ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

 Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» μὲ ὅλη  τὴν  καρδιὰ
Κυριακὴ  ΙΔ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 18,35-43)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία  μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται ὡς εὐαγγέλιο μία ὡραία σύντομη περικοπὴ ἐκ τοῦ Κατὰ  Λουκᾶν Εὐαγγελίου, ποὺ  διηγεῖται ἕνα θαῦμα.
Ἀλλὰ ἕνα θαῦμα μόνο ἔκανε ὁ Χριστός; Ἔκανε πολλά, ἀναρίθμητα θαύματα.
Ἂν μπορῇς νὰ μετρήσῃς τὴν ἄμμο  τῆς θαλάσσης, τὶς σταγόνες τῶν ὠκεανῶν, τὰ ἄστρα  τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, τότε θὰ μπορέσῃς νὰ μετρήσῃς καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ  μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Σωστὰ εἶπαν ὅτι, κι ἂν ὁ οὐρανὸς γίνῃ  χαρτὶ κ᾽ ἡ θάλασσα μελάνι, δὲν φτάνουν γιὰ νὰ γραφτοῦν τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ μας. Γι᾽ αὐτὸ  τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέ- λιο κλείνει μὲ τὰ λόγια· Λίγα εἶν᾽ ἐδῶ γραμμέ- να, ὑπάρχουν κι ἄλλα πολλά, ποὺ ἂν καθένα ἀπ᾽ αὐτὰ ἱστορηθῇ, ὁ κόσμος ὅλος νομίζω δὲν θὰ χωρέσῃ τὰ βιβλία ποὺ θὰ γραφτοῦν (βλ. Ἰω. 21,25).  Ἀλλ᾽ ἂς ἔλθουμε στὸ  σημερινὸ θαῦμα.

Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, στὴν πόλι Ἰεριχὼ κατοικοῦσε ἕνας ἄνθρωπος τυφλός. Δὲν μποροῦσε νὰ ἐργασθῇ καὶ κατήντησε ζητιάνος· στεκόταν σὲ δρόμους καὶ σταυροδρόμια, ἅπλωνε τὸ χέρι καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη. Αὐτὸ γινόταν χρόνια.

Ἀλλὰ μιὰ μέρα ἀκούει θόρυβο –ἡ ἀκοή του ἦταν ἐν τάξει–, νὰ περνάῃ πλῆθος. Ἀπόρησε καὶ ρώτησε· –Τί συμβαίνει;
–Περνάει ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, τοῦ λένε. Μόλις τ᾽ ἄκουσε ἔνιωσε ἐλπίδα· πίστευε ὅτι  μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσῃ.
Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ χάσῃ  τὴν εὐκαιρία – γιατὶ οἱ εὐκαιρίες χάνονται. Ἀμέσως ἀπὸ ᾽κεῖ ποὺ ἦταν ἀρχίζει νὰ φωνάζῃ· «Ἰησοῦ Υἱὲ Δαυΐδ,  ἐλέησόν  με». Φώναξε μιά, δυό, τρεῖς, μὰ καμμία ἀπάντησις. Εἶνε ἀδιάφορος ὁ Ἰησοῦς; Ὄχι, ἀλλὰ δοκίμαζε τὴν  πίστι  του. Καὶ ἡ πίστι  τοῦ τυφλοῦ ἀποδείχθηκε μεγάλη.
Οἱ ἄνθρωποι γύρω του τὸν ἐπέπλητταν. Σώπα, τοῦ ἔλεγαν, μὴ φωνάζεις, σταμάτα, μᾶς ἐνοχλεῖς. Ἐκεῖνος ὅμως ἐξακολουθοῦσε νὰ φωνάζῃ ἐντονώτερα· «Υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με» (Λουκ. 18,38-39). Ὁ Χριστὸς σταματάει, τὸν καλεῖ κοντὰ καὶ τὸν  ρωτάει·
 –Τί θέλεις νὰ σοῦ  κάνω;  Κι αὐτὸς τί ἀπαντᾷ; Δὲ ζήτησε οὔτε χρήματα οὔτε οἰκόπεδα οὔτε σπίτια  οὔτε ἄλλα  ὑλικὰ  ἀγαθά· ζήτησε τί; ἕνα ἀνεκτίμητο πρᾶγμα.
–Κύριε, λέει, θέλω «ἵνα  ἀναβλέψω». Καὶ τότε ὁ Χριστός, μὲ ὅση εὐκολία ἐμεῖς στρίβουμε τὸ διακόπτη τοῦ ἠλεκτρικοῦ καὶ φωτίζεται τὸ σπίτι, μὲ τόση  κι ἀκόμη μεγαλύτερη, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε·
–«Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (ἔ.ἀ. 18,42). Ναί, εἶνε αὐτὸς ποὺ κάποτε εἶπε «Γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς» (Γέν. 1,3). Κι ἀμέσως ὁ τυφλὸς εἶδε τὸ φῶς του καὶ ἀκολούθησε τὸ Χριστὸ δοξάζοντας τὸ Θεό.

Αὐτὸ  εἶνε τὸ θαῦμα τὸ σημερινό. Θὰ μοῦ  πῆτε τώρα· Τί σχέσι ἔχει αὐτὸ μ᾽ ἐμᾶς; ἐμεῖς δόξα τῷ Θεῷ δὲν εἴμαστε τυφλοί, ἔχουμε μάτια… Ἀκριβῶς διότι ἔχουμε μάτια, πρέπει νὰ αἰσθανθοῦμε περισσότερο τὸ θαῦμα καὶ νὰ δοξάσουμε τὸ Θεό, διότι  μᾶς ἔδωσε μεταξὺ τῶν  ἄλλων κι αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεά.

Τί εἶνε τὸ μάτι; Ἕνα  θαῦμα. Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λένε ἐπιστήμονες μεγάλοι· εἶνε μιὰ τέλεια φωτογραφικὴ μηχανή. Καὶ ποιός τὸ κατασκεύασε; Ἂν σᾶς πῇ κάποιος ὅτι μιὰ φωτογραφικὴ μηχανὴ φύτρωσε μόνη  της στὰ χωράφια, ποιός θὰ τὸ πιστέψῃ; Οἱ φωτογραφικὲς μηχανὲς κατασκευάζονται σὲ ἐργοστάσια π.χ.  τῆς Ἰαπωνίας.
Μπροστὰ στὸ  μάτι ὅμως τί εἶνε καὶ ἡ καλύτερη φωτογραφικὴ μηχανή; Ἕνα  ἀτελὲς ἔργο ἀνθρώπου. Ἐνῷ  τὸ  μάτι  εἶνε ἡ τέλεια μηχανή. Οἱ ὀφθαλμίατροι τὸ μελετοῦν, μὰ ποιός μπορεῖ νὰ πῇ  ὅτι  ἐξιχνίασε ὅλα τὰ μυστικά του! Τὸ εἶπα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω· φτάνει ἕνα μάτι ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Νὰ πιστεύουμε λοιπὸν καὶ νὰ εὐγνωμονοῦμε τὸ Θεὸ γιὰ τὰ μάτια  ποὺ  μᾶς ἔδωσε.
Προχθὲς ἦρθε στὴ Φλώρινα ἀπὸ τὴν  Ἀλβανία μιὰ γυναίκα μὲ μερικὰ παιδάκια, καὶ ἑνὸς ἀπ᾽ αὐτὰ εἶχε χαλάσει τὸ μάτι του.  Ἄχ, ἔλεγε ἡ γυναίκα, ἂν μποροῦσες νὰ τὸ κάνῃς καλὰ  νὰ δῇ τὸ φῶς του!…
Πόσο ἀγνώμονες, πόσο ἀχάριστοι εἴμαστε! Πρέπει νὰ ὑποστοῦμε κάποια βλάβη στὰ  μάτια, γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν  ἀξία τους.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ  φυσικὰ μάτια ὑπάρχουν καὶ μάτια πνευματικά. Ἕνας φιλόσοφος τῶν  νεωτέρων χρόνων εἶπε, ὅτι  οἱ αἰσθήσεις δὲν εἶνε πέντε· ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἕκτη αἴσθησι, ποὺ εἶνε ἀνώτερη. Αὐτὴ ἡ ἕκτη αἴσθησι ὀνομάζεται πίστι.
Μὲ τὰ  ὑλικὰ μάτια βλέπουμε τὰ ὁρατὰ δημιουργήματα, μὲ τὴν  πίστι βλέπουμε τὰ ἀόρατα· κ᾽ εἶνε μεγάλο πρᾶγμα αὐτό. Ἡ ἱστορία ἀναφέρει, ὅτι  τὸν 4ο αἰῶνα στὴν Ἀλεξάνδρεια ἔζησε ἕνας θεολόγος ποὺ λεγόταν Δίδυμος καὶ ἦταν τυφλός. Ἐν  τούτοις μὲ θεία φώτισι εἶχε γίνει σπουδαῖος διδάσκαλος καὶ κήρυκας. Αὐτὸν συνάντησε κάποτε ὁ μέγας Ἀντώνιος καὶ τοῦ λέει· Δίδυμε, σὲ μακαρίζω· δὲν ἔχεις βέβαια μάτια σωματικά, ἀλλὰ τέτοια μάτια ἔχουν καὶ τὰ ζῷα· ἐσὺ ἔχεις κάτι  ἄλλα μάτια, ποὺ εἶνε σπάνια στὸν κόσμο· ἔχεις τὰ μάτια τῆς πίστεως!

Ὑπάρχουν σήμερα τέτοια μάτια;  Πολὺ  σπάνια. Ἀμφιβάλλω ἂν τέτοια μάτια ἔχῃ ἕνας μέσα στοὺς ἑκατό, ἕνας μέσα στοὺς χίλιους. Ὁ Χριστὸς ἔχει προφητεύσει, ὅτι θά ᾽ρθουν χρόνια ποὺ ἡ πίστι θὰ εἶνε κάτι  πολὺ σπάνιο (βλ. Λουκ.18,8).
Καὶ σήμερα βλέπουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν πιστεύουν. Γέμισε ὁ κόσμος σχολειά, γυμνάσια καὶ πανεπιστήμια μὲ πλῆθος σχολές· ἡ ἐποχή μας φαντάζει ὡς ἐποχὴ τῶν  φώτων. Ἐν τούτοις, μὲ τόσους δασκάλους καὶ τόση γνῶσι, ἀπὸ πλευρᾶς ψυχικοῦ πολιτισμοῦ ἔχουμε σκοτάδι, εἴμαστε τυφλοί.
Εἴμαστε πιὸ  πίσω  ἀπὸ ᾽κεῖ ποὺ  ἦταν οἱ ἀγράμματοι πρόγονοί μας. Ἐκεῖνοι δὲν εἶχαν πολλὰ σχολειά, εἶχαν ὅμως πίστι, μάτια πίστεως· ἔβλεπαν καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ κ᾽ ἔλεγαν μὲ δάκρυα «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν…».
Σήμερα αὐτὴ ἡ πίστις ἔλειψε, ξαναγύρισε τὸ  σκοτάδι· κι ὅπως εἶπε ὁ Γκαῖτε, ἕνας νεώτερος φιλόσοφος, «ἰδού ἐγὼ μὲ τόσα φῶτα τυφλός, τυφλὸς ὅπως καὶ πρῶτα».
Ζήτημα, μέσα σὲ χιλιάδες ἀνθρώπους, ἕνας νὰ πιστεύῃ. Κι αὐτὸς ποὺ πιστεύει ὑφίσταται τὸ μαρτύριο τοῦ  τυφλοῦ, ποὺ  τοῦ  ἔλεγαν Σώ- πα, μὴ μιλᾷς, σκάσε! Σήμερα, ἂν παρουσιαστῇ στὸν κόσμο κάποιος ποὺ πιστεύει στὸ  Χριστὸ καὶ κηρύττει μὲ θάρρος τὸ  λόγο του, ἀκοῦς νὰ τοῦ λένε τὸν πικρὸ λόγο· Σώπα, σώπα!…
Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς ἐπιπλήξεις, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσουμε νὰ κηρύττουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Σκοτάδια ἔχουμε, κι ὁ κόσμος βαδίζει στὰ τυφλά. Λείπει τὸ φῶς. Γιατὶ τὸ μάτι δὲ βλέπει μόνο του· βλέπει μὲ τὸν ἥλιο.  Ἂν  δὲν ὑπῆρχε ἥλιος, δὲ θὰ βλέπαμε.
Γιὰ νὰ δοῦμε ἀπαιτεῖται συνεργασία ἥλιου καὶ ματιῶν. Ἔτσι καὶ στὰ  πνευματικά· χρειαζόμαστε «τὸ  φῶς», καὶ «τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» εἶνε ἕνας καὶ μόνο, ὁ Χριστός, «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» (ἀπολυτ. Χριστουγ.) ποὺ «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 1,9). Γι᾿ αὐτὸ ἂς μιμηθοῦμε κ᾽ ἐμεῖς τὸν τυφλὸ τοῦ εὐαγγελίου, κι ἂς ποῦμε ἀπ᾿ τὴν  καρδιά μας τὸ «Κύριε, ἐλέησον».

Τί μεγάλη δύναμι, ἀδελφοί μου, ἔχει τὸ «Κύριε, ἐλέησον»! Ἀλλὰ ἐμεῖς τὸ λέμε ἔτσι ψυχρά· ζοῦμε ῥεμαλοειδῶς. Ἂν πᾶτε στὴ ῾Ρωσία, στὴ Μόσχα ποὺ ὕστερα ἀπὸ 75 χρόνια ἄνοιξαν οἱ ἐκκλησιές, θὰ δῆτε ὅτι  τὸ  «Κύριε, ἐλέησον» τὸ λένε ὅλοι  οἱ πιστοί, ὄχι μόνο ὁ ψάλτης, καὶ μὲ δάκρυα στὰ  μάτια. Ἐμεῖς, ποὺ ζοῦμε σ᾿ ἕνα σκοτάδι, ἂς μιμηθοῦμε τὸν τυφλό, ἂς ποῦμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μας.

Στὴ  θεία Λειτουργία, ἀπ᾽ τὸ  «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ  «Δι᾽ εὐχῶν…», ἑκατὸ φορὲς λέμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Παρακαλοῦμε γιὰ  ὅλες τὰς περιπτώσεις τῆς ζωῆς.
Ἂς ποῦμε λοιπὸν κ᾽ ἐμεῖς ἕνα «Κύριε, ἐλέησον»· νὰ τὸ ποῦν οἱ γονεῖς γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ τοὺς γονεῖς, οἱ δάσκαλοι γιὰ τοὺς μαθητὰς καὶ οἱ μαθηταὶ γιὰ τοὺς δασκάλους, οἱ πλούσιοι γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ οἱ φτωχοὶ γιὰ τοὺς πλουσίους, οἱ γέροι γιὰ τοὺς νέους καὶ οἱ νέοι γιὰ τοὺς γέρους. Νὰ τὸ ποῦμε ὅλοι  τώρα· γιατὶ ἔρχεται συμφορά, καὶ τότε θά ᾽νε ἀργά!

Ἡ πατρίδα μας κυκλώνεται ἀπὸ  ἐχθρούς· ἐμεῖς στὰ  σύνορα τὸ αἰσθανόμαστε. Οἱ ἐχθροὶ περιμένουν. Μόλις δοθῇ τὸ σύνθημα, θά ᾽χουμε πόλεμο. Τὰ ἐγγόνια τοῦ Κεμὰλ ἑτοιμάζουν στρατιά, στρατιὰ τοῦ Αἰγαίου, γιὰ νὰ ὁρμήσουν. Μᾶς κυκλώνουν ἐχθροὶ μικροὶ καὶ  μεγάλοι. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ὅλοι  «Κύριε, ἐλέησον» τὴ μικρή  μας πατρίδα, νὰ  παραμείνῃ ἐλεύθερη.

«Κύριε, ἐλέησον» τὴν  Ἐκκλησία μας, νά ᾽νε ἐλευθέρα καὶ ζῶσα  μέσα στὸν κόσμο αὐτόν.
Καὶ νὰ θυμώμαστε τὴν  προσευχὴ ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς· «Κύριε φώτισόν  μου  τὸ σκότος». Φώτισε τὸ σκοτάδι μας, Κύριε.
Νὰ μᾶς φωτίσῃ ὁ Θεός, ὥστε νὰ πράττουμε τὰ  πρέποντα καὶ τὰ  εὐάρεστα, καὶ νὰ δοξάζουμε κ᾽ ἐμεῖς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν,  παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγ. Σκέπης Πτολεμαΐδος τὴν 26-1-1992 μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 16-11-2012.
 Η επίκλησις του ονόματος του Ι.Χριστού στην αποτύφλωσι και το φως του Θεού
Κυριακή ΙΔ Λουκά 23.1.2005
Π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

«Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», φώναξε ο τυφλός της Ιεριχούς.
 Ο κόσμος που συνόδευε και ακολουθούσε τον Χριστόν, του είπαν να σωπάσει, να μη φωνάζει. Αλλά αυτός εκραύγαζε ακόμα πιο πολύ και ακόμα πιο δυνατά «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Και ο φιλάνθρωπος Κύριος που αγαπά και αρέσκεται πολύ στο να ακούει το όνομά Του, και μάλιστα όταν Τον επικαλούνται με όλη τους, με όλη τους την καρδιά, στάθηκε και είπε να φέρουν μπροστά Του αυτόν που τον φώναζε ως «Υιόν Δαβίδ».
Όταν πλησίασε τον ρώτησε, «Τι θέλεις να σου κάμω;»
Η απάντησις του τυφλού: «Κύριε ίνα αναβλέψω».
Και ο Θεάνθρωπος Κύριος με ένα Του λόγο, λέγοντάς του δηλαδή «Ανάβλεψον», έκαμε το θαύμα. Έδωσε στον τυφλό το φως του, και πρόσθεσε «Η πίστις σου σέσωκέ σε».
Και ο τυφλός που είδε παραχρήμα, δηλαδή αμέσως, δόξασε τον Θεόν και ακολούθησε μαζί με το πλήθος του λαού τον Χριστό.
Αυτήν την σωτήρια κραυγή, την συναντάμε πολλές φορές στην Αγία Γραφή. Τη φώναξε μάλιστα και μια ειδωλολάτρισσα, η Χαναναία, και πρόσθεσε στο «ελέησόν με» ότι «η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». «Εμένα να ελεήσεις Ιησού, Υιέ Δαβίδ, εμένα, γιατί το παιδί μου είναι δαιμονισμένο. Εγώ είμαι η αιτία για το μεγάλο κακό που συνέβη στο παιδί μου. Εγώ φταίω για το δαιμόνιο που μπήκε μέσα του και δαιμονίστηκε. Αν ελεήσεις εμένα, θα ελεηθεί και το παιδί μου. Εάν με λυπηθείς και θεραπεύσεις τον πόνο μου, θα θεραπευθεί και το παιδί μου».
Μας λένε και μας συστήνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι θα πρέπει πολύ να μας προβληματίσουν τα λόγια αυτά της Χαναναίας, της ειδωλολάτρισσας αυτής μάνας, της οποίας η πίστις ήτο πολύ μεγάλη.

Και ερωτώ: Μήπως από τα πολλά κακά που συμβαίνουν στα παιδιά μας, όπως αναποδιές, κακοτυχίες, δυστυχήματα, δαιμονοκρατίες και χίλιες δυο άλλες γρουσουζιές, μήπως αυτές και όλα αυτά οφείλονται στις δικές μας αμαρτίες; Μήπως οφείλονται στις αμαρτίες των γονέων, οι οποίοι ξεστομίζουν κάθε μέρα κατάρες, διαβολοστέλνουν, αναθεματίζουν, ή βρίζουν τα θεία καθημερινώς, - χώρια οι εκτρώσεις που γίνονται η μία πίσω από την άλλη.

Εμείς φταίμε για όλα. Εμείς αμαρτάνομε χωρίς ντροπή. Εμείς είμεθα μακριά από τον Θεόν, την Εκκλησία Του και τα Άγια σωστικά μυστήριά Της. Εμείς δεν προσευχόμεθα όπως πρέπει. Και αν καμιά φορά κάνομε καμιά προσευχή, την κάνομε χωρίς καρδιά και χωρίς αγάπη.
«Ιησού Υιέ Δαβίδ» φώναξε ο τυφλός και μόλις άνοιξαν τα μάτια του, ποιόν είδε μπροστά του; Τον Χριστόν είδε! Το φώς είδε! Την αλήθεια είδε! Τον Θεόν είδε! Είδε τον Σωτήρα του, που είναι το φώς το αληθινόν, το φως του κόσμου.
Άρα βγαίνει το συμπέρασμα ότι πρέπει και μείς να φωνάζουμε και να επικαλούμεθα το Πανάγιον όνομά Του, πολύ συχνά, γιατί και μείς είμεθα ψυχικά τυφλοί από τις πολλές μας καθημερινές αμαρτίες. Ας το φωνάζουμε λοιπόν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να μας ελεήσει. Ας το φωνάζουμε για να μας αποτυφλώσει από την τύφλα της ψυχής μας. Ας Τον φωνάζουμε για να σκορπίσει και να διαλύσει τα σκοτάδια από τον σκοτισμένο μας νου. Ας Τον φωνάζουμε για να μας ελευθερώσει από την τυραννία των παθών μας αδελφοί μου.
Και όταν ανοίξουν τα μάτια της ψυχής μας, τότε θα δούμε και μείς, το φως το αληθινόν. Και τότε θα δοξολογήσουμε και μαζί με την Εκκλησία θα βροντοφωνήσουμε βεβαιωτικά και θριαμβευτικά : «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον».

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και την διαβεβαίωση του Ευαγγελικού λόγου, ότι «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ή μη εν Πνεύματι Αγίω». Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μας φωτίζει και μας σπρώχνει για να λέμε αυτό το αίτημα με την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και ανάλογα με την προαίρεση που έχουμε, ανάλογα με την διάθεση που έχουμε, τη μικρή ή τη μεγάλη, λέμε ή δε λέμε προσευχή, κάνουμε ή δεν κάνουμε προσευχή.
Άμα υποκύψουμε σε ένα πάθος με πλήρη την πνευματικήν μας συγκατάθεση, με ολοκληρωμένη την συγκατάθεση την ψυχοσωματική μας, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε προσευχή. Δεν βγαίνει η προσευχή από μέσα μας, διότι το πάθος σκοτίζει το νου, και εμποδίζει να βγάλει την προσευχή της καρδιάς.
Βγαίνει η προσευχή, αλλά την λένε μόνον τα χείλη μας, είναι ξερή και άγονη. Είναι άκαρπη σαν την άκαρπη συκιά του Ευαγγελίου. 

Γι’ αυτό και ζητάμε πρώτα απ’ όλα, να αποκτήσομε τη συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας και το βάρος των πτώσεών μας στην αδικία, στην κακία, στην πονηρία, στην κατάκριση, στην ατιμία, στο ψέμα και σε πλήθος άλλων αμαρτημάτων και κακιών. Η συναίσθησις αυτή θα φέρει την αληθινή μετάνοια αφού με την αμαρτία λυπήσαμε το Πνεύμα το Άγιο.
Στην αληθινή μετάνοια ενεργοποιείται η πίστις προς την παντοδυναμία και την αγαθότητα του Αγίου Θεού, και τότε η ψυχή μας ψάχνει να βρει τον Σωτήρα της Ιησού Χριστό, για να Τον φωνάξει παρακλητικά «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Και όχι μόνον μια φορά, πολλές φορές, αμέτρητες, με δυνατή την πίστη, με συντριβή, και δάκρυα βγαλμένα απ’ την καρδιά.

Επειδή όμως χριστιανοί μου είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί, και πρώτος εγώ, και μάλιστα περισσότερο απ’ όλους σας είμαι αμαρτωλός, έρχεται ο διάβολος, ο αιώνιος αυτός εχθρός της ψυχής μας και μας πολεμάει με τους λογισμούς, στο να μη φωνάζουμε το όνομα του Ιησού Χριστού, στο να μη λέμε την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να προκαλέσει απόγνωση και απελπισία.

Τι μας ψιθυρίζει; - θα σας πω. Μας λέγει λοιπόν μέσα στο νου: «Γιατί λες την ευχή αφού δε βλέπεις από πουθενά ωφέλεια; Γιατί κοπιάζεις τόσο άδικα; Μάταια κουράζεσαι καυμένε! Γεύθηκες; Έχεις γεύσεις πνευματικές; Δεν έχεις! Θεϊκή ευωδία στην όσφρησή σου; Δεν έχεις! Όραση Θεού; Δεν έχεις! Καρπούς στα παιδιά σου και στην οικογένειά σου; Δε βλέπεις!
Χαμένος λοιπόν κόπος και καιρός. Άλλωστε αυτός ο τρόπος δεν είναι για σένα που ζεις στο κόσμο και έχεις τόσες μέριμνες τόσες σκοτούρες! Μάταια λοιπόν κοπιάζεις!» Αυτά και άλλα παρόμοια μας ψιθυρίζει ο διάβολος, σπέρνοντας μέσα στην ψυχή μας τα ζιζάνια της αμφιβολίας.
Μόνον η δική μας εμμονή στα πάθη εμποδίζει την προσευχή!

Παρά ταύτα όμως, παρόλο που εμείς επιμένουμε στα πάθη και στην αμαρτία, ο Θεός και βλέπει και ακούει. Και επειδή «δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», θα του δώσει του χριστιανού πολλές πολλές ευκαιρίες για να σωθεί. Μόνον να μην πάψει ως ο τυφλός της Ιεριχούς, να φωνάζει και να επικαλείται το όνομά Του. «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», ή καλύτερα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς», φώναξαν οι απόστολοι όταν είδαν τον κίνδυνον από το ύψος των κυμάτων της τρικυμισμένης εκείνης λίμνης και εγείροντας τον Κύριο εσώθησαν. Γιατί ο Κύριος εγειρόμενος είπε προς την θάλασσα και τα αγριεμένα κύματα «Σιώπα, πεφίμωσον» και εγένετο γαλήνη μεγάλη.

«Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» φώναξε παρακλητικά ο Τελώνης, κτυπώντας το στήθος του με τα χέρια του για να βρεθεί ευθύς αμέσως δικαιωμένος στη Βασιλεία του Θεού.
«Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», φώναξε με πίστη και μετάνοια, και ο ληστής πάνω στο σταυρό, για να μπει πρώτος στον Παράδεισο. Ποιος; Ένας ληστής, ένας φονιάς, ένας κακούργος, ένας μεγάλος μεγάλος αμαρτωλός.
Είπαμε αδελφοί μου ότι ο τυφλός της Ιεριχούς, μόλις άνοιξαν τα μάτια του το πρώτο πράγμα που αντίκρισε μπροστά του ήταν το θεϊκό πρόσωπο του Κυρίου. Είδε το Σωτήρα του, είδε το Φώς του κόσμου.
Το ίδιο συμβαίνει και στα δικά μας μάτια, στα μάτια της ψυχής μας που είναι τυφλά απ’ την αμαρτία. Όταν αυτά ανοίγουν από τη Θεία Χάρη, αποτυφλώνεται ο άνθρωπος στη σωματική του όραση, χωρίς όμως αυτή να τη χάσει, και βλέπει. Τι βλέπει; Δεν ξέρετε. Βλέπει όμως και ορά την παρουσίαν του Αγίου Θεού, που είναι Φώς, Φώς και μόνον Φώς. Φώς ο Θεός, Φώς ο Πατήρ, Φώς ο Υιός, Φως το Πανάγιον Πνεύμα, όλος ο Θεός Φώς. Φώς. Πλημμύρα Θεού Φωτός, μέσα και έξω απ’ τον άνθρωπο. Όλος ο προσευχόμενος χριστιανός γίνεται ένα με το φως, μέσα από το φως βλέπει το Φως του Θεού. Μέσα απ’ αυτό το Θείον Φώς βλέπει ακτίστως το έκτακτο κάλλος, την απροσπέλαστη δηλαδή ομορφιά του Θείου Προσώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς».
Και η ομορφιά αυτή όπως το τονίζει ο δικός μου ο γέροντας, δεν συγκρίνεται λέγει βεβαιωτικά ούτε με μύριους Παραδείσους, από το αμήχανον αυτό κάλλος και από την Θεϊκή άπειρη δόξα του θείου προσώπου του Ιησού Χριστού τρέφονται άγγελοι και αρχάγγελοι, Χερουβείμ και Σεραφείμ και όλες οι υπερουράνιες αόρατες Ασώματες Δυνάμεις. Τρέφονται ακόμα και όλοι οι Άγιοι που θριαμβεύουν σήμερα στην Βασιλεία των Ουρανών. Τρέφονται ακόμα και όσες ψυχές έχουν φύγει ορθοδόξως και προγεύονται τη Βασιλεία του Αγίου Θεού. Απ’ αυτήν θα τρέφονται ακορέστως στους αιώνας των αιώνων και όσοι από μας αξιωθούν και σωθούν.

Η ευχή μου είναι να σωθείτε όλοι σας, μηδενός εξαιρουμένου, άνδρες και γυναίκες, νέοι γέροι και παιδιά, όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Το επαναλαμβάνω. Όλοι σας εύχομαι να σωθείτε εν μετανοία. Να εύχεστε όμως και σεις όλοι, και να προσεύχεστε γι’ αυτό, για να σωθούμε και ημείς οι λειτουργοί του Υψίστου, οι ποιμένες των λογικών προβάτων, που σήμερα όλως αναξίως καταξιωθήκαμε να παρασταθούμε μπροστά στο επίγειο θυσιαστήριο του Αγίου Θεού, ο πατήρ Καλλίνικος, ο πατήρ Παναγιώτης και εγώ ο ανάξιος.
Σας παρακαλώ πολύ να προσεύχεστε για να σωθούμε και μείς μαζί σας,
Αμήν
 Κυριακή ΙΔ’ Λουκά- Η θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ- ΚΓ΄ Κυριακῆς: Ἐφ. β΄ 4-10
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ - Τῆς Κυριακῆς: Λουκ. ιη΄ 35-43
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ
1. Μὴν κλείνεις τὸν δρόμο...
Κόσμος πολὺς ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο ποὺ ἤδη πλησίαζε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ. Καθὼς προχωροῦσε  ὅλος αὐτὸς ὁ λαός, ἕνας τυφλὸς ζητιάνος, ποὺ καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἄκουσε τὸν θόρυβο, ρώτησε τί συμβαίνει καὶ ὅταν ἔμαθε ὅτι θὰ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Χριστός, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατά:
–Ἰησοῦ, ἔνδοξε ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, σπλαχνίσου με, ἐλέησέ με!Τότε αὐτοὶ ποὺ προπορεύονταν, «ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ»· μὲ τόνο αὐστηρὸ τοῦ ἔλεγαν νὰ σωπάσει, διότι νόμιζαν ὅτι μὲ τὶς φωνές του θὰ ἐνοχλοῦνταν ὁ Κύριος.

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μάλιστα δὲν ἦταν ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ ἀκόλουθοί Του, ἀπὸ λανθασμένη ἐκτίμηση τῶν πραγμάτων στέκονταν ἐμπόδιο στὸ νὰ γνωρίσει μιὰ ψυχὴ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ἄλλη παρόμοια περίπτωση οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ εἶχαν ἐμποδίσει αὐτοὺς ποὺ ἔφερναν τὰ παιδιὰ στὸ Χριστὸ γιὰ νὰ τὰ εὐλογήσει, ἐπειδὴ νόμιζαν ὅτι δὲν ἦταν σωστὸ νὰ ἀπα σχο λοῦν τὸν Κύριο μὲ μικρὰ παιδιά. Ὅμως ὁ Κύριος τοὺς ὑπέδειξε νὰ μὴν τὰ ἐμποδίσουν: «Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με» (Ματθ. ιθ΄ 14).
Ἂς εἴμαστε κι ἐμεῖς προσεκτικοί, διότι μερικὲς φορὲς κάποιοι ἄνθρωποι εἴτε ἀπὸ ἄγνοια εἴτε ἀπὸ προκατάληψη δὲν δίνουν σωστὲς συμβουλές. Λένε: «Τί κάνεις στὴν ἐκκλησία τόσην ὥρα; Καλόγερος θὰ γίνεις;... Πῶς θὰ προχωρήσεις στὴ ζωή; Μὲ τὸ σταυρὸ  στὸ χέρι;... Κάνε καὶ μερικὲς ὑποχωρήσεις»... Ἀλίμονο ἂν στεκόμαστε ἐμπόδιο στοὺς ἀνθρώπους ποὺ θέλουν νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστό. Εἰδικότερα οἱ γονεῖς, οἱ δάσκαλοι  κι οἱ παιδαγωγοὶ ἂς φροντίζουμε νὰ διευκολύνουμε τὸν δρόμο τῶν νέων ἀνθρώπων ποὺ ἀναζητοῦν στήριγμα καὶ ἐλπίδα κοντὰ στὸ Χριστό.
2. Προσευχὴ μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ
Ὡστόσο ὁ φτωχὸς καὶ περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τυφλὸς δὲν  ἀπογοητεύτηκε. Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ πλήθους ἐκεῖνος ἐπέμενε νὰ ζητᾶ βοήθεια ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ μάλιστα μὲ πολὺ μεγαλύτερη δύναμη: «Πολλῷ μᾶλ λον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με».
Προσευχόμαστε κι ἐμεῖς στὸν Κύριο καὶ παρακαλοῦμε νὰ μᾶς βοηθήσει στὶς διάφορες δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουμε. Ὅμως δὲν βλέπουμε πάντοτε ἄμεσο ἀποτέλεσμα. Ἴσως παρουσιάζονται ἐμπόδια ποὺ δὲν εἴχαμε ὑπολογίσει. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε. Ἡ προσευχὴ θέλει ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή. Ἐφόσον γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸ θέλημά Του, ἂς συνεχίσουμε νὰ προσευχόμαστε μὲ θερμὴ καὶ ἀκατάβλητη πίστη. Μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι τὸ αἴτημά μας κάποτε θὰ ἐκπληρωθεῖ, ἔστω καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἐπιμονῆς στὴν προσευχὴ εἶναι αὐτὸ τῆς ἁγίας Μόνικας, ἡ ὁποία εἶχε πικραθεῖ πολὺ ἀπὸ τὸ παραστράτημα τοῦ υἱοῦ της Αὐγουστίνου. Ἐκεῖνος νέος στὴν ἡλικία εἶχε παρασυρθεῖ στὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ πιστὴ μητέρα πονοῦσε γιὰ τὸ τραγικό του ὀλίσθημα, ἀλ λὰ  δὲν ἔπαψε νὰ ἐλπίζει. Δεκαεπτὰ ὁλόκληρα χρόνια ἔκανε προσευχὴ μὲ πίστη καὶ ἁγία ἐπιμονὴ καὶ τελικὰ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ ἐπαναστάτης νέος μετανόησε εἰλικρινά, βαπτίστηκε χριστιανός, ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τελικὰ ἀναδείχθηκε ἅγιος, ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος ἐπίσκοπος Ἰππῶνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ γίνεται μὲ ἀνυποχώρητη ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή.
3. D πίστη ποὺ σώζει
Καὶ ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἀνταμείφθηκε γιὰ τὴν ἐπιμονή του. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς διέκοψε τὴν πορεία Του, εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά Του καὶ τὸν θεράπευσε λέγοντας: «Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ἀπόκτησε τὸ φῶς σου! Ἡ πίστη ποὺ ἔχεις ὅτι εἶμαι ὁ ἀπόγονος τοῦ Δαβὶδ καὶ ὅτι ἔχω τὴ δύναμη νὰ σοῦ δώσω τὴν ὑγεία τῶν ματιῶν σου, σὲ ἔσωσε ἀπὸ τὴν ἀθεράπευτη τύφλωσή σου.
«Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε!». Τέτοια θερμὴ καὶ ζωντανὴ πίστη ἔχουμε κι ἐ μεῖς ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσουμε. Πίστη στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Μεσσία καὶ Λυτρωτή. Πίστη ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Πίστη ἡ ὁποία δὲν εἶναι θεωρητική, ἀλλὰ δοκιμάζεται πάνω στὰ πράγματα, καὶ μάλιστα μὲ σκλη ρὲς δοκιμασίες καὶ τεράστια ἐμπόδια ποὺ ὀρθώνονται μπροστά μας. Ἂν θεμελιώσουμε τὴ ζωή μας στὴ θερμή, ζωντανὴ καὶ ἔμπρακτη πίστη, τότε πραγματικὰ μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴ σωτηρία μας σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ´ ΛΟΥΚΑ῾Καί ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ᾽Ανάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε᾽ (Λουκ. 18, 42) π. Γεώργιος Δορμπαράκης


῾Καί ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ᾽Ανάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε᾽
(Λουκ. 18, 42)

α. ῾Ο τυφλός ζητιάνος τῆς πόλεως τῆς ῾Ιεριχοῦς μαθαίνοντας γιά τή διέλευση ἀπό τήν περιοχή του τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ κραυγάζει γιά τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. ῾῾Υιέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με᾽. ᾽Επιμένει στό αἴτημά του καί μάλιστα ἐντονότερα, ὅταν οἱ γύρω του τόν ἀποπαίρνουν λόγω τῶν κραυγῶν του, προκειμένου νά σιωπήσει. ῾Καί οἱ προγάντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ᾽.  Πετυχαίνει τό σκοπό του: νά βρεῖ τό φῶς του, γιατί ἐπιβλέπει σ᾽ αὐτόν τελικῶς ὁ Κύριος. ῾᾽Ανάβλεψον᾽. Κι ἐκφράζει τήν εὐχαριστία του πρός Αὐτόν, ἀκολουθώντας Τον καί δοξολογώντας τόν Θεό μαζί μέ τόν ὑπόλοιπο λαό.
Συνιστᾶ τύπο γιά κάθε πιστό ὁ συγκεκριμένος τυφλός ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς. Διότι τό ῾ἀνάβλεψον᾽ τοῦ Κυρίου σ᾽ αὐτόν ἀποτελεῖ τό ζητούμενο καί γιά καθένα ἀπό ἐμᾶς. Νά ἀνοιχτοῦν τά μάτια μας ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς δέν ζητᾶμε διακαῶς στίς προσευχές μας; 

β. 1. Πάμπολλα ἀσφαλῶς ἦταν τά προβλήματα τοῦ τυφλοῦ τῆς ῾Ιεριχοῦς. Δέν ἦταν μόνο ἡ τύφλωσή του, ἀλλά ἐξαιτίας αὐτῆς καί ἡ μεγάλη φτώχεια του πού τόν ἔκανε νά ῾προσαιτῇ᾽ στίς ἄκρες τῶν δρόμων, ὅπως καί ἡ καταφρόνια τῶν συμπατριωτῶν του, οἱ ὁποῖοι δέν ἀνέχονταν νά τούς ἐνοχλεῖ μέ τίς κραυγές του. Τό αἴτημά του ὅμως, ὅταν κατορθώνει νά τραβήξει τήν προσοχή τοῦ Κυρίου, δέν ἦταν νά τοῦ δώσει χρήματα – ζητιάνος ἦταν – οὔτε νά τόν τραβήξει ἀπό τήν ἀφάνεια. Ζητᾶ αὐτό πού ἦταν τό κεντρικό του πρόβλημα, τό πιό οὐσιαστικό: νά ξαναβρεῖ τό φῶς του. Στήν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου ῾τί σοι θέλεις ἵνα ποιήσω;᾽ τό μόνο πού λέει εἶναι ῾Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω᾽.
Νά ἐπικεντρώνουμε στό πραγματικό καί πρώτιστο πρόβλημά μας: τήν τύφλωσή μας, νά τό παραδειγματικό στοιχεῖο γιά ἐμᾶς τοῦ τυφλοῦ. ᾽Από πνευματικῆς ἀπόψεως ὅμως οἱ ἄνθρωποι, καί μιλᾶμε γιά τούς θεωρουμένους πιστούς στόν Χριστό, δέν φαίνεται νά ἐπικεντρώνουμε στήν τύφλωση πού ἔχουμε. Στό ἐρώτημα ἄν θεωροῦμε ὡς κεντρικό πρόβλημά μας τήν ὅποια τύφλωσή μας ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι αὐτονόητα θετική. Κι αὐτό γιατί δέν νιώθουμε τυφλοί. ῾Η βεβαιότητά μας ὅτι ῾βλέπουμε᾽, ὅτι ἡ ὅρασή μας λειτουργεῖ καλά καί ἀποτελεσματικά εἶναι παραπάνω ἀπό δεδομένη. Εἶναι ὅμως ἔτσι τά πράγματα;
- Δέν ἀποδεικνυόμαστε πολλές φορές ἄπιστοι ἤ στήν καλύτερη περίπτωση ὀλιγόπιστοι, ὅταν ζοῦμε στόν κόσμο τοῦτο ἐνθυμούμενοι τόν Θεό περιστασιακά - ἴσως τό πρωΐ καί τό βράδυ σέ κάποιες προσευχές μας - συνεπῶς  θέτοντάς Τον στό περιθώριο καί ὄχι στό κέντρο τῆς ζωῆς μας;
- Δέν ἀποδεικνυόμαστε ἄπιστοι ἤ ὀλιγόπιστοι, ὅταν ἡ σχέση μέ τόν συνάνθρωπό μας παίρνει τή μορφή τῆς ἐπίθεσης ἤ τῆς ἄμυνας ἀπέναντί του, συνεπῶς τῆς ἐχθρότητας, γιατί βλέπουμε ὅτι δέν ἐξυπηρετοῦνται ἀπό αὐτόν τά συμφέροντά μας, πολλῷ μᾶλλον γιατί νομίζουμε ὅτι ἀδικούμαστε ἀπό αὐτόν;
- Δέν ἀποδεικνυόμαστε ἄπιστοι ἤ ὀλιγόπιστοι, ὅταν στίς φωνές τῆς ἴδιας τῆς καρδιᾶς μας, πού διψάει γιά εἰρήνη καί γαλήνη, ἐμεῖς κωφεύουμε καί μεταθέτουμε διαρκῶς τίς ὅποιες ἀπαντήσεις μας, γιατί δέν προλαβαίνουμε ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀσχολιῶν μας;
Δέν εἶναι ὅμως ἡ ἀπιστία ἤ ἡ ὀλιγοπιστία ἡ κατεξοχήν τύφλωση τοῦ νοῦ, ἀφοῦ ἡ πίστη θεωρεῖται ὡς ἡ ὄραση τῆς ψυχῆς; ῾Πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων᾽ μᾶς λέει θεόπνευστα ὀ ἀπόστολος Παῦλος. ῾Διά πίστεως περιπατοῦμεν᾽ λέει κάπου ἀλλοῦ. Καί κλονίζεται βεβαίως ἡ πίστη ὡς ὅραση τῆς ψυχῆς καί μειώνεται καί χάνεται μέ ἀποτέλεσμα νά μή βλέπει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀκριβῶς κατά τά παραπάνω διαγράφει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του γιατί δέν Τόν θέτει κέντρο τῆς ὕπαρξής του, διαγράφει τόν συνάνθρωπό του γιατί δέν τόν ἀγαπᾶ, διαγράφει τήν ἴδια τή συνείδησή του γιατί τήν περιφρονεῖ καί δέν θέλει νά τήν ἀκούει.

2. Θεραπεία ὅμως καί ῾ἀνάβλεψις᾽ δέν εἶναι μόνον ἡ διαπίστωση τῆς πνευματικῆς τύφλωσης: τῆς ἀπιστίας καί τῆς ὀλιγοπιστίας. Αὐτό εἶναι ἡ ἀρχή. ῞Οπως ὑποδεικνύει καί πάλι ὁ τυφλός χρειάζεται ἡ ἐν πίστει ἀληθινῇ καί γνησίᾳ ταπεινώσει στροφή πρός τόν Χριστό. ῞Οπως ἐκεῖνος ἔστρεψε τό νοερό βλέμμα του στόν Κύριο – μολονότι δέν μποροῦσε νά Τόν ἀναγνωρίσει ὡς Θεό, γι᾽ αὐτό καί τόν χαρακτήρισε ῾Υἱόν Δαυΐδ᾽- κι ἄρχισε νά Τόν καλεῖ γιά νά τόν ἐλεήσει πιστεύοντας ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ λύση τοῦ προβλήματός του, ἔτσι πολύ περισσότερο ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖται ὅτι δέχεται τόν Χριστό ὄχι μόνο ὡς ἄνθρωπο ἀλλά καί ὡς Θεό: ἀπαιτεῖται νά πιστέψει πραγματικά ὅτι ὁ Χριστός ὡς Θεός εἶναι ῾τό φῶς τοῦ κόσμου᾽ καί ῾ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης᾽, ὁ ῾Οποῖος μέ τό ἔλεός Του μπορεῖ νά ρίξει φῶς στή σκοτεινιά καί τήν τύφλωση τῆς ψυχῆς του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ πιό γνωστή, δυνατή καί εὐθύβολη πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου προσευχή τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽. ῾Η προσευχή αὐτή ἐπαναλαμβάνεται ἀδιάκοπα σέ κάθε ἀκολουθία της καί αὐτή συνιστᾶ καί στήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή της: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽, τήν προσευχή ὅλων τῶν ἁγίων καί τῶν ἀγωνιζομένων γιά ἁγιασμό τους χριστιανῶν.
Καί πέραν τούτων: ἀπαιτεῖται γιά τό ἄνοιγμα τῶν πνευματικῶν μας ὀφθαλμῶν καί τήν εὕρεση τοῦ φωτός, ἡ ἐπιμονή καί ἡ ἀνδρεία ἐκείνη τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία θά κάνει τόν ἄνθρωπο νά ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσχέρειες καί τά ἐμπόδια πού θά βρίσκει στόν δρόμο του. Καί πάλι ὁ τυφλός γίνεται τό παράδειγμα: Κραύγαζε στόν Κύριο νά τόν ἐλεήσει, ἐπικέντρωνε στό πρόβλημά του, ἀλλά κώφευε στίς ῾ἐπιθέσεις᾽ τῶν ἄλλων πού τόν πίεζαν νά μή κραυγάζει στόν Κύριο. Καί ἡ ἐπιμονή του αὐτή καί ἡ ἀνδρεία του ἐπιβραβεύτηκαν: ἐπέβλεψε ὁ Κύριος καί τόν θεράπευσε. Στή στροφή μας πρός τόν Κύριο, πολύ περισσότερο στίς νοερές κραυγές μας πρός Αὐτόν πρός ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους Του θά συναντήσουμε πειρασμούς καί ἐμπόδια: καί ἀπό τά δικά μας πάθη - ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε ὅτι ἡ ἐσωτερική ἀκαθαρσία μας λόγω τῶν παθῶν μας εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς ἐμποδίζει πρωτίστως γιά νά Τόν δοῦμε: ῾μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται᾽ εἶπε – καί ἀπό τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο μας καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Πονηρό. ῞Οπως τό λέει καί ὁ ἀπόστολος: ῾῾Η πάλη ἡμῶν οὔκ ἐστιν πρός αἶμα καί σάρκα, ἀλλά πρός πρός τά πνευματικά  τῆς πονηρίας, πρός τόν κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνος τούτου᾽.

3. ῞Ωστε: ὁ ἄνθρωπος ἀναβλέπει, βρίσκει τό φῶς του, πού σημαίνει μετέχει στόν ἴδιο τόν Θεό γευόμενος ἤδη ἀπό τόν κόσμο τοῦτο τή σωτηρία του, ὅταν ἀναγνωρίζει τήν πνευματική του φτώχεια, ὅταν στρέφεται πρός τόν Χριστό ὡς τόν Σωτήρα του, ὅταν μέ ἀνδρεία ψυχῆς καί ἐπιμονή ἀντιμετωπίζει τούς διαφόρους πειρασμούς καί τά ἐμπόδια. Πῶς ὅμως ὑπάρχει ἡ ἐπιβεβαίωση γιά ὅλα αὐτά; Πῶς δηλαδή ἀποδεικνύεται ῾ἀντικειμενικά᾽ ὅτι ὁ Χριστός ἄγγιξε τά νοερά μάτια καί ἡ ὀρθή πίστη τοῦ ἀνθρώπου ἔφερε τήν ἀνάβλεψή του; Καί πάλι ὁ θεραπευθείς τυφλός γίνεται τύπος: Μέ ἀνοικτούς ὀφθαλμούς πιά λόγω τῆς ἐπέμβασης τοῦ Κυρίου Τόν ἀκολουθεῖ δοξολογώντας τόν Θεό μαζί μέ τόν ὑπόλοιπο λαό. ῾Καί παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καί ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τόν Θεόν. Καί πᾶς ὁ λαός ἰδών ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ᾽. Κι αὐτό θά πεῖ: κι ἐμεῖς ἐπιβεβαιώνουμε τή θεραπεία μας καί τό ἄνοιγμα τῶν πνευματικῶν ὀφθαλμῶν μας ὅταν ἡ ζωή μας συνιστᾶ πιά μία ἀκολουθία τοῦ Κυρίου ῾σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις᾽, δηλαδή στήν ᾽Εκκλησία Του. Στόν βαθμό πού ἡ ζωή μας κινεῖται δοξολογικά καί τό ῾δόξα Σοι ὁ Θεός᾽ δέν λείπει ἀπό τά χείλη μας, στόν βαθμό πού ἡ θυσιαστική ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπο - ὅ,τι ἀποτελεῖ πυρήνα τῆς ἀκολουθίας τῶν ἰχνῶν τοῦ Κυρίου – γίνεται ἡ τροχιά τῆς ζωῆς μας, στόν βαθμό πού δέν αὐτονομούμαστε, ἀλλά νιώθουμε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τότε ναί! μποροῦμε νά νιώθουμε ὅτι βρισκόμαστε μέσα στή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τά μάτια μας ῾βλέπουν᾽ τίς θαυμαστές ἐνέργειές Του σέ ὅλον τόν κόσμο.

γ. ῾Ο μέγας Πατήρ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς συνήθιζε νά κραυγάζει: ῾Φώτισόν μου τό σκότος, Κύριε᾽. Πρόκειται γιά παραλλαγή τῆς κραυγῆς τοῦ τυφλοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν ὑπάρχει περίπτωση νά εἶναι κανείς χριστιανός χωρίς τήν παρόμοια κραυγή, χωρίς τήν κραυγή τῆς ᾽Εκκλησίας ῾Κύριε ἐλέησον᾽. Εἶναι ἡ μόνη προϋπόθεση μέ τά δεδομένα πού εἴπαμε πού ὁ Κύριος μᾶς ἀκούει καί μᾶς θεραπεύει. Διότι ῾πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό ὄνομα Κυρίου σωθήσεται᾽.
 Κυριακή ΙΔ Λουκά ΕΝΑΣ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ

Οι άνθρωποι όταν ακούμε την λέξη «πλούτος», ο νους μας πηγαίνει  στα υλικά αγαθά, στο χρήμα. Η ζωή της πίστης μας όμως μας δείχνει ότι ο πλούτος δεν μπορεί να περιοριστεί στην ύλη. Υπάρχει ένας αλλιώτικος πλούτος, ο οποίος πηγάζει από τον Θεό, προσφέρεται στον άνθρωπο αφειδώλευτα και οδηγεί στην ανάγκη ο άνθρωπος να ανταποδώσει τη δωρεά ως αντίδωρο αγάπης στον δοτήρα Κύριο. Πρόκειται για τον πλούτο της χάριτος του Θεού, ο οποίος μας δίδεται «εν Χριστώ Ιησού» και ο οποίος έχει διάρκεια αιωνιότητας, κρατά δηλαδή για πάντα την αξία του και γίνεται πλούτος αιωνιότητας για τον καθέναν ο οποίος τον κατέχει.
           Ο πλούτος αυτός είναι «υπερβάλλων». Έχει πληρότητα και η ποσότητά του δεν είναι περιορισμένη. Ενώ τα υλικά αγαθά αριθμούνται, αποτιμάται η αξία τους σε χρηματικές μονάδες, η χάρις του Θεού δεν έχει μέτρο και όριο. Όποιος την έχει, την γεύεται χωρίς περιορισμό. Ταυτόχρονα, ενώ τα υλικά αγαθά δίνουν χαρές στον άνθρωπο, τον βοηθούν να απολαμβάνει τη ζωή του, ενίοτε τον ρίχνουν και σε πολλούς και μεγάλους πειρασμούς, η χάρις του Θεού δίνει σε όποιον τη γεύεται την αληθινή πληρότητα. Τον οδηγεί όχι στο να απολαμβάνει με την έννοια της ηδονής αυτή τη ζωή, αλλά να χαίρεται που βιώνει την αγάπη του Θεού προσωπικά, την χάρη και την ελπίδα που η πίστη δίδει και να βιώνει τον σκοπό της ζωής που προέρχεται από την κοινωνία με το Θεό. Αυτή η πληρότητα δίδει ομορφιά στην καρδιά του ανθρώπου. Τον καθιστά χαρούμενο στο πρόσωπο. Τον απαλλάσσει από την κακία και την εκδικητικότητα. Τον κάνει να βλέπει στο πρόσωπο του αδελφού του τον Θεό. Την ίδια στιγμή τον κάνει να προσπαθεί για το καλό του αδελφού του, ακόμη κι αν αυτό δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ενέργειες του θελήματός του, ακόμη κι αν αυτό περιορίζεται μόνο στην προσευχή και στην εναπόθεση στο Θεό της μέριμνας για τον πλησίον, διότι εκείνος δεν μπορεί να δεχθεί κάτι άλλο.
               Ο πλούτος αυτός φανερώνεται «εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις». Έχει διάρκεια. Δεν κληροδοτείται όπως τα υλικά πλούτη από γονείς σε παιδιά, αλλά αποκτιέται από τον καθέναν προσωπικά, εφόσον τον ζητήσει και αγωνιστεί γι’ αυτόν. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι ένας πλούτος ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος. Αρκεί όποιος τον επιθυμεί να κάνει το βήμα προς αυτόν. Να απαλλαγεί από την κυριαρχία του σαρκικού φρονήματος. Να εμπιστευθεί το Θεό, στις χαρές και τις λύπες. Να αγωνιστεί δια της ασκητικής οδού, της νηστείας, της προσευχή, της μετανοίας, να έχει καθαρή καρδιά. Και ο καθένας ξεκινά όχι απλώς για να μιμηθεί τον πλούτο της χάριτος που έχει ο άλλος ή να επαναπαυθεί σε όσους τον κατέχουν ήδη, αλλά για να χτίσει τη δική του υποδομή, ώστε ο πλούτος αυτός να εγκατασταθεί δια παντός εντός του.
Στους περισσότερους ανθρώπους ο πλούτος αυτός είναι άγνωστος. Συνήθως θεωρούμε τη σχέση μας με το Θεό ως κάτι παραδοσιακό, γιορτινό, χρήσιμο στις δυσκολίες. Ενίοτε βλέπουμε αυτή τη σχέση και ως κάτι το μαγικό, κάτι που αφ’ εαυτού του δίνει δύναμη όταν τη χρειαζόμαστε, χωρίς να είναι ανάγκη το υπόλοιπο διάστημα της ζωής μας να αλλάξουμε πορεία ή να προσπαθήσουμε να τον κατακτήσουμε. Άλλοτε μεταβάλλεται σε αξιομισθία, σε περίσσευμα αγαθών έργων εκείνων που τον είχαν ή τον έχουν και που καλούνται να δώσουν και σε μας, χωρίς να συναισθανόμαστε ότι πρωτίστως η ευθύνη έγκειται στο να τον ζητήσουμε και να τον λάβουμε εμείς από το Θεό όχι απλώς ως ευλογία για τον κόπο μας, αλλά ως νόημα ζωής.  Άλλοτε πάλι προσπερνιέται με το πρόσχημα της ταπεινώσεως. Δεν είμαστε ικανοί να τον έχουμε ή να τον διαχειριστούμε. Έτσι, τον αφήνουμε σε άλλους κι εμείς ζητούμε να συνεχίσουμε μία ζωή χωρίς αυτόν.
Η χάρις του Θεού όμως είναι η ζωοποιός ενέργειά Του η οποία ενεργοποιεί τις δυνάμεις της ύπαρξής μας σε μια πορεία κοινωνίας, φωτός και ελπίδας. Αυτή είναι και η οδός της αγιότητας. Ο άγιος, μέσα στην ταπεινοσύνη του, εκζητεί την χάρη και το έλεος του Θεού. Και ο Κύριος δίδει. Τότε η χάρις αποτυπώνεται στο πρόσωπο του Αγίου. Στην παρρησία με την οποία προσεύχεται στο Θεό για όσους μπορεί. Στην ιλαρότητα της καρδιάς με την οποία ακούει όσους δυσκολεύονται, προσφέρει και αγαπά. Αλλά και στην βαθιά πεποίθηση εντός του ότι «ζει Κύριος ο Θεός» και ότι τον αγαπά προσωπικά, όπως και τον κάθε άνθρωπο.
Και τότε η χάρις του Θεού προσθέτει στον ανθρώπινο κόπο.Δίδει περισσότερη διάθεση για προσευχή. Δίδει δύναμη ώστε να είναι περισσότερος ο χρόνος προσφοράς στους άλλους. Δίδει την καλλιέργεια όλων των χαρισμάτων, ώστε τα πάντα να αντιπροσφέρονται ως αντίδωρο αγάπης προς τον Θεό, δια του πλησίον. Στις δοκιμασίες φαίνεται η περίσσεια της ψυχής του δοκιμαζόμενου, καθώς δεν καθιστά κέντρο της ενασχόλησής του τον εαυτό του, αλλά την προσευχή και την παρηγοριά στους άλλους που χειμάζονται με το δικό τους τρόπο. Ο γενναίος γίνεται γενναιότερος. Ακόμη κι αυτός που αισθάνεται την ασθένειά του, του προστίθεται δύναμη. Είναι μία μυστική κοινωνία με το Θεό, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τις λεπτομέρειες της ψυχής του. Τις ρίζες των παθών του. Να κατανοεί το λίγο που μπορεί σε σχέση με το Θεό και τον συνάνθρωπο. Και να αγιάζεται για να μπορεί να αγιάσει.
Είναι αλλιώτικος αυτός ο πλούτος, όπως τον περιγράφει ο απόστολος Παύλος στους Εφεσίους: «χάριτι εστέ σεσωσμένοι . και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού, ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ’ ημάς εν Χριστώ Ιησού» (Εφεσ. 2, 6-7). Αγωνιζόμαστε οι άνθρωποι να αποκτήσουμε αγαθά για να τα κληροδοτήσουμε στους μετά από εμάς, χωρίς να διαβλέπουμε ότι η αληθινή ομορφιά βρίσκεται στον πλούτο που ο Θεός προσφέρει δια της χάριτός Του σε όσους Τον εμπιστεύονται και γνωρίζουν ότι μόνο κοντά Του και στη ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται η αλήθεια της ζωής. Αυτή την χάρη, αυτό το κάλλος ας προσπαθούμε εν τη Εκκλησία και εν τη πίστη να το γευτούμε και να το κληροδοτήσουμε με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος και μέσα από την πίστη στον Κύριό μας. Και ας βοά ο κόσμος μόνο για τις υλικές ανάγκες. Με την πίστη και αυτές θα καλυφτούν. Αλλά και αυτό να γίνει, δεν είναι ό,τι θα δώσουμε στους επερχόμενους. Γιατί δεν θα κρατήσει μπροστά στη φθορά και τον θάνατο. Μόνο η χάρις είναι τελικά το νόημα.

Κέρκυρα, 1 Δεκεμβρίου 2013
π.Θεμιστοκλής Μουτζανός
 Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἰεριχοῦς (Λκ 18,35-43)
Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἰεριχοῦς
(Λκ 18,35-43)
      Ἡ θεραπεία τυφλῶν ἦταν ἕνα ἀπό τά κατεξοχήν μεσσιακά σημεῖα (βλ. Ἠσ 9,2· 29,18· 35,5· 42,67· 61,1· Μθ 4,16· 11,45). Οἱ προφητεῖες, βέβαια, ἀναφέρονταν κυρίως στόν πνευματικό φωτισμό τόν ὁποῖο ἐπρόκειτο νά φέρει ὁ Μεσσίας στόν κόσμο, πού ζοῦσε στό σκοτάδι τῆς πλάνης καί τῆς ἁμαρτίας. Προαναγγέλλουν ὅμως καί τήν διάνοιξη τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μία χειροπιαστή ἔνδειξη τοῦ πνευματικοῦ φωτισμοῦ. Θεραπεία τυφλοῦ ἤ τυφλῶν στήν Ἰεριχώ ἀναφέρουν καί οἱ εὐαγγελιστές Mατθαῖος καί Mᾶρκος. Tίς τοποθετοῦν καί οἱ τρεῖς συνοπτικοί στήν ἴδια συνάφεια, λίγο πρίν ἀπό τήν θριαμβευτική εἴσοδο στά Ἰεροσόλυμα (πρβλ. Μθ 20,29-34· Μρ 10,46-52). Ἡ ἐξιστόρηση τοῦ περιστατικοῦ διαβάζεται ὡς εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τήν ΙΔ´ Κυριακή τοῦ Λουκᾶ.
18,35: "Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἰεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν".
      Τά Εὐαγγέλια μνημονεύουν μόνον αὐτή τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἰησοῦ στήν Ἰεριχὼ. Ἦταν ἡ δεύτερη σέ πληθυσμό πόλη τῆς Ἰουδαίας, πολύ πλούσια καί ἀριστοκρατική. Χτισμένη δύο χιλιόμετρα βορειότερα ἀπό τήν παλιά Ἰεριχώ πού γκρέμισε ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, βρισκόταν έ κοντινή ἀπόσταση ἀπό τά Ἰεροσόλυμα. Εἶχε πλούσια παραγωγή μελιοῦ, βάλσαμου, ρόδων καί ἄλλων ἀρωματικῶν εἰδῶν. Ἰδιαίτερη λαμπρότητα τῆς ἔδιναν τά ἑλληνιστικοῦ τύπου κτίσματα, μέ τά ὁποῖα τήν εἶχε στολίσει ὁ Ἡρώδης A´: ἀμφιθέατρο, ἱπποδρόμιο, πολυτελέστατα ἀνάκτορα καί μεγάλες δεξαμενές. Σήμερα ὀνομάζεται Ρίχα καί εἶναι ἕνα ἄσημο χωριουδάκι μέ λίγους κατοίκους.
     Χιλιάδες προσκυνητές διέρχονταν ἀπό τήν Ἰεριχώ πορευόμενοι πρός τά Ἰεροσόλυμα γιά τήν γιορτή τοῦ Πάσχα. Τέτοιες ἡμέρες οἱ δρόμοι της ἦταν γεμάτοι ἀπό προσκυνητές καί καραβάνια. Ἑβραῖοι τῆς Παλαιστίνης καί τῆς διασπορᾶς, προσήλυτοι, λαός, φαρισαῖοι, φτωχοί, πλούσιοι, στρατιῶτες, ἔμποροι, ποικίλοι ἄνθρωποι συνέρρεαν. Ὅπως συμβαίνει συνήθως σέ παρόμοιες περιπτώσεις, πολλοί ζητιάνοι τυφλοί καί ἀνήμποροι, κάθονταν ἀπ’ τήν μιά καί τήν ἄλλη πλευρά τῶν εἰσόδων τῆς πόλεως καί ἐκλιπαροῦσαν τήν ἐλεημοσύνη τῶν εὐσεβῶν προσκυνητῶν. Κάπου ἐκεῖ παρὰ τὴν ὁδόν, κοντά στόν δρόμο, καθόταν καί ὁ τυφλός τῆς περικοπῆς προσαιτῶν, ζητιανεύοντας.
          Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀναφέρει τήν θεραπεία δύο τυφλῶν κατά τήν ἔξοδο τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τήν Ἰεριχώ (βλ. 20,30), ἐνῶ ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος κάνει λόγο γιά ἕναν, τόν ὁποῖο κατονομάζει· «υἱὸς Τιμαίου Βαρτιμαῖος» (10,46). Ἡ ἀναφορά τοῦ ὀνόματός του δείχνει ὅτι ἦταν γνωστός στούς ἀναγνῶστες τοῦ Εὐαγγελίου, πιθανόν μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἴσως αὐτός νά ἦταν ὁ ἕνας ἀπό τούς δύο πού ἀναφέρει ὁ Ματθαῖος. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς διηγεῖται τήν θεραπεία ἑνός τυφλοῦ, ἡ ὁποία συνέβη ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἰεριχώ, ὅταν ὁ Ἰησοῦς βρισκόταν κοντά στήν εἴσοδο τῆς πόλεως. Στήν συνέχεια ἐξιστορεῖ τήν συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ μέ τόν Ζακχαῖο μέσα στήν Ἰεριχώ (βλ. 19,110). Οἱ ἀφηγήσεις τῶν τριῶν εὐαγγελιστῶν ἔχουν κοινά σημεῖα, ἀλλά δέν ἀποκλείεται νά ἀναφέρονται σέ διαφορετικά γεγονότα.  Ὁ Ἰησοῦς βρέθηκε κατ’ ἐπανάληψη μπροστά σέ πολλούς τυφλούς καί εἶναι πολύ φυσικό νά ἔδειξε κατ’ ἐπανάληψη στόν λαό τό κατεξοχήν μεσσιακό σημεῖο, νά θεράπευσε δηλαδή πολλούς τυφλούς. Ἀπό τούς πολλούς οἱ εὐαγγελιστές ἀναφέρουν ὁρισμένους.
18, 36-37: "Ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται".
     Μέ τήν ἐξασκημένη ἀκοή του ὁ τυφλός, ἀκούσας ὄχλου διαπορευομένου, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὁ θόρυβος τῆς κοσμοσυρροῆς δέν εἶναι συνηθισμένος. Ρωτάει, λοιπόν, τούς διερχομένους· τί εἴη ταῦτα, τί συμβαίνει; Kαί τοῦ ἀπαντοῦν· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. Εἶχαν περάσει ἤδη τρία χρόνια ἀπό τότε πού ὁ Ἰησοῦς ἄρχισε τήν δημόσια δράση του καί ὁ ἀριθμός τῶν μαθητῶν πού τόν ἀκολουθοῦσαν αὐξήθηκε σημαντικά.                  
   Ἐπιπλέον, ἡ φήμη γιά τά σημεῖα πού ἐπιτελοῦσε εἶχε διαδοθεῖ σέ ὅλη τήν Παλαιστίνη καί ἔξω ἀπό αὐτήν. Ὅπου πήγαινε ἦταν πλέον γνωστός καί πλῆθος πολύ συνέρρεε κοντά του. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ κοσμοσυρροή τήν ὁποία ἀντιλήφθηκε ὁ τυφλός. Ἰδιαίτερα κατά τήν τελευταία πορεία τοῦ Ἰησοῦ πρός τά Ἰεροσόλυμα, ὁ ὄχλος πού τόν συνόδευε ἐκδήλωνε ζωηρά τόν ἐνθουσιασμό του. Εἶχε θεριεύσει ἡ ἐλπίδα ὅτι ἴσως κατά τό Πάσχα ἐκεῖνο θά ἀναλάμβανε ὡς Μεσσίας τόν θρόνο του, καί θά τούς ἀπήλλασσε ἀπό τόν ρωμαϊκό ζυγό!
18,38: "Καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με".
          Τό πλῆθος πληροφόρησε τόν τυφλό ὅτι «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται», ἀλλά ἐκεῖνος ἐβόησε, φώναξε δυνατά, Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Φαίνεται ὅτι δέν θεωροῦσε τόν Ἰησοῦ ἁπλό ἄνθρωπο, ἀλλά εἶχε «θειοτέραν περὶ αὐτοῦ ἔννοιαν». Ἄν καί ἡ τύφλωσή του ἀσφαλῶς δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά μελετᾶ μόνος του τίς Γραφές καί σέ ὅλη τήν ζωή του ἦταν ἕνας φτωχός ζητιάνος, ὡστόσο, εἶχε ἐνημερωθεῖ γιά τά θαυμαστά σημεῖα τοῦ Ἰησοῦ, γνώριζε ἴσως καί τίς σχετικές προφητεῖες105 καί πίστευε ὅτι ἔχει μπροστά του τόν ἀναμενόμενο Μεσσία, τόν «υἱόν Δαυΐδ». Aὐτή τήν πίστη ὁμολογεῖ μέ τήν προσφώνηση καί μέ τήν ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους, τῆς συμπόνιας τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος μπορεῖ νά ἐπιτελέσει τό σημεῖο πού τοῦ ζητᾶ, ἔχει τήν δύναμη νά τοῦ χαρίσει τό φῶς του.
18,39: "Καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με".
         Oἱ προάγοντες, ὅσοι βάδιζαν στήν ἀρχή τῆς πορείας, πρίν ἀπό τόν Ἰησοῦ, ἐπετίμων αὐτῷ, ἐπέπλητταν τόν τυφλό γιά νά σιωπήσει. Θεωροῦσαν ἀπρεπές νά παρουσιασθεῖ μπροστά σέ ἕνα τόσο ὑψηλό πρόσωπο ἕνας ἀνάπηρος, γιά νά ζητήσει ἐλεημοσύνη. Ἦταν, κατά τήν γνώμη τους, θρασύτατη ἡ ἀπαίτηση τοῦ τυφλοῦ νά διακόψει ὁ Ἰησοῦς τήν πορεία του, ἴσως καί τήν διδασκαλία του, προκειμένου νά ἀσχοληθεῖ μαζί του.
         Ὁ τυφλός, ὡστόσο, ἐκφράζει τόν πόνο καί τόν πόθο του. Δέν ἀποθαρρύνεται ἀπό τήν ἀντιμετώπιση τοῦ πλήθους. Ἡ ἐπίπληξη τῶν ἀνθρώπων λειτουργεῖ σ’ αὐτόν σάν τόν ὑδατοφράχτη, πού κάνει τόν χείμαρρο νά φουσκώνει ὁλοένα καί περισσότερο. Μέ ἐμπιστοσύνη στά φιλάνθρωπα αἰσθήματα τοῦ Ἰησοῦ δυναμώνει τήν ἔνταση τῆς φωνῆς του· μᾶλλον ἔκραζεν. Δέν ἦταν κραυγή ἀπόγνωσης, ἀλλά θερμῆς πίστεως. Ἡ πίστη ξέρει νά παλεύει μέ κάθε ἐμπόδιο καί νά νικᾶ. Δυνατά, καρδιόβγαλτα καί ἐπίμονα, ὅπως δηλώνει ὁ χρόνος τοῦ ρήματος, ἐπαναλάμβανε· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.
18,40: Σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν.
        Ὁ Ἰησοῦς στάθηκε. Δέν θεωρεῖ ἀνάξιο τῆς ἀποστολῆς του νά ἀσχοληθεῖ μέ τόν ἄνθρωπο πού ζητάει τήν βοήθειά του. Στά μάτια τοῦ πλήθους, βέβαια, ὁ τυφλός δέν εἶναι παρά ἕνας ἐπαίτης. Ὁ Kύριος ὅμως γνωρίζει ὅτι ἔχει κοντά του ἕναν ἄνθρωπο μεγάλης πίστεως. Γι’ αὐτό, δίνει ἐντολή νά τόν ὁδηγήσουν μπροστά του· ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. Μόνος του ὁ τυφλός δέν μποροῦσε νά προσδιορίσει τό σημεῖο πρός τό ὁποῖο ἔπρεπε νά κατευθυνθεῖ. Ὁ Ἰησοῦς τοῦ δείχνει τήν φιλοστοργία του. Ταυτόχρονα, δίνει περισσότερη δημοσιότητα στό σημεῖο, καθώς ὅλοι βλέπουν τόν μετακινούμενο τυφλό, πού ἀμέσως μετά θεραπεύεται, παραδίδει δέ καί ἕνα μάθημα στόν ὄχλο πού τόν ἀκολουθεῖ: Ὁ Μεσσίας δέν εὐαρεστεῖται στούς ἄκριτους καί ἐπιφανειακούς ἐνθουσιασμούς τῶν πολλῶν. Ἀναπαύεται στήν ὑγιῆ πίστη τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων.
18,41: "Ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; Ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω".
      Ὁ Ἰησοῦς ὡς Θεός, ἀναμφίβολα, γνωρίζει τί ἐπιθυμεῖ ὁ τυφλός. Ἐντούτοις, τόν ρωτᾶ· τί σοι θέλεις ποιήσω; Στόχος του εἶναι νά ἀκούσουν τά πλήθη τήν συγκεκριμένη ἀπάντηση τοῦ τυφλοῦ· ἵνα ἀναβλέψω. Διαλύεται ἔτσι ἡ ὑποψία πολλῶν ὅτι ὁ τυφλός ζητοῦσε ἐλεημοσύνη καί ἀποκαλύπτεται ἡ μεγάλη του πίστη.
18,42: "Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε".
            Μέ τήν θεϊκή του δύναμη καί ἐξουσία ὁ Ἰησοῦς χαρίζει στόν τυφλό τήν χαμένη του ὅραση. Ἡ προσταγή του, ἀνάβλεψον, θυμίζει τόν λόγο τοῦ Δημιουργοῦ «γενηθήτω φῶς» (Γέ 1,3). Ποιός ἀπό τούς προφῆτες, θαυμάζει ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος, θεράπευσε μέ τέτοια ἐξουσία; Ἡ φωνή ἔγινε ἀμέσως φῶς στόν ἄρρωστο, διότι βγῆκε «ἐκ τοῦ φωτὸς τοῦ ἀληθινοῦ».
      Ὁ Κύριος θέλοντας νά προβάλει τήν δύναμη τῆς πίστεως καί νά διδάξει πώς τό θαῦμα πού θά ἀκολουθήσει ἀποτελεῖ βραβεῖο γιά τήν πίστη τοῦ τυφλοῦ λέγει· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. «Πίστιν εἶχε, οὐχ ὅτι ἐστὶ Θεός, ἀλλ’ ὅτι δύναται ἰάσασθαι αὐτόν», διευκρινίζει ὁ Ζιγαβηνός. Δέν μποροῦσε ἀσφαλῶς νά συλλάβει ὅτι μπροστά του εἶχε τόν Θεό. Πίστευε ὅμως ἀκράδαντα, ὅπως φανερώνει ἡ ἐπίμονη κραυγή του, στήν δύναμη τοῦ Ἰησοῦ νά θεραπεύσει τήν ἀνίατη ἀσθένειά του.
18,43: "Καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ".
        Ὁ παντοδύναμος λόγος τοῦ Κυρίου ἐπιτέλεσε ἄμεσα τό σημεῖο. Ὁ τυφλός παραχρῆμα ἀνέβλεψε. Ἐκφράζοντας τήν ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη του, προστέθηκε στήν συνοδεία τοῦ Ἰησοῦ, ἠκολούθει αὐτῷ. Εὐγνώμονα, ἐπίσης, διακήρυττε παντοῦ τήν εὐεργεσία πού δέχθηκε δοξάζων τὸν Θεόν, διότι ἀπήλαυσε διπλῆς εὐεργεσίας. Ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν τύφλωση καί τοῦ σώματος καί τῆς καρδιᾶς.
     Ὁ Ἰησοῦς κατά τήν διάρκεια τῆς τριετοῦς δράσεώς του ἀπαγόρευε αὐστηρά στούς εὐεργετημένους νά μιλοῦν γιά τήν θεραπεία τους. Κάποιες φορές δέν τούς ἐπέτρεπε οὔτε νά τόν ἀκολουθοῦν (βλ. Μρ 5,18-19· Λκ 8,38-39). Λάμβανε τά μέτρα του, ὥστε νά προκαλοῦνται ὅσο τό δυνατόν λιγώτερο οἱ ἐχθροί του. Καθώς ὅμως πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ Πάθους, δέν ὑπῆρχε λόγος νά μένει περιορισμένος ὁ κύκλος τῶν μαθητῶν του οὔτε νά καταστέλλονται πλέον οἱ ἐπευφημίες τοῦ λαοῦ.
         Στήν γενικώτερη συνάφεια πρέπει ἰδιαίτερα νά προσέξουμε τίς συνεχεῖς κλήσεις πού ἀπευθύνει ὁ Ἰησοῦς. Εἴτε μέ λόγους εἴτε μέ σημεῖα καλεῖ ὅλους ὅσους τόν πλησιάζουν, ὅσους τόν ρωτοῦν, ὅσους θεραπεύει. Αὐτές οἱ τελευταῖες κλήσεις εἶναι κλήσεις μαθητῶν. Ἕνα μήνα περίπου μετά ἀπό τή θεραπεία τοῦ τυφλοῦ στήν Ἰεριχώ, ἐμφανίζεται ἀναστημένος σέ πεντακόσιους μαθητές στήν Γαλιλαία. Ποῦ βρέθηκαν τόσοι; Τήν ἀπάντηση τήν δίνει ὁ τελευταῖος στίχος αὐτῆς τῆς περικοπῆς καί τῶν παραλλήλων τοῦ Ματθαίου καί τοῦ Μάρκου. Eἶναι αὐτοί πού τόν εἶχαν θαυμάσει καί τόν εἶχαν ἐμπιστευθεῖ ὡς Mεσσία.
 Κυριακή ΙΔ’ Λουκά- Πίστεως θαυματουργία «Ανάβλεψον. Η πίστις σου σέσωκέ σε. Και παραχρήμα ανέβλεψε»

(Λουκ. ιη΄ 35-43)
(Εφες. β΄ 4-10)
Πίστεως θαυματουργία
«Ανάβλεψον. Η πίστις σου σέσωκέ σε. Και παραχρήμα ανέβλεψε»
Οι θαυματουργικές ενέργειες του Κυρίου αποκαλύπτονται ως ισχυρά σημεία της νέας πραγματικότητας που εγκαινιάζει, με βαθύτερα μηνύματα και νοήματα. Αποκαθιστούν την κατά φύση κατάσταση του ανθρώπου και φανερώνουν τη δυναμική της δημιουργικής ενέργειας του Θεού στον κόσμο. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή αναφέρεται συγκεκριμένα στο θαύμα της θεραπείας του τυφλού στην Ιεριχώ.  Ο τυφλός διέθετε πίστη, η ρίζα της οποίας όμως σε καμιά περίπτωση δεν στηριζόταν στη ψυχρή λογική και σε στείρες ορθολογιστικές προσεγγίσεις, αλλά στο γόνιμο έδαφος της καρδιάς του.

Η τύφλωση του ανθρώπου εκείνου τού στερούσε τις χαρές που προσφέρει η σωματική θέα των πραγμάτων, τις ομορφιές της φύσεως, τις εικόνες των προσώπων και την όψη των γεγονότων. Δεν είδε ποτέ τίποτε, ούτε ακόμα το Πρόσωπο του Χριστού. Η πίστη του όμως δεν κινείτο σε αμφιταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Ήταν γνήσια και αυθεντική. Εκδήλωσε συγκεκριμένα την πίστη εκείνη, για την οποία αργότερα έγραψε ο απόστολος Παύλος ότι είναι «πραγμάτων έλεγχος ού βλεπομένων», δηλαδή παραδοχή πραγμάτων που δεν βλέπονται σωματικά από τον άνθρωπο. Μπορεί όμως να τα αντικρίσει και να τα βιώσει με τα μάτια της ψυχής του.
Από τα βάθη της καρδιάς
Η πίστη που ισχυρίζονται κάποιοι ότι διαθέτουν, μπορεί κάποτε να μην είναι και τόσο γνήσια. Να εκδηλώνεται ακόμα στους ορίζοντες του «θεαθήναι τοις ανθρώποις». Στις περιπτώσεις όμως αυτές που κινείται στην επιφάνεια των πραγμάτων αλλά και στα στεγανά της υποκρισίας, δεν μπορεί να είναι πραγματική και σίγουρα ούτε και θεάρεστη.
Ο τυφλός του Ευαγγελίου στην κατάλληλη στιγμή εκδηλώθηκε με τρόπο που μαρτυρούσε ότι η πίστη του για τον Χριστό ήταν αυθεντική, ήταν αληθινή, ήταν βγαλμένη από τα κατάβαθα της καρδιάς του. Μόλις έλαβε την πληροφορία ότι περνούσε από κοντά του ο Χριστός, άρχισε να Τον καλεί με δυνατή φωνή: «Ιησού, υιέ Δαυϊδ, ελέησόν με». Με τη μικρή αλλά περιεκτική αυτή φράση αποκαλυπτόταν η μεγάλη του πίστη ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου. Το παράδειγμά του θυμίζει αυτό που είπε ο Συμεών ο νέος Θεολόγος ότι «η εις Χριστόν πίστις εστί…το καρτερήσαι και το υπομείναι πάντα πειρασμόν επερχόμενον, εν λύπαις και θλίψεσι και συμφοραίς, έως αν θελήση και επισκέψηται ημάς ο Θεός».
Καρποφορία πίστεως
Η πραγματική πίστη όμως έχει και τα καρποφόρα αποτελέσματα με διακριτούς τους εύχυμους καρπούς της. Η επιβράβευση ήλθε αμέσως από τον Κύριο, με την απαντητική του φράση: «Ανάβλεψε! Η πίστη σου σε έχει σώσει». Ο τυφλός από τη στιγμή εκείνη θεραπεύθηκε. Απέκτησε το φως του. Άρχισε να βλέπει και σωματικά. Ευεργετήθηκε από τον Θεό για την πίστη του και προχώρησε και πάρα πέρα. Μόλις λοιπόν απέκτησε το φως του «ηκολούθει αυτώ, δοξάζων τον Θεόν». Ευγνωμονούσε τον ευεργέτη του με δύο τρόπους: τον ακολούθησε στην πορεία του προς τα Ιεροσόλυμα και δόξαζε ταυτόχρονα τον Θεό.
Βλέπουμε έτσι ότι το θέλημα και η δύναμη του Θεού διοχετεύθηκαν και πέρασαν στο θέλημα και τη δύναμη της πίστης του τυφλού. Με αυτό τον τρόπο γνωρίζουμε ότι θαυματουργεί ο Θεός διά μέσου των αγίων και των ιερών τους λειψάνων. Γι’ αυτό ακόμα λέμε ότι ο χώρος της Εκκλησίας είναι ο τόπος της θαυματουργίας του Χριστού.  Ζητάμε μέσα από τις λατρευτικές της ακολουθίες το έλεος του Θεού, με τη μνεία «της Παναγίας αχράντου και πάντων των αγίων».
Αγαπητοί αδελφοί, εκείνο που πρωτίστως πρέπει να επιδιώκουμε είναι να μας ανοίξει ο Χριστός την πόρτα της Βασιλείας του, η οποία αποκαλύπτεται και ως χώρος της θαυματουργίας Του. Αυτή η προοπτική συνιστά και την πιο μεγαλειώδη καταξίωση του ανθρώπου. Εκείνος κάνει πάντοτε το πρώτο βήμα για να μας προσφέρει τη μεγάλη αυτή δωρεά. Ο τυφλός του  Ευαγγελίου ζητούσε το έλεος του Χριστού για να υποταχθεί στο θέλημά του. Φανερώθηκε η πίστη του και «παραχρήμα ανέβλεψε δοξάζων τον Θεόν». Αυτή η δοξολογία εκφράζεται όταν εφαρμόζουμε το θέλημά του και τηρούμε τις εντολές του ως έκφραση της θαυματουργίας της παρουσίας του που βιώνουμε στο χώρο της Εκκλησίας. Μόνο σ’ αυτή την προοπτική θα μπορέσουμε κι εμείς να αναβλέψουμε και να ακολουθήσουμε τον Χριστό.
Εκ της ιστοσελίδος της Ιερά; Αρχιεπισκοπής Κύπρου
 KYΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ «τι σοι θέλεις ποιήσω;» ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΕΡΟΥ ΚΩ & ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ κ. κ. ΠΑΙΣΙΟΥ
«τι σοι θέλεις ποιήσω;»

ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ  κ. ΠΑΙΣΙΟΥ  


Αγαπητοί μου  αδελφοί,


Στις απεγνωσμένες παρακλητικές κραυγές του τυφλού της  σημερινής ευαγγελικής περικοπής, έρχεται ο Μέγας ο Ιατρός, της  ψυχής  και του σώματος, και ερωτά «τί θέλεις να σου κάμω;» και εκείνος του λέγει «Κύριε, θέλω να αποκτήσω το φώς μου».


Δεν ζήτησε χρήματα, αλλά ζήτησε από το Φώς της ζωής το φως των οφθαλμών του. Δεν θέλω και δεν ζητώ άλλα επίγεια αγαθά, θέλω μόνο το φώς μου, θέλω να δω τον ωραίο τούτο κόσμο, που το πανσθενές χέρι του Θεού δημιούργησε δια τον άνθρωπο.



Και ο Κύριος που είδε την πίστη του τυφλού αυτού ανθρώπου του λέγει: «ανάβλεψον, η πίστις σου σέσωκέ σε». Και ο ποτέ τυφλός απέκτησε το φως του, δια του οποίου είδε το αληθινό φώς, το φως της σωτηρίας του, είδε με τα μάτια του σώματός του τον Κύριο, και «ηκολούθει  αυτώ  δοξάζων τον Θεόν», σε απάντηση όλων εκείνων που τον μάλωναν να  σιωπήσει και να  μη  ενοχλεί τον Κύριο.


Η χριστιανική πίστη, που είναι αλήθεια, φως και ζωή, καταδιώχθηκε και καταδιώκεται από την κακία πολλών ανθρώπων, οι οποίοι δεν θέλουν να επικρατήσει στον κόσμο η αγάπη, η αλήθεια, το φώς, αλλά επιζητούν και επιδιώκουν το σκοτάδι, την ανομία, το ψεύδος.


Οι της ανομίας και του σκοταδισμού αυτοί άνθρωποι, θέλοντας να κάνουν τους προοδευτικούς με τις διάφορες θεωρίες τους, συσκοτίζουν και φανατίζουν πολλούς χριστιανούς, οι δε διδασκαλίες τους πόρρω απέχουν από την χριστιανική αλήθεια.


Το μίσος και η κακία τους κατά της αληθούς πίστης είναι τόσο εμπαθής, που χωρίς φόβο και πάθος διακηρύττουν ότι η εποχή αυτή είναι εποχή της προόδου και της επιστήμης, είναι εποχή των φώτων, των τεχνών και των ηλεκτρονικών επιτευγμάτων και κατά ακολουθία δεν πρέπει ο άνθρωπος να δέχεται τις θρησκευτικές αρχές.


Έτσι, χλευάζεται από τους νεωτεριστές σοφιστές η χριστιανική αλήθεια του Ευαγγελίου και περιφρονούνται οι ωραίες εκείνες χριστιανικές διδασκαλίες και παραδόσεις των αοιδίμων μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της επί γης στρατευομένης του Χριστού Εκκλησίας, όπως περιφρονήθηκε και χλευάστηκε από το πλήθος ο τυφλός του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος· «και οι προάγοντες επετίμων αυτόν ίνα σιωπήσει».


Οι άσοφοι αυτοί νεωτεριστές, υπό το πρόσχημα της επιστήμης και της ελευθερίας των ιδεών, εισάγουν νέες αρχές και νέα ήθη ως δείγμα δήθεν πολιτισμού και προόδου των κοινωνιών.


Οι μη έχοντες μέσα τους τον Χριστό και ζώντες ουχί την κατά Χριστό ζωή και αλήθεια, οι των μύθων εραστές, η διδασκαλία τους είναι διδασκαλία τύφλωσης, είναι θάνατος πνευματικός, τουτέστι χωρισμός από τον μόνον αληθινό Θεόν και  «ον απέστειλας εις  κόσμον  Ιησούν Χριστόν».


Εκείνοι που προσπαθούν να διαστρέψουν με τις δικές τους θεωρίες, με τις δικές τους ανόητες διδασκαλίες «τας οδούς Κυρίου τας ευθείας» και  επιζητούν με μέσα απατηλά στις ημέρες μας να εμποδίσουν να λάμψει η αλήθεια, το φώς και η ζωή, αυτοί είναι όργανα του Διαβόλου. Δια τούτο ο Κύριος λέγει: «ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι ού το σκάνδαλον έρχεται».


Αγαπητοί μου αδελφοί,


Πολλοί είναι οι κίνδυνοι της σωτηρίας της ψυχής μας κατά την σημερινή πεπολιτισμένη εποχή - που ζούμε, κινούμεθα και υπάρχουμε -  και είναι γεγονός ότι «διαβαίνομεν εν μέσω παγίδων πολλών».


Δυστυχώς πολλοί κύνες μας έχουν κυκλώσει και προσπαθούν να μας  κατασπαράξουν. Λύκοι με ένδυμα προβάτου περιάγουν τους δρόμους και τις πλατείες και τις οικίες μας και επιζητούν έναν προσήλυτο.


Όπου και να στρέψουμε το βλέμμα μας υπάρχουν κίνδυνοι, βάραθρα και παγίδες πολλές. Ξενόφερτες διδασκαλίες μα και θεωρίες καθημερινώς ακούγονται τη δε κακείσε, που σκοπό έχουν να παραποιήσουν και να διαστρεβλώσουν την αλήθεια του Ευαγγελίου.


Και εμείς, σε αυτή την απατηλή επιδρομή, σε αυτή τη λαίλαπα της αθεΐας, πως πρέπει να αντιδράσουμε ως χριστιανοί; τί πρέπει να κάμουμε ούτως ώστε να μην πέσουμε στις παγίδες του Διαβόλου;


Αυτό που  πρέπει να κάνουμε είναι να οπλιστούμε ως «θώρακα» με τα ισχυρά όπλα την πίστη και την προσευχή, και ως ο τυφλός ας φωνάζουμε συνεχώς και αδιαλείπτως: «Ιησού, υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με».
Αγαπητοί μου αδελφοί,


Ως ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής περικοπής ας επιμείνουμε και εμείς να γνωρίσουμε το φως, την ζωή, την αλήθεια, που είναι ο μόνος αληθινός Θεός, και αγωνιζόμενοι τον αγώνα το καλό, τον ωραίο και τον ηθικό, ας βαδίζουμε το δρόμο της αρετής, «ουχί ως άσοφοι άλλως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν ότι αι ημέραι πονηραί εισί»· δια να ακούσουμε και εμείς από τον Θεάνθρωπο Ιησού το «τί σοι θέλεις ποιήσω;» και το «ανάβλεψον, η πίστις σου σέσωκέ σε». ΑΜΗΝ.      
Ο Λ.Κ.Α.Π.

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

 Ἡ προσευχὴ τοῦ Βαρτίμαιου Anthony Bloom


Ἡ περίπτωση τοῦ Βαρτίμαιου, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο ( 10,46), μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε κάπως ἱκανοποιητικὰ μερικὰ θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν προσευχή.

«Καὶ ἔρχονται στὴν Ἱεριχώ. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, Αὐτὸς καὶ οἱ μαθητές του καὶ λαὸς πολύς, καθόταν κοντὰ στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος, ὁ γιὸς τοῦ Τίμαιου. Καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ἦταν ἐκεῖ, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατὰ καὶ νὰ λέει: Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Καὶ τὸν ἀπόπαιρναν μερικοὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Αὐτὸς ὅμως φώναζε ὅλο καὶ περισσότερο: υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Τότε σταμάτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Πῆγαν λοιπὸν καὶ εἶπαν στὸν τυφλό. Κουράγιο, σήκω νὰ πᾶς, σὲ φωνάζει. Κι αὐτός, ἀφοῦ πέταξε τὸ ἐξωτερικό του ροῦχο, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει στὸ τρέξιμο, σηκώθηκε καὶ ἦρθε κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε: Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω; Καὶ ὁ τυφλός τοῦ ἀπάντησε: Δάσκαλε, θέλω νὰ ξαναβρῶ τὸ φῶς μου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: Πήγαινε, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Καὶ ἀμέσως ξαναβρῆκε τὸ φῶς του καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία Του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν πρέπει, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται νὰ ἦταν νέος. Στεκόταν ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ, ζώντας ἀπὸ τὴν εὔσπλαχνη ἢ τὴν ἀδιάφορη βοήθεια τῶν περαστικῶν. Πιθανὸν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του νὰ εἶχε δοκιμάσει ὅλα τὰ γνωστὰ φάρμακα καὶ ὅλες τὶς θεραπευτικὲς μεθόδους. Θὰ τὸν εἶχαν ἀσφαλῶς πάει, ὅταν ἦταν μικρός, στὸ Ναό, θὰ εἶχαν προσευχηθεῖ καὶ θὰ εἶχαν προσφέρει θυσίες γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ὑγεία του. Εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὅλους ἐκείνους πού, εἴτε γιατί εἶχαν κάποιο χάρισμα, εἴτε γιατί εἶχαν εἰδικὲς γνώσεις, μποροῦσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Εἶχε ἀσφαλῶς πολὺ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ βρεῖ τὸ φῶς του καὶ τελικὰ εἶχε ἐντελῶς ἀπογοητευτεῖ. Εἶχε δοκιμάσει ὅλα ὅσα μποροῦσε νὰ βάλει τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ παρόλα αὐτὰ ἦταν ἀκόμα τυφλός.

Πιθανὸν εἶχε ἀκόμα ἀκούσει ὅτι τοὺς τελευταίους μῆνες εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ Γαλιλαία ἕνας νέος κήρυκας, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὸ λαό, ἦταν εὔσπλαχνος, καὶ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ποὺ μποροῦσε νὰ θεραπεύει καὶ νὰ κάνει θαύματα. Ὁ Βαρτίμαιος πιθανὸν νὰ εἶχε πολλὲς φορὲς σκεφθεῖ ὅτι ἂν μποροῦσε θὰ πήγαινε νὰ τὸν συναντήσει. Ὁ Χριστὸς ὅμως πήγαινε ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλο καὶ ὑπῆρχε πολὺ μικρὴ πιθανότητα ἕνας τυφλὸς ἄνθρωπος νὰ τὸν ἀπαντήσει. Ἔτσι, μ’ αὐτὴ τὴ σπίθα τῆς ἐλπίδας, ποὺ ἔκανε τὴν ἀπελπισία ἀκόμα πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ ἔντονη, καθόταν κοντὰ στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ.

Μία μέρα ἕνα πλῆθος πέρασε δίπλα του, ἕνα πλῆθος μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ συνηθισμένο, ἕνα θορυβῶδες ἀνατολίτικο μπουλούκι. Ὁ τυφλὸς τὸ ἄκουσε καὶ ρώτησε ποιὸς ἦταν. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἄρχισε νὰ φωνάζει. Κάθε σπίθα ἐλπίδας, ποὺ εἶχε στὴν ψυχή του, ἔγινε ξαφνικὰ φωτιά, μία πυρκαϊὰ ἐλπίδας. Ὁ Ἰησοῦς τὸν Ὁποῖον δὲν μπόρεσε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ συναντήσει, πέρναγε τώρα ἀπὸ κοντά του. Ἦταν δίπλα του καὶ κάθε βῆμα τὸν ἔφερνε ὅλο καὶ κοντύτερα. Μετὰ ὅμως κάθε βῆμα θὰ τὸν πήγαινε ἀπελπιστικὰ ὅλο καὶ πιὸ μακριά.

Ἄρχισε τότε νὰ φωνάζει : «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦταν ἡ πιὸ τέλεια ὁμολογία πίστεως. Ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἀπόγονό τοῦ Δαυίδ, τὸ Μεσσία. Δὲν μποροῦσε τότε νὰ τὸν ἀποκαλέσει Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ δὲν τὸ ἤξεραν ἀκόμα οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές του. Στὸ πρόσωπό Του ἀναγνώρισε τὸ «ἀναμενόμενο».

Τότε συνέβη κάτι ποὺ πολὺ συνηθίζεται καὶ στὴ δική μας τὴ ζωή. Μερικοὶ τριγύρω του τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Μήπως δὲν συμβαίνει πολὺ συχνὰ αὐτὸ καὶ σέ μᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἀναζήτηση καὶ ἀγώνα πολλῶν ἐτῶν ἀρχίζουμε ἀπροσδόκητα νὰ φωνάζουμε στὸ Θεό; Πόσες φωνὲς τότε δὲν προσπαθοῦν νὰ κατασιγάσουν τὴν προσευχὴ μας! Φωνὲς ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές. Ἀξίζει, λένε, νὰ προσεύχεσαι; Τόσα χρόνια ἀγωνιζόσουν κι ὁ Θεὸς δὲν νοιάστηκε γιὰ σένα. Τώρα θὰ νοιαστεῖ; Τί νόημα ἔχει ἡ προσευχὴ; Ξαναγύρισε στὴν ἀπελπισία σου, εἶσαι τυφλὸς καὶ τυφλὸς γιὰ πάντα.

Ὅσο ὅμως μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀντίσταση τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ βοήθεια εἶναι πολὺ κοντά. Ὁ διάβολος ποτὲ ἄλλοτε δὲν μᾶς ἐπιτίθεται τόσο βίαια ὅσο ὅταν βρισκόμαστε ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα καὶ ἔχουμε ἀκόμα δυνατότητα σωτηρίας, τὴν ὁποία ὅμως τελικὰ χάνουμε, γιατί τὴν τελευταία στιγμὴ ὑποχωροῦμε. Ὑποχώρησε, λέει ὁ διάβολος, βιάσου, προσπάθησες πάρα πολύ, βγῆκες ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς σου. Τελείωσε ἀμέσως, μὴν καθυστερεῖς, δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξεις περισσότερο. Καὶ τότε αὐτοκτονοῦμε σωματικά, ἠθικά, πνευματικά. Ἐγκαταλείπουμε τὴν ἀγώνα καὶ ἀγκαλιάζουμε τὸ θάνατο, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἡ βοήθεια βρίσκεται δίπλα μας καὶ μποροῦμε νὰ σωθοῦμε.

Δὲν πρέπει νὰ δίνουμε σημασία σ’ αὐτὲς τὶς φωνές. Ὅσο δυνατότερα ἠχοῦν τόσο πιὸ γερὰ πρέπει νὰ δενόμαστε μὲ τὸ σκοπό μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ κραυγάσουμε τόσο, ὅσο χρειάζεται. Νὰ φωνάξουμε τόσο δυνατά, ὅσο ὁ Βαρτίμαιος. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πέρναγε δίπλα του. Ἡ τελευταία του ἐλπίδα βρισκόταν σιμά του, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν περιτριγύριζαν ἦταν ἀπέναντί του ἀδιάφοροι ἢ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν νὰ σιωπήσει. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψη του δὲν εἶχαν θέση. Ἐκεῖνοι ποὺ περιτριγύριζαν τὸ Χριστὸ – καὶ ποὺ τὸν χρειάζονταν πολὺ λιγότερο- ἤθελαν νὰ ἀσχολεῖται μαζί τους. Γιατί αὐτὸς ὁ τυφλὸς καὶ βασανισμένος ἄνθρωπος νὰ τοὺς διακόπτει;

Ὁ Βαρτίμαιος ὅμως ἤξερε καλὰ ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε πιὰ γι’ αὐτὸν ἄλλη ἐλπίδα, ἂν ἔχανε κι αὐτὴ τὴν τελευταία. Ἡ βαθιὰ αὐτὴ ἀπελπισία τοῦ ἔγινε πηγὴ ἀπ’ τὴν ὁποία ἀνέβλυσε μία πίστη, μία προσευχὴ γεμάτη ἀπὸ τέτοια πεποίθηση καὶ μία ἐπιμονὴ ποὺ ἔσπασε ὅλους τοὺς φραγμοὺς. Μία προσευχὴ πού, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἠχεῖ στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ἡ ἀπόγνωσή του ἦταν τόσο βαθιά, ὥστε δὲν ἄκουγε καθόλου τὶς φωνὲς τοῦ πλήθους ποὺ τὸν πρόσταζαν νὰ ἡσυχάσει καὶ νὰ καθήσει στὴν ἄκρη. Καὶ ὅσο προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ἐμποδίσουν νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό, τόσο περισσότερο κι αὐτὸς φώναζε: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Ὁ Χριστὸς σταμάτησε, ζήτησε νὰ τὸν φέρουν μπροστά του καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα.

Μποροῦμε νὰ διδαχτοῦμε ἀπὸ τὸ Βαρτίμαιο πρακτικά, τὸ πῶς μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἐξοικειωθοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ. Ὅταν στρεφόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στὸ Θεό, ὁ Θεὸς πάντα μᾶς ἀκούει.

Συνήθως δὲν ἔχουμε τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀρνηθοῦμε ἀμέσως ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βρίσκονται στὸ περιβάλλον μας καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουμε συνηθίσει νὰ ἐμπιστευόμαστε, μόλις διαπιστώσουμε ὅτι δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ἑξαρτώμαστε ἀπ’ αὐτά. Βλέπουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ὅσο καὶ ἂν ἀνακινήσουμε ἀνθρώπινα καὶ ἐπίγεια μέσα. Ἔχουμε ἕνα σκοπό. Ψάχνουμε γιὰ τὸ φῶς μας καὶ συνέχεια ἀπογοητευόμαστε. Αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ μαρτύριο, εἶναι ἀπόγνωση καὶ ἂν σταματήσουμε ἐκεῖ, ἔχουμε νικηθεῖ. Ἂν ὅμως αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ στιγμή, στραφοῦμε στὸ Θεό, γνωρίζοντας ὅτι μόνο ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει πιὰ ἀπομείνει καὶ τοῦ ποῦμε, «Σὲ ἐμπιστεύομαι καὶ παραδίδω στὰ χέρια Σου τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου, ὁλόκληρη τὴ ζωή μου», τότε ἡ ἀπόγνωση μᾶς ἔχει ὁδηγήσει στὴν πίστη.

Ἡ ἀπόγνωση ὁδηγεῖ σὲ μία νέα πνευματικὴ ζωή, ὅταν ἔχουμε τὸ κουράγιο νὰ προχωρήσουμε βαθύτερα καὶ μακρύτερα, ἀναγνωρίζοντας ὅτι κεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀπογοητευθεῖ δὲν εἶναι τὸ ὅτι τελικὰ χάσαμε τὴ νίκη, ἀλλὰ τὸ ὅτι μᾶς ἀπογοήτευσαν τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιήσαμε γιὰ νὰ φθάσουμε σ’ αὐτή. Τότε ἀρχίζουμε νὰ βάζουμε θεμέλια μὲ ἕνα νέο τρόπο. Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ξαναφέρει σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ποὺ εἴχαμε ἤδη δοκιμάσει, τὸ ὁποῖο ὅμως τώρα, κάτω ἀπὸ τὴ δική Του καθοδήγηση, θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε μὲ ἐπιτυχία. Πρέπει πάντα νὰ ὑπάρχει ἀληθινὴ συνεργασία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου καὶ τότε ὁ Θεὸς χαρίζει φρόνηση, σοφία καὶ δύναμη νὰ κάνουμε τὸ σωστὸ καὶ νὰ βρίσκουμε τὸν ἐπιδιωκόμενο στόχο μας.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

 ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓ.ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ(Αγ.Λουκά επισκ.Κριμαίας)

«Προσέχετε δε έαυτοίς μήποτε βαρηθώσιν υμών αϊ καρδίαι εν κραιπάλη καί μέθη καί μερίμναις βιωτικαίς, καί αιφνίδιος έφ' υμάς έπιστη ή ήμερα εκείνη' ως παγίς γαρ έπελεύσεται επί πάντας τους καθήμενους επί πρόσωπον πάσης της γης» (Λκ. 21, 34-35). «Ή ήμερα εκείνη» είναι ή ημέρα της Φοβέρας Κρίσεως. Ή εντολή πού μας δίνει εδώ ό Κύριος είναι πολύ σημαντική. Προσέχετε, δεν μας λέει να μην εργαζόμαστε, να μην τρώμε καί να μην πίνουμε τίποτα. Δεν ζητάει από μας αυτό το πράγμα, μόνο θέλει να μην παραδιδόμαστε στην κραιπάλη και στη μέθη. Καί κρασί μπορούμε να πίνουμε καί να τρώμε όλα τα φαγητά, πού μας έδωσε ό Κύριος, όμως με μέτρο.

Πέστε μου μπορεί ένας άνθρωπος πού το στομάχι του είναι γεμάτο καί ό νους είναι θολωμένος από κρασί να μένει άγρυπνος καί να προσεύχεται; Ασφαλώς όχι, αμέσως πέφτει στο κρεββάτι του καί τον παίρνει ό ύπνος. Κοιμάται πολλές ώρες και όταν σηκώνεται πάλι τον περιβάλλουν οί βιωτικές μέριμνες, κραιπάλη και μέθη, καί δεν έχει καθόλου χρόνο καί όρεξη για αγρυπνία καί προσευχή. Αυτά τα πράγματα έχουν γι' αυτόν δευτερεύουσα θέση, ενώ πρέπει να είναι στην πρώτη, διότι αυτή είναι ή εντολή του Κυρίου' να είμαστε άγρυπνοι καί να προσευχόμαστε.
Αυτό δεν σημαίνει να μην κοιμόμαστε ποτέ. Αυτό σημαίνει να έχουμε πάντα τη μνήμη του θανάτου καί της Φοβέρας Κρίσεως ή οποία σαν την παγίδα θα έλθει αιφνιδίως στον κόσμο. Πολλές φορές ό θάνατος βρίσκει τους ανθρώπους τότε πού δεν περιμένουν καί δεν σκέφτονται τη φοβερά εκείνη ώρα του θανάτου και είναι απροετοίμαστοι. Αυτό πού ζητάει από μας ό Κύριος είναι να μην κατέχουν την κεντρική θέση στη ζωή μας οι βιοτικές μέριμνες, να τίς θεωρούμε δευτερεύουσας σημασίας καί το κέντρο βάρους να πέφτει στην αγρυπνία καί την προσευχή.

Θα μου πείτε, πώς να το πραγματοποιήσουμε στη ζωή μας, πώς να προσευχόμαστε πάντα, αφού έχουμε τόσες ασχολίες και περισπασμούς; Ναί, όντως, ή αδιάλειπτη προσευχή για σας είναι πολύ δύσκολη. Όμως το να είστε άγρυπνοι καί να αναγκάζετε τον εαυτό σας και να προσεύχεστε δεν είναι κάτι το ακατόρθωτο. Ό Κύριος ανέδειξε μεγάλους δασκάλους της νήψεως, της νηστείας καί της προσευχής καί μας δείχνει ότι είναι μέσα στίς δυνατότητες του ανθρώπου να κάνει, όχι μόνο εκείνα τα ολίγα πού του ζητάει, αλλά πολύ περισσότερα.
ΑΓ.ΣΑΒΒΑΣ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ(ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΝΗΣ ΧΟΡΕΖΟΥ-17ος αιωνας)
Και αυτό το πραγματοποίησαν οι άγιοι στη ζωή τους. Βλέπουμε, διαβάζοντας τους βίους τους, ότι υπάρχει τέτοια ασκητική ζωή πού εμάς σήμερα μας φαίνεται παραμύθι. Πολλούς, πάρα πολλούς άγιους ανέδειξε ό Κύριος. Μεταξύ τους λάμπει ιδιαίτερα ή αρετή ενός μεγάλου οσίου, του άγιου Σάββα του Ήγιασμένου, τη μνήμη του οποίου τιμάμε σήμερα. Ή Εκκλησία μας τον τιμά ιδιαίτερα καί ή μνήμη του γιορτάζεται πιο πανηγυρικά ακόμα καί από τη μνήμη κάποιων αποστόλων. Για ποιο λόγο το κάνει ή Εκκλησία; Γιατί ή εορτή του με τη λαμπρότητα της βρίσκεται στην ϊδια σειρά με την εορτή του αγίου αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου;
Διότι ό άγιος πού γιορτάζουμε σήμερα είναι φωστήρας μεγάλος, ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές της ευσέβειας. Γνωρίζουμε πολλούς αγίους, έχουμε καί πολλούς δικούς μας Ρώσους αγίους. Τους αγίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου, για παράδειγμα, τον άγιο Σέργιο του Ράντονεζ, τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ καί πολλούς άλλους. Όμως ό άγιος Σάββας ό Ήγιασμένος είναι με κάποιον τρόπο αρχιστράτηγος της μεγάλης αυτής στρατιάς των οσίων του Θεοΰ.

Ήταν μεγάλος ασκητής καί υπήρξε ιδρυτής της Λαύρας. Ή Λαύρα του ή οποία βρισκόταν κοντά στα Ιεροσόλυμα υπήρχε για πολλούς αιώνες μεγάλο κέντρο μοναχισμού καί πρότυπο της μοναχικής ζωής. Ήταν πάρα πολύ αυστηρό μοναστήρι, μάλλον το πιο αυστηρό άπ'.ολα στην εποχή του. Δεν ήταν σαν τα συνηθισμένα μοναστήρια, τα όποια έχουν στο κέντρο τους καθολικό και γύρω γύρω μοναστηριακά κτίρια.
ΜΟΝΗ ΑΓ.ΣΑΒΒΑ
Το μοναστήρι του αγίου Σάββα βρισκόταν μέσα σε βράχο. Σέ μία σπηλιά μεγάλη βρισκόταν το καθολικό της μονής καί γύρω σε σπήλαια πιο μικρά τα κελλιά των μοναχών. Τον τόπο οπού θα έπρεπε να χτιστεί ή εκκλησία τον έδειξε στον όσιο ό ίδιος ό Θεός με μία πύρινη στήλη. Υπάρχει καί εδώ σε μας ένα μοναστήρι πού μοιάζει με το μοναστήρι του αγίου Σάββα. Είναι ή σκήτη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ή οποία βρίσκεται κοντά στο Μπαχτσισαράι. Καί αυτή όπως καί το μοναστήρι του άγιου Σάββα βρίσκεται μέσα σε βράχο. Όμως το μοναστήρι του αγίου Σάββα ήταν πολύ πιο μεγαλοπρεπές.
Δεν μπορούσε οποιοσδήποτε άνθρωπος να μπει στη Λαύρα του όσιου. Για να βρεθεί μέσα, έπρεπε ν' ανεβεί τα σχοινιά, πού τα πετούσαν οι μοναχοί από πάνω. Έκεΐ μέσα στα σπήλαια ζοΰσε ό άγιος Σάββαςμε τους μοναχούς του. Ή ζωή τους ήταν πάρα πολύ δύσκολη, πιο δύσκολη από τη ζωή των μοναχών σε άλλα μοναστήρια. Υπήρχε πάρα πολύ έντονο το στοιχείο της προσευχής. Την προσευχή του Ίησοϋ πού συνήθως στα μοναστήρια οι μοναχοί την κάνουν 500 φορές την ημέρα, στην Λαύρα του αγίου την έκαναν 1500 φορές καί με πολλές μετάνοιες.

Πόσο δυνατή ήταν ή προσευχή του οσίου Σάββα γνωρίζουμε από πολλά παραδείγματα πού αναφέρει ό βίος του. Να, ένα άπ' αυτά. Μια φορά τον καιρό της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ό όσιος βρέθηκε στην έρημο της Ιουδαίας μαζί με έναν μαθητή του. Έκεί στην έρημο υπήρχαν πολλά λιοντάρια. Ό μαθητής του άποκαμωμένος από τον κόπο της νηστείας κοιμόταν ενώ ό όσιος έκανε το συνηθισμένο του κανόνα.
Ξαφνικά έρχεται από την έρημο ένα μεγάλο λιοντάρι καί ορμά πάνω στον κοιμισμένο μοναχό. Ό όσιος προσευχήθηκε στον Θεό και Τον παρακάλεσε να σώσει τον μαθητή του. Το λιοντάρι έβγαλε μία άγρια κραυγή και χάθηκε μέσα στην έρημο διωγμένο από τη φλογερή προσευχή του όσιου. Πολλά θαύματα έκανε στη ζωή του ό άγιος καί ακόμα περισσότερα μετά τη μακάρια κοίμηση του.
Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τη ζωή του μεγάλου αύτοϋ αγίου του Θεού. Θα διηγηθώ μόνο ένα περιστατικό πού μαρτυρεί για τη γενναιότητα του πνεύματος του. Ό άγιος Σάββας ζούσε στα τέλη του πέμπτου καί το πρώτο μισό του έκτου αιώνα. Το 451 στη Χαλκηδόνα συνήλθε ή τέταρτη Οικουμενική σύνοδος, ή οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμοϋ. Αρχηγός της αΐρέσεως αυτής ήταν ό αρχιμανδρίτης Ευτύχιος, ό όποιος δίδασκε ότι μετά την ένωση στον Χριστό υπάρχει μόνο μία φύση ή θεία. Γι'αυτό, κατά τον Ευτυχή, ό Κύριος Ιησούς Χριστός είναι μόνο Θεός καί δχι Θεάνθρωπος.

Παρ' ότι ή Σύνοδος καταδίκασε την αίρεση υπήρχαν πολλοί πού δεν δέχθηκαν τίς αποφάσεις της Συ-νόδου καί θεωρούσαν τη διδασκαλία του Ευτυχή ορθόδοξη. Ό πατριάρχης Ιεροσολύμων έστειλε επιστολή στον αυτοκράτορα οπού τον παρακαλούσε να βάλει τέλος στην εξάπλωση της αίρέσεως του μονοφυσιτισμου. Στό γράμμα του ό πατριάρχης έγραψε ότι στην αποστολή πού θα φέρει το γράμμα θα είναι καί ό Μέγας Σάββας.
Αφού διάβασε την επιστολή ό αυτοκράτορας, ζήτησε να δει τον άγιο Σάββα."~Εν τω μεταξύ οι αυλικοί δεν τον άφησαν να παρουσιαστεί μπροστά στον αυτοκράτορα επειδή όλο το ράσο του ήταν μπαλωμένο. Φώναξαν αμέσως τον άγιο Σάββα. Ό αυτοκράτορας 'Αναστάσιος όταν τον είδε έμεινε κατάπληκτος. Μπροστά του στεκόταν ένας άνθρωπος μεγαλοπρεπής καί ταυτόχρονα ταπεινός, με πρόσωπο πού έλαμπε από τη θεία χάρη. Ό αυτοκράτορας σηκώθηκε από το θρόνο του καί έβαλε στον άγιο βαθιά μετάνοια. Του υποσχέθηκε ότι θα κάνει όλα όσα ζητάει ό πατριάρχης καί ότι θα σταματήσει την αίρεση.
ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΑΓ.ΣΑΒΒΑ
Παρ' όλ' αυτά ό αυτοκράτορας πολύ γρήγορα ξέχασε τίς υποσχέσεις του. Στόν πατριαρχικό θρόνο της Αντιοχείας τοποθέτησε τον αιρετικό Σεβήρο, έδιωξε από τη θέση του τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Κοσμά, τον όποιο έστειλε εξορία καί αντί αυτού έβαλε τον Ιωάννη. Ό Ιωάννης όμως αρνήθηκε να έχει κοινωνία με τον Σεβήρο καί δεν τον άφησε να μπει στον ναό του Παναγίου Τάφου. Ό αυτοκράτορας όταν το έμαθε ξέσπασε με οργή.
Τί κάνει τότε ό μεγάλος αυτός, ό όσιος Σάββας;Μια μέρα μετά το τέλος της θείας λειτουργίας ό πατριάρχης Ιωάννης μαζί με τον άγιο Σάββα και με έναν άλλο μεγάλο άγιο, τον Θεόδωρο, ανεβαίνουν στον άμβωνα καί από εκεί απαγγέλλουν το ανάθεμα εναντίον του Σεβήρου και του αυτοκράτορα Αναστασίου. Βλέπετε την μεγαλοψυχία, την ανδρεία καί την δύναμη της πίστης;

Ό αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να συλληφθούν αμέσως οί τρεις γενναίοι όμολογητές και να κλειστούν στη φυλακή. Είχε σκοπό να τους στείλει αργότερα στην εξορία. Ό Κύριος όμως δεν άφησε τον Αναστάσιο να πραγματοποιήσει το σχέδιο του. Πολύ σύντομα αυτός πέθανε. Ό νέος αυτοκράτορας, πού ανέβηκε στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως έβαλε τέλος στην αίρεση του μονοφυσιτισμου καί οί τρεις αγωνιστές της αλήθειας αποφυλακίστηκαν.
Την υπόλοιπη ζωή του ό όσιος Σάββας την πέρασε στην αυστηρή νηστεία καί την προσευχή. Ή νηστεία πού τηρούσε ό άγιος σε μας σήμερα μάλλον φαίνεται απίθανη' πέντε ήμερες την εβδομάδα δεν έτρωγε τίποτα και μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές, όταν πήγαινε στο μοναστήρι, εκεί έτρωγε λίγο. Στή σπηλιά οπού ζούσε ασχολιόταν μόνο με την προσευχή καί τη χειρωνακτική εργασία πλέκοντας καλάθια.
Βλέπετε πώς τηρούσε ό άγιος την εντολή του Χρίστου να μην παραδιδόμαστε στην κραιπάλη, στη μέθη καί στις βιοτικές μέριμνες; Βλέπετε την ετοιμότητα καί την προθυμία του να υποφέρει για την αλήθεια; Βλέπετε τη λαμπρότητα της ψυχής του; Να θυμόμαστε τον άγιο αυτό αγωνιστή της ευσέβειας καί να μην παραδιδόμαστε στην κραιπάλη, στη μέθη και στίς βιοτικές μέριμνες. Να μην ξεχνάμε ότι μεταξύ των έργων πού κάνουμε, την πρωτεύουσα θέση πρέπει να κατέχουν ή προσευχή, ή νηστεία καί ή νήψη. Να προη­γείται όλων ή φροντίδα για τη σωτηρία της ψυχής, και οι βιοτικές μέριμνες να είναι στη δεύτερη θέση. Αμήν.


ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ Β
ΕΚΔ.''ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ'

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ (5 Δεκεμβρίου)
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο άγιος Σάββας καταγόταν από την αγιοτόκο Καππαδοκία και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορος Ιουστιανιανού, τον 6ο αιώνα μ. Χ. Γιός ευσεβών γονέων, αγάπησε από μικρός την πνευματική ζωή και διακρίθηκε στην προσευχή και την άσκηση. Σέ ηλικία δεκαέξι ετών πήγε στα Ιεροσόλυμα, στην Μονή του Μεγάλου Ευθυμίου, ο οποίος τον έστειλε στην Μονή του οσίου Θεοκτίστου, επειδή ήταν ακόμη αγένειος. Εκεί προόδευσε στην πνευματική ζωή και έγινε πατέρας και ποιμένας πολλών μοναχών της ερήμου. Ήταν εγκρατής σε τέτοιο βαθμό, ώστε ορισμένες τροφές δεν τις γεύτηκε ποτέ στην ζωή του. Μάλιστα, όταν ήταν νήπιο δεν θήλαζε ποτέ Τετάρτη και Παρασκευή. “Ετελειώθη εν ειρήνη” σε ηλικία 94 ετών.
“Μέτριος, άκακος, πράος, απλούς, ησύχιος, ως χρηματίσας Πάτερ, υπέρ άνθρωπον όντως, και άϋλος εν ύλη οίκος Θεού, καθωράθης πανάξιος, τάς εξ αυτού προϊούσας σοι δωρεάς συμπαθώς διαπορθμεύων ημίν”. Στό τροπάριο αυτό ο ιερός υμνογράφος κατάφερε, με λίγες λέξεις, να σκιαγραφήση την μεγαλειώδη προσωπικότητα του οσίου Σάββα του ηγιασμένου, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, εκοσμείτο και με το μεγάλο χάρισμα της απλότητος, γι’ αυτό και τον αποκαλεί απλούν. Εβίωνε την μακαρία κατάσταση της απλότητος, που είναι ο αληθινός πλούτος της ψυχής.
Η λέξη απλότητα σημαίνει ειλικρίνεια. Ο απλούς άνθρωπος είναι ειλικρινής, ευθύς και άδολος. Είναι “αγαθός Ισραηλίτης εν ώ δόλος ουκ έστι”, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Χριστού προς τον άγιο Ναθαναήλ. Ο απλούς άνθρωπος ομοιάζει με τον Θεό, ο οποίος είναι απλούς. Άλλωστε ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του”. Οι πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο, λόγω της εσωτερικής τους καθαρότητος είχαν ζωντανή κοινωνία με τον Θεό και οι δυνάμεις της ψυχής τους ήσαν ενοποιημένες και λειτουργούσαν κατά φύσιν. Εδώ θα πρέπη να σημειωθή ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι τριμερής. Έχει τρείς δυνάμεις, ήτοι το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό. Όταν ο άνθρωπος είναι υγιής πνευματικά, τότε οι δυνάμεις αυτές λειτουργούν φυσιολογικά και δεν “αντίκεινται αλλήλαις”, αλλά υπάρχει μεταξύ τους ενότητα και συμφωνία. Όταν οι δυνάμεις αυτές, λόγω της εμπαθούς και αμαρτωλής ζωής, λειτουργούν παρά φύσιν, τότε ο άνθρωπος, άλλα σκέπτεται, άλλα επιθυμεί, άλλα λέγει και άλλα πράττει. Καί ο θυμός του αντί να στρέφεται εναντίον του κακού, εναντίον του διαβόλου και της αμαρτίας, στρέφεται εναντίον των συνανθρώπων του με τα γνωστά, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, τραγικά αποτελέσματα. Στήν κατάσταση αυτή ο άνθρωπος είναι πνευματικά άρρωστος, βιώνει μιά πνευματική σχιζοφρένεια. Καί εάν δεν καθοδηγήται από πνευματικό πατέρα και δεν αγωνίζεται να θεραπευθή, τότε αποτελεί για το οικογενειακό και το κοινωνικό του περιβάλλον πηγή ανωμαλίας. Η υποδούλωση στα πάθη, στην κυριολεξία αποδιοργανώνει τον άνθρωπο, τον τεμαχίζει, τον κάνει σύνθετο.
Ο τρόπος θεραπείας του ανθρώπου, η επάνοδός του στην κατάσταση της απλότητος, γίνεται διά της οργανικής έντάξεώς του στην όλη ατμόσφαιρα και ζωή της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή διατηρεί ανόθευτη την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, θεραπεύει τον άνθρωπο, τον αγιάζει, τον ενοποιεί και από σύνθετον τον κάνει απλούν. Μέ την “εν ελευθερία και αγάπη” υπακοή στην Εκκλησία και γενικότερα με την κατά Χριστόν ζωή και πολιτεία, ο άνθρωπος σύν τώ χρόνω καθαίρεται από τα πάθη, φωτίζεται ο νούς του, και οι δυνάμεις της ψυχής του ενοποιούνται και λειτουργούν φυσιολογικά. Αποκτά την αρετή της διακρίσεως και μπορεί να διακρίνη το κτιστό από το άκτιστο, το αγαθό από το πονηρό, την αλήθεια από την πλάνη, αλλά αποκτά και την μακαρία αρετή της απλότητος και “αληθεύει εν ειλικρινεία”. Παύει να υπάρχη διάσταση μεταξύ των σκέψεων, των λόγων και των έργων του.
Οι κεκαθαρμένοι από τα πάθη και αγιασμένοι άνθρωποι είναι απλοί, λιτοί, ειλικρινείς, καταδεκτικοί, γεμάτοι αγάπη και καλωσύνη, αληθινοί άρχοντες σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής τους ζωής. Όταν γράφουν, ομιλούν, ψάλλουν ή αγιογραφούν, ο λόγος, η ψαλμωδία και τα έργα τους έχουν μιά θαυμαστή απλότητα, αλλά ταυτόχρονα και μιά εκπληκτική ζωντάνια και αμεσότητα. Κάθε τί το ψεύτικο, το επιτηδευμένο, είναι ξένο γι’ αυτούς. Δέν προσβάλλουν κανέναν, δεν προκαλούν, αλλά αντίθετα παρακαλούν, ήτοι παρηγορούν και στηρίζουν. Καί επειδή γνωρίζουν από την πείρα τους την δύναμη της “εν απλότητι καρδίας” ψαλμωδίας και προσευχής, προτρέπουν και εμάς, να προσευχόμαστε και να “αινούμεν τον Δεσπότην εν απλότητι καρδίας” γιατί με τον τρόπο αυτόν θα “συντρίβομεν και θα καταλύομεν τα του εχθρού μηχανήματα” (Φιλοκαλία, εκδ. Αστέρος, τόμος Α', σελ. 278).
Η απλότητα, η ευθύτητα και η ειλικρίνεια, δυστυχώς, εκλαμβάνονται από τούς πολλούς ως αφέλεια και βλακεία. Ωσάν να ήσαν οι βλάκες και οι αφελείς, απλοί, ευθείς και ειλικρινείς. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, αφού σήμερα, στην κατά πάντα άχρωμη και ανειλικρινή εποχή μας έχει αυξηθεί επικίνδυνα η κουτοπονηριά. Απόδειξη τούτου είναι το ότι “οι πολλοί πιστεύουσι προθύμως τα μηθεύματα, η δέ αλήθεια φαίνεται αυτοίς απιθανωτέρα του ψεύδους”, όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης. Καί υπογραμμίζει, μέσα από την προσωπική του πείρα, μιά πραγματικότητα, που διαπιστώνουμε και εμείς σήμερα. Φαίνεται ότι η εποχή του είχε πολλές ομοιότητες με την δική μας. Γράφει: “Οσάκις ηθέλησα χάριν παιδιάς να είπω ψεύδός τι, εύρον τούς ακροατάς τοσούτον ευπίστους, ώστε διαμαρτυρομένου εμού ύστερον ότι ηστεϊζόμην δεν επείθοντο, αλλά επέμενον να πιστεύωσιν ως αληθές το ψευδές’ οσάκις ηθέλησα να είπω αλήθειάν τινα τούς εύρον δυσπίστους και βλακοπονήρως μειδιώντας”.
Ευτυχώς που υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι απλοί, άδολοι, ειλικρινείς, άκακοι, ησύχιοι και αγιασμένοι. Είναι η αληθινή παρηγοριά του λαού του Θεού.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ’ ΛΟΥΚΑ- ἀρετὲς, τὶς ὁποῖες παρουσιάζει στῆ ζωή του ὁ Χριστιανός.

 Ἀπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο

       Πὼς φθάσαμε μέσα σὲ λίγα χρόνια σὲ τόσο φοβερὲς ἀλλαγὲς στοὺς νόμους καὶ τὰ  ῆθη; Ὑποχωρώντας σὲ μιὰ σταδιακή, κλιμακωτὴ ἐπιβολὴ στὸ ὄνομα τῆς «προόδου» καὶ  τοῦ κέρδους, ὑποβοηθοῦμενη ἀπὸ  τὴν τηλεοπτική μας ἀποχαύνωση, ὁδηγηθήκαμε ἐδῶ χωρὶς κὰν νὰ τὸ άντιληφθοῦμε!
Ἔτσι φθάσαμε νὰ ἐπιβραβεύουμε τὸ κακό, νὰ στεφανώνουμε τὴν ἁμαρτία, ν’ ἀντινομοθετοῦμε ἔναντι στὸ Νομοθέτη Θεό. Γιά πολλοὺς ἵσως αὐτὴ ἦταν μιὰ φυσιολογικὴ «προοδευτικὴ» πορεία. Ὅμως, οἱ ἀληθινά πιστοὶ  τοῦ Χριστοῦ ἀναγνωρίζουν σ’ αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις ποὺ δρομολογήθηκαν, τὰ σημεία τῶν καιρῶν ποὺ ἐκπληρώνονται.
       Τὴν περίοδο τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὀ ἀπὸστολος Παῦλος τὴ χαρακτηρίζει σκοτεινή.  Ἀντίθετα, τὴ ζωὴ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς τὴν ὀνομάζει φωτεινή. Ὅταν ὀ ἄνθρωπος εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, εἶναι καὶ ὀ ἴδιος σκοτάδι, λέει ὀ ἀπόστολος Παῦλος. Ὅταν ὅμως μετανοήσει καὶ ζεῖ ἑνωμένος μὲ τὸ Κύριο, γίνεται φῶς. Ἀκτινοβολεῖ τὴ λαμπρότητα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος.
       Ὁ καρπὸς, λέει, τὸν ὁποῖο παράγει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὶς ψυχές ποὺ φωτίζονται καὶ ἁγιάζονται ἀπὸ Αὐτὸ, δὲν εἶναι κρυφός. Ξεχύνεται πρὸς τὰ ἔξω καὶ λάμπει πρὸς κάθε κατεύθυνση. Εῑναι οἱ ἀρετὲς, τὶς ὁποῖες παρουσιάζει στῆ ζωή του ὁ Χριστιανός. Εἶναι ἡ καλοσύνη, ἡ δικαιοσύνη ἡ εἰλικρίνεια, οἱ ὀποῖες συνοδεύουν τὸν Χριστιανὸ σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Πάντοτε φέρεται μὲ καλοσύνη σὲ ὅλους. Πάντοτε ἐφαρμόζει τὴ δικαιοσύνη. Πάντοτε λέει τὴν ἀλήθεια. Σὲ κάθε περίσταση ἐξετάζει καὶ θέλει νὰ μάθει τὶ ἀρέσει στὸν Κύριο, τί εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ  θέλημά Τόυ, καὶ αὐτὸ πράττει. Δὲν ἔρχεται ὁ καλὸς Χριστιανὸς σὲ καμιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, μὲ τὰ σκοτεινὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνο δὲν ὀφελοῦν κανέναν, ἀλλὰ ἀντίθετα βλάπτουν πολλούς. Εἶναι τόσο κακὰ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε ντρέπεται κανεὶς νὰ μιλάει γι’ αὐτά. Ἡ ζωὴ ὅμως τῶν Χριστιανῶν πρέπει νὰ εἶναι ἕνας σιωπηλὸς ἔλεγχος τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Ὅταν τὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα συγκρίνονται μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς τῶν Χριστιανῶν, γίνεται πιὸ φανερὸ ποσὸ ἀποκρουστικὰ καὶ ἀντίθετα εἶναι μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
        Γιὰ νὰ προφυλάξει ὀ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, φωνάζει σὲ κάθε ἁμαρτωλὸ μὲ διάφορους τρόπους: Σήκω ἐπάνω ἐσὺ ποὺ κοιμᾶσαι τὸν ὕπνο τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀναστήσου ἀπὸ τὴ νέκρα καὶ τὸν Θάνατο στὸν ὁποῖο σὲ ἔριξε ἠ ἁμαρτία. Διότι πράγματι ὀ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος εἶναι σὰν νὰ κοιμᾶται βαθιά. Δὲν αἰσθάνεται τὸν τρομερὸ κίνδυνο στὸν ὁποῖο βρίσκεται, νὰ πεθάνει δηλαδὴ ἀμετανόητος. Πρέπει νὰ ξυπνήσει, πρέπει νὰ συνέλθει. Ὁ Θεὸς βέβαια μὲ διάφορα μέσα προσπαθεῖ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἁμαρτωλό σὲ μετάνοια. Ἀλλὰ πρέπει καὶ ὀ ἴδιος νὰ τὸ θελήσει. Καὶ ὅταν τὸ θελήσει, ὤ, τί χαρά! Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ θὰ τὸν φωτίσει καὶ ὁ ἴδιος ὀ Χριστὸς θὰ τὸν δυναμώσει στὴν προσπάθειά του καὶ θὰ τὸν  βοηθήσει νὰ μετανοήσει εἰλικρινά,  ὥστε νὰ μεταβληθεῖ ἀπὸ σκοτάδι σὲ φῶς.
      Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέχουμε πῶς συμπεριφερόμαστε. Ἐὰν δὲν προσέξουμε, εἶναι πιθανὸ νὰ ξαναπέσουμε στὴν ἁμαρτία, διότι οἱ ἀφορμὲς πρὸς τὸ κακὸ εἶναι πολλές. Πρέπει λοιπὸν νὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὴν ὡφέλιεά μας κάθε εὐκαιρία ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Χριστιανούς: Δὲν πρέπει νὰ ζεῖτε μὲ ἀδιαφορία καὶ ἀπροσεξία, ἀλλὰ νὰ προσέχετε καὶ νὰ ἐξετάζετε σὲ κάθε περίπτωση ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συμμορφώνεστε μ’ αὐτό.
      Τέλος ὁ θεἶος Παῦλος ὑποδεικνύει καὶ ἕνα ἄλλο ἁμάρτημα τὸ ὁποῖο πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ τὸ προσέχουν. Τὴ μέθη. Μὴν πίνετε κρασί, ὥστε νὰ μεθᾶτε, διότι στὴ μέθη ὑπάρχει διαφθορὰ καὶ ἀσωτία. Νὰ ἀνοίγετε τὴν ψυχή σας, γιὰ νὰ ἔρχεται πλούσια ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ θεῖος ἐνθουσιασμὸς θὰ γεμίζει τότε τὶς καρδιές σας καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς σας θὰ ἀνεβαίνουν ὕμνοι καὶ δοξολογίες στὸν Κύριο.
          Τί εὐλογημένη κατάσταση δημιουργεῖ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ! Μεθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ πέφτουν στὶς ἀσωτίες καὶ σὲ πολλὲς ἁμαρτωλὲς πράξεις γιὰ νὰ βροῦν χαρά, γιὰ νὰ διασκεδάσουν. Καὶ ἀντὶ γιὰ χαρὰ βρίσκουν λύπη, ἀντὶ γιὰ εὐτυχία δυστυχία. Ὅσοι ὅμως ποθοῦν καὶ ζητοῦν τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ κατοικεῖ μέσα τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτοὶ ἀπολαμβάνουν γνήσια καὶ ἀνόθευτη χαρά. Αὐτοὶ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐπίγεια ζωή τους κατὰ τὸν καλύτερο καὶ ἁγιότερο τρόπο, ἀφοῦ τώρα κατοικεῖ μέσα τους ὁ Χριστός. Τέτοιοι εὐλογημένοι ἄνθρωποι ἄς προσπαθοῦμε νὰ εἶμαστε κι ἐμεῖς, ἀπολαμβάνοντας ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ τὶς χάριτες καὶ τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες μακάρι νὰ μᾶς χαρίσει πλούσια ὁ πανάγαθος Κύριος στὴν οὐράνια Βασιλεία Του.
Πηγὴ: Αρχιμ. Χ. Ν. ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ  Εν Βάρη 2/12/2012
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ (τυφλού της Ιεριχούς) Ευαγγέλιο : Λ. κ. 18, 35-4

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ

 Εν ολίγοις

Μέσα στο πλήθος των ανθρώπων που ακολουθούν τον Χριστό ακούγεται η συμπαθητική φωνή ενός τυφλού : «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησον με». Το πλήθος ενοχλείται από την «παραφωνία» του τυφλού και προσπαθεί να τον κάνει να σιωπήσει, προφανώς για να ν’ ακούσει τη διδασκαλία του Κυρίου. Ο τυφλός όμως συνεχίζει να φωνάζει για να λάβει το θείο έλεος.
Τι είναι εκείνο όμως που τον κάνει να συμπεριφέρεται έτσι;
Προφανώς είναι η πίστη και η ελπίδα στον Ιησού Χριστό.
Η πίστη, όπως και η ελπίδα, εμφανίζονται στις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό λόγω της φαινομενικής απουσίας του Θεού από τον κόσμο. Ο Θεός βέβαια είναι παρών και βρίσκεται ανάμεσα μας, προνοεί και συντηρεί τη δημιουργία.
Η ελπίδα και η πίστη συνδέονται στενά. Η ελπίδα στηρίζεται στην πίστη και η πίστη παίρνει περιεχόμενο απ’ αυτή. Συγχρόνως όμως η ελπίδα στηρίζεται και ζωογονεί την πίστη. Όπως η πίστη, έτσι η ελπίδα του πιστού συνδέεται με το πρόσωπο του Χριστού (Γ. Μαντζαρίδης).
Όλοι οι άνθρωποι ελπίζουν και θα ελπίζουν όσο βρίσκονται στη ζωή. Όταν παύει η ζωή τότε παύει να υπάρχει και η ελπίδα. Η χριστιανική ελπίδα είναι ένα δώρο του Θεού, γι’ αυτό και ξεπερνά τα όρια του θανάτου και εισχωρεί στην αιώνια ζωή. Γι’ αυτό και ο απ. Παύλος λέγει για τους υπόλοιπους σε σχέση με τους πιστούς, ότι είναι άνθρωποι «μη έχοντες ελπίδα».
Η χριστιανική ελπίδα είναι βεβαία, ασφαλής και αδιάψευστη. Για να παραμείνει όμως η ελπίδα ασφαλής πρέπει να κινείται με τόλμη κι εμπιστοσύνη στο Θεό. Μία τέτοια εμπιστοσύνη στο Χριστό έδειξε και ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, γι’ αυτό και αψήφησε τις παρατηρήσεις των άλλων και με επιμονή ζητούσε το έλεος του Θεού.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο σκοπός και της ανθρώπινης ζωής βρίσκεται κοντά στο Θεό. Όταν όμως ο άνθρωπος απομακρύνεται από το Θεό απομακρύνεται συγχρόνως και από το νόημα και το σκοπό της ζωής του. Αν περιοριστεί ο άνθρωπος στον εαυτό του και στις δικές του δυνάμεις, τότε παρασύρεται και κάμπτεται, όταν όμως ελπίζει στο Θεό αντιστέκεται και παραμένει σταθερός στην πορεία του. Δέχεται ό,τι του επιφυλάσσει η ζωή, αλλά δείχνει υπομονή και το εντάσσει  μέσα στο γενικότερο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του.
Ο χριστιανός που ελπίζει στο Θεό παραμερίζει τα πρόσκαιρα και προσανατολίζεται στα αιώνια. Έτσι ξεπερνά τις δυσκολίες του κόσμου και χαίρεται τη Βασιλεία του Θεού. Όταν η ελπίδα γίνεται περιεχόμενο της ζωής, γίνεται προσευχή, δεν τον αποξένωνε από την καθημερινή ζωή, ούτε κάνει ανεδαφικούς οραματισμούς. Αποκαθίσται μέσα στον κόσμο και υπηρετεί τον αληθινό σκοπό της ζωής του.
Η ελπίδα χρειάζεται όμως και υπομονή. Εξάλλου γνώρισμα της ζωής είναι η υπομονή στις δυσκολίες της κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο  σημείο που πρέπει να προσέξουμε για να μην σκανδαλιζόμαστε.
Ο σύγχρονος άνθρωπος αποφεύγει την υπομονή, γιατί ο ευδαιμονιστικός τρόπος ζωής έχει διαβρώσει την αντοχή του και την υπομονή του. Γι’ αυτό και το λόγια του Αγ. Σιλουανού είναι επίκαιρα στην εποχή μας: «Κράτα την ψυχή σου στον Άδη και μη απελπίζου». Που σημαίνει ότι όταν κανείς συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του εύκολα οδηγείται στην απελπισία (στον Άδη). Όταν όμως θυμηθεί την αγάπη του Θεού, τότε δεν απελπίζεται. Αναλογίζεται την κρίση του Θεού, πολεμάει τα πάθη του και κρατώντας το θάρρος του ελπίζει στην άφατη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού.

π. γ. στ.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΛΟΥΚΑ ( Του Τυφλού) ( Λκ. 18,35-43)

ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης οπωσδήποτε κίνησε σε όλους μας την συμπάθεια καθώς ακούσαμε την μονότονη ικετευτική  φωνή του : « Ιησού υιέ Δαβίδ ελέησον με». Όταν πληροφορήθηκε « ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται» μια λάμψη ελπίδας φώτισε το πονεμένο πρόσωπο του. Στύλωσε τα απλανή μάτια του προς το μέρος όπου έρχονταν ο Χριστός και με όλη τη δύναμη της φωνής του άρχισε να τον παρακαλεί να του δώσει το φως του. Μερικοί, όμως όχι εχθροί του Χριστού, αλλά ενθουσιώδεις οπαδοί Του, στην προσπάθεια του τυφλού να προσεγγίσει τον Κύριο, αντί να τον βοηθήσουν « επετίμων αυτόν ίνα σιωπήσει».
        Και τυφλός θεραπεύτηκε. Μένει όμως ένα ερώτημα: πως αυτοί οι άνθρωποι που με τόσο ενθουσιασμό συνόδευαν τον Χριστό, έδειξαν τόση σκληρότητα σ’έναν απόκληρο της ζωής;
        Η περίπτωση δεν είναι μεμονωμένη. Συμβαίνει άνθρωποι της Εκκλησίας που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα αγάπης και συμπόνιας, παρουσιάζονται σκληροί και ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Και τα περιστατικά που διασώζουν οι ι. ευαγγελιστές είναι αρκετά. Σ’ολες αυτές  τις περιπτώσεις οι περισσότεροι ευσεβείς άνθρωποι της εποχής εκείνης, αντί να χαρούν μαζί με τον θεραπευμένο και να δοξάσουν τον Θεό, θύμωναν και το χειρότερο προσπαθούν να υπονομεύσουν Εκείνον που έδειχνε την θαυματουργική αγάπη Του στα θύματα των ποικίλων ασθενειών.
        Αλλά όλα αυτά έγιναν από τους εχθρούς του Χριστού, από εκείνους που το μίσος τους είχε κλείσει τα μάτια χειρότερα από τα μάτια του δυστυχισμένου τυφλού της σημερινής διήγησης. Το θλιβερότερο είναι, ότι στο σημερινό περιστατικό πρόκειται για οπαδούς και θαυμαστές του Χριστού, ο Οποίος έρχονταν να δώσει νέα ζωή στην μεγάλη εντολή της αγάπης. Αυτό πράγματι προκαλεί μεγαλύτερη λύπη ακόμη και από την τύφλωση του τυφλού.
        Υπάρχει όμως και κάτι θλιβερότερο από αυτό : ότι από τότε που συνέβη αυτό έχουν περάσει πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια και τα περιστατικά αυτού του είδους όχι μόνο δεν έλειψαν, αλλά έγιναν περισσότερα.
        Το « πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» έχει σχεδόν παραθεωρηθεί. Και ενώ ο Χριστός ήλθε να ενώσει με την πίστη με την αγάπη, εμείς οι λεγόμενοι « μαθητές» Του χωρίσαμε και πάλι την αγάπη από την πίστη και φθάσαμε στο σημείο να νομίζουμε, ότι είμαστε ευάρεστοι στο Θεό, αν υποτεθεί ότι έχουμε πίστη, χωρίς να έχουμε καθόλου αγάπη. Και λησμονήσαμε, ότι πίστη χωρίς  αγάπη έχει ακόμη και ο διάβολος « και τα δαιμόνια πιστεύουσιν» ( Ιακ. 2,19), αλλά τα δαιμόνια δεν έχουν κανένα ίχνος αγάπης. Μια τέτοια λοιπόν πίστη καταντήσαμε δυστυχώς να έχουμε, όταν την έχουμε βέβαια κι’ αυτή.
        Με τον τρόπο αυτό όμως όπως μαρτυρεί η ιστορία έφθασε να υπάρχουν άνθρωποι που έφεραν το όνομα του χριστιανοί και μισούνταν θανάσιμα μεταξύ τους. Ή νόμιζαν, ότι λόγω αυτής της πίστης μπορούσαν να συκοφαντήσουν ή και να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους, για να διασώσουν όπως ισχυρίζονταν την πίστη. Έτσι φθάσαμε τον μεσαίωνα στο φαινόμενο της Ιερής Εξέτασης εν ονόματι και προστασία τάχα της χριστιανικής πίστης στη διάπραξη εγκλημάτων τα οποία θα παραμένουν αιώνιο στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό.
        Και είναι αλήθεια, ότι σήμερα δεν γίνονται τέτοιου είδους εγκλήματα στο όνομα της χριστιανικής πίστης. Η νοοτροπία όμως εξακολουθεί να παραμένει και επιτρέπει να νομίζουμε, ότι είμαστε εντάξει με την αγάπη προς τον Θεό, παρά το γεγονός, ότι δεν είμαστε διόλου εντάξει με την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον.
        Έτσι φθάσαμε ακόμα και σήμερα στο σημείο να συναντούμε χριστιανούς που νομίζουν ότι είναι απόλυτα σωστά με την Εκκλησία, επειδή κάνουν το σταυρό τους, την προσευχή τους, ή γιατί εκκλησιάζονται, νηστεύουν και κοινωνούν τακτικά. Και μάλιστα θεωρούν τον εαυτό τους ένοχο, αν συμβεί ποτέ να παραλείψουν κάτι από όλα αυτά. Όμως αδιαφορούν τελείως και ούτε υποψιάζονται νε εξετάσουν μήπως κατά λάθος ως προς την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον τους, που ο Χριστός την ήθελε μόνιμο και αχώριστο σύντροφο της πίστης, δηλ. την αγάπη μας προς τον Θεό.
        Όσοι από εμάς που έχουμε την τιμή να ονομαζόμαστε χριστιανοί δεν προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε την πίστη με την αγάπη, πρέπει να φοβούμαστε ,ότι η πίστη μας θα παραμένει νεκρή. Γιατί όπως μας λέγει ο ευαγγελικός λόγος  « ώσπερ…το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστης χωρίς των έργων νεκρά έστιν». ( Ιακ.2,26».
        Είθε ο Κύριος που συνδύασε την πίστη με την αγάπη να μας δώσει την δύναμη να ζωοποιήσουμε αυτό το δίδυμο των αρετών, ώστε να ζωντανέψουμε τη ζωή μας και τον κοινωνικό μας περίγυρο.

π.Γ.Στ.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ

Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, διότι φωτίζει νοητώς τις καρδιές των πιστών και χαρίζει στους ανθρώπους το αισθητό φως των οφθαλμών. Τούτο φαίνεται από τη σημερινή ευαγγελική περικοπή: «Ἐγένετο ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν. Ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου, ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα». Ο Κύριος επισκεπτόταν τις πόλεις της Ιουδαίας, όπου θεράπευε κάθε νόσο και κάθε σωματικό ελάττωμα, και κήρυσσε μετάνοια, επιστρέφοντας τους πλανημένους στην αλήθεια και επιβεβαιώνοντας τις διδασκαλίες με τα παράδοξα θαύματά του. Διότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να πείθονται και να υπακούουν όχι τόσο στα λόγια όσο στα έργα. Διερχόμενος λοιπόν ο Σωτήρας από τις ιουδαϊκές πόλεις πλησίασε και στην Ιεριχώ, ενώ τον ακολουθούσε λαός πολύς. Κάποιος δε τυφλός που είχε καθίσει στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε, άκουσε την οχλαγωγία και ρωτούσε να μάθη τί συμβαίνει. Και όταν του είπαν ότι περνά ο Ιησούς χάρηκε, επειδή είχε ακούσει για τα θαύματα που επιτελεί και το θεώρησε ως μοναδική ευκαιρία να θεραπευτεί και ο ίδιος. Έτσι άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Ἰησοῦ υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Όταν ο Κύριος τον ρώτησε τί θέλει «τί σοι θέλεις ποιήσω;», ο τυφλός απάντησε: «Κύριε, ἵνα αναβλέψω».

Ήταν ωσάν ο τυφλός να έλεγε: «κανένας άλλος δεν μπορεί να μου το δώσει αυτό, διότι μόνο ο Θεός έχει την δυνατότητα να ελεεί και να σώζει. Γι’ αυτό και προσέρχομαι και προσκυνώ και γονατιστός σε ικετεύω, ως τον ποιητή και Κύριο των όλων, και βοώ το ελέησον και σε ονομάζω υιό Δαυΐδ». Τούτο το όνομα το τιμούσαν πάρα πολύ οι Εβραίοι. Μάλιστα οι Προφήτες, όσους βασιλείς ήθελαν να τιμήσουν, έτσι τους ονόμαζαν και με το όνομα αυτό τους δόξαζαν. Επειδή λοιπόν και ο τυφλός αυτός είχε ανατραφεί στον Ιουδαϊσμό, δεν αγνοούσε όσα λέγει ο νόμος και οι Προφήτες για τον Χριστό, και ότι ο Χριστός θα προέλθει από το γένος του Δαβίδ. Και ως προς τον Θεό μεν εβόησε ελέησόν με, διότι μόνον ο Θεός είναι σε θέση να ελεεί. Ως προερχόμενο δε από τη γενεά του Δαυΐδ, τον ονομάζει υιό Δαυΐδ. Από αυτόν λοιπόν ζητεί με τόσο πόθο το έλεος. Γι’ αυτό και κατά την πίστη του έλαβε την ίαση. «Καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ. Αὐτός δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν. Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Αν δεν ήταν θερμή η πίστη του τυφλού, δεν θα κραύγαζε περισσότερο, όταν του ζητήθηκε να σιωπήσει και ούτε βέβαια θα λάμβανε την ίαση. Ο Χριστός όταν ρώτησε τον τυφλό τί ήθελε δεν το έκανε επειδή αγνοούσε, αλλά για να μην θεωρηθεί ότι άλλο ήθελε ο τυφλός και άλλο του έδωσε. Ήθελε όμως και να γνωρίσουν οι παρευρισκόμενοι την πίστη του τυφλού. Γι’ αυτό και δίνοντας του το φως του είπε: «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Άρα αίτιος της θεραπείας του έγινε ο ίδιος ο τυφλός. Έπειτα ο τυφλός «ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν». Όταν δηλαδή ο τυφλός δέχθηκε από τον Χριστό τη θεραπεία τον ακολούθησε δοξολογώντας τον Θεό. Έγινε έτσι αφορμή να δοξάζουν και να υμνούν τον Θεό και οι άλλοι. «Πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ».

Και προ της θεραπείας φάνηκε καρτερικός ο τυφλός, και μετά από αυτή ευγνώμων. Καρτερικός διότι, αν και τον περιφρονούσαν και πολλοί τον εμπόδιζαν, αυτός επέμενε να ζητάει το έλεος του Θεού. Και ευγνώμων επειδή όταν έλαβε την χάρη, δεν έτρεξε να φύγει, όπως κάνουν πολλοί μετά τις ευεργεσίες, φερόμενοι με αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες τους. Αυτόν λοιπόν ας μιμηθούμε και εμείς με ζήλο και προθυμία και ας είμαστε καρτερικοί στις προσευχές, ακόμα και προτού λάβουμε αυτό που ζητούμε, και αφού το λάβουμε να μην συμπεριφερθούμε με αχαριστία. Ο τυφλός εκείνος ούτε οδηγό είχε, ούτε μπορούσε να δει τον Σωτήρα, ούτε είχε συνήγορο κάποιον από τους Αποστόλους, αλλά μολονότι είχε και πολλούς που του απαγόρευαν να μιλήσει και τον εμπόδιζαν να πλησιάσει, μπόρεσε να υπερβεί όλα τα εμπόδια και να πλησιάσει τον Σωτήρα Χριστό. Την ιδία προθυμία ας προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε και εμείς στις δεήσεις μας προς τον Θεό. Και αν ο Κύριος φαίνεται να καθυστερεί, και είναι πολλοί αυτοί που μας απομακρύνουν και μας εμποδίζουν, ας συνεχίσουμε την προσπάθεια και ας είμαστε σίγουροι ότι ο φιλάνθρωπος Θεός θα μας πλησιάσει και θα εκπληρώσει τα αιτήματά μας.
ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ   
29 Νοέμβριος 2012 π. Περικλής Ρίπισης

Το μεγάλο θέμα της προσευχής και μάλιστα της θερμής και επίμονης προσευχής μας παρουσιάζει η Ευαγγελική μας περικοπή.Γεμάτος πόνο, εκραύγαζε ο τυφλός εκείνος της Ιεριχούς, και όχι μόνο δεν σταματούσε ,αλλά όταν «επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση»,αυτός ακόμα περισσότερο «έκραζε υιέ Δαυίδ, ελέησόν με ».Και το αποτέλεσμα; Μα, ο θρίαμβος της πίστεως και της προσευχής. Ο τυφλός θεραπεύεται! Βλέπει τα πάντα θαυμαστά και πεντακάθαρα. Τώρα ατενίζει τον μεγάλο Ιατρό και Σωτήρα του Ιησού. Έλαβε την ευλογία να βλέπει το πρόσωπο Αυτού ο οποίος είναι το «Φως το αληθινόν».

Ο πόνος και η κραυγή μεταβάλλονται τώρα σε ακατάπαυστη δοξολογία και στη συνέχεια γίνεται αυτός ο ίδιος η αφορμή, ώστε ολόκληρος ο λαός να δοξολογεί τον Θεό....

Πράγματι, η μελέτη της περικοπής αυτής, όπως μας την περιγράφει ο Ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς, που είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στις σωματικές παθήσεις ως ιατρός που ήταν, μας συγκλονίζει και μας κάνει ν΄ ανοίξουμε τα ώτα των καρδιών μας στον Ευαγγελικό-Αποκαλυπτικό λόγο, όπως βεβαίως ερμηνεύεται ο λόγος αυτός από την Εκκλησία μας.
Προσευχή λοιπόν. Το μεγάλο κεφάλαιο της ορθοδόξου πνευματικότητας που ποτέ δεν είναι δυνατόν να εξαντλήσει ο πιστός...
Από τις τόσες πολύτιμες πτυχές που αποθησαυρίζονται μέσα στην ζωντανή παράδοση των αγίων μας, να σταθούμε μόνο σε δύο.
α)Στην θερμότητα και β) στην επιμονή που φυσικά είναι αναγκαία να δείχνουμε.

Δεν θα είναι υπερβολή αν υποστηρίξουμε ότι ο άνθρωπος, όχι απλώς θα πρέπει με συνείδηση να προσέρχεται στο μεγάλο αυτό έργο, αλλά θα αποτελεί ευλογία να συγκλονίζεται ολόκληρος ο εσωτερικός του κόσμος την ιερή ώρα της επικοινωνίας του με τον Θεό.
Σαλπίζει από τα βάθη των αιώνων ο υιός της Ανθούσας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Ουδέν ευχής δυνατώτερον πεπυρωμένης και γνησίας....».Και φυσικά, η θερμότητα της προσευχής δεν έγκειται στην ένταση της φωνής μας, αλλά στην καρδιακή μας διάθεση. Στη θέρμη και την φλόγα της υπάρξεώς μας. Γι αυτό και είναι δυνατόν οι θερμότερες δεήσεις και ικεσίες να γίνονται εν σιωπή και νοερώς, δίχως ν΄ ακούγεται λέξη...Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ησυχαστές μας, τους επίγειους αυτούς αγγέλους, που νύχτα και ημέρα δέονται με την καρδιακή προσευχή, υπέρ όλου του κόσμου....(καταστάσεις δηλ. χάριτος που είναι εντελώς ασύλληπτες για τον κόσμο ο οποίος όλος έγκειται εν τω πονηρώ).
Οπωσδήποτε η κοινή προσευχή στο ναό είναι ό,τι ανώτερο και εκ των ων ουκ άνευ. Η πνοή όμως της ψυχής, η προσευχή δηλ. θα πρέπει να συνεχίζεται και εκτός του ναού, παντού και πάντοτε με ζήλο και επιμονή.
Τα δε παραδείγματα των αγίων μας είναι πολλά και καταπληκτικά. Οι φίλοι του Θεού, αισθάνονται την πανταχού παρουσία του Κυρίου και μέσα στις πλέον αντίξοες συνθήκες. Ο Ιερεμίας βρισκόταν μέσα στη λάσπη και προσείλκυσε τον Θεό με τη θέρμη της καρδιάς του. Ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο εξημέρωσε τα άγρια και πεινασμένα λιοντάρια με τις δυνατές ικεσίες του. Και οι Τρεις Παίδες μέσα στο καμίνι της φωτιάς με τις εγκάρδιες υμνωδίες τους έκαναν τον Θεό ευσπλαχνικό. Ο Ιώβ ήταν στην κοπριά και προσείλκυσε το θεϊκό έλεος.Βεβαίως, αναγκαία προϋπόθεση όλων αυτών είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε ανάγκη να αγγίξει την καρδιά μας το φως το αληθινόν.
Και όταν συμβεί αυτό, τότε με όλη την δύναμη της υπάρξεώς μας, συνεχώς θα ικετεύουμε εκ βαθέων «Ιησού Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με».Δηλ. ...Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό...
Και πάλι «Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόν μου Κύριε». Αμην.