ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΦΡΟΝΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΑΡΟΝΤΩΝ

του κ. Μιχαήλ Τσακιράκη
Εκπαιδευτικού - Θεολόγου


Όλην αυτήν την περίοδο γιορτάζουμε 50 μέρες την εκ νεκρών Ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού δείχνοντας με τον τρόπο αυτό πόσο υπερέχει αυτή από τις άλλες γιορτές. Αν κα περιλαμβάνει και την εις ουρανούς Ανάληψή Του δηλαδή την ανάμνηση της εις ουρανούς ανόδου του Δεσπότου για τον ίδιο ακριβώς λόγο για να φανεί και η διαφορά Του από τους ανθρώπους αφού όσοι εκ νεκρών αναστήθηκαν αναστήθηκαν από άλλους και αφού πάλι πέθαναν επέστρεψαν στη γη ενώ ο Χριστός μόνος Του αναστήθηκε εκ νεκρών την Τρίτη ημέρα δεν ξανακυριεύτηκε από το θάνατο ούτε επέστρεψε πάλι στη γη αλλά ανέβηκε στον ουρανό καθιστώντας το φύραμά μας που είχε λάβει ομόθρονο του Πατρός ως ομόθεο. Κι αυτό ως ο μόνος που έγινε αρχή της μελλούσης αναστάσεώς μας κι ο μόνος που κατέστη απαρχή νεκρών και πρωτότοκο νεκρών και πατέρας μέλλοντος αιώνος. Κι όπως όλοι οι δίκαιοι και αμαρτωλοί πεθαίνουν στον Αδάμ έτσι και στο Χριστό θα αναστηθούν αλλά καθένας στην τάξη του. Τελευταίος εχθρός που θα καταργηθεί ο θάνατος κατά την κοινή ανάσταση με την έσχατη σάλπιγγα γιατί πρέπει το θνητό να ενδυθεί αθανασία και το φθαρτό αφθαρσία. Τέτοια δωρεά μας χαρίζει η Ανάστασή Του προεικονίζοντας και τη μέλλουσα μακαριότητα των αγίων από όπου έχει εξαφανιστεί κάθε οδύνη, λύπη και στεναγμός γιατί εκεί είναι όντως ευφραινομένων η κατοικία. Και γι’ αυτό η χάρη Του καθιέρωσε πριν από αυτά να νηστεύομε 40 μέρες κατά την ιερή Σαρακοστή και αγρυπνία και κάθε είδους αρετών άσκηση γιατί προηγείται σ’ αυτή τη ζωή των σωζομένων η μετάνοια διαρκώς και ο θεοφιλής βίος ενώ με τις 50 μέρες τώρα επιδεικνύεται η άνεση και απόλαυση που θα υποδεχτεί όσους εδώ έζησαν με αγώνα για το Θεό.

Στον καιρό της θα έρθει επομένως με την Ανάστασή Του και την Ανάληψή Του η μέλλουσα κοινή ανάστασή μας και η ανύψωση των αξίων μόνο στα σύννεφα και συνύπαρξή τους και ανάπαυσή τους με το Θεό αιώνια. Σήμερα ο Χριστός υποτάσσει και την Σαμάρεια με λόγο και διδασκαλία για τη σωτηρία. Πώς; Ακούστε: κουρασμένος από την οδοιπορία κάθεται δίπλα στο πηγάδι περίπου στις 6 (+6=12 η ώρα, το μεσημέρι) κα φυσικά η ώρα και ο τόπος επιβάλλουν να καθίσει καθένας με σώμα σαν το δικό μας. Σαν οδοιπόρος από τους πολλούς γιατί οι μαθητές Του είχαν φύγει να αγοράσουν τροφές στην πόλη κι ο Κύριος διψώντας και βλέποντας να έρχεται κάποια που διψά ανθρωπίνως για να σταματήσει τη δίψα της ως Θεός βλέπει όμως και την καρδιά της να ζητά για σωτήριο ύδωρ χωρίς να γνωρίζει ποιος μπορεί να της το προσφέρει. Κι επειδή επείγεται να αποκαλυφθεί στην ποθούσα ψυχή γιατί ποθεί κι Αυτός τους ποθούντες Αυτόν αρχίζει από κει που θα γίνει ευπρόσδεκτος λέγοντάς της δώσε μου να πιώ νερό παίρνοντας ως αφορμή αυτό για να αποκαλυφθεί σ’ αυτήν λέγοντας αν γνώριζες τη δωρεά του Θεού και ποιος είναι Αυτός που σου ζητά νερό εσύ θα Του ζητούσες και θα σου έδινε το ζωντανό νερό.

Ποια είναι η δωρεά του Θεού και μάλιστα μεγάλη δωρεά και χάρη; Το ότι δεν βδελύσσεται τους θεωρούμενους βδελυκτούς και ακοινώνητους κι ακόμα παραπέρα να θεωρεί τέτοιους ανθρώπους αγαπητούς Του ώστε όχι μόνο να δέχεται τα διδόμενα από αυτούς αλλά και να τους μεταδίδει από τα δικά Του θεία χαρίσματα και τον ίδιο Του τον Εαυτό και καθιστά τους πιστούς Του σκεύη δεκτικά της θεότητάς Του αφού προβλέποντας επαγγέλλεται ότι αδύνατον αλλιώς να έχουν μέσα τους πηγή ύδατος ζωής που να τρέχει στην άλλη Ζωή την αιώνια! Η Σαμαρείτις πρώτα δεν κατάλαβε και απορεί και έπειτα επιχειρεί να Τον συγκρίνει με τον Ιακώβ κι όταν πάλι Τον άκουσε να της προσφέρει το δικό Του ύδωρ άφησε λόγο καρδιακό που ποθεί κι οδηγείται στην πίστη χωρίς ακόμα να μπορεί να κοιτάξει καθαρά στο Φως. Κ ο Κύριος θέλοντας να αποκαλυφθεί λίγο λίγο της λέει τότε να φέρει και τον άντρα της. Κι αυτή κρύβει τη διαγωγή της –έτσι νομίζει- και συγχρόνως σπεύδει να πάρει και το δώρο λέγοντας ότι δεν έχει άντρα. Και ακούει τότε την κρυμμένη αλήθεια από τον Κύριό μας που της θυμίζει ότι αλήθεια λέει γιατί 5 άντρες είχε ως τότε κι αυτόν που τώρα έχει κι αυτός δεν είναι δικός της ελεγχόμενη για την όλη της διαγωγή από μικρή ήδη ηλικία. Κοιτάξτε όμως μεγαλείο ψυχής αυτής της γυναίκας που δεν στεναχωριέται αλλά αντιλαμβανόμενη Ποιον περίπου έχει ενώπιόν της σπεύδει προσπερνώντας την προσωπική της δυστυχία να συζητήσει υψηλότερα ζητήματα. Πόση η μακροθυμία αλλά και η φιλομάθεια της γυναίκας!

Κι αυτήν την γνώση και φιλομάθεια της γυναίκας τη βαθιά μελέτη της θεόπνευστης Γραφής δέχεται ο Κύριός μας ως οσμή ευωδίας πνευματικής και ευχαρίστως συζητά παραπέρα μαζί της. Τι μας διδάσκει η γυναίκα αυτή; Ό, τι κα να μας απασχολεί στα προσωπικά μας μη χάνουμε ευκαιρία να ασχολούμαστε με τα πνευματικά μας. Μελετώντας ιερά και σπουδάζοντας καθιστάμεθα άξιοι θείας επιστασίας που είναι η οσμή που οσφραίνεται ο Κύριος. Αν όμως μέσα μας τρέφουμε πονηρούς ή ρυπαρούς γήινους λογισμούς τότε απομακρυνόμαστε από Αυτόν και καθιστάμεθα άξιοι αποστροφής αλίμονο από το Θεό! Ου παραμενούσι παράνομοι κατέναντι των οφθαλμών Σου! Μνησθήση διαπαντός Κυρίου του Θεού Σου, καθήμενος και πορευόμενος, κοιταζόμενος και διανιστάμενος και ερευνάτε τας Γραφάς και εν αυταίς ευρήσετε Ζωήν την αιώνιον και αδιαλείπτως προσεύχεσθε.

Κι η συνέχεια ακόμα καλύτερη: της ολοκληρώνει το σκοπό των λόγων Του προφητεύοντας ότι τέτοια την ζητεί και τη δέχεται ο Θεός –όσοι έχουν προσκυνήσει το ιερό της λείψανο της πρώην πόρνης όπως τη λέει η Εκκλησία μας και αφού πόρνες και τελώνες προηγούνται άλλων στην βασιλεία των ουρανών καταλαβαίνουν πόσο σημαντικά είναι όλα αυτά!- και απαντώντας της λέει ότι έρχεται ώρα και τώρα μάλιστα είναι η ώρα που δε θα προσκυνάτε ούτε εδώ ούτε εκεί το Θεό Πατέρα αλλά τέτοιους θέλει ο Θεός προσκυνητές Του. Θα γίνει τέτοια άξια και θα προσκυνά τον Ύψιστο Πατέρα όχι τοπικά αλλά ευαγγελικά –μετατίθεται η προσκύνηση κι ο νόμος- γιατί σεις προσκυνάτε ό, τι δεν ξέρετε ενώ εμείς ό, τι ξέρουμε θα έρθει ο Χριστός έρχεται ώρα τώρα, έρχεται δεν τελέστηκε ακόμα θα τελεστεί τώρα γιατί βλέπει ότι είναι έτοιμη να πιστέψει σύντομα και να προσκυνά πνευματικά και αληθινά. Πνεύμα ο Θεός και όσοι Τον προσκυνούν έτσι εν Πνεύματι και Αληθεία πρέπει να Τον προσκυνούν ασώματος ο Θεός και ως ασώματος δε βρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται τοπικά! Είναι πανταχού παρών και σε όλα ο Θεός! Ως συνέχων και περιέχων τα πάντα!

Πανταχού όχι μόνο της γης αλλά και του ουρανού και των υπεράνω της γης θα προσκυνηθεί από τους πιστούς αληθώς και θεοπρεπώς. Βέβαια η ψυχή και οι άγγελοι είναι ασώματα και όχι σε τόπο αλλά δεν είναι πανταχού γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν παρά έχουν ανάγκη του συνέχοντος κι επομένως αυτά είναι στον συνέχοντα και περιέχοντα το σύμπαν αλλά η ψυχή συνέχοντας το σώμα με το οποίο κτίστηκε μαζί είναι πανταχού του σώματος όχι ευρισκομένη σε τόπο ούτε ως περιεχομένη στο σώμα αλλά ως συνέχουσα και περιέχουσα αυτό αφού έχει και τούτο ως κατεικόνα Θεού.

Κι η γυναίκα αυτή η υπέροχη Φωτεινή ονομάστηκε από το Σωτήρα μας εκλεκτή σαν τον ήλιο και καταγράφηκε κι αυτή στον κατάλογο των μελλόντων να λάμψουν σαν τον ήλιο κατά το ευαγγέλιο επισφραγίζοντας τον υπόλοιπον της ζωής αυτής φωτοειδή βίον εν ειρήνη και μετανοία με μαρτυρικό τέλος μακάριο κι αυτή και η οικογένειά της –εορτάζεται κι αυτή δυο φορές το χρόνο αλλά σήμερα εξαιρέτως αφιερώνεται ολόκληρη η Κυριακή στη μνήμη της κάθε χρόνο ενώ υπάρχει και η εορτή της το Φεβρουάριο, 26: αγίασαν μαζί της επί Νέρωνος και όλοι οι δικοί της, οι αδελφές της και τα παιδιά της, Ανατολή(2η αδελφή της)-Φωτώ(3η αδελφή της)-Φωτίς(4η αδελφή της)-Παρασκευή(5η αδελφή της)-Κυριακή(6η αδελφή της) και Φωτεινός(1ος γιος της, Βίκτωρ ο Στρατηλάτης από τον Κύριο ονομασθείς ως μεγαλύτερος γιος της αγίας Φωτεινός), Ιωσής(2ος γιος της), Σεβαστιανός ο Δουξ, , Χριστόδουλος. Τώρα λοιπόν αναγνωρίζει ως αληθινό Θεό τον Χριστό και Τον εξυμνεί τελείως ως Θεό κι ό, τι είπε Αυτός έπειτα στους μαθητές Του περί Αγίου Πνεύματος συμφυούς και ομοτίμου ό, τι όταν θα έρθει Εκείνος θα διδάξει όλη την αλήθεια τούτο λέει κι αυτή προλαβαίνοντας ότι όταν έρθει Εκείνος θα μας διδάξει όλα.

Κι ο Κύριος τότε της λέει Εγώ είμαι που σου μιλώ επειδή την είδε τέτοιας ακριβώς λογής κι αυτή πραγματική ευαγγελίστρια εκλεκτή αφήνει κάτω την υδρία και τρέχει στην πόλη ως ισαπόστολος πλέον να φέρει όλους κοντά Του πείθοντάς τους με λόγια και οδηγώντας τους στην πίστη του φανέντος ελάτε να δείτε άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έκανα μήπως είναι ο Χριστός; Επειδή πιστεύει ότι καλύτερα θα πιστέψουν εάν δουν και συνομιλήσουν όπως κι έγινε…για προσέξτε καλύτερα αυτήν την γυναίκα που μόλις άκουσε αμέσως καταφρόνησε όλες της τις ανάγκες αφήνοντας σπίτι και νερό ενθουσιασμένη και ξαναγυρίζει γρήγορα γρήγορα στο Χριστό τρέχοντας και φέρνοντας κι άλλους μαζί της πραγματικό υπόδειγμα για όλους μας αρετής και προτιμώντας την αγαθή μερίδα από βιοτικά την ωφέλεια της διδαχής γιατί όντως το σχήμα του κόσμου παρέρχεται πολύ γρηγορότερα από ό, τι βλέπουμε και νοιώθουμε και πάμε για την αιωνιότητα όλοι μας. Βραχύς ο βίος και σύντομος πλησίον η αναχώρηση κι η αιωνιότητα λίγο η φθορά και άπειρη η αφθαρσία! Κι όλους μας παραπέμπει με ασφάλεια σ’ Εκείνον η καταφρόνηση των παρόντων κι η ετοιμασία των μελλόντων αποφεύγοντας όσο μπορούμε τα επιβλαβή και επιδιώκοντας τα ουράνια, χρησιμοποιώντας και όχι παραχρησιμοποιώντας τον κόσμο τούτο όπως έκαναν κι όλοι μας οι άγιοι και απόλυτα φιλοσοφημένα αφού και να θέλαμε να τα κατέχουμε όλα τούτα αιώνια δεν μπορούμε ενώ τα αιώνια μπορούμε κάλλιστα γιατί δεν είναι όνειρα ούτε σκιά θερινής άγονης νεφέλης που διώκεται από τον άνεμο και ταχέως παρέρχεται και μεις πολλές φορές φεύγουμε και πριν από τα εγκόσμια σα να βαδίζουμε δρόμο και ή τελειώνει πρώτα ο δρόμος ή εμείς ή δεν μπορούμε πια να κατέχουμε τίποτε ή χάνουμε όσα έχουμε και νωρίτερα, πλούτη, χαρές και ευτυχίες και ελπίδες μάταιες!

Το τέλος των προσκολλημένων εδώ πάντοτε συμφορά αφού όλα αυτά εδώ μένουν κι αν μείνουν πάλι αλλά πάντως εδώ εγκαταλείπονται ενώ σε όσους περιφρονούν όλα αυτά και ζητούν τα αιώνια με γνώση και επίγνωση και πράξεις αρμόδιες κι ο θάνατος ωφελεί και δεν πεθαίνουν αλλά πηγαίνουν από τα λυπηρότερα στα πιο χαρούμενα και στην πραγματική Ζωή την ευτυχισμένη και αιώνια την αναλλοίωτη που εύχομαι να πετύχουμε όλοι με τις πρεσβείες και της αγίας Φωτεινής!  
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ 2011
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ
Του Πρωτ.  Γεωργίου Σούλου
 Στην Ευαγγελική περικοπή της σημερινής Κυριακής ο Χριστός δεν συναντάται μόνο με τη Σαμαρείτιδα, αλλά στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας συναντάται με ολόκληρη την αλλοτριωμένη ανθρωπότητα.  Γιατί, ο Χριστός, δεν είναι κάποιος  Ιουδαίος, που συναντάται και διαλέγεται με μια Σαμαρείτιδα.  Αυτός που της μιλά είναι ο Υιός του Θεού, που κοινωνεί και επικοινωνεί με τους ανθρώπους προσφέροντας την άδολη και αυθεντική Του αγάπη.
Τούτη, ασφαλώς, η συνάντηση χαρακτηρίζεται ως ανυψωτική για τον άνθρωπο  και ακόμα, ως συνάντηση αναγνώρισης της  προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου και  ιδιαίτερα αυτού που αισθάνεται το ηθικό και πνευματικό αδιέξοδο της εποχής του, αλλά και την περιφρόνηση των άλλων.  Ο άνθρωπος μέσα από την ψυχολογική του ψυχοσύνθεση και την υπαρξιακή του διάσταση, όσο κι αν συνθλίβεται στα αδιέξοδα της αμαρτίας, ζητά και αποζητά κατά βάθος την εκτίμηση, την αποδοχή, και την αγάπη των άλλων.  Όμως αυτή την πολύ ανθρώπινη σχέση και συμπεριφορά δεν τη βρίσκει πάντοτε ο καθένας μας, από τους αδελφούς και συνανθρώπους μας.  Αυτήν, λοιπόν, την ανθρώπινη απουσία και ανεπάρκεια έρχεται να την πληρώσει και αναπληρώσει στον καθένα μας ο ίδιος ο Χριστός, όταν και αφού τον συναντήσουμε σε κάποιο «φρέαρ» της ζωής μας.  Όπου οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται στο όντως υπαρξιακό αίτημα της ζωής του συνανθρώπου τους, πρέπει να κατανοήσουμε, ότι ανταποκρίνεται ο Χριστός, ο οποίος «ίσταται επί την θύραν και κρούει» (Αποκ. γ΄ 28), καλώντας μας, μάλιστα,  προσωπικά, δηλαδή, μας «καλεί  κατ’ όνομα» (Ιωάν. ι΄ 3), για να βρούμε επιτέλους, σ΄ Αυτόν την εκτίμηση, την αποδοχή και την αγάπη, όπως ακριβώς τη βρήκε και την αντιλήφθηκε, μέσα από ένα γνήσιο και ειλικρινή διάλογο, η Σαμαρείτις.  Στάθηκε στο πηγάδι και συζήτησε μαζί της.  Της ζήτησε νερό και ας γνώριζε, ότι τον θεωρούσε εχθρό της, εξαιτίας του μεγάλου και  υπαρκτού  εθνικού μίσους ανάμεσα στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους.  Γιατί, ο Χριστός είναι πέρα και πάνω από κάθε ανθρώπινο συσχετισμό και εμπάθεια.  Ο Χριστός δέχεται, ότι η συμβολή και η συμπαράσταση του καθενός, αντιστρέφεται ευεργετικά σε όποιον την προσφέρει.  Διδάσκει και κηρύττει αυτού του είδους την προσφορά γιατί, πράγματι, μόνον έτσι υπερβαίνει κανείς τον εαυτόν του και τον ατομοκεντρισμό του, υπακούοντας στην παραίνεσή Του «απαρνησάσθω εαυτόν»(Μαρκ. η΄ 34).
Γιατί, όπως έχει αποδειχτεί, είναι  ο εγωϊσμός και ο ατομοκεντρισμός μας, που δεν μας επιτρέπουν  να αισθανθούμε και να νοιώσουμε την αγωνία και τη θλίψη του Χριστού, που έχει για τις αθεράπευτα ψυχοσωματικές ανάγκες του ανθρώπου και αυτό φαίνεται πολύ καθαρά λέγοντας στη Σαμαρείτιδα «πίστευσόν μοι»(Ιωάν. δ΄ 21).
Η πράξη αυτή του Χριστού έχει ακόμη χαρακτήρα αντιεγωϊστικό. Ο Χριστός δεν εμφορείται από εγωισμό  ότι δηλαδὴ μόνον Αυτός μπορεί να δίδει. Δεν επιθυμεί να φαίνεται πως Αυτὸς μόνο είναι ικανός. Γιατί τότε ταπεινώνει τους ανθρώπους,  επειδή αυτοί δεν μπορούν να δώσουν, να προσφέρουν. Και δεν μπορούν να δώσουν, αφού δεν έχουν κάτι δικό τους. Τα πάντα ανήκουν στο Θεό.
Ο Θεός δίνει απλόχερα την αγάπη Του και την καλοσύνη Του στον άνθρωπο με κάθε τρόπο και μέσο και αυτός αντί να την αντιπροσφέρει, «ως αντίδωρο» στο Θεό δια του «πλησίον» του, την κρατάει και την παρακρατάει προς ίδιον όφελος(εγωϊσμός), βάζοντας έτσι την ίδια τη ζωή και την ύπαρξή του σε εμπλοκή και περιπέτεια, με αποτέλεσμα να ενεργεί νοησιαρχικά, λογικοκεντρικά και ασφαλώς, αναπόφευκτα ιδιοτελειακά και συμφεροντολογικά.  Κι έτσι η υπαρξιακή οντολογική ανθρώπινη λειτουργία αυτοπεριορίζεται και αυτοεγκλωβίζεται στο μυαλό και στη νόηση του εγωιστή ανθρώπου, που αυτοπροσδιορίζεται με άτεγκτους και ψυχρούς συνειρμικούς συλλογισμούς χωρίς αίσθημα και συναισθηματικότητα.
Στη θεία Λειτουργία ομολογούμε,  ότι  προσφέρουμε τα δικά Του από τα δικά Του. «Τα σα εκ των σων Συ προσφέρομεν…» Αυτό ευχαριστεί τον Χριστό, γιατί δίδει την ευκαιρία στους ανθρώπους να Του προσφέρουν, ως αδελφοί Του, πλασμένοι κατ᾿ εικόνα και καθ᾿ ομοίωση δική Του.
Σύμφωνα με την επιστήμη της  Ψυχολογίας της Προσωπικότητας και της Κοινωνικής ψυχολογίας, ο νους, η νόηση και η σκέψη της Σαμαρείτιδος κάπως έτσι ψυχρά και αρνητικά συναισθηματικά, κοινωνούσε και λειτουργούσε, και αυτό εξάγεται από την απάντηση που έδωσε στο Χριστό, όταν της ζήτησε νερό από το πηγάδι του Ιακώβ. Πηγάδι, που  τελικά δεν της ανήκε, αφού το νερό είναι  κοινόχρηστο αγαθό. «…πώς Συ Ιουδαίος ων, παρ’ εμού πιειν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; Ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις».
Έβλεπε και αντιμετώπιζε τον Χριστό  λογικοκεντρικά και ορθολογιστικά. Τον διέκρινε και τον αναγνώριζε μόνο με τα εξωτερικά  Του χαρακτηριστικά γνωρίσματα.  Σύμφωνα, δηλαδή, με την εθνική Του προέλευση και την Ιουδαϊκή του καταγωγή.
Η νοησιαρχική της σκέψη και βούληση την είχαν κάνει να πιστεύει, ότι ο κάθε Ιουδαίος ήταν οπωσδήποτε εχθρός της και κατά συνέπεια, δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να τον βοηθήσει, να τον συνδράμει ή να τον εξυπηρετήσει.  Μέσα από αυτή τη νοοτροπία και το απόσταγμα της σκέψης διακρίνουμε με καθαρότητα πώς εκλαμβάνονται και πραγματώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τον συνάνθρωπο.  Αφ΄ ενός μεν, ο συνάνθρωπος εκλαμβάνεται, ως ένα ψυχρό αντικείμενο ή πράγμα και αφ΄ ετέρου, σύμφωνα με τα ιδιώματα ή τις ιδιότητές του.  Δηλαδή, την εθνικότητά του, την κοινωνική και οικονομική του στάθμη κ.ά., με αποτέλεσμα να μπαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους ένα αδιαπέραστο τείχος αίσχους και ντροπής, που εμποδίζει και αποκρύπτει την έκφραση του ψυχικού και πνευματικού τους κόσμου.
Για να ξεπεράσουμε και για να γκρεμίσουμε από τα  εσώτερα του είναι μας αυτό το τείχος της ντροπής και της ψυχοσωματικής αλλοίωσης και  φθοράς, χρειαζόμαστε ένα άνοιγμα, ένα ξεπέταγμα.  Χρειαζόμαστε την  προσωπική μας υπέρβαση και αυθυπέρβαση.  Την ατομική μας έξοδο από το αδιέξοδο του «Εγώ» και την είσοδό μας στο «Εσύ» του άλλου.  Αυτή η προσφορά και η διακονία μας στους συνανθρώπους μας, ανεξάρτητα από ιδιότητες και γνωρίσματα, όταν μάλιστα  επιτελείται και συντελείται στο Όνομα του Χριστού και δια του Χριστού, τότε αποκαλύπτεται και φανερώνεται ο οντολογικός προορισμός της ανθρώπινης πορείας του καθενός μας.  Αυτό που δίδασκε με το λόγο,  ο Λόγος, όχι μόνο στη Σαμαρείτιδα και κατόπιν στους συγχωριανούς της, αλλά παντού και πάντοτε.
Ας αντιληφθούμε, επιτέλους, αυτό τον προορισμό και ας τον πραγματώσουμε, όπως τον πραγμάτωσε η σημερινή γυναίκα της ευαγγελικής περικοπής, αλλά και πολλοί συγχωριανοί της, πίνοντας από το ύδωρ, που τους έδωσε και τους οδήγησε «εις ζωήν αιώνιον».
Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)
Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές.
Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο.
Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ εἶναι ὁ θάνατος, κατὰ τὴ κοινὴ ἀνάσταση.
Ὁ Κύριος κηρύττοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος, δεικνύει στοὺς μαθητὲς ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀξίων τῆς πίστεως δὲν θὰ γίνει μόνο ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ ἀνάμεσα στοὺς Ἐθνικούς, στὴ σημερινὴ περικοπὴ τοῦ εὐαγγελίου.
(το κείμενο που ακολουθεί, είναι απόσπασμα ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)
Ἔρχεται λοιπόν ὁ Κύριος σὲ μία πόλη τῆς Σαμάρειας ποὺ λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ὀνομάσθηκε ἡ πόλη ποὺ ἔκτισε τὸ 880 π.Χ. ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, Ἀμβρί, ἔπειτα τὸ ὄρος Σομὸρ ποὺ ἦταν ἡ ἀκρόπολή της καὶ τέλος ὅλο τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ καταλύθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους τὸ 721 π.Χ. καὶ ὁ ἡγεμόνας τους ἐγκατέστησε ἐκεῖ ἐθνικοὺς ἀπὸ πολλὰ μέρη).
Ἐκεῖ ἦταν ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ, τὸ πηγάδι ποὺ ἐκεῖνος εἶχε ἀνοίξει. Κουρασμένος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ κάτω ἀφελῶς, γιατί οἱ μαθητές του πῆγαν νὰ ἀγοράσουν τροφές. Ἔρχεται ἐκεῖ μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ πάρει νερὸ καὶ ὁ Κύριος διψώντας ὡς ἄνθρωπος, τῆς ζήτησε νερό.
Αὐτὴ ἀντιλήφτηκε ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή του ὅτι ἦταν Ἰουδαῖος καὶ θαύμασε πῶς ἕνας Ἰουδαῖος ζητᾶ νερὸ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ Σαμαρείτιδα. Ἂν γνώριζες, τῆς εἶπε, τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητᾶ νὰ πιεῖ νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε ζωντανὸ νερό. Ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἂν γνώριζε θὰ γινόταν μέτοχος πραγματικὰ ζωντανοῦ νεροῦ, ὅπως ἔπραξε καὶ ἀπόλαυσε ἀργότερα ὅταν τὸ ἔμαθε, ἐνῶ τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων ποὺ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης. Δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἐπειδὴ θεωρεῖ ἀγαπητοὺς ὅλους ἀκόμα καὶ τοὺς μισητοὺς ἀπὸ τοῦ Ἰουδαίους ἐθνικοὺς καὶ προσφέρει τὸν ἑαυτό του καὶ καθιστᾶ τοὺς πιστοὺς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.
Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν κατάλαβε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ νεροῦ, ἀπορεῖ ποὺ θὰ βρεῖ νερὸ χωρὶς κουβὰ σὲ ἕνα βαθὺ πηγάδι. Ἔπειτα ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν συγκρίνει μὲ τὸν Ἰακώβ, ποὺ τὸν ἀποκαλεῖ πατέρα, ἐξυμνώντας τὸ γένος ἀπὸ τὸν τόπο καὶ ἐξαίρει τὸ νερὸ μὲ τὴ σκέψη ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλύτερο. Ὅταν ὅμως ἄκουσε ὅτι τὸ «νερό ποὺ θὰ σοῦ δώσω» θὰ γίνει πηγὴ ποὺ τρέχει πρὸς αἰώνια ζωή, ἄφησε λόγο ψυχῆς ποὺ ποθεῖ καὶ ὁδηγεῖται πρὸς τὴ πίστη καὶ ζήτησε νὰ τὸ λάβει γιὰ νὰ μὴ ξαναδιψάσει. Ὁ Κύριος θέλοντας νὰ ἀποκαλύπτεται λίγο – λίγο, τῆς λέγει νὰ φωνάξει τὸν ἄνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους ἄνδρες εἶχε καὶ αὐτὸν ποὺ ἔχει τώρα δὲν εἶναι δικός της. Ἐκείνη ὅμως δὲν στενοχωρεῖται ἀπὸ τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ ἀμέσως καταλαβαίνει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι προφήτης καὶ τοῦ ζητᾶ ἐξηγήσεις σὲ ψηλὰ ζητήματα.
Βλέπετε πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καὶ ἡ φιλομάθεια αὐτῆς τῆς γυναίκας; Πόση συλλογὴ καὶ γνώση εἶχε στὴ διάνοιά της, πόση γνώση τῆς θεόπνευστης Γραφῆς; Καὶ ἀμέσως τὸν ρωτᾶ ποῦ πρέπει νὰ λατρεύεται σωστὰ ὁ Θεός, ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸν τόπο ἢ στὰ Ἱεροσόλυμα; Καὶ τότε παίρνει τὴν ἀπάντηση, ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα, ὁπότε οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα θὰ προσκυνᾶτε τὸν Πατέρα. Τῆς γνωρίζει μάλιστα ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, δὲν εἶπε θὰ εἶναι, στὸ μέλλον, γιατί ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἔρχεται ὤρα καὶ εἶναι τώρα ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς θὰ προσκυνοῦν τὸ Πατέρα κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια.
Γιατί ὁ ὕψιστος καὶ προσκυνητὸς Πατέρας, εἶναι Πατέρας αὐτοαληθείας, δηλαδὴ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν, τὸ πράττουν ἔτσι διότι ἐνεργοῦνται δι’ αὐτῶν. Ὁ Κύριος ἀπομακρύνει κάθε σωματικὴ ἔννοια τόπο καὶ προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τὸν προσκυνοῦν κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια». Ὡς πνεῦμα ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς εἶναι ἀσώματος, τὸ δὲ ἀσώματο δὲν εὑρίσκεται σὲ τόπο οὔτε περιγράφεται μὲ τοπικὰ ὅρια. Ὡς ἀσώματος ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πουθενά, ὡς Θεὸς δὲ εἶναι παντοῦ, ὡς συνέχων καὶ περιέχων τὸ πᾶν.
Παντοῦ εἶναι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο ἐδῶ στὴ γῆ ἀλλὰ καὶ ὑπεράνω τῆς γῆς, Πατὴρ ἀσώματος καὶ κατὰ τὸν χρόνο καὶ σὲ τόπο ἀόριστος.
Βέβαια καὶ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ ἄγγελος εἶναι ἀσώματα, δὲν εἶναι ὅμως σὲ τόπο, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ παντοῦ, γιατί δὲν συνέχουν τὸ σύμπαν ἀλλὰ αὐτὰ ἔχουν ἀνάγκη τοῦ συνέχοντος.
Ἡ Σαμαρείτιδα καθὼς ἄκουσε ἀπὸ τὸ Χριστὸ αὐτὰ τὰ ἐξαίσια καὶ θεοπρεπὴ λόγια, ἀναπτερωμένη, μνημονεύει τὸν προσδοκώμενο καὶ ποθούμενο Μεσσία, τὸν λεγόμενο Χριστὸ ποὺ ὅταν ἔρθει θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα. Βλέπετε πῶς ἦταν ἐτοιμότατη γιὰ τὴν πίστη; Ἀπὸ ποῦ θὰ γνώριζε τοῦτο, ἂν δὲν εἶχε μελετήσει τὰ προφητικὰ βιβλία μὲ πολλὴ σύνεση; Ἔτσι προλαβαίνει περὶ τοῦ Χριστοῦ ὅτι θὰ διδάξει ὅλη τὴν ἀλήθεια. Μόλις τὴν εἶδε ὁ Κύριος τόσο θερμή, τῆς λέγει ἀπροκάλυπτα: Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστός, ποὺ σοῦ μιλῶ. Ἐκείνη γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτὴ εὐαγγελίστρια καὶ ἀφήνοντας τὴ ὑδρία καὶ τὸ σπίτι της τρέχει καὶ παρασύρει ὅλους τους Σαμαρεῖτες πρὸς τὸ Χριστὸ καὶ ἀργότερα μὲ τὸν ὑπόλοιπο φωτοειδὴ βίο της (ὡς Ἁγία Φωτεινή) σφραγίζει μὲ τὸ μαρτύριο τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Τὸ φαιδρὸν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα, ἐκ τοῦ Ἀγγέλου μαθοῦσαι, αἱ τοῦ Κυρίου Μαθήτριαι, καὶ τὴν προγονικὴν ἀπόφασιν ἀπορρίψασαι, τοῖς Ἀποστόλοις καυχώμεναι ἔλεγον· Ἐσκύλευται ὀ θάνατος, ἠγέρθη Χριστὸς ὁ Θεός, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Μεσοπεντηκοστῆς.
Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ ὕδωρ ὡς ἤντλησας, τῆς αἰωνίου ζωῆς, εὑροῦσα καθήμενον, παρὰ τὸ φρέαρ σεμνή, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, λόγοις σου θεηγόροις, καὶ ἐν ἄθλοις ἀνδρείοις, ᾔσχυνας τὴν ἀπάτην, Ἰσαπόστολε Μάρτυς· διὸ σὲ Ἀθληφόρε Φωτεινή, ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Πίστιν Χριστοῦ.
Πίστειν ἐλθοῦσα ἐν τῷ φρεάτι, ἡ Σαμαρεῖτις ἐθεάσατο, τὸ τῆς σοφίας ὕδωρ σε, ᾧ ποτισθεῖσα δαψιλῶς, βασιλείαν τὴν ἄνωθεν ἐκληρώσατο αἰωνίως ἡ ἀοίδιμος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἰσαπόστολε Φωτεινή, ἡ ἐκ Σαμαρείας, ἀνατείλασα ὡς ἀστήρ· χαῖροις ἡ τοῖς ῥείθροις, τοῦ νάματος τοῦ θείου, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου, κόσμον εὐφράνασα.
Κυριακή της Σαμαρείτιδος
 Ιω. 4, 5-42

Το Ευαγγέλιο της Σαμαρείτιδος, που ακούσαμε σήμερα κατά τη Θεία Λειτουργία, είναι μεστό νοημάτων τα οποία, πέρα από το καθαυτό γεγονός της συναντήσεως του Χριστού με αυτή τη γυναίκα, έχουν βαρύτητα και σημασία για τον καθένα μας. Κουρασμένος ο Χριστός από την οδοιπορία, στέκεται έξω από μια πόλη της Σαμάρειας, δίπλα στο πηγάδι του Ιακώβ, και στέλενει τους μαθητές Του να αγοράσουν τρόφιμα. Κάποια στιγμή έρχεται μία γυναίκα να πάρει νερό, και με αφορμή το αίτημα του Ιησού να Του προσφέρει να πιει, ξεδιπλώνεται ένας καταπληκτικός διάλογος. Τρία δε σημεία είναι και τα κυριώτερα.
Το πρώτο, είναι η αντιπαραβολή του νερού του πηγαδιού με το “ὑδωρ τό ζῶν”. Ο Χριστός ζητάει από την Σαμαρείτιδα να του προσφέρει νερό για να ξεδιψάσει, και στην απορία της πώς ένας Ιουδαίος μιλά σε μια γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτιδα, της αντιλέγει ότι εάν ήξερε με ποιόν μιλούσε, τότε η ίδια θα Του ζητούσε να της δώσει το ζωντανό ύδωρ, αυτό που όταν κανείς το γευτεί δεν πρόκειται να διψάσει ξανά, μιας που γίνεται μέσα του πηγή που αναβλύζει. Καί αυτή η πηγή δεν είναι άλλη από τον ίδιο το Χριστό, που φωτίζει και αγιάζει και αναζωογονεί κάθε άνθρωπο. Δεν είναι άλλη από τη χαρά της Αναστάσεως, που ανατρέπει το φθοροποιό έργο της αμαρτίας και αποκαθιστά τον κάθε άνθρωπο που δέχεται μέσα του τον Χριστό.
Το δεύτερο σημείο είναι ότι ο Θεός ζητάει από τον άνθρωπο την “ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ” προσκύνηση. Στην ερώτηση της γυναίκας εάν πρέπει να προσκυνείται ο Θεός στο Ναό του Σολομώντα, κατά την ιουδαϊκή παράδοση, ή στο παρακείμενο βουνό, σύμφωνα με την παράδοση των Σαμαρειτών, ο Χριστός τονίζει τον τρόπο της προσκύνησης που αρμόζει στον Θεό: εφόσον ο Θεός είναι πνεύμα, η λατρεία προς Αυτόν οφείλει να είναι “ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ”. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία δεν είναι επομένως ο τόπος, ούτε οι εξωτερικοί τύποι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε τον Θεό. Η μία προϋπόθεση είναι “'εν πνεύματι”, δηλαδή ότι στην προσευχή μας δεν αρκεί να συμμετέχει το σώμα, αλλά κυρίως το πνεύμα μας, η διάνοιά μας, όλος μας ο ψυχικός κόσμος. Και επιπλέον, η προσευχή μας να βρίσκεται εντός του πνεύματος του Θεού, δηλαδή να είμαστε καθαροί κατά το δυνατόν όταν προσευχόμαστε από κάθε πειρασμό και πονηρό λογισμό και να ζητάμε τα πνευματικά πράγματα, τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας. Το “ἐν ἀληθείᾳ” πάλι, σημαίνει ότι για να λατρέψουμε σωστά τον Θεό οφείλουμε να γνωρίζουμε τις αλήθειες της πίστεώς μας και ότι η προσκύνησή μας δεν είναι ευπρόσδεκτη στον θεό, όταν είναι προσχηματική, υποκριτική ή και επίπλαστη, όταν δηλαδή δεν συμβαδίζει με τη ζωή μας και με τις πράξεις μας. Για να μπορέσουμε επομένως να δεχτούμε τον Χριστό στη ζωή μας, ώστε να γίνει μέσα μας πηγή που θα αναβλύζει και θα ξεδιψά τη ζωή μας, οφείλουμε να αγωνιστούμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας και να γίνουμε αληθινοί προσκυνητές Του, “ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ”.
Και το τρίτο σημαντικό σημείο της σημερινής περικοπής είναι ότι για πρώτη φορά ο Χριστός αποκλύπτει απερίφραστα την Θεότητά Του, και μάλιστα όχι σε κάποιον Ιουδαίο, αλλά στη Σαμαρείτιδα, σε μια αλλοεθνή. Και τύτο επειδή ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, δεν εξετάζει δηλαδή την καταγωγή ή το φύλλο ή την κοινωνική κατάσταση του ανθρώπου, αλλά αποκαλύπτεται σε εκείνους που είναι έτοιμοι να Τον δεχτούν στη ζωή τους, σε όσους είναι δεκτικοί της Χάριτός του. Αποκαλύπτεται όχι απαραίτητα στους “καθαρούς”, αλλά σε όσους, παρά την ενδεχόμενη και αναπόφευκτη αμαρτωλότητά τους, Τον επιζητούν με ταπείνωση, με πνεύμα συντετριμμένο, με καρδιά άδολη που αναγνωρίζει την πνευματική της αδυναμία και για τον λόγο αυτό δεν στρέφεται κατά των συνανθρώπων. Γι αυτό και είπε ότι οι άσημοι και οι αμαρτωλοί άνθρωποι είναι εκείνοι που εξαιτίας της ταπείνωσής τους θα εισέλθουν πρώτοι στον Παράδεισο και θα κληθούν Μεγάλοι.
Η εποχή μας, όπως κάθε εποχή, ζητά και θα ζητά πάντα να ξεδιψάσει και να ξεκουραστεί πνευματικά. Για την επιδίωξη του σκοπού αυτού επινοούνται και επιστρατεύονται κάθε είδους ευκαιρίες αναψυχής, οι οποίες όμως είτε εστιάζονται στο σωματικό και υλικό μέρος του ανθρώπου, είτε δεν προσφέρουν πνευματική αναψυχή αλλά μάλλον πνευματική αποδόμηση. Ευρισκόμενοι μέσα στη χαρμόσυνη περίοδο της Αναστάσεως, ας μη λησμονούμε ότι η αληθινή χαρά, η μόνη που μπορεί να ξεδιψάσει την ύπαρξή μας, είναι ο ίδιος ο Χριστός. Και ότι για να Τον ελκύσουμε κοντά μας, οφείλουμε να Τον προσεγγίσουμε εν πνεύματι, εν αληθεία και εν ταπεινώσει.

Κυριακή της Σαμαρείτιδος


O Ιησούς συναντάται με την Σαμαρείτιδα.  Η συνάντηση αυτή αποτελεί ένα γεγονός που διακλαδώνεται μέσα από ζωηφόρα μηνύματα από τα οποία μπορεί να ξεδιψάσει πνευματικά ο κάθε άνθρωπος.  Στο πρόσωπο της Σαμαρείτιδας γυναίκας, ο Χριστός συναντάται με ολόκληρη την ανθρωπότητα, η οποία βρίσκεται βυθισμένη στο έρεβος της αμαρτίας και απεγνωσμένα επιζητεί στηρίγματα σωτηρίας που βέβαια μόνο ο Κύριος μας προσφέρει.    Ιδιαίτερα για το σημερινό άνθρωπο που έχει περιέλθει σε φοβερά αδιέξοδα που δεν του επιτρέπουν να αισθανθεί ότι το πρόσωπό του είναι εικόνα του Θεού, η συνάντηση που μας περιγράφει η σημερινή ευαγγελική περικοπή γίνεται δείκτης πορείας μιας αληθινής ζωής.  Όσο κι αν ο ίδιος συνθλίβεται από τα αδιέξοδα της αμαρτίας και αισθάνεται τον εσωτερικό του κόσμο να είναι στημένος πάνω σε ερείπια της ζωής μακριά από το Θεό, αναμένει την αγάπη εκείνη που θα του δώσει τη δυνατότητα και με τη δική του ανταπόκριση - όπως συνέβη με τη Σαμαρείτιδα - να ανυψώσει τον εαυτό του στις αγκάλες της Θεϊκής στοργής.  Ο Χριστός, όπως αναφέρεται και στην Αποκάλυψη “Ίσταται επί την θύρα και κρούει”.  Μας καλεί όλους προσωπικά για να δεχθούμε την προσφορά της Θεϊκής Του αγάπης. Εξαρτάται από εμάς κατά πόσο θα ανταποκριθούμε.  Ο Χριστός κάθεται στο πηγάδι του Ιακώβ και συζητεί με τη Σαμαρείτιδα. Ζητεί νερό από μια γυναίκα και μάλιστα με τη συγκεκριμένη καταγωγή.  Όταν λοιπόν ο Χριστός απευθύνεται στον άνθρωπο και του δίνει ευκαιρίες για προσφορά και διακονία στην προοπτική ανάπτυξης κάθε έργου αγάπης μέσα από τις αγκάλες της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, ουσιαστικά ανοίγει ορίζοντες ενός μεγαλείου.  Ενός μεγαλείου που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο μέσα από την πνευματική ερημία που βιώνει, να ξεδιψά με το ύδωρ της αιώνιας ζωής. Το ύδωρ το ζων  Μέσα από τη συνομιλία με τη Σαμαρείτιδα φαίνεται καθαρά ότι ο Χριστός θέλει να της προσφέρει το ύδωρ το ζων ικανοποιώντας δική της επιθυμία.  Έτσι και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους δικαίους ή αδίκους και τους ζητά να έρθουν να ξεδιψάσουν από τις κρυστάλλινες πηγές της.  Έκείνο που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ο Κύριος ήθελε από την γυναίκα εκείνη να αποκτήσει τη συναίσθηση της ψυχικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν.  Έτσι κι από μας σήμερα η Εκκλησία ζητά να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας και να βαδίζουμε στο δρόμο της μετάνοιας.  Βέβαια, ο Κύριος ως Παντογνώστης γνωρίζει τα πάντα για τον εαυτό μας και περιμένει τη δική μας ανταπόκριση για να μας προσφέρει το νερό εκείνο με το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να ξεδιψάσει.  Δηλαδή να γνωρίσει τη ζωή εκείνη που θα πλημυρίσει την ύπαρξή του και θα την ανεβάσει ψηλά. Αγαπητοί αδελφοί, μια Σαμαρείτιδα γυναίκα αξιώθηκε θείων αποκαλύψεων επειδή ακριβώς κατέστησε η ίδια διάφανη την καρδιά της προς τον Κύριο και εμπιστεύτηκε τον εαυτό της στον παραγματικό Σωτήρα.  Οι αποκαλύψεις αυτές ανοίγουν το δρόμο και για τη δική μας πορεία. Όταν δεχόμαστε την αγάπη Του Κυρίου τότε είμαστε σε θέση να τον λατρεύουμε αληθινά.  Αυτή τη λατρεία ακριβώς ζήτησε και η Σαμαρείτιδα και ο Χριστός βέβαια της αποκάλυψε ότι η αληθινή λατρεία του Θεού είναι “η εν Πνεύματι και αληθεία”.  Είναι η λατρεία εκείνη που αποτελεί απαύγασμα της πίστης του ανθρώπου και της επιτέλεσης κάθε έργου αγαθού.  Μόνο έτσι ο άνθρωπος αγκιστρώνεται στην μοναδική ελπίδα που είναι ο Σωτήρας Χριστός. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Μελετώντας ἢ ἀκούγοντας τὴ διήγηση τοῦ Εὑαγγελιστοῦ Ἰωάννου γιὰ τὴ συνάντηση τῆς Σαμαρείτιδος μὲ τὸν Χριστό, καὶ βλέποντας τὴ μετἀστροφή της, δηλαδὴ τὸν φωτισμὸ τῆς ὑπάρξεώς της, μᾶς διαφεύγει πάντα ἕνα ἐξ ἴσου σημαντικὸ γεγονός. Ποιὸ εἶναι αὐτό; Μὰ τὸ γεγονὸς πὼς ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτήν, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ τῆς Σαμάρειας πίστευσαν  στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Νά, ἀκριβῶς πὼς τὸ περιγράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. Ἐτούτοι οἱ κάτοικοι ἔλεγαν πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα. «Δὲν πιστεύουμε πλέον διὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπες ἐσύ· διότι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε ἀκούσει αὐτὸν καὶ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτήρας ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁ ἀναμενόμενος Μεσίας ὁ Χριστός».
Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ συνεπῶς ἀποτελεῖ τὴν καλὴ καὶ σωτήρια σαγήνη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Αὐτή «συλλαμβάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θὰ θελήσει νὰ εἶναι μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸν ἀναγεννᾶ. Φωτίζει τὸν κόσμο τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου Του· γεμίζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ χαρίζει σ᾿ αὐτὸν πλούσια τὰ πνευματικὰ δῶρα Του».
Γιατὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καταγράφεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὁ καθαρὸς καὶ γνήσιος σπόρος. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια, ἡ θεϊκὴ ἀλήθεια. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποία διαφυλάσσει μὲ ἱερὸ δέος καὶ τὴν κηρύττει μὲ θέρμη καὶ ἀκλόνητη πίστη στὸν ἀγαπημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ λαὸς δὲ ἀποτελεῖ τὸ γεώργιο καὶ τὴ φυτεία, δηλαδὴ τὸν ἀγρὸ καὶ τὸ περιβόλι ποὺ θὰ φυτευθεῖ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δέχεται τὸν λόγο Του, φυτεύει μέσα του «τὸ θεῖο σπόρο, πίνει τὸ νερὸ τοῦ οὐρανοῦ, ἀναπνέει τὸν ἀέρα τοῦ Θείου Πνεύματος, θάλπεται καὶ ζωογονεῖται κάτω ἀπὸ τὸν ἤλιο τῆς ζωῆς».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του τονίζει πὼς «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικὸς καὶ κοπτερώτερος ἀπὸ κάθε δίκοπο μαχαίρι...». Αὐτὸς δὲ ὁ λόγος ἔχει τὴ δική του δύναμη ἐνεργώντας πάντα ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιστρέφει ἄπρακτος πρὸς τὸ Θεὸ κατὰ τὸν προφήτη. «Οὐ μὴ ἀποστραφῇ ἕως ἂν τελεσθῇ ὅσα ἠθέλησα... Τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα...».
Ἐτούτη βεβαίως ἡ δυναμικὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀποτελεῖ «τὴ ζωτικὴ ἀρχὴ ποὺ διαμορφώνει καὶ διέπει τὰ ὀργανικὰ ὄντα». Μήτε κἂν δύναμη ἢ ἐνέργεια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ γεγονὸς ἔξω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐπειδὴ εἶναι δύναμη πνευματική. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο, τὰ ἀποτελέσματά της «δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ συνδομὴ φυσικῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν».
Μ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνήργησε καὶ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Συχάρ. Ὡς μία δύναμη ἢ μάλλον τὴ δύναμη, ποὺ ἀφυπνίζει πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς παρέχει μιὰ καινούργια καὶ πρωτόγνωρη προοπτικὴ. Τὴν προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ ἔτρεξαν, ἄκουσαν καὶ πίστευσαν στὸ Χριστό. Οἱ ἄλλοι κώφευσαν, Τὸν ἀγνόησαν καὶ ἔμειναν ἐγκλωβισμένοι στὰ σχήματα τοῦ κόσμου καὶ στὰ εἴδωλα τῆς καθημερινότητας.
Ὁ σημερινὸς κόσμος μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ· τὸν διαβάζουμε ἴσως. Εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ πιστεύσουμε ἀκλόνητα σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε; Γιατὶ σ᾿ αὐτὴ τῆν περίπτωση, θ᾿ ἀκούγεται ξεκάθαρος ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ παρακούει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγια μου, ἔχει μόνος του δημιουργήσει αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν καταδικάση».
Ι.Μ Μ κ Λ

Κυριακή της Σαμαρείτιδος Ἀληθινοὶ Προσκυνητὲς τοῦ Θεοῦ (Ἰω. δ, 5-42) Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ

«Προσκυνήσουσι τῷ Πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»

Ὑπῆρχε μία διαμάχη μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν. Δὲν ἦταν συγγενεῖς λαοί. Ἡ Σαμάρεια ἦταν ἐξ’ ὁλοκλήρου ξένη περιοχὴ μὲ τὸν ἐθνικὸ βίο τοῦ Ἰσραήλ. Οἱ Σαμαρεῖτες πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸ ὄρος Σομόρ. Τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τὸν θεωροῦσαν τοπικὸ θεό, ἐνῶ παράλληλα πίστευαν καὶ σὲ ἄλλους εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Οἱ Ἰσραηλίτες ἀπέφευγαν μὲ ἀποστροφὴ τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ οἱ ραββινικὲς ἐντολὲς ἦταν νὰ μὴν ἔχουν οἱ Ἰουδαῖοι οὐδεμία σχέση μὲ τοὺς κατοίκους τῆς Σαμάρειας. Στὴν περιοχὴ αὐτὴ σταμάτησε ὁ Χριστὸς νὰ ξεκουρασθεῖ καὶ πιὸ εἰδικὰ στὴν πόλη Συχὰρ κοντὰ στὴν πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Στὸ χῶρο ἔκανε διάλογο μὲ μία γυναίκα Σαμαρείτιδα.



Ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα

Ἡ Σαμαρείτιδα ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις καὶ τὴν ἔκπληξη ποὺ δοκίμασε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται πὼς ἦταν μία ἁπλοικὴ γυναίκα, ἀγράμματη καὶ ἀμαθής. Ἀκόμη φαίνεται πὼς δὲν εἶχε καὶ καλὴ βιοτή. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ μάθει τὴν τελειότερη γνώση γιὰ τὸ θεό. Μεταξὺ ἄλλων ὁ Κύριος ἔθιξε τὸ θέμα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Βέβαια τόνισε πὼς ὁ Σαμαρειτικὸς τρόπος λατρείας τοῦ θεοῦ εἶναι σφαλερός, ἐνῶ ὁ Ἰουδαϊκὸς ὁ ὀρθός. Οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Σαμαρεῖτες νόμιζαν πὼς μὲ τὰ θυμιάματα, τὶς θυσίες, τὶς περιτομές, τὸ Ναὸ ἢ τὸ ὄρος Γαρειζίν, τοὺς σωματικοὺς καθαρμοὺς κ. ἄ. εὐαρεστοῦν τὸ θεό. Ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ λέγει πὼς ὁ θεὸς εἶναι Πνεῦμα, δηλαδὴ ἄϋλος καὶ οἱ προσκυνητὲς πρέπει νὰ Τὸν λατρεύουν πνευματικά. Ὁ θεὸς δὲν θεραπεύεται μὲ τὴν ὕλη, γι’ αὐτὸ καὶ ἀνάλογη εἶναι καὶ ἡ λατρεία στὸ πρόσωπό Του. Ὅλοι οἱ καθαρμοὶ καὶ οἱ περιτομὲς εἶναι σκιές, ἐνῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ πνευματικὴ λατρεία. Ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς γράφει πὼς πνευματικὴ λατρεία εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἄλλος ἑρμηνευτὴς θὰ πεῖ πὼς ἀληθινὴ λατρεία εἶναι ἡ ὀρθότητα τῶν δογμάτων καὶ τὰ κατορθώματα τῆς ἀρετῆς.



Ποῦ βρίσκεται ὁ Θεός;

Ποῦ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ποῦ πρέπει νὰ τὸν προσκυνοῦμε; Ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ καὶ μέσα μας. Ὁ θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ τὸ πνεῦμα «ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰωάν. 3,8). Ὅλος ὁ κόσμος πλέει μέσα στὶς ἐνέργειες τοῦ θεοῦ. Ἄλλωστε τὸ Πνεῦμα τοῦ θεοῦ «ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος» (Γέν. 1,2) καὶ τῆς ἀβύσσου. Ὁ θεὸς εἶναι «πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεὺς σημειώνει πὼς τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὴ Σαμαρείτιδα γιὰ τὴν ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, σημαίνουν πὼς θὰ ἔλθει καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον «οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ οὐκ ἐν ἀφωρισμένῳ τόπῳ, ἀλλὰ πανταχόθεν προσοίσουσιν τὴν προσκύνησιν τῷ πανταχοῦ παρόντι θεῷ», δηλαδὴ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς ὄχι σὲ κάποιον εἰδικὸ τόπο, ἀλλὰ παντοῦ καὶ σ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς θὰ προσφέρουν τὴν προσκύνηση στὸν πανταχοῦ παρόντα θεό. Μέσα στὰ δύο τελειωτικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι ἡ πράξη καὶ ἡ θεωρία, θὰ λατρεύεται ὁ Θεός.



Ἡ Σαμαρείτιδα εἶναι ἔλεγχος τῶν ραθύμων

Ἐὰν μιὰ γυναίκα Σαμαρείτιδα δείχνει τόση σπουδὴ καὶ τόση ἐπιμέλεια καὶ προθυμία γιὰ νὰ μάθει κάτι χρήσιμο γιὰ τὴν πνευματική της ζωὴ καὶ παραμένει πλησίον τοῦ Κυρίου, ἂν καὶ ἀγνοοῦσε ποιὸς εἶναι, καταλαβαίνουμε τί πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς γνωρίζουμε ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ποὺ βρίσκεται, ποὺ προσφέρει τὸν ἑαυτὸ Του κ.λ.π. Πάντοτε νὰ Τὸν ἀναζητοῦμε χωρὶς ὀκνηρία. Στοιχειώδη πράγματα ἀγνοοῦμε γύρω ἀπὸ τὴν πνευματική μας ζωή. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δὲ γνωρίζουμε ποιὸ θεὸ λατρεύουμε. Τί εἶναι Ἐκκλησία; Πῶς θὰ σωθοῦμε; Ἡ μετάνοια τί χαρακτηριστικὰ ἔχει καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἡ γυναίκα αὐτή, ἂν καὶ ἁμαρτωλή, εἶχε ἐπιθυμία νὰ μάθει τὴν ἀληθινὴ λατρεία τοῦ θεοῦ. Ἐμεῖς ἔχουμε τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον νὰ μάθουμε τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὸ Εὐαγγέλιο;



Ἀδελφοί μου,

Ἐὰν ἐνδιαφερόμαστε νὰ μάθουμε κάτι, θὰ γνωρίζαμε πὼς ἡ ἀληθινὴ λατρεία εἶναι πνευματική. «Τιμήσατε τὸν Θεὸν πλέον τῆς συνηθείας», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος. Δὲ μᾶς σώζουν τὰ εὐλαβῆ ἔθιμα, ἀλλὰ ἡ ὁλόψυχη καὶ μὲ ἐπίγνωση πνευματικὴ λατρεία τοῦ θεοῦ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ Πνεῦμα ὁ Θεός (Ἰω. δ, 5-42) Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης

«Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Εἶναι πανθομολογούμενο ὅτι ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαραρείτιδα εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ βαρυσήμαντους ποὺ διαβάζουμε στὰ Εὐαγγέλια. Ἐδῶ ἐπικεντρώνεται τὸ βάθος καὶ ἡ οὐσία τῆς χριστιανικῆς λατρείας.

Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Σαμαρείτιδα

Ὁ Χριστὸς πηγαίνει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴ Γαλιλαία. Ἀλλὰ «ἔδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας» (Ἰω. 4,4), ἔπρεπε ὅμως νὰ περάσει ἀπὸ τὴ Σαμάρεια, μᾶς λέει τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ αὐτό, ὄχι γιατί ἦταν ὁ μόνος δρόμος ποὺ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσει, θὰ μποροῦσε νὰ πάει καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη. Ὅμως ἔπρεπε ὁπωσδήποτε o Χριστὸς νὰ περάσει ἀπὸ τὴ Συχάρ, γιὰ νὰ συναντήσει τὴ Σαμαρείτιδα. Αὐτὸ τὸ «ἔδει», δηλαδὴ αὐτὸ τὸ «ἔπρεπε» τῆς ἀνεξιχνίαστης βουλῆς τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ ἂν σὲ μᾶς φαίνεται τυχαῖο, ἀπροσδόκητο καὶ ἀπρόοπτο, στὶς ποικίλες περιστάσεις καὶ τὰ γεγονότα τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς εἶναι ἡ «μυστικὴ μέθοδος» ποὺ ὁ Θεὸς ἀκολουθεῖ, γιὰ νὰ μᾶς συναντήσει.

Ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ συναντήσει τὴ Σαμαρείτιδα «πλησίον τοῦ χωρίου ὅ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ἰω. 4,5), κοντὰ στὸ χωράφι ποὺ εἶχε δώσει ὁ Ἰακὼβ στὸ γιὸ του Ἰωσήφ. Οἱ Σαμαρεῖτες, μέσα στὶς αἱρετικὲς θρησκευτικές τους προτιμήσεις, ἦταν προσκολλημένοι στὶς δύο αὐτὲς βιβλικὲς μορφές, τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἰωσήφ. Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες βρίσκονταν σὲ μία διαρκῆ διαμάχη καὶ ἀντιπάθεια λόγῳ τῶν θρησκευτικῶν τους διαφορῶν. Αὐτὸ δὲν ἐμπόδισε τὸν Χριστό, κουρασμένο ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία, νὰ καθίσει στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ καὶ νὰ περιμένει, γιὰ νὰ συναντήσει τὴ Σαμαρείτιδα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πράγματι ὁ Θεὸς μᾶς ἀναζητᾶ, ἔρχεται πάντοτε καὶ μᾶς περιμένει στὸ δικό μας χῶρο, στὶς συνθῆκες τῆς δικῆς μας ζωῆς, στὶς ἀσχολίες καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά μας, στὰ γεγονότα, στὶς ἐμπειρίες καὶ τὰ βιώματα τῆς καθημερινότητάς μας.



Πνευματικὴ λατρεία

Ἄραγε, ποῦ βρίσκεται ὁ Θεὸς καὶ ποῦ πρέπει νὰ Τὸν προσκυνοῦμε; Αὐτό, οὐσιαστικά, εἶναι τὸ ἐρώτημα ποὺ θέτει ἡ Σαμαρείτιδα στὸν Χριστό. Μία γυναίκα ἡ ὁποία μέσα στὴν ἁπλότητά τnς καὶ τὴν ἠθική της ἀταξία ἐκφράζει τὴ διαχρονικὴ πανανθρώπινη ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Σ' αὐτὴ τὴν ἀναζήτηση ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐπαναστατική. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ τὸ «πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. 3,8). Ὁ Θεὸς βρίσκεται παντοῦ, μέσα μας καὶ γύρω μας. Ὁ κόσμος ποὺ ζοῦμε εἶναι διάχυτος ἀπὸ τὶς ἐνέργειές Του καὶ ἡ πραγματικότητά μας διαποτισμένη ἀπὸ τὴν παρουσία Του. Τὸ μυστήριό Του εἶναι μία ἀλήθεια ποὺ μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸ νόμο καὶ τὶς σκιές, τὰ σύμβολα καὶ τὶς τυπικὲς διατάξεις. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκρίνεται στὴν ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ νὰ λατρεύει τὸν Θεὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθειᾳ», γκρεμίζει μέσα του ὅλα τὰ εἴδωλα τῆς θρησκείας καὶ κάθε ἰδεολογίας ποὺ δημιουργεῖ μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινή του ζωή. Συνειδητοποιεῖ ὅτι ἡ χριστιανικὴ πίστη καὶ λατρεία εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μία ἀκόμη «ἀνακάλυψη» τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία θρησκεία δίπλα στὶς ἄλλες, ἔστω καὶ ἡ καλύτερη. Γιατί ὅπου θρησκεία, κάθε εἰκασία, δοξασία καὶ πεποίθηση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν θεό. Καθετὶ ποὺ δημιουργεῖ ὁ ἄνθρωπος μέσα του γιὰ τὸν θεό. Γιὰ ἕναν θεὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται, φαντάζεται καὶ ἐπινοεῖ μέσα στὶς φοβίες καὶ τὶς ἀνασφάλειές του. Ὅπου ὅμως Ἐκκλησία, ἡ φανέρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐκδήλωση τῆς θυσιαστικῆς καὶ λυτρωτικῆς Του ἀγάπης γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς παρουσίας τῆς δύναμης καὶ τῆς σώζουσας χάριτός Του. Ἡ ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἡ καθημερινὴ πράξη μαρτυρεῖ πάντοτε τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Τὴν ἀποτυχία νὰ λατρεύουμε τὸν Θεὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὸ διαρκῆ ἀγώνα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς συχνὰ παραμορφώνουμε καὶ ἀλλοιώνουμε τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ λατρείας. Ἐγκλωβισμένοι, περιορίζουμε καὶ ἐξαντλοῦμε τὴ θρησκευτικότητά μας σὲ ἐξωτερικοὺς τύπους καὶ κανόνες. Ὑποτασσόμαστε τυφλὰ στὸ «γράμμα» διατάξεων καὶ νόμων. Ἀδιαφοροῦμε καὶ προδίδουμε τὸ «πνεῦμα» ὅλων αὐτῶν ποὺ ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε, γιὰ νὰ μᾶς βοηθοῦν καὶ ὄχι νὰ μᾶς αἰχμαλωτίζουν. Ἡ πληθώρα τῶν τυπικῶν διατάξεων καὶ κανόνων μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι δομημένη ἡ χριστιανική μας ζωὴ ἀπαιτοῦν διάκριση, σύνεση καὶ φωτισμό, γιὰ νὰ μὴν ἐκφυλίζονται σὲ τυπολατρία, ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν ἀλήθεια ποὺ γεμίζει καὶ σώζει τὰ πάντα. Ἀμήν.
Κυριακή της Σαμαρείτιδος

ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ!

«Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου»
Ὁ Κύριος ἀπευθύνεται προσωπικὰ στὴ Σαμαρείτιδα γιὰ νὰ ξυπνήσει μιὰ συνείδηση ποὺ μένει ναρκωμένη. Ἐκείνη, ταραγμένη, καταφεύγει στὴν ἀσάφεια: «Ἄνδρα οὐκ ἔχω», ἀπαντᾶ. Κι Αὐτὸς ἐπιμένει. Μὲ λεπτότητα, ἀλλὰ καὶ σταθερότητα ἀγγίζει τὸ τραῦμα τῆς ψυχῆς ποὺ παρὰ τὰ σφάλματά της διψᾶ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσει. «Καλὰ εἶπες ὅτι δὲν ἔχεις ἄνδρα, διότι πέντε ἄνδρες πῆρες καὶ τώρα ἐκεῖνον ποὺ ἔχεις δὲν εἶναι ὁ ἄνδρας σου. Σ’ αὐτὸ εἶπες ἀλήθεια».
Α) Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀργεῖ νὰ φτάσει στὴν ἰδιαίτερη πτυχὴ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὸν ὁποῖο ἐπικοινωνεῖ. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συνομιλήσουμε μὲ τὸ Χριστό, χωρὶς ἡ συζήτηση νὰ πάρει χαρακτήρα καθαρὰ προσωπικό. Δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ μένουμε σὲ γενικότητες. Ξεσκεπάζει διακριτικὰ καὶ ἀποκαλύπτει τὴν κρυφὴ πληγὴ ποὺ παραθεωροῦμε. Θέλει νὰ ρίξει πλῆρες φῶς στὴ συνήθεια ποὺ δηλητηριάζει τὴν πνευματική μας ζωή. Ζητεῖ νὰ φέρει στὴν ἐπιφάνεια τὴν ἁμαρτία ποὺ ἐμεῖς καλύπτουμε, γιατὶ μόνο ὅταν τὴν δοῦμε κατάματα καὶ τὴ συνειδητοποιήσουμε, θὰ σωθοῦμε ἀπὸ αὐτή.
Συνήθως ἀντιστεκόμαστε σὰν τὴ Σαμαρείτιδα. Προτιμᾶμε νὰ μένουμε σὲ γενικὲς συζητήσεις περὶ Θεοῦ. Ἀπομακρύνουν πολλοὶ τὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔρχεται νὰ δείξει καὶ νὰ θίξει: Τὴν ἀδικία ποὺ ἔκαναν στὸ φίλο ἢ συγγενή τους, τὴν συκοφαντία ἐναντίον τοῦ συναδέλφου, τὰ πικρὰ λόγια, τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ ἀδυνάτου... Ὅμως δὲν ἔχει καμμιὰ ἀξία νὰ ἐπαναλαμβάνουμε μερικὲς χριστιανικὲς ἀλήθειες, ὅταν ἡ ψυχή μας δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ συμμορφωθεῖ μ’ αὐτές. Εἶναι μάταιο νὰ ἀκοῦμε καὶ νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸ Χριστό, ἂν δὲν ἀποκαλύψουμε τὴν προσωπική μας πνευματικὴ πληγὴ στὸ θεῖο Του βλέμμα, ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς», ἂν δὲν Τὸν ἀφήσουμε νὰ τὴν ἀγγίξει καὶ νὰ τὴν θεραπεύσει.
Β) Ὁ Χριστὸς ἐπιμένει, ἀλλὰ προχωρεῖ μὲ λεπτότητα. Τὰ λόγια ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Σαμαρείτιδα γιὰ νὰ καλύψει τὴν κατάστασή της Ἐκεῖνος τὰ στρέφει διακριτικὰ σὲ μιὰ ἀποκάλυψη. «Καλῶς εἶπας, ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω... τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας». Δὲν τὴν ἐλέγχει λέγοντάς της ὅτι προσπαθεῖ νὰ θολώσει τὰ νερά, ὅτι εἶναι ἔνοχη. Ἀλλὰ μὲ μιὰ ἐξαιρετικὴ διακριτικότητα χρησιμοποιεῖ τὴ θετικὴ πλευρὰ ποὺ ὑπάρχει στὴν ἀπάντησή της, γιὰ νὰ διευκολύνη τὴν ὁμολογία. Μὲ προσοχὴ καὶ στοργὴ πλησιάζει στὴν πληγὴ τὸ νυστέρι. Παραμερίζει τὴν ἀσάφεια, τονίζει τὴν ἀλήθεια, ὅλα ὅμως αὐτὰ τὰ κάνει μὲ μιὰ βαθειὰ ἀγάπη, ποὺ τελικὰ λυτρώνει καὶ ὑποχρεώνει.
Συχνὰ στὴν καθημερινὴ μας ζωή, στὴ δουλειά μας, στὴν οἰκογένειά μας, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἀντιληφθοῦμε λάθη ἀνθρώπων, μὲ τοὺς ὁποίους ζοῦμε καὶ συνεργαζόμαστε. Θέλουμε νὰ τοὺς κάνουμε νὰ τὰ συναισθανθοῦν, νὰ τὰ διορθώσουν ἀλλὰ τὸ κάνουμε χωρὶς προσοχὴ καὶ λεπτότητα. Κατὰ κανόνα εἴμαστε ἀπότομοι, ἀδέξιοι, πικροί. Χρησιμοποιοῦμε λέξεις σκληρές, ὕφος στεγνό, ὑπονοούμενα φαρμακερά. Ἐνδιαφερόμαστε περισσότερο νὰ ἐρεθίσουμε τὴν πληγή, παρὰ νὰ τὴν ἐπουλώσουμε. Δὲν εἶναι ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη, ποὺ μᾶς κινεῖ, ἀλλὰ ἡ φιλαυτία μας, ποὺ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἄλλου καὶ ἀντιδρᾶ. Ἢ ποὺ ζητάει νὰ τονίσει τὶς ἀδύνατες πλευρές του, γιὰ νὰ κολακευθεῖ ἀπὸ τὴ σύγκριση.
Μπορεῖ βέβαια νὰ ἐπιμένουμε ὅτι τὸ λέμε «γιὰ τὸ καλό του», ἢ ὅτι τὸ κάνουμε γιατὶ «ἀγαπᾶμε τὴν ἀλήθεια». Οὐσιαστικὰ ὅμως ζητοῦμε νὰ κρύψουμε καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας τὰ πραγματικὰ κίνητρα. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια δὲν δικαιολογεῖ τὴν περιφρόνηση τῆς ἀγάπης, τὴν ἀγένεια καὶ τὴν πικρία. Ἀσφαλῶς πρέπει νὰ συντελοῦμε στὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ βοηθοῦμε θετικὰ αὐτοὺς ποὺ ζητοῦν νὰ τὴν παραμερίζουν. Ἀλλὰ σ’ αὐτή μας τὴν προσπάθεια ἂς μὴ λησμονοῦμε ποτὲ τὴ λεπτότητα καὶ τὴν εὐγένεια ποὺ μᾶς δίδαξε μὲ τὸ παράδειγμά Του ὁ Κύριος.

Η Κυριακή της Σαμαρείτιδος

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ
Η σημερινή Ευαγγελική Περικοπή αναφέρεται στο διάλογο που είχε ο Ιησούς Χριστός με μια Σαμαρείτιδα γυναίκα, η οποία μάλιστα εθεωρείτο από τους Εβραίους ως ξεπεσμένη και αμαρτωλή, που είχε αρνηθεί και προδώσει την εθνική Ιουδαϊκή της ταυτότητα. Γι’ αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης τονίζει ότι δεν συνήθιζαν να έχουν κάποια επικοινωνία ή επαφή οι Εβραίοι με τους Σαμαρείτες.Στην πραγματικότητα οι Εβραίοι μισούσαν τους Σαμαρείτες όπως μισούν σήμερα τους Παλαιστινίους. ΄Οπως, όμως, και στην περίπτωση της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη, όπου αποδεικνύεται ότι κοντά στον Θεό δεν βρίσκεται αυτός που θεωρητικά διεκδικεί κάτι τέτοιο, αλλά εκείνος ο οποίος ποιεί το θέλημα του Θεού.
Πολλές φορές, δηλαδή, κοντά στο Θεό δεν είναι αυτός που πηγαίνει Εκκλησία κι ανάβει κεριά, κι από την άλλη είναι φιλοκατήγορος, άσπλαχνος, ασεβής, ανυπάκουος, επιθετικός, δύστροπος, νευρικός κι εγωιστής.
Κοντά στο Θεό βρίσκεται αυτός που πηγαίνει Εκκλησία κι ανάβει κεριά και ταυτόχρονα στην καθημερινή του ζωή προσπαθεί να μεταμορφώσει την κόλαση του κόσμου σε Παράδεισο. Κοντά στο Θεό βρίσκεται αυτός που εκκλησιάζεται τακτικά, και συμμετάσχει επάξια στα άγια και ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας και ταυτόχρονα καθημερινά γίνεται το φως του Χριστού που φωτίζει τους διπλανούς του.
Είναι αυτός που με υπομονή και θυσίες προσπαθεί να τους βοηθά όλους, όσο μπορεί. Συνέχεια προσεύχεται να τον φωτίζει ο Θεός να μην αδικεί κανένα και ταυτόχρονα έχοντας ως πρότυπόν του τον προστάτην ΄Αγιον του, που φέρει το όνομά του, προσπαθεί να είναι φιλεύσπλαχνος, να είναι ειρηνικός, να είναι φιλικός, ταπεινός, τίμιος, γενναιόδωρος, υπομονετικός, δίκαιος, καλοπροαίρετος, ήρεμος, γαλήνιος. Προσπαθεί να γίνει φίλος με όλους με την καλοσύνη του και την αγάπη του. Προσπαθεί να συμπεριφέρεται ως οι ΄Αγιοι της Εκκλησίας μας. ΄Εχει συνείδηση ότι η φύση του είναι σχετική και ημιτελής. ΄Εχει συνείδηση ότι μόνον όταν ακολουθεί τον τέλειον Θεόν μπορεί να τελειοποιηθεί κι ο ίδιος. Να ολοκληρωθεί, δηλαδή, ως προσωπικότητα για να επιφέρει στη ζωή του τη χαρά της δημιουργίας και την ομορφιά της ζωής.
Αρχίζει, φυσικά, προσπαθώντας να βελτιώσει τη ζωή των μελών της οικογένειας του, στη συνέχεια των υπολοίπων ατόμων που συναντά καθημερινά, αλλά όταν μπορεί κι αυτών που υποφέρουν και βρίσκονται μακρυά του, όπως συμβαίνει με το παράδειγμα των πρώτων Χριστιανών του πρώτου αιώνα της σημερινής αποστολικής περικοπής, που εμπιστευόμενοι την εκκλησιαστική τους ηγεσία, έστελναν την βοήθεια τους για τους υπόλοιπους Χριστιανούς, που υπόφεραν στην περιοχή της Παλαιστίνης.
Σήμερα η καλή μας διάθεση να μιμηθούμε τους πρώτους Χριστιανούς εκφράζεται με την ηθική και την υλική στήριξη του Διδακτικού, του Κατηχητικού, του Φιλανθρωπικού, του Ποιμαντικού και του Ιεραποστολικού έργου του Πατριαρχείου μας.
Το μεγαλείο της προσφοράς προς τους άλλους δεν ωφελεί τόσο αυτούς που δέχονται την βοήθεια μας, όσο εμάς τους ίδιους που βοηθάμε, διότι άν αυτοί που δέχονται τη βοήθεια μας βοηθούνται υλικά και ηθικά για λίγο στον παρόντα κόσμο, εμείς που προσφέρουμε τη βοήθεια μας δεχόμαστε την χάρι του Θεού που μας οδηγεί στην αιώνιον ζωή, στην εν Χριστώ σωτηρία.
Γι’ αυτή, λοιπόν, την αιώνιον ζωή, αναφέρεται σήμερα ο Χριστός στο διάλογο του με την Σαμαρείτιδα. Αιώνιος ζωή είναι η σωστή γνώση δια τον αληθινόν Θεό. Γνωρίζοντας ο άνθρωπος τον αληθινό Θεόν ζει κι ο ίδιος μια αληθινή ζωή. Ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Προάγεται ο ίδιος πνευματικά και συμβάλλει με την όλη του δημιουργική και θετική παρουσία στην πνευματική και κοινωνική πρόοδον της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει. Γίνεται το φως του Χριστού που φωτίζει και καθοδηγεί τους γύρω του.
Το παράδειγμα της Σαμαρείτιδος γυναικός που μας προβάλλει σήμερα η Εκκλησία μας, αποβλέπει επίσης να δώσει ένα μήνυμα ελπίδας σε όσους από εμάς έχουμε εγκλωβισθεί κι αιχμαλωτισθεί από μεγάλες αμαρτίες, να συνειδητοποιήσουμε ότι, όταν ζητήσουμε συγχώρεση από τον Θεό, και δείξουμε πραγματική μετάνοια, μας δέχεται πάλι κοντά του. ΄Ετσι το Μυστήριο της Θείας Εξομολογήσεως είναι απαραίτητο για όλους μας.
Ταυτόχρονα με την αναφορά στην έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή της Σαμαρείτιδος γυναίκας, που άλλαζε τους άνδρες όπως τα πουκάμισα με τις παράνομες σχέσεις της πορνείας, η Εκκλησία μας θέλει να μας υπενθυμίσει και να μας υπογραμμίσει τη σημασία του Μυστηρίου του Γάμου.
Με το σεβασμό μας και την υπακοή μας στην διδασκαλία της Εκκλησίας μας, ενισχύουμε τον θεσμόν του Γάμου και προστατεύουμε έτσι την κάθε οικογένεια και την ευρύτερη κοινωνία μας από πολλά κακά που την απειλούν να την αφανίσουν, όπως είναι η ασθένεια του aids.
Η διδασκαλία της Εκκλησίας μας είναι σαφής. Παρθενία πριν από τον Γάμο, Μονογαμία και ισόβιον του Γάμου.
Ο άνθρωπος που σέβεται το θέλημα του και τους γύρω του και γίνεται άξιος για να ζήσει την αιώνιο ζωή όπως όλοι εκείνοι της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής, που άκουσαν τον Χριστό και πίστεψαν σ’ Αυτόν ζώντας σύμφωνα με τις Θείες Του Εντολές.

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιωάν. δ΄ 5-42
5 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν  Ἰακὼβ  Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ  Ἰακώβ. ὁ οὖν  Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ  Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται  Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν  Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν  Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν  Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ  Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28  Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.
31  Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ  Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39  Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.
Στο πηγάδι του Ιακώβ

Το νερό της ζωής

Είναι καταμεσήμερο και λίγο έξω από την πόλη της Σαμάρειας Συχάρ, στο πηγάδι του Ιακώβ, ο Κύριος κάθεται να ξεκουραστεί. Ο τόπος έρημος, μα κάποια Σαμαρείτισσα πλησιάζει με τη στάμνα της για να πάρει νερό.
Καθώς την βλέπει ο Κύριος, της λέει: «Δως  μου να πιω». Η γυναίκα απορεί: «Πώς εσύ τολμάς και ζητάς νερά από μένα, μια Σαμαρείτισσα;» Και ο Χριστός της αποκρίνεται: «Εάν γνώριζες τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος και ποιος σου ζητά νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε νερό που δεν στερεύει ποτέ». Η γυναίκα δεν κατάλαβε και ρωτά: «Κύριε, ούτε στάμνα έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού λοιπόν έχεις το αστείρευτο νερό;» Και ο Χριστός της απαντά: «Καθένας που πίνει από το νερό αυτό του πηγαδιού, θα διψάσει πάλι. Εκείνος όμως που θα πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, δεν θα διψάσει ποτέ, αλλά θα αναβλύζει από την ψυχή του αστείρευτο νερό για να του χαρίζει ζωή αιώνια».
— Κύριε, δως μου το νερό αυτό, παρακαλεί έκπληκτη η γυναίκα, για να μη διψώ ποτέ.
Ο Κύριος τότε της λέει: «Πήγαινε και φέρε εδώ και τον άνδρα σου». «Δεν έχω άνδρα», απαντά εκείνη.
Κι ο παντογνώστης Κύριος της αποκαλύπτει όλη της τη ζωή: «Αλήθεια είπες. Πέντε άνδρες έχεις πάρει κι αυτός που τώρα έχεις δεν είναι άνδρας σου».
Η γυναίκα σαστίζει: «Κύριε, καταλαβαίνω ότι είσαι προφήτης. Πες μου, πού πρέπει να προσκυνούμε τον Θεό, στο βουνό μας Γαριζείν ή στα Ιεροσόλυμα;» Και ο Κύριος απαντά: «Σε λίγο καιρό ούτε μόνο στο Γαριζείν ούτε μόνο στα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Θεό. Ο Θεός είναι πνεύμα, κι όσοι Τον λατρεύουν, πρέπει να Τον προσκυνούν με αφοσίωση και επίγνωση».
Λέει σ’ αυτόν η γυναίκα: «Γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας. Όταν έλθει εκείνος, θα μας τα διδάξει όλα».
-Εγώ είμαι ο Μεσσίας! απαντά ο Κύριος.
Η γυναίκα τότε ενθουσιασμένη άφησε τη στάμνα της εκεί, έφυγε στην πόλη και άρχισε να φωνάζει: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έκανα. Μήπως είναι αυτός ο Χριστός;» Και οι Σαμαρείτες άρχισαν να έρχονται προς το πηγάδι, να δουν τον Κύριο σαν τα διψασμένα ελάφια προς την πηγή.
Ποιο όμως είναι «τό ὕδωρ τό ζῶν» για το οποίο μίλησε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα; Είναι η Χάρις του Θεού. Ο Κύριος πήρε αφορμή από το φυσικό νερό του πηγαδιού και τη φυσική δίψα κάθε ανθρώπου για να διδάξει το μυστήριο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η ζέστη του μεσημεριού, ο έρημος τόπος, το πηγάδι, η στάμνα, το νερό, η δίψα, όλα συντέλεσαν ως εικόνες για να περιγράψει ο Κύριος το μυστήριο της θείας Χάριτος, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει. Και ονομάζει ο Κύριος τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «ὕδωρ ζῶν», διότι η Χάρις του Θεού καθαρίζει την ψυχή του ανθρώπου από κάθε μολυσμό, την ξεκουράζει και τη δροσίζει από το λίβα της αμαρτίας. Και τη ζωογονεί, ικανοποιεί όλους τους ανώτερους πόθους της, τη γεμίζει με όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, της μεταγγίζει ζωή αιώνιο.
Και το νερό αυτό της ζωής μάς το παρέχει ο Κύριος όχι στο πηγάδι του Ιακώβ αλλά στην αγία του Εκκλησία. Εκεί με τα ιερά Μυστήρια μας μεταγγίζει ζωή, μας παρέχει άφεση, λύτρωση, χορτασμό, σωτηρία. Μας αναγεννά σε νέα ζωή, όπως συνέβη και με τη Σαμαρείτιδα, η οποία έγινε στο εξής αφοσιωμένη μαθήτρια του Κυρίου, ισαπόστολος, αγία, η αγία Φωτεινή. Και έτρεξε στα πέρατα της γης για να μεταδώσει το μυστήριο που έζησε, το μυστήριο της θείας Χάριτος.

Οι ψυχές περιμένουν

Μόλις επέστρεψαν οι μαθητές στο πηγάδι, παρακάλεσαν τον Κύριο να φάει κάτι. Αυτός όμως τους είπε: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα του Πατρός μου, να εργάζομαι τη σωτηρία των ανθρώπων. Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα πλήθη των Σαμαρειτών που έρχονται. Όλοι αυτοί είναι πνευματικά χωράφια έτοιμα για θερισμό. Οι προφήτες πριν από εμένα κι εγώ κατόπιν έσπειρα σ’ αυτά και θα θερίσετε εσείς. Όπως και στο μέλλον, θα σπείρετε εσείς και θα θερίσουν οι διάδοχοί σας».
Όταν οι Σαμαρείτες έφθασαν στο πηγάδι, άκουγαν με πόθο τα λόγια του Μεσσία· και Τον παρακαλούσαν να μείνει για πάντα μαζί τους. Και ο Κύριος έμεινε στην πόλη τους δυο μέρες και τους δίδαξε μεγάλες αλήθειες. Και πίστεψαν σ’ Αυτόν πολλοί και ομολογούσαν ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός.
Οι Σαμαρείτες ήταν ένα πνευματικό χωράφι έτοιμο για θερισμό. Πλήθος ψυχών που ποθούσαν να ακούσουν το κήρυγμα του Χριστού και να σωθούν. Γι’ αυτό παρακάλεσαν τον Κύριο να μείνει στην πόλη τους. Δεν είχαν δει πολλά θαύματα. Ένα τους συγκλόνισε, η μεταστροφή της συμπατριώτισσάς τους. Και ο Κύριος με το λόγο του και με τη χάρη του τους βοήθησε να πιστέψουν και να μετανοήσουν.
Αλλά οι Σαμαρείτες εκείνοι αποτελούσαν μία προτύπωση, μια εικόνα όλης της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας που χωρίς συχνά να το συνειδητοποιεί, διψά να ακούσει το μήνυμα της λυτρώσεως, να ξεδιψάσει από το ύδωρ της ζωής. Πόσοι άνθρωποι και σήμερα βρίσκονται στην άγνοια, στην πλάνη, στο σκοτάδι! Και ζητούν λίγη χαρά, λίγη ανάπαυση. Ζητούν κάπου να πιαστούν, κάπου να βρουν λίγη ελπίδα, λίγο φως. Κι έχουμε χρέος όλοι μας να κάνουμε το έργο της Σαμαρείτιδος. Να μιλήσουμε σ’ αυτούς με το λόγο μας και με το παράδειγμά μας για την εμπειρία της εν Χριστῷ ζωής. Οι ψυχές πολλές και περιμένουν. Είναι έτοιμες για θερισμό. Κάποιος πρέπει να τρέξει κοντά τους.

Κυριακής της Σαμαρείτιδος Η ζωντανή αλήθεια. εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου


Η ζωντανή αλήθεια.

«Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν»
Η ανακάλυψη του βαθύτερου νοήματος της ζωής περνά μέσα από την αλήθεια της Εκκλησίας, όπως μάς την αποκαλύπτει ο ίδιος ο Κύριος. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μάς βάζει ακριβώς μπροστά από αυτή τη μεγάλη πρόκληση. Να ανοίξουμε τον εαυτό μας, να τον καταστήσουμε διάφανο, για να δεχθεί τη μεγάλη αλήθεια της ζωής, η οποία είναι εκείνη που σώζει και ανεβάζει τον άνθρωπο στις πιο ψηλές πνευματικές κορυφογραμμές.
Χρονικά και εορτολογικά, βρισκόμαστε στο μέσο περίπου της πορείας μας προς την Πεντηκοστή. Είναι ίσως η πιο κατάλληλη στιγμή για να γίνουμε κοινωνοί της αποκάλυψης που ο ίδιος ο Κύριος κάνει στη συνάντηση του με τη Σαμαρείτιδα. Ότι δηλαδή ο ίδιος είναι το «ύδωρ το ζων», το «αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον». Μια αλήθεια, η οποία επιβάλλεται να αγγίξει υπαρκξιακά τον άνθρωπο και να τον ανυψώσει πνευματικά.

Χριστοειδής ανύψωση.

Ο Χριστός στο πρόσωπο της γυναίκας εκείνης, της Σαμαρείτιδας – η οποία ήταν και αλλοεθνής και κουβαλούσε κοινωνικά και εθνικά στίγματα – συναντά τον κάθε άνθρωπο, τον καθένα από μας ξεχωριστά. Μάς αποκαλύπτει συγκλονιστικές αλήθειες. Δεν είναι απλά μια περίπτωση ενός Ιουδαίου που συζητά με μια Σαμαρείτισσα. Είναι ο Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου που επικοινωνεί με όλους.
Ακόμα και με τους πιο περιφρονημένους του κόσμου, για να προσφέρει αφειδώλευτα την αγάπη και την Χάρη του. Η αλήθεια του, που είναι η ίδια η ζωή, ρέει από την παρουσία του ως ύδωρ ζων που ξεδιψά πραγματικά τον κάθε άνθρωπο, όσο κουρασμένος, όσο ταλαιπωρημένος και αν αυτός είναι. Καταξιώνει τον καθένα μας ως «πρόσωπο», με την ιδιαίτερη αξία και πνευματική αρχοντιά του.
Αγγίζει πιο πολύ το σημερινό άνθρωπο που περιπλανάται από αδιέξοδο σε αδιέξοδο και βρίσκεται μονίμως αποπροσανατολισμένος, χωρίς την πυξίδα της ζωής, που είναι ο ίδιος ο Χριστός και η Εκκλησία του. Η ισχυρή βεβαιότητα που έχουμε από την ευαγγελική αλήθεια είναι ότι ο Χριστός περιμένει σε κάθε στιγμή της ζωής μας για να μας συναντήσει.
Σύμφωνα με την Αποκάλυψη «ίσταται επί την θύραν και κρούει». Μας καλεί όλους και τον καθένα ξεχωριστά, προσωπικά. «Τα ίδια πρόβατα φωνεί κατ΄ όνομα» για να γίνουμε δέκτες της προσφοράς της θεϊκής του αγάπης.

Στο πηγάδι της ζωής.

Ο Χριστός κάθεται στο πηγάδι του Ιακώβ και συζητεί με τη Σαμαρείτιδα, την άγνωστη, τη στιγματισμένη, την περιθωριοποιημένη και ανώνυμη μέχρι τότε εκείνη γυναίκα. Της ζητά νερό. Ο Κύριος ζητά από όλους μας κάποιες κινήσεις, ενέργειες. Ζητά την προσφορά της δικής μας αγάπης για να αποτολμήσουμε την έξοδο από το εγώ και τον ατομικισμό μας. Ιδιαίτερα μάλιστα σήμερα που έχουμε εγκαταλείψει άσπλαχνα τον εαυτό μας στα ασφυκτικά γρανάζια της εγωκεντρικότητας, η ανταπόκρισή μας στην πρόσκληση του Κυρίου να συναντηθούμε μαζί του και να ξεδιψάσουμε από την αλήθεια του, είναι άκρως σημαντική.

Το ύδωρ το ζων

Όπως και εμείς πολλές φορές σήμερα, έτσι και η Σαμαρείτισσα τότε, λειτούργησε στην αρχή περισσότερο νοησιαρχικά, όταν ο Χριστός της ζήτησε νερό που αντλούσε από το βαθύ πηγάδι. Το μυαλό υπέβαλλε ότι ο Ιουδαίος είναι εχθρός και σε καμιά περίπτωση δεν άξιζε της οποιασδήποτε προσφοράς. Ο Χριστός όμως θέλει να της προσφέρει το αληθινό φως της ζωής. Μέσω του διαλόγου που έχει μαζί της, δίνει τη δυνατότητα στη γυναίκα να συναισθανθεί την ψυχική της κατάσταση, την αμαρτωλότητά της. Έτσι οδηγείται στο γκρέμισμα του τείχους του εγωισμού που ήταν μέχρι τότε αδιαπέραστο. Σε σημείο μάλιστα που να βλέπει τώρα καθαρά με τα μάτια της ψυχής της. Αναγνωρίζει, λοιπόν, τις προφητικές ικανότητες του συνομιλητή της. Καταξιώνεται να γίνει δέκτης τής πιο μεγάλης αποκάλυψης: της Θεότητας του Κυρίου. «Εγώ ειμί ο λαλών σοι».
Αγαπητοί αδελφοί, ο Χριστός αυτό που μας ζητά είναι να ανοίξουμε την καρδιά μας για να δεχόμαστε την αγάπη του. Όταν την ύπαρξή μας καταυγάζει η θεία παρουσία τότε αισθανόμαστε την ανάγκη να λατρεύουμε αληθινά τον Θεό. Η αληθινή λατρεία, όπως μας διαβεβαιώνει ο Χριστός είναι η «εν Πνεύματι και αληθεία». Είναι η γεύση ότι η ύπαρξη μας ανακαινίζεται από την παρουσία της αγάπης του. Μεταβάλλεται σε Χριστοειδή, με όλη την πνευματική ακτινοβολία που μπορεί να εκπέμπει.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἰω. 4, 5-42) Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

 Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Σέ κάθε πίστη ἡ λατρεία προσδιορίζει τίς σχέσεις ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει αἰσθάνεται πηγαῖα τήν ἀνάγκη νά λατρεύει τόν Θεό καί νά προσεύχεται σ’ Αὐτόν. Ὅσο μάλιστα πιό δυνατή εἶναι ἡ πίστη, τόσο πιό μεγάλη εἶναι καί ἡ ἀνάγκη γιά προσευχή. Ἐξάλλου ἡ πίστη ἑνός ἀνθρώπου ὑποστηρίζεται καί ἐνισχύεται ἀπό τήν πίστη τῶν ἄλλων. Σ’ αὐτό ἔγκειται ἡ σημασία τῆς λειτουργίας καί τῆς κοινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Τῆς λατρείας πού, σύμφωνα μέ τή βιβλική ἀντίληψη, ἔχει ἔντονο κοινοτικό χαρακτήρα. Ἀποτελεῖ τή στάση καί τήν προσφορά τοῦ πιστεύοντος λαοῦ πρός τόν ζῶντα καί ἀληθινό Θεό πού ἀποκαλύπτεται μέσα στό χρόνο καί τήν ἱστορία.
Στή λατρεία, τήν προσκύνηση καί τήν κοινή προσευχή, πού ἀναπέμπουμε πρός τόν Θεό, ἀναφέρεται καί ὁ θαυμαστός διάλογος τοῦ Κυρίου μέ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα, τήν κατοπινή ἁγία καί ἰσαπόστολο Φωτεινή. Ὁ Ἰησοῦς, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τό ἐρώτημα πού τοῦ ἔθεσε ἡ Σαμαρείτιδα γιά τόν ἐνδεδειγμένο τόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ, θά προσδιορίσει μέ ἐλάχιστες λέξεις τήν οὐσία τῆς λατρείας καί τά θεμελιώδη ἐκεῖνα γνωρίσματά της, πού τήν καθιστοῦν γνήσια καί εὐάρεστη μπροστά στόν Θεό. Ἔτσι κλείνει τό κεφάλαιο τῆς ἀρχαίας λατρείας καί στή ζωή τῶν ἀνθρώπων εἰσάγεται μιά καινούργια λατρεία, πνευματική καί ἀληθινή. «Ἔρχεται ὥρα καί νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί προσκηνύσουσι τῷ Πατρί ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».
Κοινωνία καί ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 4,6). Εἶναι τό ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης καί τῆς εὐγνωμοσύνης μας. Ὁ αἶνος τῶν χειλέων καί ἡ δοξολογία τῆς καρδιᾶς μας. Ἡ ἐναπόθεση τῆς ὑπάρξεώς μας στά χέρια τοῦ Θεοῦ· στήν πρόνοια, τήν ἀγάπη καί τήν πατρική φροντίδα Του.
Κέντρο τῆς χριστιανικῆς λατρείας εἶναι ἡ προσφορά τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ γιά τή σωτηρία μας· «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας». Μέ τή θυσία τοῦ Χριστοῦ τερματίζεται ἡ ἀρχαία λατρεία τοῦ Ἰσραήλ, πού ἦταν προορισμένη νά ἐκφράσει καί νά διασώσει τήν ταπεινή καί ἐλπιδοφόρα προσδοκία τῆς σωτηρίας. Ἡ σωτηρία, χάρη στή θυσία πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός προσέφερε πάνω στό θυσιαστήριο τοῦ σταυροῦ, εἶναι πλέον πραγματικότητα. Καί ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά λάβει τούς καρπούς αὐτῆς τῆς θυσίας μετέχοντας στήν θεία Εὐχαριστία.
Μέσα στό χρόνο, στό παρόν, πραγματώνεται ἡ κοινωνία μας μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία μᾶς προετοιμάζει γιά τήν αἰώνια καί πλήρη κοινωνία τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ εὐχαριστιακή κοινωνία, τό κέντρο τῆς νέας λατρείας καί ἡ δίοδος γιά τή νέα ζωή, εἶναι ἡ «εἰκών» καί τό «σημεῖον» τῆς οὐράνιας κοινωνίας καί τό μέσο γιά τήν ἐπίτευξή της.
Ποιά εἶναι τά οὐσιώδη γνωρίσματα τῆς καινούργιας αὐτῆς λατρείας πού εἰσάγει ὁ Χριστός μας; Πρῶτα-πρῶτα ὅτι εἶναι προσκύνηση καί λατρεία «ἐν πνεύματι». Δικαιοῦνται καί μποροῦν νά τήν προσφέρουν μόνο οἱ ἀναγεννημένοι «ἐκ τοῦ Πνεύματος» (Ἰω. 3,8).
Λατρεύω τόν Θεό «ἐν πνεύματι» σημαίνει τοῦ ἀφιερώνω τήν ὕπαρξή μου, τή σκέψη μου, τήν καρδιά μου, τή θέλησή μου. Προσηλώνομαι καί ἀνταποκρίνομαι ὁλόθυμα στήν ἀγάπη Του. Ἀναδεικνύω τήν ὕπαρξή μου θυσιαστήριο καί ναό συνεχοῦς δοξολογίας τοῦ θεϊκοῦ μεγαλείου Του.
Τό δεύτερο γνώρισμα τῆς νέας λατρείας πού ἐπεσήμανε στή Σαμαρείτιδα ὁ Κύριος εἶναι τό «ἐν ἀληθείᾳ». Προσκύνηση καί λατρεία τοῦ Πατρός ἀληθινή. Τί νά σημαίνει ἄραγε αὐτός ὁ προσδιορισμός τῆς χριστιανικῆς λατρείας; Ὄχι, βέβαια, ὅτι προέρχεται ἀπό εἰλικρινή διάθεση, διότι κάτι τέτοιο ἦταν δυνατό νά γίνει καί στήν ἀρχαία λατρεία. Μέ εἰλικρινῆ διάθεση εἶχε τήν ὑποχρέωση νά λατρεύει τόν Θεό καί ὁ Ἰουδαῖος καί ὁ Σαμαρείτης. Λατρεία ἀληθινή σημαίνει πραγματική λατρεία.
Ἡ δυνατότητα νά λατρεύουμε ἀληθινά οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό μᾶς ἐξασφαλίστηκε μέ τήν ἐνανθρώπηση καί τή θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος μᾶς φανέρωσε τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μᾶς γνωστοποίησε τήν Οἰκονομία Του, τό σχέδιο δηλαδή τῆς σωτηρίας μας. Προσέφερε αὐτή τή σωτηρία μέ τή σταυρική θυσία καί τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του. Ἔτσι ὁ ἔνδοξος Χριστός εἶναι μυστηριωδῶς παρών ἀνάμεσά μας. Μᾶς παρέχει τή δυνατότητα νά κοινωνοῦμε τό σῶμα καί τό αἷμα Του καί νά γινόμαστε μέ τή συμμετοχή μας αὐτή ὅλοι ἕνα καί μόνο σῶμα, πού δοξάζει τόν Πατέρα «ἐν Χριστῷ» διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στό σημεῖο αὐτό ὅμως εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἀναρωτηθοῦμε:
Λατρεύουμε τόν Θεό «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ»; Δυστυχῶς ὀφείλουμε νά ὁμολογήσουμε ὅτι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο προσευχόμαστε καί λατρεύουμε τόν Θεό συχνά εἶναι ἐντελῶς ἐξωτερικός. Τύπος χωρίς οὐσία. Πράξη μηχανική. Συνήθεια καί ὄχι προσωπική πνευματική ἐμπειρία. Ἐρχόμαστε στό ναό. Μετέχουμε στήν κοινή λατρεία. Ἀναπέμπουμε προσευχές. Κάνουμε τίς προσφορές μας. Ὅλα αὐτά ὅμως ἐξωτερικά· συμβατική καί τυποποιημένη ἐκπλήρωση «θρησκευτικῶν καθηκόντων». Χωρίς ν’ ἀναγεννιέται ἡ ὕπαρξη καί νά μεταμορφώνεται ἡ ζωή μας. Ἐδῶ ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πού ἀκοῦμε ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα καί πού ἀναφέρεται στήν ἐξωτερική καί τυποποιημένη λατρεία: «Ὁ λαός τοῦτος μέ πλησιάζει μέ τά λόγια του στόματός του καί μέ τιμᾶ μόνο μέ τά χείλη του, ἐνῶ ἡ καρδιά του εἶναι μακριά ἀπό μένα» (29, 13).
Ὁ Θεός ὅμως θέλει λατρεία πού ν’ ἀναβλύζει μέσα ἀπό τήν καρδιά μας. Εὐαρεστεῖται στήν προσευχή πού προέρχεται ἀπό τά βάθη τῆς ὑπάρξεως καί ἡ ὁποία ἐκφράζει τή θερμή ἀγάπη καί τήν πλήρη ἀφοσίωση τῆς ψυχῆς μας. Ἀξιώνει νά τοῦ προσφέρουμε τήν ἴδια τήν καρδιά μας. Γιά νά γίνει ὁ ἔνοικός της. Καί νά ἀναδειχθεῖ ἔτσι ὁ πιό ὑπέροχος τόπος λατρείας· ὁ πιό περίλαμπρος ναός, ὅπου θά λατρεύεται καί θά δοξάζεται.
Ὁ Θεός ἐπιζητεῖ ἀκόμη τή θέληση καί τόν ἀγώνα μας. Ἐπαναπαύεται ὄχι στίς ὑλικές προσφορές ἀλλά στήν πιστότητά μας. Στήν προσπάθεια πού καταβάλλουμε γιά ν’ ἀκολουθήσουμε τό θέλημά Του καί νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιό Του. Μέ τό στόμα τοῦ προφήτου Ὡσηέ μας ἐπισημαίνει: «Ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν, καί ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἤ ὁλοκαυτώματα» (6,6).
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ἡ μεγάλη ἐλπίδα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, πού ὑποφέρει ἀπό μοναξιά καί συμπιέζεται κάτω ἀπό τήν κυριαρχία τῆς μηχανῆς, εἶναι ἕνα μεταφυσικό ἄνοιγμα στή ζωή του. Ὁ δρόμος τῆς πίστεως. Ἡ χαρά καί ἡ ἀνάπαυση τῆς προσωπικῆς συναντήσεως μέ τόν Θεό. Στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Στό κλίμα τῆς προσευχῆς. Στήν ἀτμόσφαιρα τῆς θείας λατρείας. Μιά λατρεία ὅμως πού, ὅπως ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει σήμερα, θά προσφέρουμε πάντοτε στόν Θεό «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Ἀμήν
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως