ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

 Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Ξέρετε ποιος πραγματικά είναι
ο Άγιος Βασίλειος ή σας έχουν και εσάς μπερδέψει;
       Ο βίος του Αγίου Βασιλείου, Μέγα τον αναφέρει το Ορθόδοξο Συναξάρι, του Αρχιεπίσκοπου Καισαρείας της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, είναι εν ολίγοις γνωστός και αν δεν τον γνωρίζουμε, εύκολα μπορούμε να τον βρούμε είτε στα βιβλιοπωλεία είτε στo διαδίκτυο και να μάθουμε μερικές από τις αρετές του και περιστατικά από την ζωή του και έτσι να καταλάβουμε τις τεράστιες διαφορές του Αγίου Βασιλείου της Ορθοδοξίας και του «Santaclaus» ή «Saint Nicolas» όπως αλλιώς αποκαλείτε η περίεργη αυτή χοντρή κοκκινοφορεμένη φιγούρα των Χριστουγέννων που κατακλύζει τις μέρες αυτές τις τηλεοράσεις και τα εμπορικά καταστήματα ζητώντας μας να αγοράσουμε τα προϊόντα του.
Η ελληνική κοινωνία, βαθιά Ορθόδοξη και ανθεκτική στις επιθέσεις του υπόλοιπου παγκοσμιοποιημένου προτύπου ζωής, μέχρι τώρα είχε καταφέρει να κρατήσει τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα της, όμως ο πόλεμος που έχουν ανοίξει τα διάφορα κέντρα εμπορευματοποίησης όποιας αξίας ή όποιου προσώπου πουλά και βγάζει κέρδος, είναι πλέον άνισος και ίσως η Ελλάδα μας, που τώρα αδίκως δοκιμάζετε, να έχει ανάγκη βοηθείας από ανθρώπους που θα σηκώσουν το ανάστημα τους και θα αντεπιτεθούν στον εξευτελιστικό εξευρωπαϊσμό που μας προσφέρουν για κατανάλωση, τα μέσα ενημέρωσης και οι καθ'όλα πανούργοι διαχειριστές τους.
Έτσι τις γιορτινές μέρες που διανύουμε περιμένοντας την έλευση του Θείου Βρέφους, οι τηλεοράσεις στα σπίτια μας, όλο και πιο συχνά αναφέρουν την λέξη "Χριστούγεννα", λες και δεν έχει καμία σχέση με τον Χριστό, εννοώντας πάντα μια εποχή του χρόνου όπου οι άνθρωποι χαίρονται και ευχαριστιούνται έτσι χωρίς λόγο, λες και Χριστούγεννα δεν σημαίνει την Γέννηση του Χριστού, αλλά την διάθεση μας για ασύδοτο φαγητό, ξέφρενο γλέντι, δώρα, εκδρομές και περίεργες διασκεδάσεις.
Αυτές τις ημέρες που είναι μεγάλης αξίας για το ανθρώπινο γένος, ακούμε διαρκώς το όνομα του Αιβασίλη, και ο νους μας τρέχει σε έναν χοντρό κοκκινοντυμένο γέρο, ξεχνώντας τον πραγματικό Άγιο Βασίλειο της Ορθοδοξίας και την άδολη αγάπη του για τα παιδιά όλου του κόσμου, καθώς οι τηλεοράσεις στα σπίτια μας προβάλλουν ένα περίεργο ασπροργένη παππού, ο οποίος πίνει Coca cola, ή πουλά tablets, τηλεοράσεις και κινητά τηλέφωνα, διαφημίζει οινοπνευματώδη ποτά, συναναστρέφεται με γυναίκες που κυκλοφορούν με τα εσώρουχα τους και ένα σωρό ακόμα ασχήμιες. 
       Εμείς πάντως την 1η του Ιανουαρίου κάθε έτους, μαζί με την Περιτομή του Χριστού, εορτάζουμε και τον Άγιο Βασίλειο με την ψιλόλιγνη παρουσία και τα κατάμαυρα γένια, που φορά την αυτοκρατορική στολή του Αρχιεπισκόπου Καισαρείας και ευλογεί τον λαό του και όλο τον κόσμο.
   Αυτόν τον Άγιο γνωρίζουμε, αυτόν μαθαίνουμε στα παιδιά μας και αυτόν τιμούμε, πηγαίνοντας στην εκκλησία και συμμετέχοντας στην Θεία Λειτουργία του και όχι κάποιον χοντρό κοκκινοντυμένο με σκούφο και μπότες άνθρωπο, που τον τραβά με έλκηθρο ο Ρούντολφ το ελαφάκι, ούτε κάποιον που έχει εργοστάσιο παιχνιδιών στον Βόρειο Πόλο και για εργάτες έχει ξωτικά με μυτερά αυτιά, ούτε κάποιον που μπαίνει στις καμινάδες των σπιτιών μας για να φέρει δώρα στα παιδιά μας.
     Δεν είναι αδελφοί μου αυτό το καρναβάλι, ο «santaclaus», o Άγιος Βασίλειος που σας περιέγραψα πιο πάνω. Εξάλλου «Saint Nicolas» είναι ο Άγιος Νικόλαος στα αγγλικά. Βλέπετε πόσο μπερδεμένοι είναι οι Δυτικοί και προσπαθούν να μας επιβάλουν και εμάς αυτήν την περίεργη φιγούρα Αγίου;
       O Άγιος Βασίλειος ήταν ένας ισχνός και αδύνατος... στο σώμα μόνο, Επίσκοπος, στην Μ. Ασία και συγκεκριμένα στη Καισάρεια, που αγάπησε και αγαπήθηκε από το ποίμνιο του όσο κανείς άλλος, βοήθησε και αγάπησε τα παιδιά και τον συνάνθρωπο του, τον ανήμπορο, τον ενδεή, τον ταλαιπωρημένο όσο κανείς άλλος και πέθανε σε ηλικία μόλις 47 ετών, πάμφτωχος αφού έδωσε όλο του τον εαυτό και μοίρασε όλο το πλούσιο βιός του στους φτωχούς.
        Μοιάζουν σε τίποτα αυτά τα δύο πρόσωπα; Τι λέτε; Το ένα, αυτό του Αγίου Βασιλείου είναι καταγεγεγραμμένο στην ιστορία, και όχι μόνο στην εκκλησιαστική, σαν άνθρωπος της επιστήμης, της ρητορικής, ακαδημαϊκός και φιλόσοφος που άφησε σημαντικό έργο πίσω του. Το άλλο πρόσωπο είναι ένας χοντρός παππούς με άσπρα γένια, κόκκινη κάπα, κόκκινο σκούφο με άσπρο φουντάκι, και μαύρες γυαλιστερές μπότες. Έχει εργοστάσιο παιχνιδιών σε χώρες παράξενες, κάνει παρέα με ξωτικά  και δεν κάνει τίποτε άλλο όλο τον χρόνο, περιμένοντας την ημέρα των Χριστουγέννων για να πετάξει με το έλκηθρο του και να τρυπώσει στις καμινάδες των σπιτιών και να μοιράσει δώρα στα παιδιά ανάλογα με την συμπεριφορά τους, αφού πρώτα όμως τα διαφημίσει και πάρει τα ποσοστά του από τα δώρα αυτά.
        Αυτός, ο κατά τα άλλα συμπαθέστατος παππούς, όπως καταλαβαίνετε δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά βγαλμένο από κάποιο παραμύθι, πολύ πρόσφατα, από εταιρίες παιχνιδιών και αναψυκτικών, που εκμεταλλεύονται την ανάγκη των ανθρώπων και ιδιαίτερα των παιδιών για ιστορίες με φανταστικούς ήρωες, την συνδυάζουν αναίσχυντα με την Γέννηση του Χριστού, την αντιπαραβάλουν με τον Μέγα Άγιο Βασίλειο της Ελλάδα και με τον Άγιο Νικόλαο στην Δύση, που τους αγαπάει πολύ όλη η χριστιανοσύνη, μετά την διαφημίζουν και την σερβίρουν  στις ψυχές των παιδιών προς κατανάλωση χωρίς να ενδιαφέρονται ποιες πραγματικά είναι οι ψυχές αυτές, με τεράστιο όμως ενδιαφέρον για τις τσέπες των γονέων τους.
       Εδώ στην Ελλάδα τέτοια φιγούρα δεν την έχουν ανάγκη τα παιδιά μας. Σας παρακαλώ από τα βάθη της καρδιάς μου, μην καλλιεργείτε στις ψυχούλες των παιδιών σας αυτό το κατασκεύασμα. Αντίθετα, σε συνεργασία με τους δασκάλους μας, τους κατηχητές μας, τους ιερείς στις εκκλησιές μας, μάθετε τους τον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα, τον  Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καπαδοκίας στην πονεμένη Μικρά Ασία. Αυτόν έχουν ανάγκη τα παιδιά, τον πραγματικό Άγιο Βασίλη, που μαζί με τους άλλους δύο Ιεράρχες μας, τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, είναι οι προστάτες των νέων και της παιδείας, των δημόσιων και κατηχητικών σχολείων. Και αυτούς σαν πρότυπα οφείλουμε εμείς να τους διδάξουμε, οι γονείς, οι συγγενείς, οι ιερείς, οι κατηχητές, αν θέλουμε υγιή παιδιά σε μια κοινωνία αγάπης και ανθρωπιάς.
 ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ


            Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί ἀδελφοί, κάνοντας χρήση τῆς διακριτικῆς αὐθεντίας της ἀπέδωσε σέ πολύ λίγα ἀπό τά παιδιά της τήν προσωνυμία Μέγας.  Ἕνα τέτοιο πρόσωπο ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας.  Ὁ Βασίλειος γεννήθηκε κατά πᾶσα πιθανότητα στή Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, τό ἔτος 330 μ.Χ.  Ὁ πατέρας του, Βασίλειος, καταγόταν ἀπό τόν Πόντο καί ἡ μητέρα του Ἐμμελία ἀπό τήν Καππαδοκία.  Τά δύο γενεαλογικά δέντρα εἶχαν ἀριστοκρατική καταγωγή καί τόν ἴδιο δρόμο ἀκολούθησαν καί οἱ  ἀπόγονοί τους.

            Ἡ οἰκογένεια τοῦ Βασιλείου ἦταν πολύτεκνη, ἀφοῦ εἶχε πέντε θυγατέρες καί τέσσερις υἱούς.  Ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή, ἡ Μακρίνα, ἐγένετο μοναχή μέ τή φερώνυμη γιαγιά της.  Τρεῖς ἀπό τούς υἱούς ἐγένοντο Ἐπίσκοποι καί ἕνας μοναχός.  Μεταξύ τῶν προγόνων του ὑπῆρχαν μάρτυρες τῆς πίστεως.  Αὐτός σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ὀρφάνεψε ἀπό πατέρα καί ἔτσι ἡ φροντίδα τῆς ἀνατροφῆς καί μορφώσεως ὅλων τῶν παιδιῶν παρέμεινε στήν εὐθύνη τῆς εὐσεβεστάτης μητρός των.  Ὁ πατέρας τοῦ Βασιλείου ὑπῆρξε διδάσκαλος καί ρήτορας, κάποιοι δέ πιστεύουν ὅτι ἦταν καί ἱερέας.

            Ὁ Βασίλειος σπούδασε στά καλύτερα κέντρα τῶν γραμμάτων τῆς ἐποχῆς του.  Τέτοια ἦταν ἡ Καισάρεια, ἡ Κωνσταντινούπολη καί ἡ Ἀθήνα.  Ἐκεῖ ἔτυχε λιπαρᾶς παιδείας ἀπό διακεκριμένους δασκάλους.  Στήν Καισάρεια γνώρισε τόν κατόπιν διά βίου φίλο του Γρηγόριο τόν Ναζιανζηνό, τοῦ ὁποίου ἡ φιλία συνεχίσθηκε στήν Ἀθήνα καί ὑπῆρξε  παροιμιώδης.  Ἐκεῖ γνώρισε ἐπίσης τόν Ἰουλιανό τόν Παραβάτη.

            Ὁ Βασίλειος διηκόνησε τήν Ἐκκλησία ἀπό τή θέση τοῦ διακόνου, τοῦ ἱερέως καί γιά μιά πενταετία ὡς Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, διαδεχθείς τόν Εὐσέβιο Καισαρείας.  Ἡ ποιμαντική του ἐργασία διεκρίθη στή φιλανθρωπία καί στήν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων.  Τό φιλανθρωπικό του ἔργο μεσουράνησε μέ τή δημιουργία τοῦ συγκροτήματος τῆς γνωστῆς ὡς Βασιλειάδας, ἡ ὁποία ἐκάλυπτε σχολές ὀρφανῶν, οἴκους προστασίας τῶν γυναικῶν, συσσίτια διατροφῆς τῶν πτωχῶν καί νοσοκομεῖα νοσηλείας τῶν ἀσθενῶν.  Ἐπιπρόσθετα σώζεται πλῆθος κειμένων θεολογικῶν καί ἐπιστολῶν, οἱ ὁποῖες ἀπευθύνονται σέ ἰδιῶτες καί κληρικούς καί καλύπτουν πλῆθος θεμάτων.
3
Ἡ θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἀποδίδεται στό Μέγα Βασίλειο, τελεῖται δέκα φορές τό χρόνο.  Αὐτές εἶναι τήν πρώτη Ἰανουαρίου, ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Ἁγίου, τίς πέντε πρῶτες Κυριακές τῆς Ἁγίας καί Μ. Τεσσαρακοστῆς, τήν Ἁγία Πέμπτη, τό Ἅγιο Σάββατο, τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Φώτων.  Πρόκειται γιά ἕνα βαθυστόχαστο καί θεολογικώτατο κείμενο.

            Νά παρατηρήσουμε δέ, ὅτι τήν ἡμέρα τῆς ταφῆς τοῦ Ἁγίου ἡ κοσμοσυρροή ὑπῆρξε τόση, ὥστε ἀπέθαναν ἄνθρωποι κάτω ἀπό τήν πίεση τοῦ πλήθους.  Ὁ Βασίλειος συνεορτάζεται στίς 30 Ἰανουαρίου, μαζί μέ τούς Ἱεράρχας Γρηγόριο τό Θεολόγο καί Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, ὡς προστάτες τῶν Ἑλληνικῶν καί Χριστιανικῶν γραμμάτων.

            Ὁ Βασίλειος ἐργάσθηκε σκληρά καί συστηματικά γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρείου, οἱ ὁποῖες συνεχίσθησαν μετά τήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἐπίσης μέ τήν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τῶν Πνευματομάχων.  Αὐτός συνέβαλε πολύ στήν προετοιμασία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν ὁποία ὅμως δέν ἀξιώθηκε νά χαρεῖ, γιατί τόν πρόλαβε ὁ θάνατος σέ ἡλικία μόλις 49 ἐτῶν.  Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα
π. Συμεών Κραγιόπουλος: "Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα "
Ένα μεγάλο λάθος των χριστιανών

Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Δεν μπορούσε να γίνει άνθρωπος, ας πούμε, χωρίς τους ανθρώπους. Aλλά και δεν μπορούσε να είναι Θεάνθρωπος παρά εκ Πνεύματος Αγίου. Γεννήθηκε ο Κύριος ως άνθρωπος και γιορτάζουμε τη Γέννησή του αυτές τις ημέρες.

Πλην όμως πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι όλα βέβαια γίνονται για μας τους ανθρώπους, σ' όλα έχουμε συμμετοχή οι άνθρωποι ως άνθρωποι, αλλά όλα όμως γίνονται διά του Πνεύματος του Αγίου.

Όσο και αν από την ανθρώπινη πλευρά ετοιμασθούμε, προσέξουμε, εργασθούμε, κοπιάσουμε, προσφέρουμε τα πάντα, δεν θα είναι τίποτε αυτό, εάν δεν έρθει το Άγιο Πνεύμα, εάν δεν εργασθεί το Άγιο Πνεύμα, εάν δεν ενεργήσει το Άγιο πνεύμα. Κάνουμε λάθος μεγάλο, όταν ως χριστιανοί δεν λαμβάνουμε υπόψιν αυτή την αλήθεια πάντοτε και ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες, ότι το Άγιο πνεύμα είναι εκείνο που ενεργεί τα πάντα. Αυτό δεν το λαμβάνουμε υπόψιν.

Όχι μόνο οι συνηθισμένοι χριστιανοί κάνουν πολλά πράγματα αυτές τις ημέρες λόγω των εορτών, όμως εντελώς από την ανθρώπινη πλευρά, αλλά και οι καλοί χριστιανοί, εκείνοι δηλαδή που υποτίθεται ότι έχουν μιά κάποια γνώση, εκείνοι που υποτίθεται ότι κάνουν πνευματικό αγώνα, εκείνοι που υποτίθεται ότι πιστεύουν και ζουν δια πίστεως, μένουν σ' αυτό που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Και στο σπίτι που είναι και στο ναό όταν έρθουν, απλώς προσπαθούν ανθρωπίνως να συμμετάσχουν στο μυστήριο του Θεού.

Φυσικά ο άνθρωπος τι μπορεί να κάνει;
Τα ανθρώπινα μπορεί να κάνει. Και θα λέγαμε ότι ο Θεός αυτό θέλει από τον άνθρωπο, να βάλει το ανθρώπινο μερτικό. Όμως αυτό πρέπει να γίνεται πάντοτε με την προϋπόθεση ότι θα ενεργήσει ο Θεός, πάντοτε με την προϋπόθεση ότι τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Πρέπει να γίνεται έτσι, ώστε όλος ο κόπος, όλη η προσπάθεια, όλο το δόσιμο, όλη η ετοιμασία, όλη η ανθρώπινη εργασία να είναι ένα άνοιγμα της ψυχής στην Χάρι του Θεού, ένα άνοιγμα της ψυχής στην Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Πρωτίστως να πιστεύει κανείς έτσι και να αναμένει κατ' αυτόν τον τρόπο και πάντοτε μ' αυτή την ελπίδα να εργάζεται, αλλά και γενικότερα να παίρνει αυτή τη στάση.
Εργασία στην καθεμιά ψυχή εκ Πνεύματος Αγίου

Πολλές φορές στους πνευματικούς λεγόμενους ανθρώπους, που, όπως είπαμε, κάνουν κάποια προσπάθεια, και τον άλλο καιρό και μέσα στη εκκλησία γιγαντώνεται από μέσα τους... Ποιό άλλο; Η ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, ο εγωισμός που έχουν, η φιλαυτία που υπάρχει μέσα τους. Στους πνευματικούς ανθρώπους, καθώς μάλιστα αγωνίζονται πνευματικά, αυτά γιγαντώνονται. θα έλεγε κανείς, όχι απλώς απελευθερώνονται από τα δεσμά τους, τα οποία δεσμά μπορεί να βάλει ο άνθρωπος σ' αυτά, αλλά και σαν να ενισχύονται, σαν να φορτίζονται, σαν να προμηθεύονται επιπλέον και κάποια δύναμη ακόμη και ξεπετάγονται μέσα από την ψυχή και ορθώνονται. Πού; Ενώπιον του Θεού. Έτσι, δεν έχει περιθώρια το πνεύμα του Θεού να επισκιάσει την ψυχή. Δεν έχει περιθώρια να καταλαγιάσει, να κουρνιάσει, αν θέλετε, το πνεύμα του Θεού μέσα στην ψυχή, να εργασθεί, για να φωτίσει την ψυχή, για να την κάνει την ψυχή να νιώσει το μυστήριο του Θεού, να το καταλάβει όσο γίνεται, να το δεχθεί και να το ζει. Να γίνει δηλαδή μία εργασία στην καθεμιά ψυχή εκ Πνεύματος Αγίου και του ιδίου του ανθρώπου. Του κάθε ανθρώπου, αλλά εκ Πνεύματος Αγίου.

Πώς μπορούμε να γιορτάσουμε Χριστούγεννα, εάν δεν ενεργήσει το Άγιο πνεύμα; Πώς μπορείς να καταλάβεις τί είναι Χριστούγεννα, να ζήσεις τα Χριστούγεννα, εάν δεν ενεργήσει το Άγιο Πνεύμα; Πώς μπορείς να καταλάβεις τί είναι Θεία Λειτουργία, τι είναι Θεία Κοινωνία, τι είναι αγάπη του Θεού, τι είναι όλα αυτά, εάν δεν ενεργήσει το Άγιο πνεύμα, εάν δεν δώσει το Άγιο πνεύμα, εάν δεν δημιουργήσει το Άγιο πνεύμα; Τα ανθρώπινα, όσο τέλεια και αν είναι, είναι πάντοτε πολύ φτωχά και αμαρτωλά. Αν είσαι απλώς ένας χριστιανός, ένας πνευματικός άνθρωπος, θα πηγαίνεις, θα έρχεσαι κάτι ν' αρπάξεις από την Χάρι του Θεού. Αυτό δεν είναι δύσκολο· αυτό το κάνει ο καθένας. Όμως είναι δύσκολο να παραδεχθεί κανείς ότι είναι φτωχός, είναι δύσκολο να παραδεχθεί κανείς ότι, ό,τι και να κάνει, αν δεν ενεργήσει ο Θεός, δεν κάνει τίποτε.

Δύσκολο, ξεδύσκολο πρέπει να αποφασίσουμε...
Δύσκολο είναι να ταπεινωθεί ο άνθρωπος. Ας βλέπει τον Κύριο ταπεινωμένο εκεί στη φάτνη. Ας βλέπει τον Κύριο θυσιαζόμενο για μας. Ας βλέπει την αγάπη του. Ο άνθρωπος και πάλι έχει τόση αγάπη στον εαυτό του! Είναι τόσο δεμένος με τα δικά του! Τα οποία μάλιστα δικά του τα φτιάχνει και πνευματικά, ενώ είναι φιλαυτία. Γι' αυτό, είπα, γιγαντώνεται ο εγωισμός. Είναι δύσκολο να ταπεινωθούμε. αλλά δύσκολο-ξεδύσκολο πρέπει να τον ξεπεράσουμε τον εγωισμό.

Δύσκολο-ξεδύσκολο πρέπει να το αποφασίσει όποιος έχει διάθεση να γίνει χριστιανός αληθινός, όποιος έχει διάθεση, αν μπορώ να πω έτσι, να μην πάει γι' αυτόν χαμένο το έργο του Θεού, χαμένη η οικονομία του Θεού, το ότι δηλαδή ο Θεός γίνεται άνθρωπος.

Όποιος έχει διάθεση να μην αφήσει να πάει χαμένο γι' αυτόν το έργο του Θεού, η οικονομία του Θεού, ας μην περιμένει άλλο, βλέποντας τον Κύριο, τον νεογέννητο Κύριο, βλέποντας την ταπείνωσή του, τη θυσία του, την αγάπη του, όλη αυτή τη συγκατάβασή του που γίνεται για τον άνθρωπο. δεν γίνεται για κανέναν άλλο ή για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γίνεται για τον άνθρωπο. Για σένα που έχεις τουπέ, για σένα που έχεις όλην αυτή την κατάσταση μέσα σου. Και μάλιστα μην τυχόν τη δει κανείς, μην τυχόν την αγγίξει κανείς· είσαι έτοιμος να αντιδράσεις. Μπορεί κατά τα άλλα να φαίνεσαι πνευματικός άνθρωπος και να κάνεις τον πνευματικό άνθρωπο, όμως βαθιά μέσα σου υπάρχει αυτό το θεριό.

Το θαύμα...

Ο Κύριος πέρα από όλα τα άλλα που θα κάνει, και με το παράδειγμα, και μ' αυτή την πραγματικότητα της ζωής του, έρχεται να ταρακουνήσει εσένα τον άνθρωπο που έχεις φιλότιμο, τον καλής διαθέσεως άνθρωπο. Ο άλλος δεν θα προσέξει, δεν θα δώσει σημασία. Σ' εσένα και για εσένα έρχεται ο Κύριος να σε κάνει επιτέλους να προσέξεις, να σε κάνει να φιλοτιμηθείς, να συγκινηθείς, να ταπεινωθείς και να ξεγράψεις τον εαυτό σου μια για πάντα ή, καλύτερα, να παρακαλέσεις να σε βοηθήσει να γίνει αυτό, διότι ο άνθρωπος και αυτό δεν μπορεί να το κάνει, όσο και αν θέλει.

Ο Κύριος ο οποίος άφησε τους ουρανούς για μας, όταν δει φιλότιμο άνθρωπο, όταν δει καλής διαθέσεως άνθρωπο, που πράγματι κατάλαβε περί τίνος πρόκειται και θέλει να ελευθερωθεί από τα δεσμά τού εγώ του και να γίνει κατά Θεόν άνθρωπος, άνθρωπος του Πνεύματος, θα ενεργήσει δραστικά -ξέρει πώς θα ενεργήσει-και το θαύμα αυτό θα γίνει.

Θαύμα είναι η ενανθρώπηση του Χριστού, αλλά και θαύμα είναι να παύσει ο άνθρωπος να είναι αυτό που είναι, δηλαδή παλαιός άνθρωπος και να γίνει νέος άνθρωπος. Διότι ό,τι θα γίνει, δεν θα είναι ένα κατόρθωμα του ανθρώπου, αλλά θα είναι ένα έργο του Αγίου Πνεύματος. Θαύμα είναι. Και αυτό το θαύμα έρχεται ο Κύριος δια του θαύματος του δικού του, ας πούμε, να πραγματοποιήσει σε καθεμιά ψυχή.

Να παρακαλέσουμε τον Κύριο...

Ας ευχηθούμε, αδελφοί μου, ας ευχηθούμε. Είναι μυστήρια αυτά. Μπορεί να τα λέμε, να τα ξαναλέμε, αλλά πόσο καταλαβαίνει ο καθένας; Πόσο αγγίζει τον καθένα το μυστήριο; Ωστόσο όμως πρέπει να γίνει αυτό σ' όλους. Δεν εξαιρείται κανένας. Ο Κύριος θα μας φωτίσει, θα μάς βοηθήσει, θα θελήσει, αν θέλετε να πω έτσι, να κάνει λίγο ακόμη συγκατάβαση. Γιατί θέλει ο καθένας μας ιδιαίτερη συγκατάβαση και ιδιαίτερη ταπείνωση από τον Θεό και ιδιαίτερη αγάπη.

Να παρακαλέσουμε τον Κύριο που γιορτάζουμε τα γενέθλιά του και που, όσο μπορούμε, δείχνουμε την αφοσίωσή μας σ' αυτόν, την πίστη μας, την αγάπη μας, να κάνει και αυτό το ιδιαίτερο στον καθένα μας, ώστε να συντελεσθεί το θαύμα. Δηλαδή όντως να έρθει μέσα μας η Χάρις του Θεού, όντως να μορφωθεί μέσα μας ο Χριστός διά της Χάριτος του Θεού, όντως να παύσουμε να είμαστε παλαιός άνθρωπος και να γίνουμε νέος άνθρωπος, εν Χριστώ Ιησού δια Πνεύματος Αγίου.
29-12-1985

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΙΩΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΦΑΝΑΡΙΟΦΕΡΣΑΛΩΝ

Κυριακὴ Μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν (Μάτθ. β΄ 13-23)

(29 Δεκεμβρίου 2013)



ΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ



Συντονισμένοι καθὼς εἴμαστε στὴ χριστουγεννιάτικη ἀτμό­σφαιρα, ὅλο καὶ φέρνουμε τὴ σκέψη μας στὴ μεγάλη γιορτή. Οἱ συ­ζητήσεις μας περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὰ γεγονότα τῶν Χρι­στουγέννων. Καὶ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἔχει σχέση μ’ ὅλα αὐτά. Ἂς τὴ θυμηθοῦμε.



* * *

Τὸ ἱερὸ κείμενο.

Οἱ πρῶτες μέρες μετὰ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου μας πέρασαν. Τὰ ὅλα γεγονότα ἦταν ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικά. Ἡ παρουσία τῶν ἀγγέλων, οἱ φωτισμένοι βοσκοί, ἡ ἐπίσκεψη τῶν σοφῶν μάγων...

Ὅταν οἱ μάγοι, μετὰ ἀπὸ ὅσα εἶδαν κοντὰ στὸ Χριστό, ἔφυ­γαν γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν στὴ πατρίδα τους, ἕνας ἄλλος ἄγγελος πα­ρουσιάστηκε καὶ πάλι στὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ παρήγγειλε: Φύγε μα­κρυά, στὴν Αἴγυπτο... Γιατὶ ὁ Ἡρώδης θέλει νὰ σκοτώσει τὸν Ἰη­σοῦ... Κι ὁ Ἰωσήφ, χωρὶς καθυστέρηση, ὑπακούοντας στὴ θεία ἐντολή, παίρνει τὴν Παναγία μας καὶ τὸ μικρὸ Χριστὸ καὶ ξεκινοῦν γιὰ τὸ μακρυνὸ ταξίδι στὴν Αἴγυπτο.

Ὁ Ἡρώδης ποὺ εἶχε ταραχθεῖ στὴν πληροφορία πὼς κά­ποιος καινούργιος βασιλιὰς γεννήθηκε, ὅταν εἶδε νὰ περνοῦν οἱ μέ­ρες κι οἱ μάγοι νὰ μὴ φαίνονται, κατάλαβε ὅτι «ἐνεπαίχθη», ἀπὸ αὐ­τούς. Ὅτι τὸν καρόϊδεψαν. Καὶ ἀποφασίζει νὰ ἐνεργήσει δραστικά. Νὰ φονεύσει ὅλα τὰ μικρὰ παιδιὰ «ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω», γιὰ νὰ εἶναι σίγουρος πὼς ἀνάμεσά τους θὰ εἶναι κι ὁ Χριστὸς κι ἔτσι νὰ ἡσυχάσει...

Ὁ Ἰωσὴφ ἔμεινε στὴν Αἴγυπτο. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση στὸ Κάϊρο. Καὶ μετὰ ἀπὸ καιρό, ἔρχεται καὶ πάλι ὁ Ἄγγελος Κυρίου, γιὰ νὰ τὸν καλέσει νὰ ἐπιστρέψει. Γιατί «τεθνήκασι πάντες οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου». Κι αὐτὸς συμμορφώνεται ξανὰ μὲ τὴ θεία ἐντολή. Καὶ ὅταν ἐπιστρέφει στὴν περιοχὴ τῆς Ἰου­δαίας, καὶ πάλι ἕνας ἄγγελος τοῦ ὑποδεικνύει νὰ μὴ μείνει ἐκεῖ, ἀλλὰ νὰ πάει στὴ Γαλιλαία. Κι ἔτσι ἐγκαταστάθηκε στὴν Ναζαρὲτ ποὺ δὲν εἶχε καὶ ἰδιαίτερα καλὴ φήμη.



* * *

Διδάγματα ἀπὸ τὴν περικοπή.

1. Ὁ Θεὸς ἐργάζεται συνέχεια γιὰ τὸ καλό μας. Ἡ θεία Του βουλὴ ἀποκαλυπτόταν συνέχεια στὸν Ἰωσὴφ μὲ θεία μηνύματα. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε συχνὰ στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθή­κης, στοὺς προφῆτες. Ἀλλὰ καὶ μετά, στὴ ζωὴ τῆς πρώτης Ἐκκλη­σίας βλέπουμε συχνὰ κάτι τέτοιο.

Ὁ Θεὸς μᾶς εἰδοποιεῖ καὶ μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας, μὲ ποικίλους τρόπους. Μὲ διάφορα γεγονότα, μὲ κάποιες γνωριμίες, μὲ δοκιμασίες, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνθρώπους Του. Κι ἀκόμα καὶ μὲ ἀγγέλους Του!

2. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν «δίκαιος». Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δηλαδή. Μὲ ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ καρδιά. Μὲ ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη στὸν Θε­ὸ καὶ τὸ θέλημά Του. Καὶ συμμορφωνόταν ἀμέσως σὲ κάθε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς νὰ βάζει ἐρωτηματικά, νὰ ἐξετάζει μὲ τὴ λογική, νὰ σκέπτεται πὼς θὰ γίνει ἔτσι τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Καὶ φυσικὰ καὶ ἀμέτρητοι ἄλλοι ἔκαναν τὸ ἴδιο.

Ὅμως ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ συχνὰ ἀμφιβάλλουμε. Βάζουμε μπροστὰ τὴ λογικὴ κι ὄχι τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέ­λημα. Ζητᾶμε νὰ τὰ καταλάβουμε μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα, θέλουμε ἀποδείξεις... Κι αὐτό, γιατί κάπου εἴμαστε κολλημένοι, κάπου εἴ­μαστε δεμένοι. Καὶ βολευόμαστε σ’ αὐτὴ τὴν κατάστασή μας.

3. Κι ἔτσι βλέπουμε καὶ σήμερα οἱ πολλοὶ νὰ ζητοῦν ἀπο­κα­λύψεις. Τρέχουν νὰ βροῦν φωτισμένους, διορατικοὺς γεροντάδες. Ψάχνουν νὰ ἐξιχνιάσουν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν.. νὰ μάθουν τί θὰ γί­νει στὸ μέλλον... Καὶ φυσικὰ χωρὶς νὰ κάνουν ὑπακοὴ σ’ ὅσα τοὺς λένε...

Κι αὐτά, γιατί δὲν ἔσκυψαν νὰ προσκυνήσουν μὲ ταπεινὴ καρδιὰ καὶ βαθειὰ πίστη τὸ νεογέννητο Χριστό, καὶ νὰ κάνουν κάτι διαφορετικὸ στὴ ζωή τους. Νὰ ἀκολουθήσουν τὸ Χριστό, τὸ Σω­τήρα, τὸ Λυτρωτή...



* * *

        Ἂς ἀποφασίσουμε ἐπὶ τέλους, ἀδελφοί μου, νὰ βαδίσουμε πιὸ σοβαρὰ στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τὸ μήνυμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν εἶναι τὸ «ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν»! Ἔτσι μόνο θὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴ λυτρωτικὴ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς σωτηρίας!

(Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως)
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΙΩΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΦΑΝΑΡΙΟΦΕΡΣΑΛΩΝ

Κυριακή μετά τά Χριστούγεννα (Ματθ. β΄ 13-23)

30 Δεκ 2012

ΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ



Ο ΗΡΩΔΗΣ ΖΕΙ!



«Τεθνήκασι πάντες οἱ ζητοῦντες τήν ψυχήν τοῦ παιδίου»

       Ὁ Χριστός μας ἦλθε στή γῆ μας ὅσο πιό ἀθόρυβα καί τα­πεινά. Ὅμως κάποια σημάδια, κάποια γεγονότα ἔκαναν γνωστή τήν παρουσία του. Ἡ ἐμφάνιση τῶν ἁγίων ἀγγέλων, οἱ ἁπλοί ποι­μένες, οἱ σοφοί μάγοι, ἔπαιξαν σπουδαῖο ρόλο σ’αὐτό. Ἀκόμα κι ὁ Ἡρώδης, πού ἀσχολήθηκε καί ἀνησύχησε γιά τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ...



* * *

α) Ὁ Ἡρώδης.

1. Ποιός ἦταν αὐτός; Βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ τήν ἐποχή πού γεννή­θη­κε ὁ Χρι­στός. Ἡ ἱστορία τόν περιγράφει μέ τά πιό μελανά χρώ­μα­τα. Τόν χα­ρακτηρίζει ἐγκληματία, αἱμοβόρο, φονιᾶ, ἐκδικητή, φι­λόδοξο, ἀκόμα καί κτῆνος! Δέν ὑπάρχει κακό πού νά μήν τό ἔ­κανε. Ὄχι παράδοξο, λοιπόν, πού πρόσθεσε καί τή σφαγή τῶν νηπίων.

2. Καί τότε ἦταν κάπου 70 ἐτῶν! Φοβήθηκε μήπως αὐτός ὁ νεο­γέννητος «βασιλιᾶς», ἐπιβουλευθεῖ τό θρόνο του. Καί αφοῦ ἀπέτυ­χε στό πρῶτο του πονηρό σχέδιο, καί εἶδε ὅτι «ἐνεπαίχθη ὑπό τῶν μάγων», κατέφυγε σέ ἄλλο τέχνασμα, πιό ἀπαίσιο: Ἔστειλε καί «ἀνεῖλεν πάντας τούς παῖδας ἀπό διετοῦς καί κατωτέρω».



β) Ὄχι μόνο τότε.

1. Ὅλοι τόν κατακρίνουμε τόν τόσο κακό αὐτόν Ἡρώδη. Ὅμως δυστυχῶς Ἡρῶδες ὑπάρχουν καί σήμερα. Ὄχι ἕνας, ἀλλά ἀμέ­τρητοι! «Λεγεών», οἱ διάδοχοί του. Σκοτώνουν τά παιδιά, κυρίως ψυχικά. Ποῦ νά γυρίσει κανείς καί νά μή βρεῖ ἕνα πλῆθος ἀπό αὐτούς τούς κατά τά ἄλλα «κυρίους», πού κυριευμένοι ἀπό τήν ἐπιθυμία παράνομου κέρδους, δέ σκέπτονται τίποτα ἀπό τή ζημιά πού κάνουν.

2. Καί μόνο τήν τηλεόραση νά σκεφθεῖ κανείς, φτάνει γιά νά δεῖ πό­σο φοβερό σχολεῖο ἐγκλήματος εἶναι. Καί ὄχι μόνο. Πόσες ἰ­στοσελίδες στό ἴντερνετ, πού ἔχουν μέχρι καί παιδική πορνογρα­φία, ἤ πονηρά μηνύματα στά κινητά, παρα­σύρουν στή διαφθορά τό­σα καί τόσα παιδιά. Τί νά ποῦμε κοντά σ’ αὐτά γιά τίς καφετέ­ριες καί τίς ντίσκο, γιά τά σκυλάδικα καί τούς προ­αγωγούς, τούς ἔμπορους τῶν ναρκωτικῶν ἤ τῆς σάρκας καί τούς τόσους ἄλλους πού παρασύρουν στή διαφθορά καί σκοτώνουν τά νεαρά παιδιά σι­γά-σιγά...



γ) Κάτι ἀκόμα χειρότερο!

1. Ναί, ὑπάρχει καί κάτι πιό χειρότερο ἀπό αὐτά. Εἶναι αὐτοί πού σκοτώνουν κατ’ εὐθείαν καί τό σῶμα! Ἔχουμε κατακτήσει σάν ἔ­θνος καί στό θέμα αὐτό ἕνα ἀπίθανο ρεκόρ μέ τίς ἐκτρώσεις. Ἑκα­τοντάδες χιλιάδες γίνονται στήν πατρίδα μας κάθε χρόνο. Περισ­σότερα ἀπό 1000 ἔμβρυα σκοτώνονται κάθε μέρα! Ἐξαίρεση ἀπο­τελοῦν πιά, αὐτοί πού δέν μπῆκαν σ’ ἕνα τέτοιο πειρασμό. Ὑπο­λο­γίζουν ὅτι γίνονται στήν Ἑλλάδα κάπου 40000 ἐκτρώσεις τό χρόνο ἀπό κορίτσια μεταξύ 15 καί 18 χρονῶν!

2. Πρωταρχικό ρόλο παίζουν φυσικά στό θέμα αὐτό οἱ μητέρες. Ἤ αὐτές πού προορίζονται νά γίνουν μητέρες. Πού δἐ θέλουν ἕνα παιδί τους, ἤ θέλουν νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό μιά σύλληψη πού ἔγινε ἀπό παράνομο δεσμό... Ἀλλά εὐθύνη μεγάλη ἔχουν καί ὅσοι συμβάλλουν στό θέμα αὐτό. Οἱ γιατροί πού ἀντί νά προασπίζονται τήν ἀνθρώπινη ζωή, τήν ἀφαιροῦν γιά νά χρηματισθοῦν. Κοντά σ’ αὐτούς, οἱ σύζυγοι ἤ οἱ φίλοι καί φίλες, ἀκόμα καί οἱ γιαγιάδες. Μέ συνεργούς φυσικά τούς παράνομους νομοθέτες μας!



* * *

        Φοβερό, ἀδελφοί μου, τό ἔγκλημα τοῦ Ἡρώδη! Τί νά ποῦμε ὅμως γιά τοῦτο τό ἄλλο πού δυστυχῶς συνεχίζεται καί αὐξάνεται; Πραγματικά ὁ Ἡρώδης ζεῖ!
(Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ

ΘΕΣΣΑΛΙΩΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΦΑΝΑΡΙΟΦΕΡΣΑΛΩΝ

 Κυριακή Μετά τά Χριστούγεννα (Ματθ.  β΄ 13-23) –30 Δεκεμβρίου 2007



ΔΙΩΚΕΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ!

«Ἐλθών κατώκησεν εἰς Ναζαρέτ».

Ὁ Κύριός μας, ὡς ἄνθρωπος, πέρασε ἀπό πολλλές ταλαιπωρίες καί περιπέτειες. Αὐτά ἄρχισαν ἀπό τήν ἀρχή, ἀπό τή Γέννησή Του.

* * *

α) Οἱ διωγμοί.

1. Ὁ βασιλιάς Ἡρώδης, ἀπό τήν πρώτη στιγμή παίρνει ἐχθρική στάση κατά τοῦ Ἰησοῦ. Καταστρώνει σχέδια. Καί μέ τήν κρυφή ἐλπίδα τῆς ἐξοντώσεώς του, φονεύει ὅλα τά νήπια πού βρίσκονταν στήν περιφέρεια τῆς Βηθλεέμ.

2. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ διάδοχοί του. Στέκονται ἐχθρικά ἀπέναντι στόν Κύ­­ριο, ἀπέναντι στούς ὀπαδούς του. Πολλοί ἡγέτες, κοσμικοί ἤ καί θρησκευτικοί ἀκόμα, αὐτοκράτορες καί ἄλλοι, ἐχθρεύονται τόν Ἰησοῦ,  τούς δικούς Του.

3. Κι ὄχι, φυσικά, μόνο τότε. Σέ κάθε ἐποχή «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζεῖν», διώκονται. Καί στή δική μας ἐποχή δέ λείπουν οἱ διωγμοί κατά τῶν χρι­στιανῶν, οὔτε κι οἱ διῶκτες.



β) Ἡ ἐξορία.

1. Ὁ Ἰωσήφ μέ τή Μαρία καί τό βρέφος Ἰησοῦ, ἀναγκάζονται νά ξενι­τευ­θοῦν, νά πάρουν  τό δρόμο τῆς ἐξορίας γιά τήν Αἴγυπτο. Αὐτό τούς τό ὑποδει­κνύει ὁ ἄγγελος Κυρίου. Μέρες πολλές τό ταξίδι. Μέσα σέ τόσους κινδύνους...

2. Προκάλεσε τήν ἐξορία αὐτή ὁ ἁμαρτωλός Ἡρώδης. Καί μέσα στήν ἱ­στο­­ρία πολλοί ἄλλοι τόν ἀκολούθησαν. Καί ἐξόρισαν τό Χριστό ἀπό τή ζωή τους! Τοῦ ἔκλεισαν τήν πόρτα, τήν καρδιά τους, τή ζωή τους...

3. Καί στήν ἐποχή μας, τό ἴδιο κλίμα συνεχίζεται. Δέ σέ θέλουμε, τοῦ λένε. Φύγε μακρυά! Νοιώθουμε πώς ἡ παρουσία σου μᾶς μπερδεύει, μᾶς ἐλέγχει...



γ) Ἡ συνέχεια.

1. Ὁ Κύριος, καί στή συνέχεια, σ’ ὅλη του τή ζωή ἀντιμετωπίζει τήν περιφρόνηση, τήν εἰρωνία, τήν ἐχθρότητα. Δέν εἶναι λίγοι αὐτοί πού μέ κάθε τρόπο   βάζουν ἐμπόδια στό ἔργο Του, τό συκοφαντοῦν, τό διαβάλλουν.

2. Καί αὐτό φυσικά συνεχίστηκε καί μέ τούς ὀπαδούς Του. Τούς κατεδίωξαν, τούς πολέμησαν, τούς ὀδήγησαν στό μαρτυρικό θάνατο. Καί μέχρι τήν ἐ­πο­χή μας, πολεμεῖται ὁ Χριστός καί τό ἔργο Του ἀπό πολλούς «ἐχθρούς» Του.

3. Κι ἀνάμεσα σ’ αὐτούς εἶναι καί μορφωμένοι, σοφοί, ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ἤ καί «χριστιανοί» πού εἶναι ἀσυνεπεῖς καί μέ τή ζωή τους σκανδαλίζουν.

* * *

Σέ κάθε ἐποχή, ἀδελφοί μου, ὑπάρχουν διῶκτες, ἄνθρωποι πού τόν ἀπο­μα­κρύνουν, ἤ τόν περιφρονοῦν... Ὁπωσδήποτε ὄχι ἐμεῖς! Ὅμως εἴμαστε πραγματικά δικοί Του; Σέ μᾶς μπορεῖ νά ὑπολογίζει;

(Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως)

Κυριακὴ Μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν (Μάτθ. β΄ 13-23)

(29 Δεκεμβρίου 2013)


Συντονισμένοι καθὼς εἴμαστε στὴ χριστουγεννιάτικη ?τμόσφαιρα, ὅλο καὶ φέρνουμε τὴ σκέψη μας στὴ μεγάλη γιορτή. Οἱ συζητήσεις μας περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὰ γεγονότα τῶν Χριστουγέννων. Καὶ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπῆ ἔχει σχέση μ’ ὅλα αὐτά. Ἂς τὴ θυμηθοῦμε.



* * *

Τὸ ἱερὸ κείμενο.

Οἱ πρῶτες μέρες μετὰ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου μας πέρασαν. Τὰ ὅλα γεγονότα ἦταν ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικά. Ἡ παρουσία τῶν ἀγγέλων, οἱ φωτισμένοι βοσκοί, ἡ ἐπίσκεψη τῶν σοφῶν μάγων...

Ὅταν οἱ μάγοι, μετὰ ἀπὸ ὅσα εἶδαν κοντὰ στὸ Χριστό, ἔφυγαν γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν στὴ πατρίδα τους, ἕνας ἄλλος ἄγγελος παρουσιάστηκε καὶ πάλι στὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ παρήγγειλε: Φύγε μακρυᾶ, στὴν Αἴγυπτο... Γιατί ὁ Ἡρώδης θέλει νὰ σκοτώσει τὸν Ἰησοῦ... Κι ὁ Ἰωσήφ, χωρὶς καθυστέρηση, ὑπακούοντας στὴ θεία ἐντολή, παίρνει τὴν Παναγία μας καὶ τὸ μικρὸ Χριστὸ καὶ ξεκινοῦν γιὰ τὸ μακρυνὸ ταξίδι στὴν Αἴγυπτο.

Ὁ Ἡρώδης ποὺ εἶχε ταραχθεῖ στὴν πληροφορία πὼς κάποιος καινούργιος βασιλιὰς γεννήθηκε, ὅταν εἶδε νὰ περνοῦν οἱ μέρες κι οἱ μάγοι νὰ μὴ φαίνονται, κατάλαβε ὅτι «ἐνεπαίχθη», ἀπὸ αὐτούς. Ὅτι τὸν καρόϊδεψαν. Καὶ ἀποφασίσει νὰ ἐνεργήσει δραστικά. Νὰ φονεύσει ὅλα τὰ μικρὰ παιδιὰ «ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω», γιὰ νὰ εἶναι σίγουρος πὼς ἀνάμεσά τους θὰ εἶναι κι ὁ Χριστὸς κι ἔτσι νὰ ἡσυχάσει...

Ὁ Ἰωσὴφ ἔμεινε στὴν Αἴγυπτο. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση στὸ Κάϊρο. Καὶ μετὰ ἀπὸ καιρό, ἔρχεται καὶ πάλι ὁ Ἄγγελος Κυρίου, γιὰ νὰ τὸν λαλέσει νὰ ἐπιστρέψει. Γιατί «τεθνήκασι πάντες οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδῖου». Κι αὐτὸς συμμορφώνεται ξανὰ μὲ τὴ θεία ἐντολή.

Καὶ ὅταν ἐπιστρέφει στὴν περιοχὴ τῆς Ἰουδαίας, καὶ πάλι ἕνας ?γγελος τοῦ ὑποδεικνύει νὰ μὴ μείνει ἐκεῖ, ἀλλὰ νὰ πάει στὴ Γαλιλαία. Κι ἔτσι ἐγκαταστάθηκε στὴν Ναζαρὲτ ποὺ δὲν εἶχε καὶ ἰδιαίτερα καλὴ φήμη.



* * *

Διδάγματα ἀπὸ τὴν περικοπή.

1. Ὁ Θεὸς ἐργάζεται συνέχεια γιὰ τὸ καλό μας. Ἡ θεία Τοῦ βουλὴ ἀποκαλυπτόταν συνέχεια στὸν Ἰωσὴφ μὲ θεία μηνύματα. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε συχνὰ στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στοὺς προφῆτες. Ἀλλὰ καὶ μετά, στὴ ζωὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας βλέπουμε συχνὰ κάτι τέτοιο.

Ὁ Θεός μας εἰδοποιεῖ καὶ μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας, μὲ ποικίλους τρόπους. Μὲ διάφορα γεγονότα, μὲ κάποιες γνωριμίες, μὲ δοκιμασίες, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνθρώπους Του. Κι ἀκόμα καὶ μὲ ἀγγέλους Του!

2. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν «δίκαιος». Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δηλαδή. Μὲ ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ καρδιά. Μὲ ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά Του. Καὶ συμμορφωνόταν ἀμέσως σὲ κάθε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς νὰ βάζει ἐρωτηματικά, νὰ ἐξετάζει μὲ τὴ λογική, νὰ σκέπτεται πὼς θὰ γίνει ἔτσι τὸ ἕνα καὶ τὸ ?λλό. Καὶ φυσικὰ καὶ ἀμέτρητοι ἄλλοι ἔκαναν τὸ ἴδιο.

Ὅμως ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ συχνὰ ἀμφιβάλλουμε. Βάζουμε μπροστὰ τὴ λογικὴ κι ὄχι τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα. Ζητᾶμε νὰ τὰ καταλάβουμε μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα, θέλουμε ἀποδείξεις... Κι αὐτό, γιατί κάπου εἴμαστε κολλημένοι, κάπου εἴμαστε δεμένοι. Καὶ βολευόμαστε σ’ αὐτὴ τὴν κατάστασή μας.

3. Κι ἔτσι βλέπουμε καὶ σήμερα οἱ πολλοὶ νὰ ζητοῦν ἀποκαλύψεις. Τρέχουν νὰ βροῦν φωτισμένους, διορατικοὺς γεροντάδες. Ψάχνουν νὰ ἐξιχνιάσουν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν.. νὰ μάθουν τί θὰ γίνει στὸ μέλλον... Καὶ φυσικὰ χωρὶς νὰ κάνουν ὑπακοὴ σ’ ὅσα τοὺς λένε...

Κι αὐτά, γιατί δὲν ἔσκυψαν νὰ προσκυνήσουν μὲ ταπεινὴ καρδιὰ καὶ βαθειὰ πίστη τὸ νεογέννητο Χριστό, καὶ νὰ κάνουν κάτι διαφορετικὸ στὴ ζωή τους. Νὰ ἀκολουθήσουν τὸ Χριστό, τὸ Σωτήρα, τὸ Λυτρωτή...

* * *

            Ἂς ἀποφασίσουμε ἐπὶ τέλους, ἀδελφοί μου, νὰ βαδίσουμε πιὸ σοβαρὰ στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τὸ μήνυμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν εἶναι τὸ «ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν»! Ἔτσι μόνο θὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴ λυτρωτικὴ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς σωτηρίας!
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

                        ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
   

 (29-12-2013)

 «Ὅ­τι Να­ζω­ραῖ­ος κλη­θή­σε­ται». (Ματθ. β΄, 23)

Κά­ποι­α γε­γο­νό­τα, ἀ­γα­πη­τοί μου Ἀ­δελ­φοί, τά ὁ­ποῖ­α συ­νέ­βη­σαν καί συμ­βαί­νουν στόν κό­σμο ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται, εἴ­τε ὡς φυ­σι­κά, εἴ­τε ὡς ὑ­περ­φυ­σι­κά, ἀ­νά­λο­γα μέ τήν φύ­ση τους καί τήν ἐ­νέρ­γει­ά τους.

Τέ­τοι­ο ὑ­περ­φυ­σι­κό γε­γο­νός συ­νέ­βη καί μέ τήν Γέν­νη­ση τοῦ Θε­αν­θρώ­που καί αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἐμ­φά­νι­ση ἑ­νός πα­ρά­ξε­νου ἄ­στρου ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή. Αὐ­τό δέν ἦ­ταν ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο φυ­σι­κό γε­γο­νός, ἀλ­λά τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο μᾶς λέ­γει πώς ἡ ἐμ­φά­νι­σή του καί ἡ πο­ρεί­α του ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τήν φυ­σι­κή τά­ξη. Κά­ποι­οι Μά­γοι ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν οἱ σο­φοί τῆς πα­τρί­δας τους καί ἐ­πι­στή­μο­νες ἀ­στρο­νό­μοι, ὄ­χι ἀ­στρο­λό­γοι, δι­ό­τι ἡ ἀ­στρο­νο­μί­α εἶ­ναι ἐ­πι­στή­μη καί ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τήν φύ­ση τῶν ἄ­στρων, τήν προ­έ­λευ­σή τους, τήν πο­ρεί­α τους καί ὅ,τι ἄλ­λο σχε­τι­κό μέ αὐ­τά, πα­ρα­τή­ρη­σαν αὐ­τό τό πα­ρά­ξε­νο ἄ­στρο καί θυ­μή­θη­καν κά­ποι­α ἀρ­χαί­α προ­φη­τεί­α τοῦ Βα­λα­άμ. Ὁ Βα­λα­άμ δέν ἦ­ταν Ἰσ­ρα­η­λί­της καί Προ­φή­της, ἀλ­λά ἀλ­λο­ε­θνής καί μάν­της. Ὅ­ταν σ᾿ ἕ­να πό­λε­μο οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες μέ τόν βα­σι­λι­ά τῶν Μω­α­βι­τῶν Βα­λάκ ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο στήν γῆ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, ἐ­κεῖ­νος -ὁ Βα­λάκ- εἶ­πε στόν Βα­λα­άμ νά κα­τα­ρα­στῆ τούς Ἰσ­ρα­η­λί­τες. Ἀλ­λά ὁ Βα­λα­άμ, ὄ­χι μό­νο δέν κα­τα­ρά­στη­κε τούς Ἰσ­ρα­η­λί­τες, ἀλ­λά τούς εὐ­λό­γη­σε μέ τήν προ­φη­τεί­α πώς «θά ἀ­να­τεί­λη ἕ­να ἄ­στρο ἀ­πό τήν γε­νε­ά τοῦ Ἰ­α­κώβ καί θά γεν­νη­θῆ ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἀ­πό τούς Ἰσ­ρα­η­λί­τες». Αὐ­τή τήν προ­φη­τεί­α θυ­μή­θη­καν οἱ Μά­γοι, κα­θώς εἶ­δαν τό ἀ­συ­νή­θι­στο ἄ­στρο.

Ξε­κι­νών­τας, ὅ­μως, νά πᾶ­νε πρός προ­σκύ­νη­ση τοῦ Θεί­ου Βρέ­φους, ἀ­να­στά­τω­σαν τήν πε­ρι­ο­χή ὅ­λη, ἀ­να­ζη­τών­τας ποῦ γεν­νή­θη­κε ὁ βα­σι­λι­άς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Ὁ Ἡ­ρώ­δης, κα­θώς ἦ­ταν κα­χύ­πο­πτος καί μά­λι­στα εἶ­χε ἐ­πι­δο­θῆ σέ σω­ρεί­α ἐγ­κλη­μά­των, δι­ό­τι φο­βό­ταν μή χά­ση τήν ἐ­ξου­σί­α του, ἀ­φοῦ ἐ­ξα­κρί­βω­σε ἀ­πό τούς Γραμ­μα­τεῖς καί Φα­ρι­σαί­ους ποῦ γεν­νή­θη­κε τό Θεῖ­ο Βρέ­φος, εἶ­πε στούς Μά­γους νά γυ­ρί­σουν καί νά τόν πλη­ρο­φο­ρή­σουν ποῦ ἀ­κρι­βῶς γεν­νή­θη­κε, ὥ­στε νά πά­η νά προ­σκυ­νή­ση καί ὁ ἴ­δι­ος. Ἀλ­λά δέν ἦ­ταν αὐ­τός ὁ σκο­πός του, πα­ρά μό­νο ἤ­θε­λε νά φο­νεύ­ση τόν Νε­ο­γέν­νη­το Κύ­ρι­ό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό.

Στήν συ­νέ­χει­α, ἀ­φοῦ οἱ Μά­γοι ἀ­νε­χώ­ρη­σαν «δι᾿ ἄλ­λης ὁ­δοῦ», δι­ό­τι ἔτ­σι τούς πα­ρήγ­γει­λε ὁ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, «ἐ­θυ­μώ­θη λί­αν» ὁ Ἡ­ρώ­δης καί δι­έ­τα­ξε νά σκο­τώ­σουν ὅ­λα τά βρέ­φη ἀ­πό δύ­ο ἐ­τῶν καί κά­τω. Τό­τε ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ προ­φη­τεί­α τοῦ Ἱ­ε­ρε­μί­α: «Φω­νή ἀ­κού­σθη­κε στήν Ρα­μᾶ, θρῆ­νος καί κλά­μα καί με­γά­λος ὀ­δυρ­μός. Ἡ Ρα­χήλ κλαί­ει τά παι­δι­ά της ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα, δι­ό­τι δέν ὑ­πάρ­χουν πι­ά». Γι­ά νά κα­τα­λά­βου­με τήν προ­φη­τεί­α, θά ση­μει­ώ­σου­με ἐ­δῶ πώς ἡ Ρα­μά ἦ­ταν τό­πος τῆς Πα­λαι­στί­νης καί δό­θη­κε κλῆ­ρος, δη­λα­δή, κλη­ρο­δό­τη­μα στήν φυ­λή τοῦ Βε­νι­α­μίν, πού ἦ­ταν τό τε­λευ­ταῖ­ο παι­δί τοῦ Πα­τρι­άρ­χη Ἰ­α­κώβ ἀ­πό τήν Ρα­χήλ. Γι᾿ αὐ­τό καί δέν λέ­γει πώς οἱ μη­τέ­ρες ἔ­κλαι­γαν γι­ά τά παι­δι­ά τους, ἀλ­λά ἀ­να­φέ­ρει τήν μη­τέ­ρα τοῦ γε­νάρ­χη τῆς φυ­λῆς τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου. Ἡ κά­θε προ­φη­τεί­α καί κά­θε λό­γος καί πρά­ξη στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη εἶ­ναι προ­φη­τι­κός τύ­πος ὅ­σων θά γί­νον­ταν στό μέλ­λον τό­τε πού θά ἐρ­χό­ταν ὁ Μεσ­σί­ας.

Ἀλ­λά ὁ Ἡ­ρώ­δης πέ­θα­νε καί μά­λι­στα μέ φρι­κτό θά­να­το· σκου­λή­κι­α­σε ὅ­λο τό σῶ­μα του καί πέ­θα­νε μέ­σα σέ φρι­κτούς πό­νους. Αὐ­τό εἶ­ναι πού λέ­γει ὁ Ψαλ­μός: «Θά­να­τος ἁ­μαρ­τω­λῶν πο­νη­ρός καί οἱ μι­σοῦν­τες τὸν δί­και­ον πλημ­με­λή­σου­σι» (Ψαλμ. 33,22). Πραγ­μα­τι­κά, με­τά τόν θά­να­το τοῦ Ἡ­ρώ­δη, ἀ­φοῦ ἔ­μα­θε ὁ Ἰ­ω­σήφ πώς βα­σί­λευ­ε ὁ Ἀρ­χέ­λα­ος στήν Ἰ­ου­δαί­α, τό ἴ­δι­ο σκλη­ρός σάν τόν πα­τέ­ρα του, ἀ­να­χώ­ρη­σε γι­ά τήν Να­ζα­ρέτ, μί­α ἄ­ση­μη πό­λη ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς. Γι᾿ αὐ­τό εἴ­πα­με στήν ἀρ­χή ὅ­τι «Να­ζω­ραῖ­ος κλη­θή­σε­ται». Αὐ­τή ἦ­ταν μι­ά πε­ρι­φρο­νη­τι­κή προ­σφώ­νη­ση γι­ά τόν Κύ­ρι­ο ἐκ μέ­ρους τῆς ἐ­λίτ ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἀλ­λά ἡ δι­κή μας δι­ά­θε­ση, ἀ­γα­πη­τοί μου Ἀ­δελ­φοί, ἄς εἶ­ναι σάν τήν δι­ά­θε­ση καί ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση, τό­σο τοῦ Ἰ­ω­σήφ τοῦ Μνή­στο­ρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­στά­τευ­σε τήν Πα­να­γί­α καί τόν Κύ­ρι­ό μας, ὅ­σο καί ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων στό δι­ά­βα τῶν αἰ­ώ­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ὡς ἄλ­λοι Μά­γοι, προ­σκύ­νη­σαν τόν Κύ­ρι­ο καί ἔ­δω­σαν τήν ζω­ή τους γι­ά Ἐ­κεῖ­νον. Ἄς τούς μοι­ά­σου­με κι ἐ­μεῖς, ὥ­στε νά ἀ­πο­δει­χθοῦ­με ἀν­τά­ξι­οί τους. ΑΜΗΝ.
(30-12-2012)

ΚΥ­ΡΙ­Α­ΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
   
 «Ἐ­γερ­θεὶς πα­ρά­λα­βε τὸ παι­δί­ον καὶ τὴν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ καὶ φεῦ­γε εἰς Αἴ­γυ­πτον… μέλ­λει γὰρ Ἡ­ρώ­δης ζη­τεῖν τὸ παι­δί­ον τοῦ ἀ­πο­λέ­σαι αὐ­τό».

Πρό­σφυ­γες στὴν Αἴ­γυ­πτο, ἀ­δελ­φοί μου, ἡ Θε­ο­τό­κος, ὁ Ἰ­ω­σὴφ καὶ τὸ θεῖ­ο βρέ­φος. Τα­λαι­πω­ρί­ες, κό­πος, ἀ­γω­νί­ες, θλί­ψεις, κίν­δυ­νοι συ­νο­δεύ­ουν τὸν ἐρ­χο­μὸ στὸν κό­σμο τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Πο­λὺ ἐκ­φρα­στι­κὰ ὁ ἅ­γι­ος Τι­μό­θε­ος, πρε­σβύ­τε­ρος στὴν Ἀ­ντι­ό­χει­α, γε­μᾶ­τος δέ­ος μπρο­στὰ καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴ νέ­α συ­γκα­τά­βα­ση τοῦ Ἐμ­μα­νου­ὴλ ἀ­να­φω­νεῖ: «Τὶς μὴ θαυ­μά­σῃ τὴν τοῦ Κυ­ρί­ου συ­γκα­τά­βα­σιν; Ἄ­νω ἐ­λεύ­θε­ρος, κά­τω ἐ­να­πό­γρα­φος καὶ πρό­σφυ­γας. Ἄ­νω Υἱ­ὸς καὶ κά­τω δοῦ­λος. Ἄ­νω βα­σι­λεὺς καὶ κά­τω μι­σθω­τός. Ἄ­νω πλού­σι­ος καὶ κά­τω ἐν­δε­ής. Ἄ­νω προ­σκυ­νού­με­νος καὶ κά­τω φο­ρο­λο­γού­με­νος. Ἄ­νω θε­ϊ­κὸς θρό­νος καὶ κά­τω ἀ­γροι­κι­κὸν σπή­λαι­ον. Ἄ­νω ὁ πα­τρῷ­ος καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτος κόλ­πος καὶ κά­τω ἀ­λο­γο­τρο­φεῖ­ον μι­κρὸν καὶ φά­τνι­ον. Τὶς μὴ θαυ­μά­σῃ με­γά­λα ἄ­νω πρά­γμα­τα καὶ μι­κρὰ κά­τω σπάρ­γα­να». Ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ «λύ­τρω­σιν ἀ­πέ­στει­λε Κύ­ρι­ος τῷ λα­ῷ αὐ­τοῦ» τὸ παι­δί­ον Ἰ­η­σοῦς «ἐ­ξῆλ­θε νι­κῶν καὶ ἵ­να νι­κή­σῃ» (Ἀ­ποκ. 6, 2). Παρ᾿ ὅ­τι «ἐ­πε­σκέ­ψα­το ἡ­μᾶς ἐξ ὕ­ψους ὁ Σω­τὴρ ἡ­μῶν», γι­ὰ νὰ βροῦ­με τὴν ἀ­λή­θει­α ἐ­μεῖς οἱ ἐν σκό­τει καὶ σκι­ᾷ, ἐ­ντού­τοις ὁ Ἡ­ρώ­δης ἀ­να­ζη­τεῖ τὸ παι­δί­ον, τὸν Με­γά­λο Ἐ­πι­σκέ­πτη, «τοῦ ἀ­πο­λέ­σαι αὐ­τό». Ἡ γέν­νη­σή Του κα­τα­τρό­μα­ξε ἕ­να βα­σι­λι­ά. Ἡ φι­λο­δο­ξί­α του τὸν ὁ­δη­γεῖ στὸ νὰ μι­σῆ τὸν Χρι­στὸ καὶ νὰ θέ­λη τὸ θά­να­τό Του. Φο­βᾶ­ται μή­πως τοῦ πά­ρει τὴν ἐ­ξου­σί­α. Εἶ­ναι πρα­γμα­τι­κὰ ἀ­νό­η­τος καὶ μι­κρός, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χει τὴν στοι­χει­ώ­δη λο­γι­κὴ νὰ κα­τα­λά­βη τὴ με­γά­λη δι­α­φο­ρὰ ἡ­λι­κί­ας καὶ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο τοῦ ξα­φνι­κοῦ θα­νά­του. Ζη­τεῖ ἀ­σφά­λει­α καὶ προ­χω­ρεῖ σὲ σφα­γές, γι­ὰ νὰ ἐ­ξα­φα­νί­ση τὴν ἀ­να­σφά­λει­ά του. Βέ­βαι­α γρή­γο­ρα «τε­θνή­κα­σιν οἱ ζη­τοῦ­ντες τὴν ψυ­χὴν τοῦ παι­δί­ου». Ὁ Ἰ­η­σοῦς Βα­σι­λεὺς εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἐ­πε­δί­ω­ξαν τὸν θά­να­τό Του πέ­θα­ναν οἱ ἴ­δι­οι. Ἐ­πι­δι­ώ­κει ὁ Ἡ­ρώ­δης τὸ θά­να­το Ἐ­κεί­νου ποὺ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γι­ὰ ἐ­μᾶς, ποὺ κα­τέ­βη­κε στὴν γῆ, γι­ὰ νὰ ἀ­νε­βοῦ­με ἐ­μεῖς στὸν οὐ­ρα­νό, Ἐ­κεί­νου ποὺ φό­ρε­σε τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μας, γι­ὰ νὰ ἐν­δυ­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν θε­ό­τη­τά Του. Ἐ­πι­δι­ώ­κει ὁ Ἡ­ρώ­δης τὸν θά­να­το Ἐ­κεί­νου ποὺ κα­τα­δέ­χθη­κε νὰ γί­νη «υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που», γι­ὰ νὰ γί­νου­με ἐ­μεῖς παι­δι­ὰ τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­κεί­νου ποὺ κα­τέ­βη­κε ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­που οὔ­τε πο­τά­μι­α πα­γώ­νουν οὔ­τε ἄ­νε­μοι φυ­σᾶ­νε οὔ­τε τὰ ἄν­θη μα­ραί­νο­νται, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀρ­ρω­σταί­νει, ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ ὅ­που δὲν ὑ­πάρ­χουν νε­κρο­τα­φεῖ­α, γι­α­τί κα­νεὶς ἐ­κεῖ δὲν πε­θαί­νει. Ζη­τεῖ «ἀ­πο­λέ­σαι τὸ παι­δί­ον Ἰ­η­σοῦ» «ποὺ ζῇ ἐν πτω­χεί­ᾳ, ἀ­να­τρέ­φε­ται ἐν ἁ­πλό­τη­τι». Ἐ­κεῖ­νον ποὺ δω­δε­κα­ε­τὴς θὰ ἀ­πο­στο­μώ­ση τοὺς δι­δα­σκά­λους τοῦ Νό­μου «γράμ­μα­τα μὴ με­μα­θη­κὼς» (Ἰ­ω­άν. 7, 15). Θέ­λει νὰ στε­ρή­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο Αὐ­τὸν ποὺ μὲ μό­νο τὸν Λό­γο Του θὰ ἐ­πι­βάλ­λε­ται στὰ στοι­χεῖ­α τῆς φύ­σε­ως, θὰ βα­δί­ζη ἐ­πὶ τῶν κυ­μά­των, θὰ θε­ρα­πεύ­η τοὺς ἀν­θρώ­πους χω­ρὶς φάρ­μα­κα καὶ ἀ­μοι­βή. Ἐ­κεί­νου πού, ἐ­νῶ πο­τὲ δὲν συ­νε­κρό­τη­σε στρά­τευ­μα οὔ­τε ἐ­ξα­πέ­λυ­σε στρα­τι­ῶ­τες, ὅ­μως ἔ­χει πλῆ­θος ἐ­θε­λο­ντῶν ποὺ Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν. Ἐ­βου­λή­θη νὰ ἀ­πο­λέ­ση Ἐ­κεῖ­νον ποὺ τε­λι­κὰ οὔ­τε αὐ­τὸς μπό­ρε­σε νὰ βλά­ψη οὔ­τε ὁ σα­τα­νᾶς νὰ Τὸν πλη­σι­ά­ση οὔ­τε ὁ θά­να­τος νὰ Τὸν κα­τα­στρέ­ψη οὔ­τε ὁ τά­φος νὰ Τὸν κρα­τή­ση.

Ἃς πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με, ἀ­δελ­φοί, πῶς ὁ Ἰ­ω­σὴφ δέ­χε­ται τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Ἀγ­γέ­λου καὶ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ Λό­γου. Μὲ δι­α­κρι­τι­κὴ ὑ­πα­κο­ὴ καὶ σι­ω­πή. Κά­νει ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­ντύ­πω­ση πὼς στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας λό­γος τοῦ Ἰ­ω­σήφ. Ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἔ­τσι ἡ συμ­βο­λὴ τῆς σι­ω­πῆς στὴ δι­α­κο­νί­α τοῦ Λό­γου. Τῆς σι­ω­πῆς καὶ τῆς ἡ­συ­χί­ας. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἀ­κου­σθῆ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ἂν δὲν βρι­σκό­μα­στε σὲ κα­τά­στα­ση σι­ω­πῆς καὶ ἡ­συ­χί­ας; Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πρό­τα­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στὴ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χή, ἐ­πο­χὴ δρά­σε­ως καὶ κι­νή­σε­ως ποὺ στο­χεύ­ει στὴν ἀ­το­μι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α δῆ­θεν. Σι­ω­πὴ καὶ ἡ­συ­χί­α μὲ τὸν Χρι­στό, γι­ὰ νὰ στα­μα­τή­ση ἡ ἀλ­λο­τρί­ω­σή μας, ποὺ ἔ­χει γί­νει γι­α­τὶ «σκο­τώ­σα­με μέ­σα μας τὸν Χρι­στό». Μέ­σα σὲ ἕ­να κλῖ­μα ἡ­συ­χί­ας, σι­ω­πῆς καὶ ὑ­πα­κο­ῆς ὁ ἄν­θρω­πος ἑ­νο­ποι­εῖ­ται καὶ τό­τε ἡ δρά­ση του εἶ­ναι ὑ­γι­ής. Τὸ παι­δί­ον Ἰ­η­σοῦς, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ βλέ­που­με στὴν ἀ­γκα­λι­ὰ τῆς Πα­να­γί­ας μας, μᾶς ὁ­δη­γεῖ στὴν σω­τή­ρι­α σκέ­ψη ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κέ­ντρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Συ­νε­πῶς δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἀ­να­ζη­τοῦ­με τὸν Χρι­στὸ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γί­α καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­πως Ἐ­κεῖ­νος κυ­ο­φο­ρή­θη­κε στὴν μή­τρα τῆς Πα­να­γί­ας, ἔ­τσι καὶ ἐ­μεῖς πρέ­πει στὴν μή­τρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δη­λα­δὴ στὴν μυ­στη­ρι­α­κὴ ζω­ή, νὰ ἀ­να­γεν­νη­θοῦ­με πνευ­μα­τι­κά, νὰ κυ­κλο­φο­ρῆ στὶς φλέ­βες μας Χρι­στός, νὰ ἔ­χου­με μέ­σα μας τὴν ὄ­ντως ζω­ή. Νὰ λε­γό­μα­στε καὶ νὰ εἴ­μα­στε ἀ­λη­θι­νοὶ χρι­στι­α­νοί.

Ἀ­δελ­φοί, τρεῖς στά­σεις καὶ συ­μπε­ρι­φο­ρὲς ἔ­χουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­να­ντι στὸν Χρι­στό. Ἄλ­λοι σὰν τὸν Ἰ­ω­σὴφ τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦν μὲ δι­ά­κρι­ση, ὑ­πα­κο­ή, ἡ­συ­χί­α καὶ σι­ω­πή. Ἄλ­λοι σὰν τὴν Θε­ο­τό­κο, Τὸν γεν­νοῦν, ἀ­φοῦ ἀ­φή­νουν στὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν καρ­δι­ά τους νὰ κυ­ο­φο­ρεῖ­ται Ἐ­κεῖ­νος, ὁ Με­γά­λης Βου­λῆς Ἄγ­γε­λος. Καὶ ἄλ­λοι σὰν τὸν Ἡ­ρώ­δη ζη­τοῦν τὸ θά­να­τό Του. Ἐ­μεῖς ἀ­δελ­φοί, ποι­ὰ στά­ση παίρ­νου­με;
ΚΥΡΙΑΚΗ  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

(30-12-2007)

 Στήν ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή ἀ­να­φέ­ρο­νται δύ­ο γε­γο­νό­τα: Ἡ φυ­γή τῆς ἁ­γί­ας Οἰ­κο­γέ­νει­ας στήν Αἴ­γυ­πτο, μέ σκο­πό τήν δι­ά­σω­ση τοῦ Θεί­ου Βρέ­φους ἀ­πό τήν μα­νί­α τοῦ Ἡ­ρώ­δη, καί ἡ σφα­γή τῶν νη­πί­ων τῆς Βη­θλε­ὲμ.

Γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τίς ἱ­στο­ρι­κές πη­γές ὅ­τι ὁ Ἡ­ρώ­δης ὁ Μέ­γας ἦ­ταν πα­θο­λο­γι­κά αἱ­μο­χα­ρής ἄν­θρω­πος καί ὅ­τι πα­ρέ­μει­νε στήν ἐ­ξου­σί­α γι­ά τρι­ά­ντα χρό­νι­α μέ δο­λο­πλο­κί­ες, ἐ­γκλη­μα­τι­κές με­θο­δεύ­σεις καί δο­λο­φο­νί­ες. Πλῆ­θος ἀν­θρώ­πων ἀπ᾿ ὅ­λα τά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα ὁ­δη­γή­θη­καν στόν θά­να­το. Ἀ­κό­μη καί ἡ σύ­ζυ­γός του καί τά τρί­α παι­δι­ά του θα­να­τώ­θη­καν ἐξ αἰ­τί­ας κά­ποι­ας ὑ­πο­ψί­ας γι­ά ἀ­να­τρο­πή του. Ἔ­τσι, ἦ­ταν ἐ­πα­κό­λου­θο νά δι­α­τά­ξη τήν σφα­γή κά­ποι­ων νη­πί­ων, ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται ἀ­πό τούς Μά­γους τῆς Ἀ­να­το­λῆς καί ἀ­πό τούς ἑρ­μη­νευ­τές τῶν προ­φη­τει­ῶν γι­ά τήν γέν­νη­ση στή Βη­θλε­ὲμ ἑ­νός Μεσ­σί­α. Ὅ­πως ἀ­κού­σα­με στό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἀ­πο­κα­λύ­πτει στόν Ἰ­ω­σήφ τίς προ­θέ­σεις τοῦ Ἡ­ρώ­δη καί δί­νει ἐ­ντο­λή σ᾿ αὐ­τόν νά πά­ρη τόν Χρι­στό καί τήν Μη­τέ­ρα Του καί νά πο­ρευ­θοῦν στήν Αἴ­γυ­πτο.

Γι­α­τί, ὅ­μως, στήν Αἴ­γυ­πτο; Ἡ Αἴ­γυ­πτος, δι­ά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων, προ­βαλ­λό­ταν ὡς χώ­ρα δύ­να­μης καί πλού­του. Ἐ­κεῖ εἶ­χαν κα­τα­φύ­γει οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἰσ­ρα­η­λί­τες γι­ά τήν δι­ά­σω­σή τους ἀ­πό τόν φο­βε­ρό λι­μό καί ἔ­μει­ναν δοῦ­λοι γι­ά τε­τρα­κό­σι­α χρό­νι­α. Στήν Αἴ­γυ­πτο κιν­δύ­νευ­σαν μέ ἀ­φα­νι­σμό, ὅ­ταν ὁ Φα­ρα­ώ δι­έ­τα­ξε τήν θα­νά­τω­ση τῶν πρω­το­τό­κων ἀρ­ρέ­νων τέ­κνων. Ὅ­μως, μέ τόν Μω­ϋ­σῆ ἔ­γι­νε ἡ με­γά­λη ἔ­ξο­δος γι­ά τήν δι­ά­σω­σή τους καί τήν ἀ­νεύ­ρε­ση τῆς γῆς τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας. Ἀ­πό τό­τε ἀρ­χί­ζει ὁ Ἰσ­ρα­ήλ ν᾿ ἀ­πο­κτᾶ συ­νεί­δη­ση ὡς λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ.

Καί τώ­ρα, μέ ἀ­φορ­μή τήν ἀ­πει­λή τοῦ Ἡ­ρώ­δη πού θέ­λει νά φο­νεύ­ση τόν Χρι­στό, ἡ ἱ­στο­ρί­α δι­α­πλέ­κε­ται καί πά­λι μέ τήν Αἴ­γυ­πτο. Ἡ ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή προ­βάλ­λει μέ ἔμ­φα­ση τήν πλη­ρο­φο­ρί­α καί τήν δι­α­βε­βαί­ω­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ Θε­οῦ ὅ­τι «ἐξ Αἰ­γύ­πτου ἐ­κά­λε­σα τὸν υἱ­όν μου». Ἀ­πό ἐ­δῶ ἀρ­χί­ζει ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ νέ­ου Ἰσ­ρα­ήλ, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α κα­λεῖ τόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ, ὅ­λο τόν κό­σμο, γι­ά μι­ά νέ­α με­γα­λει­ώ­δη ἔ­ξο­δο ἀ­πό τήν δου­λεί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Τό δεύ­τε­ρο γε­γο­νός τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τῆς σφα­γῆς τῶν νη­πί­ων. Γι­ά νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θῆ ἡ θη­ρι­ω­δί­α τοῦ Ἡ­ρώ­δη, τά ἀ­θῶ­α νή­πι­α «ἀ­πὸ δι­ε­τοῦς καὶ κα­τω­τέ­ρω» ἔ­χυ­σαν τό αἷ­μα τους καί ἔ­γι­ναν οἱ πρῶ­τοι μάρ­τυ­ρες τῆς Πί­στε­ως. Ἔ­τσι κα­τα­νο­οῦ­με ὅ­τι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας οὐ­σι­α­στι­κά εἶ­ναι μαρ­τυ­ρι­κή καί ἡ πο­ρεί­α της δι­ά μέ­σου τῶν λα­ῶν, τῶν ἐ­θνῶν καί τῶν πο­λι­τι­σμῶν εἶ­ναι καί θά εἶ­ναι θυ­σι­α­στι­κή καί ὄ­χι ἐ­ξου­σι­α­στι­κή, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως συ­νέ­βη καί μέ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό πού μαρ­τύ­ρη­σε καί θυ­σι­ά­σθη­κε πά­νω στόν Σταυ­ρό.

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­ει γι­ά τόν ἐρ­χο­μό τοῦ Χρι­στοῦ: «Εἰς τὰ ἴ­δι­α ἦλ­θε καὶ οἱ ἴ­δι­οι αὐ­τὸν οὐ πα­ρέ­λα­βον». Δι­κοί του δέν ἦ­ταν μό­νο οἱ Ἑ­βραῖ­οι, ἀλ­λά ὅ­λος ὁ κό­σμος. Ὁ Χρι­στός δι­ώ­κε­ται μέ­χρι σή­με­ρα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς δι­ώ­χθη­κε στήν Αἴ­γυ­πτο τόν και­ρό τῆς Γεν­νή­σε­ώς Του ἐ­πί τῆς γῆς. Ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου ἐ­λέγ­χει τόν κό­σμο καί γι᾿ αὐ­τό εἶ­ναι ἐ­νο­χλη­τι­κή.

Τε­λι­κά ὁ Ἰ­η­σοῦς νι­κᾶ καί θρι­αμ­βεύ­ει. «Τε­θνή­κα­σιν οἱ ζη­τοῦ­ντες τὴν ψυ­χὴν τοῦ Παι­δί­ου», φω­νά­ζει ὁ Ἄγ­γε­λος στόν Ἰ­ω­σήφ. Ὁ αἱ­μο­στα­γής τύ­ραν­νος τῆς Ἰ­ου­δαί­ας πέ­θα­νε. Καί νί­κη­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς, τό Βρέ­φος τῆς Βη­θλε­έμ. «Ἐ­ξῆλ­θε νι­κῶν καὶ ἵ­να νι­κή­σῃ». Ὁ Ἰ­η­σοῦς καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α Του νί­κη­σε καί ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά νι­κᾶ ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού τήν εἰ­ρω­νεύ­ο­νται καί τήν πε­ρι­φρο­νοῦν. Ἄς θυ­μη­θοῦ­με τά ἀ­θά­να­τα λό­γι­α τοῦ ἱ­ε­ροῦ Χρυ­σο­στό­μου: «Πό­σοι ἐ­πο­λέ­μη­σαν τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν καὶ οἱ πο­λε­μή­σα­ντες ἀ­πώ­λο­ντο; αὕ­τη δὲ ὑ­πὲρ τὸν οὐ­ρα­νὸν ἀ­να­βέ­βη­κε. Τοι­οῦ­τον ἔ­χει μέ­γε­θος ἡ Ἐκ­κλη­σί­α· πο­λε­μου­μέ­νη νι­κᾷ· ἐ­πι­βου­λευ­ο­μέ­νη πε­ρι­γί­νε­ται· ὑ­βρι­ζο­μέ­νη, λα­μπρο­τέ­ρα κα­θί­στα­ται· δέ­χε­ται τραύ­μα­τα καὶ οὐ κα­τα­πί­πτει ὑ­πὸ τῶν ἑλ­κῶν· κλυ­δω­νί­ζε­ται, ἀλλ᾿ οὐ κα­τα­πο­ντί­ζε­ται· χει­μά­ζε­ται, ἀλ­λὰ νου­ά­γι­ον οὐχ ὑ­πο­μέ­νει· πα­λαί­ει, ἀλλ᾿ οὐχ ἡτ­τᾶ­ται· πυ­κτεύ­ει, ἀλλ᾿ οὐ νι­κᾶ­ται». Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο πού ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Ἰ­ω­άν­νου προ­βάλ­λει τήν εἰ­κό­να τοῦ Κυ­ρί­ου ὡς ἀ­δύ­να­του, εὐ­ά­λω­του καί θυ­σι­α­ζο­μέ­νου Ἀ­μνοῦ.

 Ἀ­δελ­φοί μου, οἱ Ἡ­ρῶ­δες δέν ἔ­λει­ψαν πο­τέ, οὔ­τε καί θά λεί­ψουν. Ἡ ζω­ή μας καί ἡ ἱ­στο­ρί­α μας, εἴ­τε ὡς ἄ­το­μα, εἴ­τε ὡς λα­οί καί ἔ­θνη, πά­ντα σχε­τί­ζο­νται μέ κά­ποι­α «αἰ­γυ­πτι­ώ­δη» δου­λεί­α καί ἀ­νε­λευ­θε­ρί­α. Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά ἀ­πο­φύ­γου­με τήν ἀ­πει­λή καί τήν βί­α τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ κό­σμου. Πά­ντα μπρο­στά μας θά πα­ρου­σι­ά­ζο­νται Ἡ­ρῶ­δες. Ἡ μαρ­τυ­ρι­κή ἐ­μπει­ρί­α τῆς  Ἐκ­κλη­σί­ας τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει αὐ­τό ἱ­στο­ρι­κά.

Εἶ­ναι ἀ­νά­γκη νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με ὅ­τι «οὐκ ἔ­χο­μεν μέ­νου­σαν πό­λιν». Κα­τά συ­νέ­πει­αν πά­ντα προ­βάλ­λει μπρο­στά μας ἡ ἀ­νά­γκη μι­ᾶς νέ­ας ἐ­ξό­δου ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή μας δου­λεί­α. Ἄς ἀ­να­ζη­τή­σου­με, λοι­πόν, τόν δι­κό μας ἀρ­χη­γό γι᾿ αὐ­τήν τήν ἔ­ξο­δο, τόν Κύ­ρι­ό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Α­ΜΗΝ.

(28-12-2003)

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
           Τό κοσμοχαρμόσυνο γεγονός τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Σωτήρα μας, ἀγαπητοί μου ἀδελ­φοί, φωτίζει ὅλη αὐτή τήν περίοδο τοῦ Δωδεκαημέρου πού διανύουμε. Καί εἶναι πολύ σημαντικό γιά ὅλους μας νά ζοῦμε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στή ζωή μας. Μέσα σ' αὐτήν τήν προοπτική κινεῖται τό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἀ­πό τήν ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς Γαλάτες:

        «Πρέπει νά ξέρετε, ἀδελφοί μου, πώς τό Εὐαγγέλιο πού σᾶς κήρυξα ἐγώ δέν προ­έρχεται ἀπό ἄνθρωπο. Γιατί κι ἐγώ οὔτε τό παρέλαβα, οὔτε τό διδάχθηκα ἀπό ἄν­­θρωπο, ἀλλά μοῦ τό ἀποκάλυψε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

        Ἀσφαλῶς, ἔχετε ἀκούσει γιά τήν διαγωγή μου ὅσον καιρό ἀνῆκα στήν Ἰουδαϊ­κή Θρησκεία, ὅτι κατεδίωκα μέ πάθος τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦσα νά τήν ἐξαφανίσω. Καί πρόκοβα στόν Ἰουδαϊσμό πιό πολύ ἀπό πολλούς συνομηλίκους συμ­πατριῶτες μου, γιατί εἶχα μεγαλύτερο ζῆλο γιά τίς προγονικές μου παραδό­σεις.

        Ὁ Θεός ὅμως μέ εἶχε ξεχωρίσει ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας μου καί ἡ χάρη Του μέ εἶχε καλέσει νά Τόν ὑπηρετήσω. Ὅταν, λοιπόν, εὐδόκησε νά μοῦ ἀποκαλύψη τόν Υἱό Του, γιά νά φέρω στούς ἐθνικούς τό χαρμόσυνο μήνυμα γι' Αὐτόν, δέν στη­­ρίχθηκα σ' ἀνθρώπινες δυνάμες, οὔτε ἀνέβηκα στά Ἱεροσόλυμα νά δῶ ἐκεί­νους πού ἦταν Ἀπόστολοι πρίν ἀπό μένα, ἀλλά ἔφυγα στήν Ἀραβία καί ὕστερα ξα­να­γύρισα στή Δαμασκό.

        Ἔπειτα, μετά ἀπό τρία χρόνια, ἀνέβηκα στά Ἱεροσόλυμα νά γνωρίσω ἀπό κοντά τόν Πέτρο, κι ἔμεινα κοντά του δεκαπέντε μέρες. Ἄλλον Ἀπόστολο δέν εἶδα, παρά τόν Ἰάκωβο, τόν ἀδελφό τοῦ Κυρίου».

        Τό Εὐαγγέλιο δέν προέρχεται ἀπό ἄνθρωπο, ἀλλά εἶ­ναι ἀποκάλυψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πολύ σημαντική αὐτή ἡ φράση τοῦ Ἀπο­στό­λου Παύλου. Τό Εὐαγγέλιο πού μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι δέν εἶναι ἀνθρώ­πι­νο κατασκεύασμα, φιλοσο­φι­κή ἀναζήτηση ἤ μεταφυσικός στοχασμός. Τό Εὐαγγέλιο δέν εἶναι ἀνακάλυψη ἀν­θρώ­­που, ἀλλά ἀποκάλυψη Θεοῦ. Μᾶς δόθηκε «δι' ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καί ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός «Αὐτός ἐστι τό Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας ἡμῶν».

        Τό Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ καλή εἴδηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός καί ἡ διδασκαλία Του. Ὁ Ἄγιος Ἀμβρόσιος τό ὀνομάζει «πέλαγος, μέσα στό ὁ­­ποῖο βρίσκεται τό σύνολο τῶν χαρισμάτων καί θάλασσα τῶν πνευματικῶν μυστη­ρί­­ων, μέσα στήν ὁποία πλέει ὁ μυστικός ΙΧΘΥΣ», κατά τήν ἀρχαία ἀκροστι­χί­δα: Ἰη­σοῦς Χριστός Θεοῦ Υἱός Σωτήρ.

        Γι' αὐτό καί στή λατρεία μας κατέχει κεντρική θέση. Βρίσκεται πάντοτε ὡς βι­βλί­ο πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα, ὅπως ὁ Κύριος στόν ἐπουράνιο θρόνο Του, καί ἀπ' αὐ­­­τό μᾶς μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἀκούγοντας τό Εὐαγγέλιο, μᾶς ἀποκαλύπτεται «γνῶ­­­­σις σωτηρίας» καί «ρήματα πνεύματος καί ζωῆς», λόγια, δηλαδή, γεμάτα πνεῦ­μα καί ζωή, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριόας μας.

        Ἀκριβῶς γι' αὐτό τόν λόγο οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ διατυμπανίζουν ὅτι «ξε­πε­ρά­στηκε τό Εὐαγγέλιο». Ὅτι δέν ἀφορᾶ τούς πολιτισμένους ἀνθρώπους τῆς ἐπο­χῆς μας, ὅτι πέρασε ἡ ἐποχή του, καί προσπαθοῦν νά μᾶς παρασύρουν στό δικό τους εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο βέβαια εἶναι κατασκεύασμα ἀνθρώπων. Ξεχνοῦν, ὅμως, ὅτι τό Εὐαγγέλιο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί «τῆς Βα­σι­λείας Αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος».

        Ἀδελφοί μου! Τό Εὐαγγέλιο εἶναι κανόνας ζωῆς γιά τούς Χριστιανούς. Ἕνας και­νούργιος τρόπος ζωῆς. Ὁ Κύριος μᾶς ἐξαγγέλλει τό μήνυμα τῆς σωτηρίας, μᾶς δί­­νει τή χάρη τῆς ἀφέσεως καί στή συνέχεια μᾶς περιμένει νά ἀνταποκριθοῦμε καί νά ζήσουμε τήν εὐαγγελική ζωή.

        Ὁ Θεός σαρκώνεται καί γίνεται τό ζωντανό Εὐαγγέλιο, γίνεται ἡ ζωή μας. Τό φῶς τῆς Βηθλεέμ φωτίζει τό δρόμο τοῦ Χριστιανοῦ πού δίνει τή θέλησή του στό Χρι­στό, γιά νά ἀλλάξη τήν μέχρι τώρα ζωή του, νά τόν ἑξαγιάση καί νά τόν ὁδη­γή­ση στήν ὀρθή, καρδιακή, ἐφαρμοσμένη πίστη.

        Ἀκολουθῶ τό Εὐαγγέλιο σημαίνει ὅτι ἀποφασίζω νά τηρήσω ὅσα λέει. Δέν τά ἀ­­κούω μόνο, ἀλλά καί τά τηρῶ. Ἄς βάλουμε ἀρχή, σήμερα κιόλας, γνωριμίας καί τη­­ρήσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Διότι «χωρίς τό Εὐαγγέλιο δέν γνωρίζουμε τίποτε καί δέν βλέπουμε τίποτε, παρά σκοτάδι». Ἄς ἔχουμε ὁδηγό, ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς, στήν πορεία τῆς ζωῆς μας τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, γιά νά φθάσουμε τό φῶς τῆς Βηθλεέμ  καί τῆς Ἀναστάσεως. ΑΜΗΝ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ       

30 Δεκεμβρίου 2001

Ἡ ση­με­ρι­νή Κυ­ρι­α­κή, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή λει­τουρ­γι­κή γλῶσ­σα λέ­γε­ται «Κυ­ρι­α­κή με­τά τήν Χρι­στοῦ Γέν­νη­σιν». Εἶ­ναι με­γά­λη ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων πού γι­ορ­τά­ζου­με, γι᾿ αὐ­τό ἔ­χει καί προ­ε­όρ­τι­α καί με­θε­όρ­τι­α. Ὅ­λη ἡ Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη εἶ­ναι προ­ε­όρ­τι­α τῆς σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, γι­α­τί προ­φη­τεύ­ει καί φω­νά­ζει ὅ­τι θά ἔρ­θει ὁ Χρι­στός, ὁ Μεσ­σί­ας, γι­ά νά σώ­σει τόν κό­σμο. Ἡ ἑ­ορ­τή καί τά με­θε­όρ­τι­α τῆς σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ἑ­ορ­τά­ζο­νται πά­ντο­τε, γι­α­τί ὁ σκο­πός τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ἡ θέ­ω­ση, αὐ­τό, δη­λα­δή, πού πε­τύ­χα­με μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πι­ση τοῦ Χρι­στοῦ: τήν ἕ­νω­ση τῆς θεί­ας καί τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Οἱ συ­νει­δη­τοί Χρι­στι­α­νοί ἔ­χουν «ἀ­εί Χρι­στού­γεν­να»-πά­ντο­τε Χρι­στού­γεν­να, ὅ­πως καί ἔ­χουν «ἀ­εί Πά­σχα» πα­ντο­τι­νό Πά­σχα καί βι­ώ­νουν πρα­γμα­τι­κά καί ὄ­χι φα­ντα­στι­κά μέ­σα στήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ὅ­λο τό σχέ­δι­ο τῆς Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας, ὅ­λες τίς σω­τη­ρί­ες ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Χρι­στοῦ γι­ά μᾶς.

Εἶ­ναι με­γά­λη, λοι­πόν, ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Δέν εἶ­ναι ὅ­μως ὅ­λοι προ­σκυ­νη­τές τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ. Τό ἀ­κού­σα­με σή­με­ρα αὐ­τό στό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο: Οἱ μά­γοι ἦ­ταν προ­σκυ­νη­τές τοῦ γεν­νη­θέ­ντος Χρι­στοῦ καί ἦρ­θαν ἀ­πό μα­κρι­ά νά δώ­σουν λα­τρευ­τι­κή προ­σκύ­νη­ση στόν Χρι­στό· ἀλ­λά ὁ Ἡ­ρώ­δης ἔ­γι­νε δι­ώ­κτης καί τρο­χοῦ­σε τά μα­χαί­ρι­α γι­ά νά σφά­ξει τόν Χρι­στό.­..

Ὁ Χρι­στός δι­ώ­κε­ται ἀ­πό τόν Ἡ­ρώ­δη καί μά­λι­στα στήν ἀρ­χή φαί­νε­ται ὅ­τι νι­κι­έ­ται. Φεύ­γει στήν Αἴ­γυ­πτο, γί­νε­ται πρό­σφυ­γας καί σφά­ζο­νται τά νή­πι­α -οἱ πρῶ­τοι αὐ­τοί μάρ­τυ­ρες. Ἀλ­λά ἀ­κοῦ­στε τό συ­μπέ­ρα­σμα, τό τέ­λος τοῦ δι­ω­γμοῦ κα­τά τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως τό ἔ­λε­γε σή­με­ρα τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο: «Τε­θνή­κα­σιν οἱ ζη­τοῦ­ντες τήν ψυ­χήν τοῦ παι­δί­ου». Πέ­θα­νε ὁ Ἡ­ρώ­δης καί ἔρ­χε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς ὁ Να­ζω­ραῖ­ος γι­ά νά τε­λέ­σει τό σω­στι­κό Του ἔρ­γο.

Ὅ­μως καί με­τά τόν δι­ω­γμό αὐ­τόν ἀ­πό τόν Ἡ­ρώ­δη, δι­ώ­χθη­κε ὁ Χρι­στός μας μέ τήν πέν­να ἀ­πό τούς γραμ­μα­τι­σμέ­νους, ἀ­πό τούς Γραμ­μα­τεῖς καί Φα­ρι­σαί­ους. Καί ἐ­δῶ πά­λι τό ἴ­δι­ο σκη­νι­κό: Στήν ἀρ­χή φαί­νε­ται ὅ­τι νι­κι­έ­ται ὁ Χρι­στός καί κα­τα­δι­κά­ζε­ται καί σταυ­ρώ­νε­ται καί ἐ­ντα­φι­ά­ζε­ται. Τί ὅ­μως συ­νέ­βη τήν «μί­α τῶν Σαβ­βά­των»; «Ἀ­να­στή­τω ὁ Θε­ός καὶ δι­α­σκορ­πι­σθή­τω­σαν οἱ ἐ­χθροὶ αὐ­τοῦ καὶ φυ­γέ­τω­σαν ἀ­πὸ προ­σώ­που αὐ­τοῦ οἱ μι­σοῦ­ντες αὐ­τόν». Ἀ­να­στή­θη­κε ὁ Χρι­στός καί δι­α­σκορ­πί­στη­καν οἱ δι­ῶ­κτες Του!

Αὐ­τό, Χρι­στι­α­νοί μου, πού συ­νέ­βη μέ τόν Χρι­στό συ­νε­χί­στη­κε καί μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α Του. Δι­ώ­χθη­κε καί δι­ώ­κε­ται πά­ντα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α Του· καί συμ­βαί­νουν οἱ ἴ­δι­ες φά­σεις ἀ­γῶ­νος, ὅ­πως καί μέ τούς δι­ω­γμούς κα­τά τήν ἐ­πί γῆς ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ. Ἄλ­λοι Ἡ­ρῶ­δες τώ­ρα μέ μα­χαί­ρι­α: Νέ­ρω­νες, Δι­ο­κλη­τι­α­νοί καί Καλ­λι­γοῦ­λες· καί ἄλ­λοι σάν τούς Γραμ­μα­τεῖς καί Φα­ρι­σαί­ους: Οἱ αἱ­ρε­τι­κοί καί πλα­νε­μέ­νοι στήν πί­στη πο­λέ­μη­σαν καί δί­ω­ξαν τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Καί ἔ­φυ­γε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, σάν τόν Χρι­στό τό­τε στήν Αἴ­γυ­πτο: βρῆ­κε κα­τα­φύ­γι­ο στίς κα­τα­κόμ­βες καί στήν ἔ­ρη­μο καί ἔ­γι­νε Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καί τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀλ­λά οὔ­τε οἱ ἐ­ξο­ρί­ες, οὔ­τε τά σπα­θι­ά, οὔ­τε τά δό­ντι­α τῶν θη­ρί­ων, οὔ­τε τά κα­μί­νι­α μπό­ρε­σαν καί θά μπο­ρέ­σουν πο­τέ νά κα­τα­βά­λουν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, νά δι­α­λύ­σουν τό εὐ­λο­γη­μέ­νο ποί­μνι­ό Του.

Τί ἔ­κα­νε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στούς δι­ω­γμούς; Προ­σευ­χό­ταν! Πῆ­γε στίς κα­τα­κόμ­βες καί ἐ­δέ­ε­το. Τά ρέ­μα­τα, οἱ σπη­λι­ές, οἱ τά­φοι, τά ὑ­πό­γει­α καί τά κλει­στά δω­μά­τι­α ἔ­γι­ναν προ­σευ­χη­τά­ρι­α καί Να­οί. Καί ἡ προ­σευ­χή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἦ­ταν νά φύ­γουν οἱ ἄ­θε­οι Καί­σα­ρες· νά παύ­σουν οἱ δι­ω­γμοί. Τρεῖς αἰ­ῶ­νες ἔ­κα­νε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τήν προ­σευ­χή αὐ­τή. Καί ὁ Θε­ός, ὄ­χι μό­νο ἔ­δι­ω­ξε τούς ἄ­θε­ους Καί­σα­ρες, ἀλ­λά «ἀ­νέ­βα­σε» τήν Ἐκ­κλη­σί­α στόν θρό­νο τῶν Και­σά­ρων: στά πο­λι­τι­κά πρά­γμα­τα ἦρ­θε ὁ Ἅ­γι­ος Κων­στα­ντῖ­νος, ὁ πρῶ­τος χρι­στι­α­νός αὐ­το­κρά­το­ρας, καί ἔ­παυ­σαν οἱ δι­ω­γμοί καί τά μαρ­τύ­ρι­α τῶν χρι­στι­α­νῶν.

Καί ὄ­χι μό­νο προ­σευ­χή, ἀλ­λά καί συ­χνό φα­γη­τό καί πο­τό εἶ­χαν οἱ δι­ω­κό­με­νοι ἀ­δελ­φοί μας χρι­στι­α­νοί καί δυ­να­μώ­νο­νταν στούς δι­ω­γμούς καί τά μαρ­τύ­ρι­ά τους. Ποι­ό τό φα­γη­τό καί πο­τό τους; Ἡ Θεί­α Κοι­νω­νί­α, τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ! Μέ τήν Θεί­α Κοι­νω­νί­α γευ­ό­μα­στε, πρα­γμα­τι­κά, μέ­σα μας τόν Θε­ό. Τόν γευ­ό­μα­στε «Ἐμ­μα­νου­ήλ», νά εἶ­ναι μα­ζί μας, καί ἔ­τσι βι­ώ­νου­με πά­ντα τά Χρι­στού­γεν­να. Ἔ­τσι καί σή­με­ρα: οἱ πι­στοί παίρ­νουν δύ­να­μη καί συ­νε­χί­ζουν τή μά­χη κα­τά τοῦ δρά­κο­ντα-δι­α­βό­λου. Καί τόν νι­κοῦν καί αὐ­τοί. Πῶς; Μέ τό «Αἷ­μα τοῦ Ἀρ­νί­ου», μᾶς λέ­ει ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη, μέ τήν Θεί­α Κοι­νω­νί­α, δη­λα­δή.

Ἀ­δελ­φοί! Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α πά­ντο­τε δι­ώ­κε­ται, κι ὅ­ταν παύ­ει νά δι­ώ­κε­ται χά­νει κά­τι ἀ­πό τήν δό­ξα της, ὅ­πως ἔ­χει γρα­φτεῖ. Πολ­λοί οἱ πει­ρα­σμοί ἔ­σω­θεν καί ἔ­ξω­θεν. Ἀλ­λά, ἄν εἶ­ναι κα­θα­ρή ἀ­πό τά πά­θη ἡ καρ­δι­ά μας καί ἔ­χει μέ­σα της τόν Χρι­στό μέ τήν Θεί­α Κοι­νω­νί­α, δέν φο­βό­μα­στε οὔ­τε τόν δι­ω­γμό, οὔ­τε ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε.

Βα­δί­ζο­ντας πρός τό νέ­ο χρό­νο, ἄς φρο­ντί­σου­με νά λά­μπει στήν καρ­δι­ά μας τό ἀ­στέ­ρι τῆς Βη­θλε­έμ, ἐ­λεύ­θε­ρο ἀπ᾿ τά σύν­νε­φα τῶν πα­θῶν καί τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ὥ­στε τό φῶς του νά μᾶς ὁ­δη­γεῖ πα­ντο­τι­νούς προ­σκυ­νη­τές στήν ζω­ο­γό­νο φά­τνη Του. ΚΑ­ΛΗ ΠΡΩ­ΤΟ­ΧΡΟ­ΝΙ­Α!
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ   

26 Δεκεμβρίου 1999

«Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατ᾿ ἄνθρωπον».

 (Γαλ. α΄, 11-19)

Ἡ ἄ­γνοι­α, ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμός καί ἡ ἀμ­φι­σβή­τη­ση πού ὑ­πάρ­χει κατ᾿ ἐ­ξο­χήν στήν ἐ­πο­χή μας γύ­ρω ἀ­πό τά θέ­μα­τα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς Πί­στε­ως καί τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Χρι­στοῦ μας, ὁ­δη­γεῖ πολ­λούς καί ἴ­σως καί Χρι­στι­α­νούς νά ἔ­χουν καί νά δι­α­τυ­πώ­νουν τίς πλέ­ον πα­ρά­ξε­νες θέ­σεις καί δι­α­θέ­σεις. Ἄλ­λους πι­στούς τούς προ­βλη­μα­τί­ζουν καί τούς κά­νουν συ­χνά νά ἀ­να­ρω­τι­οῦ­νται γι­ά τό τί εἶ­ναι τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, ποι­όν σκο­πό ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ καί ἀ­πό ποῦ ἀ­λη­θι­νά προ­ῆλ­θε.

Στά ἐ­ρω­τή­μα­τα αὐ­τά ἔρ­χε­ται ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος νά ἀ­πα­ντή­σει μέ τό ση­με­ρι­νό ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­γα­πη­τοί μου Χρι­στι­α­νοί, καί μά­λι­στα ὄ­χι χω­ρίς λό­γο, μι­ά καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Γα­λα­τί­ας εἶ­χαν εἰ­σχω­ρή­σει οἱ αἱ­ρε­τι­κοί ἰ­ου­δα­ΐ­ζο­ντες ψευ­δο­δι­δά­σκα­λοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν θεί­α προ­έ­λευ­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί μέ συ­κο­φα­ντί­ες καί δι­α­βο­λές προ­κα­λοῦ­σαν, ὄ­χι μό­νο τα­ρα­χές καί σκάν­δα­λα στούς πι­στούς, ἀλ­λά καί προ­σπα­θοῦ­σαν νά κλο­νί­σουν τό ἀ­πο­στο­λι­κό του ἀ­ξί­ω­μα.

Τό πρῶ­το πού θέ­λει νά δι­δά­ξει καί μέ ἀ­κρί­βει­α νά τούς δο­θεῖ νά ἐν­νο­ή­σουν εἶ­ναι ὅ­τι τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο δέν εἶ­ναι ἀν­θρώ­πι­νης ἔ­μπνευ­σης καί προ­έ­λευ­σης προ­ϊ­όν καί οὔ­τε ὁ ἴ­δι­ος τό πα­ρέ­λα­βε καί τό δι­δά­χθη­κε ἀ­πό ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά τό ἐ­βί­ω­σε κα­τά τρό­πο ἄ­με­σο καί θαυ­μα­στό, ὅ­πως τοῦ τό ἀ­πο­κά­λυ­ψε ὁ ἴ­δι­ος ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός μας. Ὑ­πῆρ­ξε «κλη­τός ἀ­πό­στο­λος, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος εἰς τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ον τοῦ Θε­οῦ», γρά­φει σέ ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση στήν πρός Ρω­μαί­ους ἐ­πι­στο­λή, γι­ά νά τούς βε­βαι­ώ­σει ὅ­τι τόν εἶ­χε κα­λέ­σει ὁ Θε­ός, μέ τό θαῦ­μα καί τήν με­τα­στρο­φή του στήν πο­ρεί­α του πρός τήν Δα­μα­σκό, καί τόν εἶ­χε ξε­χω­ρί­σει γι­ά νά δι­δά­ξει τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ό Του.

Ἀ­πό τό­τε καί μέ­χρι σή­με­ρα, γι­ά εἴ­κο­σι αἰ­ῶ­νες ζω­ῆς χρι­στι­α­νι­κῆς, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πε­ρί­τρα­να ὅ­τι τό κή­ρυ­γμα τοῦ Παύ­λου, τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ό του, «οὐκ ἔ­στι κα­τὰ ἄν­θρω­πον». Εἶ­ναι τό ἕ­να, τό αἰ­ώ­νι­ο Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Χρι­στοῦ, τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο πού καί ἐ­μεῖς γνω­ρί­σα­με, χά­ρις στούς κό­πους καί τούς ἀ­γῶ­νες τῆς με­γά­λης αὐ­τῆς ψυ­χῆς, τοῦ Παύ­λου.

Ἀ­κό­μη ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος θέ­λει νά το­νί­σει πώς ὅ,τι μᾶς κή­ρυ­ξαν οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι τοῦ Θε­οῦ τό εἶ­παν, ὄ­χι «θε­λή­μα­τι ἀν­θρώ­που», ἀλ­λά «ὑ­πὸ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου φε­ρό­με­νοι», κα­θώς καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος γρά­φει στήν Β' ἐ­πι­στο­λή του. Δέν εἶ­ναι δη­λα­δή ἐ­φεύ­ρη­μα καί ἐ­πι­νό­η­μα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ, μή­τε θρη­σκευ­τι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση καί με­τα­φυ­σι­κός στο­χα­σμός. Δέν εἶ­ναι ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ ἴ­δι­ου του Θε­οῦ πρός τόν ἄν­θρω­πο. Εἶ­ναι, ὅ­πως λέ­γει ἀλ­λοῦ ὁ Παῦ­λος, τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο πού πα­ρα­λά­βα­με «δι᾿ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στό ὁ­ποῖ­ο στε­κό­μα­στε καί μέ τό ὁ­ποῖ­ο σω­ζό­μα­στε (Α΄ Κο­ρινθ. ι­ε΄, 1). Τέ­λος αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἴ­δι­ος ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὁ Θε­άν­θρω­πος Κύ­ρι­ος, τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας μας.

Με­τά ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­γα­πη­τοί μου Χρι­στι­α­νοί, μπο­ροῦ­με νά κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ οὐ­σί­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς κά­ποι­ες με­γά­λες ἀ­λή­θει­ες θε­ϊ­κές, ἀλ­λά ἕ­να πρό­σω­πο καί ἕ­να ἔρ­γο θε­ϊ­κό. Τό Πρό­σω­πο τό Θε­αν­δρι­κό τοῦ Χρι­στοῦ μας καί τό ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας μας ἀ­πό τή φθο­ρά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως αὐ­τό φα­νε­ρώ­θη­κε σάν δυ­να­τό­τη­τα ζω­ῆς μέ τήν σταυ­ρι­κή Του θυ­σί­α καί τήν Ἀ­νά­στα­σή Του.

Χρι­στι­α­νοί μου, Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, κα­τά τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο, εἶ­ναι τό ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ· ἡ ἀ­ναί­ρε­ση τῆς κο­λά­σε­ως, ἡ λύ­ση τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των, ἡ δι­και­ο­σύ­νη καί ὁ ἁ­γι­α­σμός, ἡ ἀ­πο­λύ­τρω­ση καί ἡ υἱ­ο­θε­σί­α, ἡ κλη­ρο­νο­μί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν καί ἡ συγ­γέ­νει­α πρός τόν Υἱ­όν τοῦ Θε­οῦ. Εὐ­αγ­γέ­λι­ο ση­μαί­νει «Θε­ός ἐ­πὶ γῆς καὶ ἄν­θρω­πος ἐν Οὐ­ρα­νῷ».

«Χω­ρίς αὐ­τό», λέ­γει κά­που ὁ με­γά­λος φι­λό­σο­φος Πα­σκάλ, «δέν γνω­ρί­ζου­με τί­πο­τα καί δέν βλέ­που­με τί­πο­τα πα­ρά σκο­τά­δι».

Γι­ά μᾶς ὅ­μως πού ζοῦ­με μέ­σα στή χά­ρη τῶν Μυ­στη­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί πι­στεύ­ου­με στόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό μας τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο ἀ­πο­τε­λεῖ πη­γή πί­στε­ως ἀ­λη­θι­νῆς καί ὁ­δό ζω­ῆς καί ὑ­πό­σχε­ση πρα­γμα­τι­κῆς αἰ­ώ­νι­ας σω­τη­ρί­ας. Α­ΜΗΝ.
ΚΥ­ΡΙ­Α­ΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

27 Δεκεμβρίου 1998

Τό ση­με­ρι­νό Εὐ­αγ­γε­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἀ­να­φέ­ρε­ται στή φυ­γή τοῦ Κυ­ρί­ου στήν Αἴ­γυ­πτο, κα­θώς καί στή θα­νά­τω­ση τῶν νη­πί­ων ἀ­πό τόν Ἡ­ρώ­δη.

Γι­α­τί ὅ­μως ὁ ἄγ­γε­λος πλη­ρο­φο­ρεῖ τόν Ἰ­ω­σήφ «νά πά­ρει τό παι­δί καί τήν μη­τέ­ρα του καί νά φύ­γει στήν Αἴ­γυ­πτο»; Μέ ἀ­κρί­βει­α ἀ­να­φέ­ρει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής: «γι­ά νά ἐκ­πλη­ρω­θεῖ ὁ λό­γος· κά­λε­σα τόν γι­ό μου ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο». Βλέ­που­με ὅ­μως καί προ­μη­νύ­μα­τα ἀ­γα­θῶν ἐλ­πί­δων στήν Οἰ­κου­μέ­νη μ᾿ αὐ­τή τή φυ­γή τοῦ Κυ­ρί­ου, σχο­λι­ά­ζει ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­στό­στο­μος. Καί συ­νε­χί­ζει: Ἡ Βα­βυ­λώ­να καί ἡ Αἴ­γυ­πτος πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λο μέ­ρος τῆς γῆς κα­τα­καί­γο­νταν ἀ­πό τή φω­τι­ά τῆς ἀ­σέ­βει­ας. Γι­ά νά δεί­ξει λοι­πόν ὅ­τι θά τίς δι­ορ­θώ­σει καί τίς δύ­ο καί θά τίς κά­νει κα­λύ­τε­ρες, στέλ­νει στή Βα­βυ­λῶ­να τούς μά­γους καί στήν Αἴ­γυ­πτο πη­γαί­νει ὁ ἴ­δι­ος μέ τή μη­τέ­ρα Του.

Ἄν κά­ποι­ος γνω­ρί­ζει τήν πα­λι­ά ἐ­κεί­νη Αἴ­γυ­πτο, τήν θε­ο­μά­χο καί μα­νι­α­σμέ­νη, πού ἦ­ταν δού­λη στίς γά­τες, πού φο­βό­ταν κι ἔ­τρε­με τά κρεμ­μύ­δι­α, αὐ­τός θά κα­τα­λά­βει κα­λά τή δύ­να­μη τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­λοι αὐ­τοί πού εἶ­χαν πέ­σει στό πα­ρελ­θόν σέ τέ­τοι­α μα­νί­α, τώ­ρα φι­λο­σο­φοῦν γι­ά τόν οὐ­ρα­νό καί τήν οὐ­ρά­νι­α πρα­γμα­τι­κό­τη­τα, πε­ρι­φρο­νώ­ντας ὅ­λα αὐ­τά τά δαι­μο­νι­κά προ­γο­νι­κά ἔ­θι­μα, μή δί­νο­ντας κα­θό­λου ση­μα­σί­α σ᾿ αὐ­τούς πού ἀ­κό­μα τά λέ­νε. Δι­δά­χτη­καν ἀπ᾿ τά ἴ­δι­α πρά­γμα­τα ὅ­τι οἱ δι­κές τους δο­ξα­σί­ες ἦ­ταν προ­λή­ψεις καί δει­σι­δαι­μο­νί­ες πού τούς κρα­τοῦ­σαν δέ­σμι­ους καί ἦ­ταν ἐ­πι­νο­ή­σεις ἀ­πό «με­θυ­σμέ­νες γρι­οῦ­λες», ὅ­πως λέ­ει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, ἐ­νῶ ἡ ἀ­λη­θι­νή φι­λο­σο­φί­α πού εἶ­ναι ἄ­ξι­α τῶν οὐ­ρα­νῶν εἶ­ναι αὐ­τή πού κή­ρυ­ξαν οἱ ψα­ρά­δες, οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τοῦ Χρι­στοῦ.

Κι ἔ­τσι μέ­νουν ἔ­ρη­μα τά μα­ντεῖ­α στήν Αἴ­γυ­πτο, ἄ­χρη­στα τά σκόρ­δα καί τά πέ­τα­λα πού κρε­μοῦ­σαν πά­νω τους καί στίς πόρ­τες καί ἀ­δι­ά­φο­ρες οἱ γά­τες, ἐ­νῶ γε­μί­ζει ἡ Αἰ­γυ­πτι­α­κή ἔ­ρη­μος ἀ­πό ἀ­σκη­τές μο­να­χούς πού ἀ­παρ­νή­θη­καν καί δώ­ρη­σαν τά ὑ­πάρ­χο­ντά τους, νε­κρώ­θη­καν γι­ά τόν κό­σμο καί πού προ­χω­ροῦν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν τή σω­μα­τι­κή τους ἐρ­γα­σί­α γι­ά τή δι­α­τρο­φή τῶν πει­να­σμέ­νων, τήν ἀ­νά­παυ­σή τους τή θυ­σι­ά­ζουν γι­ά τήν πε­ρι­ποί­η­ση τῶν πο­νε­μέ­νων, τόν ὕ­πνο τους γι­ά τήν προ­σευ­χή ὑ­πέρ τοῦ κό­σμου.

Νά πῶς ἡ σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πη­ρέ­α­σε καί με­τα­μόρ­φω­σε τίς ζω­ές αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων, ὥ­στε νά ἀ­να­δει­χθοῦν ἅ­γι­οι με­γά­λοι, ὅ­πως ὁ Ἅ­γι­ος Ἀ­ντώ­νι­ος, ὁ Ἅ­γι­ος Εὐ­θύ­μι­ος, οἱ Ὅ­σι­οι Παῦ­λος, Ποι­μέ­νας, Ἀμ­μω­νᾶς καί τό­σοι ἄλ­λοι πού λα­μπρύ­νουν τό στε­ρέ­ω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας μέ τήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή τους καί τίς ἅ­γι­ες πρε­σβεῖ­ές τους.

Σή­με­ρα ὅ­μως, δύ­ο χι­λι­ά­δες χρό­νι­α με­τά τή Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, «ἐ­ψύ­γη ἡ ἀ­γά­πη τῶν πολ­λῶν». Σή­με­ρα πι­στεύ­ου­με στό ρό­δι πού θά σπά­σου­με γι­ά κα­λή χρο­νι­ά, στό πέ­τα­λο ἤ τό σκόρ­δο πού θά κρε­μά­σου­με στήν πόρ­τα, στά λε­γό­με­να τῆς χαρ­το­ρί­χτρας ἤ τῆς κα­φετ­ζοῦς, κα­νο­νί­ζου­με τή ζω­ή μας μέ τούς ἀ­στρο­λό­γους, τρέ­χου­με στά μέ­ντι­ουμ καί τούς φω­τι­σμέ­νους καί ξε­χά­σα­με τό Χρι­στό.

Μι­ά νέ­α Αἴ­γυ­πτος ἔ­χει ἀ­να­τεί­λει μέ­σα στή σύγ­χρο­νη κοι­νω­νί­α μας καί ἡ μα­γεί­α, ἡ δει­σι­δαι­μο­νί­α καί οἱ προ­λή­ψεις βα­σι­λεύ­ουν στήν προ­ο­δευ­μέ­νη ἐ­πο­χή μας. Μί­α γε­νι­κή πνευ­μα­τι­κή ὀ­πι­σθο­δρό­μη­ση γί­νε­ται συ­νε­χῶς πι­ό φα­νε­ρή, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξε­λισ­σό­μα­στε τε­χνο­λο­γι­κά. Ἡ πνευ­μα­τι­κή Αἴ­γυ­πτος εἶ­ναι ἐ­δῶ. Καί εὔ­λο­γα ξε­πη­δᾶ τό ἐ­ρώ­τη­μα: Χρει­ά­ζε­ται μί­α νέ­α πο­ρεί­α τοῦ Χρι­στοῦ γι­ά νά μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­σει;

Ὄ­χι, ἀ­δελ­φοί μου. Ὁ Χρι­στός ἔ­χει ἔρ­θει καί εἶ­ναι συ­νέ­χει­α δί­πλα μας. Ἐ­μεῖς δέν τόν ἀ­φή­νου­με νά μᾶς βο­η­θή­σει. Αὐ­τό πού χρει­ά­ζε­ται εἶ­ναι ἡ δι­κή μας φυ­γή ἀπ᾿ αὐ­τή τή σύγ­χρο­νη Αἴ­γυ­πτο τῶν πα­θῶν καί τῶν δε­σμευ­τι­κῶν προ­λή­ψε­ων, ἡ δι­κή μας ἔ­ξο­δος πρός τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ κα­θέ­νας μας πρέ­πει νά ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι θά ἀ­φή­σει τόν Χρι­στό νά μπεῖ στή ζω­ή του. Τόν Χρι­στό πού «ἔ­στη­κε ἔ­ξω τῆς θύ­ρας τῆς ψυ­χῆς μας καί κρού­ει» χρό­νι­α ἴ­σως, χω­ρίς νά Τοῦ ἀ­νοί­γου­με.

Ἄς ἀ­νοί­ξου­με, Χρι­στι­α­νοί μου, τήν ψυ­χή μας στόν Χρι­στό. Ἄς ὁ­δη­γή­σου­με τή ζω­ή μας πρός Αὐ­τόν καί τό­τε θά ἀ­να­λά­βει Αὐ­τός τό τι­μό­νι γι­ά νά μᾶς κα­τευ­θύ­νει μέ­σα ἀ­πό τήν πο­λυ­τά­ρα­χη θά­λασ­σα αὐ­τῆς τῆς ζω­ῆς στό ἀ­κύ­μα­ντο λι­μά­νι τῆς Βα­σι­λεί­ας Του. Α­ΜΗΝ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

28 Δεκεμβρίου 1997

Ἡ φυ­γή τοῦ Ἰ­η­σοῦ στήν Αἴ­γυ­πτο καί οἱ δι­ω­γμοί πού ἐ­πα­κο­λού­θη­σαν στή ζω­ή Του, μέ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τόν Σταυ­ρι­κό θά­να­το, εἶ­ναι μι­ά μορ­φή τοῦ αἰ­ω­νί­ου πο­λέ­μου, πού ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῆς πτώ­σε­ως δι­ε­ξά­γε­ται με­τα­ξύ τοῦ Σα­τα­νᾶ καί τοῦ Θε­οῦ, τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ σκό­τους καί τοῦ φω­τός, τοῦ δρά­κο­ντος καί τοῦ Ἀρ­νί­ου. Ἀ­πό τόν σκλη­ρό αὐ­τό πό­λε­μο νι­κη­τής θά βγεῖ ὁ Ἰ­η­σοῦς, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά συ­ντρί­ψει τόν Ἀ­ντί­χρι­στο καί τούς ὑ­πη­ρέ­τες του. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ σκό­τους θά Τόν ἀ­νε­βά­σουν στόν Σταυ­ρό, ἀλ­λά ἀ­πό τόν λό­φο τοῦ Γολ­γο­θᾶ θά λάμ­ψει ὡς ὁ ἥ­λι­ος πού θά φω­τί­σει τά πέ­ρα­τα τῆς γῆς. Τήν ἴ­δι­α τύ­χη θά ἔ­χει καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α Του. Θά βα­φεῖ μέ τά αἵ­μα­τα τῶν μαρ­τύ­ρων της, θά ἁ­λυ­σο­δε­θεῖ μέ τά δε­σμά τῶν δη­μί­ων της, θά δι­ω­χθεῖ, θά κα­τέ­βει στίς κα­τα­κόμ­βες, θά κρυ­φτεῖ στίς ὀ­πές τῆς γῆς καί στά σπή­λαι­α τῶν ὀ­ρέ­ων, ἀλ­λά δέν θά συ­ντρι­βεῖ, θά με­γα­λουρ­γή­σει μέ­σα ἀ­πό τόν πό­νο καί τήν ἐ­ξου­θέ­νω­ση, θά θρι­αμ­βεύ­σει μέ­σα ἀ­πό τό μαρ­τύ­ρι­ο καί τόν ἐ­ξευ­τε­λι­σμό. Ἄν γι­ά τόν κό­σμο ἡ κα­τα­φρό­νη­ση καί ὁ δι­ω­γμός εἶ­ναι αἰ­τί­α πό­νου καί θλί­ψε­ως, γι­ά τόν χρι­στι­α­νό γί­νε­ται αἰ­τί­α χα­ρᾶς καί ἐλ­πί­δος, γι­α­τί μέ­σα ἀπ᾿ αὐ­τόν βλέ­πει τό σχέ­δι­ο τοῦ Θε­οῦ γι­ά τόν ἁ­γι­α­σμό τῆς ψυ­χῆς καί τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου. «Μα­κά­ρι­οί ἐ­στε ὅ­ταν ὀ­νει­δί­σω­σιν ὑ­μᾶς καὶ δι­ώ­ξω­σι.­.­.» (Ματθ. ε΄, 11) εἶ­πε ὁ Κύ­ρι­ος γι᾿ αὐ­τούς πού γι­ά τό Ὄ­νο­μά Του δι­ώ­κο­νται.

Ἀ­πό τά πρῶ­τα βή­μα­τα τῆς ἐ­πι­γεί­ου ζω­ῆς Του ὁ Ἰ­η­σοῦς γεύ­ε­ται τό πι­κρό πο­τή­ρι τῶν δι­ω­γμῶν, ἀλ­λά συγ­χρό­νως καί τήν κρα­ται­ά προ­στα­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ θη­ρι­ώ­δης Ἡ­ρώ­δης ἀ­να­ζη­τεῖ τό Παι­δί­ο γι­ά νά τό φο­νεύ­σει καί ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στόν ὕ­πνο τοῦ προ­στά­του Ἰ­ω­σήφ καί τόν συμ­βου­λεύ­ει: «ἐ­γερ­θεὶς πα­ρά­λα­βε τὸ παι­δί­ον καὶ τὴν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ καὶ φεῦ­γε εἰς Αἴ­γυ­πτον, καὶ ἴ­σθι ἐ­κεῖ ἕ­ως ἂν εἴ­πω σοι· μέλ­λει γὰρ Ἡ­ρώ­δης ζη­τεῖν τὸ παι­δί­ον τοῦ ἀ­πο­λέ­σαι αὐ­τό». Καί ἐ­νῶ ὁ Ἡ­ρώ­δης μέ τήν ἀ­πάν­θρω­πη σφα­γή τῶν νη­πί­ων τῆς Βη­θλε­έμ νο­μί­ζει ὅ­τι ἀ­παλ­λά­χθη­κε ἀ­πό τόν ἐ­πί­ζη­λο βα­σι­λέ­α τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ἐ­κεῖ­νος ἀ­θό­ρυ­βα στήν ξέ­νη χώ­ρα ἡ­λι­κι­ώ­νε­ται γι­ά νά ἐ­πι­στρέ­ψει ἰ­σχυ­ρός με­τά τό θά­να­το τοῦ Ἡ­ρώ­δη καί νά κη­ρύ­ξει τήν νέ­α Βα­σι­λεί­α τῶν ψυ­χῶν.

Ἐκ­κλη­σί­α τῶν μαρ­τύ­ρων ὀ­νο­μά­ζε­ται ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῶν τρι­ῶν πρώ­των αἰ­ώ­νων. Ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α εἶ­ναι οἱ γνω­στοί καί ἄ­γνω­στοι μάρ­τυ­ρες πού δέν κάμ­φθη­καν μέ τά βα­σα­νι­στή­ρι­α, πού δέν ὑ­πο­χώ­ρη­σαν μέ τίς ὑ­πο­σχέ­σεις, πού προ­τί­μη­σαν τόν ἔν­δο­ξο θά­να­το γι­ά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ καί ἔ­χυ­σαν τό αἷ­μα τους γι­ά τό θρί­αμ­βο τῆς Πί­στε­ως. Σκλη­ροί τύ­ραν­νοι καί δι­ῶ­κτες, ὅ­πως ὁ Νέ­ρων, ὁ Δέ­κι­ος, ὁ Δι­ο­κλη­τι­α­νός καί τό­σοι ἄλ­λοι, μέ λύσ­σα ἐ­κή­ρυ­ξαν ἀ­πη­νῆ δι­ω­γμό κα­τά τῆς ἀρ­τι­γέν­νη­της Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἐ­νό­μι­σαν ὅ­τι μέ τή βί­α καί τή δύ­να­μη πού δι­έ­θε­ταν θά ἔ­κα­μπταν τό φρό­νη­μα τῶν ἡ­ρώ­ων της πί­στε­ως.

Με­τά τούς δι­ω­γμούς ἦλ­θαν ἄλ­λου εἴ­δους δι­ω­γμοί μέ­σα ἀ­πό τά σπλάγ­χνα τῆς ἴ­δι­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Σχί­σμα­τα καί αἱ­ρέ­σεις τραυ­μα­τί­ζουν τή ἑ­νό­τη­τά της καί ξε­σχί­ζουν τόν χι­τῶ­να της. Οἱ ἐ­γω­ι­σμοί καί οἱ μι­σαλ­λο­δο­ξί­ες τήν σέρ­νουν σέ μι­ά τρα­γι­κή πε­ρι­πέ­τει­α, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ὕ­στε­ρα ἀ­πό αἰ­ώ­νων τα­λαι­πω­ρί­α ἐ­ξέρ­χε­ται τραυ­μα­τι­σμέ­νη. Ἀ­δελ­φοί δι­ώ­κουν ἀ­δελ­φούς. Χρι­στι­α­νοί φο­νεύ­ουν χρι­στι­α­νούς. Ὑ­πε­ρή­φα­να μέ­λη της γί­νο­νται ὄρ­γα­να τοῦ δι­α­βό­λου καί ἐ­γω­ι­στι­κά κη­ρύτ­τουν νέ­α δό­γμα­τα. Ἀ­να­στα­τώ­νουν τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τήν βυ­θί­ζουν σέ μι­ά πε­ρι­πε­τει­ώ­δη θλί­ψη, πού δυ­στυ­χῶς συ­νε­χί­ζε­ται στίς μέ­ρες μας.

Στούς νε­ω­τέ­ρους χρό­νους μέ­σα ἀ­πό τούς κόλ­πους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­να­πη­δοῦν οἱ ἀρ­νη­τές, οἱ ὀρ­θο­λο­γι­στές, οἱ ὑ­λι­στές. Βρί­ζουν καί συ­κο­φα­ντοῦν τήν Ἐκ­κλη­σί­α, δι­α­κω­μω­δοῦν τά ὅ­σι­α καί ἱ­ε­ρά καί προ­σπα­θοῦν στή θέ­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νά βά­λουν μι­ά «φυ­σι­κή θρη­σκεί­α». Ἄν­θρω­ποι τῆς ὕ­λης, δη­μι­ουρ­γοῦν μι­ά κοι­νω­νί­α ἀ­τό­μων προ­ο­ρι­σμέ­νων νά ζή­σουν σάν νού­με­ρα μι­ᾶς μη­χα­νῆς καί ὄ­χι σάν πρό­σω­πα ἑ­νός κό­σμου, πού ἔ­χει μέν τήν ἀρ­χή του ἐ­δῶ, ἀλ­λά συ­νε­χί­ζε­ται καί με­τά τόν θά­να­το.

Οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς ση­με­ρι­νῆς ἐ­πο­χῆς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρο­νται γι­ά τήν ἀ­νά­παυ­ση τοῦ σαρ­κί­ου τους καί ἐ­λά­χι­στα γι­ά τήν ἀ­νά­παυ­ση τῆς ψυ­χῆς τους, πού κα­τα­τυ­ραν­νεῖ­ται ἀ­πό τό­σα ψυ­χο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα. Ἀ­πό ὅ­λα τά μέ­σα πού δι­α­θέ­τει ἡ κοι­νω­νί­α γί­νε­ται μι­ά φο­βε­ρή ἀ­ντι­πνευ­μα­τι­κή προ­πα­γάν­δα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ὀ­λέ­θρι­ες ἐ­πι­πτώ­σεις σέ ὅ­λους. Θε­ο­ποι­εῖ­ται ἡ σάρ­κα, ἀμ­βλύ­νε­ται ἡ συ­νεί­δη­ση, ἰ­σο­πε­δώ­νο­νται οἱ ἀ­ξί­ες, κρη­μνί­ζο­νται τά ἰ­δα­νι­κά καί κη­ρύτ­τε­ται μι­ά και­νούρ­γι­α θρη­σκεί­α, πού κέ­ντρο ἔ­χει, ὄ­χι τόν Θε­ό, ἀλ­λά τόν ἄν­θρω­πο.

Σή­με­ρα οἱ δι­ῶ­κτες τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ φο­ροῦν τό προ­σω­πεῖ­ο τοῦ πο­λι­τι­σμέ­νου, τοῦ μο­ντέρ­νου, τοῦ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νου, τοῦ προ­ο­δευ­τι­κοῦ. Δέν ἐ­ξα­πο­λύ­ουν δι­α­τά­γμα­τα, ἀλ­λά ὕ­που­λα με­θο­δεύ­ουν τή δι­αί­ρε­ση καί τό σχί­σμα, μέ­σα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά γι­ά τήν ἀ­να­στά­τω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ὅ­τι καί σή­με­ρα δι­ώ­κε­ται ὁ Χρι­στός καί μα­ζί μέ τόν Χρι­στό δι­ώ­κο­νται ὅ­σοι Τόν πι­στεύ­ουν ἀ­λη­θι­νά. «Εἰ ἐ­μὲ ἐ­δί­ω­ξαν καὶ ὑ­μᾶς δι­ώ­ξου­σιν» (Ἰ­ω­άν. ι­ε΄, 20) εἶ­πε ὁ Κύ­ρι­ος στούς μα­θη­τάς Του καί ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά λέ­γει σέ ὅ­λους τούς πι­στούς. Ἡ χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα ἑ­νω­μέ­νη μέ τόν δι­ω­γμό. Πά­ντα θά ὑ­πάρ­χουν ὄρ­γα­να τοῦ Σα­τα­νᾶ, πού θά προ­σπα­θοῦν νά χω­ρί­σουν τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τόν Θε­ό.

Ἀ­δελ­φοί, ὁ Χρι­στός δέν μᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε στόν κό­σμο αὐ­τό δό­ξες καί τι­μές. «Ἐν τῷ κό­σμῳ θλῖ­ψιν ἕ­ξε­τε» μᾶς εἶ­πε. Καί συ­νέ­χι­σε: «ἀλ­λά θαρ­σεῖ­τε, ἐ­γὼ νε­νί­κη­κα τὸν κό­σμον» (Ἰ­ω­άν. ι­στ΄, 33). Ἄς Τόν κα­τα­δι­ώ­κουν οἱ ἐ­χθροί Του. Ἄς ὑ­βρί­ζουν τήν Ἐκ­κλη­σί­α Του. Ἄς συ­κο­φα­ντοῦν τούς λει­τουρ­γούς Του. Ἄς εἰ­ρω­νεύ­ο­νται τούς πι­στούς Του. Ἐ­κεῖ­νος καί πά­λι θά νι­κή­σει.

Γρά­φει ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος: «Ἄς μαί­νε­ται ἡ θά­λασ­σα, δέν μπο­ρεῖ νά δι­α­λύ­σει τήν πέ­τρα· ἄς ση­κώ­νο­νται τά κύ­μα­τα, τό πλοῖ­ο τοῦ Ἰ­η­σοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σί­α, δέν μπο­ροῦν νά τό κα­τα­πο­ντί­σουν». ΑΜΗΝ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ 

29 Δεκεμβρίου 1996

«Ἐ­γερ­θεὶς πα­ρά­λα­βε τὸ παι­δί­ον καὶ τὴν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ καὶ φεῦ­γε εἰς Αἴ­γυ­πτον».

Ἡ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή αὐ­τή, ἀ­γα­πη­τοί μου Χρι­στι­α­νοί, ἐ­ντο­λή τοῦ ἀγ­γέ­λου τοῦ Θε­οῦ πρός τόν προ­στά­την καί δί­και­ον Ἰ­ω­σήφ μᾶς φα­νε­ρώ­νει τό μέ­γε­θος τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας καί τήν πρό­νοι­α τού Θε­οῦ, ὥ­στε τό Μυ­στή­ρι­ον τῆς ἐν­σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ νά κα­τευ­θύ­νε­ται σέ αἴ­σι­ο τέ­λος καί νά ἐκ­πλη­ρώ­νη τόν σω­τη­ρι­ώ­δη προ­ο­ρι­σμό του.

Ἡ προ­σο­χή μας συ­γκε­ντρώ­νε­ται σή­με­ρα σέ τρεῖς φά­σεις τῆς ζω­ῆς τοῦ Θεί­ου Βρέ­φους, οἱ ὁ­ποῖ­ες καί φα­νε­ρώ­νουν τήν προ­στα­τευ­τι­κή πα­ρου­σί­α τοῦ Πα­ντο­δύ­να­μου Θε­οῦ: Ἡ ἀ­να­χώ­ρη­ση γι­ά τήν Αἴ­γυ­πτο, ἡ ἐ­κεῖ πα­ρα­μο­νή Του καί ἡ ἐ­πι­στρο­φή Του εἰς τήν γῆν Ἰσ­ρα­ήλ.

Οἱ Μά­γοι, ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σαν τόν Χρι­στό μας, προ­σφέ­ρο­ντας τά πλού­σι­α δῶ­ρα τους, κα­θο­δη­γού­με­νοι μέ ὄ­νει­ρο ἀ­πό τόν Θε­ό, ἀ­νε­χώ­ρη­σαν στή χώ­ρα τους ἀ­πό ἄλ­λο δρό­μο, χω­ρίς νά πε­ρά­σουν ἀ­πό τόν Ἡ­ρώ­δη, ὅ­πως εἶ­χε συμ­φω­νη­θεῖ.

Ὁ Θε­ός πού ἐ­γνώ­ρι­ζε τίς προ­θέ­σεις τοῦ Ἡ­ρώ­δη γι­ά τό Παι­δί, εἰ­δο­ποι­εῖ τόν Ἰ­ω­σήφ σέ ὄ­νει­ρο μέ τόν ἄγ­γε­λό Του καί τοῦ λέ­γει: Σή­κω ἐ­πά­νω, πά­ρε τό Παι­δί καί τήν Μη­τέ­ρα καί φύ­γε στήν Αἴ­γυ­πτο καί μεῖ­νε ἐ­κεῖ μέ­χρις ὅ­του σοῦ εἰ­πῶ, δι­ό­τι ὁ Ἡ­ρώ­δης πρό­κει­ται νά ἀ­να­ζη­τή­σει τό Παι­δί, μέ σκο­πό νά τό θα­να­τώ­σει. Ὁ Ἰ­ω­σήφ, ἀ­φοῦ ξύ­πνη­σε, πῆ­ρε τόν Χρι­στό μας καί τήν Πα­να­γί­α μας καί ἀ­νε­χώ­ρη­σαν νύ­χτα στήν Αἴ­γυ­πτο καί ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε μέ­χρι τοῦ θα­νά­του τοῦ Ἡ­ρώ­δη.

Εἶ­ναι ἄ­ξι­ον θαυ­μα­σμοῦ, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὅ­τι στά Ἱ­ε­ρά Εὐ­αγ­γέ­λι­α δέν σώ­ζε­ται οὔ­τε ἕ­νας λό­γος τοῦ Ἰ­ω­σήφ. Δέ­χε­ται τίς ἐ­ντο­λές τοῦ Θε­οῦ δι­ά τοῦ ἀγ­γέ­λου καί ἐ­νερ­γεῖ ἐν σι­ω­πῇ μέ πί­στη καί ὑ­πα­κο­ή. Πῶς νά ἐ­ξη­γή­σου­με αὐ­τή του τή στά­ση καί συ­μπε­ρι­φο­ρά;

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής ἀ­πο­δί­δει ἕ­να πο­λύ τι­μη­τι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό στόν προ­στά­τη τοῦ Χρι­στοῦ μας Ἰ­ω­σήφ. Τόν ἀ­πο­κα­λεῖ δί­και­ο, δηλ. ἐ­νά­ρε­το καί ἅ­γι­ο.

Ἔ­τσι εἶ­ναι πά­ντο­τε οἱ Ἅ­γι­οι· γε­μᾶ­τοι πί­στη καί ὑ­πα­κο­ή. Ὑ­πο­τάσ­σουν πά­ν­τα τό δι­κό τους θέ­λη­μα στό θέ­λη­μα τού Θε­οῦ. Γι᾿ αὐ­τούς δέν νο­εῖ­ται ἀ­νυ­πα­κο­ή ἤ ἀ­ντι­λο­γί­α σ᾿ ὅ,τι ὁ Θε­ός κε­λεύ­ει. Ἡ ἐ­μπι­στο­σύ­νη τους καί ἡ ἀ­φο­σί­ω­σή τους στήν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἀ­να­ντίρ­ρη­τη καί ἀ­πό­λυ­τη. Μέ τέ­τοι­ους ἀν­θρώ­πους συ­νερ­γά­ζε­ται ὁ Θε­ός. Μέ ἀν­θρώ­πους πού τα­πει­νώ­νο­νται ἐ­μ­πρός εἰς τό με­γα­λεῖ­ο Του καί ὑ­πα­κού­ουν στό θέ­λη­μά Του μέ ἐ­μπι­στο­σύ­νη, χω­ρίς καμ­μι­ά ἐ­πι­φύ­λα­ξη.

Αὐ­τός πού ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη πί­στη πρέ­πει νά ἐ­γκα­τα­λεί­ψη κά­θε τι πού τοῦ πα­ρέ­χει ἀ­σφά­λει­α καί νά φύ­γη εἰς τό ἄ­γνω­στον, ὄ­χι γι­ά πε­ρι­πέ­τει­ες, ἀλ­λά γι­ά νά φέ­ρη τήν μαρ­τυ­ρί­αν τῆς πί­στε­ως εἰς τό ἄ­γνω­στον καί νά δο­ξα­σθῆ τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Ἰ­ω­σήφ ἔ­λα­βε ἀ­κρι­βῶς τέ­τοι­α ἐ­ντο­λή, νά πά­ρη τό Παι­δί καί τήν Μη­τέ­ρα Του καί νά φύ­γη στήν Αἴ­γυ­πτο. Τά λο­γι­κά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά του ὁ Ἰ­ω­σήφ, ἐ­άν τά χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε, ἴ­σως νά τόν ὁ­δη­γοῦ­σαν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά. Ἄν καί δέν μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξη­γή­ση μέ­σα του τά λό­γι­α τοῦ Ἀγ­γέ­λου, σέ ὅ­λες τίς πε­ρι­πτώ­σεις συμ­μορ­φω­νό­ταν πρός τίς ὁ­δη­γί­ες του καί ὑ­πο­τασ­σό­ταν στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ πί­στη τῶν Ἁ­γί­ων, γι­ά τήν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ός τούς ἐ­πι­λέ­γει νά ὑ­πη­ρε­τοῦν τό θέ­λη­μά Του.

Ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή πα­ρου­σι­ά­ζει τήν πί­στη καί τήν ὑ­πα­κο­ή τοῦ Ἀ­βρα­άμ ὡς ὑ­πό­δει­γμα: «Ἄ­φη­σε τήν χώ­ρα σου καί τούς συγ­γε­νεῖς σου καί ἔ­λα στή χώ­ρα πού θά σοῦ δεί­ξω» τοῦ εἶ­πε ὁ Θε­ός. Γι᾿ αὐ­τή τήν πί­στη καί τήν ὑ­πα­κο­ή εὐ­λο­γή­θη­κε πο­λύ καί ὁ Ἀ­βρα­άμ.

Χρι­στι­α­νοί μου,

Ἀ­κού­γο­ντας σή­με­ρα πολ­λές φο­ρές τήν δι­ή­γη­ση τῆς Γεν­νή­σε­ως, θέ­λου­με νά τά ἑρ­μη­νεύ­σου­με ὅ­λα μέ τό νοῦ μας. Ἔ­τσι, ὅ­μως, χά­νου­με τό χρό­νο καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή μας δι­ά­θε­ση νά δο­ξά­σου­με καί νά με­γα­λύ­νου­με τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ γι­ά τά σπου­δαῖ­α καί θαυ­μα­στά ἔρ­γα πού ἐ­πι­τε­λεῖ γι­ά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.

Ἀ­πό τόν δί­και­ο Ἰ­ω­σήφ πά­ντως ἔ­χου­με σή­με­ρα νά μά­θου­με κά­τι πο­λύ σπου­δαῖ­ο καί ση­μα­ντι­κό γι­ά τήν προ­κο­πή τῆς πνευ­μα­τι­κῆς μας ζω­ῆς:

Τήν ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτη ἐ­μπι­στο­σύ­νη καί ὑ­πο­τα­γή στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Α­ΜΗΝ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
κ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

«Χριστός γεννάται δοξάσετε» και πάνω στη γη ένα μεγάλο μυστήριο λαμβάνει χώρα. Ο Θεός σαρκώνεται και παίρνει πάνω του όλη την ανθρώπινη φύση.

Άγγελοι και Αρχάγγελοι, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ δοξάζουν τον Θεό, διότι είδαν Θεόν γενόμενον άνθρωπον για την αγάπη προς τον άνθρωπον και, ταυτόχρονα, βλέπουν τον άνθρωπον να ανεβαίνει στον ουρανόν. Σήμερα, η Βηθλεέμ μιμείται τον ουρανόν, διότι αντί για αστέρες υποδέχεται Αγγέλους που υμνούν τον σαρκωθέντα Λόγο του Θεού∙ αντί για τον ήλιο που λάμπει κατά την διάρκεια της ημέρας, υποδέχεται τον Ήλιον της Δικαιοσύνης, που φωτίζει τις ψυχές και τις καρδιές των ανθρώπων.

Ο Λόγος του Θεού θέλησε και σαρκώθηκε, διότι για ό,τι θέλει ο Θεός οι φυσικοί νόμοι παραμερίζονται. Σήμερα, ο Θεός γεννάται και γίνεται εκείνο που Εκείνος δεν ήταν προηγουμένως. Είναι Θεός και γίνεται άνθρωπος, χωρίς να μειώνεται η Θεότητά Του. Κανένας ας μην σκεφθεί ότι ο άνθρωπος έγινε Θεός, αλλά ότι ο Λόγος του Θεού Πατέρα «εγένετο σαρξ» και ταυτοχρόνως η Θεία Του Φύση παρέμεινε αμετάβλητη και απαθής.

Όταν ο Χριστός γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι αρνήθηκαν το παράδοξο τρόπο της γεννήσεώς Του. Οι Φαρισαίοι παρερμήνευσαν τις Γραφές και οι Γραμματείς μιλούσαν αντίθετα με τον Νόμο. Ο Ηρώδης αναζητούσε το Νέο Βρέφος, όχι για να το τιμήσει, αλλά για να το φονεύσει. Οι εκ της Ανατολής Μάγοι επισκέπτονται τον Ουράνιο Βασιλέα θαυμάζοντας, πώς κατέβηκε στη γη χωρίς την συνοδεία Αγγελικών Ταγμάτων, αλλά με παράδοξο τρόπο γεννόμενος εκ της Παρθένου. Οι γυναίκες διακονούν Εκείνον που γεννήθηκε εκ της Μαρίας, ώστε οι πόνοι της γεννήσεως να μεταβληθούν σε χαρά. Οι παρθένες θαυμάζουν το πώς η Μαρία τιμάται να γίνεται μητέρα και ταυτόχρονα να παραμένει Παρθένος. Ο Λόγος του Θεού γίνεται Βρέφος, ώστε να δεχτεί δοξολογία από τα στόματα νηπίων. Οι ποιμένες λατρεύουν τον Ποιμένα, που θα θυσιάσει την ζωή Του για την σωτηρία όλων. Ο Κύριος γίνεται Δούλος, ώστε να ελευθερώσει τους ανθρώπους από την σκλαβιά του εχθρού. Οι αμαρτωλοί ήρθαν να δουν τον Αμνό του Θεού, που τις αμαρτίες του κόσμου.

Όλοι χαίρονται και πανηγυρίζουν. Μαζί με τους Αγγέλους ψάλλουμε: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Ο Λόγος του Θεού, που γεννάται εκ του Πατρός, γεννάται εκ της Παρθένου για να σώσει τον άνθρωπο. Γεννάται εκ του Πατρός προ πάντων των αιώνων. Αλλά, σήμερα, δεχόμαστε την συγκατάθεσή Του και την αιώνια Γέννησή Του είναι πραγματική και η επίγεια γέννησή Του είναι αναμφισβήτητη. Είναι αληθινός Θεός που γεννάται προ πάντων των αιώνων εξ αληθινού Θεού, σαρκώνεται εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και γίνεται άνθρωπος. Είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού Πατέρα στους ουρανούς, και είναι ο μονογενής Υιός της Παρθένου Μαρίας επάνω στη γη.

Τι μπορεί να πει κανείς; Εκείνος είναι Θεός Παντοδύναμο, ή είναι ένας μικρός άνθρωπος; Είναι ο Βασιλέας των Αγγέλων, ή ένας Δούλος ανθρώπων; Είναι ο Δημιουργόςτων πάντων, ή δημιουργείται από την Παρθένο; Είναι ο Αόρατος Θεός, ή ένας ορατός άνθρωπος; Είναι χωρίς πάθος και αθάνατος, ή υπόκειται στο πάθος και την θνητότητα; Είναι ο Λόγος του θεού Πατέρα που υπήρξε προ πάντων των αιώνων, ή ο Υιός της Μαρίας; Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός Τον ομολογεί να είναι «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος». Το μυστήριο είναι παράδοξο, διότι οι δύο Φύσεις του Χριστού ενώνονται χωρίς σύγχυση ή μίξη η μία στην άλλη, χωρίς σύγχυση ή αλλαγή. Όπως οι τρεις Υποστάσεις της Αγίας Τριάδος ενώνονται χωρίς σύγχυση, και ταυτόχρονα, διακρίνονται χωρίς να διαιρούνται, λόγω της μιάς Ουσίας ή Φύσεως της Θεότητος, με παρόμοιο τρόπο, οι δύο Φύσεις του Χριστού, Θεία και ανθρωπίνη, ενώνονται στην μία Υπόσταση ή Πρόσωπο, χωρίς να συγχύζονται, διακρίνονται και ούτε η ανθρωπό μεταβάλλεται σε θεότητα, ούτε η Θεότητα σε ανθρωπότητα.

Λατρεύομε τον Ένα Κύριο Ιησού Χριστό, που έχει μία Υπόσταση, αλλά δύο Φύσεις, δύο Θελήσεις και δύο Ενέργειες, Θεία και ανθρωπίνη.

Σήμερα, ο Λόγος του Θεού σαρκώνεται ως Νήπιο. Ως άνθρωπος τον βλέπομε στη Φάτνη με ρακένδυτα ρούχα και γαλουχείται από την Παρθένο με μητρικό γάλα.

Σήμερα, οι Ποιμένες πηγαίνουν στη Βηθλεέμ για να δουν τον σαρκωθέντα του Θεού. Ο Υιός του Θεού στις ειρηνικές ώρες της νύκτας γεννάται εκ της Παρθένου. ΟΠοιμένες θαυμάζουν, οι Μάγοι Τον περιβάλλουν και οι Άγγελοι Τον υμνούν. Τώρα, βλέπομε τον Αόρατο Θεό σαρκωθέντα. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσε εν ημίν» (Ιωάν. 1:14).

Μόνον, όταν ο Βασιλέας της Ειρήνης βασιλεύσει μέσα στις καρδιές μας, τότε, πραγματική ειρήνη θα βασιλεύσει ανάμεσα στους ανθρώπους της γης. Ας αγωνιστούμε να μιμηθούμε εκείνους τους Ποιμένες της Βηθλεέμ, δεχόμενοι και μεταδίδοντας το μήνυμα: «Σωτήρας έχει γεννηθεί, σήμερα, στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας» και, ας ψάλλουμε μαζί με τους Αγγέλους: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Αμήν.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) ῾Τό Εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ᾽ ἐμοῦ οὐκ ἔστι κατά ἄνθρωπον...ἀλλά δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Γαλ. 1, 11.12) π.Γεώργιος Δορμπαράκης


῾Τό Εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ᾽ ἐμοῦ οὐκ ἔστι κατά ἄνθρωπον...ἀλλά δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Γαλ. 1, 11.12)

α. Κυριακή μετά τά Χριστούγεννα, καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀναφέρεται στή βεβαιότητα τοῦ ἀποστόλου ὅτι τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου πού κήρυξε στούς Γαλάτες δέν τό ἄκουσε καί δέν τό παρέλαβε ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά μέ ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Πρός ἐπίρρωση μάλιστα τῆς βεβαιότητός του αὐτῆς φέρνει τήν προγενέστερη ζωή του, πῶς δηλαδή ἀπό ζηλωτής τῶν ἰουδαϊκῶν παραδόσεων καί διώκτης γι᾽ αὐτό τῶν χριστιανῶν μεταστράφηκε καί ἔγινε ὁ ἴδιος ἔνθερμος πιστός τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἀπόστολός Του στά ἔθνη, κάτι πού σφραγίστηκε ἀπό τήν ἐπικοινωνία του καί μέ τούς ἀποστόλους μαθητές τοῦ Κυρίου, ἰδίως τόν Πέτρο καί τόν ᾽Ιάκωβο.

β. 1. Τό Εὐαγγέλιο βεβαίως γιά τό ὁποῖο κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, τόν ἐρχομό τοῦ Θεοῦ δηλαδή ὡς ἀνθρώπου στόν κόσμο. ῾Η γέννησή Του ἀπό τήν Παρθένο Μαρία συνιστᾶ τήν πιό χαρμόσυνη ἀγγελία, αὐτό τό ἴδιο τό εὐαγγέλιο. ῞Ο,τι εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπαρχῆς ἀπό τόν Θεό στούς πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία μέ τό λεγόμενο πρωτευαγγέλιο, ὅτι θά ἔλθει κάποια ἐποχή πού ὁ ἀπόγονος τῆς γυναίκας θά συνέτριβε τήν κεφαλή τοῦ φιδιοῦ- διαβόλου, ὅ,τι ἔπειτα προαναγγέλετο ἀπό τούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἔγινε πραγματικότητα στό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. ῾Ο ἐμφανισθείς ἄγγελος τοῦ Θεοῦ στούς ἔκθαμβους ἁπλούς ποιμένες τῆς περιοχῆς αὐτό ἀκριβῶς μαρτυρεῖ: ῾ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ᾽. Τό εὐαγγέλιο ἔκτοτε πού κήρυσσαν οἱ ἀπόστολοι καί ἡ ᾽Εκκλησία, κατ᾽ ἐντολήν πιά τοῦ Χριστοῦ,  ἦταν ἀκριβῶς τοῦτο: ὁ ἐρχομός ᾽Εκείνου ὡς Σωτήρα, ὁ ῾Οποῖος ἔσωσε τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο, τόν διάβολο - ὅ,τι συνιστᾶ τήν πλήρη ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου.

2. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν στοιχεῖ στήν παράδοση αὐτή τῶν ὑπολοίπων μαθητῶν καί ἀποστόλων: κηρύσσει τόν Χριστό καί τό εὐαγγέλιό Του, κατόπιν ἀποκαλύψεως τοῦ ῎Ιδιου. Τό ἰδιάζον ὅμως ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Παῦλος ἔπρεπε νά ἀπαντήσει καί στίς ἐνστάσεις ὁρισμένων ῾ψευδαδέλφων᾽, οἱ ὁποῖοι εὐκαίρως ἀκαίρως τόν ἀμφισβητοῦσαν ὡς γνήσιο ἀπόστολο, διότι δέν ἀνῆκε στούς δώδεκα μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Κι ὁ λόγος του εἶναι γι᾽ αὐτό ἀπόλυτος: δέν ἔχει μικρότερη σημασία τό κήρυγμά του, γιατί κι ἐκεῖνος, ὅπως οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, κλήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο. Τόν συνέχει πάντοτε ἡ συγκλονιστική ἐμπειρία του ἀπό τήν ἐπέμβαση τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ στή ζωή του – τότε πού τοῦ ἐμφανίστηκε στήν πορεία του πρός τή Δαμασκό καί τόν κάλεσε νά γίνει μαθητής καί ἀπόστολός Του.  ῾Η αὐτοσυνειδησία του λοιπόν ὡς ἀποστόλου τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτη. ῾Η ἴδια ἡ μεταστροφή του καί οἱ θλίψεις καί δοκιμασίες πού τή συνόδευσαν ἀποτελοῦν τήν ἐγγύηση γι᾽ αὐτό. Εἶναι τόσο βέβαιος γιά ὅ,τι κηρύσσει, ὥστε σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς θά πεῖ τόν φοβερό ἐκεῖνο λόγο: κι ἄν ἄγγελος κατέβη καί σᾶς πεῖ ἀντίθετα πρός αὐτά πού ἐγώ σᾶς κηρύσσω, νά εἶναι ἀνάθεμα.
῎Ετσι ὁ ἀπόστολος καθιστᾶ γνωστό στούς Γαλάτες ὅτι μέσω τοῦ  ἴδιου πού τούς κηρύσσει τό εὐαγγέλιο ἔρχονται σέ ἄμεση ἐπαφή μέ τή ζωντάνια τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἴδιος ὁ Χριστός τόν κάλεσε  καί τόν ἴδιο τόν Χριστό τούς φέρνει ἀνάμεσά τους. Δέν πρέπει συνεπῶς νά νιώθουν μειονεκτικά γιατί τάχα δέν εἶναι ἀποστολική ἡ θεμελίωση τῆς ᾽Εκκλησίας τους.

3. Παρ᾽ ὅλα αὐτά! ῾Ο ἀπόστολος εἶναι διακριτικός. Μπορεῖ νά ἔχει τήν ἐσωτερική βεβαιότητα τῆς αὐθεντικῆς κλήσης του ἀπό τόν Χριστό, ὅμως θέλει καί τήν ἔξωθεν ἐπιβεβαίωση. Μετά ἀπό ἕνα διάστημα ἀπόσυρσής του στήν ᾽Αραβία, ἐπανέρχεται στή Δαμασκό γιά νά ἀνέβη ὅμως στή συνέχεια στά ῾Ιεροσόλυμα, προκειμένου νά συναντήσει τόν ἀπόστολο Πέτρο καί τόν ἀδελφόθεο ᾽Ιάκωβο. Κι ἐπί δεκαπέντε ἡμέρες ἔμεινε μαζί μέ τόν Πέτρο, προφανῶς ἐκθέτοντάς του τό τί τοῦ συνέβη καί πῶς ἄλλαξε. Κι ὄχι μόνο τοῦτο: μετά κι ἀπό ἄλλο διάστημα, κατ᾽ ἐντολήν τοῦ Κυρίου, ἐπανέρχεται καί πάλι στά ῾Ιεροσόλυμα, ὅπως θά πεῖ σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς του, γιά νά παρουσιάσει στούς ἐκεῖ χριστιανούς τό κήρυγμά του ῾μήπως εἰς κενόν τρέχει ἤ ἔδραμε᾽. ῾Απλῶς ὅμως καί μέ τόν τρόπο αὐτό σφραγίζεται γιά μία ἀκόμη φορά ἡ γνησιότητα τοῦ εὐαγγελικοῦ του κηρύγματος: ῾ἐμοί γάρ οἱ δοκοῦντες οὐδέν προσανέθεντο, ἀλλά τοὐναντίον ἰδόντες ὅτι πεπίστευμαι τό εὐαγγέλιον τῆς ἀκροβυστίας καθώς Πέτρος τῆς περιτομῆς...καί γνόντες τήν χάριν τήν δοθεῖσαν μοι, ᾽Ιάκωβος καί Κηφᾶς καί ᾽Ιωάννης, οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιάς ἔδωκαν ἐμοί καί Βαρνάβᾳ κοινωνίας᾽. Οἱ σπουδαῖοι ἀπόστολοι δέν τοῦ πρόσθεσαν κάτι, ἀλλά τοῦ ἔδωσαν καί τό δεξί τους χέρι σέ ἔνδειξη ἐπικοινωνίας καί ὁμόνοιας.
Κι εἶναι νά θαυμάζει κανείς τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου Παύλου καί τήν ταπείνωσή του. ῞Οπως εἴπαμε: μολονότι ἀπόλυτα σίγουρος γιά τήν ἐν Χριστῷ ἐμπειρία του, νιώθει ὅτι ἀπαιτεῖται καί ἡ ἐκκλησιαστική μαρτυρία, γεγονός πού προσδίδει στή θεοπτία του ἀπόλυτο καί ἀναμφισβήτητο κύρος, ἐνῶ διδάσκει ὅτι ὁποιαδήποτε πνευματική ἐμπειρία γιά νά εἶναι βεβαία πρέπει ἀκριβῶς νά σφραγίζεται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική παραδοχή.

4. Τήν ἐμπειρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κατά τήν ὁποία γνώρισε τόν Θεό ἐν Χριστῷ προσωπικά καί ἄμεσα, καλούμαστε νά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς. ῾Η πίστη μας ἔχει ἐμπειρικό καί ὄχι νοησιαρχικό χαρακτήρα, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός μας φανερώνεται σέ ὅλους, ἀρκεῖ νά Τόν ἀναζητοῦμε γνήσια καί ἀληθινά. ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας – σημείωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος - ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽. Καθένας πού ἀγαπᾶ τήν ἀλήθεια ἀκούει τή φωνή τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, δέν περιμένει κανείς τήν ἔνταση καί τό βάθος τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀποστόλου Παύλου – αὐτό εἶναι μία ἐξαιρετική εὐλογία χάρης πού ἐξαρτᾶται ἀπολύτως μόνο ἀπό τόν Θεό - ἀλλά στόν καθένα δωρίζεται ὁ Θεός κατά τό μέτρο τῆς μετανοίας του, δηλαδή κατά τό μέτρο ὅπως εἴπαμε τῆς ἀναζήτησης τοῦ Χριστοῦ. Τότε τό εὐαγγέλιο γίνεται κατάσταση τῆς καρδιᾶς, δηλαδή γίνεται τραγούδι πού ὁδηγεῖ σέ ἀδιάκοπη δοξολογία τοῦ Θεοῦ.
Ταυτοχρόνως ὅμως πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη ὅτι αὐτή ἡ δωρεά τοῦ εὐαγγελίου στή ζωή μας συνιστᾶ καί ἀνάθεση ἀπό τόν Θεό κάποιας διακονίας. Τήν ὥρα δηλαδή πού ὁ Θεός μᾶς χαριτώνει καί μᾶς ἀποκαλύπτεται, τήν ἴδια ὥρα μᾶς θέτει σέ τροχιά διακονίας ἐν ἀγάπῃ τῶν συνανθρώπων μας, ὅπως συνέβη καί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: ῾ὅτε εὐδόκησεν ὁ Θεός...ἀποκαλύψαι τόν υἱόν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτόν ἐν τοῖς ἔθνεσιν...᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνεται ὄχι γιά νά ἐπαναπαυτεῖ σέ μᾶς ἀλλά γιά νά ἀντιδωρηθεῖ ἐν ταπεινώσει καί ἀγάπῃ στόν συνάνθρωπό μας. Μᾶς δίνεται γιά νά μοιραστεῖ. Καί μοιραζόμενη πλουτίζει καί αὐξάνει.

γ. Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ κλήθηκαν ἀπό τόν ῎Ιδιο, ὅπως σέ ἄλλο ἐπίπεδο κλήθηκε δι᾽ ἀποκαλύψεώς Του καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος. ᾽Αντιστοίχως. Τά Χριστούγεννα εἶναι γεγονός τῆς ἱστορίας, ἀλλά καί πρόκληση γιά τό ἑκάστοτε παρόν: ὁ Χριστός γεννήθηκε ἐν Βηθλεέμ τῆς ᾽Ιουδαίας, ἀλλά καί γεννᾶται ἀενάως στίς καρδιές μας. Εἶναι ἕτοιμος ὡς ὁ Αἰωνίως Παρών νά φανερωθεῖ σέ καθέναν πού ἔχει γνήσια ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Τό ἔκανε στόν ἀπόστολο Παῦλο, τό ἔκανε σέ ἑκατομμύρια ἄλλους ἀνθρώπους, τό κάνει καί θά τό κάνει πάντοτε καί στή δική μας ἐποχή. Τό ζητούμενο γι᾽ αὐτό δέν εἶναι ἡ δική Του προσφερομένη χάρη, ἀλλά ἡ δική μας ἀνύπαρκτη πολλές φορές καλή προαίρεση.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΗΠΙΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΗΡΩΔΟΥ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ) π.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Χριστού Γέννησιν, ευρισκόμενο μέσα στην όλη ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, αναφέρεται σε τρία γεγονότα: στη φυγή της αγίας οικογένειας στην Αίγυπτο, κατόπιν προτροπής αγγέλου στον ύπνο του Ιωσήφ, λόγω της δαιμονιώδους οργής του Ηρώδη, στη σφαγή των νηπίων από τον παράφρονα Ηρώδη και στην επάνοδο της αγίας οικογένειας στην Ιουδαία και την εγκατάστασή της στην πόλη της Ναζαρέτ. Η σφαγή των νηπίων μάλιστα, τρομακτική και μόνον ως λέξη, αποτελεί και το περιεχόμενο της μνήμης της σημερινής ημέρας, 29 Δεκεμβρίου, γι᾽ αυτό και σ᾽ αυτήν θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας, καθοδηγούμενοι μάλιστα από το συναξάρι του όρθρου, το οποίο στοιχεί στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: ῾Τότε ῾Ηρώδης ἰδών ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπό τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καί ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τούς παῖδας τούς ἐν Βηθλεέμ καί ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπό διετοῦς καί κατωτέρω, κατά τόν χρόνον ὅν ἠκρίβωσε παρά τῶν μάγων᾽ (Ματθ. 2, 16).

«Όταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων Ηρώδης πρόσταξε τους μάγους να γυρίσουν πίσω και του αναφέρουν τα σχετικά με τον βασιλιά που γεννήθηκε, τον οποίο φανέρωνε ο αστέρας που ακολουθούσαν, προκειμένου τάχα μαζί με εκείνους να τον προσκυνήσει και αυτός, κι αφού ο άγγελος είπε στους μάγους να μη γυρίσουν στον Ηρώδη αλλά από άλλη οδό να αναχωρήσουν για τη χώρα τους, κάτι που το έκαναν, είδε λοιπόν ο Ηρώδης ότι εμπαίχθηκε από αυτούς και οργίστηκε πολύ. Κι αφού ερεύνησε ακριβώς για τον χρόνο του αστέρος που φάνηκε και έστειλε στρατιώτες, φόνευσε όλα τα παιδιά στη Βηθλεέμ και στα όριά της, από δύο χρονών και κάτω, γιατί σκέφτηκε ότι αν φονεύσει όλα τα παιδιά, οπωσδήποτε θα πεθάνει και ο μελλοντικός βασιλιάς και δεν θα καταστεί απειλή γι’ αυτόν. Ματαίως όμως κόπιασε ο παράφρων, διότι δεν γνώριζε ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να εμποδίσει τη βουλή του Θεού. Οπότε στα μεν παιδιά προξένησε τη βασιλεία των Ουρανών, στον δε εαυτό του την αιώνια κόλαση».

Το κύριο πρόβλημα που θέτει η σημερινή ημέρα, της μνήμης όπως είπαμε των σφαγιασθέντων νηπίων από τον Ηρώδη, είναι η εξώφθαλμη αδικία που διαπράχθηκε τότε, γεγονός που οδηγεί στο πάντα επίκαιρο και ουδέποτε αποδεκτό από την ανθρώπινη λογική πρόβλημα της θεοδικίας: γιατί βρέφη και νήπια, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους, την έχασαν και μάλιστα με τέτοιο τραγικό τρόπο; Και πού βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Πώς ανέχτηκε ο δίκαιος Θεός μία τέτοια αδικία; Δεν φαίνεται έτσι ότι ο Θεός απουσιάζει ή τέλος πάντων είναι κρυμμένος, ενώ παρουσιάζεται ως κυρίαρχος ο δαίμονας με τα όργανά του, τύπου Ηρώδη; Και με βάση τον προβληματισμό για ό,τι άδικο συνέβη τότε, η ανθρώπινη σκέψη ανοίγεται και σε όλη τη διαδρομή του ανθρωπίνου γένους, καταγράφοντας παρόμοια και σκληρότερα ίσως περιστατικά: εξανδραποδισμούς ολόκληρων λαών, πείνες, πολέμους, εξαθλίωση ανθρώπων, ανέχεια, ανεργία, φτώχεια. Σε όλα αυτά το κυρίαρχο ερώτημα είναι το γιατί; Και το πώς ο Θεός ανέχεται τέτοιες καταστάσεις;

Δεν είναι εύκολα ερωτήματα. Δεν μπορεί κανείς χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη λογική να δώσει μία πειστική απάντηση. Πρόκειται για ένα μόνιμο αγκάθι στην ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό και το ερώτημα αυτό, το πρόβλημα της θεοδικίας, της δικαιοσύνης του Θεού μέσα σε έναν κόσμο απανθρωπίας και παραλογισμού, είναι ερώτημα που απασχόλησε από παλιά τον άνθρωπο και ασφαλώς θα τον απασχολεί πάντοτε. Την πρώτη από πλευράς θεολογικής αντιμετώπιση του προβλήματος έχουμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο του Ιώβ. Πάσχει ο Ιώβ, ο πιο δίκαιος άνθρωπος της εποχής του, και μάλιστα με τρόπο που δεν είναι εύκολο να ακούσει κανείς τα πάθια του, χωρίς να κινδυνεύει να κλονιστεί η ισορροπία του μυαλού του: πεθαίνουν με τρόπο τραγικό όλα τα παιδιά του, χάνει όλη την περιουσία του, γεμίζει ο ίδιος από παντός είδους μολυσματικές αρρώστιες και γι’ αυτό δεν μπορεί να σταθεί σε κατοικημένη περιοχή, η γυναίκα του τον κατηγορεί, οι φίλοι του τον αντιμετωπίζουν με σκληρότητα… Το «γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά, ενώ είμαι δίκαιος άνθρωπος;» φτάνει στα χείλη ακόμη και του ίδιου του Ιώβ, ο οποίος σε ό,τι του συνέβαινε έλεγε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Ας είναι ευλογημένο το όνομά Του».

Η απάντηση έρχεται τελικά από τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος λέγοντας στον Ιώβ να μην πολυεξετάζει το γιατί, αλλά μόνο να έχει εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, τον επιβραβεύει αποκαθιστώντας τον έτσι, ώστε  να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι ήταν πριν. Η απάντηση δηλαδή στο πρόβλημα της θεοδικίας δεν υπάρχει στους ανθρώπινους συλλογισμούς και την ανθρώπινη λογική. Η απάντηση δίνεται στο επίπεδο της πίστεως στον Θεό: έχε εμπιστοσύνη στην αγάπη μου, έστω κι αν δεν την καταλαβαίνεις. Αν κανείς δεν αναχθεί σ’ αυτό το επίπεδο, πάντοτε θα προσκρούει σε αδιέξοδο και στη διαπίστωση του παράλογου της ζωής. Κι αν μεν στην Παλαιά Διαθήκη  η απάντηση δόθηκε στον Ιώβ με αυτόν τον τρόπο, εκεί που έχουμε την πληρότητα της απαντήσεως είναι στην Καινή με τον ερχομό του Χριστού. Στο πρόσωπο του Χριστού, του ενσαρκωμένου Θεού, βλέπουμε ότι οι όποιες δοκιμασίες στη ζωή, οι όποιες θλίψεις, οι όποιες τραγικότητες, συνιστούν δρόμο ζωής που αν κανείς τα αντιμετωπίσει με πίστη και υπακοή στον Θεό, οδηγούν στη Βασιλεία του Θεού. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός είναι η απάντηση: η ζωή Του απαρχής μέχρι τέλος είναι ένα πάθος. Το πάθος του Χριστού δεν σχετίζεται μόνον με τον Σταυρό, αλλά με όλη τη ζωή Του. Κι απόδειξη η σημερινή ημέρα: μόλις γεννάται αντιμετωπίζει τον φονικό θυμό του παράφρονα Ηρώδη. Το ίδιο και στα μετέπειτα χρόνια Του. Ο Σταυρός Του είναι η αποκορύφωση του Πάθους Του. Και τι μας δείχνει; Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού, στην Ανάσταση, εκτός από το πάθος της ζωής αυτής.

 Κι αυτό γιατί; Διότι δυστυχώς ο κόσμος αυτός ξέπεσε, λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου. Ενώ απαρχής τα πράγματα ήταν διαφορετικά, διότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, για να είναι μέτοχος της χαράς Του, ο άνθρωπος με την επανάσταση που κήρυξε κατά του Δημιουργού, με την εμμονή του στην ανυπακοή του προς Εκείνον, έφερε όλα τα δεινά στον κόσμο. Και ο ερχομός του Χριστού ήταν ακριβώς γι’ αυτό: να άρει την αμαρτία του κόσμου και τις συνέπειες της αμαρτίας αυτής, προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο. Ο κόσμος όμως αυτός πάντοτε θα είναι και θα παραμένει το πεδίο που θα αναμετράται η πίστη με την απιστία, με το δεδομένο ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες της εδώ ζωής θα έχουν πάντοτε αντίκρισμα στη συνέχειά της, την άλλη ζωή. «Ουκ άξια τα παθήματα της παρούσης ζωής προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν» που σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Αυτά που υφιστάμεθα στη ζωή αυτή, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τους πόνους, δεν ισοφαρίζουν τη δόξα που θα μας αποκαλυφθεί στη μέλλουσα.

Στη λογική της πίστεως αυτής, με βάση την ίδια τη ζωή του Κυρίου, βρίσκεται και η υμνογραφία της σημερινής εορτής. Τα νήπια που σφαγιάστηκαν, δεκατέσσερις χιλιάδες ή απλώς δεκατέσσερα – δεν έχει σημασία ο αριθμός, αν είναι πραγματικός ή συμβολικός – ναι μεν έχασαν τη ζωή τους πριν ακόμη την ξεκινήσουν, όμως την βρήκαν ολοκληρωμένη με τη χάρη του Θεού στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός θέλησε, κρίμασιν οις οίδεν Εκείνος, αυτά τα παιδάκια να είναι οι πρώτοι μάρτυρές Του στον κόσμο, η πρώτη προσφορά σ’ Αυτόν, γι’ αυτό και θεωρούνται άγιοι με μεγάλη δύναμη παρρησίας ενώπιόν Του. Είναι κατ’ ακρίβεια τα πρώτα νεόφυτα στελέχη της Εκκλησίας, που έθρεψαν με το παρθενικό και αγνό αίμα τους το δέντρο της Εκκλησίας («Εκ στελεχών νεοφύτων η του Χριστού Εκκλησία σήμερον, ώσπερ άνθη ευθαλή, δρεψαμένη αίματα τερπνώς, εφηδύνεται αυτοίς και ωραΐζεται», δηλαδή: Η Εκκλησία του Χριστού σήμερα, αφού μάζεψε με τερπνό τρόπο τα αίματα από νεόφυτα στελέχη, όπως κόβει κανείς ολοζώντανα άνθη, χαίρεται γι’ αυτά και ομορφαίνει)∙ είναι, όπως είπαμε, η πρώτη μυστική θυσία στον ενανθρωπήσαντα Θεό («Χορός θεόλεκτος βρεφών, εν σαρκί γεννηθέντι, προσηνέχθη τω Κτίστη, ως θυσία μυστική», δηλαδή: ο θείος χορός των βρεφών προσφέρθηκε στον  Δημιουργό που γεννήθηκε ως άνθρωπος, ως μυστική θυσία)∙ είναι οι καθαυτό νεομάρτυρες του Κυρίου («ως βότρυες Χριστώ προσήχθησαν, ει και μητρώων μαζών εσπάσθησαν, οι νεομάρτυρες, τον Ηρώδην πλήξαντες», δηλαδή: σαν σταφύλια προσφέρθηκαν στον Χριστό οι νεομάρτυρες, αν και αποσπάσθησαν βίαια από τα μητρικά στήθη, και έπληξαν τον Ηρώδη)∙ είναι τα νήπια εκείνα που με τον σφαγιασμό τους συμβασιλεύουν πια με τον Χριστό («υπέρ Αυτού γαρ σφαγέντα, συμβασιλεύουσι Τούτω»).

Η ανατροπή των ανθρωπίνων δεδομένων και της συμβατικής λογικής δεν έρχεται μόνον με την ενανθρώπηση του Θεού, αλλά και με ό,τι συνιστά τον περίγυρό της, και τότε, στα ίδια χρόνια με την επί γης παρουσία Του, και μετέπειτα σε όλους τους αιώνες. Η Εκκλησία και οι άγιοί της, με ό,τι υφίσταται στον κόσμο, θα διατρανώνει πάντοτε την άλλη λογική: μέσα από τα παθήματα του κόσμου τούτου θα αποκαλύπτει  την οδό που εκβάλλει στην πληρότητα της Βασιλείας του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών».
π.Γεώργιος Δορμπαράκης