ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ

Ευαγγέλιο: Λουκ. Ζ´ 11 – 16
7 Οκτωβρίου 2012

«Και είπεν αυτή· μη κλαίε »

Δυο φορές έχει επισκεφθεί ο θάνατος την γυναίκα αυτή της Ναϊν, αγαπητοί μου αδελφοί. Έχει χάσει το σύζυγο της και σήμερα κηδεύει το μονάκριβο παιδί της. Πένθος βαρύ και οδυνηρό το πένθος της μητέρας της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Κηδεία έξοχα συγκινητική, αφού ο πόνος και τα δάκρυα της γυναίκας αυτής προέρχονται από βαθειά πληγή. Λαός πολύς παρακολουθεί την κηδεία για να συμπαρασταθεί με συμπάθεια στη δυστυχισμένη αυτή μητέρα και να ελαφρύνει κάπως τον πόνο της. Και το ότι ο πόνος και το πένθος της μητέρας αυτής είναι από τα χειρότερα, αποδεικνύεται από τον τρόπο που ο Κύριος αντιμετωπίζει το θέαμα αυτό. Όταν την βλέπει ο Κύριος, λέει ο ιερός Ευαγγελιστής, τη σπλαχνίζεται, συγκινείται η τρυφερή καρδία Του, τη συμπονεί και τη λυπάται βαθύτατα. Παρακινούμενος δε από τη συμπάθεια Του και μετέχοντας στη θλίψη της, της λέει: « Μη κλαίς ». Της το λέει αυτό για να την παρηγορήσει και να την ενισχύσει και να μαλακώσει τον πόνο της. Για να συμπαρασταθεί στο πένθος της, αλλά και γιατί είναι βέβαιος ότι σε λίγο ο μονάκριβός της γιος, θα ξαναγύριζε στη ζωή. Θα ανεσταίνετο. Ο παρήγορος αυτός λόγος του Κυρίου, μας δίνει σήμερα την ευκαιρία ν’ασχοληθούμε με το πένθος και τον πόνο και πως πρέπει να φερόμαστε στις ώρες του πένθους και του πόνου μας.

Είναι αλήθεια ότι ο θάνατος είναι το πιο σίγουρο και βέβαιο πράγμα στη ζωή μας. Κανένας δεν μπορεί να τον αποφύγει. Όλοι ανεξαίρετα θα τον υποστούμε, όσο κι αν μας είναι ανεπιθύμητος. Γι’αυτό και είναι αδύνατο να μη πονέσουμε και να μη κλάψουμε όταν έλθει ο θάνατος και αρπάσει κάποιο προσφιλές μας πρόσωπο. Το φυσικό είναι και να πονέσουμε και να δακρύσουμε, αφού και ο ίδιος ο Κύριος δάκρυσε στον τάφο του αγίου Λαζάρου, του φίλου Του. Το πένθος όμως του πιστού δεν πρέπει να είναι υπερβολικό. Δεν πρέπει ποτέ να φθάνουμε σε ακρότητες και να κλαίμε απαρηγόρητα και να γογγύζουμε ενάντια στον Θεό. Λυπούνται βέβαια και οι πιστοί στο πένθος. Η λύπη τους όμως είναι συγκρατημένη και δεν μοιάζει με τη λύπη των απίστων, που παραλύει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στην απελπισία. Το λέει άλλως τε πολύ καθαρά και ο Απόστολος Παύλος. «Θέλουμε να ξέρετε, αδελφοί, μας λέει, τι θα γίνει με αυτούς που πέθαναν, για να μη λυπάστε κι εσείς όπως και οι άλλοι που δεν ελπίζουν πουθενά. Εμείς πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε κι αναστήθηκε· το ίδιο πιστεύουμε κι ότι αυτούς που πέθαναν πιστεύοντας στον Ιησού, ο Θεός θα τους αναστήσει για να ζήσουν μαζί Του». (Θεσσ. Α΄ Δ´ 13–14).

Οι πρώτοι χριστιανοί, που μας δίνουν σ’όλα το παράδειγμα, αντιμετώπιζαν με ηρεμία και ψυχραιμία το θάνατο. Έκλαιαν βέβαια τους νεκρούς τους, αλλά δεν έφθαναν ποτέ στην απελπισία. Οι επιγραφές που έθεταν στους τάφους των συγγενών τους, πολλές από τις οποίες σώζονται μέχρι σήμερα, φανερώνουν πόσο ήρεμο ήταν το πένθος τους. Όλες οι επιγραφές, μιλούν για τη βεβαιότητα της μέλλουσας ζωής και για την αθανασία και την μακαριότητα των ουρανών. Για την Εκκλησία των πρώτων χρόνων, ο μαρτυρικός θάνατος ενός πιστού, δεν ήταν υπόθεση απελπιστικών θρήνων και οδυρμών, αλλά αφορμή διδασκαλίας και παραδειγματισμού των επιζώντων. Άλλως τε από τότε και μέχρι σήμερα, η μέρα του θανάτου του μάρτυρα, είναι μέρα γιορτής και πανήγυρης. Πως όμως θα αντιμετωπίσουμε κι εμείς, οι σημερινοί πιστοί, με αυτό τον ήρεμο τρόπο το θάνατο των συγγενικών μας προσώπων;

Πάνω απ’όλα αυτό που χρειάζεται είναι η εμπιστοσύνη στο Θεό. Εμπιστοσύνη και πίστη στην Πάνσοφο και Πανάγαθο Πρόνοια Του. Ο Θεός είναι η πηγή και ο χορηγός της ζωής. Εκείνος κρίνει πότε και πως πρέπει να φύγει κάποιος από τον κόσμο αυτό. Γι’αυτό και δεν πρέπει να μεμψιμοιρούμε γι’αυτούς που μένουν, γιατί δεν αφήνει ποτέ απροστάτευτους αυτούς που μένουν ορφανοί. Γίνεται ο Θεός, πατέρας των ορφανών και τους αναλαμβάνει όλους κάτω από την προστασία Του ( Ψαλμ. ΡΜΕ, 9 ). Ο Θεός μας λέει η Αγία Γραφή, δεν θα αδιαφορήσει «για του ορφανού τη δέηση, ούτε και για τη χήρα που ξεσπά σε παράπονα» ( Σοφ. Σειράχ ΛΕ΄ 14 ). Δηλαδή ο Θεός δεν παραβλέπει τις ικεσίες των ορφανών και τις παρακλήσεις των χηρών. Είναι αναρίθμητα τα παραδείγματα μέσα από την καθημερινή ζωή, που βεβαιώνουν την αλήθεια των λόγων αυτών. Κι έχουμε πράγματι ορφανά παιδιά, και απροστάτευτα που προοδεύουν και τακτοποιούνται με τρόπο θαυμαστό. Χήρες και ορφανά που δεν χάνουν την πίστη τους και την ελπίδα στο Θεό, χωρίς τον προστάτη τους, να βρίσκουν σύντομα το δρόμο τους, να συνέρχονται από τις θλίψεις και να υπερνικούν τις δυσκολίες της ζωής.

Μαζί όμως με την εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του θεού, χρειάζεται ν’αυξηθεί και η πίστη μας, σ’όσα μας είπε Εκείνος, για την Ανάσταση των νεκρών και για τη μέλλουσα ζωή. Για το Θεό ο θάνατος είναι ύπνος, γιατί όπως μας βεβαιώνει θα έλθει ώρα που όλοι οι νεκροί θα αναστηθούν. Μη εκπλήττεσθε γι’αυτό, μας λέει: Θα συμβούν πολύ θαυμαστότερα  απ’αυτό. Γιατί έρχεται ώρα, κατά την οποία όλοι οι πεθαμένοι, που θα βρίσκονται ως τότε στα μνήματα, θ’ακούσουν τη φωνή του Κυρίου, που θα τους διατάζει να αναστηθούν. Και θα βγουν όλοι από τα μνήματα, κι όσοι μεν έπραξαν κατά τον επίγειο βίο τους τα αγαθά, θ’αναστηθούν για να απολαύσουν τη μακαρία και αιώνια ζωή, εκείνοι δε που έπραξαν τα κακά, θ’αναστηθούν για να δικασθούν και να κατακριθούν ( Ιωάνν. Ε´ 28 – 29 ). Τι σημαίνουν όλ’αυτά; Ότι οι νεκροί μας δεν εχάθησαν, αλλά ζουν. Κοιμούνται και περιμένουν ν’ακουσθεί η φωνή του Αρχαγγέλου που θα σημάνει την ανάσταση όλων. Γι’αυτό δεν χωρεί καμιά αμφιβολία. Το λέγουμε άλλως τε κι εμείς κάθε φορά που απαγγέλλουμε το Σύμβολο της Πίστεως « Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος », αναφωνούμε. Γιατί, λοιπόν, λησμονούμε την αλήθεια αυτή και κάνουμε μόνοι μας βαρύτερο και ανυπόφορο το πένθος μας;

Αδελφοί μου. Ο πόνος έχει ιστορία αιώνων, όση σχεδόν ο κόσμος αυτός. Αυτός είναι ο κλήρος μας από την τραγική μέρα της εξορίας μας. Από τη φρικτή εκείνη στιγμή που το χέρι της Εύας διέγραψε την επαναστατική κίνηση προς τον απαγορευμένο καρπό. Από τότε  η γη μας από ένας Παράδεισος αγάπης του Θεού, έγινε τόπος εξορίας και θανάτου. Αυτός ο κόσμος δεν είναι η πατρίδα μας, η σταθερή και μόνιμη. Είναι απλώς ο τόπος της εξορίας μας. Πρόσκαιρος και προσωρινός. Ο πόνος επομένως δεν είναι δείγμα σκληρότητας η αδιαφορίας του Θεού, αλλά απόδειξη της μεγάλης Του αγάπης και στοργής για τον καθένα μας. Γι’αυτό ας έχουμε πάντοτε στο νου μας την Ανάσταση του Κυρίου. Η Ανάσταση δίνει ασφαλή εγγύηση σ’όσους έχουμε προσφιλή πρόσωπα στα μνήματα, ότι θα τα δούμε και πάλιν. Με την ελπίδα αυτή ας γεμίζει πάντα η καρδιά μας. Και όταν έρχονται και μέρες πένθους, να μη είμαστε απαρηγόρητοι, αλλά το πένθος μας να είναι πένθος ήρεμο, πένθος αληθινά χριστιανικό.

† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιος
Κυριακή 7 Ὀκτωβρίου 2012
Γ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ζ΄11-16)

Τό σημερινό ἱερόν Εὐαγγέλιον, ἀδελφοί μου, θίγει ἕνα ζήτημα, θά ἔλεγε κανείς, δραματικό. Γιατί κάθε ἄνθρωπος, ὅταν βρεθῇ μπροστά στό θάνατο προσφιλοῦς του προσώπου σπαράσσεται ἡ καρδιά του, κλαίει, ὀδύρεται, καί μερικές φορές, ὄχι σπάνιες, πεθαίνουν ἄνθρωποι μπροστά στό φέρετρο τοῦ δικοῦ τους ἀνθρώπου, ἀπό λύπη.

Ἡ σημερινή περίπτωση εἶναι ἀπό τίς πιό τραγικές. Μιά χήρα μάνα ὁδηγεῖ τό νεκρό παιδί της, τό μοναδικό παιδί της, στόν τάφο. Ἡ σπαρασσόμενη μάνα συναντᾶ στήν ἐκφορά τοῦ παιδιοῦ της τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν καί Αὐτός τῆς λέγει:«Μή κλαῖε». Δηλαδή, σταμάτα νά κλαῖς. Μήν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὅλοι ὅσοι ἦσαν παρόντες θά θεώρησαν τόν λόγον παράλογον. Ἀλλ’ ὅμως ὄχι. Ὁ λόγος αὐτός ἐπαναλαμβάνεται καί σήμερα. Ὁ Χριστός καί σήμερα μᾶς λέγει: «Μή κλαῖε». Δηλαδή, μπροστά στό φέρετρο προσφιλῶν μας προσώπων δέν πρέπει νά εἴμεθα ἀπαρηγόρητοι, ἀπελπισμένοι. Γιατί;

Α΄ Γιατί ὁ θάνατος, κατά τόν χριστιανισμόν, εἶναι ὕπνος, γι αὐτό καί οἱ τόποι, πού τοποθετοῦν οἱ χριστιανοί τούς νεκρούς λέγονται Κοιμητήρια καί ὁ θάνατος κοίμηση. Κοιμᾶται τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ ψυχή του, τό καί σπουδαιότερο, ζῇ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου βεβαίως διαλύεται, ἀλλ’ ὅμως μία τῶν ἡμερῶν θά ἀναστηθῇ, θά ἐπανέλθῃ στή ζωή. Γι αὐτό καί λέμε, ὅτι τό σῶμα κοιμᾶται, ἀφοῦ μιά μέρα αὐτό τό σῶμα θά ἀναστηθῆ. Τό λέμε ἄλλωστε καί στό Σύμβολο τῆς πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Τό εἶπε καί ὁ Κύριός μας στό Εὐαγγέλιο τῆς Κρίσεως: «Ὅταν θά ἔλθῃ μέ ὅλη Του τήν δόξα θά συναχθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πού ἔζησαν ὅλες τίς ἐποχές, καί θά κριθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Λοιπόν; Καί ἐσεῖς κι ἐγώ καί τά συγγενικά μας πρόσωπα μιά μέρα θά φύγουμε ἀπό τήν ζωήν αὐτήν. Θά κοιμηθοῦμε ἕναν ὕπνο, πού θά διαρκέσῃ ὄχι μερικές ὧρες, ἀλλά χρόνια πολλά, ἴσως καί αἰῶνες. Μιά μέρα ὅμως θά ξυπνήσωμε, θά ἐπανέλθωμε στή ζωή. Νά, λοιπόν, γιατί ὁ Χριστός μας λέγει, ὅτι πρέπει νά μήν ἀπελπιζώμαστε, νά μήν κλαῖμε. Καί

Β΄ Ὁ θάνατος εἶναι προσωρινός χωρισμός. Ποῦ εἶναι προσφιλῆ πρόσωπα, πού ἀγαπήσαμε; Ἔφυγαν ἀπό τήν ζωήν αὐτήν καί μᾶς ἄφησαν τήν ἀγαθή ἀνάμνησή τους. Αὔριο θά φύγομε καί ἐμεῖς. Ποῦ πηγαίνομε; Πηγαίνομε νά συναντήσομε τούς συγγενεῖς, τούς φίλους μας, τούς γονεῖς καί τούς ἀδελφούς μας. Ὅλοι αὐτοί καί ἐμεῖς θά συναντηθοῦμε, ἄν καί κατά τήν ἐδῶ παραμονή μας ζήσαμε κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐφ’ ὅσον ζήσαμε κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅλοι μαζί ἐμεῖς καί ἡ οἰκογένειά μας θά ζήσωμε πλησίον τοῦ Θεοῦ εὐτυχεῖς. Νά θυμηθοῦμε τήν παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου. Ἐκεῖ φαίνεται, ὅτι ὁ πλούσιος γνώρισε στήν ἄλλη ζωή τόν Λάζαρο, γνώρισε μάλιστα καί τόν Ἀβραάμ, πού δέν εἶχε δεῖ ποτέ. Μάλιστα ὁ πλούσιος καί ὁ Ἀβραάμ συνεζήτησαν. Νά θυμηθοῦμε τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, ὅπου ὁ Κύριος συζητεῖ μέ τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλίαν. Λοιπόν; Λοιπόν ὁ πιστός πιστεύει, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἕνας προσωρινός χωρισμός. Τί εἶναι οἱ λίγες δεκαετίες τῆς ζωῆς μας; Δέν εἶναι οὔτε ἕνα σπυρί ἄμμου μπροστά στήν αἰωνιότητα. Νά, λοιπόν, γιατί δέν πρέπει νά κλαῖμε.

Ἀδελφοί μου, ὁ ἄνθρωπος πού χάνει τόν συνάνθρωπό του δέν εἶναι ἀναίσθητος δέν εἶναι σκληρός μπροστά στή θλῖψη. Δέν διδάσκει αὐτό ὁ χριστιανισμός. Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα πολύ, μά πολύ, θλιβερό γεγονός. Ναί εἶναι. Ἐδῶ ὅμως εἶναι τό θαῦμα. Ὁ χριστιανός τό ξεπερνᾶ μέ τήν πίστη καί ἐνῶ μέ μιά γαλήνια θλῖψη ἀποχαιρετᾶ τό προσφιλές του πρόσωπον ἐπαναλαμβάνει: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Γι αὐτό δέν κλαίει. Γένοιτο!
 ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΛΟΥΚΑ “Μη κλαίε” (Λουκ. Ζ’ 11-16)

Του Εμμ. Λιοδάκη , Ιεροκήρυκος

Βρισκόμαστε στην πόλη Ναΐν, μπροστά σε μια πονεμένη μητέρα που κηδεύει το μονάκριβο παιδί της, αφού ο θάνατος το είχε πάρει μαζί του. Σ’ αυτό είχε στηρίξει τα γηρατιά της. Και τούτο διότι πριν λίγες μέρες είχε πάρει και τον αγαπημένο της άνδρα. Είναι λοιπόν η δεύτερη φορά που ανεβαίνει τον δακρύβρεχτο αυτό δρόμο.

Ο Χριστός όμως, που την συναντά με το “μη κλαίε” υπενθυμίζει στην χήρα χαροκαμένη αυτή μητέρα, ότι μπορεί να της πήρε το μονάκριβο παιδί της ο θάνατος, που βήμα προς βήμα μας ακολουθεί όλους, όπου κι αν πάμε. Όμως, δεν είναι μόνη στην σκληρή δοκιμασία της αυτή. Τα παρήγορα λόγια του “μη κλαίε” είναι η εισαγωγή στην ανάσταση που θα επακολουθήσει. Και τούτο γιατί μετά τον θάνατο έρχεται σαν ανθοφόρα άνοιξη η ανάσταση. Ο πιστός χριστιανός δεν θα πρέπει να λυπάται “καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα...” (Α’ Θεσ. δ’ 13). Ξέρει ο χριστιανός ότι με την Θεϊκή συμπαράσταση, κάποτε, θα φθάσει στην πολυπόθητη ανάσταση. Και αυτή την μεγάλη αλήθεια της αναστάσεως των νεκρών σωμάτων, την κατέγραψε η Μητέρα Εκκλησία μας στο Σύμβολο της Πίστεως με τρεις μόνο λέξεις: “Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών”. Πολλοί όμως ρωτούν, με δικαιολογημένη αγωνία: Πώς θα γίνει αυτό, και πότε, αλλά και πώς θα είναι τα αναστημένα σώματα, αφού “όντως φοβερότατον το του θανάτου μυστήριον”. Στο μεγάλο αυτό ερώτημα, εμείς θα συμβουλευθούμε τον Χριστό, που μας βεβαιώνει πως οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος τον Απ. Παύλο και τους θεοφόρους Πατέρες, γιατί αυτό το ερώτημα μας απασχολεί όλους. Στο μεγάλο αυτό θέμα ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει πως, το αναστημένο σώμα θα είναι το “αυτό και ουκ αυτό”, δηλαδή το ίδιο, αλλ’ όχι ακριβώς το ίδιο. Θα είναι βέβαια το ίδιο αυτό σώμα που έζησε στη γη κάποτε, με διαφορετικές όμως ιδιότητες. Καλύτερο και λαμπρότερο. Όπως το γυαλί έγινε από άμμο και όμως είναι διαφορετικό από την άμμο. Όπως ακόμα υπάρχει διαφορά στο στάρι και στο στάχυ, έτσι θα υπάρχει ταυτότητα και διαφορά από φθαρτό και άφθαρτο σώμα. Το σώμα μας είναι το ίδιο που είχαμε πρώτα, θα έχει όμως νέες ιδιότητες όπως το αναστημένο σώμα του Κυρίου. Ενώ εκείνο διατηρούσε τα σημάδια από τα καρφιά και τη λόγχη, όμως μπορούσε να εμφανίζεται στους Μαθητές του “των θυρών κεκλεισμένων”. Το δικό μας αναστημένο σώμα θα είναι εκείνο που πεινούσε, που διψούσε, που πονούσε, που υπέφερε εδώ στη γη, όμως τώρα δεν θα έχει πλέον βιολογικές ανάγκες, δεν θα πεθαίνει, θα υπερβαίνει τους νόμους της βαρύτητας. Εκεί δεν θα υπάρχει πλέον γάμος και διαζύγιο. Όλοι όσοι θα σωθούν θα ζουν “ως άγγελοι Θεού”. Ο Απ. Παύλος, γράφει: “Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία εγείρεται εν δόξη· σπείρεται εν ασθενεία εγείρεται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ψυχικόν (ζωικόν) εγείρεται σώμα πνευματικόν (Α’ Κορ. ιε’ 42). Πώς θα γίνει αυτό; Αυτό είναι μυστήριο που μόνο ο Θεός το γνωρίζει. Και πώς θα είναι αυτό το “πνευματικό σώμα”; Ο ιερός Χρυσόστομος μας λέει πάλι ότι “το σώμα εκείνο θα είναι λεπτότερο, ελαφρύτερο και περισσότερο ευκίνητο. Θα μπορεί να φέρεται και να κρατείται στον αέρα, χωρίς να πέφτει”. Επίσης ρωτούν άλλοι: Το σώμα που θα αναστηθεί, τί ηλικία θα έχει; Το βρέφος, το τρυφερό σώμα που είχε τότε; Ο γέροντας το γερασμένο; Ο ανάπηρος θα διατηρεί την αναπηρία του; Ασφαλώς, όχι. Ένας ύμνος της Εκκλησίας λέει, ότι όλοι οι άνθρωποι θα έχουν την ίδια ηλικία και ερμηνεύουν οι Πατέρες, ότι θα είναι η ηλικία του Χριστού, δηλαδή των 33 ετών”. Ο Απ. Παύλος, γράφει πως θα είναι άφθαρτο και δοξασμένο. Ενώ όλα τα σώματα των δικαίων θα λάμπουν από την ουράνια δόξα, όμως θα διαφέρουν, ανάλογα με το βαθμό αγιότητος. “Αστήρ, αστέρος διαφέρει εν δόξη” (Α’ Κορ. ιε’ 14). Όπως τα αστέρια του Ουρανού μας λέει ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, δεν είναι όλα όμοια μεταξύ τους, αλλά διαφέρει το ένα από το άλλο στη λαμπρότητα, έτσι και τα σώματα των δικαίων στη Βασιλεία του Θεού θα λάμπουν, ανάλογα με την αρετή και την αγιότητά τους. Άλλη η δόξα της Παναγίας μας, άλλη του Τιμίου Προδρόμου, και άλλη των διαφόρων Αγίων. Όλοι όμως σ’ όποια θέση κι αν βρεθούν στην Βασιλεία του Θεού, θα αισθάνονται πληρότητα. Δεν θα αισθάνονται μειονεκτικοί έναντι των άλλων. Όλοι θα χαίρουν, όλοι θα απολαμβάνουν τη δόξα του Θεού. Στην κοινή ανάσταση των νεκρών, όλοι θα αναστηθούν.

Αδελφοί μου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως και κηρύττει την ανάσταση των νεκρών. Αυτό λέει και υπόσχεται ο Χριστός, οι Απόστολοι και οι Πατέρες. Τώρα σε μας μένει να είμαστε έτοιμοι βιώνοντας την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας. Πάντα έτοιμοι για το μεγάλο ταξίδι προς την αιωνιότητα. Μόνο έτσι μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τον θάνατο, γιατί πίσω από αυτόν θα βλέπουμε την χαρά και το φως της αναστάσεως, ψάλλοντας: “Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών”.
Η ανάσταση του γιου της χήρας στη Ναΐν

Νεκροί οι σημερινοί νέοι;

Στη Ναΐν σπαραγμός! Από την πύλη της μικρής πολιτείας είχαν βγει κιόλας οι πρώτοι με το ξυλοκρέβατο. Με αργό βήμα προχωρούσαν. Πίσω η μαύρη μάνα πνιγμένη στο κλάμα. Γύρω της οι χωριανοί πάσχιζαν να την παρηγορήσουν, να τη στηρίξουν μη και σωριαστεί στο χώμα. Πίσω ουρά ο κόσμος, “ὄχλος πολύς”, ακολουθούσαν σιωπηλοί – άλλοι με πνιχτούς λυγμούς – όλοι μελαγχολικοί.

Απίστευτη ήταν η συμφορά. Ασήκωτος ο πόνος. Νέο παιδί, όλο χάρη και δροσιά, όλο ζωή και σφρίγος, έκλεισε ξαφνικά τα μάτια. Και τό ‘χε μονάκριβο η δύστυχη μάνα! Μοναδικό της στήριγμα, ελπίδα και χαρά της, αφότου μάλιστα είχε χάσει και τον άνδρα της… Άκου το κλάμα της! Σου σχίζει την καρδιά. Πώς να ζήσει τώρα η έρμη; Σαλεύει ο νους σε τέτοιον πόνο.

Όμως μέσα στους γόους, τ’ άφθονα δάκρυα και τ’ αναφιλητά, μια στοργική φωνή ακούγεται απρόσμενα. Πόσο αλλιώτικη! Και πόσο σταθερή! “Μή κλαῖε”. Σταμάτησε το κλάμα σου!

Θα μπόρεσε τάχα η δόλια μάνα να δει μέσ’ απ’ τις λίμνες των ματιών της Αυτόν που της μιλούσε; Δίχως άλλο, θα τό ‘νιωσε η μητρική καρδιά της. Μια απρόσμενη ακτίνα ελπίδας. Ζωηρή!

Η πικρή πομπή έχει σταματήσει. Ο ξένος – είναι ο Χριστός μας – ακουμπάει το χέρι στο νεκροκρέβατο και το κρατάει ακίνητο, ενώ μια άλλη συνοδεία – οι μαθητές Του — έχει φράξει το δρόμο για το νεκροταφείο. Κι ανάμεσα στα δύο πλήθη ο νεκρός νέος κι ο Ζωοδότης. Τώρα ο Χριστός έχει στυλώσει το βλέμμα στο νεκρό. Τώρα του μιλά. Θεέ μου! Πώς του μιλά! Τον διατάζει! Ανατριχιάζουν όλοι στη δύναμη της φωνής Του.

“Νεανίσκε”,νέε μου! “Σοί λέγω”, σε σένα μιλώ, σε σένα το λέω, δίνω εντολή, “ἐγέρθητι”, σήκω πάνω, ζήσε πάλι!

Κομμένη η ανάσα, ορθάνοιχτα από την απορία τα μάτια όλων. Θεέ μου! Αν είναι δυνατόν…

Σαν ζεστό κύμα ξεχύνεται στο κέρινο πρόσωπο πάλι ρόδινο χρώμα. Τα βλέφαρα τρεμοπαίζουν. Παίρνει βαθιά ανάσα, ανοίγει τα μάτια ο νέο! Ανασηκώνεται, “ἀνεκάθισε”… Θεέ μου! Ξανάρθε στη ζωή!… “καί ἤρξατο λαλεῖν”. Κοίτα τον πώς μιλάει! Δεν είναι όνειρο λοιπόν. Και να, τώρα ο Ευεργέτης τον βοηθάει να σταθεί στα πόδια του και τον παραδίδει στην πονεμένη μητρική αγκάλη.

*  *  *

Νέος νεκρός! Το πιο τραγικό σύμπλεγμα. Υπόθεση θρήνων και ολοφυρμών. Όχι μόνο για τότε στη Ναΐν μα και για σήμερα στις δικές μας πόλεις.

Νέοι νεκροί! Όχι απλώς στο σώμα, μα πρωτίστως στην ψυχή. Όταν οι νέοι παγιδεύονται σε “νεκρά έργα” (Εβρ. στ’ 1), σε πράξεις που σκορπούν τριγύρω αποφορά θανάτου, πράξεις που θανατώνουν και ψυχή και σώμα όσων τις δοκιμάζουν (Ρωμ. στ’ 23).

Τι φοβερό! Δε βλέπετε πόσους νέους κάθε μέρα κλαίει η κοινωνία; Δεν ακούτε με άλγος κάθε μέρα και για καινούργια θύματα του θανάτου; Θύματα στην κακή παρέα, στο ξενύχτι, στα ποτά, στα ναρκωτικά… Θύματα στην παθιασμένη περιπέτεια, στην ξέφρενη ταχύτητα, στη βία… Θύματα, θύματα… Σπαράζουν οι καρδιές. Θρηνούν όσοι επιζούν, κηδεύουν και μοιρολογούν…

Μα όχι!

“Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι!”

Για όσους δεν έχουν ρίξει με απόγνωση κάτω το κεφάλι, φαίνεται καθαρά η ελπίδα. Να Τος! Έρχεται από μακριά ο Χριστός, ο Ζωοδότης! Πλήθος ανθρώπων με ειρηνική χαρά Τον πλαισιώνει και Τον ακολουθεί.

Και πλησιάζει. Τώρα θα πει πάλι το “μή κλαῖε”. Τώρα θα δώσει εντολή να γίνει πάλι ανάσταση, να σταματήσει το θανατικό.

Τι θαύμα! Κοντά Του ένας-ένας νέος θα γυρίσει απ’ το χείλος του θανάτου στη ζωή. Θα να βρεί το χαμένο εαυτό του, τις αισθήσεις του, τα λογικά του, την ψυχή του! Θα ζήσει! Όπως ο νεκρός νέος της Ναΐν, όταν συναντήθηκε με Κείνον, που είναι “ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή” (Ιω. ια’ 25).

Λοιπόν ελάτε να δοθούμε ολόψυχα στον Χριστό. Ελάτε να οδηγήσουμε και κάποιους φίλους, κάποιους δικούς μας ίσως κοντά Του. Μην καθυστερούμε! Τους θρήνους πρέπει επιτέλους να τους διαδεχθεί η χαρά, ο αναστάσιμος παιάνας και το ζείδωρο Φως του Χριστού. Είναι καιρός να δούμε νέους ζωντανούς, που θ’ ακτινοβολούν αγνότητα, αγιότητα, ενθουσιασμό, που θ’ ανοικοδομούν ένα ελπιδοφόρο μέλλον, που θ’ αποπνέουν “ὀσμή ζωῆς” (Β’ Κορ. β’ 16) και θα διεκδικούν ευγενικά, όσο κι αποφασιστικά “τόν στέφανον τῆς ζωῆς” (Αποκ. β’ 10).

Κάποτε πρέπει πια να πάρει το λόγο στη ζωή μας, στα σχολεία, στην κοινωνία, στη γαλανή πατρίδα μας ο Χριστός!
Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011
ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (9/10/2011) ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΛΟΥΚΑ
Λέει ο Ιησούς στη μητέρα του νεκρού μοναχογιού της:

καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· (Λουκ. 7, 13)

«Μην κλαις»! Ποιός θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο σε μια μάνα που έχασε το μοναχοπαίδι της; Το κλάμα, η θλίψη, η οδύνη, είναι συναισθήματα που προκαλεί ο θάνατος. Ο θάνατος που δεν είναι μια φυσική κατάσταση για τον άνθρωπο, αλλά είναι συνέπεια της πτώσης από την αμαρτία. Και γεννά τον φόβο και τον τρόμο.

Η παρουσία του Κυρίου, διώχνει το θάνατο και διασκορπίζει τη στενοχώρια. Ο Χριστός, ως πηγή της αιώνιας ζωής, πριν αναστήσει το νεκρό παιδί, διώχνει το κλάμα του πόνου. Διώχνει την απελπισία και το φόβο. Δείχνει πως όταν ελπίζουμε σ' Αυτόν και επιδιώκουμε την επαφή και τη διαρκή παρουσία Του στη ζωή μας, τότε ο θάνατος είναι παροδικός και ανίσχυρος.

Read more: http://apokalipsis999.blogspot.com/2011/10/9102011.html#ixzz2g1jSS5dC
Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΛΟΥΚΑ
«Νεανίσκε σοι λέγω, εγέρθητι. Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν» (Λουκ. Ζ’14-15)
Ο Χριστός, σύμφωνα με την σημερινή ευαγγελική περικοπή, ανέστησε τον νεκρό νέο και τον έδωσε στην μητέρα του. Αυτό το θαύμα, όπως όλα τα θαύματα του Χριστού, δείχνει το μεσσιανικό του έργο, την ουσιαστική και τελική κατάργηση του θανάτου και την ζωοποίηση του ανθρώπου. Αυτό βασικά είναι και το έργο της Εκκλησίας, αφού η αγιότης και η δύναμη της Κεφαλής (του Χριστού) μεταβιβάζεται στην Εκκλησία. Έτσι η Εκκλησία έχει σκοπό να καταργεί τον θάνατο, να ανασταίνει τον άνθρωπο και να τον αφθαρτίζει. Αυτό λέγεται παιδεία και αγωγή. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη παιδεία – αγωγή προς όλους και ειδικά προς τους νέους έχει αναστάσιμο χαρακτήρα.
Στην συνέχεια θα δούμε μερικές πτυχές του θέματος, όπως το ότι η Ορθόδοξη παιδεία και αγωγή δεν νοείται έξω από την Εκκλησία, έξω από την θεία Λειτουργία και έξω από την Κοινότητα.


Ορθόδοξη αγωγή και Εκκλησία

Η Ορθόδοξη πορεία δεν είναι ανθρώπινη, που σημαίνει ότι δεν έχει κέντρον της τον άνθρωπο, αλλά Θεανθρώπινη, που σημαίνει ότι κέντρον της έχει τον Θεάνθρωπο Χριστό, και δι’ Αυτού επιδιώκει την λύση όλων των προβλημάτων. Ο σκοπός ης Θεανθρώπινης παιδείας – αγωγής ταυτίζεται με τον σκοπό της Εκκλησίας, που είναι η συνεχής μεταμόρφωση της κτίσεως και του ανθρώπου.

Η Ορθόδοξη παιδεία σαν κύριο μέλημά της έχει την θέωση του ανθρώπου. Συνεπώς το ενδιαφέρον της στρέφεται στην καρδιά και όχι στην ξηρά λογική. Δεν επιδιώκει την αύξηση των νοησιαρχικών γνώσεων, αλλά προτάσσει την πραγμάτωση της προσευχής του Δαβίδ «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός» και ζει τον μακαρισμό του Χριστού «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8). Φροντίζει πρώτα για την κάθαρση της καρδιάς από τις φθοροποιές ενέργειες των παθών, οπότε ακολουθεί ο φωτισμός του νου, ο οποίος φωτιζόμενος «θεωρεί» την δόξα του Θεού.

Βασικές αρετές είναι η ταπείνωση και η αγάπη. Οι άγιοι, που είναι εραστές και εφαρμοστές αυτής της παιδείας, είναι ταπεινοί και αγαπούν όλο τον κόσμο, θυσιαζόμενοι καθημερινώς, ενώ οι κάτοχοι της ανθρώπινης παιδείας διακατέχονται από τον εωσφορικό εγωισμό της γνώσεως της κατά κόσμον σοφίας, που κυριολεκτικά σκοτώνει, καθώς επίσης διακρίνονται για το ατομικό συμφέρον.

Ακόμη σκοπός της Θεανθρώπινης παιδείας δεν είναι να κάνει τον άνθρωπο καλόν καγαθόν, αλλά να τον οδηγήσει στον όντως Αγαθόν δηλ. τον Χριστό και έτσι να γίνει κατά χάριν θεός. Δεν ξεκινάει από την νοοτροπία ότι ο άνθρωπος έχει μέσα του μερικά καλά στοιχεία που πρέπει να αξιοποιηθούν, αλλά από την αλήθεια ότι απομακρύνθηκε από τον Θεό ζει στην μεταπτωτική κατάσταση, κυριαρχείται από την τυραννία του διαβόλου, ζει την παρά φύση ζωή, είναι νεκρός, ζει την ανούσιο ανυπαρξία. Γι’ αυτό επιζητεί την ζωοποίηση του νεκρού από την αμαρτία ανθρώπου, την ελευθέρωσή του από την τυραννία του διαβόλου και την ένωσή του με τον άγιο Τριαδικό Θεό. Έτσι η Ορθόδοξη παιδεία δεν νοείται ανεξάρτητα από την Εκκλησία, δεν μπορεί να αναπτυχθεί έξω από τον λυτρωτικό της χώρο.

Ορθόδοξη αγωγή και θεία Λειτουργία

Αυτή η συνεχής μεταμόρφωση του ανθρώπου και της φύσεως, που είναι βασικός σκοπός της παιδείας και της Εκκλησίας γίνεται δια των αγίων μυστηρίων και ιδίως δια της θείας Ευχαριστίας, που αποτελεί το κέντρον της πνευματικής ζωής, το κέντρον όλων των μυστηρίων και το μυστήριο, που ταυτίζεται με την Εκκλησία, αφού την εκφράζει πραγματικά.

Αυτό σημαίνει, πως η Ορθόδοξη αγωγή δεν είναι η ξηρά διδασκαλία μερικών έστω ορθοδόξων γνώσεων, ούτε η διδασκαλία για μια καλή κοινωνική ανατροφή και στους καλούς τρόπους συμπεριφοράς, αλλά στη βίωση του Θεού, στην απόκτηση της μακαρίας Θεώσεως, στο να «πάθει» τα θεία. Και επειδή η θέωση, που είναι η στενοτάτη ένωση με τον Θεό, στην επίγεια ζωή του ανθρώπου κορυφώνεται στην θεία Ευχαριστία, και επειδή η θεία Ευχαριστία έχει θεοποιητική ενέργεια, γι’ αυτό δεν νοείται εκκλησιαστική αγωγή έξω από αυτήν.

Με αυτό που λέμε θέλουμε να τονίσουμε την αλήθεια ότι η αγωγή της Εκκλησίας προς τους νέους δεν πρέπει να έχει σαν σκοπό τη δημιουργία μιας καλής συντροφιάς ή την προφύλαξή τους από το «κοσμικό πνεύμα», αλλά να τους οδηγήσει στην Εκκλησία και στην θεία Ευχαριστία. Κάθε έργο της Εκκλησίας πρέπει να ξεκινά από το Θυσιαστήριο και να οδηγεί τον άνθρωπο σ’ αυτό.

Έτσι με την Ορθόδοξη αγωγή χαράσσονται βαθειά στην ψυχή του νέου οι θόλοι του ιερού ναού. Εισχωρεί στην ψυχή του και νοτίζει όλες τις ενέργειές της η λατρευτική ατμόσφαιρα και κυρίως η ευχαριστιακή ζωή. Ο νέος, που δέχεται την Ορθόδοξη αγωγή, ζυμώνεται με το αναλόγι, το Ιερό Βήμα την υπηρεσία μέσα στον Ναό, την αγιογραφία κλπ. Αισθάνεται σαν πατέρα του τον Επίσκοπο και τον Εφημέριό του.

Επαναλαμβάνουμε πως η Ορθόδοξη αγωγή δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από το λατρευτικό και ευχαριστιακό χώρο, δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το μυστηριακό πνεύμα της Εκκλησίας, που είναι η συνεχής μετάληψη της θείας ζωής. Η θεία Ευχαριστία και η αναστροφή μέσα στον Ιερό Ναό δεν είναι μερικές Κυριακάτικες ευκαιρίες, σαν ένα παράρτημα στην όλη εβδομαδιαία εργασία, αλλά ο πραγματικός χώρος της Ορθόδοξης αγωγής. Τα εντευκτήρια, όπως και τα γραφεία, πρέπει να νοηθούν σαν δευτερεύοντες βοηθητικοί χώροι, που συνδέονται στενά με τον Ναό, εμπνέονται απ’ αυτόν και οδηγούν σ’ αυτόν.

Ορθόδοξη αγωγή και κοινότητα

Η Ορθόδοξη αγωγή δεν νοείται και έξω από την Εκκλησιαστική – λατρευτική κοινότητα. Η Εκκλησία είναι οικογένεια και ο νέος πρέπει να ζει αυτήν την οικογενειακή ζωή και να δέχεται από κοινού την διδασκαλία και την τροφή. Το πνεύμα της κοινότητος, της οικογένειας, πρέπει να βιώνεται και να αναπτύσσεται, γιατί είναι το μόνο που μπορεί να προσφέρει ζεστασιά και παρηγοριά στον νέο και δεν του αφήνει περιθώρια αναζητήσεως αυτού του κλίματος σε άλλες κοινωνίες.

Στην θεία Λειτουργία ο νέος μαθαίνει την οικογένειά του στην οποία ανήκει ο παππούς του, ο πατέρας του, τα μικρότερα αδέλφια του και τα νήπια. Ανήκουν όλοι οι άνθρωποι κάθε ηλικίας και κοινωνικής στάθμης. Ανήκουν ακόμη όλοι οι Ορθόδοξοι που ζουν σε διαφορετικά έθνη και που τυχόν θα τους συναντήσει στον Ναό. Η παρουσία του γέροντος και το κλάμα του νηπίου μέσα στη θεία Λειτουργία αφήνει βαθειά βιώματα στον νέο.

Γι’ αυτό, όπως έχει σημειωθεί από Ορθόδοξο μελετητή, οι μεμονωμένες ευχαριστιακές συνάξεις (μόνον για παιδιά κλπ) διασπούν αυτήν την κοινωνία, την αδελφότητα, και την οικογενειακή ζωή και είναι μια αίρεση «εν μέση Ορθοδοξία». Είναι το ίδιο σαν να ετοιμάζονται στο σπίτι δυο τραπέζια, ένα για τα παιδιά και ένα για τους μεγάλους, πράγμα που διασπά την ενότητα της οικογένειας. Η Ορθόδοξη αγωγή πρέπει να βοηθά τον νέο να αναζητά και να βρίσκει την ζωή, τον Θεό, την διδασκαλία όχι στις ιδιαίτερες γι’ αυτόν συγκεντρώσεις, αλλά μέσα στην Κοινότητα, μέσα στο σώμα του Χριστού.

Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις. Μερικές μόνο πτυχές τονίσαμε και μάλιστα επιγραμματικά. Τελειώνοντας λέμε ότι, όπως ο Χριστός ανέστησε τον νέο και τον έδωσε στην μητέρα του, έτσι και η Ορθόδοξη αγωγή, με την Χάρη του Χριστού, ανασταίνει τον νέο και τον προσφέρει στην Μητέρα του, την Εκκλησία, για να ζει στην μητρική της αγάπη.
                  

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Όσοι Πιστοί»)
Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011
Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ -ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 7, 11-16)


«Και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς
υιός μονογενής τη μητρί αυτού»

Η ΣΚΗΝΗ ΞΕΤΥΛΙΓΕΤΑΙ έξω από τη μικρή πόλη της Γαλιλαίας Ναΐν. Δυο συνοδείες συναντώνται. Ο Κύριος με τους μαθητές Του που κατευθύνονταν προς τη μικρή πόλη, η πρώτη. Μια μάζα πονεμένων ανθρώπων που έβγαιναν από την πόλη, η δεύτερη. Προπορευόταν ένα φέρετρο. Μια πονεμένη χήρα μάνα συνόδευε το μονάκριβο παιδί της στην τελευταία του κατοικία. Και το πλήθος των ανθρώπων, βουβοί και λυπημένοι, έκλειναν τη νεκρική πομπή. Οι συνοδείες διασταυρώθηκαν. Η πρώτη με επικεφαλής τη ζωή. Η δεύτερη με κέντρο τον θάνατο. Και η δυναμική αναμέτρηση, η δραματική πάλη αρχίζει.
Ο Κύριος μας, η Ζωή και η Ανάσταση των ανθρώπων, σπλαχνίζεται την πονεμένη μάνα. Βλέπει τα μάτια της να τρέχουν βρύσες, το πρόσωπο της αυλακωμένο από τον πόνο. Γεμάτος συμπόνοια της λέει: «Μη κλαίε». Κι ευθύς ζητά να σταματήσει η πομπή. Πλησιάζει το φέρετρο. Αγγίζει το νεκρό σώμα. Και το στόμα Του ανοίγει για ν’ απευθύνει το θεϊκό πρόσταγμα: «Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι»! Το θαύμα είναι πλέον μια πραγματικότητα. Ο νεκρός νέος ανακαθίζει και αρχίζει να ομιλεί. Ο Κύριος τον παραδίδει στη χαρούμενη μάνα και το πλήθος έκθαμβο ξεσπά σε δοξολογίες.
Η εξιστόρηση του θαύματος της σημερινής περικοπής μας φέρνει μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Η δραματική συμπλοκή του Κυρίου μαζί του, μας καλεί να σταθούμε αντιμέτωποι με το συγκλονιστικό τούτο γεγονός και να φωτίσουμε το μυστήριο που κρύβει με το φως της χριστιανικής μας πίστεως.

Θάνατος: μια τραγική πραγματικότητα

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ένα συγκλονιστικό γεγονός, μια οδυνηρή πραγματικότητα μέσα στη ζωή μας. Η παρουσία του απαρχής γέμιζε την ψυχή του ανθρώπου με φόβο και έφερνε τη σκέψη του σε απορία και αδιέξοδο. «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον…» ψάλλει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εκφράζοντας το πανανθρώπινο δέος ενώπιον του θανάτου.
Πραγματικότητα, λοιπόν, τραγική και αδιαμφισβήτητη. Φαινόμενο καθολικό. Γεγονός που μας συγκλονίζει. Γεννηθήκαμε; Ήρθαμε στον κόσμο αυτό; Τα μάτια μας αντίκρισαν το φως του ήλιου και τις ομορφιές της γης; Μια μέρα θα πεθάνουμε οπωσδήποτε. Θα φύγουμε από τον παρόντα κόσμο. Και τα μάτια μας, που τώρα ακτινοβολούν τη δύναμη και την ομορφιά της ζωής, κάποτε θα ακινητοποιηθούν και θα κλείσουν. Κανείς, μα κανείς από τους ανθρώπους δεν διέφυγε το δόκανο του θανάτου.

Η ρίζα του θανάτου

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η προέλευση του θανάτου; Πως μπήκε στη ζωή του ανθρώπου; Ο θάνατος είναι ο πικρός καρπός και η τραγική συνέπεια της αμαρτίας, της αποστασίας και της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Η Παλαιά Διαθήκη μας βεβαιώνει ότι «φθόνω διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2, 24). Και ο απόστολος Παύλος διδάσκει: «Δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος» (Ρωμ. 5,12).
Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι έργο του Θεού, αλλά αποτέλεσμα της αποστασίας μας, της αυτονομημένης ζωής από τον ζώντα και αληθινό Θεό, που προτιμήσαμε να ζήσουμε. Όπως διδάσκει και ο Μ. Βασίλειος – και η γνώμη του εκφράζει ολόκληρη την Πατερική Παράδοση -, «ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα».

Πως αντιμετωπίζουν οι πολλοί τον θάνατο

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ κατηγορία ανθρώπων βλέπουν τον θάνατο σαν ένα φυσικό φαινόμενο και μόνο, σαν το τέρμα της ζωής και την επιστροφή στο μηδέν και στην ανυπαρξία. Δεν πιστεύουν στην μεταθανάτια ζωή. Δεν αισθάνονται μεταφυσική δίψα. Δεν υπάρχει μέσα τους ελπίδα, πόθος σωτηρίας.
Άλλοι άνθρωποι θέλουν να αγνοούν τον θάνατο. Τον αντιπαρέρχονται ηθελημένα. Σκέπτονται τα πάντα. Υπολογίζουν λεπτομέρειες. Προγραμματίζουν τη ζωή τους σχολαστικά. Μόνο τον θάνατο επιμένουν να αγνοούν. Να μην τον σκέπτονται. Να μη λαμβάνουν υπόψη τους τη βίαιη έλευση του.
Και μια τρίτη κατηγορία: Είναι αυτοί που φοβούνται, που τρέμουν τον θάνατο. Στη σκέψη ότι θα πεθάνουν μια μέρα, παραλύουν από τον φόβο. Βλέπουν νεκροφόρα και στρέφουν αλλού το πρόσωπο τους. Και όταν η ανάγκη το επιβάλλει, τους είναι αδύνατο να δρασκελίσουν το κατώφλι του νεκροταφείου. Η ιδέα του θανάτου γεμίζει την ψυχή τους με απελπισία και τρόμο.

Η χριστιανική στάση

ΠΩΣ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ αντιμετωπίζουμε τον θάνατο; Πως θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε για την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο;
1. Το πρώτιστο είναι η ορθή αντίληψη περί θανάτου που οφείλουμε να έχουμε ως χριστιανοί. Ο θάνατος αποτελεί μιαν αδιαμφισβήτητη και αναπότρεπτη πραγματικότητα στη ζωή μας. Δεν είναι έργο του Θεού. Προήλθε από την αμαρτία. Είναι η τραγική συνέπεια της αποστασίας μας από τον ζώντα και αληθινό Θεό.
Όμως ο θάνατος, με τον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου μας, νικήθηκε. Έχασε τη δύναμη και την αποκρουστικότητα του. Γίνεται κατά τον Μ. Βασίλειο «ζωής αφορμή», γέφυρα με την οποία: περνάμε από τα πρόσκαιρα στα αιώνια και από τα φθαρτά στα άφθαρτα. Το φως της Αναστάσεως του Χριστού μας διαλύει τη μαυρίλα του θανάτου. Και η ελπίδα της κοινής αναστάσεως και της αιώνιας ζωής μεταβάλλει τον θάνατο σε ύπνο.
2. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η μνήμη του θανάτου. Οι χριστιανοί δεν τρέμουμε μπροστά στο θάνατο. Δεν τον φοβόμαστε. Δεν προσπαθούμε να τον απωθήσουμε από τον ορίζοντα της ζωής μας. Αντίθετα, τον σκεπτόμαστε, διατηρούμε μέσα στις καρδιές μας αυτό που οι Πατέρες μας ονομάζουν μνήμη θανάτου. «Πάσαν ώραν», διδάσκει ο Μέγας Αθανάσιος, «μνημόνευε της εξόδου σου, έχε καθ’ ημέραν προ οφθαλμών τον θάνατον».
Η εμπειρία αυτή δεν υποκρύπτει μια κάποια περιφρόνηση προς την παρούσα ζωή, αλλά μια βαθιά ρεαλιστική στάση μπροστά στην ζωή και στον θάνατο. Και η θύμηση αυτή του θανάτου γίνεται ανασχετικός φραγμός που μας ανακόπτει από το να αμαρτήσουμε, να αθετήσουμε τις ζωηφόρες εντολές του Κυρίου. «Μιμνήσκου τα έσχατα σου», συμβουλεύει ο σοφός Σειράχ, «και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις» (Σοφ. Σειρ. 7, 36).
3. Οι πιστοί ακόμη προετοιμαζόμαστε για την ώρα του θανάτου μας. Η ετοιμότητα ενώπιον του θανάτου αποτελεί μια συνεχή φροντίδα. Ολόκληρη η ζωή μας, ο καθημερινός αγώνας μας, υπηρετεί αυτό το ιδανικό: να ευρεθούμε έτοιμοι κατά την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο. Και περιεχόμενο αυτής της ετοιμασίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια να ζούμε κατά το θέλημα του Θεού.

Η προετοιμασία των ετοιμοθανάτων

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ την προετοιμασία μας ενόψει του θανάτου, είναι ανάγκη να πούμε δυο λόγια και για τον τρόπο με τον οποίο οι χριστιανοί οφείλουμε να προετοιμάζουμε τους ετοιμοθανάτους αδελφούς μας, συγγενείς ή φίλους μας.
Ασφαλώς δεν τρομοκρατούμε κανένα με την απειλή του επερχομένου θανάτου, αλλά δεν αποσιωπούμε αφελώς αυτό που μέλλει να συμβεί, αραδιάζοντας παραμύθια και ψεύτικες παρηγοριές.
Με αγάπη και τέχνη εισηγούμαστε την ανάγκη για μια καλή εξομολόγηση. Να έρθει πνευματικός ιερεύς για να εξομολογήσει τον γέροντα ή τον άρρωστο μας. Είναι εγκληματικό εμείς οι χριστιανοί να ανεχόμαστε ή – ακόμη χειρότερα – να καλλιεργούμε την ανόητη αντίληψη ότι ο ερχομός του ιερέως σημαίνει πως έφτασε η ώρα του θανάτου!
Μόνο έτσι πρέπει να προετοιμάζουμε τον άνθρωπο μας για να λάβει και τη θεία κοινωνία. Και τα δυο αυτά – εξομολόγηση και μετάληψη – πρέπει να γίνουν όταν ο γέροντας ή ο ασθενής είναι ακόμη καλά, έχει διαύγεια πνεύματος και το επιθυμεί και ο ίδιος. Όταν πλέον πνέει τα λοίσθια ή έχει περιπέσει σε κώμα είναι ανώφελο. Η Εκκλησία δεν δίνει τα μυστήρια της σε πτώματα. Και η δική μας ευθύνη γι’ αυτή την αμέλεια μας είναι πολύ μεγάλη.
Αλλά και κάτι άλλο: Συχνά γνωρίζουμε οι συγγενείς και οι φίλοι πως ο ετοιμοθάνατος βρίσκεται σε σύγκρουση ή αντιδικία με άλλους. Αποτελεί χρέος μας να τον βοηθήσουμε – έστω και την τελευταία στιγμή – να συμφιλιωθεί μαζί τους. Να δώσει και να ζητήσει συγχώρηση, ώστε να φύγει από τον κόσμο συμφιλιωμένος και ειρηνευμένος.

* * *

Αδελφοί μου,
Ας μη μας διαφεύγει η πραγματικότητα του θανάτου. Είμαστε φθαρτοί. Αργά ή γρήγορα – πότε ακριβώς μόνο ο Θεός το γνωρίζει – θα βρεθούμε όλοι μας αντιμέτωποι με την πραγματικότητα του θανάτου. Η μεγάλη ώρα θα έρθει οπωσδήποτε και για μας. Και θα έρθει ξαφνικά και απροειδοποίητα!
Οφείλουμε να μη φοβόμαστε τον θάνατο.
Να σκεπτόμαστε καθημερινά την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο.
Να προετοιμαζόμαστε με φόβο Θεού για τη μεγάλη αυτή στιγμή.
Και να παρακαλούμε με θέρμη τον Κύριο να μας χαρίσει «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών».

Πρεσβύτερος

Δημήτριος Λ. Λάμπρου
Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ Ευαγγέλιο : Λκ. 7,11-16

(εν ολίγοις)

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

            Ο θάνατος είναι πλέον ένας τοκετός που μας ανοίγει την αληθινή ζωή. Είναι μία αληθινή γέννηση. Γιατί όμως σήμερα ο άνθρωπος φοβάται τον θάνατο;
            Όποιος βρίσκεται κοντά στον αναστημένο Χριστό και ζει την παρουσία Του μέσα στην Εκκλησία ουσιαστικά, αυτός δεν αγωνιά μπροστά στο θάνατο  και δεν φοβάται. Με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μεταδίδεται στον άνθρωπο η νίκη πάνω στην αμαρτία και τον θάνατο, επειδή αυτή η νίκη πραγματοποιείται μέσα στο Χριστό.
            Με το βάπτισμα ο πιστός λαμβάνει τη σφραγίδα της αθανασίας. Η έννοια του θανάτου μετά το βάπτισμα αλλάζει για τον βαπτιζόμενο πιστό, αφού μιμούμενος τον θάνατο του Χριστού, ανίσταται μαζί με τον Χριστό και υψώνεται στην κοινωνία της θεότητας. Στο μυστήριο της μετάνοιας συντρίβουμε αδιάκοπα τον θάνατο μας. Στη λειτουργία κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, που είναι φάρμακο αθανασίας και «αντίδοτον του μη αποθανείν» και μετέχουμε στην αθανασία του Χριστού, προγευόμενοι της μέλλουσας ζωής.
            Βέβαια τα βάσανα των ανθρώπων δεν έκαψαν να είναι πολλά: ο πόνος, η δυστυχία, η φτώχεια, η αδικία, η ασθένεια κι ο θάνατος εξακολουθούν να μας ταλαιπωρούν. Το σημερινό όμως θαύμα της Ναίν  προσφέρει τη δυνατότητα αντιμετώπισης του προβλήματος του πόνου μέσα από την προοπτική της ανάστασης, απαλλάσσοντας μας από το άγχος του θανάτου.
            Ο Αλ. Σμέμαν αναρωτιέται: «Tι θα συνέβαινε αν ο καθένας που έχει ζήσει τη χαρά της Ανάστασης, που έχει ακούσει για τη νίκη της, που πίστεψε σ’ αυτό που έχει συντελεστεί, άγνωστο στον κόσμο αλλά μέσα στον κόσμο και χάριν αυτού, αν ο καθένας μας ξεχνούσε το μεγάλο αριθμό, τα πλήθη και τη μάζα, μετέδιδε αυτή τη χαρά και την πίστη μόνο σε ένα άλλο άνθρωπο, αγιάζεται μόνο μία άλλη ανθρώπινη ψυχή; Και απαντά : «Αν αυτή η πίστη και η χαρά μπορούσε  να είναι μυστικά παρούσα σε κάθε συζήτηση, ακόμη και στον πιο ασήμαντο, στις  κοινές πραγματικότητες της καθημερινής ζωής, θα άρχιζε αμέσως, εδώ και τώρα, να μεταμορφώνεται ο κόσμος και η ζωή».

            π. γ. στ.
8/10/11
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ
(Ζ΄ 11-16)
Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης
Συγκινητική αλλά και γεμάτη πίστη η περικοπή του Ευαγγελιστή Λουκά που θα ακούσουμε την Κυριακή στους Ιερούς μας Ναούς.
Η μητέρα, χτυπημένη από τον θάνατο του συζύγου της, δέχεται τώρα ένα δεύτερο, μεγαλύτερο χτύπημα στην ύπαρξή της, με τον θάνατο του μοναδικού της παιδιού.
Περίπτωσις όντως τραγική, που ίσως η μεγαλύτερη βοήθεια σε παρόμοιες περιπτώσεις, δεν είναι τόσο τα παρηγορητικά λόγια, όσο η συμπαράσταση στο δάκρυ «κλαίειν μετά κλεόντων».
Αλλά δόξα τω Θεώ, υπάρχει και η δεύτερη σκηνή της περικοπής. Η συνάντηση του πόνου με τον Ίδιο τον Αρχηγό της Ζωής.....Ο Ιησούς γνωρίζει και βιώνει περισσότερο απ’ όλους το δράμα του θανάτου.
Γνωρίζει όσο κανένας άλλος το φοβερό «μυστήριον του θανάτου». Άλλωστε γι αυτό ήρθε. Για να νικήσει και κατασυντρίψει το αποτέλεσμα της αμαρτίας, δηλ. τον θάνατο, και «τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολο».
Η συνάντησις είναι συγκλονιστική. Δεν απευθύνεται απλά μ’έναν παρηγορητικό λόγο στη μητέρα του νεκρού παιδιού. Με απέραντη αγάπη, την προστάζει κάτι το ακατανόητο. «Μη κλαίε». Μα πώς να μην κλάψει αφού αποχωρίζεται το μονάκριβο σπλάχνο της; Ναι. «Μη κλάιε», διότι Αυτός που βρίσκεται μπροστά σου είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Και όπως με το παντοκρατορικό του πρόσταγμα «είπε και εγεννήθησαν», Αυτός ο ίδιος τώρα, με την Θεϊκή του θέληση και αγάπη, πραγματοποιεί αυτό που θέλοντας και μη θα γευθούν στο τέλος της ιστορίας, όλοι οι «κεκοιμημένοι απ’ αρχής έως εσχάτων».
Είναι τόσο χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Κυρίου, τους οποίους αποδίδει επ’ ακριβώς ο Έλληνας Ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς: «… ήψατο της σορού… και είπε. Νεανίσκε σοι λέγω, εγέρθητι».
Καμμία απολύτως δύναμη δεν είναι δυνατόν να αντισταθεί στην θέληση του Ιησού.
Και ζωντανός τώρα ο νέος, προσφέρεται στην εκστατική του μητέρα.
Καμμία ανθρωπίνη περιγραφή δεν μπορεί να αποτυπώσει τα αισθήματα τα οποία βιώνει ο άνθρωπος μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις, που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα. Γι αυτό και «έλαβε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν».
Όπωσδήποτε, όλοι οι άνθρωποι, κάποια στιγμή θα κληθούμε, αν δεν έχουμε ήδη, να αντιμετωπίσουμε μια παρόμοια οδυνηρή εμπειρία, όπως ακριβώς και η χήρα μητέρα της Ευαγγελικής περικοπής. Κάποιο προσφιλές μας πρόσωπο, θα αναχωρήσει απ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή, και εμείς «οι περιλειπόμενοι», θα δώσουμε τις πνευματικές εξετάσεις στο θέμα του θανάτου.
Ας μη περάσει ποτέ από το νου κανενός ότι ο θάνατος επιφέρει την εκμηδένιση.
Η ψυχή συνεχίζει να υπάρχει μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα, απολαμβάνοντας η βασανιζόμενη, αναλόγως του πως έζησε ο άνθρωπος όταν βρισκόταν σ’ αυτή την ζωή.
Και όχι μόνο τούτο «Προσδοκούμε ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος».
Επομένως, αφού ο Χριστός δια του Σταυρικού θανάτου και της ενδόξου Αναστάσεώς Του, νίκησε τον χειρότερο εχθρό των ανθρώπων, τον θάνατον, ο πιστός Χριστιανός, τώρα έχει όχι απλώς ελπίδα, αλλά την βεβαιότητα της ζωής. Όχι μόνο ο αποχωρισμός των αγαπημένων προσώπων μας είναι εντελώς προσωρινός, αλλά ζούμε την βεβαιότητα ότι θα αναστηθούμε στην ένδοξη και νέα ζωή που μας αναμένει.
Το θαύμα της αναστάσεως του υιού της χήρας της Ναῒν, επί της ουσίας, αυτήν ακριβώς την αλήθεια πιστοποιεί. Και εμείς δεν έχουμε, παρά ως πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, με αυτή την βεβαιότητα να ζούμε και να αγωνιζόμαστε.
Τελειώνοντας να τονίσουμε ότι ο Χριστός, δεν συνάντησε στάχτη μπαίνοντας στην Ναῒν και δεν ευλόγησε κάποια τεφροδόχο. Συνάντησε, μίλησε και άγγιξε το νεκρό σώμα του νέου ανθρώπου. Το σώμα αυτό που ήταν ναός της ψυχής και τώρα με την Θεϊκή προσταγή, αυτή η ίδια η ψυχή επιστρέφει, όχι στην τέφρα αλλά στο σώμα το οποίον ζωντανό πλέον «ανεκάθισεν και ήρξατο λαλείν» και ο Ιησούς «έδωκεν τη μητρι αυτού».
Είθε ο Κύριος να μας χαρίζει τον φωτισμό του και να ζούμε τις θείες αυτές διδασκαλίες της πίστεώς μας.Αμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΛΟΥΚΑ: Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ ΣΤΗ ΝΑΪΝ (Λουκά, κεφ. 7, 11-16)

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ ΣΤΗ ΝΑΪΝ

 (Λουκά, κεφ.  7, 11-16)

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

    Ο πρώτος μέγιστος ιεραπόστολος των αιώνων υπήρξε ο Χριστός, ο οποίος βάδιζε καθημερινά με τους μαθητές του πολλά χιλιόμετρα, κήρυττε το λόγο του Θεού στο λαό και παράλληλα θεράπευε τα πάθη, τις ασθένειες και τις αδυναμίες τους, εγκαινιάζοντας το νέο κόσμο της χάριτος του Θεού. Κάποτε έφτασε σε μια κωμόπολη της Γαλιλαίας που λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ως συνήθως βάδιζαν οι απόστολοι, ένας κύκλος αρκετών μαθητών και πλήθος κόσμου. Την ώρα που πλησίαζαν στην πύλη της πόλης, συνάντησαν μια νεκρική πομπή. Έβγαζαν ένα νεκρό παιδί, το μονάκριβο μάλιστα γιο μιας μάνας, που ήταν και χήρα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Κύριος είναι η μοναδικά αληθινή πύλη προς τον Ουρανό και ο μονογενής Υιός του Θεού, που με τα θαύματά του, την αγία ζωή του, την απαράμιλλη διδασκαλία του, το σταυρό και την ανάστασή του, μάς άνοιξε το δρόμο προς τον παράδεισο. Κόσμος πολύς συνόδευε την νεκρική πομπή που έκλαιγε πολύ, όπως παρατηρείται πάντα όταν αναχωρεί μια νεανική ψυχή από την εδώ ζωή.

Όταν είδε τη χήρα ο Κύριος και ένοιωσε τον μεγάλο πόνο της, τη σπλαχνίστηκε, συγκινήθηκε βαθειά, και της είπε: «Μην κλαις». Το κλάμα της μάνας, ήταν από μόνο του μια δυνατή κραυγή προς τον Θεάνθρωπο για βοήθεια. Ο Θεός έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού γιατί λυπήθηκε το πλάσμα του, που στέναζε κάτω από το βάρος της σύγχυσης και της αμαρτίας. Και δεν στενοχωρήθηκε που από Θεός έγινε άνθρωπος, ούτε αρνήθηκε να πεθάνει με το χειρότερο τρόπο για να λυτρώσει την ανθρωπότητα που χαροπάλευε. Γι’ αυτό και το πένθος στους πιστούς, πρέπει να συνοδεύεται από την ακλόνητη πεποίθηση ότι η ελπίδα δεν χάνεται, αφού υπάρχει ανάσταση νεκρών και θα συναντήσουμε και πάλι τα προσφιλή μας, κοιμηθέντα προς το παρόν, πρόσωπα.

Έπειτα προχώρησε ο Ιησούς, άγγιξε τη σορό, οι συνοδοί σταμάτησαν και εκείνος, με τον παντοδύναμο λόγο του, έδωσε εντολή στο νεκρό: «Νεαρέ, σε σένα το λέω, σήκω». Ο Κύριος, που είναι η ίδια η Ζωή, απευθύνθηκε στον νεκρό και τον ανέστησε. Το πρώτο προμήνυμα πως πλησιάζει το τέλος της εξουσίας του θανάτου πάνω στον άνθρωπο. Άλλωστε ο θάνατος δεν ήταν μέσα στα σχέδια του Θεού, αλλά ήταν το επακόλουθο μιας ζωής αποξενωμένης από τη μετοχή στο Θεό, φίλαυτης και αποπροσανατολισμένης. Ο Χριστός αποδεικνύει ότι είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Και η Εκκλησία διδάσκει πως την αιώνια και ποιοτική ζωή εγγυώνται η μετοχή στην εκκλησιαστική ζωή και ιδιαίτερα στη Θεία Ευχαριστία.

Και ενώ πολλοί και συχνά μάς παρηγορούν μόνο στα λόγια, ο Ιησούς είναι εκείνος που κάνει αμέσως πράξη το λόγο του. Ο νεκρός ανακάθισε και άρχισε να μιλάει. Απόδειξη πως επέστρεψε στη ζωή. Ο λόγος και οι νοητικές λειτουργίες ισχύουν στον άνθρωπο γιατί και μόνο ο Θεός το θέλει. Είναι αποτέλεσμα των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Αλλά και χωρίς τη σχέση με το Θεό, ο άνθρωπος, ακόμη κι αν μιλάει, ίσως δεν έχει να πει τίποτε το σπουδαίο, παρά μόνο, στις περισσότερες περιπτώσεις, ακατάσχετες φλυαρίες. Ο Ιησούς τότε, πιάνοντας το παιδί από το χέρι, το οδήγησε στη μητέρα του. Πράγματι, ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός και έμπιστος οδηγός των ανθρώπων προς το λιμάνι της σωτηρίας. Αλλά και ο μόνος, μέσω του οποίου αποκαθίστανται ουσιαστικά οι ανθρώπινες σχέσεις και τερματίζονται οι διαφορές. Δύσκολα να περιγράψει κανείς την χαρά και τις ευχαριστίες της ταλαίπωρης μάνας μετά την ευεργεσία που της έγινε. Ούτε ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει τι επακολούθησε. Είναι κι αυτό μια απόδειξη ότι τα Ευαγγέλια μάς λένε την αλήθεια. Διότι δεν μετατρέπουν την ουσία των θαυμάτων και των λόγων του Κυρίου σε δακρύβρεκτες διηγήσεις, αλλά εμμένουν στο μήνυμα της σωτηρίας και αυτό μόνο μεταδίδουν, χωρίς να ξεπέφτουν σε λογοτεχνικές και συγκινητικές αναλύσεις για να αναγκάσουν τους αναγνώστες να πιστέψουν.  

Όλους τότε τούς κυρίεψε δέος, θείος φόβος και θαυμασμός. Και δόξαζαν το Θεό και έλεγαν: «Μεγάλος προφήτης εμφανίστηκε ανάμεσά μας» και ότι «Ο Θεός επισκέφθηκε το λαό του» για να τον σώσει. Ο κατεξοχήν προφήτης και χαρισματούχος και άγιος και αποκαλύπτων το θέλημα του Θεού στους ανθρώπους υπήρξε δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, Υιός και Λόγος του Θεού, ο Μεσσίας των επαγγελιών του Ισραήλ. Έτσι, η φήμη για το Χριστό και τα μοναδικά του θαύματα και για την ανάσταση του νεκρού παιδιού που πραγματοποίησε, διαδόθηκε σ’ όλη την Ιουδαία και στα περίχωρα, δηλαδή και στα μέρη των εθνικών, διότι όλοι οι άνθρωποι στενάζουν κάτω από τη μπότα του θανάτου, από τον οποίον μόνο ο Χριστός ελευθερώνει, μέσω της δικής του ανάστασης. Και ο κόσμος άρχισε για τα καλά να σιγουρεύεται ότι απλός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι, αφού κάνει τέτοια μοναδικά θαύματα. Παρά μόνο Θεός μπορεί να είναι, έλεγαν, που επισκέφθηκε το λαό του και έγινε άνθρωπος για να μας λυτρώσει.

Είναι ανάγκη να τονίσουμε ότι το παράδειγμα του Κυρίου, που συνέτρεξε και θεράπευσε και παρηγόρησε και συμπαραστάθηκε στις δυστυχίες πολλών, είναι απαραίτητο να συνεχίζεται και από εμάς τους μαθητές του, οι οποίοι δεν λεγόμαστε χωρίς λόγο χριστιανοί. Υπάρχει εξάλλου και πνευματικός θάνατος, ο χωρισμός δηλαδή του ανθρώπου από το θείο θέλημα, και οφείλουμε να υποδείξουμε και στους άλλους, ότι ο μόνος ιατρός που θεραπεύει τελεσίδικα την φθορά, την αλλοτρίωση και την απομόνωση είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς. Η παρηγοριά λοιπόν, η έμπρακτη αγάπη και η αλληλοβοήθεια ανήκει στα δικά μας καθήκοντα. Μέχρις ότου ο κόσμος μετατραπεί, με τη χάρη του Θεού, σε δοξολογικό, ευχαριστιακό και χαρισματικό χώρο της παρουσίας Του.

Read more: http://www.egolpion.net/c_luke_xoulis.el.aspx#ixzz2g1i5lble
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. , Κεφ. Ζ. 11 – 16)

Κυριακή 9η Οκτωβρίου 2011

Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

«νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι»

Ανάμεσα στις πολλές και θαυμαστές ενέργειες που πραγμάτωσε ο Χριστός  στον άνθρωπο, κατά τον επίγειο βίο Του, είναι και οι αναστάσεις νεκρών ανθρώπων, όπως του υιού, της εκ της πόλεως   Ναΐν, χήρας του σημερινού Ευαγγελίου, της κόρης του Ιαείρου, του φίλου Του Λαζάρου, καθώς και των νεκρών τη στιγμή της σταύρωσής Του, όπου «πολλά σώματα των κεκοιμημένων, μετά την έγερσιν αυτού εισήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς» και βεβαίως η Ανάσταση του Ιδίου του εαυτού Του.

Αντικρίζοντας τον υιό της χήρας στην πόλη Ναΐν, κατανοούμε, ότι πρόκειται για ένα μεγάλο μυστήριο, που μας διδάσκει ότι δεν υπάρχουν νεκροί, διότι  «ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Γι’ αυτό ο Χριστός σήκωσε τον πεθαμένο υιό της χήρας λέγοντάς του: «νεανίσκε, σε σένα μιλώ, σήκω επάνω!». Αντικρίζει το νεκρό σώμα του μονάκριβου υιού της γυναίκας εκείνης και του συμπεριφέρεται, ωσάν να βρισκόταν σε ύπνο.

Δύσκολα αποδέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος τούτα τα υπέρλογα, αλλά οντολογικά γεγονότα και δύσκολα, έως καθόλου, τα πιστεύει. Ακούγοντας κανείς για θάνατο αποφεύγει και να τον ονομάσει, γιατί τον φοβάται και τον τρέμει. Δεν κατόρθωσε ο σύγχρονος άνθρωπος να κάνει υπέρβαση του θανάτου, με αποτέλεσμα ούτε για ανάσταση να μπορεί να μιλάει, διότι το όντως φοβερό γεγονός του μυστηρίου του θανάτου είναι υποχρέωση και επιταγή της Εκκλησίας, καθώς και της Θεολογίας, να το διδάσκουν, ώστε να κατορθώσει ο άνθρωπος, να δώσει μια απάντηση  στα πιο δύσκολα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου, που είναι ζωτικής σημασίας και υπαρξιακού ενδιαφέροντος, γύρω από τα οποία οφείλει να στρέφεται, ακατάπαυστα, ο λόγος και η διδασκαλία των συγχρόνων κληρικών και λαϊκών θεολόγων. Είναι το αυτονόητο καθήκον του κάθε κληρικού ή λαϊκού θεολόγου, διότι ολόκληρη η χριστιανική αλήθεια και η πίστη της Εκκλησίας στηρίζεται στην Ανάσταση του Χριστού, ο οποίος καταπάτησε και εκμηδένισε το θάνατο, (θανάτω θάνατον πατήσας), προσλαμβάνοντας το θάνατο του ανθρώπου, «απαθανατίζων το πρόσλημμα», ως προσφορά αγάπης.

Σε μια εποχή, λοιπόν, όπως η σημερινή, εποχή βαθύτατων υπαρξιακών προκλήσεων, προβληματισμών και αναζητήσεων η θεολογία, ως κατάθεση βιώματος της Εκκλησίας, μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στη λύση τραγικών εμπειριών, όπως είναι ο θάνατος, προσφέροντας στο πόνο της ανθρώπινης ύπαρξης την αναστάσιμη ελπίδα αφού «ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή.

Είναι γεγονός ότι, ο σύγχρονος άνθρωπος αντιμετωπίζει έντονα και δυσεπίλυτα προβλήματα υπάρξεως. Αντιμετωπίζει καταστάσεις και συνθήκες που δημιουργούν αγωνία, σύγχυση, και αίσθημα αδιεξόδου και απώλειας της προσωπικής ανεξαρτησίας και ζωής. Μερικά από τα προβλήματα αυτά αποτελούν μόνιμο χαρακτηριστικό του ανθρωπίνου βίου, ως διαχρονικά φαινόμενα που με διαφορετικές μορφές εμφανίζονται σταθερά στις διαδοχικές φάσεις της ιστορίας. Μεταξύ άλλων είναι το θέμα του τραγικού γεγονότος του θανάτου και της υπέρβασής του, καθώς και της πέραν αυτού ζωής.

«Βεβαίως, όταν η Εκκλησία μιλά για τον θάνατο, δεν το κάνει για να τρομάξει τους ανθρώπους ή να τους δημιουργήσει πανικό, αλλά για να τους βοηθήσει να τον υπερβούν. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι το πρόβλημα του θανάτου δεν αντιμετωπίζεται εύκολα ούτε είναι ένα απλό γεγονός. Γεννιόμαστε με την φθαρτότητα και την θνητότητα. Με την γέννηση γεννιέται ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, που πρόκειται να πεθάνει. Όλος ο ανθρώπινος βίος είναι μια διαδοχή θανάτων. Οι αρρώστιες και γενικά η φθαρτότητα του σώματος υποδηλώνουν ότι μεταφέρουμε και κουβαλάμε πάνω μας τον θάνατο. Και οι διάφορες άσχημες αντιδράσεις μας ανάγονται στην βίωση του θανάτου. Οπότε, όταν μιλά η Εκκλησία για τα θέματα αυτά βοηθάει αποτελεσματικά τον άνθρωπο. Δεν του σκορπά φόβο και πανικό, αλλά ελπίδα και παρηγοριά, ώστε να μπορεί να χαίρεται τη ζωή», σημειώνει μεταξύ άλλων, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου, κ. Ιερόθεος.

Συνεπώς, η βεβαιότητα του θανάτου είναι η μόνη βεβαιότητα, που συνέχει ακόμη και σήμερα το είναι του ανθρώπου και ταλανίζει την ύπαρξή του. Το μοιραίο γεγονός του θανάτου παραμένει το μεγάλο και αναπάντητο ερώτημα του ανθρώπου. Ως το κύριο και σημαντικό πρόβλημα του ανθρώπινου είναι, θεωρεί ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι το γεγονός ότι, «η πραγματικότητα του θανάτου δεν έχει ακόμη καταργηθεί, έχει όμως αποκαλυφθεί η αδυναμία του».

Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι, «είναι αλήθεια ότι εξακολουθούμε να πεθαίνουμε, όπως και πριν, αλλά δεν παραμένουμε μέσα στο θάνατο, και τούτο σημαίνει πως δεν πεθαίνουμε. Η δύναμις και η απόλυτη αλήθεια του θανάτου είναι το γεγονός, ότι ένας νεκρός δεν έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στη ζωή, όμως μετά το θάνατο είναι δυνατό να ζωοποιηθεί και, ακόμη περισσότερο, να αποκτήσει μια καλλίτερη ζωή, τότε η νέα του αυτή κατάσταση δεν είναι πλέον θάνατος, αλλά ύπνος».

Βασικός  άξονας  γύρω  από  τον  οποίο  αναπτύσσονται  οι  περί θανάτου απόψεις του ιερού Χρυσοστόμου είναι η μελέτη της οντολογίας και  των συνεπειών του συγκεκριμένου υπαρκτικού αινίγματος πριν και μετά από τον Χριστό.  Σταθερά προσανατολισμένος στις βιβλικές παραδοχές, ο ιερός  Χρυσόστομος συνδέει αιτιακά τον θάνατο με την αμαρτία. Είναι η θεία  «καταδίκη» που επέσυρε η πτώση και λειτουργεί ως μέσο τιμωρίας για τον  άνθρωπο. Ταυτόχρονα όμως ο θάνατος ενσαρκώνει και τον θρίαμβο του  διαβόλου και των δυνάμεων του σκότους, που συνοδεύουν έκτοτε την ιστορική, ηθική και υπαρκτική περιπέτεια της ανθρωπότητας.

Ο   Χρυσόστομος   υπερβαίνει   το   αδιέξοδο   της   φαινομενικής αντίφασης εξηγώντας το σωματικό θάνατο, ως θεραπευτική συνέπεια του πνευματικού, ο οποίος προηγήθηκε με την πτώση. Ο πνευματικός θάνατος είναι ο θρίαμβος του κακού και ο σωματικός θάνατος η δίκαιη τιμωρία, καθώς και το εκφραστικό μέσο της θείας φιλανθρωπίας. Αυτός ο
ερμηνευτικός ελιγμός, επιτρέπει στον ιερό Χρυσόστομο, άλλοτε να μαλώνει τον άνθρωπο, για το απαράγραφο χρέος της θνητότητας και άλλοτε να υπερασπίζεται τον θάνατο, ως «αμαρτίας φάρμακο», που ματαιώνει τον πολλαπλασιασμό και τη διαιώνιση του κακού. Από την άποψη αυτή ο θάνατος, σύμφωνα με τον ιερό Πατέρα της Εκκλησίας, «δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αναίρεση της φθοράς, γιατί ο θάνατος δεν διαλύει απλώς το σώματα, αλλά τη φθορά του». Ο θάνατος πριν από τον Χριστό αποτελούσε το αδιαπέραστο φράγμα ανάμεσα στο ενθάδε και το επέκεινα και ήταν πηγή μόνιμου φόβου και απαρηγόρητου πένθους. Ήταν ο οριστικός θρίαμβος του αφανισμού πάνω σε μια ζωή εύθραυστη και απειλούμενη διαρκώς από την τρομώδη αναμονή του βέβαιου τέλους, το οποίο εξ’ αιτίας της ευεργετικής «μεταβολής», που συντελέστηκε με   τον   σταυρικό   θάνατο   και   την   ανάσταση   του   Θεανθρώπου, ανέτρεψε τους όρους της ισχύος και της ασθένειας. Ενώ, δηλαδή, ο  άνθρωπος  της  προχριστιανικής  εποχής  ενσάρκωνε  το  έσχατο  της αδυναμίας   απέναντι   στον   πανίσχυρο   θάνατο,   ο   χριστοποιημένος άνθρωπος παρουσιάζεται πανίσχυρος ενώπιον του εξουθενωμένου και ευτελισμένου πλέον θανάτου.

Όμως η ανάσταση του Χριστού κατεδαφίζει την αγωνία και το  φόβο  του  θανάτου, μεταμορφώνοντας  την  έσχατη  εμπειρία  του ανθρώπου από απειλή αφανισμού σε ένα πολύτιμο πέρασμα προς την αιωνιότητα, την αφθαρσία και τη θέα του Θεού. Έτσι, ο χριστιανικός θάνατος  θεωρείται πλέον,  ως  «ανάπαυση  και  απαλλαγή»  από  τις  ακούσιες ταλαιπωρίες της παρούσας ζωής αλλά και ως «αμοιβή» και «στέφανος» για τους εκούσιους ασκητικούς κόπους ως μια κατάργηση ή υπέρβαση του θανάτου.

Συνεπώς, ενώ το κράτος του θανάτου, πριν από τον Χριστό, στηριζόταν σε  έναν  βαθύρριζο  φόβο,  τον  οποίο  ο άγιος Ιωάννης ο  Χρυσόστομος  ερμηνεύει  και δικαιολογεί ως αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, η βιωματική οικείωση των ευεργεσιών της εν Χριστώ εξουδετέρωσης του θανάτου απαιτεί και την   ενεργό   συμμετοχή   του   ανθρώπου:   Είναι   άσκηση   ελευθερίας, κατόρθωμα  της «προαιρέσεως»,  δηλαδή  προϊόν  της  πίστης  και  της ελπίδας   του   ανθρώπου   στην   ανάσταση.   Όπως   είναι   φυσικό,   η αταλάντευτη  πίστη  του  χριστιανού  στην  ανάσταση  εκφράζεται  στην νηφάλια  και  αδιαμαρτύρητη  αποδοχή  του  θανάτου  και  στην εκούσια προσφορά της ζωής του, για χάρη της αγάπης του Χριστού.

Η τραγωδία του ανθρώπου διακόπτεται και ο ίδιος λυτρώνεται από το θάνατο, όχι μέσα σε μια ένωση με γήινα χαρακτηριστικά και κτιστές διαστάσεις, αλλά μέσα στην ενότητα με το πρόσωπο του Χριστού. Μέσα σε μια τέτοια κοινωνία κτιστού, που είναι ο άνθρωπος, και άκτιστου, που είναι ο Θεάνθρωπος, «η ανάγκη και ο θάνατος παύουν να είναι οριακά σημεία, γιατί παίρνουν μια νέα θέση μέσα στο κόσμο. Αναγκαστικά χάνουν την εχθρική τους έννοια, γιατί προσλαμβάνουν μια λειτουργικότητα υπηρετική του θείου σχεδίου. Έτσι, ο εν Χριστώ άνθρωπος χωρίς να διαφεύγει στην επίγεια ζωή του την ανάγκη και το θάνατο γεύεται κιόλας τη σωτηρία, γιατί υπερνικά την τραγική του μοίρα και κυριαρχεί πάνω σ’ αυτή όχι αποφεύγοντάς την, αλλά δίνοντας σ’ αυτήν ένα νέο νόημα».

Μόνο ο άκτιστος Θεός παρέχει την αθανασία και σώζει τον άνθρωπο από το θάνατο. Η υπέρβαση του θανάτου απαιτεί πλήρη σύζευξη του κτιστού με το άκτιστο. Η ιδιαιτερότητα και το σωτηριολογικό περιεχόμενο της ένωσης αυτής, έγκειται στο γεγονός ότι, προσφέρει τη δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να μεθέξει προσωπικά στην Ανάσταση του Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός κατάργησε τον έσχατο εχθρό της ανθρώπινης ύπαρξης και έγινε έτσι η απαρχή της ζωής που υπερβαίνει το θάνατο. Η παρουσία του Θεού πληροί τα πάντα. Σε καμία περίπτωση το κτιστό δεν μπορεί να ζήσει έξω από την αμεσότητα με το άκτιστο. Τίποτα δεν σώζει παρά μόνον ο Θεός.

 Κατόπιν όλων αυτών ο πιστός  έχει την πεποίθηση ότι «ο Χριστός με το να ενώσει κτιστό και άκτιστο ασυγχύτως και αδιαιρέτως νίκησε το θάνατο με μια νίκη που δεν είναι ένα αναγκαστικό για την ύπαρξη γεγονός, αλλά μια δυνατότητα που κερδίζεται μόνο με την ελευθερία και την αγάπη. Η νίκη αυτή πραγματοποιήθηκε στην Ανάστασή Του, χωρίς την οποία δεν μπορεί να γίνει λόγος για σωτηρία, αφού ο θάνατος είναι το πρόβλημα της κτιστότητας. «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών», λέγει ο Παύλος. Ο Χριστός είναι σωτήρας του κόσμου, όχι γιατί θυσιάστηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ’ αυτό τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί ανέστη εκ νεκρών «θανάτω θάνατον πατήσας». Η Ανάσταση, λοιπόν, του Χριστού έγινε δυνατή χάρη στην ένωση «αδιαιρέτως», αλλά και «ασυγχύτως» του κτιστού με το άκτιστο, δηλαδή χάρη στην αγάπη, που κάνει το κτιστό και το άκτιστο να υπερβαίνουν τα όριά τους και να ενώνονται «αδιαιρέτως», και χάρη στην ελευθερία, που κάνει το κτιστό και το άκτιστο να μη χάνουν την ετερότητά τους με την υπέρβαση των ορίων τους στην ένωση αυτή, αλλά αντίθετα, να εξασφαλίζουν την ετερότητα αυτή, διατηρώντας έτσι τη διαλεκτική σχέση τους.

Ο κόσμος είναι τόσο κτιστός, ώστε να μη μπορεί να ζήσει μόνος του, αλλά και τόσο αγαπητός από το Θεό, ώστε να πρέπει να ζήσει. Ο θάνατος, ο «έσχατος εχθρός» της υπάρξεως, πρέπει να υπερνικηθεί. Αυτό επιτυγχάνεται με το θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, που και τα δύο, ως ιστορική πραγματικότητα, αποτελούν το κέντρο της ζωής του κάθε πιστού. Ο θρίαμβος της αγάπης του Χριστού, κινείται γύρω από τον άξονα της διαλεκτικής σχέσης κτιστού και ακτίστου. Το ανθρωπολογικό και δυναμικό νόημα αυτής της σχέσης φανερώνεται στην υπέρβαση της τραγικότητας του θανάτου και στην εξάλειψη κάθε κινδύνου, για αφανισμό του ανθρωπίνου προσώπου.

Η αγαπητική ένωση ανθρώπου και Θεού στο πρόσωπο του Χριστού σώζει από το θάνατο. Μόνο μέσα σ’ αυτή τη σχέση καταφάσκεται η ανθρώπινη ύπαρξη και υπερβαίνεται η κτιστότητα της φύσεως του ανθρώπου. Κι αυτό γιατί η ένωση αυτή οδηγεί σε μία ταύτιση: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός»

Με τον τρόπο αυτό της προσωπικής υπάρξεως, η σωτηρία είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, γιατί διατελεί μέσα στην αγάπη του Θεού. Τότε όμως η ζωή του ανθρώπου ξεπερνά τη φθορά και το θάνατο και γίνεται αιώνια, αφού και «η ζωή του Θεού είναι αιωνία, διότι είναι προσωπική, δηλαδή, πραγματώνεται ως έκφραση ελευθέρας κοινωνίας, ως αγάπη. Ζωή και αγάπη ταυτίζονται και γίνονται πρόσωπο,  το οποίο δεν αποθνήσκει, διότι αγαπάται και αγαπά. Έξω από την κοινωνία της αγάπης το πρόσωπο χάνει τη μοναδικότητά του, γίνεται ένα ον όπως και τα άλλα, ένα «πράγμα», χωρίς «ταυτότητα» και «όνομα», χωρίς πρόσωπον. Θάνατος δια το πρόσωπον σημαίνει το να παύσει να αγαπάται και να αγαπά, να παύσει να είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο, ενώ ζωή δια το πρόσωπον σημαίνει την επιβίωση της μοναδικότητας της υποστάσεώς του, την οποίαν βεβαιώνει και συντηρεί η αγάπη». Έτσι, η αγάπη ελευθερώνει τον άνθρωπο, ως πρόσωπο, από τη φθορά και το θάνατο. Ο άνθρωπος με την αγάπη υπερβαίνει την κτιστότητά του, αφού η κτιστή του φύση γίνεται ένα με την άκτιστη φύση του Τριαδικού Θεού, που είναι αγάπη και μάλιστα απεριόριστη. Κάθε άνθρωπος καλείται να πραγματώσει αυτό τον τρόπο ύπαρξης μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, που «είναι σε τελευταία ανάλυση τρόπος υπάρξεως, επειδή ακριβώς είναι το Μυστήριο της Αγάπης, το Μυστήριο στο οποίο βιώνουμε θετικά την ελευθερία μας από τα πάθη».

Με άλλα λόγια, η αγάπη του ανθρώπου πρέπει να είναι γνήσια και αυτό σίγουρα δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά δεν είναι και δύσκολο κατόρθωμα. Είναι μια μαθητεία και άσκηση, δια βίου, στο χώρο της προσωπικής ύπαρξης. Για τους χριστιανούς το διαρκές και επαναλαμβανόμενο γεγονός του θανάτου στη ζωή τους αποτελεί υπόμνηση της αγάπης. Μιας αγάπης, σε μια οριζόντια και κάθετη σχέση με τους άλλους και με το Θεό, που είναι απαραίτητη για μια ουσιαστική και οντολογική θεμελίωση της προσωπικότητας του ανθρώπου και της κοινωνικότητας της Εκκλησίας.

Κι αυτό γιατί η «αγάπη παραπέμπει σε σημαινόμενη εμπειρική δυναμική, που βιώνεται και στην επίγεια βιωτή, ως πάντοτε ατέλεστος τελειότης, αλλά και στη μετά το θάνατο ζωή, που δεν καταργείται. Δεν εκπίπτει με την ενηλικίωση της εισόδου στον «χώρο του ακτίστου». Η ζωή συνεχίζεται και μετά το θάνατο. Η πίστη στην αθανασία αποτελεί μια κλασική απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα του ανθρώπου για το θάνατο, εάν δηλαδή, αποτελεί το οριστικό τέρμα της ζωής ή μήπως πρό­κειται μόνο για ένα σταθμό, κάποιο σύντομο διάλειμμα και μια πρόσκαιρη διακοπή του φαινομένου της ζωής. Η αθανασία υπο­στηρίζει τη δεύτερη εκδοχή παρομοιάζοντας το θάνατο με τον ύπνο, όπου ο θάνατος εκλαμβάνεται σαν «μεγάλος ύπνος» και ο ύπνος ως «μικρός θάνατος». Κύ­ρια συστατικά στοιχεία της πίστης στην αθανασία της ψυχής είναι η συνέχιση της ζωής μετά θάνατο, ο αποχωρισμός της ψυχής από το σώμα κατά την τελευτή του άνθρωπου, η επανένωση τους στο μεταθανάτιο υπερπέραν, η επουράνια κρίση των επίγειων έργων μας και η συνακόλουθη ανταμοιβή, ως παράδεισος, ή τιμωρία, ως κόλαση.

Ο χριστιανισμός αποδέχεται λοιπόν την αθανασία, την τροπο­ποιεί όμως ριζικά και επιφυλάσσεται έντονα, έχοντας σαν πρώτι­στη οντολογική προϋπόθεση τη σωματική ανάσταση των νεκρών, υπό το πρίσμα της οποίας βλέπει την αθανασία του ανθρώπου. Η ανατολική ορθόδοξη θεολογία στον πατερικό της κορμό έχει διατηρήσει τη διαλεκτική ισορροπία μεταξύ των δύο παραπάνω θέ­σεων με το να διακρίνει, χωρίς να διασπά, και να συνδέει, δίχως να ταυτίζει την ανάσταση προς την αθανασία, δίνοντας το πρωτείο στην πρώτη και αποδεχόμενη την τελευταία υπό τον όρο της πρώ­της. «Οι χριστιανοί δεν δεσμεύονται από καμιά φιλοσοφική διδα­σκαλία περί αθανασίας. Αλλά δεσμεύονται από την πίστη στην κα­θολική ανάσταση. Μια «αθανασία ασωμάτων ψυχών» δεν θα έλυ­νε το ανθρώπινο πρόβλημα. Οι χριστιανοί προσδοκούν κάτι μεγα­λύτερο από μια «φυσική αθανασία», λαχταρούν μια αιώνια κοινω­νία με το Θεό, μια θέωση κατά χάρη».

 Ο άνθρωπος δεν έχει σώμα, αλλά είναι σώμα και ψυχή. Τόσο στην Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), όσο και στους Πατέρες της Εκκλησίας τονίζονται, όχι μόνο η ψυχοσωματι­κή ενότητα του ανθρώπου, αλλά επιπλέον, η καταξίωση της σωμα­τικής οντότητας της ανθρώπινης υπόστασης. Το σώμα δεν είναι κάτι το δευτερεύον, το οποίο δήθεν προστίθεται στην ψυχή, για να απαρτισθεί τελικά ο άνθρωπος. Αντίθετα, το σώμα ανήκει στο «είναι» του ανθρώπου και δεν αποτελεί το «έχειν» του. Άλλωστε ο Θεός πρώτα έλαβε «χουν από της γης» κι ύστερα «ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής», και τελικά «εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γενέσ. 2,7), σύμφωνα πάντα με τα βιβλικά δεδομένα της Δημιουργίας. Προηγείται, λοιπόν, το ενυλοσωματικό στοιχείο και ακολουθεί το αυλοψυχικό, για να συναποτελέσουν τη λειτουργική ενότητα, που λέγεται άνθρωπος.

 Συνεπώς, η αγιότητα του ανθρώπου είναι σωματική υπόθεση και η σωτηρία του εξαρ­τάται και από το σώμα. Η ασκητική ηθική είναι σωματικό γύμνασμα της ψυχής, ενώ η θνητότητα του άνθρωπου είναι σωματικό γεγο­νός, γι’ αυτό ισχύει η πίστη στην ανάσταση των νεκρών, αντί της θεωρίας για την αθανασία της ψυχής, όπως επίσης αυτός είναι ό λόγος συγκεκριμένων νεκρικών δρωμένων, όπως η ταφή των νε­κρών, αντί για την καύση τους, η τέλεση μνημοσυνών και η τιμητική προσκύνηση των λειψάνων των αγίων της Εκκλησίας. Το σώμα είναι ο απαράβατος όρος για τη σωτηρία του ανθρώπου. Χωρίς σώμα δεν αγιάζει ο άν­θρωπος. Ούτε καν αρκεί ο εξαγιασμός της ψυχής, αλλά οπωσ­δήποτε απαιτείται ο καθαγιασμός του σώματος.  Ας θυμηθούμε την καθοδηγητική αρχή της βιβλικής αφε­τηρίας, ότι «τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21). Αυτό σημαίνει ότι η αμαρτωλότητα και η αγιότητα, αυτά τα δύο όρια της ηθικότητας, είναι καταστάσεις ψυ­χοσωματικής υφής. Η σωτηρία, λοιπόν, του άνθρωπου αρχίζει από το σώμα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό ούτε σταματά εκεί. Προχωρεί, ολοκληρώνεται και τελειώνεται στην ψυχή του. Όμως, περιλαμβάνει και το σώμα και αρχίζει μάλιστα από αυτό. Μπορεί το τέρμα της σωτηρίας να είναι η ψυχή, αλλά οπωσδήποτε η αφετηρία της, είναι το σώμα.

Σύμφωνα με τον αββά Ποιμένα «ημείς ουκ εδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Στόχος της ασκητικής δεν είναι η καταπολέμηση του σώματος, αλλά η υπερνί­κηση των παθών. Άλλωστε τα πάθη είναι ψυχοσωματικά, όπως ο άνθρωπος. Κάθε πάθος βλάπτει εξίσου την ψυχή και το σώμα. Μπορεί το σώμα να είναι φορέας του πάθους, αλλά και η ψυχή είναι όχημα του πάθους. Όμως, το σώμα δεν είναι ο μοναδικός, ούτε ο αποκλειστικός φορέας του πάθους. Επιπλέον το σώμα δεν είναι το αίτιο του πάθους, ούτε καν η  πηγή της αμαρτίας. Το σώμα είναι συναθλητής της αρετής κι η ψυχή παραμένει βέβαια ο πρωταθλητής. Δεν υπάρχει σωτηρία του ανθρώπου έξω και πέρα από το σώμα. Η κλίμακα που οδηγεί τον άνθρωπο, από τη γη στον ουρανό, είναι το ίδιο του το σώμα. Μαζί με αυτό αμαρτάνει και μαζί με αυτό αγιάζει, ανέρχεται και κατέρχεται, υπάρχει ή δεν υπάρχει για την ασκητική ηθική της Ορθοδοξίας.

Όχι μόνο στα λεγόμενα, αλλά και στα δρώμενα της Ορθοδοξίας, διαπιστώνουμε την καταξίωση του ανθρωπίνου σώματος. Και μάλιστα στα νεκρι­κά δρώμενα, τα οποία επιβιώνουν στο λαό, που διακρίνονται για τη δια­χρονικότητα τους και σφραγίζουν τη λαϊκή ευσέβεια. Η τιμητική προσκύνηση των λειψάνων των αγίων της Εκ­κλησίας (του Αγίου Σπυρίδωνος, του αγίου Γερασίμου, του αγίου Διονυσίου, της αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας κ.ά.), αποδεικνύει την κατάφαση του σώματος και διασώζει την πίστη της Ορθοδοξίας στη σωματικότητα του ανθρώπου. Στην αγιότητα σημειώνονται η αφθαρτοποίηση της ύλης και η αθανάτωση του σώματος. Η ύλη διασώζεται από τη φθορά. Κάθε κτιστό ον χαρακτηρίζεται από τη φθορά. Έτσι και το σώμα, όπως άλλωστε κι η ψυχή, είναι κτιστά όντα, άρα και φθαρτά, γεν­νιούνται και πεθαίνουν, έχουν αρχή και τέλος. Μόνο ο Θεός είναι άκτιστος και αγέννητος. Όλα τα άλλα είναι κτιστά, δηλαδή, φθαρτά, σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Μόνο στον άγιο, κατά μίμηση του άκτιστου Θεού, ενεργείται η αφθαρσία της ύλης. Ο Θεός είναι άφθαρτος, ως άκτιστος. Ο άγιος άνθρωπος γίνεται άφθαρτος, παρότι κτιστός, αλλά χάρη στο Θεό και στην άσκηση.

Η αγιότητα είναι η πραγμάτωση του «καθ’ ομοίωσιν». Ο άγιος «ομοιώνεται» στο Θεό και παρά το γεγονός ότι, οντολογικά συνεχίζει πάντα να διαφέρει από το Θεό, ωστόσο, ενεργεί σαν το Θεό. Μιμείται προσωπι­κά και δημιουργικά την τριαδική ζωή της αγαπητικής ελευθερίας και της απελευθερωτικής αγάπης στην κοινωνία των προσώπων. Έτσι λοιπόν με την αγιότητα αφθαρτίζεται το σώμα. Ενώ, με την ανάσταση των νεκρών συμβαίνει η επανένωση της  ψυχής με το σώμα και πραγματώνεται η μετάβαση από τη σχάση του θανάτου στη σχέση της ζωής. Στην ανάσταση συνδέονται, εκ νέου, η ψυχή με το σώμα, που είχαν χωρισθεί στην τελευτή του ανθρώπου. Ανάσταση είναι η υπέρβαση της σχάσης στη σχέση, η μετάβαση από το θάνατο στη ζωή, από την ακοινώνητη οντότητα στην κοινωνημένη ύπαρξη. Αφού λοιπόν στην ανάσταση επανασυνδέεται η ψυχή με το σώμα, τότε δεν νοείται ανάσταση νεκρών, χωρίς την ανάσταση των σωμάτων. Χωρίς σώμα δεν υπάρχει ανάσταση. Δί­χως ανάσταση δεν νοείται το σώμα. Η καταξίωση του σώματος είναι απαράβατος όρος για την πίστη στην ανάσταση των νεκρών.

Έτσι φεύγουν από τον κόσμο αυτόν οι άγιοι, αυτοί, δηλαδή, που έχουν παρρησία στο Θεό. Φεύγουν με την ελπίδα της αναστάσεως, με την βεβαιότητα ότι θα συναντήσουν τον εράσμιο Νυμφίο. Η ώρα της κοιμήσεως κρύβει ένα μυστήριο, γι’ αυτό και η ένταση τότε είναι μεγάλη. Επικρατούν ανάμεικτα αισθήματα. Μετάνοια, προσευχή, φόβος, ελπίδα, αναμονή συναντήσεως. Μακάριοι, όσοι έζησαν με την βίωση της μνήμης του θανάτου. Μακάριοι, όσοι αισθάνθηκαν τον εγκάρδιο πόθο και έρωτα προς τον Νυμφίο Χριστό. Μακάριοι, όσοι πληροφορήθηκαν και γνώρισαν καλά ότι είναι άνθρωποι «άλλου αιώνος», άλλης πατρίδας, άλλου πολιτεύματος. Μακάριοι, όσοι ελκύσθηκαν από τον ερωμένο και τον εραστή. Μακάριοι, όσοι υπερέβησαν τον θάνατο από τη ζωή αυτή. Μακάριοι, όσοι κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως. Μακάριοι, όσοι έφυγαν από τον κόσμο αυτόν, ομολογούντες «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Μακάριοι, όσοι μπορούν να επαναλάβουν το ψαλμικό: «εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω». Μακάριοι, όσοι έζησαν, ως νεκροί για την αμαρτία, και όσοι πέθαναν αναστημένοι από την αμαρτία. Μακάριοι, όσοι εξέρχονται από τον κόσμο αυτόν με την βεβαιότητα, ότι πορεύονται στους πατέρας, στον λαό του Θεού.

Ο αείμνηστος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Essex π. Σωφρόνιος σε μια προσευχή, που συνέταξε, μεταξύ των άλλων συμπεριλάμβανε και δύο αιτήματα: α) να παρατείνει ο Θεός τις ημέρες της ζωής του, έως ότου προσφέρει σε Αυτόν μετάνοια αληθινή και β) όταν θα αποφασίσει ο Θεός να τον παραλάβει να του προγνωρίσει το τέλος, ώστε να προετοιμασθεί, για την συνάντησή Του.

Επειδή εμάς δεν θα μας συναντήσει ο Χριστός, ενώ θα μας πηγαίνουν προς την ταφή μας, όπως συνάντησε τον νεκρό υιό της χήρας της Ναΐν, ας τον ικετεύουμε με την παρακάτω προσευχή του γέροντα Σωφρονίου: «Χάρισαί μοι, Κύριε, του γνώναι την αλήθειάν Σου, προ του απελθείν με, εκ της ζωής ταύτης. Παράτεινον τας ημέρας μου, έως αν προσφέρω Σοι μετάνοιαν αληθινήν. Μη αναγάγης με, εν ημίσει ημερών μου και όταν ευδοκήσης θείναι πέρας τη ζωή μου. Προγνώρισόν μοι τον θάνατόν μου, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή, προς συνάντησίν Σου. Εν εκείνη τη ημέρα τη μεγάλη και ιερά δι’ εμέ, γενού μετ’ εμού Κύριε, και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου. Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού ή κρυφίου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί, και αξίωσόν με προσφέρειν Σοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού Βήματός Σου». Αμήν.
5 Οκτωβρίου 2012
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΛΟΥΚΑ : Πῶς θὰ βρῶ τὸν Θεό; - ἀγάπησε κάποιον καὶ θὰ τὸν βρῆς.

Ἀπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο

 Οἱ Χριστιανοὶ τὴς Ἰουδαίας βρίσκονταν σὲ δύσκολη θέση λόγω τῶν διωγμῶν ποὺ ξεσηκώθηκαν ἐναντίον τους κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἄλλους φυλάκιζαν – καὶ ἑπομένως δὲν μποροῦσαν νὰ ἐργάζονται, γιὰ νὰ ἐξοικονομοῦν τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ επιβίωση τους. Ἀπὸ ἄλλους ἄρπαζαν τὶς περιουσίες, καὶ ἔτσι καὶ οἱ ἴδιοι στεροῦνταν καὶ τοὺς ἄλλους δὲν μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν. Εἶχαν καὶ αὐτοὶ ἀνάγκη βοηθείας. Στὴν κρίσιμη ἐκείνη περίσταση ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀργάνωσε τὴν περίφημη λογία, τὴ συνεισφαρὰ δηλαδὴ τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἰουδαίας. Καὶ νὰ λοιπὸν, γράφοντας πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἀρχαίας Κορίνθου, προσπαθεῖ νὰ τοὺς φιλοτιμήσει, γιὰ νὰ προσφέρουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα καὶ νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ εἶχαν ἀνάγκη. Χρησιμοποιεῖ μάλιστα ἕνα πολὺ παραστατικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴ γεωργικὴ ζωή, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Νὰ δοῦμε τί τοὺς λέει.
Ὁ γεωργὸς ποὺ σπέρνει τὸν σπόρο μὲ τσιγγουνιὰ πολὺ λίγο καρπὸ θὰ θερίσει, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει ἄφθονο σπόρο, ἄφθονο καρπὸ θὰ μαζέψει. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς σποράς ἀδειάζουν οἱ ἀποθήκες. Μετὰ ὅμως ἀπὸ λίγους μῆνες, τὴν ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ καὶ τῆς συγκομιδῆς, θὰ γεμίσουν καὶ πάλι μὲ ἄφθονο καρπὸ ἀπὸ τὸν σπόρο ποὺ ἔσπειραν στοὺς ἀγρούς. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται καὶ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. Ἐκεῖνος ποὺ δίνει στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ που ἔχει, μοιάζει μὲ τὸν γεωργὸ ποὺ σπέρνει. Φαίνεται ὅτι χάνει ἐκεῖνα ποὺ δίνει ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα θὰ θερίσει πολλαπλάσια καὶ ἄν ὄχι στὴν παροῦσα ζωή, ὁπωσδήποτε στὴν αἰώνια ζωή.
Γιὰ νὰ εὐλογεῖται ὅμως ἡ ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν πρέπει νὰ γίνεται μὲ λύπη καὶ ἀναγκαστικὰ ἀλλὰ μὲ προθυμία καὶ εὐχαρίστηση. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ ἐκεῖνον ποὺ προσφέρει τὴν ἐλεημοσύνη μὲ τὴν καρδιά του.
Μὴν ξεχνᾶτε, ἀδελφοί μου, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι ἡ πρόθυμη ἐλεημοσύνη εἶναι χάρη καὶ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Νὰ ζητᾶτε λοιπὸν ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ κάθε χάριτος, νὰ σᾶς ἀξιώνει νὰ εἶστε σὲ θέση νὰ ἐλεεῖτε αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. Ἐὰν τὸ κάνετε αὐτὸ, θὰ σᾶς δίνει ὁ πανάγαθος Κύριος τὰ ἀπαραίτητα ὑλικὰ ἀγαθὰ, ὥστε νὰ κάνετε μὲ τὸ παραπάνω κάθε ἀγαθὸ ἔργο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ ἐφαρμοστεῖ καὶ σὲ σᾶς ἐκεῖνο ποὺ λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ:
Ὁ πιστὸς καὶ εὐσεβὴς ἄνθρωπος μοίρασε ἄφθονα καὶ πλουσιοπάροχα, σκόρπισε στοὺς πτωχοὺς ἀπὸ τὰ ἀγαθά του. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀρετὴ τῆς ἐλεημοσύνης ἐπαινεῖται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ θὰ ἀμειφθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν Θεό μὲ αἰώνιες ἀμοιβές (Ψαλμ, ρια’ [111] 9). Εὔχομαι λοιπόν, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου, εὔχομαι καὶ παρακαλῶ τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος εὐλογεῖ τοῦς καρποῦς τῆς γῆς, νὰ ἔχετε ὄχι μόνο ἀρκετὸ καρπὸ γιὰ τὴν συντήρηση σας ὁλόκληρο τὸ ἔτος, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ σπείρετε, γιὰ νὰ ἔχετε συγκομιδὴ καὶ τὸ ἐπόμενο ἔτος.
Εὐχομαι νὰ σᾶς δώσει ὁ Θεὸς πλούσια τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ αὐξήσει τοὺς καρποὺς τῆς ἐλεημοσύνης σας. Ὁ Θεὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ δώσει καὶ σ’ ἐμᾶς ὅλα τὰ ἀπαραίτητα ἀγαθά, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ἀνταποκρινόμαστε ὄχι μόνο στις δικές μας ἀνάγκες ἀλλὰ καὶ στὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ, ἔχοντας δηλαδὴ πλούσια τὴ θεία εὐλογία, θὰ κάνετε κάθε καλὸ ἔργο μὲ γενναιοδωρία. Εἰδικὰ στὴ συνεισφορὰ γιὰ τὴν βοήθεια τῶν πτωχῶν Χριστιανῶν νὰ προσφέρετε πολλὰ, ὥστε νὰ ἀναπέμπονται πολλὲς καὶ θερμὲς εὐχαριστίες στὸν Θεὸ.
Ὅμως στὴν ἐποχή μας οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται περισσότερο τὴν ἀνάγκη τους νὰ ἀγαπηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἄλλους παρὰ τὴν ἀνάγκη τους νὰ ἀγαπήσουν τοὺς ἄλλους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιζητοῦμε ὅλοι ξέφρενα τὴν ἀγάπη καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὴν προσφέρει, γιατὶ δὲν εὑρίσκουμε τὴν ἀγάπη ὅταν τὴ ζητοῦμε ἀλλὰ ὅταν τὴν προσφέρουμε καὶ ὅταν εὑρισκουμε τὴν ἀγάπη ἀγαπώντας τοὺς ἄλλους εὑρίσκουμε τὸν Θεό.


Πηγὴ: Ἀρχιμ. Χ. Ν. ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
Εν Βάρη, 7/10/2012
Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ (Λόγος στο Αποστολικό Ανάγνωσμα)

«Διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς»

            Στίς ἡμέρες μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πραγματοποιεῖται ἀπό τόν ἀρχέκακο διάβολο ἕνας λυσώδης καί ἐξαιρετικά  πονηρός πόλεμος ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος πλέον δέν ἐπιθυμεῖ νά δεῖ τίς Ἐκκλησίες  μας ἄδειες, ἀλλά ἐπιδιώκει νά ἀλλοιώσει μέ παντοίους τρόπους τό ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν χριστιανῶν.  Ἡ φιλοσοφία τῆς παγκοσμιοποίησης πού μολύνει καί τόν ἑλληνικό ἀέρα ἐπιχειρεῖ νά συγκαιράσει ἰδεολογίες, θρησκείες, πολιτικές καί πολιτισμικές τάσεις, γιά νά δημιουργήσει ἕνα καί μόνον παγκόσμιο πολιτικό σύστημα πού θά ἐλέγχει τούς πάντες καί τά πάντα. Αὐτήν τήν νέα δοκιμασία καλούμαστε νά ἀντιμετωπίσουμε ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί πορευόμενοι στούς βηματισμούς τῶν Ἁγίων Πατέρων μας.

            Πῶς ὅμως εἶναι δυνατόν να βρισκόμαστε μέσα σ’ αὐτό τό παγκόσμιο χωριό μέ τίς τόσες προκλήσεις καί τά μεγάλα διλλήματα καί νά συνεχίσουμε τόν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί εἴμαστε ναοί τοῦ ἑνός καί ἀληθινοῦ Θεοῦ. Βαπτισθήκαμε στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβαμε τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος καί μεταλαμβάνουμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός λοιπόν βρίσκεται στήν καρδιά μας καί ἐμεῖς πλέον εἴμαστε ὁ λαός Του. Ἐνώ εἴμαστε πολίτες αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἔχουμε χαράξει πορεία γιά τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἔχουμε ἐντός μας τήν δύναμη πού μπορεῖ νά ἀνακαινίσει ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ἔχουμε ἐνοικοῦντα καί κατοικοῦντα στήν καρδιά μας τόν Σωτῆρα Χριστό. Αὐτή εἶναι ἡ ἀκατάλυτη δύναμη πού ὁ διάβολος ἐπιθυμεῖ νά λησμονήσουμε. Ἔτσι προσπαθεῖ νά πείσει τούς χριστιανούς νά μήν χρησιμοποιοῦν τά σωτήρια ὅπλα τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας καί τῆς κατά Χριστόν ἀσκήσεως.
            Ἀφοῦ λοιπόν πολλές φορές βρισκόμαστε ἀμελεῖς ὡς πρός τόν πνευματικό ἀγῶνα εἶναι φυσικό ἐπακόλουθο νά ἀλλοιωθεῖ καί τό ὀρθόδοξο αἰσθητήριο. Ἔτσι περιπλέκουμε ἐπικίνδυνα τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου μέ κοσμικές καί προσωπικές μας ἀντιλήψεις. Λέμε ὅτι ἀγαποῦμε τόν Χριστό καί θέλουμε νά κερδίσουμε τόν Παράδεισο, ἀλλά καθημερινῶς καλλιεργοῦμε τά πάθη τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιληδονίας καί τῆς φιλαργυρίας, λέγοντας ὅτι αὐτό δέν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλά καθημερινές βιοτικές ἀνάγκες. Λέμε ὅτι πιστεύουμε στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καθημερινῶς παρακολουθοῦμε ἐκπομπές καί διαβάζουμε περιοδικά ἀστρολογίας. Λέμε ὅτι πιστεύουμε στήν δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀλλά προστρέχουμε παράλληλα στούς ἐξορκιστές καί τά μέντιουμ.  Ἄν ὅμως, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, βρισκόμαστε σέ πνευματική ἐγρήγορση, τότε θά ἔχουμε καί νοῦ φωτισμένο, ὥστε μέ ἐπιτυχία νά ἀντιμετωπίσουμε τίς προκλήσεις τῶν καιρῶν καί τίς ποικίλες παγίδες τοῦ πονηροῦ.
            Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς καλεῖ λοιπόν νά ἀπομακρυνθοῦμε καί νά διαχωρίσουμε τήν θέση μας ἀπό ὁ,τιδήποτε ἀντιστρατεύεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Νά πολεμήσουμε τό κοσμικό φρόνημα πού ζητεῖ νά κατευθύνει τόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό τά πάθη του καί τίς ἀδυναμίες του. Νά μήν ἐπικοινωνοῦμε μέ ἀνθρώπους καί νά μήν συμμετέχουμε σέ δραστηριότητες πού ἀμετανόητα ὑπηρετοῦν τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο. Νά δώσουμε τήν μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ χωρίς ὑπερηφάνεια, φανατισμό καί ἀπαξίωση τοῦ συνανθρώπου μας, ἀλλά μέ ταπείνωση, ἀγάπη καί τιμή πρός ὅλους ἀνεξαιρέτως. Πολλές φορές ἔχουμε τήν ψευδαίσθηση ὅτι εἴμαστε ἰσχυρές προσωπικότητες καί ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωση νά παρασυρθοῦμε ἀπό ἀνθρώπους μέ κοσμικές ἀντιλήψεις. Δυστυχῶς τίς περισσότερες φορές ἐμεῖς παρασυρόμαστε στό κακό καί ὄχι αὐτοί στό καλό.
 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ πρώτοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔζησαν στήν χοάνη τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Προκλήθηκαν καί βασανίστηκαν γιά νά ἀλλάξουν τήν πίστη τους στόν Θεό καί νά προσκυνήσουν τά ἄψυχα εἴδωλα. Ὅμως δέν ὑποχώρησαν, ἀλλά ἀντιθέτως μέ ὑπερκόσμια εἰρήνη ὑπέμειναν τούς διωγμούς καί κέρδισαν τόν ἀμάραντο στέφανο τῆς αἰωνιότητας. Αὐτό δέν ἦταν δικό τους κατόρθωμα ἀλλά δῶρο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ζοῦσαν ἀληθινά τήν παρουσία τοῦ Κυρίου στήν καρδιά τους, γι’ αὐτό δέν τούς φόβισε καμία δοκιμασία οὔτε τούς δελέασε καμία κοσμική ἐπιθυμία. Αὐτούς λοιπόν καί ἐμεῖς σήμερα στήν ἐποχή τῆς παγκοσμιοποίησης ὁφείλουμε νά μιμηθοῦμε καί νά πορευόμαστε μέ σύνεση μεγάλη στήν ζωή μας, ἀποφεύγοντας τίς αἰτίες τῆς ἁμαρτίας καί τούς ἀμετανόητους ἀνθρώπους τῆς κακίας. Ἀμήν. 

Αρχιμ. Ιερεμίας Γεωργαλής

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ

Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ

Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης

            Μπροστὰ στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου μᾶς τοποθετεῖ ἡ εὐαγγελικὴ διήγηση τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν: «Μὴ κλαῖε […] νεανίσκε, σοὶ λέγω ἐγέρθητι». Τὸ σκοτεινὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου φωτίζεται καὶ ἡ θλίψη διαλύεται, καθὼς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς συναντᾷ τὸν θάνατο καὶ τὸν συντρίβει.

            Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός, ποὺ φαίνεται νὰ τερματίζει τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς καὶ μᾶς κάνει νὰ φοβόμαστε γιὰ τὴν ὕπαρξή μας, ἀλλὰ καὶ νὰ πονᾶμε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαπᾶμε, καθὼς φεύγουν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Ἂν, ὅμως, ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι διάλυση καὶ ἀφανισμός, τότε δὲν ὑπάρχει Θεός. Μία τέτοια θεώρηση τοῦ θανάτου εἶναι ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ Θεὸς «θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. 1,13). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος, ἔστω καὶ ἂν φαίνεται πὼς εἶναι τὸ φυσιολογικὸ τέλος μιᾶς διαδικασίας φθορᾶς, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀφύσικος, διότι δὲν ἔχει τὴν ῥίζα του στὸν Θεό. Προέρχεται ἀπὸ μιὰ δύναμη ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἰσῆλθε στὸν κόσμο «διὰ τῆς ἁμαρτίας», κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Εἶναι τραγικό λάθος νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν θάνατο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «διὰ τὸ ἀεὶ εἶναι». Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μᾶς συμβιβάζουν μὲ τὸν θάνατο, ἀλλὰ μᾶς δίνουν τὴν δυνατότητα νὰ τὸν ὑπερνικήσουμε ἐν Χριστῷ. Ἐδῶ βρίσκεται ἠ οὐσία καί τό περιεχόμενο τῆς ἀποστολῆς τους. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ὁ «διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα» (Πράξ. ιζ΄ 25). Ὅσες φορὲς ὁ ἄνθρωπος θέλει μόνος του τὴν ζωή, δηλαδὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι γιὰ τὸν Θεό, ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καί, νομίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ, πεθαίνει. Τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ παρουσία Του γεμίζει τὰ πάντα καὶ διαλύει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ζωὴ εἶναι ἡ σχέση καὶ ἡ κοινωνία μαζί Του καὶ θάνατος ἡ ἄρνηση τῆς ἀγάπης Του. Τὰ βιολογικὰ φαινόμενα μεταμορφώνονται μέσα στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ζωὴ γιὰ τὸν πιστὸ δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ φυσικὴ ἐπιβίωση οὔτε θάνατος ἡ τελευταία πράξη της καὶ ὁ τερματισμός της. Εἶναι τὸ πέρασμα στὴν πραγματικότητα τῆς αἰωνιότητας, στὴν ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς. Τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς εἶναι δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἐκμηδενίζεται. Ὁ βιολογικὸς θάνατος παρουσιάζεται ὡς ἀναγκαῖο κακό, συνέπεια τῆς πτώσης μας. Γι’ αὐτὸ μπροστὰ στὴν τραγῳδία του θλιβόμαστε καὶ κλαῖμε (ἄλλωστε, ἃς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Χριστὸς δάκρυσε στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου καὶ δὲν χάρηκε, ποὺ σὲ λίγο θὰ τοῦ ἔδινε ζωή). Ἀλλὰ ἡ λύπη μας γιὰ τὸν χωρισμὸ δὲν εἶναι πένθος ἄλυτο, ἀπόγνωση καὶ ἀπελπισία. Ἡ λύπη μας ἔχει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔγιναν, γιὰ νὰ πεθάνουν καὶ νὰ σβήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσουν. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια μᾶς λέει ὅτι, ὅταν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χάνεται ἡ ὕπαρξή του, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκμηδενίζεται ἡ ζωή, ἁπλῶς ἀναστέλλεται προσωρινά, «κοιμᾶται», γιὰ νὰ ξυπνήσει μεταμορφωμένη καὶ νὰ ἀναστηθεῖ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» στὴν αἰωνιότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. «Μὴ κλαῖε»∙ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ συνέχειά του, τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι μία ἀκόμη κοσμοθεωρία καὶ φιλοσοφία ἀνάμεσα στὶς τόσες πολλὲς γιὰ τὸν θάνατο. Δὲν εἶναι μιὰ φθηνὴ παρηγοριά, γιὰ νὰ ξεγελάσει τὴν τραγικὴ μοίρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μὲ τὸ ψέμα της, ἀλλὰ εἶναι ζωὴ καὶ ἀλήθεια ποὺ σώζει.

            Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ πολιτισμός του, ἔστω καὶ ἂν ἔχει ἀκούσει τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα τῆς ἀνάστασης, δὲν φαίνεται νὰ τὸ ἀποδέχεται, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ τρόπος καὶ ἡ στάση ζωῆς του. Ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει θάνατος, γιατί, ὅταν τὸν ἀντικρίζει, τρομάζει καὶ ἀπελπίζεται μέσα στὸν μηδενισμό του. Μόνο ἡ σταθερὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ζωὴ ποὺ κατάπιε τὸν θάνατο μᾶς δίνει τήν πληρότητα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐτυχίας πού ἀναζητοῦμε. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ – 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2011

Λουκ. ζ, 11-16

«Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι»

 Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοὶ    ἀδελφοί, ἀκούσαμε τόν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, νὰ μᾶς περιγράφει μὲ λόγια ἁπλά, ἕνα ἀπὸ τά πολλὰ θαύματα ποὺ   πραγματοποίησε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς  ἐπίγειας ζωῆς Του. «Ἐνῶ βάδιζε μὲ πολλοὺς μαθητὰς Του», μᾶς λέει, «καὶ πήγαινε στὴν πόλη Ναΐν, Τόν ἀκολουθοῦσε πλῆθος λαοῦ. Ἐκεῖ στὴν ἔξοδο τῆς πόλης συνάντησε ἕνα  θλιβερὸ περιστατικό. Μία γυναῖκα χήρα κήδευε τόν μοναχογιό της. Ἡ ἀτμόσφαιρα πένθιμη ὁ δὲ πόνος μεγάλος. Ὁ Κύριος πλησίασε στὴ νεκρικὴ πομπή, τὴ σταμάτησε καὶ μὲ πολὺ συμπόνια ἀπευθύνθηκε στὴ μάννα ποὺ θρηνοῦσε  ἀπαρηγόρητη καὶ τῆς εἶπε:  «μὴ κλαῖε», καὶ σὰν ἐξουσιαστὴς ποὺ εἶναι τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ἀνέστησε τὸν νεκρὸ νέο μὲ τόν  λόγο Του: «νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι».

Ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τά πανάρχαια χρόνια, αἰσθάνεται ἀμήχανος κάθε φόρα ποὺ ἀντικρύζει τό «φοβερώτατον μυστήριον» τοῦ θανάτου. Βλέπει τὸ ὑπέροχο πλάσμα τοῦ Θεοῦ χωρὶς πνοὴ καὶ φέρνει στὸ μυαλὸ του τὴν κοινὴ διαπίστωση τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν: «ἐφ” ὅσον γεννηθήκαμε κάποτε θὰ πεθάνουμε». Στὴν Ἁγία Γραφὴ ὑπογραμμίζεται αὐτὴ ἡ τραγικότητα τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ δὲν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ τόν βιώσουμε κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς μας.

Μία τέτοια παραχώρηση ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ, γιὰ ἕνα τόσο μεγάλο τραγικὸ γεγονὸς, φυσικὸ εἶναι νὰ γεννήσει μέσα μας πολλὰ ἐρωτηματικά, ἀλλὰ ἀδελφοὶ μου ἂς μὴν ἀφήνουμε τόν πειρασμὸ νὰ βάζη στὸ μυαλὸ μας βλάσφημες σκέψεις, διότι πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς, ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ γίνη, τό ἐπιτρέπει μόνο γιὰ τό καλὸ μας καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἐπέτρεψε τό θάνατο «γιὰ νὰ δοθῆ ἕνα τέλος  στὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ μὴν καταστῆ ἡ  ἁμαρτία ἀθάνατη».

Ὅταν ἦλθε τό «πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἔστειλε τόν Υἱὸ  Του τόν Μονογενῆ νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τό προπατορικὸ ἁμάρτημα, δίνοντὰς μας συγχρόνως τὴ δυνατότητα νὰ φθάσουμε στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, πρὶν τὴν πτώση ἀλλὰ καὶ ἀκόμη περισσότερο, ἐπανέφερε τόν κόσμο ἀπὸ τό «λῆθος» στὴν ὕπαρξη, ἐπανα-συνέδεσε τόν ἄνθρωπο μὲ τό Θεό, ἔδειξε τόν τρόπο πῶς νὰ γίνουμε «κατὰ χάριν θεοί». Μὲ τὴ διδασκαλία Του φανέρωσε τὴ βαθύτερη διάσταση ποὺ κρύβει ὁ θάνατος, διακηρύσσοντας ὅτι αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ ὄχι μόνο σὲ βιολογικὸ ἀλλὰ καὶ σὲ πνευματικὸ θάνατο.

Ὁ ἀπόστολος  Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ του τονίζει πὼς: «δι” ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος», μὲ συνέπεια ὁ θάνατος τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ διακρίνεται πλέον σὲ πνευματικὸ καὶ  βιολογικὸ. Γι” αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσουμε τό πρόβλημα, δὲν ἄρχισε φιλοσοφικὲς συζητήσεις, δὲν ἀράδιασε συλλογισμοὺς καὶ ἀνθρώπινα ἐπιχειρήματα, οὔτε κατήργησε τὸν βιολογικὸ θάνατο παρὰ μᾶς ὑπέδειξε τόν τρόπο πῶς νὰ ἀποφύγουμε τόν πνευματικὸ  θάνατο.

Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ὁ Κύριος, δὲν εἶναι μόνο ἡ Ζωὴ  καὶ ἡ Ἀνάσταση, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἡ Ἀλήθεια, γι” αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι ἀντίθετος στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀντίθετος καὶ στὴν Ἀλήθεια, ὁπότε ὁδηγεῖται σὲ θάνατο πνευματικὸ. Αὐτὰ παίρνει σὰν ἀφορμὴ, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ  Θεοφόρος καὶ τονίζει πὼς ὅσοι ἀρνοῦνται τό Χριστὸ εἶναι συνήγοροι «τοῦ θανάτου μᾶλλον ἢ τῆς ἀληθείας» ἐνῶ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λένε, ὅτι φοβερὸ φαινόμενο θεωρεῖται καὶ εἶναι μόνο ὁ πνευματικὸς  θάνατος, ὁ ὁποῖος καταστρέφει τὸν «κατ” εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθέντα ἄνθρωπο καὶ τόν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του.

Ἡ  ἁμαρτία ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπὸ τήν πηγὴ  τῆς ἀληθινῆς Ζωῆς, ἀλλὰ ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὅποιος πιστεύει σὲ Αὐτὸν δὲν ἔχει νὰ φοβηθῆ τίποτε: «κἂν ἀποθάνη ζήσεται». Ἔτσι τό δράμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πάλη του μὲ τὸν θάνατο διεξάγεται στὸ ἂν καὶ κατὰ πόσο αὐτὸς τήρησε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ: «ἐὰν τὶς τὸν λόγον τὸν ἐμὸν  τηρήση, θάνατὸν οὐ μὴ θεωρήση εἰς τὸν αἰῶνα», ὅποιος τηρεῖ τὸν λόγο μου καὶ πράττει τὸ θέλημά μου δὲν θὰ γνωρίση ποτὲ τὸν θάνατο. Πεθαίνει κάποιος ἐν Κυρίῳ ὅπως καὶ εἶχε ζήσει γι” Αὐτόν, καὶ ὁ θάνατος ἀπὸ ἀδυσώπητη φρικτὴ μοῖρα γίνεται πέρασμα στὴ μακαριότητα. Ὁ πιστὸς ποὺ τηρεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ἐνταγμένος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία, δὲν θὰ γευθῆ ποτὲ πνευματικὸ θάνατο, ἀντίθετα, θὰ εἰρηνεύει καὶ θὰ προοδεύει στὴν πίστη καὶ ὁ βιολογικὸς θάνατος δὲν θὰ τοῦ προκαλῆ φόβο, διότι, μετὰ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κύριου ἔχασε τήν τραγικότητα του καὶ ἔγινε γέφυρα, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ «ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα».

Μία τέτοια θεώρηση τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου ἀνοίγει στὸν πιστὸ ἄλλους ὁρίζοντες, γεμίζει τὴν ψυχή του μὲ γαλήνη καὶ ἐλπίδα ὁ  δὲ θάνατος συντροφιὰ  μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶναι τό σκοτεινὸ μυστήριο ἀλλὰ εἶναι ξύπνημα σ’ ἕναν καινούριο κόσμο φωτός. Εἶναι μετάβαση σὲ μία ἄλλη καινούρια ζωή, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἰσχυρότερος ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ δὲν τόν φοβᾶται, διότι αὐτὸς ἐμφανίζεται μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο, ἐνῶ ὁ πιστὸς ξεπερνῶντας τοὺς περιορισμοὺς τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου,  ζεῖ στὸ αἰώνιο παρόν τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅταν  στὸν ἀναστάσιμο ὕμνο «Χριστὸς ἀνέστη…» λέμε: «θανάτῳ θάνατον πατήσας…» ἐννοοῦμε ὅτι ὁ θάνατος καταργήθηκε  μὲ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο καὶ ὁ διάβολος νικήθηκε  μὲ τὸ ἴδιο του  τὸ ὅπλο.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

γιὰ μᾶς τούς χριστιανούς θάνατος εἶναι ἡ  μετάβαση ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα, ἀπὸ τὰ ἐπίγεια στὰ ἐπουράνια καὶ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ αἰώνια, ἐκεῖ ὅπου οὔτε λύπη οὔτε στεναγμὸς ὑπάρχει ἀλλὰ μόνο ζωὴ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.  Μετὰ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε μαζὶ μὲ τόν ἱερὸ Χρυσόστομο: «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι ἅδη ἡ νίκη σου»;

Μὲ τήν βεβαιότητα λοιπὸν ὅτι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δικαιώνει τήν ἐλπίδα γιὰ τήν δικὴ μας ἀνάσταση καὶ ζωὴ ἂς δοξολογοῦμε πάντοτε τόν Τριαδικὸ Θεὸ διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος θυσιάστηκε, ἀναστήθηκε καὶ μᾶς χάρισε τὴν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
 Η προσβολή τών λειτουργικών κειμένων από τη δημοτική γλώσσα καί ο αγιασμός τών ποιμένων. Κυρ Γ' Λουκά. π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Κυριακή Γ' Λουκά 2004
Απομαγνητοφωνημένα κηρύγματα (και ηχητικά αρχεία) του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

«Εξεκομίζετο τεθνηκώς»
Τον καιρό εκείνο ο Ιησούς Χριστός εισήλθε στην πόλη που την λέγανε Ναϊν, και μαζί Του ήσαν αρκετοί μαθητές Του και πολύς κόσμος. Όταν πλησίασε στην πύλη της πόλεως, έβγαζαν έξω έναν νεκρό, πού ήταν το μονάκριβο παιδί της χήρας μάνας του και πολύ λαός απ’ την πόλη ήταν μαζί της.
Μόλις την είδε ο Κύριος την λυπήθηκε και της είπε «Μην κλαίς!»
Και αφού πλησίασε άγγιξε το φέρετρο και είπε «Νεανίσκε, σού λέγω, σήκω», και ο νεκρός αναστήθηκε!
Αυτά μας διηγήθηκε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα με απλά λόγια, σε μετάφραση.

Κάλλιστα, ύστερα από τον θόρυβο που γίνεται εδώ και τόσες μέρες, ίσως οι περισσότεροι να μην έχουν αντιληφθεί τι ακριβώς γίνεται, θα μπορούσαμε το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, την ώρα που ο ιεροκήρυκας θα βγει να κάμει το λόγο του, να κάμει και τη μετάφραση, ή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, ή του Αποστολικού. Με απλά λόγια.
Δόξα σοι ο Θεός, μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης, - ολόκληρης -, υπάρχουν πολλές, και μάλιστα πολύ καλές. Έτσι ο καθένας από μας μπορεί να πληροφορηθεί και στην απλή γλώσσα τον λόγον του Θεού.
Αλλά όπως πιστεύω όμως, και όπως κατάλαβα και όπως σήμερα άκουσα, το ένα μεν το διαβάσαμε, το
άλλο δε το ακούσαμε από τους ιεροψάλτες, αυτά τα οποία ακούσαμε ήσαν κατανοητά. Κατά ογδόντα με ενενήντα τοις εκατό (80-90%) γνωστά. Ελάχιστες ήσαν οι λέξεις εκείνες τις οποίες πιστεύω ότι εσείς δεν καταλάβατε. Θα μπορούσατε λοιπόν παίρνοντας την Φωνή Κυρίου, την οποίαν πετάμε κάτω με τόση περιφρόνηση, να διαβάσομε σε μετάφραση και ερμηνεία το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα.
Το Ευαγγέλιο το σημερινό το έγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, και το έγραψε στα Ελληνικά εκείνης της εποχής του, δηλαδή στα Αρχαία Ελληνικά, και έτσι διαβάζετο το Ευαγγέλιο εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, ακόμη μάλιστα και στα τετρακόσια χρόνια της Τούρκικης σκλαβιάς, που οι Έλληνες χρόνο με χρόνο ξεχνούσαν την γλώσσα τους. Κατάλοιπα έχουμε ακόμα και στις ημέρες μας από αυτήν την γλώσσα.
Και όμως οι σκλαβωμένοι Έλληνες το Ευαγγέλιο το καταλάβαιναν, γιατί τον λόγον του Θεού τον ρουφούσαν κυριολεκτικά με την ψυχή τους, και όσα δεν καταλάβαινε το μυαλό τα έπιανε με την πνευματική της αίσθηση η καρδιά. Αγράμματοι ήσαν, αλλά είχαν φόβον Θεού, αγράμματοι αλλά με πίστη δυνατή, αγράμματοι μεν αλλά έφταναν μέχρι ομολογίας και μαρτυρίου, ποτάμι το αίμα των Νεομαρτύρων χύθηκε στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς. Χωρίς ερμηνείες και μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης.
Αγράμματοι ήσαν αλλά ήσαν ευσεβείς, ευλαβείς, αγράμματοι αλλά πιστοί στις παραδόσεις και στις αξίες της χριστιανικής διδασκαλίας. Τα «γράμματα σπουδάματα, του Θεού τα πράματα» τα μάθαιναν στα κρυφά σχολειά με την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τα Μηναία, τα οποία όλα είναι γραμμένα στα Αρχαία Ελληνικά, - ακόμα και σήμερα έτσι ακούγονται και έτσι ψάλλονται.
Τα κρυφά σχολειά ήσαν τότε τα μοναστήρια με τους καλογήρους και τους ρακένδυτους παπάδες. Και τα φανερά ήσαν μέσα στους ιερούς ναούς, με τους εσπερινούς, με τους όρθρους. Με τη Θεία Λειτουργία, όπως ακριβώς είναι και σήμερα και γίνεται και σήμερα. Και όμως μόνο με τα ακούσματα της Θείας Λειτουργίας, κράτησαν αναμμένη την φλόγα της πίστεως και την αγάπη για την πατρίδα μας, την Ελλάδα. Και οι βραδινές προσευχές των σκλαβωμένων Ελλήνων μπροστά στο εικονοστάσι με το αναμμένο κανδηλάκι, ήταν αυτές που διατήρησαν την ενότητα της πίστεως και την αγάπη για την ελευθερία, και την αγάπη μεταξύ τους.

Σήμερα, το δύο χιλιάδες τέσσερα (2004), - τελειώνει και αυτό - , η Ορθόδοξη πίστις μας είναι νερόβραστη, η αγάπη μας ανύπαρκτη, και το Ευαγγέλιο κλειστό. Αλλοπρόσαλλη η διαγωγή μας μέσα στα σπίτια. Τίποτα δεν μπορούμε να μεταδώσουμε στα παιδιά μας – γι’ αυτό είναι αναιμικά, δεν πάσχουν απ’ την αναιμία του αίματος, πάσχουν από την αναιμία της πίστεως, της Ορθοδόξου πίστεως, των ναμάτων της πίστεως, απ’ αυτήν την αναιμία πάσχουν σήμερα τα Ελληνόπουλα.
Όλα τα θέματα της πίστεως και δη των Παναγίων Μυστηρίων, είτε τα κοροϊδεύομε στις ημέρες μας, είτε τα περιφρονούμε. Άμα σκοτώσεις την γλώσσα ενός λαού, σκοτώνεις και τον λαό και έθνος. Αυτό επιθυμούν μερικοί κουλτουριάρηδες εδώ και χρόνια, παρασυρόμενοι από τους εχθρούς της πίστεως να σκοτώσουν την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου, και μάλιστα την Λειτουργική. Γι’ αυτό θα ήταν καλό να σταματήσουν οι κάποιοι καινοτόμοι τα πειράματα με την γλώσσα της Εκκλησίας μας, και δη της Θείας Λειτουργίας. Απαρασάλευτα πρέπει να παραμείνουν τα Ιερά και τα όσια της Παραδόσεώς μας.
Ο Εβραιοσαταλόπληκτος Κίσινγκερ, ο άλλοτε υπουργός Εξωτερικών, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, είχε πει για μας: «Για να διαλύσουμε τους Έλληνες πρέπει να τους κτυπήσουμε σε δύο πράγματα, στη γλώσσα και στη θρησκεία». Έτσι, από τότε, η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας, χτυπιέται εδώ και σαράντα χρόνια, αφενός μεν με τις εκατοντάδες προτεσταντικές αιρέσεις και τις Ινδουιστικές παραφυάδες και προπαγάνδες, που κατέκλεισαν την πατρίδα μας, και αφ’ ετέρου χτυπήθηκε και η γλώσσα μας. Και επισήμως, από κάποιους άθεους υπουργούς παιδείας, και συνεχίζεται και σήμερα, στο μήνα που πέρασε, να καταστρέφεται η ουράνια γλώσσα των Ελλήνων, όλως αυθαιρέτως, και μάλιστα στη Θεία μας Λατρεία, στη Θεία Λειτουργία και στο Ιερό Ευαγγέλιο. Και αυτό το κτύπημα είναι μέσα από τα σπλάχνα της Εκκλησίας, από κάποιους καινοτόμους και μάλιστα επισήμως.
Προσωπικά, ως πατήρ Στέφανος, είμαι αντίθετος σ’ αυτή την καινοτομία, και ο Θεός να μας φυλάξει από όλους τους εχθρούς της πίστεως, και τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς.
Οι νεωτερισμοί και οι καινοτομίες που δεν αποβλέπουν στον αγιασμό των χριστιανών, αντί να οικοδομούν γκρεμίζουν. Τις απόψεις μου εκφράζω. Και μάλιστα δημοκρατικά και με σεβασμό προς την Εκκλησιαστική μου αρχή. Ο σεβασμός όμως αυτός, δεν με εμποδίζει να διαμαρτύρομαι ήρεμα και πολιτισμένα.
Οι νέοι λοιπόν, θα έρθουν στην Εκκλησία όχι μέσα από τις κοσμικές καινοτομίες και παραδοξολογίες αλλά με τον αγιασμό των ποιμένων της. Νέοι γέροι και παιδιά, άντρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι ελκύονται στην χριστιανική μας πίστη και Εκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αποκλειστικά και μόνον από την Χάρη του Θεού. Όταν οι ποιμένες της, οι κληρικοί παντός βαθμού, είναι ευλαβείς και χαριτωμένοι, και θεοσεβείς. Και το επαναλαμβάνω. Για να γεμίσουν οι ναοί μας από αληθινούς πιστούς χριστιανούς, έχομε ανάγκη από ιερείς και επισκόπους που να είναι ταπεινοί και όχι ψωροϋπερήφανοι. Πραότατοι, και όχι θυμώδεις και νευρικοί σαν και μένα. Φωτεινοί στο ήθος, και όχι σκοτεινοί στα έργα, ελεήμονες, και όχι φιλάργυροι, φιλόθεοι και όχι φιλόχρυσοι, ειρηνικοί και όχι αλαζόνες, ευλαβείς και όχι θεομπαίχτες. Να είναι ακόμα καταδεχτικοί και χαριτωμένοι, και θεόκλητοι εκ κοιλίας μητρός. Να διακρίνονται επίσης από ταπεινό φρόνημα, από ιεραποστολικό ζήλο και από πνεύμα αυτοθυσίας, να σέβονται και να κρατούν σταθερά τις παραδόσεις της Εκκλησίας μας, τα ήθη και τα έθιμα της Ορθοδόξου πίστεως. Να διατηρούν ακεραία και αγνή την Ευαγγελική διδασκαλία της Εκκλησίας, και ανόθευτη τη Θεία μας Λατρεία, τη Θεία Λειτουργία. Να κατέχουν με πάσα ακρίβεια τα δόγματα και τους ιερούς κανόνας της Εκκλησίας, και ανόθευτα να τα προσφέρουν στον λαόν του Θεού, δηλαδή σε σας. Να είναι οι θεματοφύλακες της πίστεως, και να χύνουν το αίμα τους γι’ αυτήν. Και επιπλέον να αγαπούν με όλη τους την ψυχή, την μελέτην των Γραφών και των Πατέρων, την αδιάλειπτη εν μετανοία προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία, την εγκράτεια. Τι άλλο να πω; Τι άλλο να πω;
Αν από μέσα μας δεν βγούνε, πηγαίως, οι ανεκλάλητοι στεναγμοί του Αγίου Πνεύματος, ούτε η πατρίδα μας θα σωθεί από τις σκοτεινές δυνάμεις, ούτε και τα λογικά πρόβατα της μάνδρας του Χριστού, που τα περισσότερα είναι ουσιαστικά χωρίς ποιμένα, θα σωθούν από τους προβατόσχημους λύκους που έχουν κατακλείσει την Ορθόδοξη Ελλάδα μας.
Παρά ταύτα, και πύλαι Άδου, ου κατισχύσουσιν αυτής, αυτής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι «ζει Κύριος ο Θεός», και υπάρχουν άγιοι, που πρεσβεύουν, που έχουν χέρια οσίων, και με τις πρεσβείες τους δημιουργούν προϋποθέσεις σωτηρίας. Και οι άγιοι δεν έχουν λείψει από καμιά εποχή και από κανέναν αιώνα. Και η εποχή μας έχει αγίους, από τους οποίους οι περισσότεροι είναι αφανείς. Διότι οι αρετές δε βάζουν μπροστά στο στήθος ταμπέλες. Έχουμε και κληρικούς αγίους. Έχουμε και μοναχούς αγίους. Έχουμε και απλούς χριστιανούς που ζουν μέσα στον κόσμο αγίους. Ζουν ανάμεσά μας με ζωντανή την πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη, με ολονύχτια την προσευχή, με την φωτιά του Αγίου Πνεύματος να κατακαίει τα σπλάχνα τους, τα στήθη τους, την καρδιά τους, την ψυχή τους, το είναι τους, σε μια ανύσταχτη αγωνία, για την σωτηρία των ψυχών της δικής των πρώτα, του συντρόφου κατόπιν, των παιδιών, των γονέων, των αδελφών, όλων των χριστιανών και σύμπαντος του κόσμου.
Ο πατήρ Ιωσήφ ο Ησυχαστής και παππούς και Όσιος, ο πατήρ Παϊσιος ο ασκητής, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής, ο πατήρ Φιλόθεος ο Ζερβάκος, ο πατήρ Ιάκωβος ο Τσαλίκης, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, ο πατήρ Πορφύριος Μπαϊρακτάρης, ο πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης, για να μην αναφερθώ στους δέκα – δώδεκα που έχει ανακηρύξει η Εκκλησία μας ως Αγίους τον εικοστό αιώνα, όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί, πρεσβεύουν στον Πανάγιο Θεό και στον Ουράνιο Θρόνο Του, για να αποστείλει Αγίους εργάτας στον αμπελώνα Του. Και ο Θεός θα στείλει. Ήδη τους έχει στείλει, μόνον που δεν ήλθε ακόμα η ώρα της αποκαλύψεως και της δράσεώς των. Και έτσι μόνον θα σωθούμε. Το μόνο που μένει από μας, είναι να παραμείνουμε ακέραιοι και σωστοί, όσα σύννεφα και αν μαζευτούν γύρω μας απειλητικά, μέσα στην Κιβωτό, μέσα στην Εκκλησία, που είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας.
Με δυνατή την πίστη. Με συμμετοχή στα δύο σωστικά μυστήρια, Ιεράς Εξομολογήσεως και Θείας Κοινωνίας, αλλά με συνέπεια στο ήθος και στην διαγωγή μέσα στο σπίτι και έξω στη ζωή και στην κοινωνία. Με ασκητικό πνεύμα και ζωή, με αληθινή μετάνοια και τέλος με φρόνημα ταπεινό.
Αδελφοί μου, «άνω σχώμεν τα ς καρδίας», και να η ελπίδα, και ιδού η σωτηρία, όλους μας περιμένει ο Παράδεισος, είναι ανοικτός, Αμήν.