Φαρισαίους, εἰς ἄλλας ὅμως ὁμοίας πρὸς αὐτὴν περιστάσεις καὶ θεραπείας, ὅπου κατηγόρησαν Αὐτόν, ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια, ἀπήντα διὰ λογικῶν ἐπιχειρημάτων.


Θέμα: Συκοφαντία.

Τὸν Κύριον ὀνομάζουν ἀρχιδιάβολον οἱ Φαρισαῖοι. Ἡ πρᾶξις αὕτη λέγεται συκοφαντία. Οἱ Φαρισαῖοι λοιπὸν συκοφαντοῦν. Ὁ Κύριος συκοφαντεῖται! Θέμα περὶ συκοφαντίας. Οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι συκοφαντοῦν, μᾶς δίδουν τὴν μίαν ὄψιν καὶ ὁ συκοφαντούμενος Κύριος τὴν ἑτέραν. Ἴδωμεν.

1) Συκοφαντεῖς: Οἱ Φαρισαῖοι συκοφαντοῦν, διότι τὸν Θεὸν λέγουν ἀρχιδιάβολον. Ἑπομένως συκοφαντία εἶναι, ὅταν τὸ καλὸν ὀνομάσῃς κακὸν ἤτοι τὴν εὐσέβειαν ὑποκρισίαν, τὴν ἀρετὴν ἀδυναμίαν, τὴν εὐσυνειδησίαν βλακείαν, τὴν ἐπιτυχίαν ἁπλὴν σύμπτωσιν, τὴν προσπάθειαν ἐγωϊσμὸν κ.λ.π. Καὶ συγκεκριμένως. Βλέπεις μίαν κυρίαν, ἡ ὁποία ἀφῆκε τὸν δρόμον τῆς κακίας καὶ ἐπῆρε τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς συσχηματίσασα ἀναλόγως τὴν κόμμωσίν της καὶ τὸ φόρεμα. Ὑποκρισία φωνάζεις! Ἡ Α΄ δεσποινὶς βλέπει τὴν Β΄, ἡ ὁποία παρ’ ὅλην της τὴν πτωχείαν προτιμᾷ νὰ μὴ ἔχῃ τὸν φίλον της ἀγωνιζομένη, καὶ ὀνομάζει ταύτην περιφρονητικῶς ἀνίκανον! Ἡ μεγάλη ἀρετὴ λέγεται ἀνικανότης, ἀδυναμία. Βλέπει ὁ Α΄ τὸν Β ΄ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ δωροδοκηθῇ καὶ νὰ πατήσῃ τὴν συνείδησίν του. Αὐτὸ εἶναι βλακεία, φωνάζει! Βλέπομεν τὴν ἁγιωτέραν προσπάθειαν καὶ τὴν θεωροῦμεν σατανικώτερον ἐγωϊσμόν, διότι δὲν παίρνει τὴν ἰδικήν μας εὐλογίαν! Βλέπομεν τὴν λαμπροτέραν ἐπιτυχίαν καὶ εἰρωνικῶς λέγομεν «ἔτυχε καὶ ἐπέτυχε». Ὁ ἄκρος ἀριστερὸς ὀνομάζει τὸν πατριώτην προδότην, ὁ ἄκρος δεξιὸς τὸν μὴ θέλοντα ἐκδίκησιν, ἀριστερόν, ἐγκληματίαν.

Τὸ μυστικόν τῆς συκοφαντίας εἶναι βαθὺ καὶ μυστικόν. Ἐλέγχει, διότι ἐλέγχεται. Μάλιστα! Ἐλέγχει συκοφαντοῦσα ἡ νεαρὰ χήρα τὴν εὐσεβῆ νεαρὰν χήραν, διότι ἐλέγχεται ἡ κόμμωσις, τὸ ντύσιμό της ποὺ εἶναι ἄσεμνα ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἐνδύματα τῆς εὐσεβοῦς χήρας. Ἐλέγχει ὁ Α΄ ὑπάλληλος τὸν Β΄ τὸν εὐσεβῆ εὐσυνείδητον ὡς βλάκα, διότι ἐλέγχεται ὑπὸ τῆς εὐσυνειδησίας του. Συκοφαντεῖ ἡ Α΄ τὴν Β΄ ὡς ὀπισθοδρομικήν, διότι δὲν ἔχει φίλον. Αὐτὸ γίνεται, διότι ἡ ἐλέγχουσα ἔχει τὸν ἰδικὸν της φίλον καὶ ἐλεγχομένη ὑπὸ τῆς ἄλλης σιωπηρῶς, συκοφαντεῖ, ἐλέγχει ταύτην ἐκφώνως. Συκοφαντεῖ ἄλλος ἄλλον ὡς ἐγωϊστὴν καὶ τὸ ἔργον του ὡς ἁπλῆν σύμπτωσιν, διότι ὄχι μόνον ἐλέγχεται ἀλλὰ καίεται ὑπὸ τῆς ζηλοτυπίας.

Εἴδομεν τὸ βάθος τῆς κακίας τῆς συκοφαντίας! Ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν καμουφλαρισμένην ἐπιφάνειαν. Οἱ συκοφαντοῦντες λέγουν˙ Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρήσῃ. Δὲν τὸ λέγω ἐγὼ αὐτό, ὁ κόσμος τὸ λέγει. Καὶ ὁ Χρυσόστομος ἀπαντᾷ, «τί οὖν λέγεις, εἰ οὐ πιστεύεις ; Τί πιστὸν αὐτὸ ἐργάζῃ τῇ πολλῇ φήμη; Τί διαπορθμεύεις; Ἤκουσας λόγον; Ἐναποθανέτω σοι. Θάρσει! Οὐ μὴ σὲ ῥήξῃ! Πόσα κακὰ ἐντεῦθεν ἐργάζει; Παροργίζεις τὸν Θεόν, λυπεῖς τὸν πλησίον, ὑπεύθυνον σαυτὸν τῇ κολάσει ποιεῖς». Ὄχι μόνον τὸ βάθος, ὄχι μόνον ἡ ἐπιφάνεια τῆς συκοφαντίας δεικνύουν τὴν κακίαν ταύτην ἀλλὰ καὶ ἡ λέξις. Ὁ Σατανᾶς λέγεται διάβολος, διότι διαβάλλει, συκοφαντεῖ. Ἑπομένως καὶ σύ, ποὺ συκοφαντεῖς, εἶσαι καὶ λέγεσαι διάβολος. Δὲν συκοφαντῶ ἀλλὰ συκοφαντοῦμαι, θὰ εἴπῃς. Ἂς ἴδωμεν.

2) Συκοφαντοῦμαι. Ταράσσομαι! Ταράσσομαι δέ, διότι μοῦ ἐσυκοφάντησε τὸ πολυτιμότερον, τὴν ἠθικήν μου καὶ ἔγινε καὶ πιστευτός. Ἄκουσον! Δὲν εἶναι καιρὸς διὰ ταραχήν, ἀλλὰ διὰ σκέψιν, διὰ φιλοσοφίαν. Πράγματι! Καὶ ἰδοὺ ἡ πρώτη σκέψις ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν στενοχώρια. Στενοχωροῦμαι! Ἔτσι καὶ ὁ ἄλλος στενοχωρεῖται, ὅταν καὶ σὺ καμμιὰ φορά τὸν συκοφαντήσῃς. Ἡ στενοχώρια σου αὐτὴ εἶναι ὁ καλύτερος ἱεροκήρυξ, ὁ συγκινητικώτερος διὰ τὴν ἀποφυγὴν τῆς συκοφαντίας.

Πλὴν αὐτοῦ ποσάκις ἡ συκοφαντία τοῦ ἄλλου πρὸς ἡμᾶς εἶναι ἀντίλαλος τῆς ἰδικῆς μας φωνῆς τῆς συκοφαντίας, ἡ ὁποία ἠχηθεῖσα καὶ ἀντηχηθεῖσα ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς χαράδρας ἐπιστρέφει ἀγνώριστος εἰς τὰ αὐτιά μας ; Μὴ μοῦ λέγεις ὅτι σὺ δὲν ἐσυκοφάντησες, διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν χάριν τοῦ Θεοὺ—καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ μεγάλην χάριν—να μὴ συκοφαντῇ, θὰ ἔχῃ τὴν χάριν καὶ δύναμιν ὄχι νὰ μὴ συκοφαντῆται, ἀλλὰ νὰ ἠρεμῇ καὶ νὰ φιλοσοφῇ, ὅταν συκοφαντῆται. Ἰδοὺ ἡ πρώτη σκέψις, τὸ πρῶτο μυστικὸ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἔχῃς γιὰ φυλαχτό.

Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶσαι ἐν τάξει. Δὲν συκοφαντεῖς, ἀλλὰ σὲ συκοφαντοῦν. Ὁ Χρυσόστομος λέγει. «Καὶ τί τοῦτο; τοῦ Θεοῦ ὄντος τοῦ μέλλοντος ἀπαιτεῖν εὐθύνας καὶ οὐκ ἐκείνων τῶν ἀκουσάντων ; Καὶ σὲ μὲν πρὸς ἀνθρώπους διέβαλε, αὐτὸς δὲ πρὸς Θεὸν διεβλήθη. Καὶ ὁ Δεσπότης σου διεβλήθη καὶ ὑπὸ Σατανᾶ καὶ ὑπὸ ἀνθρώπων. Καὶ οὐ διεβλήθη μόνον ἀλλὰ καὶ ἐπιστεύθη. Διέβαλε οὐ τὰ τυχόντα ἀλλὰ τὰ μέγιστα ὀνείδη. Καὶ γὰρ δαιμονιῶντα Αὐτὸν ἐκάλεσαν καὶ πλάνον καὶ ἀντίθεον. Εὐεργετήσας ἔπαθες κακῶς; Δία τοῦτο χαῖρε ὅτι τῷ Θεῷ γέγονας ὅμοιος τῷ ἀνατέλλοντι ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς». Ἰδοὺ τὸ δεύτερον φυλαχτὸ σοὺ˙ Ὁ Κύριός σου διεβλήθη, ἐσυκοφαντήθη. Σὺ τί εἶσαι;

Ἀλλά μοῦ εἶπες, ὅτι σοῦ ἔκαμε μεγάλα κακά. «Ὅσα γὰρ ἂν εἴπῃς τοσούτῳ μᾶλλον δεικνύεις αὐτὸν εὐεργέτην. Ὅρα ὅσα κερδαίνεις πρᾴως τῶν ἐχθρῶν φέρων τὰς ἐπηρείας. Πρῶτον ἁμαρτημάτων ἀπαλλαγήν, δεύτερον καρτερίαν καὶ ὑπομονήν, τρίτον ἡμερότητα καὶ φιλανθρωπίαν. Ὁ γὰρ τοῖς λυποῦσι μὴ ὀργιζόμενος πολλῷ μᾶλλον τοῖς φίλοις ἐπιτήδειος ἔσται. Πρὸς τούτοις αἰδέσιμος ἔσῃ καὶ τοῖς ἐχθροῖς, κἄν δαίμονες ὦσι. Μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἐχθρὸν ἕξεις διακείμενος οὕτως. Τὸ δὲ πάντων μεῖζον τὴν τοῦ Θεοῦ κερδανεῖς φιλανθρωπίαν, κἄν ἠμαρτηκώς ᾖ τεύξῃ συγγνώμης, κἄν κατωρθωκώς πλείονα παρρησίαν λήψῃ» δηλαδὴ : ὅσα τυχὸν εἴπῃς, ὅτι σὲ ἐσυκοφάντησε, τόσον περισσότερον ἀναδεικνύεις αὐτὸν εὐεργέτην. Πρόσεξε πόσα κερδίζεις μὲ τὴν πρᾳότητα καὶ μὲ τὸ νὰ ὑπομένῃς τὰς συκοφαντίας τῶν ἐχθρῶν. Πρῶτον κερδίζεις τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα σου, δεύτερον τὴν καρτερίαν καὶ τὴν ὑπομονήν, τρίτον τὴν ἡμερότητα καὶ τὴν φιλανθρωπίαν. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ὀργίζεται μὲ ἐκείνους, ποὺ τὸν συκοφαντοῦν καὶ στενοχωροῦν, πολὺ περισσότερον φίλος θὰ εἶναι εἰς τοὺς φίλους. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ θὰ εἶσαι σεβαστὸς καὶ εἰς τοὺς ἐχθρούς, ἔστω κι’ ἂν εἶναι δαίμονες. Ἤ διὰ νὰ εἴπω καλύτερον οὕτω φερόμενος, δὲν θὰ ἔχῃς ἐχθρόν. Τὸ μεγαλύτερον ὅμως ἀπὸ ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅτι ὑπομένων τὰς συκοφαντίας θὰ κερδίσῃς τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἂν ἔχῃς ἁμαρτήσῃ, θὰ τύχῃς συγχωρήσεως, ἂν εἶσαι ἐνάρετος, θὰ λάβῃς περισσοτέραν παρρησίαν.

Τρομερὸν παράδειγμα τιμωρίας συκοφαντῶν εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ὁ Ἅγ. Νάρκισσος εἶχεν ἐξεγείρει καθ’ ἑαυτοῦ τὸ μῖσος τῶν κακῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἤλεγχε πρὸς μετάνοιαν. Τρεῖς ἐξ αὐτῶν τὸν ἐσυκοφάντησαν δι’ ἔγκλημα φοβερὸν καὶ μεθ’ ὅρκου ἐβεβαίωνον τοῦτο. Ὁ μὲν πρῶτος ἔλεγεν˙ «νὰ καῶ, ἂν δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ ποὺ λέγω». Ὁ δεύτερος προσθέτει˙ «Νὰ ἀποθάνω μὲ σκληράν ἀσθένειαν, ἂν ψεύδωμαι» καὶ ὁ τρίτος ἔλεγε «νὰ χάσω τὴν ζωήν μου». Ὅ,τι εἶπαν ἔγινε. Πυρκαγιὰ ἐξερράγη εἰς τὸν οἶκον τοῦ πρώτου καὶ ἐκάη οἰκογενειακῶς, ὁ δεύτερος προσεβλήθη ὑπὸ νόσου καὶ ἀπέθανε καὶ ὁ τρίτος συγκινηθείς ἐκ τῶν δυστυχημάτων τούτων ἔχυσε τόσα δάκρυα, ὥστε ἔχασε τὴν ζωήν του.

Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ταράσσεσαι, ὅταν συκοφαντῆσαι, διότι οὔτε μόνος σου εἶσαι, ἔχεις σύντροφον τὸν Θεόν, οὔτε καὶ κακὸν δύναται τις νὰ σοῦ κάμῃ.

Ἰδοὺ πόσον κακόν, εἶναι ὅταν συκοφαντῇς, πόση ἡ ὠφέλεια, ὅταν συκοφαντῆσαι. Προσοχή, λοιπὸν καὶ ὑπομονή!
 Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου - «τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων, κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν»

Ἀπόστολος: Β´ Τίμ. β´ 1-10
Εὐαγγέλιον: Ματθ. θ´ 27-35
Ἦχος: πλ. β´.— Ἑωθινόν: Ζ´
«τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων, κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν»
Στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιγράφονται τὰ θαύματα τῆς θεραπείας δύο τυφλῶν καὶ ἑνὸς κωφοῦ δαιμονιζομένου. Τὰ θαύματα αὐτὰ τοῦ Κυρίου ἔρχονται σὲ συνέχεια τῆς ἀναστάσεως τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου καὶ τῆς θεραπείας τῆς αἱμορροούσης.
Ἡ φήμη τοῦ Κυρίου ὡς θαυματουργοῦ εἶχε διαδοθεῖ. Ὅταν οἱ δύο τυφλοὶ ἔμαθαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς περνοῦσε ἀπὸ τὰ μέρη τους καὶ πιστεύσαντες ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας (Εὐθύμιος Ζιγαβηνός), Τὸν ἀκολουθοῦν κράζοντες, «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυίδ». Μὲ μεγάλη πίστη καὶ ἐπιμονή, ποὺ ἐκφράζεται ἀπὸ τὶς μεγαλόφωνες κραυγές τους, οἱ δύο τυφλοὶ παρακαλοῦν γιὰ τὸ ἔλεος καὶ τὴν θεραπεία τους. Χαρακτηριστικὸ τῆς πίστεώς τους στὸν Χριστὸ εἶναι ὅτι Τὸν ἀποκαλοῦν "υἱὲ Δαυίδ", μία ἔκφραση ποὺ δηλώνει τὴν μεσσιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ὅτι πολλοί, ἰδίως μετὰ τὰ πολλά Του θαύματα, εἶχαν ἀρχίσει νὰ πιστεύουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας.

Ὁ Κύριος ἐρωτᾶ τοὺς δύο τυφλοὺς ἂν πιστεύουν ὅτι μπορεῖ νὰ τοὺς θεραπεύσει. Ὁ Κύριος γνωρίζει τὴν πίστη τους, «ἐρωτᾶ δὲ ὅμως, ἵνα φανερωθῆ καὶ τούτων ἡ πίστις καὶ ἑλκυσθῶσι διά τούτων καὶ ἕτεροι» (Εὐθύμιος Ζιγαβηνός).
Ὁ Χριστὸς ἄγγιξε τοὺς ὀφθαλμούς τους καὶ τοὺς χάρισε τὴν ὅρασή τους, λέγων ὅτι ἡ θεραπεία τους ἔγινε σύμφωνα μὲ τὸ μέτρο τῆς πίστεώς τους. Γιὰ ἄλλη μία φορά ὁ Κύριος θέτει ὡς προϋπόθεση γιὰ τὸ θαῦμα τὴν προσωπικὴ πίστη τοῦ αἰτοῦντος τὴν θεραπεία, ὅπως συνέβη μὲ τὸν ὀλιγόπιστο πατέρα, ὅταν ὁ Κύριος τοῦ εἶπε ὅτι «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» (Μᾶρκ. θ´ 23).
Ἀξίζει ἐπίσης νὰ παρατηρήσουμε τὴν προειδοποίηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς θεραπευθέντες τυφλοὺς νὰ μὴ γνωστοποιήσουν τὸ θαῦμα ποὺ τοὺς ἔγινε. Ὁ Κύριος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ προκαλέσει τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν ἐντυπωσιασμὸ κάποιου θαύματος, ἀλλὰ θέλει μία πιὸ βαθιὰ καὶ οὐσιαστικὴ πίστη ἐκ μέρους μας. Ἐπίσης, ἐντολὴ καὶ θέλημα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ εὐεργεσία νὰ παραμένει ἀφανὴς καὶ κρυφή, ὥστε πραγματικῶς νὰ τὴν τιμήσει ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ νὰ μᾶς τὴν ἀνταποδώσει (Ματθ. στ´ 4). Οἱ δύο πρώην τυφλοὶ ὅμως ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Εὐεργέτη τους, παρήκουσαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ γνωστοποίησαν τὸ θαῦμα παντοῦ.
Σὲ συνέχεια τῆς θεραπείας τῶν δύο τυφλῶν, ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε ἕνα κωφὸ δαιμονιζόμενο. Γιὰ ἄλλη μία φορά τὰ πλήθη ἐθαύμασαν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Ὡστόσο, ἡ κακοπιστία καὶ ὁ φθόνος τῶν Φαρισαίων ἐξεδηλώθη πάλι. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἀμφισβητήσουν τὰ ὀφθαλμοφανῆ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ τὰ διαστρέψουν καὶ νὰ τὰ δυσφημίσουν, λέγοντες ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια ὄχι μὲ τὴν θεϊκή Του δύναμη, ἀλλὰ μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἄρχοντος τῶν δαιμόνων. Λησμονοῦν ὅμως ὅτι ὁ δαίμων δὲν κάνει καλό, δὲν εὐεργετεῖ, δὲν θεραπεύει, ἀλλὰ ἀντιθέτως βλάπτει ὅσους τὸν τιμοῦν (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). Ἐνῶ ὁ Κύριος διαρκῶς εὐεργετεῖ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς διδάσκει τὴν ἀρετὴ καὶ πῶς νὰ πλησιάσουν τὸν Θεὸ (Εὐθύμιος Ζιγαβηνός).
Πάντοτε ὁ πονηρὸς προσπαθεῖ νὰ διαστρέψει καὶ νὰ συκοφαντήσει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Καὶ σήμερα ὑπάρχουν ἄνθρωποι κακόπιστοι, στενόκαρδοι καὶ μικρόψυχοι, ποὺ δὲν στέργουν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἀνιδιοτελῆ προσφορὰ τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ ὅμως δυστυχῶς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν ὀρθολογιστικὴ ἐποχή μας, εἶναι τὸ ἔλλειμμα πίστεως, ποὺ ἐμφανίζεται στὴν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων. Ἴσως διότι οἱ πολλοὶ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν ἔχουν τὴν ζωντανὴ πίστη ποὺ προσελκύει τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργοποιεῖ τὸ θαῦμα. «Οὐ πάντων ἡ πίστις» (Β´ Θεσ. γ´ 2), μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
Ἐμεῖς ὡς χριστιανοὶ γνωρίζουμε ὅτι ἡ πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄλλωστε, ὅλη μας ἡ ζωή ἐν Χριστῷ ἀποτελεῖ ἕνα διαρκὲς θαῦμα, μία συνεχὴς ἐπιβεβαίωση τῆς πίστεώς μας. Εἶναι μία βιωματικὴ κατάσταση ποὺ ζοῦμε καὶ κινούμεθα ἐν αὐτῇ.
Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος
Στὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ τοῦ Ἁγίου: Β΄ Τιμ. β΄ 1-10
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. Θ΄27-35
ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
1. Μὲ τὴ δύναμη τῆς θείας Χάριτος
Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ συμπίπτει μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, τοῦ ἰαματικοῦ καὶ θαυματουργοῦ. Πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου ἀναγινώσκεται ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴ Β΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ ἀρχίζει μὲ τοὺς ἑξῆς λόγους: «Τέκνον Τιμόθεε, ἐνδυ­ναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Παιδί μου Τιμόθεε, νὰ ἐνδυναμώνεσαι μὲ τὴ χάρη ποὺ δίνει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ ὅποιον εἶναι ἑνωμένος μαζί Του.
Τὴ θεόπνευστη αὐτὴ προτροπὴ ἀκολούθησε κι ὁ ἅγιος Παντελεήμων ἀπὸ μικρὸ παιδί. Ὁ Παντολέων – αὐτὸ ἦταν ἀρχικὰ τὸ ὄνομά του – ­γνώρισε τὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὴν εὐσεβὴ μητέρα του κι ἀπὸ τὸν ἱερέα τῆς Νικομηδείας ἅγιο Ἑρμόλαο. Σπούδασε ἰατρικὴ μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια, ἀλλὰ παράλληλα ἐπισκεπτόταν τακτικὰ τὸν γέροντα ἱερέα Ἑρμόλαο, ὁ ὁποῖος τὸν καθοδηγοῦσε στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἔτσι, ἔμαθε νὰ συνδυάζει τὴν ἐπιστήμη μὲ τὴν πίστη. Γνώρισε ὅτι ὁ ἄνθρωπος τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει μόνο μὲ τὶς δικές του δυνάμεις.

Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν ἐξάσκηση τῆς ἐπιστήμης του πάντοτε ζητοῦσε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ Παντολέων θεράπευε πλῆθος ἀνθρώπων. Ἐπιπλέον φρόντιζε ὄχι μόνο γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς τῶν ἀσθενῶν του καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁδηγοῦσε πολλὲς ψυχὲς στὴ μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία.
Πόσα θαύματα πράγματι ἐπιτελεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ! Πάνω ἀπὸ τοὺς γιατροὺς εἶναι ὁ μέγας Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του γίνονται ἀναρίθμητα θαύματα, ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ δύσκολες καὶ ἀνίατες ἀσθένειες. Ἀρκεῖ σὲ κάθε περίπτωση νὰ ζητοῦμε ταπεινὰ καὶ μὲ πίστη τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου.
2. «Στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ»
Παρὰ τὶς συνεχεῖς ἐπιτυχίες του, ὁ νεα­ρὸς ἰατρὸς Παντολέων συμπεριφερόταν πρὸς ὅλους ἁπλὰ καὶ ταπεινά. Δὲν θαμ­πώθηκε ἀπὸ τὰ πλούτη καὶ τὶς τιμὲς ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζε ἡ λαμπρὴ σταδιοδρομία του, καὶ μάλιστα δὲν δεχόταν ποτὲ χρήματα. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἁπλὸ στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ. «Στρατιώτην Ἰησοῦ Χριστοῦ» ἀποκαλεῖ κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸν μαθητή του Τιμόθεο: «σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ», τοῦ γράφει.
Τί ὡραῖος τίτλος!... «Στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ»! Καὶ τί ἐξαιρετικὴ τιμὴ νὰ ὑπηρετοῦμε ὄχι ἕναν ἐπίγειο ἄρχοντα, ἀλλὰ τὸν Βασιλέα Χριστό!... Ὡστόσο ἡ τιμὴ συνεπάγεται καὶ εὐθύνη. Ὁ στρατιώτης ὀφείλει νὰ ἐκτελέσει τὴν ἀποστολή του μὲ γενναιότητα καὶ αὐταπάρνηση. Μὲ ὑπακοή, πειθαρχία καὶ συνεργασία μὲ τοὺς ἄλλους συναδέλφους του. Ἀντιστοίχως κι ἐμεῖς, ὡς χριστιανοί, καλούμαστε νὰ ὑπομένουμε κάθε κακοπάθεια σὰν καλοὶ στρατιῶτες καὶ νὰ βλέπουμε τοὺς ἄλλους γύρω μας ὄχι μὲ καχυποψία ἢ ζήλεια ἀλλὰ μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση. Μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι ὅλοι εἴ­­μαστε συστρατιῶτες ποὺ καλούμαστε νὰ ἐργαστοῦμε γιὰ τὴν ἀνακούφιση τῶν πασχόντων ἀδελφῶν μας, γιὰ τὴν πνευματι­κὴ οἰκοδομή μας καὶ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ.
3. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν φυλακίζεται
Ἁλυσοδεμένος ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει ἀπὸ τὴ φυλακὴ στὸν Τιμόθεο: «Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέ­­δε­­ται». Ἂς εἶμαι ἐγὼ δεμένος, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν περιορίζεται. Καὶ πράγματι, οἱ θεόπνευστες ἐπιστολὲς ποὺ ἔγραψε στὰ χρόνια τῆς αἰχμαλωσίας του, μεταδίδουν πνοὴ ζωῆς καὶ ἐλευθερίας.
Στὴ φυλακὴ ὁδηγήθηκε κι ὁ ­Παντολέων ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ τὸν ὑπέβαλαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του καὶ γιὰ νὰ φιμώσουν τὴ φωνή του. Ἀλλ᾽ ἐπέτυχαν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Διότι, ἂν καὶ ἦταν φυλακισμένος ὁ νεαρὸς ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ, κατόρθωσε μὲ τὶς ­θεοφώτιστες διδαχὲς καὶ τὸ ὁλοφώτεινο παράδειγμά του νὰ μεταστρέψει πολλοὺς εἰδωλολάτρες καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν ἀληθινὴ πίστη. Ὅ­­σοι ἔβλεπαν τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴ μακροθυμία του στὶς φοβερὲς ἐκεῖνες ὧρες τοῦ μαρτυρίου, στέκονταν ­ἀπέναντί του μὲ δέ­ος καὶ θαυμασμό. Κι ὅταν οἱ ­αἱμοσταγεῖς εἰδωλολάτρες ἔδωσαν ­τελικὰ ἐντολὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν, γιὰ νὰ ἀνακόψουν τὴν τεράστια ἐπίδραση ποὺ ἀσκοῦσε γύ­ρω του, ἀκούστηκε τότε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐ­ρανὸ ποὺ ἐπικύρωσε τὸ ἔργο τοῦ Παν­τολέοντος δίνοντας του τὸ νέο ὄνομα ­«Παν­τελεήμων» καὶ τὴ χάρη νὰ συνεχίζει καὶ μετὰ θάνατον νὰ θαυματουργεῖ.
2.000 χρόνια τώρα ἡ Ἐκκλησία ­διώκεται. Τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀντιμε­τω­πί­ζει ἀμφισβητήσεις, σατανικὲς ­συκο­­φαντίες, ὕ­­­­­­πουλες ἢ καὶ κατὰ μέτωπον ἐ­­­πιθέ­σεις. Ὡστόσο, τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ σταματήσει τὴ διάδοσή του. Διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ­κρύ­βει μέσα του δύναμη μυστική. Μεταδίδει πνεῦμα καὶ ζωὴ στὶς καρδιὲς τῶν ­ἀν­θρώπων. Ἀναγεννᾶ τὶς ψυχὲς καὶ ἐπιτελεῖ θαυμαστὲς μεταβολές. Ἂς παρακαλοῦμε λοιπὸν τὸν ἅγιο ­Παντελεήμο­να, ποὺ βοή­θησε τόσους ἀνθρώπους νὰ βροῦν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, νὰ πρεσβεύει καὶ γιὰ τὴ δική μας πνευματικὴ ἀναγέννηση ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ ­σωτηρία πολλῶν ψυχῶν πρὸς δόξαν Θεοῦ.
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
 Συνετοί καί ἁπλοί (Ἁγίου Παντελεήμονος) - π. Γρηγόριος Μουσουρούλης

Ζ´Κυριακή Ἐπιστολῶν (Ἁγίου Παντελεήμονος)
Λόγος εἰς τόν Ἀπόστολον
Συνετοί καί ἁπλοί
« Δώῃ γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι» (Β´Τιμ. β´7)
˜˜˜˜˜˜˜˜

« Δώῃ γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι»
****
        Ὁ Τιμόθεος εἶχε ἐπιφορτισθεῖ ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο μέ τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα. Ὡς ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὄφειλε νά εἶναι στολισμένος μέ ὅλες τίς χριστιανικές ἀρετές. Ὄχι μόνο διότι τά μάτια τῶν χριστιανῶν ἦταν στραμμένα στόν ποιμένα τους, ἀλλά καί διότι ὡς έπίσκοπος εἶχε νά ἀντιμετωπίσει πληθώρα προβλημάτων, τά ὁποῖα ἔπρεπε νά λύσει κατά τόν πλέον κατάλληλο τρόπο. Σ᾽αὐτή του τήν ἀποστολή ἔπρεπε νά πρυτανεύει ἡ ἀρετή τῆς συνέσεως, τῆς φρονιμάδας. Ἡ θέση του ἀπαιτοῦσε ἐνέργειες καί συμπεριφορές πολύ προσεγμένες, ὥστε οἱ ἄνθρωποι οἱ εἰλικρινεῖς καί τίμιοι νά οἰκοδομοῦνται εἰς Χριστόν, ἀλλά καί οἱ ἰδιοτελεῖς καί πονηροί νά ἀποκαλύπτονται καί νά μπαίνουν στή θέση τους.
        Ἡ ἴδια ἀρετή πρέπει νά κοσμεῖ καί κάθε χριστιανό. Αὐτήν εἶχαν ἀνάγκη οἱ Μάρτυρες, Ὅπως ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων τοῦ ὁποίου τήν μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα, αὐτήν ἔχουμε ἀνάγκη καί ἐμεῖς πού ζοῦμε σ᾽ἕνα κόσμο ἐν πολλοῖς κίβδηλων ἀνθρώπων. Σ᾽ἕνα κόσμο πλάνης καί ἀπάτης. Νά δοῦμε λοιπόν ποῦ χρειάζεται ἡ σύνεση καί πῶς θά τήν ἀποκτήσουμε.

****
« Δώῃ γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι»
        Εἴπαμε ὅτι ὁ χριστιανός ὀφείλει νά κοσμεῖται ἀπό κάθε ἀρετή. Αὐτό ὅμως δέν εἶναι ἀρκετό. Ὀφείλει νά εἶναι ἐφοδιασμένος μέ τόν φωτισμό καί τήν Χάρη πού πηγάζει ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί γίνεται ρυθμιστής καί συντονιστής τῶν ἀρετῶν. Ἔχει ἀνάγκη σύνεσης ὁ πιστός, ὥστε νά μπορεῖ νά διακρίνει τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα. Ἀλλοιῶς καθίσταται θαυμάσιο ὑλικό γιά παγίδευση. Ἡ ἔλλειψη σύνεσης, ἡ ἔλλειψη φρονιμάδας, καθιστᾶ τόν ἄν-θρωπο εὐάλωτο στά χέρια ἀνθρώπων ἀσυνεί-δητων καί πλάνων. Ἀδελφοί μου, τά πράγματα μᾶς ἀναγκάζουν νά ὁμολογήσουμε, χωρίς διάθεση κατάκρισης καί ναρκισσισμοῦ, ὅτι σήμερα ἰδιαίτερα εἴμαστε περιστοιχισμένοι ἀπό ἀνθρώπους κίβδηλους καί πλάνους.  Ὅλους  αὐτούς εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τούς ἀντιματωπίσουμε. Καί νά τούς ἀντιμετωπίσουμε μέ γενναιότητα καί ἀποτελεσματικότητα.
Πόσοι ἄνθρωποι σήμερα πέφτουν θύματα τέτοιων καταστάσεων ἀπό τά ἁπλούστερα μέχρι τά οὐσιαστικότερα τῆς ζωῆς. Παγιδεύονται μέ τήν ὑπόσχεση εὔκολου πλουτισμοῦ. Παγιδεύον-ται ἀπό τό διαδίκτυο μέ πολλούς καί διαφόρους τρόπους καί βρίσκονται στό χάος τῆς ἀβύσσου χωρίς νά τό καταλάβουν.
Δέν εἶναι ἀρκετό νά ἔχει τό χάρισμα τοῦ χαρωποῦ ἀνθρώπου. Ὁ χαρούμενος ἄνθρωπος μέ τό εἰλικρινές  μειδίαμά του, μέ τόν θερμό καί αἰσιόδοξο λόγο του δημιουργεῖ κλίμα  φιλικό καί ἐνθαρρύνει. Ἄν ὅμως δέν διακρίνεται ἀπό τήν ἀρετή τῆς δυνέσεως, τῆς διακρίσεως, τότε καί ὁ ἴδιος κινδυνεύει καί τούς ἄλλους βάζει σέ πειρασμό. Διότι ἀπό τά μικρά ἔρχονται τά μεγάλα. Ὁ παλαιός ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας ὁλοζώντανος καί δέν ξέρουμε πότε μπορεῖ νά «χτυπήσει». Συμμαχώντας μάλιστα μέ τόν θανάσιμο ἐχθρό μας τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος εὐκαίρως ἀκέρως ρίχνει τά πεπυρωμένα βέλη του ἐναντίον μας μπορεῖ νά μᾶς καταστρέψει.
Σύνεση μᾶς χρειάζεται ὥστε νά μή παρασυ-ρόμαστε  καί νά μή ἐξαπατώμεθα ἀπό αὐτό πού κάμνει ἐντύπωση, οὔτε νά συγκινούμεθα ἀπό στιγμιαίους ἐνθουσιασμούς. Οὔτε πάλι νά ἐκθέ-τουμε τόν ἑαυτό μας σέ κίνδυνο, χωρίς λόγο καί μέ ἐπιπολαιότητα. Τόν θησαυρό τῆς ψυχῆς μας ὀφείλουμε νά τόν προφυλάσσουμε, ὅπως θά προφυλάσσαμε τό πιό πολύτιμο μαργαριτάρι.
Εἶναι ἀρετή τό νά μή διαστάζει κανείς νά ὑποδεικνύει τά λάθη στόν φίλο του, ἔστω καί ἄν τόν πικραίνει. Ἄν ὅμως ἡ ὑπόδειξη γίνεται σέ ὥρα πού ὁ ἄλλος δοκιμάζεται καί θλίβεται, ἤ ἄν γίνεται μέ τρόπο πού τόν ἐξουθενώνει. Τότε εἶναι φανερό ὅτι δέν πρόκειται γιά ἀρετή ἀλλά γιά ἔλλειψη κρίσης, σύνεσης καί στοργῆς. Πόσες τέτοιες ἀκρισίες δέν τίναξαν καί δέν τινάσσουν στόν ἀέρα φιλίες εἰλικρινεῖς καί μακροχρόνιες, συνεργασίες καρποφόρες. Πόσες τέτοιες παρεμ-βάσεις ἄκριτες καί ἀσύνετες δέν ἀναστάτωσαν καί ἀναστατώνουν ἤ καί διαλύουν οἰκογένειες. Πόσες φορές ἡ ἔλλειψη σύνεσης καί ἡ ἄκαιρη ἐπέμβαση τῶν γονέων δέν ἔκαμαν τά παιδιά πάνω στήν ἀντίδρασή τους νά τά πετάξουν ὅλα· ἀκόμη καί νά ἀποστραφοῦν τήν πίστη καί νά μείνουν μακριά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού εἶναι ἡ Κιβωτός τῆς σωτηρίας;
Σύνεση καί διάκριση ἀπαιτεῖται στό νά ἐκμεταλλευόμαστε τίς περιστάσεις, πού μᾶς προσφέρονται καθημερινά στή ζωή. Ὀφείλουμε δέ νά παραδεχθοῦμε ὅτι καθημερινά μᾶς προσφέρεται πλῆθος εὐκαιριῶν. Κάθε μία ἀπ᾽αὐτές εἶναι ἀνάγκη νά τίς ἀξιοποιοῦμε γιά τό καλό Γιά τήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Γιά τήν οἰκοδομή τή δική μας καί τοῦ πλησίον μας. Νά τίς ἀξιοποιοῦμε ἔτσι ὥστενά προοδεύουμε στήν ἀρετή. Κάθε εὐκαιρία εἶναι ἀνάγκη νά τήν χρησιμοποιοῦμε ἔτσι ὥστε νά δοξάζεται καί νά μεγαλύνεται τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σχολιάζοντας σέ μιά ὁμιλία του στόν Ἅγιο Δημήτριο τόν λόγο τοῦ Κυρίου «γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καί ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» λέγει τά ἑξῆς: «Τό φίδι φυλάει μέν ἄγρυπνα τόν ἑαυτό του, ἀλλά καί ἐπιβουλεύεται τά ἄλλα ζῶα· ἔχει ἱκανότητα προφυλάξεως, ἀλλά καί δύναμη κακοποιό. Τό δέ περιστέρι εἶναι ἄδολο, ἀλλά ἀφύλαχτο.
Παραγγέλλει λοιπόν ὁ Κύριος στούς ἰδικούς του νά μή εἶναι οὔτε κακοποιοί ὅπως τά φίδια, οὔτε ἀφύλαχτοι ὅπως τά περιστέρια. Ἀλλά νά συνδυάζουν συνετά τήν ἄγρυπνη προφύλαξή τους μέ τήν φρόνιμη ἀκακία καί ἁπλότητα καί νά εἶναι ἄγρυπνοι μέν καί σταθεροί στήν διατήρηση τῆς εὐσέβειας καί ἀρετῆς τους, νά φέρονται ὅμως μέ πολλή ἀκακία σ᾽αὐτούς πού τούς κάμνουν  κακό. Αὐτός λοιπόν πού σέ καιρό πειρασμῶν συνδυάζει τήν σύνεση καί προφυλακτικότητα τοῦ φιδιοῦ μέ τήν ἀκακία καί ἁπλότητα τοῦ περιστεριοῦ, κάμνει τόν ἑαυτό του ἄτρωτο ἀπό τήν βλάβη τοῦ φιδιοῦ, δηλαδή τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου.
        ******
        Ἄν θέλουμε νά περάσουμε τώρα στήν θετική ὄψη τοῦ πράγματος καί νά ἰδοῦμε τήν «σύνεση τήν πνευματική»  σέ ὅλη τήν πληρότητά της, πού αὐτή εἶναι ἡ τελειιότης, θά στρέψουμε τό βλέμμα στό Θεανδρικό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος ἔχει ὅλη τήν ἀρετή στόν τέλειο βαθμό. Γνωρίζει ὄμως νά ἐκδηλώνει τήν κάθε ἀρετή, ὅποτε πρέπει, ὅπου πρέπει, ὅσο πρέπει καί ὅπως πρέπει.
        Ὁ Κύριος εἶναι  πλήρης αὐταπαρνήσεως. Εἶναι Ἐκεῖνος πού δέν ἔχει ποῦ νά κλίνει τήν κεφαλή, πού συνεχῶς ὁδοιπορεῖ καί ἀγρυπνεῖ καί διάγει ζωή τῆς πτωχείας. Ἐν τούτοις ὅμως ἔφαγε τό πλούσιο γεῦμα στόν γάμο τῆς Κανᾶ, ἀλλά καί δέν ἐδίστασε νά προσφέρει τήν ἐπιτρεπόμενη ψυχαγωγία στούς καλεσμένους τοῦ γάμου, νά τούς δωρήσει μέ τό πρῶτο του θαῦμα «τόν καλόν οἶνον» (Ἰω. β´10).
        Ἔδειχνε στούς μαθητές του τήν στοργή καί τήν ἀγάπη του. Τούς προσφωνοῦσε φίλους, ἀδελφούς του καί «τεκνία» του, παιδάκια του (Ματθ. κη´10, Ἰω. ιγ´33). Ὅταν ὄμως τούς ἔβλεπε νά σφάλουν, παρ᾽ὅλο ὅτι ἡ ἀγάπη του ἔμενε ἀμείωτη, αὐτή ἡ ὕψιστη ἀγάπη χρησιμοποιοῦσε  καί γλώσσα αὐστηρή, τούς ἀποκαλοῦσε ἀσύνετους καί ὀλιγόπιστους Αὐτόν τόν Πέτρο, τόν κορυφαῖο του μαθητή, σέ δεδομένη στιγμή τόν ἐμαστίγωσε μέ τόν φοβερό λόγο «ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ»· ὅτι οὐ φρονεῖς τά τοῦ Θεοῦ ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων» (Μάρκ η´33).
****
« Δώῃ γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι»

Ἀδελφοί μου, ἡ σύνεση εἶναι γνώρισμα ὡριμότητος καί ὐπ᾽αὐτή τήν ἔννοια ὀφείλει νά εἶναι προσόν τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Συνεπῶς καί δικό μας προσόν καί γνώρισμα. Ἐάν ὅμως ἡ συνείδηση μᾶς καταμαρτυρεῖ ὅτι ἀπό τίς ἐνέργειες καί τίς πράξεις μας λείπει ἡ σοφία καί ἡ σύνεση. Τότε μέ ταπείνωση ψυχῆς νά καταφεύγουμε στόν Πατέρα τῶν φώτων καί μέ πίστη βαθιά καί ἀταλάντευτη νά τοῦ ζητοῦμε χάρη καί φωτισμό, ὥστε σοφοί, διακριτικοί καί συνετοί νά φερόμαστε σέ κάθε περίσταση μέ τόν τρόπο σωστό τρόπο, γιά νά συντελοῦμε ἔτσι καί ἐμεῖς στήν δόξα ἐκείνου ὁ ὁποῖος καθιστᾶ συνετούς ἀκόμη καί ἐμᾶς τούς νηπίους (Ψαλμ. 118, 130). Ὁ ἅγιος Παντελεήμων ἀκολουθώντας πιστά τά ἴχνη τοῦ Κυρίου μᾶς δείχνει τόν δρόμο. Μέ τίς πρεσβεῖες του ἄς μᾶς χαρίζει ὁ Κύριος αὐτή τήν φρονιμάδα, τήν σύνεση καί τήν διάκριση. Γιά νά τό κάνει ὅμως πρέπει καί νά τοῦ τό ζητᾶμε, διότι σύμφωνα μέ τήν εὐχή τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ Κύριος εἶναι ὁ «διδούς αἰτοῦντι σοφίαν καί σύνεσιν».  
Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Μουσουρούλης

Καθεδρικός Ἱ.Ν.Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου
 Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου

Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

«Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαβίδ».
Μετά τη θαυμαστή ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, καθώς ο Κύριος πορευόταν στην οικία του στην Καπερναούμ, δύο τυφλοί τον ακολούθησαν κράζοντας: «Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαβίδ». Ο Κύριος δείχνει κατ’ αρχήν να αδιαφορεί γι’ αυτούς. Μόλις εισήλθε στην οικία που διέμενε, εισήλθαν και οι δύο τυφλοί ζητώντας επίμονα να τους θεραπεύσει. Τότε μόνο ο Κύριος τους θεράπευσε.
Οι ικετήριες κραυγές των δύο τυφλών προς τον Ιησού Χριστό, έρχονται να μάς συγκλονίσουν και να μάς τονώσουν.
Οι δύο τυφλοί ζούσαν μέσα στο απέραντο σκοτάδι. Οι ημέρες τους δύσκολες, μαρτυρικές. Ο πόνος πολύς. Η θλίψη βαρειά. Κανείς δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Απελπισμένοι από όλους και όλα, ακολουθούν τον Κύριο, κραυγάζοντας: «Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαβίδ».
Μήπως και οι δικές μας ημέρες, πολλές φορές, δεν είναι δύσκολες; Μήπως σαν πρόσωπα, σαν οικογένεια, σαν έθνος, σαν σύνολο δεν περνάμε θλίψεις και στεναχώριες; Αρρώστιες και δοκιμασίες, οικονομικές κρίσεις και θάνατοι ταράζουν καθημερινά το είναι μας. Ο καθένας μας καλείται να σηκώσει ένα ελαφρότερο ή βαρύτερο σταυρό, μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα της ζωής του.
Μπροστά σε μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα, πολλοί ζητούν μόνοι να βρουν κάποια λύση. Και αγνοούν τον κύριο του ουρανού και της γης. Επαναπαύονται στις δικές τους δυνάμεις, στη σύγχρονη επιστήμη και παραμερίζουν τον ουράνιο Πατέρα.
Γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ ο Κύριος. Σαν να μη γεννήθηκε ποτέ ο Χριστός. Σα να μην δίδαξε, να μην σταυρώθηκε, να μην αναστήθηκε ποτέ.
Κι οι άνθρωποι αυτοί είναι πολλοί μέσα στην κοινωνία μας. Ίσως αρκετοί από εμάς να ανήκουμε σ’ αυτούς. Το βάρος το ρίχνουμε στις προσπάθειές μας και παραμερίζουμε την επίκληση της θείας βοήθειας. Έτσι, συχνά, η ψυχή μας ταράζεται. Μάς κυριεύει αγωνία και ανησυχία. Λείπει η ακράδαντη πίστη στον Θεό. Λείπει η εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του.
Για να υπερνικήσουμε μια τέτοια κατάσταση, θα πρέπει, πρώτα, να ριζώσει μέσα μας η πεποίθηση ότι «τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός». Αυτό σημαίνει να πλησιάσουμε τον Κύριο, να τον γνωρίσουμε, να συνδεθούμε μαζί του, μάλιστα την περίοδο των θλίψεων και των δοκιμασιών. Να πιστέψουμε ότι όλα τα θέματά μας θα λυθούν δια του Ιησού Χριστού. Όποια κι αν είναι αυτά, ατομικά, οικογενειακά, κοινωνικά, εθνικά.
Βέβαια η πίστη αυτή δεν θα μας δημιουργήσει μια παθητική και μοιρολατρική στάση. Αντίθετα η πίστη αυτή θα μάς δίδει την δύναμη να χρησιμοποιούμε από τη μια όλα τα ανθρώπινα στοιχεία, κι από την άλλη να εμπιστευόμαστε απόλυτα τον Θεό.
Και συγχρόνως, να μιμούμαστε τους δύο τυφλούς στην κραυγή, οι οποίοι έκραζαν και παρακαλούσαν τον Κύριο λέγοντες «Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαβίδ». Με δυνατή φωνή να επικαλούμαστε την χάρη του ουρανού. Όχι στον τόνο της φωνής, αλλά στην πίστη. Η κραυγή μας να είναι κραυγή της καρδιάς. Κάθε φορά που θα ζητούμε τη λύση για όποια θέματα μάς απασχολούν η δέησή μας προς τον Κύριο να είναι πύρινη.
Αυτή τη θερμή πίστη των δύο τυφλών βράβευσε ο Κύριος, όταν «ἣψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατά τήν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Καί ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαμλοί». Και τη δική μας πίστη βραβεύει ο Κύριος όταν την βρει θερμή, δυνατή και πύρινη. Τη βραβεύει όχι μόνο με τα εξωτερικά και υλικά δώρα της αγάπης του. Βραβείο είναι η ειρήνη και η γαλήνη, που μάς χαρίζει ο Κύριος. Και ίσως, συχνά, το δεύτερο είναι πολύ πιο πολύτιμο από το πρώτο.
Αρκετά έχουμε συλλογισθεί και προσπαθήσει να λύσουμε τα θέματα που μάς απασχολούν μόνοι μας. Αρκετά εμπιστευθήκαμε τις δικές μας ανθρώπινες δυνάμεις. Έφτασε η ώρα, ποτέ δεν είναι αργά, να παραμερίσουμε κάθε ενδοιασμό και ολιγοπιστία και να αναθέσουμε τα πάντα στον Κύριο μας. Ότι μάς απασχολεί να το αναθέσουμε στον Κύριο. Κι όλα αυτά να τα αναφέρουμε με θερμή καρδιά και θερμή προσευχή.
Ο Κύριος στο Ευαγγέλιο τόνισε ότι χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Δηλαδή τίποτε το οποίο παράγει καρπούς που μπορούν να περάσουν στην αιωνιότητα. Θεμέλιο της σωτηρίας μας είναι η ταπείνωση. Μόνοι μας μόνο αμαρτίες μπορούμε να κάνουμε. Όλες οι θλίψεις και οι συμφορές μας θα βρουν τέλος, όταν καταλάβουμε την αλήθεια ότι τίποτε το αγαθό δεν πηγάζει από μας, αλλά από τον μόνο αληθινό Θεό, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αμήν.
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ

Υπό 
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
κ.κ.  ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς και Ιαματικός Παντελεήμων γεννήθηκε στο τέλος του 3ου αιώνα στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας.  Οι γονείς του, Ευστόργιος και Ευβούλη, ήσαν ευγενείς και πλούσιοι. Ο Ευστόργιος προσκυνούσε τα είδωλα, η Ευβούλη ήταν Χριστιανή Ορθόδοξος και στολισμένη με κάθε αρετή και πλούσια σε καλά έργα. Η μόνη απασχόλησή της ήταν να αναθρέψει το παιδί της μέσα στην ευσέβεια και την ενάρετη ζωή.

Το πρωταρχικό όνομα του Αγίου Παντελεήμονος ήταν Παντολέων.  Σε νεαρά ηλικία κοιμήθηκε η μητέρα του και ο Ευστόργιος τον δίδαξε να λατρεύει τα είδωλα των ψευδή θεών.  Σπούδασε ιατρική κάτω από την καθοδήγηση του σοφού ιατρού Ευφροσύνου και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα διακρίθηκε απ’ όλους τους συμμαθητές τους σε σοφία και αρετή.  Ακόμη ο Ρωμαίος Αυτοκράτωρ Μαξιμιανός θαύμαζε τον γλυκύ χαρακτήρα του νεαρού Παντολέοντος και πρόσταξε τον Ευφρόσυνο να τον διδάξει τα μυστικά της ιατρικής τέχνης για να γίνει ο προσωπικός του γιατρός.

Την εποχή αυτή υπήρχε στη Νικομήδεια ένας γέροντας με το όνομα Ερμόλαος, που ήταν ο ορθόδοξος ιερέας της πόλης.  Εκείνος προείδε, ότι ο νεαρός Παντολέων θα γίνει σκεύος εκλογής της θείας Χάριτος και θα δοξάσει τον Κύριο με τη ζωή του.  Μία μέρα, όπως ο Παντολέων περνούσε από το σπίτι του Ερμολάου, εκείνος τον κάλεσε και τον ρώτησε για την οικογένειά του.  Ο Παντολέων απαντούσε με ευγένεια.  Ο Ερμόλαος του είπε, ότι η ιατρική τέχνη του Ασκληπιού, του Ιπποκράτους και του Γαληνού δεν είχαν αξία και ότι οι θεοί που λατρεύει η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είναι ψευδείς, έργα ανθρώπων.  Του δίδαξε την Ορθόδοξο Χριστιανική Πίστη και ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός, που δημιούργησε τον ουρανό και την γη, και του υπενθύμισε ότι η μητέρα του πίστευε στον Χριστό.  Τον διαβεβαίωσε, ότι ο μόνος αληθινός Ιατρός είναι ο Χριστός και εάν πίστευε θα μπορούσε να θεραπεύει τις ασθένειες των ανθρώπων με την δύναμη του αληθινού Θεού.

Ο Παντολέων άκουσε με προσοχή τα λόγια του Ερμολάου.  Μία μέρα ενώ περνούσε μέσα από το δάσος συνάντησε ένα παιδί να είναι νεκρό, διότι το δάγκωσε φίδι. Ο Παντολέων προσευχήθηκε στο Χριστό λέγοντας: «Εάν τα όσα λέγει ο Ερμόλαος είναι αληθή, ας αναστηθεί το παιδία και ας πεθάνει το φίδι».  Αμέσως ο νεκρός αναστήθηκε και το φίδι κομματιάστηκε.

Αυτή ήταν η απόδειξη που ήθελε.  Επέστρεψε αμέσως στον Ερμόλαο και ζήτησε να βαπτιστεί.  Απ’ εκείνη την ημέρα ο νεαρός γιατρός πραγματοποιούσε θαύματα στο όνομα του Χριστού και η φήμη του έφθασε στα πιο απόμακρα μέρη της Αυτοκρατορίας.  Άρρωστοι απ’ όλα τα μέρη έφθαναν στη Νικομήδεια για να θεραπευτούν από τις αρρώστιές τους.  Δεν δεχόταν χρήματα, αλλά ζητούσε να πιστέψουν στο Χριστό.

Δυστυχώς, οι άλλοι γιατροί βλέποντας ότι έχαναν την πελατεία τους ανάφεραν στον Μαξιμιανό, ότι ο νεαρός Παντολέων είναι Χριστιανός.  Ο Αυτοκράτωρ στην αρχή δεν θέλησε να πιστέψει τις κατηγορίες των φθονερών ιατρών.  Κάλεσε τον Παντολέων και τον ρώτησε, εάν αληθεύει ότι είναι Χριστιανός.  Εκείνος ομολόγησε και για να αποδείξει ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, θεράπευσε ένα τυφλό μπροστά στον Αυτοκράτορα.

Ο Παντολέων στη δίκη του προστάκτηκε να θυσιάσει στους θεούς της Αυτοκρατορίας.  Στην άρνησή του, ο Μαξιμιανός διέταξε να τον κρεμάσουν και με σιδερένια νύχια να του ξύνουν τις σάρκες και την ίδια στιγμή να καίνε τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες.  Κατόπιν τον έριξαν μέσα καζάνι με καυτό μολύβι, αλλά με την Χάρη του Θεού δεν βλάφτηκε το παραμικρό.  Στη συνέχεια τον έριξαν στη θάλασσα, αλλά εκείνος περπάτησε πάνω στα κύματα.  Μετά τον έδεσαν πάνω σε μεγάλο τροχό με κοφτερά μαχαίρια, αλλά ο Μάρτυς του Χριστού προστατεύετο από τον Δεσπότη Χριστό.  Ο Μαξιμιανός βλέποντας ότι τίποτε δεν βλάπτει τον Παντολέοντα, διέταξε να τον ρίξουν τα λιοντάρια.  Μία εβδομάδα δεν έδωσαν στα άγρια θηρία φαγητό.  Όλη η πόλις συγκεντρώθηκε στο αμφιθέατρο για να δει τον θάνατο του νεαρού γιατρού.  Όταν όμως αφέθηκαν ελεύθερα τα λιοντάρια, μόλις πλησίασαν τον Άγιο ηρέμησαν τόσο, που έπαιζαν στα πόδια του Μάρτυρα.  Όλη η πόλις θαύμασε και φώναξε: «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, αφήστε ελεύθερο τον δίκαιο».

Ο Μαξιμιανός βλέποντας ότι δεν κατορθώνει τίποτε διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Παντολέοντα.  Έτσι, στις 27 Ιουλίου του 304 οδηγήθηκε ο Μέγας Μάρτυς του Χριστού έξω από την πόλη της πατρίδας του και κάτω από ένα ξηραμένο δένδρο ελιάς αποκεφαλίστηκε ο δούλος του Χριστού, που ο Κύριος τον μετονόμασε Παντελεήμων, γιατί θα ελεούσε όλους μέσα από την Χάρη Του.

Όταν οι πρώτες σταγόνες του αίματος του Αγίου Παντελεήμονος έπεσαν στις ρίζες της ξηραμένης ελιάς, αμέσως ζωντάνεψε το δένδρο και έδωσε καρπό.  Αυτή η ελιά υπήρχε στη Νικομήδεια μέχρι το 1945, τότε, όμως οι Τούρκοι το έκοψαν.

Αυτή υπήρξε η ζωή και το μαρτύριο του Αγίου Μεγαλομάρτυρα του Χριστού Παντελεήμονα.  Όσα έπραξε τα έκαμε για την δόξα του Χριστού.  Δεν λάτρεψε ψευδείς θεούς.  Δεν έδωσε σημασία σε κοσμικά πλούτη και απολαύσεις.

Εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί οφείλομε να μιμούμεθα τους ήρωες της πίστεώς μας, διότι αυτοί είναι τα ζωντανά παραδείγματα και οι αποδείξεις ότι ο άνθρωπος σώζεται. Οφείλομε να μιμηθούμε την αφοσίωσή τους, την ενάρετη ζωή τους, να ομολογούμε την πίστη μας μέσα στον κόσμο και να γίνουμε και εμείς ζωντανοί ναοί του αληθινού Θεού και, τότε, δοξάζομε τον Θεό και τιμούμε τους εορταζόμενους Αγίους της Ορθοδόξου μας Εκκλησίας.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Στις 26 Ιουλίου η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει την μνήμη της αγίας ενδόξου Οσιοπαρθενομάρτυρος του Χριστού Παρασκευής της αθληφόρου. Όπως είναι γνωστό, η αγία ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή έλαβε από τον Άγιο Τριαδικό Θεό το ιδιαίτερο χάρισμα της θεραπείας τόσο της σωματικής όσο κυρίως της πνευματικής οράσεως. Είναι η προστάτις των ματιών. Μας χαρίζει το φως. Βέβαια, το χάρισμα αυτό η αγία ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή δεν το έχει κατά φύσιν, αλλά κατά Χάριν, ως δωρεά, η οποία πηγάζει από την πηγή του φωτός, από το φυσικό φως, από το αυτοφώς, τον Ίδιο τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος εκήρυξε στεντορεία τη φωνή ότι «Εγώ ειμί το Φως του κόσμου»[1].

Πως, όμως, η αγία ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή αξιώθηκε τοιούτου χαρίσματος;

Σύμφωνα με το συναξάριο, ο ειδωλολάτρης τότε βασιλιάς Αντωνίνος, θέλοντας να πείσει την Αγία να θυσιάσει στα είδωλα και βλέποντας την σταθερά και επίμονη άρνησή της, πρόσταξε να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά και να βάλουν ένα καζάνι γεμάτο πίσσα και θειάφι να βράζει καλά και να ρίξουν μέσα στο καζάνι την Αγία, να καεί. Η Αγία χαρούμενη, επειδή επρόκειτο να αναχωρήσει από τον ψεύτικο αυτόν κόσμο και να πάει στον αληθινό και αιώνιο, έκανε τον σταυρό της και μπήκε μέσα. Περιμένοντας δυο και τρεις ώρες ο βασιλιάς, βλέπει ότι η Αγία δεν καίγεται και της λέει: «Παρασκευή, γιατί δεν καίγεσαι»; «Διότι, ο Χριστός μου δρόσισε το νερό», απαντά η Αγία. «Ράντισε κι εμένα, να δω αν καίει», της λέει ο βασιλιάς. Πήρε, λοιπόν, η Αγία με τα δυο της χέρια και του έρριξε στο πρόσωπο και ευθύς τυφλώθηκε και το πρόσωπό του γδάρθηκε. Φωνάζει τότε ο βασιλιάς: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών! Πιστεύω κι εγώ σ’ Αυτόν και βγές να με βαπτίσεις». Βγαίνει η Αγία, τον βαπτίζει και του ξαναδίνει το φως των οφθαλμών του, λέγοντας: «Βασιλιά, ο Θεός των Χριστιανών σε απαλλάσσει από την δεινή αυτή μάστιγα». Μετά από αυτό το γεγονός η Αγία έλαβε την χάρι από τον Θεό να θεραπεύει τους πάσχοντας από τις παθήσεις των ματιών[2].

Ενώ η έλευση του πρώτου Φωτός, του Χριστού, και η εμφάνιση των τρίτων φώτων, των Αγίων  ανθρώπων (δεύτερα φώτα είναι οι άγιοι Άγγελοι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο) θα έπρεπε να σημαίνει ευλογία και σωτηρία, εντούτοις επικρατεί και απλώνεται το σκότος, η κατάπτωση, η διαφθορά και η τυφλότητα. Ακόμη και μέσα στην αγιοτόκο και ηρωοτόκο Ελλάδα μας. Μια χώρα, ένας τόπος αγίων και ηρώων, στον οποίο θα έπρεπε να κυριαρχεί και να λάμπει το Φως του Χριστού και των Αγίων, όπως έλαμπε επί αιώνες στη Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου.

Ας μας επιτρέψει, σήμερα, η αγάπη σας να αναφέρουμε μερικά τέτοια δείγματα ελλείψεως φωτός, ακολουθώντας κατά πόδας το παράδειγμα της σήμερον εορταζομένης αγίας ενδόξου Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής.

Α) Αντιμετώπιση της ατεκνίας

Οι  γονείς της Αγίας Παρασκευής, Αγάθων και Πολιτεία, ήταν δίκαιοι και ευλαβείς˙ είχαν περάσει μια ζωή αφιερωμένη στον Θεό˙ ήταν «ολοτρόπω νεύσει προς Θεόν κεκλικότες»˙ είχαν κλίνει, είχαν νεύσει με όλους τους τρόπους προς τον Θεό˙ όλη η ζωή τους ήταν μια δοξολογία, μια εξύμνηση του Θεού και μια τήρηση των εντολών του. Δεν είναι εύκολο να τηρήσει κανείς τις εντολές του Θεού και να στρέψει όλη του τη ζωή προς τον Θεό. Πόσοι από’ μας, αγαπητοί μου, έχουμε στρέψει όλη τη ζωή μας προς τον Θεό; Να είναι όλες μας οι σκέψεις, όλες μας οι ενέργειες, όλες μας οι κινήσεις, όλη μας η ζωή αφιερωμένη στον Θεό; Μας κλέβει από’δω κι από’κεί ο διάβολος. Άλλοτε ένας φίλος, άλλοτε ένα συμπόσιο, άλλοτε μια ξεκούραση, ένα γλέντι, μια διασκέδαση και αφιερώνουμε τη ζωή μας πολλές φορές όχι στον Θεό, αλλά στον κόσμο, το κοσμικό φρόνημα, στο κακό, στην αμαρτία και σε ουδέτερα η ανάξια πράγματα. Το ζεύγος, η αγία ξυνωρίς, Αγάθων και Πολιτεία, είχαν στρέψει τη ζωή τους «ολοτρόπως» προς τον Θεό. Και θα περίμενε κανείς πως όλα τους τα αιτήματα θα εκπληρώνονταν αμέσως από τον Θεό. Εμείς μόλις κάνουμε κάποιο ευλαβικό αφιέρωμα, μόλις ψελλίσουμε κάποια προσευχή, απαιτούμε αμέσως ο Θεός να εκπληρώσει το αίτημα της προσευχής μας. Δεν έχουμε υπομονή και εμπιστοσύνη στη σοφία και την πρόνοια του Θεού, ο οποίος προς το συμφέρον μας πάντα ικανοποιεί τα αιτήματά μας. Μια ζωή, λοιπόν, αφιερωμένη στον Θεό, ο Αγάθων και η Πολιτεία. Και είχαν ένα μόνο αίτημα από τον Θεό. Να τους χαρίσει ένα παιδί. Πόσο λογικό και εύλογο αίτημα! Ήταν πολύ φυσικό να λυπούνται και να στενοχωριούνται, χωρίς, όμως, να χάνουν την εμπιστοσύνη προς τον Θεό, χωρίς να παροργίζονται και χωρίς να στρέφονται εναντίον του Θεού.

Στενοχωρούνταν τόσο διότι δεν θα υπήρχε κάποιος διάδοχος του γένους τους, όσο και γιατί δεν είχαν κάποιον κληρονόμο του πλούτου τους. Το ζεύγος, όμως, δεν το έβαλε κάτω, αλλά μιμούμενο τα προγενέστερα στείρα και άτεκνα ζεύγη της Παλαιάς Διαθήκης, την προφήτιδα Άννα, την μητέρα του αγίου προφήτου Σαμουήλ, τους Αγίους Ιωακείμ και Άννα, τους γονείς της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και  τους Αγίους Ζαχαρία και Ελισσάβετ, τους γονείς του Τιμίου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, προσέτρεξε μέσω της αδιαλείπτου προσευχής στον Θεό. Τότε ο Θεός όχι απλώς ικανοποιήσε το αίτημά τους, αλλά τους έδωσε έναν εξαίσιο καρπό˙ την αγία ένδοξο Οσιοπαρθενομάρτυρα Παρασκευή. Τηρούμε εμείς, αγαπητοί μου, παρόμοια στάση σε ανάλογες περιπτώσεις; Μιμούμαστε το παράδειγμα της νηστείας, της προσευχής και της πλήρους εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού των γονέων της αγίας Παρασκευής προς απόκτηση παιδιών, η σπεύδουμε «αγαλλομένω ποδί» σε ιατρικές λύσεις, όπως αυτές της τεχνητής, ενδοσωματικής η εξωσωματικής γονιμοποίησης με απρόβλεπτες συνέπειες; Μήπως αντικαθιστούμε τον κύριο και πρωταρχικό σκοπό του μυστηρίου του Γάμου, που είναι η θέωση, εξαγιασμός και η ένωση του ανδρογύνου με τον Χριστό, και τον ταυτίζουμε με την τεκνογονία, πράγμα το οποίο αποτελεί περιορισμό του νοήματος του Γάμου στις σαρκικές σχέσεις; Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να προτείνει την προσφυγή στην ούτως η άλλως προβληματική παρεμβατική αναπαραγωγή, παρά μόνο την εμμονή στα αιώνια και διαχρονικά πρότυπα, τους Αγίους.

Β) Πρότυπο αγιότητος γυναικών

Η ζωή της αγίας ενδόξου Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής υπήρξε υποδειγματική. Να πως μας τον περιγράφει ο εθνοϊερομάρτυς, Ισαπόστολος, φωτιστής του Γένους μας και μεγάλος διδάχος άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος αφιερώνει ολόκληρη την Δ΄ Διδαχή του στην ερμηνεία της παραβολής του σπορέως, παρουσιάζοντας την Αγία Παρασκευή ως παράδειγμα εκατονταπλασίονος καρποφορίας του σπόρου του Θεού.

«Η Αγία μετά την κοίμηση των γονέων της, ούσα δωδεκαετής, έμεινε σ’ένα πύργο υψηλό. Ο υψηλός και δυνατός αυτός πύργος είναι ο ουρανός, που μοίρασε δηλαδή όλα τα υπάρχοντα ελεημοσύνη και τα έστειλε με τους πτωχούς στον Παράδεισο. Με τι έβαφε τα μάτια της; Όχι με μαυράδι σαν μερικές ανόητες γυναίκες, που το βάζουν, για να φαίνονται όμορφες στους άνδρες, αλλά σηκωνόταν η Αγία κάθε αυγή και ενθυμουμένη τις αμαρτίες των χριστιανών έκλαιγε, χτυπώντας το πρόσωπό της και βρέχοντάς το με δάκρυα. Ποια είναι τα σκουλαρίκια; Είχε τα αυτιά της ανοικτά, στέκοντας με ευλάβεια, για να ακούει το Ιερόν και Άγιον Ευαγγέλιον. Με τι έβαφε τα χείλη της; Όχι με κοκκινάδι, αλλά λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», είχε δηλαδή την ίδια την αλήθεια. Ποιο είναι το περιδέραιο, που είχε στο λαιμό της; Είναι από τις νηστείες, που έκανε, και έλαμπε ο λαιμός της σαν τον ήλιο. Ποια είναι τα δακτυλίδια; Είναι από τις πολλές μετάνοιες, που έκανε, και γίνονταν κόμποι-κόμποι τα δάκτυλά της. Ποιο είναι το ζωνάρι το μαλαματένιο; Είναι η παρθενία, που φύλαγε σ’όλη της την ζωή. Ποιο είναι το φόρεμα; Είναι η εντροπή, που είχε και ο φόβος του Θεού, που την σκέπαζε. Ποια είναι τα παπούτσια τα υψηλά; Είναι ο νους της, που τον είχε στον ουρανό και όχι στην γη, για να στοχάζεται αυτά τα μάταια, τα ψεύτικα, τα γήινα σαν τα άλλα κορίτσια. Έτσι στολιζόταν η Αγία. Αν ίσως είναι κανένα κορίτσι και θέλει να στολίζεται σαν την Αγία Παρασκευή, να στοχασθεί τι έκανε η Αγία, να κάνει κι αυτή, για να σωθεί»[3].

Ακούστε, όσες είστε παρθένες και μάθετε πως να παρθενεύετε˙ διότι όχι μόνο όποια με το σώμα παρθενεύει, αυτή λέγεται καθολικά παρθένος, αλλά εκείνη, η οποία είναι και κατά την ψυχή καθαρά και δεν έχει στον λογισμό της αισχρές ενθυμήσεις, αυτή είναι καθολικά παρθένος.

Ακούστε, όσες έχετε άνδρες, τι λέγει ο Απ. Παύλος: «Μετά αιδούς και σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς, μη εν πλάσμασιν η χρυσώ η μαργαρίταις η ιματισμώ πολυτελεί, αλλ’ο πρέπει γυναιξίν, επαγγελλομέναις θεοσέβειαν δι’έργων αγαθών»[4]. Δηλαδή, να μην μακιγιάρεστε, ούτε να στολίζεστε με χρυσά φορέματα και με μαργαριτάρια, αλλά να είστε τιμημένες και σόφρωνες, καθώς ταιριάζει σε γυναίκες χριστιανών, οι οποίες θέλουν να αρέσουν στον Χριστό με έργα αγαθά και όχι με στολίδια.

Ακούστε, όσες έχετε κόρες ανύπανδρες, πως πρέπει να τις εκπαιδεύετε. Να μη γίνεστε εσείς το κακό παράδειγμα σ’αυτές, αλλά να είστε τύπος και παράδειγμα των θυγατέρων σας σε κάθε θεάρεστο έργο. Διότι, όταν εσείς λέτε λόγια, που μολύνουν τις ψυχές των απλών παρθένων, όταν δεν αγαπάτε την εργασία του οίκου, όταν αντιλέγετε στους ίδιους τους άνδρες σας, όταν βγαίνετε συχνά έξω απ’το σπίτι, όταν χορεύετε, όταν δεν πηγαίνετε στην Εκκλησία, όταν αγαπάτε το πολύ κρασί, όταν δεν έχετε καμμιά ευλάβεια, ούτε εγκράτεια γλώσσας, από που αλλού να εκπαιδευθούν οι μικρές κόρες, οι οποίες δεν βγαίνουν έξω απ’ το σπίτι;

Αλλά, η Αγία Παρασκευή δεν ήταν τέτοια, ούτε εκπαιδεύθηκε με τέτοιο τρόπο από τη μητέρα της, ούτε ξόδευε την ομορφιά και το κάλλος της σε ατάκτους έρωτες νέων, ούτε άγρευε τις ψυχές των ανδρών, αλλά πάντοτε ένα έργο είχε απαραίτητο˙ το να στολίζει την ψυχή της με νηστεία, με εγκράτεια, με σιωπή, με προσοχή, με παρθενία, με ελεημοσύνη και με κάθε θεάρεστο έργο»[5].

Θαυμάζει κανείς στο πρόσωπο της Αγίας Παρασκευής το ηθικό και πνευματικό μεγαλείο, που έχουν οι γυναίκες, οι οποίες, μερικές φορές, ξεπερνούν ακόμη και τους θεωρουμένους δυνατούς άνδρες σε αφοσίωση στο Θεό. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας αναφερόμενοι, μερικές φορές, σε εύθραυστες και λεπτές γυναικείες μορφές, απορούν πως αυτές οι γυναίκες μ’αυτή την ευαίσθητη γυναικεία φύση, που θα νόμιζε κανείς ότι στην πρώτη δυσκολία θα κατέρρεαν, πως έδειξαν τέτοια αντοχή και τέτοια αφοσίωση στα μαρτύρια, αλλά και στην μοναχική άσκηση και αποδείχθηκαν ανώτερες από τους άνδρες.

Κι ας πούμε εδώ ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν κρίνεται από το τι επαγγέλματα ασκεί ο καθένας, όπως πρεσβεύει το ανόητο φεμινιστικό κίνημα, το οποίο δημιουργεί ταραχή και αναστατώνει την κοινωνία. Γιατί, όπως η ανδρική φύση είναι φτιαγμένη από τον Θεό να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ορισμένες εργασίες, λόγω της φυσικής της κατασκευής, έτσι και η λεπτή και ευαίσθητη γυναικεία φύση είναι κατάλληλη από τον Θεό να ακολουθεί και να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ιδίως το μεγάλο λειτούργημα της μητρότητος. Δεν υπάρχει ιερότερο λειτούργημα από το λειτούργημα της μητρότητος.

Η ισότητα, λοιπόν, δεν έγκειται στο τι επαγγέλματα μετέρχεται κανείς σ’αυτή εδώ τη ζωή. Ούτε στο αν μπορεί η όχι να γίνει η γυναίκα «ιερεύς»˙ που δεν μπορεί να γίνει, γιατί αυτό είναι ένα ξενόφερτο, αντιπαραδοσιακό, αντορθόδοξο, αντιχριστιανικό και ειδωλολατρικό αίτημα. Η ισότητα έγκειται στο αν η γυναίκα μπορεί να επιτύχει πνευματικά τα ίδια πράγματα, που επιτυγχάνουν οι άνδρες˙ στο αν υπάρχει ισότητα στην αγιότητα και στην αρετή˙ στο αν μπορούν οι γυναίκες να κατακτήσουν, με την Χάριν του Θεού, την επουράνιο Βασιλεία˙ στο αν μπορούν να κατανοήσουν το κήρυγμα και να αφοσιωθούν στον Θεό.

Τι είναι αυτή εδώ η ζωή μ’αυτές τις διαφοροποιήσεις και ανισότητες; Μήπως και ανάμεσα στους άνδρες δεν υπάρχουν του κόσμου οι ανισότητες;

Για την Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Ορθόδοξο Εκκλησία δεν υπάρχουν ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων παρά μόνο διαφοροποιήσεις φυσικές και λειτουργικές. Αυτό, αλλωστε, λέγει και ο Απ. Παύλος : «Ουκ ένι άρσεν και θήλυ˙ πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού»[6]. Δηλαδή, μπροστά στον Θεό δεν είναι αρσενικό ούτε θηλυκό˙ δεν λογαριάζει ο Θεός ότι μόνο οι άνδρες θα σωθούν, ενώ οι γυναίκες θα κολασθούν, αλλά όλοι όσοι πιστεύουν σ’Αυτόν, είναι ίσοι μεταξύ τους. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύει και η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας μας, σύμφωνα με την οποία εξ ίσου άνδρες και γυναίκες μετέχουν στην μυστηριακή ζωή αυτής. Μπορούν και οι γυναίκες εξ ίσου να κατακτήσουν την αγιότητα και εδώ είναι ο μεγάλος στίβος. Όποια γυναίκα θέλει να ξεπεράσει τους άνδρες, ανοίγεται μπροστά της ο δρόμος της αγιότητος και της αρετής.

Αντιθέτως, όμως, σήμερα φωνές διαβολικές, φωνές του κακού εξωθούν τις γυναίκες σε άλλου είδους εξίσωση προς τους ανδρες˙ σε εξίσωση με την διαφθορά και την αμαρτία, μέσω των αισχρών και ατίμων σαρκικών παθών, της πορνείας, της μοιχείας και της ομοφυλοφιλίας, με τα οποία το γυναικείο φύλο ξεφτιλίζεται.

Αγαπητοί, το Φως είναι ο Ίδιος ο Χριστός, είναι η Ορθοδοξία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Το Φως αυτό έχει έλθει στον κόσμο˙ «το Φως ελήλυθεν εις τον κόσμον»[7]. Και ο κόσμος αυτό το Φως έχει ανάγκη. Το Φως του Χριστού είναι το «ενός εστι χρεία»[8] του Ιερού Ευαγγελίου. Είναι ώρα, πλέον, να ξυπνήσουμε, πριν να είναι αργά˙ «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι»[9]. Ας παρακαλέσουμε γονυκλινώς, ικετευτικώς και εκ βάθους καρδίας την εορτάζουσα σήμερα αγία ένδοξο Οσιοπαρθενομάρτυρα του Χριστού Παρασκευή να κρατά πάντοτε τους πνευματικούς οφθαλμούς μας, «της ψυχής τα όμματα» ορθάνοικτα. Αμήν!

[1] Ιω. 8,12.

[2] Η Αγία Παρασκευή, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου στή σειρά Βίοι  Αγίων, Αθήνα 1984, σσ. 18-19.

[3] Πατερικόν Κυριακοδρόμιον,εκδ. Ι. Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος 2003, σσ. 331-332.

[4] Α΄ Τιμ. 2, 9-10.

[5]«Βίος καί πολιτεία της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος του Χριστού Παρασκευής»,  Ακολουθία της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος του Χριστού

  Παρασκευής, εκδ. Σχοινά, Βόλος, σσ. 35-36.

[6] Γαλ. 3, 28.

[7] Ιω. 3, 19.

[8] Λκ. 10, 42.

[9] Ρωμ. 13, 11.