ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

 Κυριακή των Αγίων Πατέρων - Το κήρυγμα του Ευαγγελίου
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀριθμός 35

Κυριακή 27 Μαΐου 2012 – ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, Α΄ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
(Ἰωάνν. ιζ΄ 1- 13)
«Ἵνα πάντες ἕν ὦσι»

Εἶναι ἕνας πόθος θεϊκός αὐτά τά λόγια, ἀδελφοί μου. Εἶναι ἀπό τά βαθειά αἰτήματα τῆς μεγάλης ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἕνα αἴτημα πού πέντε φορές ἔρχεται στά χείλη Του τό βράδυ ἐκεῖνο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Ἡ ἑνότης τῶν χριστιανῶν! Ἡ ὁμοφροσύνη τῆς Ἐκκλησίας! Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπό τά πρῶτα βήματα συνταράσσεται ἀπό αἱρέσεις καί πλάνες, ἀπό διαιρέσεις καί σχίσματα. Ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἱστορία διχογνωμιῶν καί πολέμων. Ἡ σύγχρονη ζωή μέσα στίς οἰκογένειες καί στίς κοινότητες, στούς συνεταιρισμούς καί τίς συλλογικές προσπάθειες, πού τόσες πολλές φορές δυσχεραίνει τήν ὁμαλή συμβίωση καί συνεργασία...

Ὅλα αὐτά μέσα στήν στοργική μέριμνα τοῦ προσευχομένου Κυρίου ἔχουν τήν πρώτη θέση. Τότε καί σήμερα καί πάντοτε, ἡ δύναμη καί ἡ γαλήνη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ χαρά κάι ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου, μιά πηγή τροφοδοσίας θά ἔχουν: τήν ἑνότητα καί τήν ὁμοφροσύνη μέσα στήν ἀνεξάντλητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ξεκινῶντας ἀπό τόν οὐρανό, ἡ Ἀγάπη ἀναδημιουργεῖ τή ζωή τῆς γῆς καί πάλι ἐκεῖ ξαναγυρίζει, στόν οὐρανό, ὅπου ὁ Θεός καί ἡ ποίμνη Του θά ζήσουν ἑνωμένοι ἀσύγχητα καί ἀδιαίρετα, ὄχι μόνο μέ τήν οὐσία καί τήν φύση τῆς Θεότητας, ἀλλά καί μέ τήν εὐτυχία τῆς τελείας ὁμοφροσύνης, συνεργασίας καί ἀγάπης. Γι’ αὐτό και ὁ Κύριος τήν Ἐκκλησία Του καί τή γῆ μας γενικώτερα τήν θέλει σάν ἀντικατοπτρισμό τῆς κοινωνίας τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς...ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς» προσεύχεται ὁ Κύριος, καί προσθέτει: Σέ παρακαλῶ, Πατέρα Μου, ὄχι μόνον διά τούς Ἕνδεκα τούτους μαθητάς Μου, ἀλλά καί δι’ἐκείνους πού θά πιστεύσουν στό μέλλον διά τοῦ κηρύγματός τους εἰς Ἐμέ. Σέ παρακαλῶ δι’ ὅλους αὐτούς, διά νά εἶναι ὅλοι ἕνα διά τῆς ἀγάπης καί ὁμοφροσύνης πού θά κυριαρχῇ μεταξύ τους. Καθώς Σύ Πάτερ, εἶσαι ἑνωμένος μέ Ἐμέ καί Ἐγώ εἶμαι ἑνωμένος μαζί Σου, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχομε καί οἱ δύο τήν αὐτήν οὐσίαν καί φύση, ἔτσι, Σέ παρακαλῶ, νά εἶναι καί αὐτοί ἕνα, διά τῆς κοινωνίας καί ἑνώσεώς τους μέ Ἡμᾶς. Ὕστερα, λοιπόν, ἀπό αὐτή τή βαθύτατη ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, μετά ἀπό τά διδάγματα τῶν παθημάτων πού μᾶς παρουσιάζει ἡ Ἰστορία, ἀλλά καί ἀπό τήν τόσον ἠλεκτρισμένην ἀτμόσφαιρα πού ἐπικρατεῖ στήν οἰκουμένη καί πού κρατεῖ ἄτομα καί λαούς σέ διαρκῆ ἀγωνία γιά τό μέλλον, ποιά εἶναι ἡ θέση ἡ δική μας, ἀδελφοί μου; Ἡ ἰδιότης μας ὡς χριστιανῶν, ὡς ἐκκλησιαζομένων μάλιστα χριστιανῶν, καί ἡ συμμετοχή μας αὐτή τήν ὥρα στό Μυστήριον τῆς Ἀγάπης, τήν Θείαν Εὐχαριστία, μᾶς τονίζει, μᾶς ἀναγκάζει – μπορῶ νά πῶ - νά ἐπιδιώξωμε, νά προσπαθήσωμε ἔντονα, ὥστε νά πραγματοποιεῖται μεταξύ μας ὁ θεϊκός πόθος τῆς ἑνότητας. Ὀ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει: «παρακαλῶ, ἀδελφοί μου, ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες καί μή ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα. Ὑμεῖς δέ πάντες τό ἕν φρονοῦντες, ὁμόψυχοι», ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν αὐτό δέν τό ἐπιδιώξωμε ἐμεῖς, ποιός ἄλλος θά τό πραγματοποιήση; Ἄν οἱ χριστιανοί πού ἐκκλησιάζονται, κοινωνοῦν, ἐξομολογοῦνται καί μελετοῦν τό Εὐαγγέλιον, δέν δημιουργοῦν στήν οἰκογένειά τους, στό κατάστημά τους, στήν ἐπιχείρησή τους, στήν ἐνορία τους, ἀτμόσφαιρα καλῆς καί ὁμαλῆς συνεργασίας, σταθερῆς ἑνότητας, μακρόθυμης καί μεγαλόψυχης καί ταπεινῆς ἀγάπης, ἀπό ποιούς ἄλλους ἔχομε τήν ἀπαίτηση νά τό κάμουν;

Ἀδελφοί μου! «Τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτός ὁ Κύριος Ἰησοῦς, μαζί Του ὁ Πατέρας ὁ οὐράνιος καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τό κέντρο πού μᾶς ἕλκει καί πρός τό ὁποῖον ὅλοι πρέπει νά φερώμεθα. Ἐάν Αὐτός ἀποτελεῖ τό σημεῖον προσανατολισμοῦ μας καί τό μοναδικό μας Ἰδανικό, τότε σύν τῷ χρόνῳ καί ὁπωσδήποτε πλησιάζοντάς Τον, θά πλησιάζωμε καί ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἑνωμένοι μαζί Του θά ἑνωθοῦμε, αὐτομάτως, καί μεταξύ μας. Εὐτυχισμένοι μέσα σ’ αὐτή τή θέωση ὡς πρόσωπα καθ’ ἑαυτά, θά εἴμεθα εὐτυχισμένοι καί ὡς Ἐκκλησία, ὡς σύνολο καί κοινωνία ἀνθρώπων, πού διά τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον μέσα στήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος, ἐπέρασαν μέσα ἀπό τούς δρόμους τῆς γήϊνης ζωῆς, ἀντιμετώπιζαν τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ μέ ὑπομονή καί ἀνδρεία, ἐκαλλιέργησαν τήν ἀρετή, τήν ἁγιότητα, ἄνοιξαν μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη των τούς οὐρανούς καί ἐκεῖ «τετελειωμένοι εἰς ἕν», χαίρονται «χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καί δεδοξασμένῃ». Γένοιτο!

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ - π.Νικόλαος Φαναριώτης
   ΤΗΣ ΕΝ  ΝΙΚΑΙΑ  Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ   ΣΥΝΟΔΟΥ  .  Ιω ΙΖ ΄1-13  


Σήμερα εορτάζομε την επέτειον της συγκροτήσεως  της  Α΄. Οικ. Συνόδου , οι Κανόνες της οποίας, όπως και των άλλων έξι, έχουν κύρος αλάθητον. Ας δούμε λοιπόν το ιστορικόν αυτής της Συνόδου για να μην είμαστε  αγράμματοι , γιατί  αυτό  σημαίνει  όχι  μόνον  φτώχεια γνώσεων αλλά και εκτροχιασμόν της πορείας ζωής ,της δικής μας και των παιδιών μας που  θαμπώνονται από  τις  γνώσεις  πολύ διαβασμένων Αιρετικών που είναι πολύ επικίνδυνο.

Το ιστορικον της συγκροτήσεως  Συνόδου  που για πρώτη φορά  να ονομάζεται Οικουμε -νική είναι το εξής: Κατά τας αρχάς του 4ου αιώνος , ένας πρεσβύτερος (ιερέας ) της  Αλεξάν- δρείας ,αυστηρός μεν κατά τα ήθη, αλλά περισσότερο προσκείμενος εις τον Πλάτωνα παρά εις το Ευαγγέλιο  και  Άρειος ονομαζόμενος, εκήρυττεν ότι ο Υιός εκτίσθη υπό του Πατρός, ίνα δι΄ αυτού ως εργαλείου πλασθεί ο κόσμος. Συνέγραψε  δε και το σύγγραμμα ((ΘΑΛΕΙΑ)).

Τις πλατωνικές αυτές θεωρίες του Αρείου, η Εκκλησία τις καταδίκασε ωςαντιευαγγελικές . Αλλά ο  Άρειος φρονών ότι μόνον δια των θεωριών του ήτο δυνατόν να σωθεί η Χριστιανική Μονοθεΐα ,όχι μόνον εξακολούθησε να εμμένει εις τις ατομικές του ιδέες , αλλά και με ποιήματα και με τραγούδια …τις  διέδιδε  παντού.

Επειδή ο κύκλος διευρίνετο και η Εκκλησία κινδύνευε να διασπασθεί, ο Μέγας Κων/νος  συνεκάλεσεν εν Νικαία τω 325 μεγάλη Σύνοδον ,ητις ως αντιπροσωπευομένη εκ πάντων των μερών της Οικουμένης, ονομάσθηκε Οικουμενική.  Τα ειδικά χαρακτηριστικά των Αγίων οικουμενικών Συνόδων, είναι τα εξής τέσσερα;

1ον Να συγκαλούνται δια προσταγών Βασιλικών, και όχι  Πατριαρχικών.

2ον Να εκδίδεται απόφασις και όρος δογματικός, δηλ. αλάθητος.

3ον Να είναι πάντα τα εκτιθέμενα δόγματα (κανόνες)  ευσεβή και  σύμφωνα με τας θείας Γραφάς   και τας προλαβούσας  Συνόδους .  και

4ον  δε και τελευταίον, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των  Οικουμενικών  συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα άπαντες  οι ορθόδοξοι Πατριάρχες  και  Αρχιερείς  της καθολικής  Εκκλησίας .

Διεκρίνοντο  σε αυτή την Σύνοδο άνδρες  επί πολυμαθεία  και αρετή διαπρέποντες  και άλλοι για την ασκητική ζωή τους και έτεροι για τα στίγματα του  μαρτυρίου και άλλοισημαιοφόροι και θαυματουργοί:  Ενδεικτικά , αναφέρουμε τον άγιο Σπυρίδωνα , τονάγιο Νικόλαο…  αλλά υπερείχε όλων κατά την Θεολογική δεινότητα ο μέγας Αθανάσιοςδιάκονος ακόμη του επισκόπου Αλεξανδρείας . Τότε για πρώτη φορά εμφανίστηκαν οι όροι:

                                  ΘΕΟΦΟΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ και ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ.

Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνουν οι όροι αυτοί :

Πατέρες λέγονται οι από του Δ΄. αιώνος , κατά τους αγώνας της εκκλησίας  αγωνισθέντες  εναντίον των μεγάλων Αιρέσεων,  εκείνοι των αρχαίων εκκλησιαστικών συγγραφέων, αδιάφορον αν επίσκοποι η ου, οίτινες  διεκρίθησαν α) επί συγγραφική δεξιότητι  β) επί  ορθοδόξω διδασκαλία αναγνωρισθείση υπό της Εκκλησίας  και  γ) επί αγιότητι βίου.

Ενώ οι στερούμενοι μιας τουλάχιστον από τις τρεις ιδιότητες ονομάζονται απλώς Εκκλησιαστικοί συγγραφείς .Για παράδειγμα ο Ωριγένης. (απόλυτος  προορισμός )   Εγκ/παίδεια Πυρσός  τ.ΙΘ΄σελ. 781  (λ. ΠΑΤΗΡ) .

Το κυριότερο μέσον μεταφοράς , διαχρονικά  είναι το πλοίον (Πλωτοί  κολοσσοί).    Όλα  όμως  εξαρτώνται  από  ένα κομμάτι επίπεδης  πλάκας που λέγεται  ΠΗΔΑΛΙΟ.       Χωρίς  αυτό  μένουν  ακυβέρνητα  και τελικά καταποντίζονται.

Το  ίδιο και  η  εκκλησία  του  Χριστού,  η  νοητή  ναύς ,   είναι   η  νοητή   κιβωτός   της   Σωτηρίας , που προτυπώνεται  από την Κιβωτό του Νώε. Σαν νοητό πλοίο    πλέει μέσα στον χειμαζόμενο κόσμο με ασφάλεια, γιατί είναι αγιοπνευματική, παρ΄ όλο ότι χτυπιέται  από  τα  κύματα  της  αθεΐας  και  των αιρέσεων.

Κάποτε ο Ιούλιος Καίσαρας (του οποίου το ειδωλολατρικό Ημερολόγιο συντηρούν ακόμα οι Παλαιοημερολογίτες  με το όνομα Ιουλιανό) βγήκε σε θαλάσσιο  περίπατο με έναν έμπειρο ναυτικό σαν κυβερνήτη. Στην θάλασσα σηκώθηκε τρικυμία και το πλοιάριο κινδύνευε να βυθισθεί. Ο ναυτικός  τρομοκρατήθηκε, αλλ΄ ο  Καίσαρας  απαθής   του είπε: τι δέδιας Καίσαρα φέρεις. Είναι μια προτύπωσις της τρικυμίας  στη θάλασσα της Τιβεριάδος με τον Πέτρο  ((ολιγόπιστε εις τι εδίστασας )) .

Το  πλοίο όμως  της Εκκλησίας  έχει  ανάγκη όπως όλα τα πλοία από πηδάλιο  για να μη χάνει την ρότα της, την πορεία προς την Βασιλεία. Έτσι το Πνεύμα το Άγιον εφώτισε  δυο ορθόδοξους  λογίους  Μοναχούς ,τον Νικόδημο και τον  Αγάπιο  (επι Νεόφυτου Ζ΄), το 1800 και συγκέντρωσαν τις ΟΜΟΦΩΝΕΣ αποφάσεις  σε ένα βιβλίο  που το ονόμασαν :ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΤΗΣ ΝΟΗΤΗΣ ΝΗΟΣ , ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ .

Περιέχει σε παράλληλες  διατάξεις : Όλους τους  ιερούς  Κανόνες  των αγίων Αποστόλων και των οικουμενικών  Συνόδων και την ερμηνεία αυτών.  Εκείνο που έχει κύρος αλάθητον είναι οι ίδιοι οι  Κανόνες,  όχι η ερμηνεία , ούτε  η   συμφωνία,  πολύ  δε  λιγότερο  οι  υποσημειώσεις, πράγμα που επισημαίνει  τόσο το ίδιο το Πηδάλιο ,όσο και ο συγγραφέας του  ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης .…ημίν ου μέλλει ,τι είπαν, η τι εφρόνησαν μερικοί  Πατέρες ,αλλά τι λέγει η Γραφή ,και αι  οικουμενικοί Σύνοδοι, και η κοινή των Πατέρων δόξα. Ου γαρ  Δόγμα  συνιστά  η γνώμη τινών εν τη Εκκλησία.    Ει δε άλλως λέγουσιν, ο τε Πατριάρχης  Νικόλαος και αι  Νομικαί Διατάξεις , αλλ΄ ούτοι ουκ εισί Νομοθεσία  καθολική  της  εκκλησίας εν τοις τοιούτοις αλλά τα των Άγίων Τυπικά.                                                                                      

( Σχόλιο εις το τέλος του Πηδαλίου).

 Αλλά και στη σ.7 στην υποσημείωση  του Ε΄ κανόνος  των  Αγίων Αποστόλων   εκεί  αναφέρεται  εις  την  κατάλυσιν  ελαίου  σε  όλο το  Πεντηκοστάριο.                                               

Ύστερα από αυτά βγάζουμε το συμπέρασμα ότι  όταν  μιλάμε εκ μέρους του Πηδαλίου  πρέπει να διαβάζουμε   όλο το Πηδάλιο  και όχι μόνο  μερικές  υποσημειώσεις .

                                                                         ΑΜΗΝ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΓΡΑΠΤΟΝ ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ (1-6-2014)ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
«...ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς» (Ἰωαν.17,11)
Κατά τήν σημερινή Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α' ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα περιέχει τήν Ἀρχιερατική Προσευχή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ὑπερφυής αὐτή Ἀρχιερατική Προσευχή ἀπευθύνθηκε ἀπό τόν Σωτῆρα μας Χριστό τό τελευταῖο βράδυ, πρίν ἀπό τήν Σταύρωσι Του, πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του. Τοῦ εἶπε ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα νά δοξασθῆ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Ἰησοῦς  Χριστός, ἀπό τόν Θεόν Πατέρα, γιά νά Τόν δοξάση στή συνέχεια καί ὁ Μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἡ δόξα τοῦ Θείου Λυτρωτοῦ δέν θά ἦταν κοσμική, ἀλλά πνευματική: ἡ δόξα τοῦ Σταυροῦ, ἡ δόξα τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ, ὁ ἐπώδυνος καί ἐπονείδιστος Σταυρικός θάνατος, πού θά ἐσήμαινε τήν πιό ἀποτελεσματική καί συντριπτική ἧττα τοῦ διαβόλου. Τήν κατάλυσι τοῦ κράτους τοῦ σατανᾶ, τήν κατάργησι τῶν σκοτεινῶν ἔργων τῶν πονηρῶν πνευμάτων, τήν συντριβή τῶν τεχνασμάτων καί τῶν «κατορθωμάτων» τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἀναίρεσι τῶν φθοροποιῶν συνεπειῶν της γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, τήν τέλεια ἀπολύτρωσι τῶν πιστῶν.

«Πρός σέ ἔρχομαι» λέγει ὁ πορευόμενος πρός τό σταυρικό του πάθος Ἰησοῦς. Προσεύχεται θερμά καί ὁλοκάρδια διά τούς μαθητάς Του. Νοιώθει ὅτι ἀνήκουν στόν Θεό Πατέρα καί τοῦ ἐδόθησαν ἀπό Ἐκεῖνον γιά τό σωτήριο ἔργο τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Τόν παρακαλεῖ νά τούς ἔχη ὑπό τήν προστατευτική Του φροντίδα. Νά τούς φυλάξη ἀπό τίς παγίδες τοῦ διαβόλου καί ἀπό τό κοσμικό - ἁμαρτωλό πνεῦμα. Δέν ζητεῖ νά τούς βγάλη ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά νά τούς φυλάξη ἀπό τήν κακία καί τήν πονηρία τοῦ κόσμου. Ζητεῖ νά τούς χαρίση τήν πνευματική χαρά καί εὐφροσύνη σέ τέλειο βαθμό. Παρακαλεῖ νά τούς ἁγιάζη μέ τήν δύναμι καί τόν ἁγιασμό τοῦ Θείου Λόγου, τῆς σωτήριας ἀλήθειας τῆς Πίστεώς μας. Νά τούς διατηρῆ, δηλαδή, στερεούς καί ἀκλόνητους στήν Ἁγία Πίστι καί τά ἀθάνατα «ῥήματα ζωῆς αἰωνίου».
Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις θερμοπαρακαλεῖ τόν Πανάγιο Πατέρα Του νά τούς περιθριγκώνη καί νά τούς διακρατῆ μέ τήν ἁγία ἑνότητα καί ἀγάπη οὕτως, ὥστε νά εἶναι ἕνα ἀδιάσπαστο ἱερό σῶμα, κατά τό πρότυπο τῆς ἄρρηκτης ἑνότητος τῶν Θείων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῶν ὁποίων ἡ ἀγαπητική σχέσις καί κοινωνία εἶναι μοναδική καί ἀπαράμιλλος .
Ἑνότητα ἐν τῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ ζητεῖ ὁ Κύριος διά τούς μαθητάς Του, ἀλλά καί διαχρονικά δι' ὅλους τούς πιστούς τῆς Ἁγίας μας Ἑκκλησίας, ἀπό τόν Ἐπουράνιο Θεόν Πατέρα, παρόμοια μέ αὐτή πού βιώνεται ὡς ἀγαπητική σχέσι καί κοινωνία μέ τά Πρόσωπα τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. Μέ αὐτούς καί μόνον τούς ὅρουςἀγάπη καί πίστις, πίστις καί ἀγάπη ἐπιτυγχάνεται τό πρώτιστο ἐπιθυμητό καί θεάρεστο ἀγαθό τῆς ἑνότητος διά τούς πιστούς καί τήν Ἁγίαν μαςἘκκλησία.
Αὐτήν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν ἀγαπητική κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶχαν καί ἐφύλασσον ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, μετά πάσης σπουδῆς καί ἐπαγρυπνήσεως οἱ Ἅγιοι καί Θεοφόροι Πατέρες τῆς πρώτης καί τῶν λοιπῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν, καθώς καί τῶν ἀνεγνωρισμένων ὑπ' αὐτῶν Τοπικῶν, Συνόδων, ἄγρυπνοι φρυκτωροί ὑπάρχοντες τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Παραδόσεως, τῶν Ἱερῶν Δογμάτων καί τῶν Θείων Κανόνων τῆς Πίστεώς μας, τῆς Δογματικῆς καί Κανονικῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ἐφρόνουν καί ἐπρέσβευον ὅσα καί ὅ,τι ὀρθοδόξως δογματίζει, διδάσκει καί ἀποδέχεται αὕτη καί ὅσα καί ὁποῖα ἐκείνη φρυκτωροῦσα ἀπορρίπτει καί καταδικάζει ὡς ἔχοντα τό στίγμα καί τό δηλητήριον τῆς αἱρέσεως, τῆς πλάνης, τῆς κακοδοξίας καί τοῦ σχίσματος.
Ἡ πρόσφατα ἐκδηλουμένη μεγάλη καί ἔναγχος σπουδή ὑπερφαλαγγίσεως τῶν ὅρων καί τῶν ὁρίων, τά ὁποῖα ἔθεσαν οἱ Ἅγιοι καί Θεοφόροι Πατέρες ἐπί δογματικοῦ καί κανονικοῦ πεδίου ἔναντι τῶν ἐν πλάνῃ καί αἱρέσει εὑρισκομένων συνανθρώπων μας, πού ἀνήκουν σέ αἱρετικές κοινότητες καί ὁμολογίες, καί μάλιστα εἰς τήν δεινήν αἵρεσιν καί πλάνην τοῦ Παπισμοῦ, χωρίς προηγουμένως νά ἐξομαλυνθοῦν οἱ ὑφιστάμενες σοβαρές δογματικές, ἐκκλησιολογικές καί ἱεροκανονικές διαφορές καί ἀποκλίσεις, ἐμβάλλει σέ μεγάλη ἀνησυχία καί ἀγωνία τό ὀρθόδοξο πλήρωμα.
Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐξέφρασε πρό ἡμερῶν στούς Ἁγίους Τόπους τήν προσδοκία ὅτι ἀπό κοινοῦ μέ τόν Πάπα, τόν ἄρχοντα τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ, θά ἀνοίξουν δρόμους μέ τήν πεποίθησι ὅτι «ἡ ἀγάπη θά ἄρῃ ἐκ μέσου πάντα τά ἐμπόδια, διά νά συνεχισθῇ ἡ πορεία τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τῆς καταντήσεως εἰς τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀνθρωπότητας, εἰς τήν ὁποία ἐκάλεσε ἡμᾶς ὁ «Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος». Ὅμως, πρός Θεοῦ! Ἡ Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἀγάπη διά νά ἀρθοῦν «ἐκ μέσου πάντα τά ἐμπόδια», χωρίς τήν προϋπόθεσιν τῆς ὀρθῆς πίστεως, τοῦ ὑγιοῦς ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καί τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους, ἀφοῦ μάλιστα πρό 50ετίας οἱ προκάτοχοί των δέν ἐπέτυχον, μόνον μέ τήν ἀγάπη, τίποτε τό θεμελιῶδες καί οὐσιαστικόν εἰς τά θέματα πίστεως καί καταρρίψεως τῶν φρικαλέων δογματικῶν διαφορῶν καί παρεκκλίσεων.
Μόνον ἕνας θεολογικός διάλογος τίμιος, εἰλικρινής, ἀποφασιστικός καί οὐσιαστικός, ὁ ὁποῖος θά θέτει «τόν δάκτυλον εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων», μόνον ἕνας σοβαρός Ἁγιοπατερικοῦ τύπου διάλογος, ὁ ὁποῖος θά λέγῃ τά πάντα μέ τό ὄνομά των, μόνον ἕνας σωτήριος Χρυσοστομικός καί Στουδιτικός διάλογος, ἐν φόβῳ Θεοῦ καί βαθυτάτῃ συναισθήσει τῶν ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων βαρυτάτων εὐθυνῶν, πρός διαλεύκανσιν τῶν θεολογικῶν, ἐκκλησιολογικῶν καί δογματικῶν διαφορῶν καί ἀποκλίσεων θά ἦτο δυνατόν μέ τό σύνθημα«σπεῦδε βραδέως» νά μᾶς ὁδηγήσῃ  εἰς τό κοινόν Ποτήριον. Ἀλλέως πως ματαιοπονοῦμεν καί θά εἴμεθα ὑπόδικοι καί ἔνοχοι ἐνώπιον τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων καί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας.Οἱ ἐπιτηδευμένοι ἐντυπωσιασμοί τῆς στιγμῆς σβήνουν ἀμέσως, ὅπως τά πυροτεχνήματα.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ διάπυρος εὐχή τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Πίστεως καί τῆς Σωτηρίας ἡμῶν Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ˙ «ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς καί ἡμεῖς ἕν ἐσμέν» ἔχει εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πραγματοποιηθῆ μέσα εἰς τούς κόλπους τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας. Καί θά ἐπικαιροποιηθῆ μέ τήν ἐπιστροφήν ἐν μετανοίᾳ τῶν ἀποσχισθέντων χριστιανῶν, μόνον ὑπό τούς ὡς ἄνω προμνημονευθέντας ὅρους καί τίς δογματικές καί κανονικές προϋποθέσεις, γιά τίς ὁποῖες ὁμιλήσαμε.
Ἄς εὐχόμεθα ἐντονώτερα «ὑπέρ εὐσταθείας τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καί τῇ θεοδιδάκτῳ χριστιανικῇ ἀγάπῃ.Ἀμήν.-
† Ὁ Κυθήρων Σεραφείμ
 KΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, Αποστ. Ανάγνωσμα: Πράξεων 20 16-18, 28-36 εκ της ΙεράςΜητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου
«Αποστολικών παραδόσεων, ακριβείς φύλακες γεγόνατε, άγιοι πατέρες · της γαρ αγίας Τριάδος το ομοούσιον, ορθοδόξως δογματίσαντες, Αρείου το βλάσφημον, συνοδικώς κατεβάλετε…» (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού αγίων Πατέρων).

Σήμερα, μια Κυριακή πριν την Πεντηκοστή, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει τους 318 Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Κωνσταντινούπολης το 325 μ.Χ.. Στη Σύνοδο αυτή οι άγιοι Πατέρες διατράνωσαν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος και ομότιμος με το Θεό Πατέρα.
Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα τονίζεται η σημασία της συνεχούς επαγρύπνησης των ποιμένων της Εκκλησίας προς κάθε ένα που θα προσπαθήσει να διαστρέψει την αλήθεια και την παραδεδομένη πίστη του σώματος της Εκκλησίας. Επειδή όμως το θέμα των αιρέσεων-αιρετικών και των ποιμένων της Εκκλησίας αναπτύχθηκε στα προηγούμενα έτη, θα αναπτύξουμε το θέμα της προσευχής, ορμώμενοι από τον τελευταίο στίχο της αποστολικής περικοπής.
«και θείς τα γόνατα συν πάσι τοις άλλοις προσηύξατο»
Στο στίχο αυτό ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς μας περιγράφει τον απόστολο  Παύλο να γονατίζει και να προσεύχεται με τους πρεσβυτέρους, αφού πλέον έχει τελειώσει την αποχαιρετιστήρια ομιλία του προς αυτούς. Η προσευχή αυτή έρχεται να επισφραγίσει την ενότητά τους και την αδιάσειστη εμπιστοσύνη τους στην πρόνοια του Θεού. Αξίζει να σημειωθεί πως οι πρώτοι χριστιανοί είχαν τη συνήθεια να προσεύχονται γονατιστοί ως ένδειξη συντριβής έναντι του Κυρίου (π.χ. βλ. Πράξ. 7, 60 και 21,5) και επίσης να προσεύχονται θερμά προς τον Κύριο όταν θα χωρίζονταν μεταξύ τους για κάποιο ταξίδι (π.χ. βλ. Πράξ. 21, 5-6).
Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός συχνά αποσυρόταν και προσευχόταν, θέλοντας εμπράκτως να μας διδάξει τη μεγάλη αξία της προσευχής στη ζωή μας (βλ. π.χ. Λκ 6,12). Χαρακτηριστική είναι η προσευχή του Κυρίου στο όρος των Ελαιών πριν από το θείο πάθος (Λκ. 22, 39-44) και η υπόμνησή Του προς τους μαθητές : «προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν» (Λκ. 22, 46).
Κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος η προσευχή είναι «συνουσία και ένωση του ανθρώπου με το Θεό, συμφιλίωση με το Θεό, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των αγγέλων, η μελλοντική ευφροσύνη, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αποκάλυψη των μελλοντικών πραγμάτων…» (Κλίμακα, Λόγος περί προσευχής, §1). Η προσευχή είναι κοινό έργο των ανθρώπων και των αγγέλων και διαφοροποιεί τους πρώτους από τα άλογα ζώα. Όταν ο άνθρωπος δεν είναι περιτειχισμένος με την προσευχή, τότε εύκολα τον υποτάσσει ο διάβολος και τον κάνει δεκτικό κάθε αμαρτίας, όπως ο εχθρός εύκολα κυριεύει μια πόλη  που δεν έχει κανένα τοιχόκαστρο (πρβλ. Μαργαρίται Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος περί προσευχής). Η προσευχή συνοδεύει κάθε φάση και έκφανση της ζωής του χριστιανού: «Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά...» (Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, σ. 280).
Ο γέροντας Παΐσιος  ο Αγιορείτης συμβουλεύει ότι μια καλή προετοιμασία για την  προσευχή είναι η μελέτη πνευματικών βιβλίων: «Η μελέτη πνευματικών βιβλίων συγκεντρώνει το νου, θερμαίνει την καρδιά και προετοιμάζει για την προσευχή» (Ιερομ. Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σ. 492). Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τονίζει ότι προυπόθεση της προσευχής είναι η αμνησικακία (βλ. Κλίμακα, Λόγος περί προσευχής, §4). Βέβαια, προϋπόθεσή της είναι και η ταπείνωση, όπως φαίνεται καθαρά μέσα από την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ( ).
Η προσευχή καλό είναι να περιλαμβάνει πρώτα την ειλικρινή ευχαριστία, έστω και για τα πιο μικρά, έστω και για το ότι υπάρχουμε. Δεύτερον, ας περιλαμβάνει την συναίσθηση των αμαρτιών και των παθών μας και την ομολογία τους προς τον Κύριο. Τέλος, ας περιλαμβάνει την αναφορά των αιτημάτων μας (πρβλ. Κλίμακα, Λόγος περί προσευχής, §6).
Τα είδη και οι τρόποι της προσευχής ποικίλουν. Προσευχή γίνεται στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας και στη μυστηριακή της ζωή. Υπάρχει βεβαίως και η κατά μόνας προσευχή του πιστού και η λεγόμενη «προσευχή του Ιησού». Στην τελευταία θα σταθούμε λίγο, γιατί συχνά παραθεωρείται ως έργο μόνο των μοναχών. Η αξία της μονολογίστου ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» έχει ανυπολόγιστη αξία, γιατί μέσα σε λίγες λέξεις συνδέεται η ομολογία του Θεανθρώπου με την ομολογία της ανάγκης μας για το έλεός Του σε μας. Γνωρίζουμε τη δύναμη του Χριστού, γνωρίζουμε τη δική μας ασθένεια και γι’ αυτό ριχνόμαστε στο πέλαγος της ευσπλαχνίας Του και της θείας πρόνοιάς Του. Ας προσπαθούμε να λέμε την ευχή όποτε μας δίνεται η ευκαιρία, άλλοτε ψιθυριστά, άλλοτε νοερά, άλλοτε φωνακτά, ως να έχουμε τον Κύριο ενώπιόν μας και τότε θα απολαύσουμε τους θησαυρούς της. Ο γέροντας Πορφύριος αναφέρει: «Για μένα το «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» τα λέει όλα!» (Ανθολόγιο Συμβουλών, Εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος Μήλεσι Αττικής, σ. 380).
Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να κάνουμε την προσευχή αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής μας, αφού όποιος θέλει να αγαπά το Θεό ξέρει να προσεύχεται.
 Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου
 Νικαίας το καύχημα, Oικουμένης αγλάϊσμα
Την εβδόμη κατά σειρά Κυριακή από το Πάσχα, η Εκκλησία τοποθετεί την εορτή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι συγκρότησαν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325 μ.Χ. Η Α΄ Οικ. Σύνοδος συγκλήθηκε σε κλίμα ελευθερίας και ισοτιμίας, που επεκράτησε μεταξύ των θρησκευμάτων μετά το Διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου περί ανεξιθρησκείας. Στη Σύνοδο αυτή έδωσε την μαρτυρία τους υπέρ της πίστεως ο Άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός, ενώ με την πολύτιμη συμβουλή του τότε διακόνου  και μετέπειτα Πατριάρχου Αλεξανδρείας Μεγάλου Αθανασίου, συντάχθηκαν τα 6 πρώτα άρθρα του συμβόλου της Πίστεως.
Ο σημερινός εορτασμός, μια Κυριακή πριν την Πεντηκοστή, θεσπίστηκε για να τονιστεί η θεότητα του προσώπου του Χριστού και η μεγάλη σημασία αυτής της αλήθειας για ολόκληρη την Εκκλησία. Όπως  χαρακτηριστικά εξηγείται μέσα στο συναξάρι της εορτής «ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αφού ενσαρκώθηκε, αφού φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα και αφού εκπλήρωσε  όλο το σωτηριώδες σχέδιο του – τη πραγμάτωση της θείας οικονομίας-, ανελήφθη στους ουρανούς ως Θεός και ως άνθρωπος συγχρόνως, και κάθισε στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Θεού και Πατρός. Αυτό ακριβώς διακήρυξαν οι Άγιοι Πατέρες και με τις θεολογικές αποφάσεις που πήραν σ’ αυτή την Σύνοδο «Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίου, μίαν ουσίαν εδογμάτισαν και φύσιν», ότι δηλαδή ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος με τον Πατέρα, και αυτό  εναντίον της αιρέσεως του Αρείου, ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός, δεν ήταν διπλούς στη φύση αλλά ήταν μόνο ως άνθρωπος. Απέρριπτε ουσιαστικά με άλλα λόγια την θεότητα του Χριστού.
Η προσευχή του Χριστού υπέρ των μαθητών του και υπέρ των μελών της Εκκλησίας
Η ευαγγελική περικοπή που διαβάζετε σήμερα, είναι ένα απόσπασμα από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου την οποία απήγγειλε, λίγο πριν αναχωρήσουν με τους μαθητές από το υπερώο όπου έλαβε χώρο ο Μυστικός Δείπνος. Ο Διδάσκαλος μετά την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, συνομίλησε αρκετά με τους Μαθητές Του και η συνομιλία έληξε με μια προφητεία - μια ενθαρρυντική ρήση του Ιησού Χριστού «Eν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε εγώ νενίκηκα τον κόσμον». (Ιω. ιστ’ 13).
Η αρχιερατική αυτή προσευχή είναι μια συνομιλία του Υιού και Λόγου του Θεού μετά του ουρανίου Πατρός και χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στο σκοπό της αποστολής του Ιησού Χριστού στον κόσμο. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στη βεβαίωση του Ιησού Χριστού για την εκπλήρωση του έργου του μέσα στον κόσμο και το τρίτο μέρος αναφέρεται στην καθιέρωση των Μαθητών ως συνεχιστών του έργου του Ιησού Χριστού. Είχε τρία αιτήματα: υπέρ Εαυτού, υπέρ των Αποστόλων και υπέρ της Εκκλησίας.
Γιατί ο Ιησούς αφήνει τον παραμυθητικό και παραινετικό τόνο των υποθηκών προς τους Μαθητές και στρέφει το βλέμμα του προς τον Πατέρα και συνδιαλέγεται; Για να διδάξει και μας, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, πως όταν βρισκόμαστε σε ώρες δοκιμασίας και πειρασμού να καταφεύγουμε στον ουράνιο Πατέρα μας’ για ν’ αντιμετωπίσουμε το μίσος και τους διωγμούς των ανθρώπων. Ο σκοπός της παρουσίας του Ιησού Χριστού στον κόσμο είναι η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους: «ίνα παν ο δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον». Αυτή η αιώνια ζωή είναι η αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο, η γνώση του αληθινού Θεού, αλλά και η πίστη στον Ιησού Χριστό ως Υιό του Θεού και απεσταλμένο του Πατρός για την σωτηρία του κόσμου: «Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν».
«Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις»
Η γνώση και επίκληση του ονόματος του Θεού δεν είναι ένα εξωτερικό καθήκον ή μια θρησκευτική δοξασία. Είναι θεμελιώδης αλήθεια ύπαρξης και νοήματος ζωής που μας φανέρωσε ο Χριστός και πρέπει να εμπιστευόμαστε, επιζητώντας με πολλή ταπείνωση το έλεος του. Με τη συνεχή αυτή επίκληση μαστίζουμε τους εχθρούς μας τα παρακλάδια του διαβόλου δαίμονες, αγιαζόμαστε και σωζόμαστε. Ο λόγος του Χριστού επιμένει ν’ ανατρέπει τη λογική μας. Μας λέει ότι υψωνόμαστε κάθε φορά που θυσιαζόμαστε. Δοξαζόμαστε κάθε φορά που μαθαίνουμε να υπομένουμε πειρασμούς, συκοφαντίες, αδικίες. Καταξιωνόμαστε κάθε φορά που συγχωρούμε, κάθε φορά που σταυρώνουμε τον εαυτό μας και τα πάθη του.
Η «ενότητα», επιτακτικό ζητούμενο της εποχής μας
Σε συνάφεια με την εορτή των Αγίων Πατέρων, ένας  άλλος σκοπός που η Εκκλησία μας παραθέτει αυτή την περικοπή είναι και ο εξής: Η αίρεση του αρειανισμού διέσπασε το ενιαίο φρόνημα του λαού για το ανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού, ενώ ο Κύριος ζήτησε στην Αρχιερατική Προσευχή «ίνα ώσιν εν», να είναι ένα (οι Μαθητές) και όσοι πίστευαν σε αυτόν.
Το ζήτημα της ενότητας μεταξύ των ανθρώπων είναι από τα πλέον δύσκολα, αν αναλογιστούμε την παγκόσμια, αλλά και την προσωπική ιστορία του καθενός μας. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου η σύγχρονη βαβυλωνία της ατομοκεντρικότητας, της «πολυ-πολιτισμικότητας» και της «αλληλεγγύης» μεταξύ των λαών, σφυροκοπούν τα θεμέλια της κοινωνίας, διαβρώνοντας αντίστοιχα κάθε ευαισθησία προς τον πλησίον και κάθε δυνατότητα συμφωνίας στο πολιτισμικό και πνευματικό πεδίο για αντιμετώπιση των δυσκολιών που διέρχεται η πατρίδα μας. Το ότι η ενότητα προϋποθέτει την ταύτιση στα θέματα της πίστεως, το εκφράζει η Εκκλησία μας σε κάθε Θεία Λειτουργία, όταν λίγο πριν κοινωνήσουμε μας καλεί να ζητήσουμε από τον Χριστό «την ενότητα της πίστεως καί τήν κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος» και να εμπιστευτούμε σε Αυτόν «εαυτούς καί αλλήλους καί πάσαν τήν ζωήν ημών».
Η κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, εξασφαλίζει την γνησιότητα της ανθρώπινης ενότητας. Η γνήσια ενότητα υπάρχει επίσης με τη θεωρία του Θεού: «και εγώ την δόξα ην δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς ίνα ώσιν εν…θέλω όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν…» (Ιω. ιζ΄ στ.22). Όλα αυτά δείχνουν ότι όταν οι άνθρωποι βιώνουν την δόξα της Αγίας Τριάδος στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, όταν είναι συνδεδεμένοι με τον Χριστό, τότε είναι και μεταξύ τους ενωμένοι. Στην αρχιερατική προσευχή δεν γίνεται λόγος για μια εξωτερική ενότητα, που είναι αποτέλεσμα εξωτερικών προσπαθειών και γνωρισμάτων και που είναι προσδοκία του μέλλοντος, αλλά για ενότητα στο Σώμα του Χριστού, που δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής και είναι πραγματικά παρούσα.
 Κυριακή των Αγίων πατέρων της Α. Οικουμενικής Συνόδου Ορθοδοξία: Η Εκκλησία των Αγίων Πατέρων
ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΛΛΗ σοφία και μεγάλη σύνεση στον τρόπο, με τον οποίον η αγία Εκκλησία μας καθόρισε τον εορταστικό κύκλο του εκκλησιαστικού λειτουργικού χρόνου. Κ’έχει πολύ βαθειά σημασία το γεγονός της συχνής υπομνήσεως, που κάνει η Εκκλησία στους πιστούς, με τις μνήμες ή τις Κυριακές των αγίων Πατέρων: θέλει δηλ. να μας δείξει αυτούς που αγωνίστηκαν κ’ έφτασαν μέχρι και το μαρτυρικό θάνατο, για να μείνει καθαρή κι αμόλυντη η πίστη των ορθοδόξων. Μας θυμίζει τους
μεγάλους πολέμους, μέσα στις ταραγμένες εποχές στη ζωή της Εκκλησίας, και τους αγώνες των Πατέρων, που, με τη χάρη του Θεού, πάντοτε καταλήγουν στη νίκη
της Ορθοδοξίας.
Αυτό είναι για μας μια ελπίδα, αλλά και μια μεγάλη κ’ επίσημη διάψευση των φόβων, των αγωνιών και ανησυχιών μας για το μέλλον της Ορθοδοξίας, που νομίζουμε πως οι αιρέσεις και οι πόλεμοι που κάθε μέρα αντιμετωπίζει -έσωθεν και έξωθέν- θα την εξαντλήσουν τάχα και θα την αφανίσουν. Οι γιορτές των αγίων Πατέρων μας δείχνουν, πως η Εκκλησία πέρασε πολύ πιο δύσκολες στιγμές απ’ τις σημερινές, αλλά με το να μείνει σταθερή στα ορθόδοξα δόγματα και στη γερή κι ασάλευτη πέτρα της Παραδόσεως στερεωμένη, νίκησε πάντοτε τους πολεμίους της, όποιοι κι αν ήταν αυτοί, κ’ έβγαινε ύστερ’ από κάθε μάχη πιο λαμπερή
και πιο φωτεινή και με περισσότερα κάστρα γύρω της, που οι Πατέρες έχτιζαν για να φυλάξουν τους αρίφνητους θησαυρούς της αγίας μας Ορθοδοξίας. Έτσι, με
τους αγώνες και τους πολέμους που αντιμετώπιζαν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, απαντούσαν στους εχθρούς της Ορθοδοξίας μ’ ένα πλήθος συνοδικών κανόνων
και δογμάτων, που ερμηνεύουν αυθεντικά την Αγία Γραφή και θεμελιώνουν με το βίο και τη διδασκαλία τους την Παράδοση της Ορθοδοξίας, που είναι η ωραιότερη,
η αληθινώτερη και -παρόλες τις ποικιλίες και αποχρώσεις στη διδασκαλία των αγίων Πατέρων- η πιο πολύ σφιχτά ενωμένη, απ’ όλες τις παραδόσεις, με το πνεύμα
του Ευαγγελίου• γιατί η «συμφωνία” που υπάρχει μέσα στο θείο χορό των αγίων Πατέρων, και η οποία δείχνει τη βιωματική συνοχή της Εκκλησίας, είναι καρπός
και αποτέλεσμα του θείου φωτισμού και της χάριτος του Θεού.
Οι άγιοι Πατέρες, με το ορθό δόγμα της πίστεως και με την αγία ζωή τους, είχαν γίνει άξιοι των επιλάμψεων του αγίου Πνεύματος, το Οποίο κυρίως τους φώτιζε να ερμηνεύουν και να διδάσκουν ορθά το άγιο Ευαγγέλιο, και να το προσφέρουν, ανάλογα με την προσληπτικότητά μας, ως δόγμα, ως λόγο και ως ζωή. Να γιατί -πολύ εύστοχα- ονομάζεται η αγία Ορθοδοξία μας Εκκλησία των αγίων Πατέρων. «Διότι την υπερφυά παρουσίαν του αγ.Πνεύματος εντός της Εκκλησίας, διά των Πατέρων εμάθομεν. Την ερμηνείαν του Ευαγγελίου της χάριτος του Χριστού, οι Πατέρες έδωκαν εις τον κόσμον: Τι θα ήτο η Εκκλησία δίχως «τα πάγχρυσσα στόματα του Λόγου», τους «οπλίτας παρατάξεως Κυρίου», τα «oργανα του αγ. Πνεύματος»; Ίδετε τον κονιορτοποιήσαντα την Εκκλησίαν Προτεσταντισμόν. Καταμάθετε τας αντορθοδόξους καινοτομίας, τας αιρέσεις, τας υπερβολάς, την εγκοσμιότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, υποκαταστησάσης
την δι’ αγίου Πνεύματος πυριζομένην ακράδαντον αυθεντίαν των Πατέρων, διά των εξ υψηλοφροσύνης επίσφαλών ανθρωπίνων συλλογισμών (αλάθητον του Πάπα κ.λ.π.). Φοβήθητε την επιφαινομένην νόθευσιν του Ευαγγελίου εν τη Εκκλησία.
Αποτολμά ο λόγος να υποστηρίζη, ότι οι Άγιοι Πατέρες αποτελούν τα ασφαλή μέτρα της περί Θεού και ανθρώπων καθολικής και επί μέρους αληθείας. Αυτοί είναι οι οξυδερκείς της Εκκλησίας οφθαλμοί… oι απλανείς οδηγοί, οι φυσικοί ερμηνείς του Ευαγγελίου, ως θεωρίας και πράξεως» (Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Αθωνικά άν0η, σελ. 113).
Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας στηρίζεται πάνω στην αγία Γραφή και στην ιερά Παράδοση, δηλ. στο Άγιον Ευαγγέλιο και στους αγίους Πατέρας. Όλος ο αγώνας των
τέκνων της Εκκλησίας ειναι να φτάσουν στη θείαν αλήθεια και σωτηρία της ψυχής τους, διά μέσου της αγιότητος, που διδάσκει το άγιο και ιερόν Ευαγγέλιο.
Γι’ αυτό κ’ ένας νεώτερος συγγραφέας λέγει για την Εκκλησία του Θεού, πώς «είναι οι κληθέντες άγιοι, η συνάθροισις των πιστών, των κληθέντων εις αγιότητα»
(Κορέσιος). Για να φτάσουμε, όμως, στη σώζουσα αλήθεια του Ευαγγελίου, χρειαζόμαστε ένα έμπειρον οδηγό• γιατί, κι αμαρτωλότητα πολλή έχει σκοτίσει τα πνευματικά μάτια μας, και η πείρα μας λείπει για πνευματικές πορείες τόσο φοβερές, και οι κίνδυνοι που μας περιμένουν σ’ αυτό το δρόμο είναι μεγάλοι και δυσκολοπολέμητοι.
Κι αυτός ο οδηγός δεν είναι άλλος απ’ την Παράδοση των Πατέρων της Ορθοδοξίας. Οι φωτεινότεροι οδηγοί της πορείας μας προς τη σωτηρία είναι οι άγιοι Πατέρες.
Έξω απ’ αυτούς καραδοκεί ο κίνδυνος των αιρέσεων. Ας μη μας κατηγορήσει εδώ κανείς, πως υπερτονίζουμε τη σημασία της Παραδόσεως εις βάρος της αγίας Γραφής.
Τα άκρα του Προτεσταντισμού και του Ρωμαιοκαθολικισμού δεν ανήκουν στις συνήθειες της Ορθοδοξίας, η οποία πλησιάζει τον απλό αλλά βαθύ και υψηλό σε σώζοντα νοήματα λόγο του Θεού, με την ταπείνωση και την αγιότητα των αγίων Πατέρων. Η Εκκλησία μας τάχει ενωμένα Ευαγγέλιο και Παράδοση. Ούτε Ευαγγέλιο θα υπήρχε, αν δεν μας τα διέσωζε η Παράδοση, και δεν το ερμήνευαν οι πνευματέμφοροι άγιοι Πατέρες• ούτε άγιοι Πατέρες μπορούν να νοηθούν δίχως τη θεωρία του Ευαγγελίου. Οι άγιοι Πατέρες είναι η πράξη του Ευαγγελίου. Μια πράξη, που ενώνει διά των μυστηρίων της σωτηρίας τη ζωή όλης της Εκκλησίας κάτω απ’ το σταυρό του Χριστού. «το γαρ της Εκκλησίας όνομα, λέγει ο θείος Χρυσόστομος, ου χωρισμού, αλλ’ ενώσεως και συμφωνίας εστίν όνομα». Αυτή η πράξη μας δείχνει πως η ορθή διδασκαλία είναι καρπός αγίας ζωής. Αν η θεολογία των Πατέρων ήταν μια απλή γνώση, δίχως τη βίωση του λόγου του Θεού, η θεολογία τους δεν θα διέφερε απ’ τις ευσεβείς φλυαρίες των αιρετικών. Γιατί κ’ οι αιρετικοί ήταν δεινοί στη μόρφωση και στη γνώση. Αλλά η εκτροπή τους απ’ την οδό της αγιότητος (στους πιο πολλούς,
τουλάχιστον, αυτή είναι η σπουδαιότερη αιτία), τους έρριξε σε σατανικές αιρέσεις και τους παρέσυρε έξω απ’ την Εκκλησία. Έξω, όμως, από τον αγιασμένο περίβολο
της Εκκλησίας, κατά την αρχαία ρήση του αγίου Κυπριανού, δεν υπάρχει σωτηρία – «extra ecclesiam nulla salus». Βγαίνοντας κανείς απ’ την Εκκλησία, για οποιοδήποτε
λόγο, είναι σα να παραδίδει τον εαυτό του στη δυναστεία του σατανά, όπως λέγει ο Μέγας Φώτιος: «οι γαρ των εκκλησιών εξωθούμενοι, έξω της θείας γινόμενοι
κηδεμονίας, υπό την βουλήν και δυναστείαν πίπτουσι του σατανά». Μ’ αυτούς τους αιρετικούς μοιάζουν κ’ εκείνοι, που για να δικαιολογήσουν την εγωϊστική
τους και σατανική φυγή από την Εκκλησία, ρίχνουν το βάρος στους λειτουργούς της Εκκλησίας, λέγοντας: «Με αυτόν τον ιερέα, και με αυτόν τον επίσκοπο, δεν
μπορώ να προσευχηθώ, σκανδαλίζομαι. Προτιμώ να κάμω την προσευχή μου στο σπίτι, στο χωράφι, στην αίθουσα ενός συλλόγου ή όπου αλλού, παρά να πάω στην Εκκλησία, που διακονείται από αυτά τα πρόσωπα…». Πόσο, αλήθεια, θα χαίρεται ο σατανάς, με κάτι τέτοιες δικαιολογίες των ευσεβοφρόνων πιστών!
Δεν είναι ο τόπος εδώ να εξηγήσουμε με λεπτομέρειες όλη την τακτική του σατανά σ’ αυτό τον πόλεμο τον εσωτερικό. Πρέπει όμως να πούμε, πως αυτοί οι τύποι,
πολλές φορές είναι πιο επικίνδυνοι από πολλούς αδιάφορους ή άθεους. Στις Πράξεις των Αποστόλων βρίσκεται μια σχετική ομιλία του Αποστόλου Παύλου, προς
τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Μιλήτου και της Εφέσου: «και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα, του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω
αυτών» (Πράξ. κ’ 30). «Δεν είναι ανάγκη, λέγει ένας σύγχρονος ποιμήν και εκκλησιαστικός συγγραφέας, να ονομάσωμεν αυτούς τους «εξ ημών αυτών”, περί των
οποίων ομιλεί ο Απόστολος. Είναι όλοι ανεξαιρέτως όσοι θέτουν σκοπόν των «αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών” -να αποσπούν τους πιστούς και να τους σύρουν οπίσω των, να δημιουργούν συμπαθείας και προτιμήσεις γύρω από τα πρόσωπά των και να γίνωνται αρχηγοί κομμάτων εις την Εκκλησίαν. Οι αληθινοί ποιμένες δεν χωρίζουν τους πιστούς, και δεν προβάλλουν τον εαυτόν τους μεταξύ των πιστών, δεν τους κατατυραννούν ψυχικώς, και δεν δεσμεύουν την πνευματικήν των ελευθερίαν. Διότι αυτό συμβαίνει, με όσους κινούνται και δρουν έξω από την παράδοσιν και την τάξιν της Εκκλησίας• δημιουργούν ένα κύκλον εντος της Εκκλησίας, και εις το κέντρον του κύκλου τοποθετούν τον εαυτόν τους» («Οικοδομή” εβδομαδιαία, έτος Β’ άρ. 22, 29 Μαΐου 1960). Τους κινδύνους αυτούς φοβάται κι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν συμβουλεύει εκείνους που έχουν ελαττωμένη την εμπιστοσύνη τους προς τα πρόσωπα της Εκκλησίας και θέλουν ν’ απομακρυνθούν απ’ την ευλογημένη μάνδρα της: «μένε εις την Εκκλησίαν, λέγει, και ου προδίδοσαι υπό της Εκκλησίας• αν δε φύγης από Εκκλησίας, ουκ αιτία η Εκκλησία. Εάν μεν γαρ ης έσω, ο λύκος ουκ εισέρχεται• εάν δε εξέλθης έξω, θηριάλωτος γίνη• αλλ’ ου παρά την μάνδραν τούτο, αλλά παρά την σην μικροψυχίαν. Εκκλησίας γαρ ουδέν ίσον».
Πρέπει επίσης να προσέχουμε πολύ στη σύγχυση που δημιουργεί ο σατανάς με τις διαβολές του γύρω απ’ τό αιώνιο θέμα της Εκκλησίας και των φορέων της ιερωσύνης.
Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να έχουμε πάντοτε ιερείς ή επισκόπους του ύψους του Χρυσοστόμου ή του αγ. Ισιδώρου του Πηλουσιώτη. Αλλ’ αυτό δεν πρέπει να μας
απομακρύνει από την Εκκλησία. Αν μπορούμε, πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ή να μπούμε κ’ εμείς μέσα στο δοκιμαζόμενο σκάφος της Εκκλησίας και, με
τον άγιο βίο μας και την ορθή διδασκαλία, να διακονήσουμε το Ευαγγέλιο, και όχι να αποσπάσουμε μια μερίδα πιστών, τάχα για να εκδικηθούμε τον ιερέα ή τον επίσκοπο, και να φτιάξουμε δική μας Εκκλησία ή δικό μας σύλλογο, πράγμα πολύ συνηθισμένο σήμερα «της μόδας”, όπως λέγει ο Παπαδιαμάντης κάπου: «θα ήτο
θρασύτης εκ μέρους μας, λέγει, αν ενομίζαμεν ότι έπρεπε να κάμωμεν ενταύθα λόγον περί τινων άλλων διακεκριμένων θεολόγων, οίτινες μετέφερον τας θρησκευτικάς συνάξεις εις μίαν αίθουσαν συλλόγου. Πολύ παράξενοι δεν είμεθα, και εννοούμεν κάλλιστα, ότι καθ’ ον τρόπον υπάρχουσι λ.χ. φωτογράφοι της μόδας, φραγκορράπται
της μόδας κ.λ.π., ούτως επόμενον είναι να υπάρχουσι και θεολόγοι της μόδας»! Αλλά σ’ ενα άλλο σημείο ο Παπαδιαμάντης ξεκαθαρίζει τη στάση των πιστών τέκνων
της Εκκλησίας -και απέναντι σ’ Εκείνη και απέναντι στους φορείς της ιερωσύνης- όταν απαντά στο «Λόγο” του Απ. Μακράκη: «Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των Επισκόπων της. Εάν δε τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία είναι να κρίνη μόνη η Εκκλησία και μόνον το άπειρον έλεος του Θεού ημείς πρέπει να επικαλούμεθα». Πρέπει, πραγματικά, να προσέχει πολύ o χριστιανός, γιατί ο σατανάς χρησιμοποιεί με καταπληκτική ευκολία και πονηριά και τα δεξιά και τ’ αριστερά όπλα, για να μας βγάλει απ’ το δρόμο της Εκκλησίας, κ’ ύστερα να μας παραδώσει «εις νουν αδόκιμον», να μας διχάσει
και από τους φίλους και ομοιδεάτες μας, και να μας ρίξει στην απώλεια.
***
Πρέπει, να υπογραμμίσουμε, με πολλή λύπη, μια νοσηρή κατάσταση που υπάρχει στους ορθοδόξους χριστιανούς της Εκκλησίας μας σήμερα, που αδιαφορούν για τα
δόγματα των Πατέρων και τη γραμμή της Ορθοδοξίας. Έτσι αφήνεται ελεύθερο το έδαφος σ’ ένα πλήθος καλοθελητών, που άλλοτε με το πρόσχημα της «φιλανθρωπίας”
του δολλαρίου και άλλοτε της «διδασκαλίας” του λόγου του Θεού, κάνουν θραύση μέσα στο ευσεβές ποίμνιο της Ορθοδοξίας. Αυτοί οι βαρείς λύκοι, που πολεμούν
την ενότητα της Εκκλησίας, έχουν πολλά ονόματα, αλλά τα πιο φοβερά είναι των «Χιλιαστών” («μαρτύρων του Ιεχωβά”), των «Ευαγγελικών”, των «Αντβεντιστών”,
των παραλλαγμένων κάπως και μεταμορφωμένων Ρωμαιοκαθολικων κ.ά. Εμείς, βέβαια, δεν δίνουμε και πολλή σημασία, γιατί δεν υποψιαζόμαστε τι κινδύνους κρύβει η αλιεία αυτή εκ μέρους των αιρετικών στα νερά της Ορθοδοξίας, όπου τα «χωρικά ύδατα” δεν φυλάγονται όπως πρέπει από μας. Οι Πατέρες όμως λέγουν, πως η αίρεση είναι θάνατος και χωρισμός από το Θεό. Σ’ ένα βιβλίο παμπάλαιο της Ορθοδοξίας βρίσκεται τούτο το γεγονός, που αναφέρεται στον αββά Αγάθωνα.
Μερικοί ασκηταί, που άκουσαν τη φήμη του και τη μεγάλη διάκριση που είχε, πήγαν να τον επισκεφθούν. Θέλοντας να τον δοκιμάσουν αν οργίζεται, τον ρώτησαν: «Εσύ
είσαι ο Αγάθων, που λένε πως είσαι πόρνος και υπερήφανος;» –«Nαι, αδελφοί μου, εγώ είμαι». -«Εσύ είσαι o Αγάθων ο φλύαρος και κατάλαλος;» -«Nαι, αδελφοί
μου, εγώ είμαι». «Εάν είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;» Τότε ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Όχι, δεν είμαι αιρετικός!» Οι ασκηταί τον ρώτησαν να τους πει, γιατί όσα
του έλεγαν πρώτα τα παραδέχονταν για τον εαυτό του, ενώ το λόγο τούτο, με την κατηγορία του αιρετικού, δεν τον βάσταξε; Κ’ εκείνος, ο γέροντας ο άγιος
και διακριτικός, τους απάντησε: «Τα πρώτα, εμαυτώ επιγράφω• όφελος γαρ έστι τη ψυχή μου. Το δε αιρετικός, χωρισμός εστι από του Θεού, και ου θέλω χωρισθήναι
από Θεού». Οι ασκηταί θαύμασαν την πνευματική σοφία της διακρίσεως του γέροντα, κ’ έφυγαν πνευματικά οικοδομημένοι.
***
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι το «πίον και τετυρωμένον όρος», που δεν έχει να φοβηθεί τιποτε από τις αιρέσεις και τους αιρετικούς. Όλα τα πράγματα της Εκκλησίας είναι σε μια ιερή ενότητα δεμένα, που δεν αφήνουν περιθώρια για λιποταξίες -στους πραγματικούς τουλάχιστον και συνειδητούς ορθοδόξους. «Έκλυτον γαρ ουδέν, ή υδαρές εν τη Εκκλησία λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, αλλ’ έστι τα πάντα συνεσφιγμένα προς ευσέβειαν». Ο φόβος, όμως, είναι όταν οι αιρέσεις, που
μνημονεύσαμε, εκμεταλλεύονται τη δική μας αδράνεια ή αμαρτωλότητα. Κι αυτό γίνεται αιτία να αληθεύει ο λόγος του προφήτου: «το γαρ όνομα του Θεού δι’ υμάς
βλασφημείται». Γιατί, όσες γνώσεις κι αν έχουμε για την Ορθοδοξία και τους αγίους Πατέρας, δεν πρόκειται να μας ωφελήσουν σε τίποτε, αν δεν βιώσουμε οι
ίδιοι ό,τι εκείνοι πρώτα έζησαν κ’ ύστερα μας εδίδαξαν. «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το
θέλημα του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». Κ’ επειδή η φύση και o χαρακτήρας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, της Εκκλησίας των Πατέρων είναι ασκητικός, πρέπει με
άσκηση κ’ εμείς να μιμηθούμε το βίο τους, το κατά δύναμη, για να καταλάβουμε τη διδασκαλία τους ως το πιο μυστικό βάθος. Αυτό θα μας δώσει μια καινούργια δύναμη και θα σβήσει τη φλογισμένη δίψα μας. Αυτή την αλήθεια τονίζει και ο υμνογράφος, στην γ’ ωδή του Κανόνος της Κυριακής των Αγ. Πατέρων:
«Ανακαθαίρει θολερούς και βορβορώδεις χειμάρρους,
εκ πηγών του σωτηρίου αντλήσας, και διψώντα τον λαόν, τον του Χριστού κορέννυσι,
των διδαχών τοις ρείθροις, ο των Πατέρων κατάλογος».
Από το βιβλίο του: Π.Β.Πάσχου, Έρως Ορθοδοξίας,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1987.
 Μνήμη των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου Πρωτ. Γεώργιος Μ. Μεταλληνός

Πρωτ. Γεώργιος Μ. Μεταλληνός
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
1. Την μνήμη των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787) εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Μία αίρεση προκάλεσε και την σύνοδο αυτή, η αίρεση της Εικονομαχίας. Πέρα από το αναμφισβήτητο χριστολογικό περιεχόμενό της είχε η Εικονομαχία και σαφή εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Ήταν μια απροκάλυπτη επίθεση της Πολιτείας, που δεν ενεργούσε πια ως «διάκονος Θεού εις το αγαθόν» (Ρωμ. ιγ’ 3), εναντίον της Εκκλησίας. Οι δύο διακονίες του Γένους, η «Ιερωσύνη» και η «Βασιλεία», η ιερατική και η πολιτειακή διακονία, βρίσκονται αντιμέτωπες. Εγείρεται η επιδίωξη της Πολιτείας να υποτάξει την Εκκλησία, σε μια πρωτοφανή έκρηξη πολιτειοκρατίας. Η αίρεση ήταν το πνευματικό υπόβαθρο του προβλήματος.
Αίρεση, λοιπόν, κυρίως η Εικονομαχία, όπως τόσες άλλες, που συγκλόνισαν την Εκκλησία μας στη διαιώνια πορεία της. Πώς όμως συνέβη τούτο; Πώς δηλαδή απείλησε η αίρεση την Εκκλησία και πώς εξουδετερώθηκε ο κίνδυνος αυτός; Αυτό θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε στη συνέχεια.

2. Ό,τι είναι αναγκαίο για την σωτηρία μας μας το εφανέρωσε ο Θεός «πολυμερώς και πολυτρόπως», καθ’ όλη την εξέλιξη του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, από τους χρόνους της Π. Διαθήκης, κυρίως όμως στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Θεάνθρωπος Κύριός μας έγινε «υπογραμμός, ίνα τοις ίχνεσιν αυτού επακολουθήσωμεν» (Α’ Πέτρ. β’ 21). Γιατί μας απεκάλυψε εκείνο που αυτός ήταν (την οδό, την αλήθεια και τη ζωή) και έζησε εκείνο, που εδίδαξε. Δεν μας εξήγησε δηλαδή μόνο τί είναι αλήθεια, αλλά μας εφανέρωσε την ίδια την Αλήθεια, το Πρόσωπό του δηλαδή που είναι η μόνη και γι’ αυτό αιώνια αλήθεια. Απάλλαξε τον άνθρωπο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρει την αλήθεια. Γιατί βλέποντας τον Χριστό και το έργο του, έχει ενώπιόν του την Αλήθεια και δεν του μένει παρά ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, για να είναι και αυτός «εν τη αληθεία» (Β’ Ιωάν. 3). Όποιος ζει μέσα στην Εκκλησία του Χριστού δεν φοβάται να πλανηθεί, γιατί η Εκκλησία ως το σώμα του Χριστού είναι «στύλος και εδραίωμα της Αληθείας» (Α’ Τιμ. γ’ 15).
Αλλ’ ο Χριστός δεν είναι μόνο η κηρύττουσα και αποκαλύπτουσα, αλλά και η κηρυττομένη Αλήθεια. Στο πρόσωπό του συγκεκριμενοποιείται το κήρυγμα της Αληθείας. Για αυτό και οι Απόστολοί του τον Χριστό εκήρυξαν (πρβλ. Α’ Κορ. α’ 23 κ.ά.). Δεν ανέπτυξαν κήρυγμα φιλοσοφικό, αόριστο, νεφελώδες. Τί έλεγε ο Παύλος στους Κορινθίους; «Ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν, ει μη Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον» (Α’ Κορ. β’ 2). Τον Χριστό παρέλαβε η Εκκλησία, από τον Χριστό ιδρύθηκε και αυτόν εκήρυξε. Γιατί το έργο του Χριστού συνέχισαν στον κόσμο και οι απόστολοι και οι πρώτοι χριστιανοί. Για να είναι όμως το έργο τους έργο Χριστού, έπρεπε και αυτοί να κηρύττουν ό,τι και ο Χριστός εκήρυξε, και να ζουν όπως ο Χριστός έζησε. Αν έλειπε αυτή η συνέχεια και συνέπεια, δεν θα ήταν οι χριστιανοί μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, αλλά ξένο σώμα.

3. Το έργο του Χριστού επολέμησε απ’ αρχής ο Σατανάς. Γιατί είδε να καταλύεται, να συντρίβεται η βασιλεία του. Ο Χριστός ήλθε να «λύση τα έργα του διαβόλου». Να συντρίψει το κράτος και την δυναστεία του και να χαρίσει την ελευθερία της ιδικής του βασιλείας. Γι’ αυτό ο Σατανάς, που θεωρεί τον εαυτό του άρχοντα και εξουσιαστή του κόσμου (πρβλ. Ματθ. δ’ 9), εκήρυξε ανοικτό πόλεμο ενάντια στη βασιλεία του Χριστού. Ως όργανά του -στρατιώτες του- χρησιμοποίησε τους άρχοντες του Ισραήλ και τους Ρωμαίους, την πολιτική εξουσία του κόσμου. Στόχος του ήταν στην αρχή το ίδιο το Πρόσωπο του Χριστού μας. Όταν όμως είδε να εξουδετερώνεται η επίθεσή του με την αναστάσιμη νίκη του Κυρίου και να γλυστρά το θύμα μέσα από τα χέρια του, εστράφηκε εναντίον του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Αν δεν συνέτριψε τον ίδιο τον Χριστό, να συντρίψει τη συνέχεια του Χριστού, την Εκκλησία. Όπλα του και πάλι οι διωγμοί. Σηκώνει διωγμούς εκ μέρους των Εβραίων και κατόπιν εκ μέρους των Ρωμαίων. Η Εκκλησία, ως συνέχεια του έργου του Χριστού, έρχεται σ’ αντίθεση και προς την ιουδαϊκή θρησκοληψία και τον εβραϊκό εθνικισμό, και προς την ειδωλολατρία και την ψευδοφιλοσοφία (π.χ. τον γνωστικισμό). Γιατί αυτή εκήρυττε την σώζουσα αλήθεια, την αληθινή μονοθεΐα και την αληθινή σοφία.
Παρ’ όλο τον πόλεμο εναντίον της κατόρθωσε η Εκκλησία με την αποστολική σύνοδο (49 μ.Χ.) να μην υποδουλωθεί στον ιουδαϊκό εθνικισμό, γιατί αποστολή της δεν είναι να εξυπηρετήσει σχέδια εθνικιστικά, δηλαδή εθνοφυλετικά. Με την ενότητα της πίστεώς της μπόρεσε πάλι να κρατήσει την ψευδοφιλοσοφία έξω από τους κόλπους της. Έτσι, παρ’ όλους τους διωγμούς η Εκκλησία αντί να μειώνεται, αυξάνει και συνεχίζει την ενότητα πίστεως και ζωής των Αγίων Αποστόλων. Αναγκάζει μάλιστα η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, τους Ιουδαίους να σταματήσουν τον ανοικτό πόλεμο εναντίον της, τους ειδωλολάτρες να την παραδεχθούν και να ζητήσουν την συμμαχία της, τους φιλοσόφους να γίνουν χριστιανοί και το κράτος να την αναγνωρίσει. Τα αίματα των μαρτύρων της έγραψαν τον θρίαμβό της.

4. Ο Σατανάς όμως ανασυντάσσεται. Ό,τι δεν πέτυχε με τους διωγμούς, από έξω, θα επιδιώξει να το επιτύχει τώρα από μέσα, με το νέο φοβερό του όπλο, την αίρεση. Πρώτα επίστευε πως θα νικήσει, αν εξοντώσει τον Χριστό και τους μαθητές του. Τώρα, μετά την αποτυχία του, επιτίθεται εναντίον της αληθείας του Χριστού. Και να πώς. Ο Χριστός μας έδωσε μια πίστη, μια διδασκαλία και ένα νέο τρόπο ζωής, που σώζουν. Ο Σατανάς προσπαθεί να καταστρέψει την ενότητα αυτή, να διαστρεβλώσει την θεία Αποκάλυψη. Αυτό το σκοπό έχει η αίρεση. Δεν είναι μια άλλη θρησκεία, που γίνεται εύκολα αντιληπτή. Είναι καταστροφή της πίστεως, ύπουλη και παραπλανητική. Γιατί εμφανίζεται ως η αλήθεια και ως διόρθωση της πλάνης. Η αίρεση άρα δεν προσβάλλει τα σώματα, αλλά την ψυχή και γι’ αυτό απειλεί την καρδιά της Εκκλησίας. Αν επικρατούσε, θα επέφερε αλλοίωση της ουσίας του Χριστιανισμού, γιατί μια ποικιλία στην πίστη, όπως δυστυχώς την επιδιώκει και σήμερα ο αθεμελίωτος Οικουμενισμός, θα σήμαινε καταστροφή της πίστεως, η οποία τότε μόνο είναι εκκλησιαστική Πίστις, όταν συνοδεύεται από την ενότητα.
Το σπουδαιότερο όμως. Μια Εκκλησία, στην οποία επιβάλλεται η αίρεση και η πλάνη, είναι ξένη προς εκείνη, που ο Χριστός μας «απέκτησε με το αίμα του» (Πράξ. κ’ 28). Δεν είναι άλλο παρά «κόσμος», μακρά από τον Χριστό και την χάρη του.
Από το θανάσιμο αυτό κίνδυνο της αιρέσεως έσωσαν την Εκκλησία, με την χάρη και το φωτισμό του Χριστού μας οι Άγιοι Πατέρες. Ως γνήσια της Εκκλησίας τέκνα έγιναν πνευματικοί πατέρες και καθοδηγηταί των τέκνων της. Συνελθόντες σε συνόδους, εχώρισαν με τη μάχαιρα του Πνεύματος το νόθο από το γνήσιο, την αλήθεια από την πλάνη, τον θάνατο από τη σωτηρία. Με τους συνοδικούς όρους και τους ιερούς κανόνες των μας παρέδωσαν το συγκεκριμένο της αλήθειας του Χριστού, την Ορθοδοξία. Έτσι έθεσαν τα πνευματικά οροθέσια, που χωρίζουν καθαρά και αποτελεσματικά την θεία αποκάλυψη από την αίρεση. Επειδή δε σε κάθε εποχή δεν παύει ο Θεός να αναδεικνύει Αγίους Πατέρες, γι’ αυτό, ως μέλη της Εκκλησίας, μένουμε πάντα με την βεβαιότητα, ότι ακολουθώντας το δρόμο των Αγίων Πατέρων μας, μένουμε μέσα στην αλήθεια του Χριστού μας και γινόμασθε μέτοχοι της σωτηρίας Του.

Αδελφοί μου!

Τρεις φορές μέσα στο εκκλησιαστικό έτος τιμά η Εκκλησία μας Αγίους Πατέρες (της Α’, της Δ’ και της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου). Τρεις φορές μέσα σ’ ένα χρόνο ζούμε «Κυριακή των Αγίων Πατέρων». Δεν είναι συμπτωματικό φυσικά, γιατί τίποτε δεν είναι τυχαίο και συμπτωματικό στη ζωή της Εκκλησίας. Με τον τριπλό εορτασμό τονίζει η Εκκλησία την μεγάλη προσφορά των Αγίων Πατέρων στην εδραίωση της πίστεώς μας πάνω στο ανυπέρβλητο μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Προβάλλοντας δε την πρώτη, την τέταρτη και την έβδομη Οικουμ. Σύνοδο, την αρχή, το μέσο και το τέλος των μέχρι τώρα (αναγνωρισμένων) Οικουμενικών Συνόδων, αγκαλιάζει όλους τους Αγίους εκείνους, που προσέφεραν τη ζωή και την ύπαρξή τους, για να μπορούμε εμείς, να ζούμε μέσα στην ελευθερία των τέκνων του Θεού. Αν τιμάμε, λοιπόν -και δίκαια- όσους μας χαρίζουν την εθνική μας ελευθερία, πόσο ευγνώμονες πρέπει να είμασθε σ’ αυτούς που μας έσωσαν από τη χειρότερη δουλεία που υπάρχει, την αίρεση. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ένδειξη ευγνωμοσύνης από το να μιμηθούμε τον αγώνα τους και να γίνουμε και μείς με τη χάρη του Χριστού, πατέρες της Εκκλησίας, όπως εκείνοι. Αυτό όμως προϋποθέτει, ότι είμασθε πρώτα πιστά τέκνα της.
“ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ”
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
 Σχόλια στο Ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγἰων και Θεοφόρων Πατέρων.

 Καρποί θείας εμπειρίας

“Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις  ους δέδωκάς μοι εκ του κόσμου”.

Για αιώνες ολόκληρους οι άνθρωποι τελούσαν υπό πλήρη άγνοια για τον αληθινό Θεό.  Στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν εσωτερικές αναζητήσεις, στρέφονταν στη λατρεία των ειδώλων, η οποία χαρακτηριζόταν σαφώς από την ματαιότητα και την πλάνη. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να δώσει πληροφορίες για τον αληθινό Θεό.  Όπως άλλωστε μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: “Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε”.  Έτσι ο αληθινός Θεός γίνεται άνθρωπος για να δώσει τη δυνατότητα της αυθεντικής Θεογνωσίας.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού που σαρκώθηκε, στην αρχιερατική Του προσευχή, που έγινε όπως είναι γνωστό λίγο πριν από το Πάθος, αναφέρθηκε και στο έργο Του για την αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους.  Είπε χαρακτηριστικά: “Πάτερ, εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις”. Εδώ φαίνεται πως στο πρόσωπο του Χριστού αποκαλύπτεται ο αληθινός Θεός και δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να τον πλησιάσει και να ενωθεί μαζί Του.

Πιστοί ακόλουθοι
Ο Κύριος κατά την επί γης παρουσία Του όταν κήρυττε και θαυματουργούσε, είχε τους μαθητές και αποστόλους πάντοτε μαζί Του. Εκείνοι όταν κλήθηκαν από τον Ιησού, χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό ή αναστολή, “αφέντες άπαντα ηκολούθησαν Αυτώ”. Τους δόθηκε έτσι ευκαιρία να μυηθούν στο βάθος της διδασκαλίας και του έργου Του.  Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, όπως φανερώνει η γραφίδα των Ευαγγελιστών, έγιναν δέκτες μεγάλων αποκαλύψεων.  Με αυτό τον τρόπο κατέστησαν ικανοί να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και την αλήθεια του σε όλα τα έθνη.  Έγιναν συνεργοί του Θεού στην αναγγελία του θελήματός Του, μεταβαίνοντας μάλιστα από τόπο σε τόπο, φθάνοντας μέχρι τα πέρατα του κόσμου. 
Ως εφόδια είχαν την στερεά πίστη τους, η οποία γινόταν μέσο για να μεταλαμπαδευθεί το αναστάσιμο μήνυμα σε όλο τον κόσμο. Έτσι η αλήθεια κρατήθηκε ανόθευτη από τις πλάνες και τις επιδράσεις των αιρετικών διδασκαλιών.
Δοχεία Χάριτος
Για τη διάδοση του σημαντικού αυτού μηνύματος, που τόσο ανόθευτα πρόσφεραν οι απόστολοι στον τότε κουρασμένο κόσμο, τη σκυτάλη πήραν αργότερα οι άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι αφού με τη ζωή και το έργο τους άφησαν τον εαυτό τους να γίνει δοχείο της Θείας Χάριτος, διατράνωσαν θαρραλέα με τους πολύμοχθους αγώνες τους το αναστάσιμο μήνυμα του Ευαγγελίου και το διαφύλαξαν ανόθευτο από τις πλάνες των αιρέσεων. Έτσι η Εκκλησία μας σήμερα “εβδόμη Κυριακή από του Πάσχα, την εν Νικαία Πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον εορτάζει των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων”. Ήταν τότε που ο Άρειος με τις πλάνες του επεχείρησε να κτυπήσει την Εκκλησία, αμφισβητώντας τη Θεότητα του Κυρίου μας και επομένως τη δυνατότητα του ανθρώπου να σωθεί και να θεωθεί. Οι 318 Πατέρες που τιμά σήμερα η Εκκλησία μας, πρωτοστάτησαν σ’ ένα αγώνα που κορυφώθηκε με τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας, προκειμένου η Ορθοδοξία μας ν’ ακτινοβολεί σήμερα και να μας προσφέρει τις αστείρευτες πηγές της αλήθειας της.
Αγαπητοί αδελφοί, η πίστη που μάς παρέδωσε ο Κύριός, αλλά και οι απόστολοι και οι πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι ότι πιο πολύτιμο μπορούμε να έχουμε σαν πυξίδα στη ζωή μας.  Έχουμε λοιπόν χρέος να συντονιστούμε με τις δικές τους φωτεινές πυξίδες, οι οποίες μας ανεβάζουν σε κορυφές, όπου ο άνθρωπος μπορεί να γεύεται των καρπών της θείας εμπειρίας. Η ζωή και η μαρτυρία του Ιουστίνου του μάρτυρα, του οποίου τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία, θεμελιώνει τη βεβαιότητα γι’ αυτή τη θεία ανάβαση. Ας μιμηθούμε, λοιπόν, κι εμείς το δικό του παράδειγμα, το οποίο παραπέμπει στην αλήθεια ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει όχι μόνο υπερασπιστής της χριστιανικής πίστης, αλλά και μάρτυρας, δίνοντας όταν χρειαστεί ακόμα και αυτή τη ζωή του.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Απλώς η πλειοψηφία της Συνόδου ή οι θεούμενοι;
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
(Πράξ. Αποστ. Κ΄ 16-18 & 28-36)

 Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης  
Την Κυριακή προ της Πεντηκοστής, η Αγία μας Εκκλησία τιμά την μνήμη των 318 θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 στην Νίκαια της Βιθυνίας.
Στην Ιερή μνήμη λοιπόν των Αγίων Πατέρων είναι αφιερωμένο το Αποστολικό Ανάγνωσμα που θα ακούσουμε στους Ιερούς μας Ναούς.
Είναι απόσπασμα από τον συγκινητικό λόγο του Απ. Παύλου προς τους πρεσβυτέρους της Eκκλησία της Εφέσου.
Ο Ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς, ο συγγραφέας του Βιβλίου των Πράξεων, καταγράφει επακριβώς και με δέος τους τελευταίους αυτούς λόγους του Απ. Παύλου, οι οποίοι είναι και προφητικοί, αφού αναφέρεται στην έλευση των λύκων, «λύκοι βαρείς» μετά την άφιξή μου.
Είναι πράγματι ένα κείμενο το οποίο χρειάζεται να το μελετήσουμε όλοι μας πολύ προσεκτικά. Τόσο οι ποιμένες, όσο και το ποίμνιο, αφού αποτελεί την πνευματική πυξίδα για την ορθή πορεία της Εκκλησίας μας μέσα από τις συμπληγάδες του κόσμου και του κακού.
Επισημαίνει πως οφείλουν και ότι πρέπει να παραμένουν άγρυπνοι οι ποιμένες της Εκκλησίας, ώστε να προστατεύουν το ποίμνιο. Το ποίμνιο, για το οποίο θα τους ζητήθεί λόγος από τον Θεό. Να προστατεύουν λοιπόν το ποίμνιο από τους αιρετικούς τους οποίους, όπως είδαμε, χαρακτηρίζει με την φράση άγριους λύκους. Τονίζει μάλιστα το γεγονός ότι στην προφύλαξη αυτή των πιστών, θα συντελέσει τα μέγιστα και η ευλογημένη αφιλοχρηματία των ποιμένων.
Η αρετή αυτή, θα φαίνεται θέλοντας και μη από τα μέλη της Εκκλησίας και αυτό θα έχει ως συνέπεια, να μη σκανδαλίζονται οι ασθενέστεροι ώστε να γίνονται εύκολοι στο να καταντούν θύματα στα δίχτυα των κακοδόξων και αιρετικών. Και φυσικά, αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, αφού όπως αναφέρεται και στη «Διδαχή των Αποστόλων»: «ου πας ο λαλών εν πνεύματι προφήτης εστίν, αλλ' ο έχων τους τρόπου Κυρίου»!
Αυτό λοιπόν το δυναμικό από κάθε άποψη κείμενο, το Αποστολικό, καλεί τον κάθε πιστό χριστιανό, αφ' ενός να γνωρίσει σωστά την Αποστολική μας πίστη, αφ' ετέρου να προσέχει ώστε να μη βαδίζει αμέριμνος στην πνευματική του στράτα. Η αμεριμνησία στα πνευματικά αποτελεί μεγάλο κακό και τούτο διότι καιροφυλακτούν οι «βαρείς λύκοι» για να αποσπάσουν την ψυχή από το λογικό ποίμνιο και φυσικά να την κατασπαράξουν.
Και πράγματι, δεν θα είχαν πλανηθεί και θα είχαν γλιτώσει τόσες και τόσες ψυχές από τα μονοπάτια των αιρέσεων και της κάθε λογής καταστροφικής λατρείας, εάν οι ίδιοι γνώριζαν και γίνονταν περισσότερο προσεκτικοί μα και αν ορισμένοι ποιμένες πρόσεχαν περισσότερο τα ποιμαντικά τους καθήκοντα και την εν γένει συμπεριφορά τους.
Όμως, είπαμε στην αρχή ότι, αυτό το Αποστολικό μας ανάγνωσμα είναι αφιερωμένο στην τιμή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου που επιβάλλεται να θυμόμαστε και κυρίως να διδασκόμαστε από τους ιερούς τους αγώνες.
Μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία να υπογραμμίσουμε κάποιες αλήθειες και για την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά και γενικώτερα να δούμε τον Ιερό θεσμό των Οικουμενικών Συνόδων.
Ομολογουμένως, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος αποτελεί μέγιστο σταθμό στην Εκκλησιαστική αλλά και της Εθνικής μας Ιστορία. Υπήρξε η αρχή και η καθιέρωσις του κορυφαίου θεσμού της Ορθοδόξου Εκκλησιαστικής μας ζωής. Του θεσμού των Οικουμενικών Συνόδων, που αποτελούν αδιαμφισβήτητη και απόλυτη ερμηνευτική έκφραση της Αποστολικής πίστεως και παραδόσεως.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ως θεσμός και πραγματικότητα της παγκόσμιας Ορθοδόξου Χριστιανικής κοινότητας, εδράζεται και αποτελεί πνευματική συνέχεια της Αποστολικής Συνόδου το 49 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα, όπως ομολογούν και εκφράζουν την πίστη της Εκκλησίας μας οι Άγιοι Πατέρες.
Και ναι μεν η Σύνοδος αυτή συνήλθε για να αντιμετωπίσει τη μεγάλη και μανιώδη αίρεση του αρειανισμού, που όντως είχε συγκλονίσει την Εκκλησία.
Αλλά και οι άλλες Οικουμενικές Σύνοδοι, σκοπό είχαν να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες πλάνες και αιρέσεις, που τις εξέφραζαν συγκεκριμένα πρόσωπα.
Είναι όμως ανάγκη στο σημείο αυτό που βρισκόμαστε, να διευκρινιστεί και τα τονιστεί μια μεγάλη και βασική αλήθεια, που φαίνεται ότι αρκετοί την αγνοούν, με αποτέλεσμα να καταλήγουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Σε συμπεράσματα τα οποία κάποιες φορές οδηγούν τους ημιμαθείς σε πλάνες και τελικώς εκτός του Σώματος της Εκκλησίας.
Ποια είναι τώρα αυτή η βασική αλήθεια; Ότι η Οικουμενική Σύνοδος, δεν φέρει μια «νέα αλήθεια» η οποία δεν υπήρχε μέχρι εκείνη τη στιγμή στην ζωή της Εκκλησίας. Όχι, αυτή είναι μια πλάνη του παπισμού που πρεσβεύει ότι η αλήθεια, προϊόντος του χρόνου, βελτιώνεται.
Ουδέποτε η Ορθόδοξος Εκκλησία μας εκήρυξε τέτοια πράγματα και τέτοιες πλάνες.
Η αλήθεια υπήρχε εξ' αρχής και βιώνεται μόνο εντός του Σώματος της Εκκλησίας (Ιούδα 3).
Η σύνοδος, λόγω της ταλαιπωρίας και των συνθηκών που δημιουργούνται από την αίρεση, διατυπώνει και αποκρυσταλλώνει επισήμως πλέον, μέσω των δογματικών όρων την υπάρχουσα αλήθεια. Αυτό γίνεται τόσο θετικώς για τους πιστούς, που ενώ βιώνουν την αλήθεια χρειάζεται και να την γνωρίζουν διατυπωμένη ορθώς και επισήμως, όσο και αρνητικώς ως απάντηση αγάπης και προσδοκίας επιστροφής των πλανεμένων, στους κόλπους του Σώματος.
Επομένως η υπάρχουσα αλήθεια, δεν βελτιώνεται αλλά ερμηνεύεται δια των αγίων Οικουμενικών Συνόδων.
Αλλ' ας δούμε και μια άλλη βασική πτυχή του όλου θέματος.
Δεν είναι όπως ορισμένοι ισχυρίζονται η απόφαση της Οικ. Συνόδου και γενικώτερα της Συνόδου που ορθοτομεί, θέμα αριθμητικής πλειοψηφίας των μελών. Το πρώτο και βασικό επί της ουσίας είναι το ποια είναι τα μέλη που την απαρτίζουν. Δηλ. εμφορούνται τα μέλη της Συνόδου από την αυθεντική Εκκλησιαστική ζωή με όλες τις ευλογημένες παραμέτρους του όρου «Εκκλησιαστική ζωή»;
Βρίσκονται στα επίπεδα του φωτισμού ή της θεώσεως; Στοιχούν στην ευλογημένη γραμμή της Αποστολικής παραδόσεως και του αυθεντικού Πατερικού τρόπου ζωής; Εάν ναι, εάν δηλ. είναι φορείς της ζωντανής παραδόσεως, τότε τα αποτελέσματα είναι θετικά. Τα αποτελέσματα είναι Αγιοπνευματικά και τούτο διότι τα μέλη είναι φορείς του Αγίου Πνεύματος.
Στην αντίθετη περίπτωση, όσα κι αν είναι τα μέλη που απαρτίζουν την σύνοδο, όσες αυτοκρατορικές-πολιτικές περιφρουρήσεις κι αν διαθέτουν, όσα από κοσμικής απόψεως «πλεονεκτήματα» κι αν τις ενισχύουν, εάν απουσιάζει ο παράγοντας της βιώσεως του φωτισμού και της θεώσεως, τα αποτελέσματα είναι αρνητικά και απαράδεκτα από το σύνολο του Εκκλησιαστικού Σώματος.
Και πάλι η ιστορία έχει πολλά να μας διδάξει επί του συγκεκριμένου θέματος, με κλασσική την περίπτωση της χαρακτηριζομένης από τους πιστούς – το σύνολον δηλ της Εκκλησίας, ως «ληστρικής συνόδου» (Έφεσος 449 μ.Χ), όσο και με την χαρακτηριστική περίπτωση της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39), που φαινόταν να διατηρεί τους εξωτερικούς τύπους της Συνόδου.
Τελικώς ξέπεσε, ακριβώς διότι απουσίαζε η αλήθεια από τις αποφάσεις της. Το δε συγκλονιστικό το οποίο αφήνει και αιώνιο παράδειγμα και επικυρώνει την πραγματικότητα, το ότι δηλ. η ουσία βρίσκεται στο εάν εκφράζεται ή όχι η Αποστολική βιουμένη παράδοσις, είναι ότι στη συγκεκριμένη Σύνοδο, η αλήθεια δεν εκφράστηκε από το σύνολο των μελών της που υπέγραψαν τα πρακτικά, αλλά από τον ένα. Τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ο οποίος ετράνωσε την αλήθεια και εξέφρασε την Ορθοδοξία με το ν' αρνηθεί τελικώς να θέσει την υπογραφή του στην υποταγή ουσιαστικά της Εκκλησίας στον πάπα.
Αξίζει όμως στο σημείο αυτό να δούμε τι γράφει επί του θέματος ο αείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ένας εκ των μεγαλυτέρων θεολόγων του προηγουμένου αιώνος: «Την αυθεντία των Οικουμενικών Συνόδων, όπως και των άλλων Συνόδων, προσδίδουν κυρίως οι θεούμενοι και θεοφόροι άγιοι πατέρες».
Και συνεχίζει: «Η υπερτάτη αυθεντία - και η ικανότης προς διάκρισιν της αληθείας εις την πίστιν – είναι εμπιστευμένη εις την Εκκλησίαν, που είναι πράγματι «θείος θεσμός» κατά την ορθήν και στενήν έννοιαν της λέξεως. Ενώ ουδεμία Σύνοδος ή Συνοδικός θεσμός είναι de jure divino, παρά μόνο όταν αποτελεί αληθή εικόνα ή φανέρωση της ίδιας της Εκκλησίας». Και καταλήγει: «αι αποφάσεις των συνόδων εγένοντο δεκταί ή απερρίπτοντο από τας Εκκλησίας όχι δια λόγους τυπικούς ή ''κανονικούς'', η δε ετυμηγορία της Εκκλησίας υπήρξεν άκρως εκλεκτική. Η Σύνοδος δεν ευρίσκεται υπεράνω της Εκκλησίας. Αυτή ήταν η άποψις της αρχαίας Εκκλησίας».
Όντως, έτσι είναι τα πράγματα. Και από την άποψη αυτή, φαίνεται καθαρά πόσο έξω πέφτουν όσοι θέτουν με περισσή αφέλεια το ερώτημα: «μα ποιά Οικουμενική Σύνοδο έχει χαρακτηρίσει τους παπικούς σαν αιρετικούς»; Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να απαντήσει με μια ανάλογη ερώτηση του αυτού χαμηλού επιπέδου: «και ποιά Οικουμενική Σύνοδος έχει χαρακτηρίσει ως αιρετικούς τους προτεστάντες που τους θεωρείτε αιρετικούς»;
Αλλά θέτουμε και το εξής ερώτημα: «ζητάτε επίσημες καταδικαστικές αποφάσεις για τους αιρετικούς από Οικουμενικές Συνόδους»; Πολύ καλά. Τότε γιατί δείχνετε ασυνέπεια και τους μονοφυσίτες-αντιχαλκηδονίους τους αποχαρακτηρίσατε από αιρετικούς, πράγμα που όχι μόνο μία Οικουμενική Σύνοδος έχει αποφασίσει, και τώρα τους χαρακτηρίζετε ως δήθεν «ανατολικούς Ορθοδόξους» και ως «αυθεντική Εκκλησία»;
Αγνοούν φαίνεται όσοι, τους έχει προσβάλλει η λέπρα του οικουμενισμού, αγνοούν τις Οικουμενικού χαρακτήρα Συνόδους, τόσο επί Φωτίου, όσο και επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπου εκεί λύεται οριστικώς το θέμα και αν και κατά πόσο ο παπισμός είναι αίρεση.
Και δίδεται στο σημείο αυτό η ευκαιρία να επαναλάβουμε αυτό που τόνιζε τόσο ο μεγάλος δογματολόγος, ο όσιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, όσο και αρκετοί ημέτεροι, διακρινόμενοι τόσο για την αγιότητα βίου όσο και την αρίστη θεολογική τους κατάρτιση, πρωτοστατούντος του αειμνήστου θεοφόρου γέροντος Επιφανίου Θεοδωροπούλου, ότι η μέλλουσα πανορθόδοξος Σύνοδος, εάν όντως είναι αυθεντική, θα αποδειχθεί με το να κηρύξει ως Οικουμενικές, ως Η΄ αυτή του Μ. Φωτίου 879-880 και ως Θ΄ του κήρυκος της χάριτος, αγίου Γρηγορίου του Παλαμά 1341, δοθέντος ότι ουδεμία σύνοδος ανεκήρυξε εαυτόν ως οικουμενική*. Η επομένη αυθεντική, με τις προδιαγραφές που ήδη αναπτύξαμε, επικυρώνει έτι άπαξ τις αποφάσεις της προηγουμένης, αφού βεβαίως ετηρήθησαν οι όροι της αληθείας, δηλ. σύγκλισης, σύστασης και αποφάσεις Συνόδου.
Να προστεθεί δε επί του αφελούς ερωτήματος, κατά πόσο δηλαδή οι παπικοί είναι αιρετικοί, ότι αιρετικός, δεν είναι μόνο αυτός ο οποίος φέρει και διδάσκει νέες κακοδοξίες (και έχει φέρει αρκετές τέτοιες ο ''αλάθητος'' πάπας), αλλά αιρετικός είναι και αυτός ο οποίος αλλοιώνει το Ιερό Σύμβολο της πίστεως, προσθέτοντας εν προκειμένω την κακοδοξία του filioque.
Στη συνείδηση λοιπόν των πραγματικών Αγίων και όχι των «κατ΄ ευφημισμόν και κατά το πρωτόκολλον», αλλά των όντως Αγίων, που κατευθύνουν το ποίμνιο, και που η γνώμη τους στηρίζει τις Συνοδικές αποφάσεις ή αντιθέτως τις απορρίπτει, με αποτέλεσμα να ξεπέφτουν ή να χαρακτηρίζονται ως ληστρικές, ο παπισμός είναι όχι απλώς αίρεση αλλά παναίρεση!
Και ας μας επιτραπεί να παρακαλέσουμε κι εμείς τώρα με τη σειρά μας όσους φρονούν και διδάσκουν τα αντίθετα, ότι δηλ. ο παπισμός είναι Εκκλησία, να μας φέρουν όχι πολλούς, αλλ' έστω και έναν επίσημο Άγιο της Εκκλησίας μας ο οποίος να υποστηρίζει την νεόκοπη-ανόητη και οικουμενιστική τους αυτή άποψη. Αναμένουμε. Και όπως φαίνεται θα αναμένουμε στο διηνεκές.
Αδελφοί μου. Την Κυριακή εορτάζουμε και τιμούμε τους 318 θεοφόρους πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Ως ποιμένες και ως ποίμνιον, ως μέλη δηλ. του Σώματος του Χριστού, δεν έχουμε παρά να μελετήσουμε τον βίο και την πολιτεία, τους αγώνες αλλά και τα μαρτύρια αυτών των ανδρών που βίωναν την Αποστολική παράδοση με τον χαρακτηριστικό τους ζήλο.
Και ας είμαστε βέβαιοι ότι την Εκκλησία του Χριστού δεν την κατευθύνει η πολιτική σκοπιμότητα, ούτε την δυναμική εν αληθεία πορεία της τη σηματοδοτούν τα ποικίλα παραρτήματα του Π.Σ.Ε. με τις τεχνητές πλειοψηφίες, τα ποικίλα marketing και τα δογματικά lifting.
Την πορεία της Εκκλησίας Του, σε κάθε εποχή την κατευθύνει ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μέσω των αυθεντικών και Αγίων ποιμένων, των οποίων είθε η ευχή να μας συνοδεύει πάντοτε.
Αμήν.
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

-----

*=    α) Το 879 – 880 μ.Χ. συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα, επί πατριαρχείας Μ. Φωτίου. Ηγήθηκαν ο Ορθόδοξος τότε Πάπας της Ρώμης Ιωάννης Η΄ (872-882) και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης Μ. Φώτιος (858 – 867, 877 – 886). Επεκύρωσε τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και κατεδίκασε το filioque, που μόλις τότε είχε αρχίσει να επιβάλλεται. (Κατεδίκασε τις αιρετικές συνόδους του Καρλομάγνου στην Φραγκφούρτη (794) και Άαχεν (809).

β) Η Σύνοδος αυτή συνεκλήθη το 1341 μ.Χ. Δογμάτισε για την άκτιστη Ουσία και την άκτιστη Ενέργεια του Θεού, καθώς επίσης και για τον Ησυχασμό, καταδικάζοντας τον αιρετικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό. Έτσι και η Σύνοδος αυτή ασχολήθηκε με Θεολογικά ζητήματα, συνεκλήθη από αυτοκράτορα (Συνοδικός Τόμος του 1341) και συμμετείχε θεούμενος (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς), και οι αποφάσεις της έγιναν δεκτές από ολόκληρη την Εκκλησία.
Συνεπώς, τόσο η Σύνοδος του Μ. Φωτίου, όσο και αυτή του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, διατηρώντας τα τυπικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά των Οικουμενικών Συνόδων, έχουν χαρακτήρα Οικουμενικών Συνόδων.
Ζ΄Κυριακή μετά το Πάσχα. Κυριακή των Πατέρων της 1ης Οικουμενικής Συνόδου

Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος

Ένα από τα πιό σημαντικά δώρα, που χάρισε ο Άγιος Θεός στον άνθρωπο είναι το δώρο της υγείας.  Το σώμα του ανθρώπου θεωρείται από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία ως ναός του Θεού.  Αποτελεί το κατοικητήριο της Θεότητας εκ του οποίου προβάλλεται η λάμψη της θείας δόξης, διότι κατά την έκφραση του Αποστόλου Παύλου, “Το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματός εστιν, ου έχετε από Θεού, και ουκ εστέ εαυτών” (1 Κορινθ. 6:19).  Ό,τι έχομε το έχομε ως δώρο από τον Θεό.  Τίποτε δεν ανήκει στον άνθρωπο, ακόμη και αυτό το ίδιό του το σώμα.

Διά της σταυρικής Θυσίας του Υιού του Θεού ο άνθρωπος απελευθερώθηκε από τα δεσμά της αμαρτίας, που προξένησε την φθορά της υγείας της ψυχοσωματικής οντότητας του ανθρώπου και τέλος αυτό τον θάνατο. 

“Ηγοράσθητε γαρ τιμής” (1 Κορινθ. 6:20).  Ο Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του Νόμου με το ίδιό Του το Πανάγιο Αίμα.  Επομένως, επειδή το σώμα και η ψυχή μας ανήκουν στο Χριστό, ωφείλομε να ζούμε αφ’ ενός μεν σύμφωνα με το δικό Του θέλημα, αφ’ ετέρου δε να προσέχουμε την υγεία του σώματός μας.  Γι’ αυτό συμπεραίνει ο Απόστολος λέγοντας, “Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν πνεύματι υμών, άτινα εστι του Θεού” (1 Κορινθ. 6:20).

Με παρόμοιο τρόπο οφείλομε να προσέχουμε και την πνευματική υγεία μας.  Η ψυχή προσβάλλεται αφ’ ενός μεν από τις διάφορες προσωπικές μας αμαρτίες, αφ’ ετέρου δε  από τη αίρεση, που αποτελεί και την χειρότερη μορφή πνευματικής ασθένειας. 

Κάθε αμαρτία, που διαπράττει ο άνθρωπος θεραπεύεται με τη μετάνοια και τη συγχωρετική Χάρη του Θεού, που χορηγείται μέσα από το Ιερό Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης.  Η αίρεση όμως είναι η τελεία αποξένωση του ανθρώπου από τον Θεό.  Η αίρεση είναι καρπός του εγωϊσμού του ανθρώπου.  Αυτή υπερυψώνει το αδιαπέραστο τείχο της αμετανοησίας, που εμποδίζει την επιστροφή του ανθρώπου προς την μάνδρα της σωτηρίας.  Και ενώ όλες οι αμαρτίες που θα διαπράξει ο άνθρωπος συγχωρούνται από τον Άγιο Θεό, εκείνη της αίρεσης όχι μόνον, εάν επιμένουν οι αιρετικοί στην πλάνη τους, δεν συγχωρείται, αλλά συνεπάγει και την αιώνια κόλαση και τιμωρία των αιρετικών.

Ο ίδιος ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας διαβεβαίωσε λέγοντας, “Διά τούτο λέγω υμίν, πάσα αμαρτία και βλασφημία αφεθήσεται τοις ανθρώποις, η δε του Πνεύματος βλασφημία ουκ αφεθήσεται τοις ανθρώποις’ και ος εάν είπη λόγον κατά του Υιού του ανθρώπου, αφεθήσεται αυτώ’  ος δ’ αν είπη κατά του Πνεύματος του Αγίου, ουκ αφεθήσεται αυτώ ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι” (Ματθ. 12:31-32).  Βλέπετε πόση είναι η φιλανθρωπία του Δεσπότου;  Όλες τις προσωπικές μας αμαρτίες και βλασφημίες τις συγχωρεί, γιατί προέρχονται από την ανθρώπινη αδυναμία.  Τη βλασφημία όμως κατά του Πνεύματος του Αγίου δεν συγχωρεί ούτε σ’ αυτό τον κόσμο, ούτε στον άλλο.

Η αίρεση διαστρεβλώνει την ορθή διδασκαλία και δεν σέβεται ούτε τον Λόγο του Θεού, ούτε την θεία Γραφή, ούτε τις Ιερές Αποστολικές Παραδόσεις, ούτε και τα διδάγματα των θεοφόρων και θεοπνεύστων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας.  Με υπεροπτικό τρόπο, βασισμένο στον εγωϊσμό και στην ανθρώπινη λογική, προσπαθεί να δώσει λογικές εξηγήσεις στη θεία Αποκάλυψη, παραγνωρίζοντας το γεγονός, ότι η Πίστη δεν ανήκει στη σφαίρα του “λόγου”, αλλά στη σφαίρα του  “υπέρ λόγου”.

Η πίστη είναι κάτι που συλλαμβάνεται με την απλή λογική, δεν είναι καρπός των γνώσεων και της φιλοσοφικής θεωρίας του ανθρώπου.  Η πίστη γίνεται αποδεκτή με την ελπίδα στις θείες υποσχέσεις.  Σ’ αυτό το σημείο ο Απόστολος Παύλος μας διδάσκει λέγοντας, “Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων” (Εβρ. 11:1).

Σ' όλη την θεία Γραφή βρίσκομε κατασπαρμένη τη διδασκαλία, που μας προτρέπει στη διαφύλαξη της ορθής πίστεως.  Έτσι στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζομε, “Ως δε διεπορεύοντο (Παύλος και Τιμόθεος) τας πόλεις, παρεδίδουν αυτοίς φυλάσσειν τα δόγματα τα κεκριμένα υπό των αποστόλων και των πρεσβυτέρων των εν Ιερουσαλήμ” (Πράξ. 16:4).  Πολλή χαρακτηριστική είναι η τελευταία συμβουλευτική διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, που απηύθυνε προς τους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Μικράς Ασίας,  “Προσέχετε ουν εαυτοίς, έλεγε, και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού, ην περιεποιήσατο διά του ιδίου αίματος.  Εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαρείς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου’  και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών” (Πράξ. 20:29-30).  Αλλά και αυτός ο Κύριος μας Ιησούς μας προειδοποιεί για την έλευση ψευδοχρίστων και ψευδοπροφητών.  “Εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς” (Ματθ. 24:24).

Ψευδόχριστοι, ψευδοπροφήτες και ψευδαπόστολοι είναι οι εκάστοτε αιρετικοί που θεληματικά και με την γνώση τους διαστρεβλώνουν την αλήθεια του Ευαγγελίου.  Αυτοί παρουσιάζουν ένα μέρος της αλήθειας σαν να είναι η ολοκληρωμένη αλήθεια. 

Οι άγιοι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, συμμετέχοντας στις  Οικουμενικές και στις κατά τόπους Συνόδους, είχαν την συνείδηση, ότι έπρεπε να φροντίζουν για την ακριβή διαφύλαξη της Ευαγγελικής Αλήθειας της θείας Αποκάλυψης, όπως ακριβώς αυτή παραδόθηκε από τους Αγίους Μαθητάς και αυτόπτες μάρτυρες της επί γης παρουσίας του Θεού. Ταυτόχρονα έπρεπε να προσέχουν πάντοτε τους εαυτούς των και το ποίμνιό τους από οποιεσδήποτε παρεκκλήσεις προερχόμενες από ετεροδιδασκάλους.  Θεωρούσαν τον εαυτό τους υπευθύνους όχι μόνον ενώπιον του Θεού, αλλά και ενώπιον του ποιμνίου τους και κατάβαλαν κάθε προσπάθεια να οικοδομούν και να στηρίζουν τους πιστούς στην ορθή πίστη του Χριστού.

Οι ΄Αγιοι Πατέρες με το προσωπικό τους παράδειγμα, με την διδασκαλία τους, με την καλωσύνη τους, με τον ένθερμο ζήλο τους και με την αυταπάρνησή τους παρηγορούσαν και ενίσχυαν τους πιστούς στις δοκιμασίες και στις θλίψεις τους.   Με την αρετή τους και τους αγώνες τους υπέρ της Ορθοδοξίας αναδειχθήκανε αθλητές  μέσα στο πνευματικό στάδιο της Εκκλησίας.

Εμείς, σήμερα, αποδίδουμε τιμή και ευγνωμοσύνη στη μνήμη των υπερμάχων της Ορθοδοξίας, και παρακαλούμε τον Άγιο Θεό να μας χαρίζει την δύναμη, ώστε να υπεραμυνόμεθα και εμείς την Πίστη των Αποστόλων, μιμούμενοι εκείνους τους ιερούς άνδρας, που με θυσίες αναδειχθήκανε Ποιμένες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού.
Οἱ Ἅγιοι 318 Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ ἕκτη κατὰ σειρὰ Κυριακὴ μετὰ τὸ Ἅγιο Πάσχα εἶναι ἀφιερωμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὴν μνήμη τῶν 318 Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.

Ἡ σύνοδος συνῆλθε κατὰ πρόσκληση τοῦ Μέγα Κωνσταντίνου κατὰ τὸ εἰκοστὸ ἔτος τῆς βασιλείας του καὶ εἶχε διάρκεια 3,5 χρόνια.

Διακριθεῖσες μορφὲς τῆς συνόδου ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Ἀλεξανδρείας, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Εὐστάθιος ὁ Ἀντιοχείας, ὁ Μακάριος ὁ Ἱεροσολύμων, ὁ Παφνούτιος, ὁ Σπυρίδων, ὁ Νικόλαος, κ.ἄ.

Η Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε τὸν Ἄρειο καὶ τὸν Ἀρειανισμό. Διατύπωσε τοὺς πρώτους ὅρους ὀρθοῦ Χριστιανικοῦ δόγματος καὶ ἰδιαίτερα τὰ περὶ τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς ὁμοούσιον τῷ Θεῷ Πατρί. Συνέταξε τὰ πρῶτα ἑπτὰ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.



Συνοπτικὴ παράθεση τῶν ἱερῶν Κανόνων

Κανὼν Α:      Καταδικάζει τὴ συνήθεια τοῦ οἰκοιοθελοὺς εὐνουχισμοῦ καὶ ἀπαγορεύει τὴ χειροτονία εὐνουχισμένων, πλὴν ὅσων γιὰ ἰατρικοὺς λόγους ἢ λόγω βασανιστηρίων ἐξετμήθησαν.

Κανὼν Β:       Ἀπαγορεύει τὴ χειροτονία ὡς κληρικῶν στὰ νέα μέλη (νεόφυτοι) τῆς ἐκκλησίας.

Κανὼν Γ:       Καταδικάζει τὴν συνήθεια τῶν κληρικῶν ὅλων τῶν βαθμῶν νὰ συζοῦν μὲ νεαρὲς γυναῖκες τὶς ὁποῖες δὲν εἶχαν παντρευτεῖ (συνείσακτοι).

Κανόνες Δ-Ε: Εἰσάγεται τὸ «μητροπολιτικὸ σύστημα», τὸ ὁποῖο ἴσχυε στὴν ὀργάνωση τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, καὶ καθορίζουν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπαρχιακῆς συνόδου στὴ χειροτονία τῶν ἐπισκόπων.

ΚανὼνΣΤ:     Ἀναγνωρίζει κατ’ ἐξαίρεση τὸ ἀρχαῖο ἔθος τῆς συγκεντρωτικῆς δικαιοδοσίας τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἀλεξανδρείας στὶς ἐκκλησίες τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης καὶ Πεντάπολης —ὅπως συνέβαινε καὶ μὲ τὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης— ἐνῶ ἑξαιρεῖ τὴ Ρώμη καὶ τὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὸ γενικὸ μέτρο τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος.

Κανὼν Ζ:      Ὁρίζεται ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Αἰλίας (δηλ. Ἱερουσαλήμ) νὰ εἶναι ὁ ἑπόμενος στὴ σειρὰ ἀπόδοση τιμῶν.

Κανὼν Η:      Ὁρίζει τὸν τρόπο ἐπιστροφῆς στὴν ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου τῶν λεγόμενων «Καθαρῶν» (Μελιτιανὸ σχίσμα).

Κανὼν Θ:      Ἀναφέρεται στὴν συνήθη περίπτωση χειροτονίας πρεσβυτέρων τῶν ὁποίων δὲν ἐξετάστηκαν τὰ προσόντα ἢ οἱ ὁποῖοι δὲν παραμένουν ἄμεμπτοι.

Κανὼν Ι:        Καταδικάζει τὴ χειροτονία πεπτωκότων.

Κανόνες ΙΑ-ΙΒ:         Καθορίζεται ἡ μετάνοια τῶν πεπτωκότων, μὲ αὐστηρότερα κριτήρια.

Κανὼν ΙΓ:      Δέχεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθεῖ Θεία Εὐχαριστία ἐπὶ τῆς ἐπιθανατίου κλίνης.Κανὼν ΙΔ:     Ὁρίζεται ἡ μετάνοια τῶν πεπτωκότων κατηχουμένων.

Κανόνες ΙΕ-ΙΣΤ:      Καταδικάζεται ἡ ἐπιδίωξη κληρικῶν γιὰ μετάθεση σὲ ἄλλες ἐκκλησίες.

Κανὼν ΙΖ:     Καταδικάζει τὴν πλεονεξία καὶ αἰσχροκέρδεια τῶν κληρικῶν ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἔντοκο δανεισμό.

Κανὼν ΙΗ:     Ἀπαγορεύει στοὺς διακόνους νὰ μεταδίδουν καὶ νὰ ἀγγίζουν τὴ Θεία Εὐχαριστία πρὶν ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται τὸ νὰ κάθονται μεταξὺ τῶν πρεσβυτέρων.
Κανὼν Κ:      Ἀπαγορεύει τὴ γονυκλισία στὴ Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.



Ἐπισπρόσθετα καθορίστηκε ἡ κοινὴ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα.

Τὰ συμπεράσματα τὶς συνόδου ὑπογράφηκαν ἀπὸ περισσότερους ἀπὸ 318 καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἐπικράτησε γιὰ συμβολικοὺς λόγους. Οἱ ἐπίσκοποι ποὺ ἦταν παρόντες στὴ σύνοδο συνοδεύονταν ἀπὸ κατώτερους κληρικοὺς τῶν ὁποίων ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς ἀνερχόταν στὸ τριπλάσιο ἢ τετραπλάσιο τῶν Ἐπισκόπων.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. β’.

Ἀγγελικαὶ Δυνάμεις ἐπὶ τὸ μνῆμά σου, καὶ οἱ φυλάσσοντες ἀπενεκρώθησαν, καὶ ἵστατο Μαρία, ἐν τῷ τάφῳ ζητοῦσα τὸ ἄχραντόν σου σῶμα· ἐσκύλευσας τὸν ᾍδην, μὴ πειρασθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ, ὑπήντησας τῇ Παρθένῳ, δωρούμενος τὴν ζωήν. Ὁ ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν, Κύριε δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν Πατέρων. Ἦχος πλ. δ’.

Ὑπερδοξασμένος εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς, τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι’ αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας, Πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’.

Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐσφράγισαν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον.

Μεγαλυνάριον.

Ὡς Υἱὸν καὶ Λόγον σε τοῦ Θεοῦ, Σύνοδος ἡ Πρώτη, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, ὀρθῶς σε κηρύττει, τὸν δι’ ἡμᾶς παθόντα, καὶ λύει τοῦ Ἀρείου, Σῶτερ τὸ φρύαγμα.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ - π.Νικόλαος Φαναριώτης

                       ΤΗΣ ΕΝ  ΝΙΚΑΙΑ  Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ   ΣΥΝΟΔΟΥ  .  Ιω ΙΖ ΄1-13  


Σήμερα εορτάζομε την επέτειον της συγκροτήσεως  της  Α΄. Οικ. Συνόδου , οι Κανόνες της οποίας, όπως και των άλλων έξι, έχουν κύρος αλάθητον. Ας δούμε λοιπόν το ιστορικόν αυτής της Συνόδου για να μην είμαστε  αγράμματοι , γιατί  αυτό  σημαίνει  όχι  μόνον  φτώχεια γνώσεων αλλά και εκτροχιασμόν της πορείας ζωής ,της δικής μας και των παιδιών μας που  θαμπώνονται από  τις  γνώσεις  πολύ διαβασμένων Αιρετικών που είναι πολύ επικίνδυνο.

Το ιστορικον της συγκροτήσεως  Συνόδου  που για πρώτη φορά  να ονομάζεται Οικουμε -νική είναι το εξής: Κατά τας αρχάς του 4ου αιώνος , ένας πρεσβύτερος (ιερέας ) της  Αλεξάν- δρείας ,αυστηρός μεν κατά τα ήθη, αλλά περισσότερο προσκείμενος εις τον Πλάτωνα παρά εις το Ευαγγέλιο  και  Άρειος ονομαζόμενος, εκήρυττεν ότι ο Υιός εκτίσθη υπό του Πατρός, ίνα δι΄ αυτού ως εργαλείου πλασθεί ο κόσμος. Συνέγραψε  δε και το σύγγραμμα ((ΘΑΛΕΙΑ)).

Τις πλατωνικές αυτές θεωρίες του Αρείου, η Εκκλησία τις καταδίκασε ωςαντιευαγγελικές . Αλλά ο  Άρειος φρονών ότι μόνον δια των θεωριών του ήτο δυνατόν να σωθεί η Χριστιανική Μονοθεΐα ,όχι μόνον εξακολούθησε να εμμένει εις τις ατομικές του ιδέες , αλλά και με ποιήματα και με τραγούδια …τις  διέδιδε  παντού.

Επειδή ο κύκλος διευρίνετο και η Εκκλησία κινδύνευε να διασπασθεί, ο Μέγας Κων/νος  συνεκάλεσεν εν Νικαία τω 325 μεγάλη Σύνοδον ,ητις ως αντιπροσωπευομένη εκ πάντων των μερών της Οικουμένης, ονομάσθηκε Οικουμενική.  Τα ειδικά χαρακτηριστικά των Αγίων οικουμενικών Συνόδων, είναι τα εξής τέσσερα;

1ον Να συγκαλούνται δια προσταγών Βασιλικών, και όχι  Πατριαρχικών.

2ον Να εκδίδεται απόφασις και όρος δογματικός, δηλ. αλάθητος.

3ον Να είναι πάντα τα εκτιθέμενα δόγματα (κανόνες)  ευσεβή και  σύμφωνα με τας θείας Γραφάς   και τας προλαβούσας  Συνόδους .  και

4ον  δε και τελευταίον, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των  Οικουμενικών  συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα άπαντες  οι ορθόδοξοι Πατριάρχες  και  Αρχιερείς  της καθολικής  Εκκλησίας .

Διεκρίνοντο  σε αυτή την Σύνοδο άνδρες  επί πολυμαθεία  και αρετή διαπρέποντες  και άλλοι για την ασκητική ζωή τους και έτεροι για τα στίγματα του  μαρτυρίου και άλλοισημαιοφόροι και θαυματουργοί:  Ενδεικτικά , αναφέρουμε τον άγιο Σπυρίδωνα , τονάγιο Νικόλαο…  αλλά υπερείχε όλων κατά την Θεολογική δεινότητα ο μέγας Αθανάσιοςδιάκονος ακόμη του επισκόπου Αλεξανδρείας . Τότε για πρώτη φορά εμφανίστηκαν οι όροι:

                                  ΘΕΟΦΟΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ και ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ.

Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνουν οι όροι αυτοί :

Πατέρες λέγονται οι από του Δ΄. αιώνος , κατά τους αγώνας της εκκλησίας  αγωνισθέντες  εναντίον των μεγάλων Αιρέσεων,  εκείνοι των αρχαίων εκκλησιαστικών συγγραφέων, αδιάφορον αν επίσκοποι η ου, οίτινες  διεκρίθησαν α) επί συγγραφική δεξιότητι  β) επί  ορθοδόξω διδασκαλία αναγνωρισθείση υπό της Εκκλησίας  και  γ) επί αγιότητι βίου.

Ενώ οι στερούμενοι μιας τουλάχιστον από τις τρεις ιδιότητες ονομάζονται απλώς Εκκλησιαστικοί συγγραφείς .Για παράδειγμα ο Ωριγένης. (απόλυτος  προορισμός )   Εγκ/παίδεια Πυρσός  τ.ΙΘ΄σελ. 781  (λ. ΠΑΤΗΡ) .

Το κυριότερο μέσον μεταφοράς , διαχρονικά  είναι το πλοίον (Πλωτοί  κολοσσοί).    Όλα  όμως  εξαρτώνται  από  ένα κομμάτι επίπεδης  πλάκας που λέγεται  ΠΗΔΑΛΙΟ.       Χωρίς  αυτό  μένουν  ακυβέρνητα  και τελικά καταποντίζονται.

Το  ίδιο και  η  εκκλησία  του  Χριστού,  η  νοητή  ναύς ,   είναι   η  νοητή   κιβωτός   της   Σωτηρίας , που προτυπώνεται  από την Κιβωτό του Νώε. Σαν νοητό πλοίο    πλέει μέσα στον χειμαζόμενο κόσμο με ασφάλεια, γιατί είναι αγιοπνευματική, παρ΄ όλο ότι χτυπιέται  από  τα  κύματα  της  αθεΐας  και  των αιρέσεων.

Κάποτε ο Ιούλιος Καίσαρας (του οποίου το ειδωλολατρικό Ημερολόγιο συντηρούν ακόμα οι Παλαιοημερολογίτες  με το όνομα Ιουλιανό) βγήκε σε θαλάσσιο  περίπατο με έναν έμπειρο ναυτικό σαν κυβερνήτη. Στην θάλασσα σηκώθηκε τρικυμία και το πλοιάριο κινδύνευε να βυθισθεί. Ο ναυτικός  τρομοκρατήθηκε, αλλ΄ ο  Καίσαρας  απαθής   του είπε: τι δέδιας Καίσαρα φέρεις. Είναι μια προτύπωσις της τρικυμίας  στη θάλασσα της Τιβεριάδος με τον Πέτρο  ((ολιγόπιστε εις τι εδίστασας )) .

Το  πλοίο όμως  της Εκκλησίας  έχει  ανάγκη όπως όλα τα πλοία από πηδάλιο  για να μη χάνει την ρότα της, την πορεία προς την Βασιλεία. Έτσι το Πνεύμα το Άγιον εφώτισε  δυο ορθόδοξους  λογίους  Μοναχούς ,τον Νικόδημο και τον  Αγάπιο  (επι Νεόφυτου Ζ΄), το 1800 και συγκέντρωσαν τις ΟΜΟΦΩΝΕΣ αποφάσεις  σε ένα βιβλίο  που το ονόμασαν :ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΤΗΣ ΝΟΗΤΗΣ ΝΗΟΣ , ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ .

Περιέχει σε παράλληλες  διατάξεις : Όλους τους  ιερούς  Κανόνες  των αγίων Αποστόλων και των οικουμενικών  Συνόδων και την ερμηνεία αυτών.  Εκείνο που έχει κύρος αλάθητον είναι οι ίδιοι οι  Κανόνες,  όχι η ερμηνεία , ούτε  η   συμφωνία,  πολύ  δε  λιγότερο  οι  υποσημειώσεις, πράγμα που επισημαίνει  τόσο το ίδιο το Πηδάλιο ,όσο και ο συγγραφέας του  ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης .…ημίν ου μέλλει ,τι είπαν, η τι εφρόνησαν μερικοί  Πατέρες ,αλλά τι λέγει η Γραφή ,και αι  οικουμενικοί Σύνοδοι, και η κοινή των Πατέρων δόξα. Ου γαρ  Δόγμα  συνιστά  η γνώμη τινών εν τη Εκκλησία.    Ει δε άλλως λέγουσιν, ο τε Πατριάρχης  Νικόλαος και αι  Νομικαί Διατάξεις , αλλ΄ ούτοι ουκ εισί Νομοθεσία  καθολική  της  εκκλησίας εν τοις τοιούτοις αλλά τα των Άγίων Τυπικά.                                                                                      

( Σχόλιο εις το τέλος του Πηδαλίου).

 Αλλά και στη σ.7 στην υποσημείωση  του Ε΄ κανόνος  των  Αγίων Αποστόλων   εκεί  αναφέρεται  εις  την  κατάλυσιν  ελαίου  σε  όλο το  Πεντηκοστάριο.                                               

Ύστερα από αυτά βγάζουμε το συμπέρασμα ότι  όταν  μιλάμε εκ μέρους του Πηδαλίου  πρέπει να διαβάζουμε   όλο το Πηδάλιο  και όχι μόνο  μερικές  υποσημειώσεις .

                                                                         ΑΜΗΝ

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

 Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

1. ῾Ολοκλήρωση τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του.

 Μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁ Κύριος ὁλοκλήρωσε τό ἀπολυτρωτικό καί σωτηριῶδες ἔργο Του στή γῆ. Ἡ εἰς Οὐρανούς ἄνοδός Του ἦταν ἡ συνέχεια τῆς Γεννήσεώς Του, τῆς Βαπτίσεώς Του, τοῦ διδασκαλικοῦ ἔργου Του, τῆς Σταυρώσεως καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του. Ὅ,τι ξεκίνησε ὁ Κύριος ἐρχόμενος στόν κόσμο ἔφτασε στό πέρας του μέ τήν Θεία Του ᾽Ανάληψη: ἕνωσε τούς ἀνθρώπους μέ τόν Τριαδικό Θεό. Σύμφωνα μέ τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, πού συμπυκνώνει τήν οὐσία της, ὁ Κύριος ἀνελήφθη ἐν δόξῃ ῾τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις᾽.
Ἡ ἐν δόξῃ αὐτή ᾽Ανάληψη δέν ἀποτελεῖ ἀπόρριψη ἀπό τόν Κύριο τοῦ φυσικοῦ σκηνώματός Του καί ἐπάνοδό Του ὡς Θεοῦ μόνου στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ὁ Κύριος ἀναλαμβάνεται στούς Οὐρανούς, ῾ὅπου ἦν τό πρότερον᾽, μέ τό ἅγιο σῶμα Του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ δέν ἦταν μία παρένθεση στήν ὅλη ζωή Του. Τέτοιες παρενθέσεις βλέπουμε στίς ῾θεότητες᾽ τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων ἤ καί ἄλλων λαῶν, ὅταν κάποιος ῾Θεός᾽ φανερώνεται ὡς ἄνθρωπος στόν κόσμο, γιά νά ἐπιτελέσει κάποια συγκεκριμένη ἀποστολή, προκειμένου στή συνέχεια νά ἐπανέλθει στήν κανονική του τάξη. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, σαρκώνεται ὡς ἄνθρωπος, προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν κρατάει διαπαντός. ῎Αν ἡ ἀνθρωπότητα θεραπεύτηκε ἀπό τό τραῦμα τῆς ἁμαρτίας ἦταν γιατί ὁ Θεός μας ἀπό ἄπειρη ἀγάπη κινούμενος ἕνωσε τή ζωή Του μέ ἐμᾶς. Γιά πάντα στή Θεότητα ὑπάρχει πιά καί ἡ ἀνθρώπινη φύση. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἐν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος ῾κατέκτησε᾽ τούς οὐρανούς. ῎Ηδη βρισκόμαστε μέσα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν᾽ εἶπε ὁ Κύριος (᾽Ιωάν. 14,2).
Ἡ μεγάλη αὐτή ἀλήθεια ἀποκαλύπτει πέρα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀξία πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ὄν τυχαῖα ριγμένο στόν κόσμο. Δέν εἶναι ἀκόμη ἕνα ἀπό τά πολλά ὄντα τοῦ κόσμου. Μέ τήν πρόσληψή του ἀπό τόν Θεό καί τή διαπαντός διακράτησή του ἀπό ᾽Εκεῖνον μέσα Του φανέρωσε τήν ἄπειρη ἀξία πού ἔχει καί ὁ ἴδιος. ᾽Αξία ὅμως πού δέν ἀποκτᾶ ἀπό μόνος του, ἀλλά ἀπό τή σύνδεση καί τή σχέση του μέ τό Δημιουργό Του.῾Ο Θεός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού δίνει ἀξία στόν ἄνθρωπο καί ὄχι κάτι πού κατέχει αὐτός. Εἶναι στήν πραγματικότητα τό ῾κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ’ στόν ἄνθρωπο, τό ὁποῖο καθάρισε ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο καί τό ἔφτασε στό ἀπώγειό του ὡς ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽ μέ τήν ἔνδοξη ᾽Ανάληψή Του. Διαφορετικά, ἀπό μόνοι μας, χωρίς τόν Θεό, εἴμαστε ὅ,τι ἐπισημαίνουν ὅλοι οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν: ῾γῆ καί σποδός᾽, ῾σκωλήκων βρῶμα καί δυσωδία᾽, κυριολεκτικά ἕνα τίποτα: ῾χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽, πού εἶπε καί ὁ Κύριος ( ᾽Ιωάν. 15,5). Κατά συνέπεια ἡ ἀξία πού δίνει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο ὁδηγεῖ στήν καταδίκη κάθε ρατσιστικῆς ἀντίληψης καί στήν ὑπέρβαση κάθε ἀριστοκρατικῆς θεώρησης ὁμάδων ἀνθρώπων. Κανείς δέν εἶναι ἀνώτερος ἀπό κάποιον ἄλλον. Εἴτε λευκός εἴτε μαῦρος, εἴτε φτωχός εἴτε πλούσιος, εἴτε μορφωμένος εἴτε ἀμόρφωτος, εἴτε νέος εἴτε γέρος, ὅλοι ἔχουμε τήν ἴδια ἀξία πού μᾶς δίνει ὁ Θεός μας. ῾Οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδέ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ. Πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ᾽Ιησοῦ᾽ (Γαλ. 3, 28). Ἡ ᾽Ανάληψη λοιπόν τοῦ Κυρίου, πέρα ἀπό τήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, σημαίνει καί τή μεγάλη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου.

2. ᾽Ανάληψη καί Πεντηκοστή: ἡ ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας.

 Ναί μέν ὁ Κύριος μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁλοκλήρωσε τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά καί δέν σώθηκε ὁ κόσμος ἀκόμη. Αὐτό πού ἔφερε ἔπρεπε νά γίνει προσωπικό κτῆμα τοῦ καθενός. Τό γενικό καί ἀντικειμενικό νά γίνει ἀτομικό. Καί τό ἔργο αὐτό τῆς προσωπικῆς οἰκείωσης τῆς σωτηρίας ἔγινε μέ τήν κάθοδο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Κατά τήν Πεντηκοστή, τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό ῞Αγιον Πνεῦμα, ἀναλαμβάνει τή διακονία τῆς κοινῆς ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ: νά φανερώνει τόν Χριστό στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, νά πραγματοποιεῖ τόν ἁγιασμό τους. Ὅπως ὁ Θεός Πατέρας διακόνησε τίς κοινές ἐνέργειες τῆς Θεότητος τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προκειμένου νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τόν ἐρχομό τοῦ Υἱοῦ Του, ὅπως ὁ Θεός Υιός διακόνησε τίς κοινές ἐνέργειες τῆς Θεότητος τήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης μέ τό ὅλο ἀπολυτρωτικό ἔργο Του, ἔτσι καί ὁ Θεός ῞Αγιον Πνεῦμα διακονεῖ ἀπό τήν Πεντηκοστή καί ἐφεξῆς τίς ἐνέργειες αὐτές: φανερώνει τήν ᾽Εκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ καί κάνει τόν ἄνθρωπο μέλος ᾽Εκείνου (Πρβλ. ᾽Ιωάν. 16, 13-15). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου παραπέμπει στό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς. Χωρίς τήν Πεντηκοστή – τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος - ἡ ᾽Ανάληψη, ὅπως καί ὅλη ἡ ἐπί γῆς ζωή τοῦ Κυρίου, θά παρέμενε παντελῶς ἀνενέργητη. Χωρίς τήν παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ὁ Χριστός μας θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά μᾶς. ῎Ισως σάν τήν ἠλεκτρική ἐγκατάσταση ἑνός σπιτιοῦ πού δέν ἔχει διακόπτες παροχῆς τοῦ ρεύματος. Χωρίς τούς διακόπτες ἡ ὕπαρξη τοῦ ρεύματος δέν χρησιμεύει πουθενά. Ἡ ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας τονίζει ἐπαρκῶς τή διάσταση αὐτή τῆς ᾽Αναλήψεως: ῾ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τόν Παράκλητον τῷ κόσμῳ᾽. Ἡ πέμψη τοῦ Παρακλήτου ῾Αγίου Πνεύματος κατανοεῖται ὡς ὁ σκοπός τῆς ᾽Αναλήψεως, γιά τό λόγο πού εἴπαμε: νά ἱκανωθεῖ ὁ ἄνθρωπος γιά νά γνωρίσει τόν Χριστό, γιά νά γίνει μέτοχος τῶν δωρεῶν πού ἔφερε ᾽Εκεῖνος στόν κόσμο, γιά νά νιώσει τήν εὐλογία καί τή μεγαλωσύνη νά εἶναι μέλος Του. Μ᾽ ἕνα λόγο ἡ Πεντηκοστή ὡς συνέχεια τῆς ᾽Αναλήψεως μᾶς ἔδωσε τή δυνατότητα νά εἴμαστε ἡ προέκταση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ᾽Εκεῖνος μέσω ἡμῶν. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20).
῎Ετσι ὁ Κύριος φεύγει ἀπό τόν κόσμο γιά νά ξανάρθει μέ ἄλλη μορφή: μέσω τοῦ Πνεύματός Του. Ἡ ἐν ἀγίῳ Πνεύματι ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία διαρκής παρουσία τοῦ Κυρίου μέ ἄλλον τρόπο ἀπό ὅ,τι ἦταν ἐδῶ στή γῆ. Ἡ ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι καί βεβαίως ἡ διακυβέρνησή της ἀπό Αὐτόν ἀοράτως εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ᾽Αναλήψεως τοῦ Χριστοῦ. Σύμφωνα μέ ὅ,τι βεβαίωσε ὁ ῎Ιδιος: ῾Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγώ ἀπέλθω. ᾽Εάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς. ᾽Εάν δέ πορευθῶ, πέμψω αὐτόν πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16,7).

 3. ᾽Ανάληψη καί Δευτέρα Παρουσία.

Ἡ ᾽Ανάληψη δέν παραπέμπει μόνο στήν Πεντηκοστή. Παραπέμπει καί στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Τά λόγια τῶν ᾽Αγγέλων στούς ἔκπληκτους μαθητές τή στιγμή τῆς ᾽Αναλήψεως εἶναι ἐνδεικτικά: ῾῎Ανδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ ᾽Ιησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 1,11). Ὁ ἐν δόξῃ ἐρχομός τοῦ Κυρίου γιά δεύτερη φορά ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς πρώτης παρουσίας Του, τέλος τῆς ὁποίας ἦταν ἡ ᾽Ανάληψη, ἀλλά καί τῆς μυστηριώδους παρουσίας Του ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι στήν ᾽Εκκλησία. Ἡ Δευτέρα Παρουσία ἀποτελεῖ τήν προοπτική καί τήν προσμονή τῶν Χριστιανῶν. Οἱ Χριστιανοί τρεφόμαστε και ἀπό τό μέλλον. Τό ῾ἔρχου, Κύριε ᾽Ιησοῦ᾽ (᾽Απ. ᾽Ιωάν. 22,20) εἶναι ἡ κραυγή τοῦ πιστοῦ πού νιώθει τήν καρδιά του νά φλέγεται ἀπό τόν ῾᾽Ηγαπημένον᾽ (Πρβλ. ᾽Εφ. 1,6), τόν ᾽Ι. Χριστό.
 Ἡ Δευτέρα Παρουσία ὅμως θά φέρει καί τήν τελική κρίση τῶν ἀνθρώπων. Στήν κρίση αὐτή καί στή συνέχειά της, τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία θά κυριαρχεῖ πλήρως ὁ Κύριος, βλέπουμε τήν ὁριστική καί τελική ἔκφραση τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου, στοιχεῖο τοῦ ὁποίου εἶναι καί ἡ ᾽Ανάληψή Του. Ὁ Χριστός βασιλέας εἶναι ὁ νικητής Χριστός: κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ διαβόλου, κατά τῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου. ῾Δεῖ γάρ αὐτόν βασιλεύειν ἄχρις οὗ ἄν θῇ πάντας τούς ἐχθρούς ὑπό τούς πόδας αὐτοῦ...῞Οταν δέ ὑποταγῇ αὐτῷ τά πάντα, τότε καί αὐτός ὁ υἱός ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τά πάντα, ἵνα ᾖ ὁ Θεός τά πάντα ἐν πᾶσιν᾽ (Α´Κορ. 15, 25.28).