ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

 Η Εκκλησία μητέρα και τροφός του Έθνους
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πάντων
(Εβρ. ΙΑ΄ 33 – ΙΒ΄ 2)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης 
Την μνήμη των Αγίων Πάντων, αλλά και τη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Και τούτο, διότι συμπίπτει η Κυριακή των Αγίων Πάντων με την ημερολογιακή εορτή των «Στύλων της Οικουμένης».
Δεν θα υπήρχε, ομολογουμένως, καταλληλότερο Αποστολικό Ανάγνωσμα για την κοινή εορτή, απ' αυτό που θ' ακούσουμε την Κυριακή στους Ιερούς μας ναούς.
Φυσικά και σε άλλες εορτές η Εκκλησία μας έχει τοποθετήσει αυτό το τμήμα από την προς Εβραίους Επιστολή. Όμως, όσες φορές και αν μελετά ο πιστός τα θεόπνευστα κείμενα του λόγου του Θεού, τόσο και περισσότερο η χάρις τον οδηγεί στα ύψη των θείων νοημάτων.
Μας κάνει, λοιπόν, λόγο ο Απ. Παύλος για τα σπουδαία κατορθώματα των δικαίων της Π. Διαθήκης. Κατορθώματα όντως συγκλονιστικά, όμοια προς τα οποία, αλλά και μεγαλύτερα, όπως γνωρίζουμε από τα Ιερά μας Συναξάρια, επιτέλεσαν και οι Άγιοι της Εκκλησίας του Χριστού.
Βεβαίως, στην ευλογημένη αυτή Σύναξη της Αγιότητας, τον πρώτο λόγο, τον έχουν οι Άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι αποτελούν και το θεμέλιον της Πίστεως «επικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των Αποστόλων και των Προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού». (Εφεσ. Β΄20).
Τι πρόσφεραν, πράγματι, οι θαυμαστές αυτές προσωπικότητες σ' ολόκληρο τον κόσμο; Είναι αδύνατον να συλλάβει ανθρώπινος νους τους ατρήτους κόπους και το μέγεθος της αποστολικής θυσίας, για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού.
Γι' αυτό και οι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, προεξάρχοντος του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου πλέκουν αιώνιες τιμές και αθάνατα εγκώμια στον όμιλο των Δώδεκα Αποστόλων, κυρίως όμως σ' αυτόν που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε περισσότερο όλων, δηλ. στον Άγιο Απόστολο Παύλο!
Πράγματι, ριπές δέους διαπερνούν τις καρδιές των πιστών όταν σκέπτονται, μα περισσότερο όταν μελετούν τον ένθεο ζήλο και τον ιερό ενθουσιασμό των αποστολικών προσωπικοτήτων.
Αλλά εκεί που αποκορυφώνεται η συγκίνησις είναι όταν συνειδητοποιούμε πως και το Έθνος μας, η Ελληνική μας Πατρίδα, αξιώθηκε από τον Θεό να δεχθεί το σωστικό κήρυγμα από αποστολικά χείλη, και ότι τα ιερά χώματα που πατούμε, εξαγιάστηκαν από τους μεγάλους Αποστόλους και τους συνεργάτες τους. «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά!» (Ρωμ. Ι΄15).
Λόγω του ότι τον τελευταίο καιρό ακούγονται από περίεργα έως και ανόητα πράγματα για την Ορθόδοξη Χριστιανική μας πίστη, σε σχέση με το Ελληνικό μας Έθνος, η διπλή αυτή εορτή των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πάντων, μας δίνει την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στο όλο θέμα αντικειμενικά και ιστορικά και έτσι να καταλήξουμε σε ορθά και αδιαμφισβήτητα συμπεράσματα. Σε συμπεράσματα τα οποία ανέκαθεν φυσικά υπήρχαν, αλλά έτι πλέον είναι ανάγκη σήμερα να τα επαναλάβουμε, να τα συστηματοποιήσουμε και κυρίως να τα επιβεβαιώσουμε.
Πρώτα απ' όλα να επισημάνουμε το γεγονός ότι υπήρξε ευδοκία Θεού πως κατά την εποχή της Σαρκώσες του Υιού και Λόγου του Θεού, στον κόσμο, όλοι σχεδόν οι άνθρωποι ομιλούσαν την Ελληνική Γλώσσα. Αυτό, όπως γνωρίζουμε, συνετέλεσε, ώστε ολόκληρη η Κ. Διαθήκη να γραφεί στην Ελληνική. Ήδη δε από του Γ' π.Χ. αιώνος, και η Π. Διαθήκη είχε αρχίσει να μεταφράζεται από τους Ο' μεταφραστές στην Ελληνική γλώσσα. Έτσι λοιπόν, με τον τρόπο αυτό, ολόκληρη η γραπτή διδασκαλία που κατέχει η Εκκλησία μας, η Αγία Γραφή δηλαδή, ήταν διατυπωμένη στην Ελληνική.
Αλλά και η άλλη πηγή της πίστεώς μας, η Ιερά Παράδοσις, είναι και αυτή στην Ελληνική. Και τούτο διότι οι αποφάσεις των Αγίων Οικουμενικών αλλά και τοπικών Συνόδων διατυπώθηκαν στη γλώσσα αυτή που έχει την δυνατότητα να αποδώσει και τις λεπτότερες αποχρώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος (κατά το ανθρώπινον).
Φυσικά, το ίδιο ισχύει τόσο για τα λειτουργικά, όσο και για τα ανεκτιμήτου πνευματικής αξίας υμνολογικά μας κείμενα. Και εύκαιρον να μνημονεύσουμε στο σημείο αυτό τον εκ Βορείου Ηπείρου καταγόμενον, αείμνηστο όσιο γέροντα Γεράσιμο τον Μικραγιαννανίτη, τον Υμνογράφο της Μεγάλης Του Χριστού Εκκλησίας, του οποίου το τεράστιο υμνολογικό του έργο, (μέρος του οποίου παραμένει ακόμα ανέκδοτο), αποτελεί όχι απλώς Εκκλησιαστικό ή Εθνικό, αλλά Πανορθόδοξο και Παγκόσμιο πλουτισμό!
Και ας μη μας διαφεύγει και το γεγονός ότι οι ανεκτιμήτου αξίας πνευματικοί θησαυροί των Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας, που είναι θησαυρισμένοι στα συγγράμματά τους, βρίσκονται διατυπωμένοι στην ίδια αυτή Ελληνική μας Γλώσσα.
Το Ελληνικό Έθνος λοιπόν αξιώθηκε της μεγάλης τιμής από τον Θεό, να προσφέρει τη γλώσσα του, για να διατυπωθεί σ' αυτή πρωτοτύπως το θέλημα του Θεού. Αλήθεια, πόσο μας ζηλεύουν γι' αυτό τα άλλα έθνη!
Μπορεί βεβαίως αυτά να διαθέτουν πλούτο πολύ, στρατούς μεγάλους, δύναμη υλική τεράστια, τεχνική και ηλεκτρονική τεχνολογία όλων των μορφών και να καυχώνται για τον εν γένει πολιτισμό τους. Ένα όμως πράγμα δεν έχουν, την ειδική ευλογία του Θεού να προσφέρουν την γλώσσα τους προς διατύπωση της Αιωνίου Αληθείας. Και φυσικά τα όσα αναφέρουμε δεν έχουν ίχνος σωβινισμού ή οτιδήποτε άλλο. Απλώς επισημαίνουμε την πραγματικότητα και κάτι που είναι απ' όλους παραδεκτό. Άλλωστε, γι' αυτό αναγκάζονται πολλοί από τα άλλα έθνη, να μαθητεύσουν στη διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας, ακριβώς για να μελετούν στο πρωτότυπο τα λόγια του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Αλλά το Έθνος μας, είναι εκείνο το οποίο ευθύς εξαρχής εδέχθη τον Χριστιανισμό και απαρνήθηκε την αρχαία ειδωλολατρία. Βρήκε δηλαδή στο Αποστολικό κήρυγμα αυτό ακριβώς το οποίο ζητούσε.
Ο Κύριος βέβαια δίδαξε μόνο στους Ιουδαίους. Αλλά αυτοί δεν δέχτηκαν τη διδασκαλία Του. Τον αρνήθηκαν και Τον εσταύρωσαν. Ενώ οι πρόγονοί μας με πολλή προθυμία αποδέχθηκαν τα θεία διδάγματα. Αυτό μάλιστα το προείδε ο Κύριος. Και γι' αυτό, όταν μερικοί Έλληνες ζήτησαν να Τον ιδούν και να τον γνωρίσουν προσωπικώς, είπε τα λόγια εκείνα που τόσο τιμούν το Ελληνικό μας έθνος: «Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου» (Ιωάν. ΙΒ' 23).
Και όντως, οι περισσότερες Χριστιανικές Εκκλησίες, ιδρύθηκαν από τους Αποστόλους και τους μαθητές τους σε περιοχές και πόλεις Ελληνικές.
Εκείνο όμως που κάνει μεγάλη εντύπωση, όσον αφορά την διάδοση του Χριστιανικού κηρύγματος, και την εξάπλωση της Εκκλησίας μας, είναι ότι ενώ άλλα έθνη (Ιουδαίοι, Ρωμαίοι), κατεδίωκαν τον Χριστιανισμό και εθανάτωναν τους οπαδούς του Χριστού, στην Ελλάδα ο Χριστιανισμός όχι μόνον δεν εδιώχθη, αλλά και έγινε δεκτός με χαρά και ικανοποίηση.
Όλοι γνωρίζουμε ότι Έλληνας ήταν ο τρίτος των Ευαγγελιστών, ο Ιερός Λουκάς, ο οποίος μας χάρισε το εξαίρετο Ευαγγέλιό του και τα ανεκτίμητα «απομνημονεύματα» που αποτελούν και πτυχές της Ιστορίας της πρώτης μας Εκκλησίας. Το βιβλίο του δηλαδή των «Πράξεων των Αποστόλων»!
Αλλά και στους Αποστολικούς Πατέρες αν περάσουμε στην συνέχεια, που είναι οι άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων, θα δούμε ότι Έλληνες είναι ο Πολύκαρπος και ο Ιγνάτιος.
Έλληνες και οι πρώτοι Απολογητές του Χριστιανισμού, ο Ιουστίνος, ο Αθηναγόρας, ο Κοδράτος αλλά και τόσοι άλλοι.
Έλληνες οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος, Χρυσόστομος, και τόσοι άλλοι αστέρες του νοητού στερεώματος).
Εάν δε όλες αυτές οι μεγάλες μορφές έθεσαν στην υπηρεσία του Ευαγγελίου τις ψυχικές και τις διανοητικές τους ικανότητες και με όλα τους τα χαρίσματα εργάστηκαν για την διάδοση της διδασκαλίας και την υπεράσπιση των δογμάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, οι Έλληνες είναι εκείνοι που πρόσφεραν και το αίμα τους, ως μάρτυρες πλέον, παραμένοντας εδραίοι και ακλόνητοι στην πίστη του Χριστού.
Όταν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες εξαπέλυαν τους μεγάλους και φοβερούς εκείνους διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, οι πρόγονοί μας ήταν εκείνοι που απέδειξαν ότι μπροστά στην πίστη δεν υπολόγιζαν ούτε την ίδια τους τη ζωή. Και αυτό το νέφος των πρώτων μαρτύρων, που ανέρχεται σε ένδεκα εκατομμύρια και πλέον, αποτελείται κατά μέγα μέρος από Έλληνες.
Για όλα αυτά, αλλά και για πολλά άλλα ακόμα που είναι καταγεγραμμένα στις χρυσές σελίδες, τόσο της Εκκλησιαστικής, όσο και της γνησίας Εθνικής μας Ιστορίας, ο Χριστιανισμός στην αυθεντική του έκφραση, δηλ. την Αποστολική και Πατερική, δόξασε τον Ελληνισμό. Και ας προσθέσουμε ότι απ' όταν με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) του Μ. Κωνσταντίνου, έπαυσαν οι διωγμοί, το νεοΐδρυτο τότε Βυζαντινό Κράτος, αφού εγκολπώθηκε τον Χριστιανισμό, αναδείχθηκε φάρος πολιτισμού σε Ανατολή και Δύση.
Όχι μόνο στην Ασία, αλλά και στην Ευρώπη, ως γνωστόν, υπήρχε τότε βαρβαρότητα και αμάθεια και ειδωλολατρία, τα οποία τα διέλυσε με τον Χριστιανικό του πολιτισμό το Βυζάντιο. Αυτό έκανε Χριστιανούς τους Ρώσους, τους Σέρβους, τους Ρουμάνους, τους Βούλγαρους κτλ, και με τον τρόπο αυτόν τους εκπολίτισε.
Αλλά άνευ αντιρρήσεων, η ευεργετική επίδραση της Ορθοδόξου Χριστανικής πίστεως στο Ελληνικό Έθνος, φαίνεται περισσότερο κατά τους χρόνους της τουρκικής σκλαβιάς. Κατά τους σκοτεινούς εκείνους αιώνες η μόνη δύναμη που παρηγορούσε και βοηθούσε τους υπόδουλους ήταν η Εκκλησία.
Δεν είναι βεβαίως δυνατόν στα στενά αυτά πλαίσια να αναπτυχθεί το κεφάλαιο αυτό σε όλη του την έκταση. Τούτο μόνο επισημαίνουμε το οποίο και τονίζουν και όλοι οι σοβαροί μελετητές. Ότι άνευ της πίστεως των Αγίων και των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας, το Έθνος μας θα είχε υποστεί αφελληνισμό.
Αλλά και μέχρι των ημερών μας δεν επιβεβαιώνεται αυτή η πραγματικότητα;
Οπωσδήποτε, όπου υπάρχει ζωντανή Εκκλησία, όπου οι ποιμένες γνωρίζουν την ευλογημένη τους αποστολή, εκεί εκτός της Ορθοδόξου πνευματικότητος, έχουμε και ανεπτυγμένο το ορθό Εθνικό φρόνημα. Όπως αντιθέτως, όταν υποσκάπτονται τα θεμέλια της πίστεως μέσω των ποικίλων πλανών και οικουμενιστικών στοιχείων, εκεί δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ελαττώνεται έως και εκμηδενίζεται και αυτή η Εθνική πατριωτική συνείδηση.

Κυριακή των Αγίων Πάντων και Σύναξις των Αγίων Αποστόλων!

Πόσα αλήθεια μηνύματα δε μας μεταδίδει η διπλή αυτή εορτή! Από τα άκρως πνευματικά που παραπέμπουν στη ζωντανή Ορθόδοξη Αποστολική Παράδοση, η οποία εκφράζεται διά της δογματικής μας διδασκαλίας, έως και αυτή την καθημερινότητα την οποία βλέπουμε πώς τη βίωσαν οι εορταζόμενοι Άγιοι. Με αγώνα αλλά και χαρά. Με μαρτύριο της συνειδήσεως, αλλά και με ιερό ενθουσιασμό. Με αγάπη προς την Αλήθεια και θερμή προσευχή για να την γνωρίσει όλος ο κόσμος. Και Αλήθεια είναι ο Χριστός και το Σώμα Του. Η Ορθοδοξία μας. Και συνάμα με αγάπη προς αυτό το Έθνος μας που τόσα πρόσφερε για την πίστη, αλλά και που τόσο ευεργετήθηκε από την πίστη των Αποστόλων και των Αγίων.
Ομολογουμένως αδελφοί μου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία από το να επιβεβαιώνεται αυτή η διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων με την συνεχή και ατελεύτητη αγιότητα των τέκνων της Εκκλησίας. Και φυσικά δεν υφίσταται μεγαλύτερο χάρισμα και πληρέστερη πνευματική χαρά από το να αγωνιζόμαστε εν ταπεινώσει αλλά και με ζήλο ιερό που αναρριπίζει η Χάρις του Θεού, για να μιμηθούμε τους μεγάλους Αδελφούς μας.
Τους Αγίους του Θεού.
Αυτή ας γίνει η ευχή μας αλλά και η αποστολή μας.
Αμήν.

Κυριακὴ Αγίων Πάντων - Ἡ ἔρημος γῆ κῆπος Θεοῦ. +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου


Ἡ ἔρημος γῆ κῆπος Θεοῦ
Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
Ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Εὐαγγέλιο! φωνάζει ἡ ἀπιστία. Ἀδύνατον νὰ ζήσῃ σήμερα ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ νέοι, νὰ κρατήσουμε ἁγνότητα. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔγγαμοι, νὰ ζήσουμε ἰσοβίως μὲ τὸ «Ὃ ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ  χωριζέτω» (Ματθ. 19,6), οἱ ἄντρες μὲ μία γυναῖκα, οἱ γυναῖκες μὲ ἕναν ἄντρα. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔμποροι, νὰ πᾶμε μὲ τὸ «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὐ οὔ» (ἔ.ἀ. 5,37).
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ πλούσιοι, νὰ τηρήσουμε τὸ «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς  πτωχοῖς»( ἔ.ἀ.. 19,21). Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἐκδικητικοί, νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας. Ἀδύνατον τὸ ἕνα, ἀδύνατον τὸ ἄλλο, ἀδύνατον ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο. Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτες.
Οὐτοπία λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο; Ὄχι· οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶνε ἀκατόρθωτες . Κι ἂν ἀκόμη βρισκόταν ἕνας μόνο καὶ ἐφή μοζε ὅ,τι διέταξε ὁ Χριστός, ἀρκοῦσε αὐτὸς ν᾽ἀποδείξῃ ὅ-τι τὸ πείραμα πέτυχε, ὅτιἡ ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀποτελεῖ φαντασία. Ὅ,τι ἔκανε ὁ ἕνας γιατί νὰ μὴν τὸ κάνουμε καὶ οἱ ἄλλοι;

Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἕνας μόνο· εἶνε πολλοί, ἀναρίθμητοι ἐκεῖνοι ποὺ κάτω ἀπὸ δυσμενεῖς συνθῆκες μὲ λόγια ἔργα καὶ μαρτυρικὸ θάνατο τήρησαν τὴν ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ λένε· «Πάντα ἰ σχύομεν ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι ἡμᾶς Χριστῷ» καὶ «Μιμηταί μας γίνεσθε, καθὼς καὶ ἡμεῖς  Χριστοῦ» (Φιλ. 4,13. Α΄ Κορ. 11,1) . Εἶνε οἱ ἅγιοι Πάντες, τοὺςὁποίους προβάλλει ἡ Ἐκκλησία πρὸς μίμησιν.
Οἱ ἅγιοι, ἀγαπητοί μου, δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἅγιοι . Κανείς δὲν γεννιέται ἅγιος. Σύμφωνα μὲτὴν πεῖρα καὶ τὰ πορίσματα παρατηρήσεων καὶ πειραμάτων τῆς ἀνθρωπογνωσίας , σύμφωνα πρὸπαντὸς μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ὁ ἄνθρωπος, κάθε ἄνθρωπος, πέφτει ἀπ᾽ τὴν κοιλιὰ τῆ ςμάνας του σὰν ἕνας καρπὸς ποὺ κλείνει μέσα του τὰ σπέρματα ὅλων τῶν κακιῶν, σὰν ἕνα μῖγμα εὐγενοῦς μετάλλου ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς ἀνακατεμένο μὲ ἀκάθαρτη ὕλη. Νά γιατί ὁ Δαυῒδ στὸν περίφημο 50ὸ ψαλμὸ τῆς μετανοίας του ὀδύρεται λέγοντας· «Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου»(Ψαλμ. 50,7) .Αὐτὸ τὸ λόγο μποροῦσαν νὰ ἐπαναλάβουνκαὶ οἱ ἅγιοι Πάντες. Γεννήθηκαν κι αὐτοὶ μὲ τὴ βαρειὰ κληρονομικότητα ποὺ ἔχει τὴ ῥίζα της στὸ ἁμάρτημα τῶν πρωτοπλάστων. Ἀπὸ τὴ μολυσμένη ἐκείνη πηγὴ ἔφεραν μέσα τους τὰ μικρόβια τῆς κακίας, ποὺ μόλυνε καὶ διέφθειρετὴν ἁγνὴ καρδιὰ ποὺ ἔδωσε ὁ Πλάστης. Γι᾽ αὐ-τὸ ὡς πανανθρώπινη κραυγὴ γιὰ τὴ δηλητηρίασι τῆς καρδιᾶς , θεωρεῖται κι ὁ ἄλλος στίχος τοῦ ἴδιου ψαλμοῦ, τὸν ὁποῖο καὶ ἄπιστοι ὅπως ὁ Βολταῖρος θαύμασαν γιὰ τὸ ὕψος του· «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα  εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. 50,12) .Σὰν ἄνθρωποι λοιπὸν καὶ οἱ ἅγιοι μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ, προτοῦ γνωρίσουν τὸν Σωτῆρα Χριστὸ δὲν εἶχαν καθαρὴ τὴν καρδιά· ἡ καρδιά τους ἦταν μολυσμένη ἐξ αἰτίας ὄχι μόνο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀλλὰ καὶ προσωπικῶν ἁμαρτημάτων. Ψέματα, κατάρες, βλασφημίες, κλοπές, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι…, να ὁ ἀκάθαρτος ποταμὸς τῆς ζωῆς πολλῶν ἀπ᾽ αὐτούς.
Ἀλλὰ κάποια εὐλογημένη στιγμή ὁ ποταμὸς τῆς ζωῆς τους ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν μυστηριώδη ἐκεῖνο ποταμὸ τοῦ Ἰεζεκιήλ (στὸ 47ο κεφ. τῆς προφητείας του). Τὰ νερά του, ποὺ ἀναβλύζουν ἀπ᾽ τὸ Γολγοθᾶ, εἶνε θαυματουργά, ἀναζωογονοῦν τὰ πάντα. Σ᾽ αὐτὰ τὰ νερὰ καλεῖ ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέγοντας· «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» (Ἠσ. 1,16) . Καὶ μία ἀκόμη σταγόνα τους μπορεῖ νὰ καθαρίσῃ τὸν ἄνθρωπο!
Δὲν εἶνε αὐτὸ ποίησις καὶ φαντασία δική μου.Ὅσοι ἀμφιβάλλουν ἂς ἀνοίξουν τὴν Ἐκκλησια- στικὴ Ἱστορία, ἂς μελετήσουν τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ θὰ δοῦν σὲ μύριες περιπτώσεις ὅτι ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ, ἀγγίζοντας τὴν καρδιὰ λῃστῶν καὶ κακούργων, τοὺς μετέβαλε Καὶ ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ μένει πάντοτε ἀμείωτη.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε στεῖρα· γεννᾷ καὶ σήμερα ἁγίους. Ἡ παράταξι τῶν ἁγίων δὲν ἔκλεισε, ὁ κατάλογος στὰ μητρῷα τῆς αἰωνιότητος δὲν σφραγίστηκε ἀκόμα. Ἡ ἁγιότης δὲν σταμάτησε στὸ 50, 300, 500, 600, 1.500 μ.Χ.… Ὄχι!
Καὶ στὸν αἰῶνα μας, αἰῶνα προδρομικὸ τοῦ ἀντιχρίστου, ἡ ἁγιότης ἀνθίζει. Ἄντρες καὶ γυναῖκες βαδίζουν καὶ σήμερα στὰ ἴχνη τῶν μαρτύρων τῶν προηγουμένων γενεῶν. Παρ᾿ ὅλες τὶς εἰρωνεῖες, τοὺς διωγμούς, τὰ μαρτύρια, δὲν προδίδουν τὴν πίστι, δὲν προσκυνοῦν τὰ νεώτερα εἴδωλα· μὲ τὸ βλέμμα στὸν οὐρανὸ ὅπως ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ἀγωνίζονται νὰ φανοῦν ἄξιοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες τῶν προγόνων ἐκείνων, ποὺ θυσίασαν τὰ πάντα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ.
Συνάντησα στὴ Βόρειο Ἑλλάδα μιὰ γερόντισσα πρόσφυγα ἀπὸ τὸν Πόντο. Ἡ οἰκογένειά της εἶχε ἐξολοθρευθῆ. Αὐτὴ ἦρθε μόνη ἐδῶ, ἀλλὰ ἔμελλε στὰ γηρατειά της νὰ δῇ νέους διωγμοὺς ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις. «Δὲν προδίδω», μοῦ ἔλεγε, «τὴν πίστι στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν πατρίδα. Θὰ μείνω Χριστιανὴ Ἑλληνίδα. Θέλω, ὅταν πάω στὸν ἄλλο κόσμο, οἱ πρόγονοί μου ποὺ θυσιάστηκαν νὰ μὲ ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ ποῦν· Καλῶς τὴν κορούλα μας! Ἔκανες ὅ,τι κάναμε κ᾽ ἐμεῖς . Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου». Αὐτὴ ἡ μνήμη τῶν ἁγίων εἶνε τὸ ἰσχυρότερο ἐλατήριο ποὺ ὠθεῖ σὲ ἠθικὰ μεγαλουργήματα.
Ἡ Ἑλλάδα εἶνε χώρα ἁγίων . Πάνω της αἰωρεῖται ἕνα φωτεινὸ νέφος μαρτύρων. Καμμιά χώρα δὲν ἔχει τόσους ἁγίους. Γι᾽ αὐτὸ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς ῥήτωρ, ὁ Φραγκῖσκος Σκοῦφος,(17οςαἰώνας) ἔγραφε γιὰ τὴν πατρίδα μας·«Μίλησε κ᾽ ἐσύ, οὐρανέ· πὲς κ᾽ ἐσὺ μὲ τὴν ἀκτινοβόλο γλῶσσα τὶς δόξες τῆς χριστιανικῆς Ἑλλάδος. Ποῦ εἶδες γιὰ πρώτη φορὰ ἀνθρώπους νὰ ζοῦν μέσα στὶς ἐρήμους ζωὴ τῶν  ἀγγέλων καὶ ν᾽ ἀντιλαλοῦν ἀπὸ θεϊκοὺς ὕμνους  ἐκεῖνα τὰ δάση ὅπου δὲν ἀκούγονται παρὰ οἱ ἄγριες φωνὲς τῶν θηρίων; Ποῦ εἶδες τὰ πετρώδη  καὶ ἄκαρπα βουνὰ νὰ βλαστάνουν ἄνθη ἀρετῶν; …
Ἀπὸ ποῦ ἔκοψες τόσους κρίνους γιὰ νὰ στολίσῃς τοὺς κήπους σου; Ἀπὸ ποῦ τρύγησες τόσα ῥόδα γιὰ νὰ εὐ ωδιάσῃ μ᾿ ἐκεῖ να ὁ Παράδεισος; Ἀπὸ ποῦ μάζεψες τόσους φοίνικες, τόσες δάφνες, γιὰ νὰ ῥαντίσῃς καὶ νὰ στεφανώσῃς τὸ θρόνο τοῦ μεγάλου βασιλέως; Ποιός ἐκτὸς ἀπ᾽  τὴν Ἑλλάδα σοῦ χάρισε τὰ πιὸ φωτεινὰ ἄστρα ποὺ ν᾽ ἀστράφτουν στὸ στερέωμά σου;… Ἂν ὁ  Ἑωσφόρος σὲ γύμνωσε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους,τὸ Ἑλληνικὸ γένος σοῦ ἔδωσε τόσους ἁγίους ποὺ δὲν φαίνεσαι πλέον οὐρανός, ἀλλά, χωρὶς ὑπερβολή, φαίνεσαι ὅλος ὅλος μία Ἑλλάδα».
Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, ἐπίτρεψέ μου νὰ σὲρωτήσω· Πιστεύεις στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν; πιστεύεις ἀπόλυτα; Ἐὰν ναί, τότε, ὅσο σκληρὲς κι ἂν εἶνε οἱ συνθῆκες, μὴν πῇς «Ἀδύνατον νὰ ζήσω κατὰ Χριστόν». Ὄχι. Μακριὰ ἡ δειλία! Μπορεῖς νὰ δώσῃς μαρτυρία Χριστοῦ,ὅποιο κι ἂν εἶνε τὸ ἔργο καὶ τὸ ἐπάγγελμά σου. ῾Ρίξε ἕνα βλέμμα στὴν παράταξι τῶν ἁγίων Πάντων, καὶ θὰ διακρίνῃς συναδέλφους σου.
Ὑπάρχουν ἅγιοι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα· ὅλοι ἔζησανκατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου ποὺ εἶπε «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆ ναι, ἀλλὰ διακονῆσαι » (Ματθ.20,28) . Ἂν εἶ σαι κληρικός, δὲς ἱεράρχας, πρεσβυτέρους καὶ διακόνους. Ἂν εἶσαι ἐγγράμματος, δὲς τοὺς Βασιλείους, Γρηγορίους καὶ Χρυσοστόμους. Ἂν εἶσαι ἀξιωματικὸς ἢ στρατιώτης, δὲς τοὺς ἁγ. Δημητρίους, Γεωργίους, Θεοδώρους.
Οἱ γεωργοὶ ἔχουν τοὺς ἁγ. Τρύφωνα, Παῦλο τὸν ἁπλοῦν· οἱ βοσκοὶ τοὺς ἁγ. Σπυρίδωνα, Σῴζοντα, Βλάσιο καὶ τοὺς ποιμένας τῆς Βηθλεέμ· οἱ κηπουροὶ τὸν ἅγ. Φωκᾶ, οἱ μάγειροι τὸν ἅγ. Εὐφρόσυνο, οἱ ῥάφτες καὶ οἱ βαφεῖς τὸν ἅγ. Μένιγνο, οἱ ὑποδηματοποιοὶ τὸν ἅγ. Ζαχαρία, οἱ ζωγράφοι τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ καὶ τὸν ὅσιο Ζαχαρία, οἱ χαράκτες τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸ νηστευτή, οἱ διδάσκαλοι τὸν ἅγ. Ἀρσένιο, οἱ γιατροὶ τοὺς ἁγ. Ἀναργύρους καὶ τὸν ἅγ. Παντελεήμονα, οἱ ἀστρονόμοι τοὺς τρεῖς μάγους, οἱ ἄρχοντες τοὺς ἁγ. Ἀμβρόσιο, Φιλογόνιο καὶ Ἀρτέμιο, οἱ δικασταὶ τοὺς ἁγ. Διονύσιο ἀρεοπαγίτη καὶ Ἱερόθεο, οἱ βουλευταὶ τὸν εὐσχήμονα Ἰωσήφ,… καὶ οἱ βασιλεῖς τοὺς ἁγ. Κωνσταντῖνο καὶ Ἑλένη.
Παντοῦ ἁπλώνεται ἡ ἁγιότης, γιὰ ν᾿ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ Χριστιανός, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρετῇ,παρὰ τὰ ἐμπόδια, λαμβάνει ἄνωθεν δύναμι νὰ ζῇ τὴ μυστικὴ ἁγία ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Συγκι-νητικὰ παραδείγματα βρίσκουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων, ποὺ δείχνουν ὅτι μέσα καὶ στὴν πιὸ διεφθαρμένη κοινωνία εἶνε δυνατὸν ν᾽ ἀνθή-σουν τὰ ἄνθη τῆς ἀρετῆς. Διότι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (῾Ρωμ. 8,28) .
Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἐσεῖς ἀγαπήσατε μὲ θεῖο ἔρωτα πάνω ἀπὸ κάθε ἐγκόσμιο τὸν Χριστό, ἀγωνιστήκατε στὴ γενεά σας καὶ νικήσατε. Καὶ τώρα παρακολουθεῖτε τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγει ἡ σημερινὴ γενεὰ τῶν Χριστιανῶν ἐναντίον τοῦ ἀντιχρίστου. Μεγαλύτεροι ἀδελφοί μας· σπεύσατε, σᾶς παρακαλοῦμε, νὰ μᾶς βοηθήσετε. Μὴ παύσετε νὰ προσεύχεσθε, ὁ Κύριος νὰ δώσῃ τὴ νίκη σ᾽ ἐκείνους πού, ὅπως κ᾽ ἐσεῖς, ἀγωνίζονται ὑπὸ τὴν σκέπη τοῦ τιμίου σταυροῦ·ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ραδιοφωνικὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μετεδόθη στὴν καθαρεύουσα ἀπὸ τὸν Σταθμὸ τῆς Λαρίσσης τὸ 1949. 

o δρόμος των Αποστόλων Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ

Η Εκκλησία μας αυτή τη Κυριακή τιμά τη μνήμη των Αγίων Αποστόλων για να μας προβάλει ορατά παραδείγματα αγιότητας που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να εισέλθουμε κι εμείς όπως κι αυτοί στην Βασιλεία των Ουρανών. Επειδή ακριβώς η διδασκαλία της Εκκλησίας μας στηρίζεται εδώ και δύο σχεδόν χιλιάδες χρόνια στην διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων ονομάζεται Αποστολική Εκκλησία.
Οι ΄Αγιοι Απόστολοι ήσαν οι πρώτοι Μαθητές του Χριστού, που αφού μαθήτευσαν κοντά του για τρία χρόνια, ακούγοντας τη διδασκαλία του Χριστού, βλέποντας τα θαύματα του Χριστού και βοηθώντας τους πονεμένους συνανθρώπους τους, αξιώθησαν την ημέρα της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος να καταστούν οι ίδιοι φορείς της Αποκαλύψεως του Θεού κι Απόστολοι του Ευαγγελικού Μηνύματος της εν Χριστώ σωτηρίας.
Οι ΄Αγιοι Απόστολοι δεν ήσαν ούτε διάσημοι επιστήμονες, ούτε επιφανείς πολιτικοί άνδρες, ούτε πλούσιοι άνθρωποι, αλλά ούτε και αμαρτωλοί. 
Οι ΄Αγιοι Απόστολοι ήσαν άνθρωποι απλοί, τίμιοι, γεμάτοι αγάπη για τους πονεμένους συνανθρώπους τους. 
Πάνω απ’ όλα όμως κορυφαίον χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ήταν η βαθιά τους πίστη στον Θεό. ΄Ησαν άνθρωποι ευσεβείς. ΄Ησαν άνθρωποι άκακοι, αθώοι που δεν μπορούσαν να σκεφθούν κακό για κανένα. ΄Ησαν άνθρωποι του Θεού. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους Μαθητές του Χριστού είχαν μαθητεύσει κοντά στην μεγάλη προφητική μορφή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος με τον ασκητικό του βίον και το κήρυγμα της μετανοίας τους προετοίμασε καταλλήλως να κληθούν εκ του Θεού και να γίνουν Μαθητές και Απόστολοι του Χριστού.
Αν ο πρώτος λόγος για να ακολουθήσουν οι ΄Αγιοι Απόστολοι τον Χριστόν ήταν η ευσέβεια τους κι η βαθεία τους πίστη στο Θεό, ο δεύτερος λόγος ήταν η αυταπάρνηση των πάντων για τον Χριστό. Πράγματι, άφησαν οικογένεια, πατρίδα, περιουσία, συγγενείς και φίλους για να ακολουθήσουν τον Χριστό. Η απόφαση των Αγίων Αποστόλων να γίνουν Μαθητές του Χριστού χαρακτηριζόταν από την έλλειψη κάθε είδους υστεροβουλίας και ιδιοτέλειας. Το κίνητρο τους ήταν η βαθιά τους πίστη κι η άδολη αγάπη τους για την σωτηρία της ανθρωπότητας. 
Οι περισσότεροι από εμάς σήμερα, πολλές φορές, συμπεριφερόμαστε όπως ο νεαρός πλούσιος του Ευαγγελίου, που μπροστά στη κλήση του Χριστού να γίνουμε Μαθητές Του, όπως οι ΄Αγιοι Απόστολοι, πουλώντας και μοιράζοντας τη περιουσία μας στους φτωχούς και τους άπορους, η στάση μας είναι να απομακρυνθούμε στενοχωρημένοι από αυτή τη κλήση του Θεού να γίνουμε Απόστολοι, γιατί ακόμη είμαστε γερά δεμένοι με τα υλικά και πρόσκαιρα πράγματα  του κόσμου τούτου.
Μερικοί θέλουν να τα έχουν καλά και στη γη και στον ουρανό. Στη γη θέλουν να μείνουν κολλημένοι στα υλικά τους αγαθά χωρίς να έχουν καμιά διάθεση να τα μοιρασθούν μ’ αυτούς που δεν έχουν και γενικά να στηρίξουν το σημαντικό, φιλανθρωπικό, κατηχητικό και Ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας μας.
Στον ουρανό νομίζουν ότι είναι ασφαλισμένοι πάλι, διότι δεν έχουν φονεύσει, δεν έχουν κλέψει, τιμούν τον πατέρα τους και τη μητέρα τους και το Πάσχα και τα Χριστούγεννα εκκλησιάζονται. Απατούν όμως τους εαυτούς τους, διότι όπως φαίνεται μέσα από την αναφορά που κάνει η Εκκλησία μας για τη ζωή των Αγίων Αποστόλων στην σχετική σημερινή Αποστολική Περικοπή, από την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, δεν είναι αρκετό για κάποιον που θέλει να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών να αποφύγει να αμαρτήσει, αλλά τι προσπάθειες κάνει για να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που βασανίζουν και ταλαιπωρούν τους συνανθρώπους του.
Αυτή η προσπάθεια, να ζεις για τον άλλον, έχει ένα κόστος. Υποφέρεις, πονάς, αδικείσαι, δέχεσαι επιθέσεις, κινδυνεύει η ζωή σου. Ζεις λίγο πολύ αυτά που γνώρισαν και έζησαν κι οι ΄Αγιοι Απόστολοι όπως αυτά περιγράφονται με γλαφυρότητα και πόνο από τον Απόστολον Παύλον στη σημερινή Αποστολική Περικοπή. 
Με την ίδια αγωνία ομιλεί κι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στην σημερινή Ευαγγελική Περικοπή, όπου ο θερισμός πολύς, μας λέει, και οι εργάτες ολίγοι. Οι άνθρωποι, δηλαδή, αναμένουν με την αθωότητα τους ν’ ακούσουν το Λόγο του Θεού για να σωθούν κι όμως αυτοί που είναι έτοιμοι και προετοιμασμένοι μ’ αυτοθυσία και αγάπη να επιτελέσουν αυτό το σημαντικό Αποστολικό έργον είναι ολίγοι.
΄Οπως λοιπόν και τότε στα χρόνια του Χριστού οι εργάτες του Ευαγγελίου ήσαν ολίγοι όσοι και οι ΄Αγιοι Απόστολοι κι ο κόσμος πολύς που ανέμενε το Ευαγγελικό μήνυμα της σωτηρίας, έτσι και σήμερα παντού υπάρχουν άνθρωποι που αναμένουν να ακούσουν το Λόγο του Θεού κι όμως αδυνατούμε γιατί μας λείπουν οι φωτισμένοι άνθρωποι που είναι έτοιμοι να τα αφήσουν όλα, να αφήσουν τη καλοπέραση που ζουν, να γίνουν Απόστολοι, να σωθεί η Ανθρωπότητα.
Αν είναι όμως δύσκολο αυτό από τους πολλούς, όπως τότε στα χρόνια του Χριστού, ας σταματήσουν τουλάχιστον μερικοί να μάχονται κατά των σύγχρονων Αποστόλων της εποχής μας που έχουν κληθεί από το Θεό για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, γιατί δεν αντιμάχονται απλώς τους τίμιους εργάτες του Ευαγγελίου, αλλά το έργον του Θεού για τον ευαγγελισμόν του κόσμου.
Το Πατριαρχείον μας, οι Μητροπόλεις μας, οι επισκοπές μας και η κάθε ενορία μας με επικεφαλής τον Μακαριώτατον Πατριάρχην μας, τους Μητροπολίτες μας, τους Επισκόπους μας και τους υπόλοιπους κληρικούς μας με την συνεργασία των ευσεβών πρωτοπόρων λαϊκών που στηρίζουν «πολυμερώς και πολυτρόπως», ηθικά και υλικά το έργον της Εκκλησίας μας. Προχωρούμε την ιστορική μας πορείαν των δύο χιλιάδων ετών και κατά την τρίτη χιλιετηρίδα ακολουθώντας το παράδειγμα των Αγίων Αποστόλων της Εκκλησίας μας, μεταφέροντας το Ευαγγελικό Μήνυμα της σωτηρίας σε όλες τις φυλές της γης, συμμετέχοντας με τις προσευχές μας και τα έργα μας στα κοινωνικά προβλήματα των συνανθρώπων μας.
Η Αποστολική ταυτότητα της Εκκλησίας μας διασώζεται όταν ακολουθούμε καθημερινά το παράδειγμα της ζωής των Αγίων Αποστόλων. 
ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
     ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
     Στις 30 Ιουνίου η Εκκλησία μας εορτάζει με ξεχωριστή τιμή την χορεία των Δώδεκα Αποστόλων του Χριστού, διότι το έργο και η συμβολή αυτών στο έργο της σωτηρίας του κόσμου υπήρξαν καθοριστικά. Η Εκκλησία, αλλά και η ανθρωπότητα γενικότερα, οφείλουν μεγάλη ευγνωμοσύνη σε αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες. Αυτοί έγιναν τα ολόφωτα ορόσημα, αντικατοπτρίζοντας το ανέσπερο φωςτου Χριστού, επαναφέροντας τον κόσμο στη σωστή του ουρανοδρόμο πορεία.
   Ο Κύριος Ιησούς Χριστός τους κάλεσε ως συνεργάτες και συνεχιστές του απολυτρωτικού Του έργου. «Εγώ εξελεξάμην υμάς, και έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγετε και καρπόν φέρητε, και ο καρπός υμών μένη» (Ιωάν.15,16), «Καθώς απεσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς» (Ιωάν.20:21). Τους παράγγειλε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ.28:19) και «έσεσθέ μοι μάρτυρες… έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8). Τους προειδοποίησε όμως ότι «ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ.10,16), υπενθυμίζοντάς τους ότι το έργο τους δεν θα είναι εύκολο.

      Δεν τους επέλεξε από την ελίτ της τότε αριστοκρατίας, ή των πολιτικά ισχυρών, ή των οικονομικά δυνατών, ή της διανόησης, διότι η διαφθορά, η κατάπτωση και η έπαρση ήταν το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των τάξεων. Αντίθετα τους επέλεξε από τους άσημους, αδύναμους και αγράμματους ανθρώπους, οι οποίοι βίωναν την δυστυχία και την κακοδαιμονία της πτώσεως και της αμαρτίας καλλίτερα από τους πρώτους και καλλιεργούσαν έντονα στην ψυχή τους την προσδοκία της από το Θεό απολυτρώσεως.
        Το Άγιο Πνεύμα κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής (Πραξ.2ο κεφ.) μεταμόρφωσε τους άσημους και δειλούς και αγραμμάτους ψαράδες σε σοφούς άνδρες, σε πανίσχυρες προσωπικότητες, σε ολόφωτες υπάρξεις, οι οποίοι καταύγασαν την οικουμένη. Η συγκλονιστική εμπειρία της Αναστάσεως του Κυρίου και η επέλευση της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος έδωσαν σε αυτούς αφάνταστη ορμή. Διασκορπίστηκαν σε όλον τον κόσμο για να διαλαλήσουν το νέο, ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Οι πυρωμένες από θείο ζήλο καρδιές τους και το φλογερό τους κήρυγμα έκαναν τις καρδιές των ανθρώπων να δονούνται από λαχτάρα για λύτρωση. Ο σπόρος του Ευαγγελίου ρίχνονταν από αυτούς τους άοκνους και θείους εργάτες σε κάθε μέρος της οικουμένης και αυτός αύξανε θεαματικά.
        Τα σκοτάδια της πλάνης διαλύονταν με το άκουσμα της ευαγγελικής αλήθειας. Οι δεισιδαίμονες τυραννικές αντιλήψεις παραμερίζονταν μπροστά στην πνευματική ελευθερία του χριστιανικού μηνύματος. Οι ασήμαντοι αυτοί αλιείς της Γαλιλαίας έστρεψαν την ιστορία του κόσμου στον δρόμο της ανθρωπιάς, του πολιτισμού και της προόδου. Οι ταπεινοί και καταφρονημένοι άνθρωποι της παλαιάς εποχής, οι οποίοι δεν είχαν μεγαλύτερη αξία από εκείνη των ζώων και των πραγμάτων, αναδείχτηκαν, χάρις στο κήρυγμα εκείνων, για πρώτη φορά ως ανθρώπινες αξίες και ακόμα περισσότερο, ως ζωντανές εικόνες του Θεού! Πολλοί ισχυροί κατάλαβαν ότι η εγκόσμια ισχύς τους δεν είχε πραγματική αξία και την αποποιήθηκαν. Μια νέα πρωτόγνωρη παγκόσμια αδελφότητα γεννήθηκε στον κόσμο, η Εκκλησία του Χριστού, ως μια νέα πραγματικότητα αγάπης και συναδελφώσεως των ανθρώπων και των λαών μέσα στον απάνθρωπο κόσμο της αμαρτίας και του κακού, ως μέσον σωτηρίας και απολυτρώσεως από την δουλεία της αμαρτίας και της φθοράς.
        Η ανθρωπότητα και ο σύγχρονος πολιτισμός οφείλει μεγάλη ευγνωμοσύνη στους αγίους Αποστόλους. Ό, τι δεν κατόρθωσε η διανόηση και η δύναμη του αρχαίου κόσμου, το κατόρθωσε η χορεία των Μαθητών και Αποστόλων του Χριστού. Όμως ο κόσμος, δυστυχώς, όχι μόνο δεν εκτίμησε την προσφορά τους, αλλά το αντίθετο, έκαμε ό, τι μπορούσε για να ματαιώσει και να γκρεμίσει ό, τι εκείνοι έκτιζαν. Ο απόστολος Παύλος περιέγραψε πολύ παραστατικά τις δυσκολίες της αποστολής τους ως εξής: «ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς φρόνιμοι εν Χριστώ, ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί ΄υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί΄ λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν΄ ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων ερίψημα έως άρτι» (Α΄Κορ.4,9-13). Οι μύριες αυτές δυσκολίες, οι κακουχίες, οι κόποι και προπαντός οι απάνθρωποι διωγμοί δεν τους πτόησαν. Το έργο τους καρποφορούσε, διότι το αύξανε το ενοικούν στην Εκκλησία Άγιο Πνεύμα (Ιωάν.15,26).
      Το έργο των αγίων Αποστόλων συνεχίστηκε και συνεχίζεται δια των διαδόχων αυτών. Σε κάθε μέρος, όπου ίδρυαν τοπικές εκκλησίες, χειροτονούσαν επισκόπους και πρεσβυτέρους για να συνεχίσουν το έργο τους. Γράφει ο άγιος Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων, το κατ’ εξοχήν βιβλίο της ιεραποστολής της Εκκλησίας μας: «Χειροτονήσαντες δε αυτοίς πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθετο αυτούς τω Κυρίω, εις ον πεπιστεύκασι» (Πράξ.14,23). Αυτή η αδιάκοπη διαδοχή συνεχίζεται ως σήμερα και χαρακτηρίζεται ως αδιάκοπη διαδοχή προσώπων και πίστεως και γι’ αυτό ονομάζεται η Εκκλησία μας Αποστολική.  Όλοι λοιπόν όσοι εργάζονται στην Εκκλησία του Χριστού, κληρικοί και λαϊκοί, συνεχίζουν, στην ουσία, το έργο των αγίων Αποστόλων. Τόσο μεγάλο είναι το έργο που επιτελούν!

        Όλοι εμείς οι προσκυνητές της σεπτής εορτής αυτών των  «Συνεργών του Χριστού» (Β΄Κορ.6,1), έχοντας όλα αυτά υπόψη μας, πρέπει να τους αποδίδουμε την αρμόζουσα τιμή, διότι η αγία μας Εκκλησία είναι θεμελιωμένη πάνω σε αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες. Αυτό το βεβαιώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος είδε στην Αποκάλυψη την θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία του Χριστού, θεμελιωμένη επί «θεμελίους δώδεκα και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνίου» (Αποκ.21,10).  

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΤΩΝ ΙΒ

                                            
Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει μὲ ξεχωριστὴ λαμπρότητα τὴ Σύναξη τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ οἱ μνῆμές τους σὲ διάφορες ἡμερομηνίες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τὸ συλλογικὸ ἑορτασμὸ τιμᾶται σύμπασα ἡ χορεία τῶν μεγάλων αὐτῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς συνεχιστὲς τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῆς γῆς, ἔστρεψαν τὸ ροῦ τῆς ἱστορίας καὶ ἄλλαξαν κυριολεκτικὰ τὴ μορφὴ τοῦ κόσμου. Χάρη στὸν ἰδικό τους ἀγώνα, τὶς ἀφάνταστες προσωπικὲς τους θυσίες, τὴ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριό τους ἐθεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία στὸν κόσμο.
Ἡ λέξη «Ἀπόστολος» σημαίνει τὸν ἀπεσταλμένο. Ἐν προκειμένῳ Ἀπόστολοι ὀνομάσθηκαν οἱ ἐκλεγμένοι καὶ καλεσμένοι ἀπὸ τὸν Κύριο Μαθητές Του νὰ συνεχίσουν τὸ σωστικό Του ἔργο, μετὰ τὴν εἰς τοὺς οὐρανοὺς Ἀνάληψή Του. Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὴν χαρακτηριστική Του προτροπὴ ἔγιναν οἱ μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».
Ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ὡς τὴν Πεντηκοστὴ καλοῦνταν Μαθητές, ἔγινε ἀμέσως μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου, στὴ Γαλιλαία. Εὐθὺς μετὰ τὴ Βάπτισή Του κατευθύνθηκε στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Γενησαρέτ, ὅπου ἀπευθύνθηκε στοὺς ἐκεῖ ἁλιεῖς, στοὺς ὁποίου εἶπε: «δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». Ἄλλοι, «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν, ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ».
Οἱ μαθητὲς ὁρίσθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο σὲ τρεῖς κύκλους ἤτοι: τὸ στενὸ κύκλο τῶν Δώδεκα, τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα καὶ τὸν εὐρύτατο κύκλο τῶν πολυπληθῶν φίλων Του. Μεγαλύτερη σημασία εἶχε ὁ κύκλος τῶν Δώδεκα. Αὐτοὶ εὑρίσκονταν πλησίον Του καὶ σ’ αὐτοὺς ἀποκάλυψε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ εἶχαν τὴν εὐλογία καὶ τὴ δόξα νὰ ὁρισθοῦν ὡς οἱ κατ’ ἐξοχὴν συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του, διότι μόνο σὲ αὐτοὺς εἶπε: «Ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς, ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ἡμῶν μένῃ». Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοὺς κατέστησε ἐπίσημα διαδόχους καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Ἐπίσης στὸ ὄρος τῆς Γαλιλαίας, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ οἱ ἕνδεκα μαθητές, λίγο πρὶν τὴν Ἀνάληψη, τοὺς εἶπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν».
Ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν... τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».
Τὸ ἔργο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων συνεχίσθηκε καὶ συνεχίζεται διὰ τῶν διαδόχων αὐτῶν. Αὐτὴ ἡ άδιάκοπη διαδοχὴ συνεχίζεται ἔως σήμερα καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἀδιάκοπη διαδοχὴ προσώπων καὶ πίστεως καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται ἡ Ἐκκλησία μας Ἀποστολική.Οἱ Ἅγιοι Δώδεκα Ἀπόστολοι εἶναι: ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ( 29 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ( 30 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου ( 30 Ἀπριλίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου ( 9 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ( 24 Σεπτεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος ( 14 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος ( 11 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ( 6 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ( 16 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας ( 19 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ματθίας ( 9 Αὐγούστου), ὁ Ἀπόστολος Σίμων ὁ Ζηλωτής ( 10 Μαΐου).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾷ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίῳ καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμᾶς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοῶντας· χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.Ἡ δωδεκάχορδος καὶ εὔσημος νάβλα, τῶν πανευφήμων καὶ σοφῶν Ἀποστόλων, ἐμπνεομένη Πνεύματος ταῖς θείαις αὐγαῖς, πᾶσι μὲν ἐκήρυξεν, εὐσεβείας τὸν φθόγγον, γλώσσας δὲ ἐφίμωσεν, ἀσεβείας τῷ λόγῳ· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν τρανῶς· χαίρετε μύσται, Χριστοῦ καὶ διάκονοι.

Μεγαλυνάριον.Πέτρον Παῦλον Μᾶρκον σὺν τῷ Λουκᾷ, Φίλιππον Ἀνδρέαν, Ἰωάννην τε καὶ Θωμᾶν, Σίμωνα Ματθαῖον, καὶ τὸν Βαρθολομαῖον, σὺν θείῳ Ἰακώβῳ, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Οἱ Ἅγιοι Πάντες


Πραγματικὰ εἶναι θαυμαστὸς ὁ Θεὸς μέσα στοὺς ἁγίους του. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ τοὺς ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πὼς μὲ ἀσθενὴ σάρκα καταντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὴ κακία, πὼς ἔμειναν ἀναίσθητοι στὶς ὀδύνες καὶ στὰ τραύματα, καθὼς ἀγωνίζονταν μὲ σώματα πρὸς φωτιά, πρὸς τὸ ξίφος, πρὸς ποικίλα καὶ θανατηφόρα εἴδη βασάνων καὶ ἀντιπαρατάσσονταν μὲ καρτερία, ἐνῶ τοὺς ἔκοβαν τὶς σάρκες, τοὺς διάλυαν τοὺς ἁρμοὺς καὶ τοὺς συνέτριβαν τὰ ὀστά, ὅμως διαφύλαξαν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ σώα καὶ ἀδιάσπαστη, ἀκεραία καὶ ἀκλόνητη, ποὺ γι’ αὐτὸ τοὺς χαρίσθηκε καὶ ἡ ἀναντίρρητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων.
Ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ ἐπίσης τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πὼς ὑπέφεραν μὲ τὴ θέλησή τους σὰν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες ἀσιτίες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς ἄλλες ποικίλες κακώσεις τοῦ σώματος, καὶ ἀντιτάχθηκαν ἕως τὸ τέλος πρὸς τὰ πονηρὰ πάθη, πρὸς τὰ τόσα εἴδη ἁμαρτίας, πρὸς τὸν ἐσωτερικό μας ἀόρατο πόλεμο, πρὸς τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, ἐνῶ ἔλειωναν καὶ ἀχρηστεύονταν ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἀνανεώνονταν καὶ ἐθεώνονταν ἐσωτερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τοὺς ἔδωσε τὰ χαρίσματα τῶν θεραπειῶν καὶ δυνάμεων.
Ὅταν λάβει αὐτὰ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν του καὶ ἐπὶ πλέον ἐννοήσει ὅτι ὑπερβαίνουν τὴ φύση μας, θαυμάζει καὶ δοξάζει τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε σ’ αὐτοὺς τὴν τόση ἄφθονη χάρη καὶ δύναμη. Γιατί ἂν καὶ εἶχαν ἀγαθὴ καὶ καλὴ προαίρεση, χωρὶς τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ κατόρθωναν νὰ ὑπερβοῦν τὴ φύση καὶ ἔχοντας σῶμα, νὰ κατανικήσουν τὸν ἀσώματο ἐχθρό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς προφήτης, ἀφοῦ εἶπε:«Θαυμαστὸς εἶναι ὁ Θεὸς μέσα στοὺς ἁγίους αὐτοῦ», πρόσθεσε: «αὐτὸς θὰ δώσει δύναμη καὶ κραταίωση στὸ λαό του». (Ψαλμ. ξζ’, 36).
Ἀπολαύουν δὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὄχι ὅλοι γενικά, ἀλλὰ ὅσοι ἔχουν ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ἐπιδεικνύουν μὲ ἔργα τὴν πρὸς τὸ Θεὸ ἀγάπη καὶ πίστη. Αὐτὸ φανερώνεται στὸ εὐαγγέλιο ποὺ λέγει: «ὅποιος ὁμολογήσει σ’ ἐμένα ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ σ’ αὐτὸν ἐμπρὸς στὸ Πατέρα μου στοὺς οὐρανούς» (Ματθ. ι’, 32).
Δὲν εἶπε «ὅποιος μὲ ὁμολογήσει ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους», ἀλλὰ «ὅποιος ὁμολογήσει μέσα σ’ ἐμένα» μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μπορεῖ νὰ προβάλει μὲ παρρησία τὴν εὐσέβεια, δι’ ἐκείνου καὶ διὰ τῆς βοηθείας ἐκείνου. Ἔτσι πάλι «θὰ ὁμολογήσω καὶ ἐγώ» καὶ δὲν εἶπε «αὐτόν» ἀλλὰ «μέσα σ’ αὐτόν», δηλαδὴ διὰ τῆς ἀγαθῆς ἀντιστάσεως καὶ ὑπομονῆς.
Αὐτὸ δηλώνει τὴν ἀδιάσπαστη συνάφεια τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ὁμολογοῦντας, ἂν καὶ εἶναι δοῦλοι Θεοῦ.
Ἀντίθετα «ὅποιος μὲ ἀρνηθεῖ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸ Πατέρα μου στοὺς οὐρανούς».
Δὲν εἶπε ἐδῶ «ὅποιος ἀρνηθεῖ μέσα σὲ μένα», γιατί;
Διότι ὁ ἀρνούμενος ἀρνεῖται τὸ Θεὸ ἂν στερηθεῖ τὴ Θεϊκὴ βοήθεια. Γιατί δὲ ἐγκαταλείφθηκε καὶ ἔμεινε ἔρημος τοῦ Θεοῦ; Ἐπειδὴ αὐτὸς πρῶτα πρόλαβε καὶ τὸν ἐγκατέλειψε, ἀφοῦ ἀγάπησε τὰ πρόσκαιρα καὶ γήινα πράγματα περισσότερο, παρὰ τὰ ἐπαγγελμένα ἀπὸ τὸ Θεὸ οὐράνια καὶ αἰώνια ἀγαθά.
Ἔτσι οἱ θεῖες ἀντιδόσεις ἔχουν μαζί τους τὴ θεία δικαιοσύνη καὶ ἐπιφέρουν ἀπὸ τὴ ὁμοίωση τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα. Καὶ ἐνῶ οἱ ὁμολογήσαντες τὸ Θεὸ στὸ πρόσκαιρο αὐτὸ βίο τὸ ἔκαναν παρουσία λίγων ἀνθρώπων, ὁ Χριστὸς Θεὸς καὶ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ γῆς θὰ τοὺς ὑποστηρίξει ἐνώπιον τοῦ Πατρός, τῶν ἀγγέλων, ὅλων τῶν οὐρανίων δυνάμεων καὶ μὲ παρουσία ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι τῆς συντέλειας. Καὶ θὰ στεφανώσει καὶ θὰ δοξάσει ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπέδειξαν πίστη μέχρι τέλους σὲ αὐτόν.
Ἀλλὰ καὶ τώρα δοξάζονται κάποιοι ἅγιοι μὲ τὰ ἱερὰ λείψανά τους ποὺ εὐωδιάζουν, ποὺ χαρίζουν ἰάσεις καὶ διάφορα ἐνεργήματα δυνάμεων, προσκυνώντας τους καὶ γονατίζοντας στὶς εἰκόνες τους βασιλεῖς, ἄρχοντες καὶ ὁ λαὸς τοῦ Κυρίου.
Ἄλλωστε τὸ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πρὸς τοὺς πιστοὺς ὅτι: «ὅποιος ἀφήσει οἰκία, συγγενεῖς ἢ ἀγροὺς γιὰ τὸ ὄνομά μου, θὰ τὰ λάβει ἑκατονταπλάσια καὶ θὰ κληρονομήσει αἰώνια ζωή». (Ματθ. ι’, 37).
Καὶ τὴν ἴδια του ζωὴ εἶναι δίκαιο καὶ ἀναγκαῖο νὰ τὴν ἀφήσει ὁ πιστός, ἂν τὸν καλέσει ὁ καιρὸς σὲ περιόδους διωγμῶν, γιὰ νὰ πετύχει τὴν αἰώνια ζωή, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ χάρη μας. Ἀλλὰ καὶ σὲ εἰρηνικοὺς καιροὺς ὁ πιστὸς λαμβάνει τὸ σταυρό του, σταυρώνοντας τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας.
Διότι λέγει: «ὅποιος βρῆκε τὴν ψυχή του θὰ τὴν χάσει, καὶ ὅποιος ἔχασε τὴν ψυχή του γιὰ χάρη μου, θὰ τὴ βρεῖ». (Ματθ. ι’, 39).
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλός, ὁ ἐκτός δηλαδὴ τοῦ σώματος καὶ ὁ μέσα μας, δηλαδὴ ἡ ψυχή. Ὅταν κάποιος παραδώσει τὸν ἑαυτό του σὲ θάνατο κατὰ τὸν ἐκτὸς ἄνθρωπο, χάνει τὴ ψυχή του ποὺ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὴ βρίσκει στὸ Χριστὸ κατὰ τὴν ἀνάσταση καὶ γίνεται οὐράνιος καὶ αἰώνιος.
Ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τιμᾶ λοιπὸν καὶ μετὰ θάνατο αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν ἀληθινὰ κατὰ Θεό, κάθε μέρα τοῦ ἔτους τελεῖ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων ποὺ μετέστησαν καὶ ἀπεδήμησαν ἀπὸ τὴ πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή.
Συγχρόνως δὲ προβάλλει τὸ βίο καθενὸς χάρη τῆς ὠφελείας μας καὶ ὑποδεικνύει τὸ τέλος τους, εἴτε εἰρηνικὸ εἴτε μαρτυρικό.
Τώρα δὲ μετὰ τὴ Πεντηκοστή, ἡ Ἐκκλησία ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους τους ἁγίους γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους μαζί, ἀναπέμπει κοινὸ σὲ ὅλους αὐτοὺς ὕμνο, ὄχι μόνο διότι ὅλοι εἶναι ἑνωμένοι μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως τὸ ζήτησε ὁ Κύριος: «νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα, ὅπως ἐγώ, Πάτερ, μὲ σένα καὶ σὺ μὲ μένα, νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ μὲ ἐμᾶς ἕνα στὴν ἀλήθεια», (Ἰω. ιζ’, 20), ἀλλὰ καὶ γιατί φροντίζει νὰ φανερώνει καὶ νὰ ἀνυμνεῖ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀποστολῆς, φωτισμοῦ καὶ ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Ἃς τιμήσουμε λοιπὸν ὅλους τοὺς ἁγίους του Θεοῦ. Πῶς; Ἂν κατὰ μίμησή τους καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μολυσμὸ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ ἔτσι ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τὰ κακὰ διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, θὰ φερόμεθα πρὸς τὴν ἁγιοσύνη παρουσιάζοντας τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχές μας εὐάρεστες στὸ Θεό, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων πάντων ὥστε νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς μέτοχοι τῆς ἀπέραντης ἐκείνης πανηγύρεως καὶ εὐφροσύνης μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἐξ ὕψους κατῆλθες, ὁ εὔσπλαγχνος, ταφὴν κατεδέξω τριήμερον, ἵνα ἡμᾶς ἐλευθερώσῃς τῶν παθῶν. Ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις ἡμῶν, Κύριε δόξα σοι.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν Ἁγίων. Ἦχος δ’.
Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα, ἡ Ἐκκλησία σου στολισάμενη, δι’ αὐτῶν βοᾷ σοι, Χριστὲ ὁ Θεός· Τῷ λαῷ σου τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δωρήσαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν Ἁγίων. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.Τῶν Ἁγίων Ἁπάντων τὰ μύρια συστήματα, σὺν τοῖς Ἀποστόλοις Προφήτας, Ἱεράρχας καὶ Μάρτυρας, Ὁσίων καὶ Δικαίων τοὺς χορούς, καὶ ἄθροισμα Ἁγίων Γυναικῶν, καὶ σὺν πᾶσιν ἀνωνύμοις τε καὶ γνωστοῖς, ὑμνήσωμεν κραυγάζοντες· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ τὴν Ἐκκλησίαν δι’ ὑμῶν πυρσεύοντι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Αὐτόμελον.
Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως, τῷ φυτουργῷ τῆς κτίσεως, ἡ οἰκουμένη προσφέρει σοι Κύριε, τοὺς θεοφόρους Μάρτυρας. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τοὺς ἀπ’ αἰῶνος τῷ Θεῷ εὐαρεστήσαντας
Ἐν εὐσεβείᾳ καὶ ἁγίοις κατορθώμασι
Σὺν Δικαίοις Πατριάρχας καὶ τοὺς Προφήτας,
Ἀποστόλους Ἱεράρχας καὶ τοὺς Μάρτυρας
Καὶ Ὁσίων τοὺς χοροὺς ὕμνοις τιμήσωμεν,Τούτοις λέγοντες, Πάντες Ἅγιοι χαίρετε.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις Ἀποστόλων δῆμος σεπτός, Προφῆται Κυρίου, καὶ Μαρτύρων στερροὶ χοροί, θεῖοι Ἱεράρχαι, καὶ Ὅσιοι Πατέρες, καὶ Δίκαιοι καὶ πάντες, χαίρετε Ἅγιοι.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΦΟΡΤΕΤΣΑΝΑΚΗΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί και φίλοι

Χαίρεται

Μελετώντας κάποιος την Αγία Γραφή, θα διαπιστώσει ότι ο πυρφόρος, προφήτης Ηλίας, σε κάποια στιγμή έπεσαι σε πλάνη, του μπήκε ο λογισμός, μέσα στο μυαλό του, ότι δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του, που να πιστεύει στο Θεό και ν’ αγωνίζεται για το άγιο θέλημά του. Βλέποντας όλη τη γενική κατάπτωση και αποστασία των ανθρώπων, της εποχής, στην οποία ζούσε. Απελπίστηκε και απογοητεύτηκε, ο Προφήτης Ηλίας  και γεμάτος παράπονο κραύγασε στο Θεό· «Υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος» (Γ΄ Βασ. 19,10). Κύριε απέμεινα τελείως μόνος μου· κανένα άλλο δεν βλέπω να πιστεύει στο όνομά σου. Βέβαια ο Θεός απεκάλυψε στον Πυρφόρο αυτόν Προφήτη, την πλάνη του. Ο Θεός του έδειξε ότι υπήρχαν 7.000 ακόμη πιστοί, που δεν «έκλιναν γόνυ τω Βάαλ».

 Σήμερα, μέσα σε μία κοινωνία ρευστή, αλλά και ευμετάβλητη, ανάλογο παράπονο με τον Ηλία θα μπορούσαμε να εκφράσουμε και εμείς, οι σύγχρονοι, καταπτοημένοι από την εντυπωσιακή εξάπλωση των λαθών, της αμαρτίας και της προκλητικής καταφρονήσεως των λόγων του Θεού. Αντί όμως, να μας διακατέχει απελπισία και λογισμοί πονηροί να μπουν στη σκέψη και το μυαλό μας ότι «αφού όλοι έτσι σκέπτονται και ζουν άρα έτσι πρέπει και εμείς να σκεπτόμαστε και να ζούμε», θα πρέπει να θυμηθούμε ότι όπως και στην εποχή του Ηλία έτσι και στη δική μας, παρά το φαινόμενο της κατάπτωση των ηθών και της απιστία, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, που δεν έκλιναν και δεν κλείνουν γόνυ και καρδία τω Βάαλ και το κάθε σύγχρονο βααλ, όπως και να λέγεται αυτό. Υπάρχουν όχι απλώς ευσεβείς και ευλαβείς, αλλά άγιοι μ’ όλη τη σημασία και την ένια που μπορεί να έχει αυτή η λέξη της, οι οποίοι όμως είναι άγνωστοι όπως και στην εποχή του Ηλία. Αυτοί οι άγνωστοι άγιοι είναι ο λόγος που θεσπίστηκε η εορτή των «Αγίων Πάντων».

Ανοίγοντας το Πεντηκοστάριον, το βιβλίο δηλαδή της Εκκλησίας μας, που περιέχει τους ύμνους των εορτών από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι και την Κυριακή των αγίων Πάντων, θα δούμε στο συναξάρι της ημέρας να γράφονται τα εξής λόγια·

Α΄. Ότι οι πατέρες θέσπισαν την εορτή αυτή μια εβδομάδα μετά την πεντηκοστή, για να φανερωθούν στον κόσμο οι καρποί του Αγίου Πνεύματος. Για να φανερωθούν τα χαρίσματα και η δύναμη που μοίρασε ο Παράκλητος στους πιστούς καθιστώντας τους έτσι αγίους. Έτσι βλέπουμε, ήδη από την ημέρα της πεντηκοστής. Οι απόστολοι δηλαδή, αυτοί οι αγράμματοι ψαράδες να μιλούν ξένες γλώσσες. Ο Πέτρος που από το φόβο του, απαρνήθηκε τον Χριστό, τρεις φορές και τις δύο μάλιστα μπροστά σε δύο υπηρέτριες, φοβήθηκε δηλαδή δύο γυναίκες, της αυλής του αρχιερέως. Αμέσως μετά την πεντηκοστή, αρχίζει η δράση του, εκφωνεί την πρώτη ομιλία του και με θάρρος μιλάει για τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, για την θεότητα του Χριστού, ότι αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας, και ελέγχει τους Ιουδαίους για το ανοσιούργημα που διέπραξαν. Μα αλήθεια έχει ποτέ αναρωτηθεί κανείς, που τη βρήκε αυτή τη δύναμη ο Πέτρος και αυτό το θάρρος; Ήταν δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Το ίδιο και οι πράξεις των μετέπειτα αγίων. Γι’ αυτό αμέσως μετά την πεντηκοστή εορτάζουμε τους Αγίους Πάντες.

 Ένας άλλος λόγος που θεσπίστηκε η εορτή αυτή είναι γιατί επιβαλλόταν όλοι οι άγιοι που τιμώνται χωριστά να συναχθούν σε μία κοινή εορτή. Έπρεπε να φανεί, με αυτόν τον τρόπο, ότι όλοι μαζί αγωνίστηκαν για το ίδιο πρόσωπο, για την ίδια αιτία, τον Χριστό και την Δόξα του, ότι αγωνίστηκαν  σ’ ένα κοινό στάδιο, το στάδιο της χριστιανικής αρετής, και ενός Θεού δούλοι ήσαν κι απ’ αυτόν αξίως έλαβαν τους στεφάνους της νίκης. Έτσι η κοινή αυτή εορτή είναι μια παρόρμηση αλλά και μια ελπίδα ότι όλοι οι πιστοί αν αγωνιστούμε όπως αγωνίστηκαν εκείνοι, θ’ απολάβουμε κι εμείς, τα στεφάνια της  νίκης του Χριστού. Διαβάζουμε  στις Πράξεις των Αποστόλων (1,15) ότι οι πρώτοι πιστοί, ήταν 120 τον αριθμόν και όλοι έλαβαν το Άγιο Πνεύμα κατά την ημέρα της πεντηκοστής, και όλοι ζήσανε την εμπειρία της θεώσεως. Συνεπώς η αγιότητα δεν είναι μόνο για κάποιους εκλεκτούς αλλά για όλους τους χριστιανούς.

Ένας τελευταίος λόγος που προκάλεσε τη σύσταση της συλλογικής αυτής εορτής είναι και ο παρακάτω· Υπάρχουν άγιοι που είναι γνωστοί και τιμώνται με πανηγύρεις από την Εκκλησία.Υπάρχουν όμως και άγιοι άγνωστοι και αφανείς. Κάποιους τους γράφει η ιστορία αλλά, όλοι τους όμως, γράψανε την ιστορία της Εκκλησίας. Αυτούς λοιπόν τους αγνώστους αγίους, τους γιορτάζει η Εκκλησία μας με τους γνωστούς μαζί. Είναι κατί ανάλογο που κάνει και η πολιτεία με το «Μνημείο του αγνώστου στρατιώτου».

* * *

Αγαπητοί μου αδελφοί είναι πολύ βασικός αλλά και ενθαρρυντικός ο τελευταίος λόγος. Μέσα σε αυτό το λόγο γίνεται η ανακάλυψη σε αυτό που αποκάλυψε στον Ηλία ο Θεός. Ότι πάντα υπάρχουν άγιοι. Όπως σε μέρη έρημα που δεν υπάρχει ίχνος νερού και ζωής, εάν κάνουμε γεώτρηση βρίσκουμε νερό και αμέσως θα βλαστήσει χορτάρι. ακριβώς έτσι, με αυτόν τον τρόπο και στην έρημο της κοινωνίας μας, που είναι κατάξερη  από τους ανέμους του υλισμού, την αθεΐας και την κάθε μορφής απιστίας, υπάρχουν φλέβες και πηγές αγιότητας μόνο που πρέπει να ψάξουμε να τις βρούμε. Αλλά δεν υπάρχουν μόνο άγνωστοι άγιοι αλλά και γνωστοί υπάρχουν. Έτσι στον αιώνα που μας πέρασε έχουμε τον άγιο Σάββα της Καλύμνου, τον άγιο Νεκτάριο την Αίγινας, τους αναρίθμητους αγίους της Ρωσίας, που αγίασαν κατά τους χρόνους που επικράτησε το άθεο καθεστώς του Μαρξισμού, επί παραδείγματι ο Επίσκοπος Κριμαίας και Συμφερουπόλεως Λουκάς ο Ιατρός και θαυματουργός.

Ενώ όμως είναι ενθαρρυντικός ο τελευταίος λόγος της συστάσεως της εορτής, είναι συγχρόνως και ελεγκτικός και αφυπνιστικός για όλους εμάς που τεμπελιάζουμε στα πνευματικά μας καθήκοντα και αφήνουμε την ψυχή μας νυστική από πνευματικό φαγητό. Γιατί η ύπαρξη γνωστών και αγνώστων αγίων μας ενθαρρύνει μεν αλλά και μας κρίνει και μας καταδικάζει δε. Αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος την περίπτωση του πλουσίου νεανίσκου, που δεν μπόρεσε ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, γιατί είχε κτήματα πολλά. Ερώτησε τότε ο Πέτρος τον Χριστό· «Ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι· τι άρα έσται ημίν; Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο υιός του ανθρώπου επι θρόνου δόξης αυτού,καθίσεσθε και υμείς επι δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ (Ματθ. 19,28).

Θα καθίσουν λοιπόν οι άγιοι και θα μας κρίνουν όπως αναφέρεται και στην Αποκάλυψη (20,4). «Και είδον θρόνους, και εκάθησαν επ’ αυτούς, και κρίμα εδόθη αυτοίς». Ποιοι είναι αυτοί στους οποίους αναφέρεται η Αποκάλυψη; Είναι οι άγιοι που μαρτύρησαν για τον Χριστό. Αυτοί που δεν προσκύνησαν τον διάβολο στις πολύ ποικίλες μορφές και εμφανίσεις του και δεν έλαβαν το χάραγμα του αντίχριστου, ναι όπως το ακούτε αδελφοί μου. Το χάραγμα έχει ξεκινήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια και το χάραγμα το έχουν αυτοί που δεν έχουν μέσα τους την σφραγίδα του Χρίσματος του Χρίστου, που δεν τηρούν τους λόγους του Θεού, που δεν έχουν κάνει πρότυπο της ζωής τους το Ευαγγέλιο, που δεν έχουν μέσα τους τον ίδιο τον Χριστό με την ταχτική Θεία Κοινωνία, ώστε να μην μπορεί να τους πειράξει ο αντίχριστος, γιατί αγαπητοί μου αδελφοί, εδώ ορισμένοι, ηθελημένα ή άθελα, παρανοούν ορισμένα πράγματα, όπως το ότι είμαστε πλάσματα του Θεού και μόνο με την δική μας, απομάκρυνση, την δική μας αποστασία και την δική μας θέληση, μπορεί να μας πειράξει ο αντίχριστος και η παρέα του. Αλλιώς  ουδέ μια εξουσία έχει πάνω μας και εκεί που υπάρχει ο Χριστός, ο ακατονόμαστος δεν πατεί τα πόδια  του.


Πως θα μας κρίνουν οι άγιοι; Όχι ότι θα εκφέρουν δικαστική απόφαση. Κριτής είναι μόνο ο Χριστός. Θα μας κρίνουν όμως με το παράδειγμά τους και την θυσία τους. Λέγει ο Χριστός στο κατά Ματθαίο ευαγγέλιο (12,40-42) ότι στη Β΄ Παρουσία θα κατακρίνουν τη γενιά του Χριστού -που δεν πίστευσε σ’ αυτόν- οι Νινευίτες, διότι επίστευσαν στο κήρυγμα του προφήτη Ιωνά και μετανόησαν. Θα τους κατακρίνει επίσης η βασίλισσα του Σαββά, διότι ήρθε από τα βάθη της γης για να γνωρίσει τον Σολομώντα, που ήταν απλός άνθρωπος, ενώ αυτοί δεν ενδιαφέρθηκαν να γνωρίσουν τον Θεάνθρωπο Χριστό.

Αυτή είναι λοιπόν η ενθάρρυνση αλλά και ο έλεγχος και η κρίση των αγίων πρεσβείες αυτών μετά πάντων ημών Αμήν

Γόρτυνα 29/06/2013

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ

              
         Πόσο εφικτή είναι η αγιότητα στην εποχή μας;  Μπορεί να υπάρξει άγιος σήμερα;  Το ερώτημα τίθεται για τον πρόσθετο λόγο ότι η αγιότητα δεν είναι άγνωστο φαινόμενο, όπως όταν πρωτοξεκίνησε η Εκκλησία. Τότε ο κόσμος δεν ήξερε τι σημαίνει Τριαδικός Θεός, τι σημαίνει πίστη, τι σημαίνει χριστιανική ζωή, τι σημαίνει κάποιος να λαμβάνει ως καρπό της καθόδου του Αγίου Πνεύματος την αγιότητα ως την μέγιστη δωρεά και στην παρούσα και στην αιώνια ζωή. Για τον κόσμο η αγιότητα ήταν μία κατάσταση που ούτε κατά λέξιν ούτε κατά διάνοιαν μπορούσε να υπάρξει. Σήμερα, η αγιότητα μπορεί να περιφρονείται από τους πολλούς, ωστόσο θεωρείται μία δεδομένη κατάσταση, έστω και μόνο για τον παρόντα κόσμο από αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό ή για την μεταφυσική κατάσταση του ανθρώπου, σύμφωνα με όσους πιστεύουν, αλλά θεωρούν ότι η Εκκλησία υπάρχει για το επέκεινα.
                Η εορτή των Αγίων Πάντων μας δείχνει ότι για το Ευαγγέλιο και τον αψευδή λόγο του Χριστού η αγιότητα χαρακτηρίζει τον άνθρωπο κάτω από τρεις προϋποθέσεις: την ομολογία, την υπέρβαση των δεσμών συγγένειας με τον κόσμο και τους οικείους και την ανάληψη του σταυρού, που συνεπάγεται η ακολούθηση του Χριστού. Ομολογία σημαίνει τη συνειδητή απόφαση του ανθρώπου να δηλώνει με το λόγο και την βιωτή του ότι πιστεύει στο Χριστό ως τον Θεό, τον Σωτήρα και τον Αναγεννητή της ύπαρξής Του, αλλά και ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Η υπέρβαση των δεσμών της συγγένειας με τον κόσμο και τους οικείους σημαίνει την συνειδητή απόφαση του ανθρώπου να μην αγκιστρώνεται στις προτεραιότητες της ζωής αυτής, ακόμη κι αν χρειάζεται η παραίτηση από την πρόταξη της αγάπης στα οικεία πρόσωπα. Να μην θεωρεί δηλαδή ο άνθρωπος ότι του ανήκουν είτε πρόσωπα είτε αγαθά και ότι η ζωή του εξαρτάται αποκλειστικά από αυτά, αλλά να τα βλέπει στην προοπτική της κοινωνίας με το Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι αποδίδει την τιμή και την αγάπη σ’  αυτά, αλλά βλέπει ευρύτερα τη ζωή. Όλοι συμπορευόμαστε προς την αιωνιότητα. Στόχος μας είναι η κοινωνία με το Χριστό. Αν το συναίσθημα, η οικειότητα, ακόμη και η αγάπη προς τα πρόσωπα με τα οποία συνδεόμαστε μας χωρίζουν από την αγάπη του Θεού, μας κρατούνε δηλαδή καθηλωμένους στο τώρα, η συγγένεια λειτουργεί ως εμπόδιο ή πειρασμός στην αγιότητα. Ο δρόμος της αγιότητας, εξάλλου, δεν είναι δρόμος εύκολος. Προϋποθέτει την ανάληψη του σταυρού που αναλογεί στον καθέναν. Και σταυρός σημαίνει θυσία, παραίτηση από το ίδιον θέλημα και ταύτιση της πορείας μας με τον δρόμο του Ευαγγελίου και των εντολών που καταγράφονται σ’  αυτό και βιώνονται στην Εκκλησία.
                Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις βιώθηκαν από μυρίους μυριάδων Αγίους ανά τους αιώνες. Αποτελεί αυτό το γεγονός παρήγορη διαπίστωση σε όσους αισθανόμαστε ότι η αγιότητα δεν είναι εφικτή στο σήμερα. Η ανθρώπινη φύση δεν έχει αλλάξει εντός της. Τυραννιέται από την ανάγκη να αναζητήσει νόημα για την ύπαρξη, να ερμηνεύσει την πορεία της, να βρει ελπίδα για την αιωνιότητα. Παλεύει εναντίον του κακού με τις πολυποίκιλες μορφές του. Οργανώνει κοινωνίες, για να μπορέσει να το τιθασεύσει. Θέλει να απαντήσει στο ερώτημα περί του Θεού. Συναντά τις εξουσίες του αιώνος του κόσμου τούτου και καλείται να διαμορφώσει στάση έναντί τους. Αξιοποιεί το νου και τις ιδέες που γεννά και διατυπώνει κοσμοθεωρίες, στην προσπάθεια για απαντήσεις. Και ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα. Μόνο που στις ημέρες μας ο κόσμος έχοντας υπερβολική πεποίθηση στον πολιτισμό και τα επιτεύγματά του, λειτουργεί με την οίηση  ότι μπορεί τα πάντα χωρίς το Θεό. Έτσι, η αγιότητα δεν συμπεριλαμβάνεται στις πιθανές απαντήσεις στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου.  
                Ωστόσο, δεν έπαψαν ούτε θα πάψουν να υπάρχουν πλείστοι όσοι συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να δίδουν την απάντηση της αγιότητας που ο Χριστός προσφέρει στον κόσμο και τον άνθρωπο. Και είναι γεγονός ότι ακόμη και όσοι δεν πιστεύουν στην αγιότητα, θαυμάζουν, φανερά ή κρυφά, τα όσα αυτή περιλαμβάνει. Παρότι δεν θεωρούν ότι είναι για αυτούς, εντούτοις απορούν πώς άνθρωποι ομολογούν το Χριστό, ανεξαρτήτως των συνεπειών που μια τέτοια ομολογία μπορεί να έχει, κυρίως στο κοινωνικό επίπεδο, όπου η ομολογία συνοδεύεται συνήθως από περιφρόνηση και απόρριψη και ειρωνεία που γίνεται αφορμή συνεχούς μείωσης της αξίας της ανθρώπινης υπόστασης. Απορούν πώς υπάρχουν άνθρωποι που δεν βάζουν το συμφέρον, αλλά και την συγγένεια και την ανάγκη για πρόταξη των οικείων δεσμών, αλλά είναι ζούνε με απόφαση η Αλήθεια και η Δικαιοσύνη που φέρει η πίστη να είναι πιο πάνω από τα συναισθήματά τους, ακόμη κι αν αυτό μοιάζει ιδιαίτερα σκληρό και ακατανόητο, αληθινό μαρτύριο. Απορούν πώς υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι έτοιμοι να φέρουν το σταυρό τους, αρνούμενοι να υποκύψουν στα «γιατί»  που τον συνοδεύουν, αλλά εμπιστευόμενοι το Χριστό και την Εκκλησία και ζώντας σε ένα ήθος αυταπάρνησης και αφιέρωσης που τους κάνει να αγαπούνε το Θεό και τον συνάνθρωπο όχι απλώς όπως τον εαυτό τους, αλλά και περισσότερο.
                Μπορεί ο δρόμος της αγιότητας να φαίνεται ακατόρθωτος ή ξεπερασμένος στην εποχή μας. Όμως η Εκκλησία παραμένει η πόλις επάνω όρους κειμένη και στην εποχή μας και σε κάθε εποχή. Και οι Άγιοί της είναι τα λυχνάρια που φέγγουν σε όλο τον κόσμο, δίδοντάς μας τη δυνατότητα να παραδειγματιζόμαστε από την ομολογία, την υπέρβαση των δεσμών με τον κόσμο, αλλά και την πορεία του σταυρού που ακολουθούν και να τους έχουμε πρεσβευτές και στον δικό μας αγώνα. Ας είναι λοιπόν η δική τους πορεία η αφορμή για να ξαναβλέπουμε τη ζωή μας στην προοπτική της κοινωνίας με το Χριστό εν τη Εκκλησία. Και η χάρις του Πνεύματος θα μας ενισχύει, για να μη νικιόμαστε από την αντίρροπη νοοτροπία, όπως κι αν αυτή εκφράζεται.

 Κέρκυρα, 30 Ιουνίου 2013

οὐκ ἔστι μου ἄξιος π. Αλέξιος Αλεξόπουλος

 φιλν πατέρα  μητέρα πρ μ οκ στι μου ξιος· κα  φιλν υἱὸν θυγατέρα πρ μ οκ στι μου ξιος· κα ς ο λαμβάνει τν σταυρν ατο κα κολουθε πίσω μου, οκ στι μου ξιος.».
              Ο Χριστός ζητά από τους ανθρώπους να Τον ακολουθήσουν. Αυτή η συμπόρευση μαζί Του προϋποθέτει μία αποταγή και δύο καταφάσεις. Η αποταγή είναι η άρνηση του ανθρώπου να ακολουθήσει άλλες αγάπες, να τις βάλει πιο πάνω από την αγάπη του Χριστού. Να υπερβεί δηλαδή την συγγένεια, τα αγαθά, τα προσωπικά χαρίσματα, ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό και να ακολουθήσει πορεία κατάφασης. Και η κατάφαση έχει να κάνει με το ΝΑΙ στον ουρανό και το ΝΑΙ στην ομολογία του ουρανού ως της αληθινής πατρίδας του ανθρώπου, αλλά και την επιλογή μιας ζωής που να έχει γνώμονα τον Άλλο, τον οποιονδήποτε Άλλο. Ο Χριστός μας λέει ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει αυτόν τον δρόμο. Είναι η πίστη και η αγάπη.
Εάν δεν χάσεις με τη θέλησή σου όλα όσα πίστεψες ότι είναι δικά σου ή ονειρευόσουν να τα αποκτήσεις, τότε είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατον η ζωή σου να έχει νόημα. Κανένα αγαθό δεν μπορεί να συνοδεύσει τον άνθρωπο στο επέκεινα, στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος προτιμά να διαγράφει την αιωνιότητα για να μπορεί να χαρεί τα αγαθά του παρόντος κόσμου, με την ιδέα ότι η ζωή τελειώνει στον τάφο. Και αγανακτεί με όλους εκείνους που τον οδήγησαν στο να χάσει τα αγαθά, κυρίως το όνειρο και την αυτάρκεια, γιατί κοίταξαν μόνο τον εαυτό τους, την ιδιοτέλεια, τον πλουτισμό τους, κατασπατάλησαν χρόνο και χρήματα καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις αυτάρκειας που η κατανάλωση θα έδινε στους πολλούς. Δικαιολογημένη η αγανάκτηση.
Θα έπρεπε όμως να ξεκινήσει από τους εαυτούς μας. Γιατί αφεθήκαμε να παραπλανηθούμε. Ευχαριστηθήκαμε καθιστώντας στάση ζωής  την αυτάρκεια, την ικανοποίηση κάθε απαίτησης του εαυτού μας, της παράδοσης του χρόνου μας σε προσανατολισμούς χωρίς αιωνιότητα. Μείναμε σε ψευδαισθήσεις, μεθυσμένοι από την ελευθερία που φαίνεται ότι προσφέρει η ζωή χωρίς Θεό και η απόρριψη οποιασδήποτε ηθικής αξίας και φραγμού. Είπαμε «όλα επιτρέπονται» και το δοξάσαμε.  Είπαμε «δεν πιστεύουμε τίποτα» και αυτοπεριοριστήκαμε στα του οίκου μας. Ανεχθήκαμε το πριόνισμα θεσμών όπως η πολιτική, η παιδεία, η Εκκλησία, η δικαιοσύνη, για να είμαστε όλοι το ίδιο, για να μην ξεχωρίζει κανείς σε μια ρευστότητα άνευ προηγουμένου.  
                Μία Κυριακή μετά την εορτή της Πεντηκοστής η Εκκλησία μας υπενθυμίζει τον δρόμο των Αγίων. Αυτών που   άφησαν κατά μέρος κάθε άλλη αγάπη και διάλεξαν την αγάπη του Χριστού. Και κέρδισαν και τον παρόντα χρόνο, αλλά και την αιωνιότητα. Ακόμη κι αν έφυγαν από αυτή τη ζωή μέσα από τον πόνο του μαρτυρίου ή από την στέρηση των αγαθών ή από τον περιορισμό των επιθυμιών, κέρδισαν και το Θεό και την αιωνιότητα, αλλά και έμειναν ζωντανοί στην αγάπη των ανθρώπων. Είπαν το μεγάλο ΟΧΙ και έλαβαν το ΝΑΙ του Θεού. Ίσως εδώ βρίσκεται η μακροπρόθεσμη λύση για την πορεία της κοινωνίας μας.  Στην απόφαση να πούμε ΟΧΙ πλέον στην φενάκη αυτής της νοοτροπίας που μας έκανε να πουλήσουμε τις ψυχές μας και τώρα να αγανακτούμε γιατί μας στερούν το ξυλοκέρατο που μας παρηγορούσε δηλητηριάζοντάς μας. Στην επιλογή να πούμε ΝΑΙ στην αγάπη, στο μοίρασμα των χαρισμάτων μας, στην εργασία για να αλλάξουμε τους εαυτούς μας εντός μας, να επέλθει και η συλλογική αναδιοργάνωση.