ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013


Ομιλία στην Κυριακή των Βαίων
Ἀγαπητοί ἀδελφοί ἀκροατές καί ἀκροάτριες τοῦ Ἑλληνικοῦ Ραδιοφώνου Λονδίνου καλημέρα σας.
          Βρισκόμαστε ἤδη στή τελευταία Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Σήμερα γιορτάζουμε τήν πανηγυρική εἴσοδο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν Ἱερουσαλήμ καί ἀπό τό ἀπόγευμα εἰσερχόμεθα στή Μεγάλη Ἑβδομάδα. Κατά τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἑορτή τῆς εἰσόδου τοῦ Χριστοῦ στήν Ἱερουσαλήμ   ἑορταζόταν μαζί μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Ἀργότερα μετατέθηκε κατά μία ἡμέρα μετά, δηλαδή τήν έπομένη τού Σαββάτου τοῦ Λαζάρου. Οἱ δυό αὐτές γιορτές ἔχουν ἕνα κοινό θέμα: τό θρίαμβο καί τή νίκη.
          Σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Εὐαγγελιστές, ἐρχόμενος ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Βηθανία στήν Ἱερουσαλήμ, ἔστειλε δυό ἀπό τούς Μαθητές του νά φέρουν ἕνα γαϊδουράκι γιά νά πάει στούς ἑορτασμούς γιά τό Ἑβραϊκό Πάσχα. Ἀφοῦ τοῦ τό ἔφεραν καί τοῦ τό παρέδωσαν ἄρχιζέ ἡ εἴσοδός του στήν πόλη.
          Ὁ λαός ἀκούγοντας γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου καί γιά τήν ὑπόλοιπη δράση τοῦ Ἰησοῦ ἔτρεξε νά τόν ὑποδεχτεῖ. Εἶχε σχηματίσει λανθασμένη ἄποψη γιά τόν ρόλο τοῦ Χριστοῦ.  Νόμισε ὄτι ἦταν πολιτικός αρχηγός ὁ ὁποῑος θά τόν ἐλευθέρωνε άπό τήν δυναστεία τῶν Ρωμαίων καί τήν σκλαβιά. Γιά τόν λόγο τοῦτο τοῦ ἔκαναν ὑποδοχή ὄπως ὅριζε τό τυπικό τῆς ἐποχῆς γιά τούς βασιλιάδες. Πῆραν στά χέρια τους κλαδιά ἀπό φοινικόδεντρα καί βγῆκαν νά τόν ὑποδεχτοῦν. Ἄλλοι ἀπλώνοντας τά ροῦχα τους, ἄλλοι δέ κόβοντας κλαδιά ἀπό τά δέντρα, ἔστρωναν ὅλοι τό δρόμο ἀπ’ ὅπου ὁ Ἰησοῦς θά περνοῦσε.  Ὅλοι φώναζαν:  «Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».
          Νά σημειώσουμε ὅτι ἡ Βηθανία ἀπό τά Ἱεροσόλυμα ἀπέχει μόνο δυόμιση χιλιόμετρα. Ἔνεκα τούτου εὔκολα ὁ κόσμος μάθαινε τά συμβάντα. Σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ σεμνή εἴσοδός Του στήν Ἁγία Πόλη ἦταν τό μόνο ὁρατό σημεῖο θριάμβου. Μέχρι αὐτή τή στιγμή ὁ Ἰησοῦς ἀπόφευγε κάθε εἴδους θριαμβολογίες καί τιμές.
           Μέ τήν εἴσοδο τοῦ Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα καθημένου στή ράχη ἑνός γαϊδουριοῦ φανερωνόταν ἡ ταπείνωσή Του καί ταυτόχρονα  πραγματωνόταν ἡ προφητεία  τοῦ προφήτου Ζαχαρία: «ἰδού ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεται σοί πραΰς καί ἐπιβεβηκώς ἐπί ὑποζύγιον καί πῶλον νέον» (Ζάχ. 9, 9).
          Ὁ Χριστός λοιπόν, εἰσέρχεται στά Ἱεροσόλυμα «ἐπί πῶλον ὄνου» (Ιωαν. 12,15). Πορεύεται καί οἱ Ἰσραηλῖτες τόν ὑποδέχονται μέ τιμές ἐπίγειου Βασιλιά. Ἐκεῖνος δέν δίνει σημασία στίς τιμές, δέν περιορίζεται στά πανηγύρια, στήν πρόσκαιρη δόξα ἀφοῦ σκοπός του ἦταν να ελευθερώσει τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν ἁμαρτία καί ὄχι ἀπό τήν ἀνθρώπινη δουλεία.
          Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στά Ἱεροσόλυμα συμβολίζει τήν εἴσοδος τοῦ μαρτυρίου στήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου. Σέ λίγες ἡμέρες θά μαρτυρήσει καί θά θανατωθεῖ πάνω στό Σταυρό, γιά νά νικήσει τό θάνατο καί νά χαρίσει τή ζωή σέ ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος.
          Ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων μᾶς θυμίζει νά τιμᾶμε αὐτό τό ἱερό καί μέγιστο ταυτόχρονα γεγονός. Ταυτιζόμαστε μέ τό λαό τῆς Ἱερουσαλήμ. Χαιρετίζουμε τόν Κύριο καί Βασιλέα ψάλοντας στους ναούς: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».  Μέ τά λόγια αὐτά  κάνουμε ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Βασιλέας καί Κύριός μας. Πολύ συχνά, στήν καθημερινή ζωή μας, ξεχνᾶμε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἤδη ἐγκατασταθεῖ στή γῆ ἀπό τή μέρα τῆς Ἀναστάσεως Του καί ὅτι ἀπό τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς μας προγευόμαστε αὐτή τή Βασιλεία.
          Τό βιβλικό νόημα τῆς πόλης Ἱερουσαλήμ, εἶναι ὄτι γίνεται σημεῖο ὅλης της ἱστορίας τῆς σωτηρίας καί τοῦ λυτρωμοῦ, εἶναι ἡ Ἁγία Πόλη τῆς ἔλευσης τοῦ Θεοῦ στή γῆ. Ἔτσι λοιπόν ἡ Βασιλεία πού ἐγκαταστάθηκε στήν Ἱερουσαλήμ εἶναι μία παγκόσμια Βασιλεία πού ἀγκαλιάζει οἰκουμενικά τόν ἄνθρωπο καί ὅλη τή δημιουργία. Σέ λίγο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκε ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ὑποσχέσεων πού εἶχε δώσει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπό.
           Ἡ θριαμβευτική εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα ἀποκτάει ἕνα αἰώνιο νόημα. Εἰσάγει τόν ἄνθρωπο στήν πραγματικότητα τῆς θείας καί αἰώνιας Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ Βασιλεία δίνει νόημα στό χρόνο καί γίνεται ὁ ἀπώτερος καί αἰώνιος σκοπός του. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε στόν κόσμο μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ παρουσία της μεταμορφώνει τήν ἀνθρώπινη ἱστορία.
          Μέ τήν συμμετοχή μας στήν τήν Κυριακή τῶν Βαΐων ἀνανεώνουμε καί ὁμολογοῦμε, ὅτι ἡ Βασιλεία Τοῦ Θεοῦ δίνει τό τελικό νόημα καί περιεχόμενο στή ζωή μας. Ὁμολογοῦμε ὅτι τό καθετί στή ζωή μας καί στόν κόσμο ἀνήκει στόν Χριστό καί τίποτε δέν μπορεῖ νά ἀφαιρεθεῖ ἀπό τόν μοναδικό, ἀληθινό Κτήτορά του, γιατί δέν ὑπάρχει περιοχή ὅπου δέν κυβερνᾶ Ἐκεῖνος, δέ σώζει, δέ λυτρώνει. Διακηρύττουμε ἔτσι τήν παγκόσμια καί οἰκουμενική εὐθύνη τοῦ καθένα μας γιά τήν ἀνθρώπινη ἱστορία καί ἐπιβεβαιώνεται ἡ παγκόσμια ἀποστολή τῆς έκκλησίας. Αὐτό γίνεται γιατί ἡ ἐκκλησία εἶναι ὁ σίγουρος δρόμος πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία μέ ὅλη τήν μυστηριακή ζωή της.
          Ξέρουμε, βέβαια, ὅτι ὁ Βασιλέας τόν ὁποῖο οἱ Ἰουδαῖοι ζητωκραύγαζαν τότε καί τόν ὁποῖο ἐμεῖς σήμερα ἐπιδοκιμάζουμε μέ τόν τρόπο πού ζοῦμε, βρίσκεται στό δρόμο πρός τό Γολγοθά, πρός τό Σταυρό καί τόν τάφο. Ξέρουμε, ἐπίσης, πώς αὐτός ὁ σύντομος θρίαμβος εἶναι ὁ πρόλογος τῆς θυσίας Του. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι φανερή ἄλλά ὁ κόσμος τήν ἀγνοεῖ καί ζεῖ σήμερα σάν νά μήν ἔχουν συμβεῖ ὅλα αὐτά τά συγκλονιστικά γεγονότα. Σάν νά μήν ἔχει πεθάνει στό Σταυρό καί νά μήν ἔχει Ἀναστηθεῖ ὁ Θεάνθρωπος. Ὅμως ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πιστεύουμε στήν ἐρχόμενη Βασιλεία καί τό ὁμολογοῦμε συνεχῶς μέ τήν ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Στή Βασιλεία αὐτή ὁ Θεός εἶναι καί θά εἶναι «ὁ τά πάντα πληρῶν» καί ὁ Χριστός ὁ μόνος Βασιλέας.
          Στη Θεία Λειτουργία θυμόμαστε τά γεγονότα τοῦ παρελθόντος. Ἀλλά ὅλο τό νόημα καί ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στό γεγονός ὅτι μετατρέπει τήν ἀνάμνηση σέ παρόν, σέ παροῦσα πραγματικότητα. Τήν Κυριακή τῶν Βαΐων αὐτή ἡ πραγματικότητα φαίνετε μέ τή συμμετοχή μας στά γεγονότα καί τή ἀνταπόκρισή μας σέ αὐτά. Ὁ Χριστός δέν μπαίνει πιά στά Ἱεροσόλυμα θριαμβευτής. Τό ἔκανε μία φορᾶ γιά πάντα.  Δέν χρειάζεται πιά «σύμβολα», γιατί δέν πέθανε στό Σταυρό γιά νά μποροῦμε ἐμεῖς αἰώνια νά «συμβολίζουμε» τή ζωή Του. Ἀλλά ζητάει ἀπό μᾶς μία πραγματική, εἰλικρινή ἀποδοχή τῆς Βασιλείας πού μᾶς δώρισε μέ τήν Σταύρωσή Του καί τήν Ανάστασή Του.
          Καλό εἶναι νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά κρατήσουμε τήν ἱερή ὑπόσχεση πού δώσαμε μέ τό βάπτισμά μας. Αὐτή τήν ἀνανεώνουμε κάθε χρόνο τήν Κυριακή τῶν Βαΐων. Ἀς ἐπιμένουμε νά κάνουμε τή Βασιλεία τοῦ θεοῦ κανόνα ὅλης της ζωῆς μας, ὦστε τά Βάια πού παίρνουμε ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά τό σπίτι μας νά άποκτούν τό πραγματικό τους νόημα.
           Ἄν πράγματι θέλουμε νά πλησιάσουμε τόν Χριστό, πρέπει νά δοῦμε τήν ζωή στήν ὀριζόντια καί κατακόρυφη διαστασή της. Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε ὅτι ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ σωτήριος ὀδός γιά ὅλους τους ἀνθρώπους.
          Εἰσερχόμενοι στήν ἱερότερη ἑβδομάδα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρόνου, τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀς ὑποδεχθοῦμε τόν Κύριό μας ὁ ὁποῖος πορεύεται πρός τό ἑκούσιο Πάθος. Νά μήν μείνουμε ἀπλοί θεατές σέ ἐξωτερικές συγκινήσεις καθώς θά Τόν βλέπουμε ὀδυνώμενο στό Σταυρό. Οὔτε νά μιμηθοῦμε τούς ὄχλους τῆς Ἱερουσαλήμ στίς μεταπτώσεις τους καί τήν ἐπιπολαιότητά τους. Ἀλλά νά λατρεύσουμε τόν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας μας μέ πίστη ἀταλάντευτη. Κατανοώντας ὅτι αὐτός ὁ Κύριος πού πάσχει γιά μᾶς, πού πεθαίνει γιά μᾶς, εἶναι ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων καί βασιλεύς τῶν βασιλευόντων.  Ἅς Τόν ὑποδεχθοῦμε ὡς Ἀρχηγό τῆς ζωῆς μας καί μόνιμο κατακτητή τῆς καρδιᾶς μας.
          Ἡ ἐκκλησία ἀναμένει τή συμμετοχή ὅλων μας στὶς ἱερές ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, γιά νά βιώσουμε «τά πάθη τά σεπτά» τοῦ Κυρίου. Εὔχομαι ὅλοι μέ ὑγεία καί προθυμία νά δώσουμε τό παρόν μας στίς Ἱερές Ἀκολουθείες γιά νά ὠφεληθοῦμε πνευματικά καί νά εὐλογηθοῦμε ἀπό τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα Κύριο. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
(Ιωάν. ΙΒ΄ 1-18)
Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Για μια ακόμα φορά, η ανέκφραστη αγάπη του Θεού, μας αξιώνει να ακούσουμε και να ζήσουμε τα γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος. Από την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ, σ΄ όλους τους ναούς μας, θα ακούγεται ο συγκλονιστικός ύμνος: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…».
Βεβαίως, όπως βλέπουμε στην Ευαγγελική περικοπή, οι Ιουδαίοι, με τους κλάδους των φοινίκων στα χέρια, έτρεξαν με ενθουσιασμό να υποδεχθούν τον Κύριο Ιησού στα Ιεροσόλυμα. «Και έκραζον ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάν. ΙΒ΄ 13)...
Δηλ. Δόξα και τιμή σε Αυτόν που υποδεχόμαστε. Ευλογημένος και δοξασμένος να είναι αυτός, που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο ως αντιπρόσωπός του. Αυτός είναι ο ένδοξος βασιλεύς του Ισραήλ, που τόσο καιρό περιμέναμε.
Έτσι, τη στιγμή εκείνη πραγματοποιήθηκε αυτό που αιώνες πριν είχε προφητεύσει ο προφήτης Ζαχαρίας: «Μη φοβού, θύγατερ Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί πώλου όνου» (Ιωάν. ΙΒ΄ 15). Δηλ. Μη φοβάσαι, Ιερουσαλήμ, κόρη του όρους Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται, όχι ως τύραννος και κατακτητής επάνω σε ίππο ή σε άρμα πολεμικό, αλλά καθήμενος επάνω σε πουλάρι όνου.
Ας εμβαθύνουμε όμως για λίγο στον θαυμαστό αυτόν προφητικό λόγο.
Ο Προφ. Ζαχαρίας, ο οποίος γεννήθηκε στην Βαβυλώνα κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας, στο Θ΄κεφάλαιο του βιβλίου του κάνει λόγο περί του θριάμβου της βασιλείας του Θεού.
Στους πρώτους οκτώ στίχους, βλέπει την νέα γη της επαγγελίας. Μοναδικές δηλ. και καταπληκτικές οράσεις!..., ενώ στους στίχους εννέα και δέκα, βλέπει τον ελευθερωτή Βασιλιά! Ξαφνικά ο ορίζοντας της σκέψεώς του, ευρύνεται όλως παραδόξως, ώστε εκ των στενών ορίων της Παλαιστίνης, μεταπηδά στην Μεσσιανική πραγματικότητα της παγκοσμίου ειρήνης, και μπροστά του εμφανίζεται ο Βασιλέας, ο οποίος θα έλθει ειρηνικός και ταπεινός. Το γεγονός άλλωστε ότι ο Μεσσίας Χριστός είναι αυτός ο «Βασιλεύς», γίνεται πλέον φανερό και πραγματικότητα, από την θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα.
Ο Βασιλέας Χριστός είναι ο απόλυτος και κυρίαρχος άρχοντας ουρανού και γης!
Ο Θεός Πατήρ, τον κατέστησε Βασιλέα «Επί Σιών όρος το άγιον αυτού». Η αναμονή αιώνων ολοκλήρων της ελεύσεώς του, από τον Ισραήλ αλλά και ολόκληρο τον κόσμο «πάντα τα έθνη», έχει πλέον λήξει. Το «πλήρωμα του χρόνου» ήρθε. Και τώρα «ιδού έρχεται», βρίσκεται «επί θύραις»! «Έρχεταί σοι». Έρχεται σε σένα Σιών. Ο Προφ. Ζαχαρίας, βλέπει εναργώς τον Θεό Λόγο που θα σαρκωθεί και θα γίνει εν χρόνω άνθρωπος. Θα έλθει «εις τα ίδια», στην χώρα η οποία ως γη της επαγγελίας ήταν ξεχωρισμένη προ πολλού από τον Θεό ως ιδιαιτέρως δική του. Γι΄αυτό λοιπόν «χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών. Κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ», και ετοιμάσου να τον υποδεχθείς με το «Ωσαννά»!
Ήδη λοιπόν η προφητεία αφού θραύει τα στενά Ιουδαϊκά όρια, μας μεταφέρει εντός του Σώματος του Χριστού, δηλ. της Εκκλησίας Του! Δεν περιορίζεται σε κάποιο έθνος ο Μεσσίας, αλλά ελευθερώνει ως Βασιλιάς όλους τους ανθρώπους που είναι υποδουλωμένοι στην αμαρτία, στον διάβολο και στον θάνατο. (Εννοείται ότι ελευθερώνει όσους θέλουν να ελευθερωθούν και αποδέχονται την Θεότητά Του και άρα την ελευθερία Του).
Η προφητεία τώρα παρουσιάζει δυναμικά το βασιλικό αξίωμα του Χριστού, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα τόσο με το Αρχιερατικό, όσο και με το Προφητικό του αξίωμα!
Οπωσδήποτε η μεγαλοπρεπής περιγραφή του Μεσσία, τον καθιστά κατεξοχήν αξιαγάπητο στα συνειδητά μέλη της Εκκλησίας του. Είναι το πρόσωπο που λαχταρούμε και αγαπούμε. Είναι αυτός που προσδοκούμε αργά ή γρήγορα να βρεθούμε κοντά του. Στην Βασιλεία του, της οποίας «ουκ έσται τέλος».
Και πάλι κατα το Ιερό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μεσσίας Χριστός είναι α) Δίκαιος β)Σώζων γ)Πραΰς!
Είναι ο κατεξοχήν πράος και ταπεινός από την αρχή έως το τέλος. Ο ίδιος άλλωστε το διακήρυξε ξεκάθαρα «…πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ΙΑ΄29). Και ακριβώς επειδή είναι ταπεινός και απλούς και πράος, παρόλο ότι είναι «Ο Βασιλεύς», γι΄αυτό, εισερχόμενος στην πόλη του, δεν εισέρχεται καθήμενος σε μεγαλοπρεπή ίππον ή σε κάποιο πολεμικό άρμα, όπως δηλαδή συνήθιζαν οι άρχοντες και οι βασιλείς τον καιρό εκείνο ή και σήμερα, με διαφορετικά βεβαίως μέσα, αλλά έρχεται επάνω «επί υποζύγιον και πώλον νέον». Επάνω δηλ. σε ζώο που χαρακτηρίζεται για την ευτέλεια, την αργοπορία στις κινήσεις του και ικανό να παρέχει μόνο υπηρεσία μεταφορική. Έρχεται σ΄ένα ζώο που χρησιμοποιείτο από τις λαϊκές τάξεις. Από του πτωχούς και ταπεινούς. Ήλθε ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ, καθήμενος «επί πώλου όνου», επάνω στον οποίον είχαν απλώσει τα πτωχά ενδύματά τους οι πτωχοί και απλοϊκοί μαθητές του.
Αλλ΄ ας μη λησμονούμε ότι ο Κύριος όταν ήλθε στη γη «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. Β΄ 7) και έζησε μέσα στην εσχάτη πτωχεία! Και το σημαντικότερο, η βασιλεία του «Βασιλέως» Χριστού, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου!
Αγαπητοί μου. Ο Ιουδαϊκός λαός, ο τόσο άστατος, μέσα σε όλη την έκταση της ιστορίας του, υποδέχθηκε τον βασιλέα των βασιλευόντων, Κύριον Ιησούν με το «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Δυστυχώς για τον λαό αυτό, μετά από λίγες ημέρες, παρασυρόμενος από το σαπισμένο θρησκευτικό του κατεστημένο, φώναζε «άρον άρον στάυρωσον αυτόν» (Ιωάν. ΙΘ΄15), και το ακόμα χειρότερο «το αίμα αυτού εφ΄ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. ΚΖ΄ 25)! (Γεγονός δηλ. που πραγματοποιείται σε κάθε εποχή... αρκεί κανείς να θέλει να βλέπει κατάματα την ιστορική πραγματικότητα).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κι εμείς, από σήμερα υποδεχόμαστε με τα βαΐα των κλάδων στα χέρια (δηλ. τα καλά και θεάρεστα έργα) τον Κύριο ο οποίος έρχεται «ίνα σταυρωθή».
Ας προσέξουμε όμως μήπως παρασυρθούμε στις επιλογές της ζωής μας (από τα μικρότερα έως και τα μεγαλύτερα), και καταντήσουμε αρνητές της Θεότητός του με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην ζωή μας, διότι, «αδύνατον γαρ τους άπαξ φωτισθέντας γευσαμένους της δωρεάς της επουρανίου και μετόχους γενηθέντας Πνεύματος Αγίου και καλόν γευσαμένους Θεού ρήμα δυνάμεις τε μέλλοντος αιώνος, και παραπεσόντας, πάλιν ανακαινίζειν εις μετάνοιαν, ανασταυρούντας εαυτοίς τον υιόν του Θεού και παραδειγματίζοντας» (Εβρ. ΣΤ΄4-6). Δηλ. Είναι αδύνατο εκείνους, που μια φορά βαπτίστηκαν, και γεύθηκαν την δωρεά την επουράνια, και έγιναν μέτοχοι Πνεύματος Αγίου, και απήλαυσαν τον ωραίο λόγο του Θεού και τα θαύματα του νέου κόσμου που έμελλε να έρθει (διά του Μεσσίου), και παρ΄όλα αυτά εξέπεσαν, είναι αδύνατον (μετά την ανακαίνιση διά του βαπτίσματος) να τους ανακαινίσει κανείς πάλι διά μετανοίας, ανθρώπους που ξανασταυρώνουν όσον εξαρτάται απ΄αυτούς και διαπομπεύουν τον Υιόν του Θεού.
Αδελφοί μου. Καλή και ευλογημένη Μεγάλη Εβδομάδα.
Είθε το Θείον δράμα που θα ζήσουμε μέσω των ιερών ακολουθιών στους ναούς μας, να συγκλονίσει την ύπαρξή μας, και ο «πράος και ταπεινός Βασιλεύς Ιησούς» να μας αξιώσει και της ενδόξου Αναστάσεώς Του!
Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ

                                                  ΩΣΑΝΝΑ...
«Εκ βαϊων και κλάδων ως εκ θείας εορτής εις θείαν μεταβάντες εορτήν, προς σεβασμίαν του Χριστού Παθημάτων , πιστοί συνδράμωμεν, τελετήν σωτήριον και τούτον υπέρ ημών πάθος υφιστάμενον, κατοπτεύχωμεν εκούσιον…» (απόστιχον Λυχνικού Κυριακής Βαϊων). 

Την ημέρα αυτή γιορτάζουμε την πανηγυρική είσοδο του Κυρίου Ιησού Χριστού στην Ιερουσαλήμ.
 Τότε, ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλαε δύο από τους Μαθητές του και του έφεραν ένα γαϊδουράκι.
 Και κάθισε πάνω του για να μπει στην πόλη.
Ο δε λαός, ακούγοντας ότι ο Ιησούς έρχεται, πήραν αμέσως στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και βγήκαν να τον υποδεχτούν.
Και άλλοι μεν με τα ρούχα τους, άλλοι δε κόβοντας κλαδιά από τα δέντρα, έστρωναν το δρόμο απ’ όπου ο Ιησούς θα περνούσε.
 Και όλοι μαζί, ακόμα και τα μικρά παιδιά, φώναζαν:
«σανν· ελογημνος ρχμενος ν νματι Κυρου, βασιλες το σραλ».
Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα «επί πώλον όνου».
Πορεύεται και οι Ισραηλίτες τον υποδέχονται με τιμές ως Βασιλιά.
Εκείνος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές, δεν περιορίζεται στο πανηγύρι, στην πρόσκαιρη δόξα, αλλά προχωρεί στο σταυρό και την Ανάσταση.
Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα είναι τελικά η είσοδος του μαρτυρίου στην επίγεια ζωή του Κυρίου.
Σε λίγες ημέρες θα μαρτυρήσει και θα θανατωθεί στο σταυρό, για να θανατώσει το θάνατο και να χαρίσει τη ζωή.
Περιμένουμε και εμείς το Χριστό να περάσει…
Φοράμε καινούρια ρούχα, ανάβουμε κεριά, κάνουμε γιορτές, συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε.
 Αλλά δεν τον ακολουθούμε. Παραμένουμε στις εξωτερικές εκδηλώσεις.
 Μένουμε στην Κυριακή των Βαΐων.
 Δεν τον ακολουθούμε στο μαρτύριο, στη θυσία, στο σταυρό.
Η πορεία του ανθρώπου στο μαρτύριο είναι ήσυχη, μυστική. Βιώνει τη χαρά της προσμονής και της συνάντησης με το Χριστό, μα δεν έχει σχέση η χαρά αυτή με τις εξωτερικές εκδηλώσεις που συνηθίζουμε.
 Είναι και αυτές απαραίτητες αλλά δεν είναι μόνο αυτές.
Αν πράγματι θέλουμε να πλησιάσουμε τον Χριστό, πρέπει να έχουμε διάθεση να βρεθούμε κοντά Του τη στιγμή της δόξας Του, να Τον ακολουθήσουμε, να μην Τον χάσουμε ούτε στιγμή από τα μάτια μας. Γιατί τελικά η θέληση μας λείπει, για όλα τα άλλα φροντίζει Αυτός.
 Τότε μόνο θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ότι ο σταυρός και η Ανάσταση είναι πραγματικότητα για όλους τους ανθρώπους.

Ομιλία εις την Κυριακή των Βαίων


ΕΙΔΕ ό λαός τον «Βασιλέα» καί Κύριο του να έρχεται καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου καί να είσοδεύει προς την Αγία Πόλη, γεγονός πού σαφέ­στατα προέβλεψε ό προφήτης Ζαχαρίας προ αιώνων, ξεχύθηκε με τα κλαδιά των φοινίκων στά χέρια κατά μήκος του δρόμου για ν' άνακράξει στο Σωτήρα:«Εύλογημένος καί δοξασμένος να'ναι ό ερχόμενος,ό απεσταλμένος από τον Κύριο ως αντιπρόσωπος Του»! 
Τον περίμενε, βέβαια, σαν κοσμικό λυτρω­τή του Ισραήλ, αλλά τούτη ή ιαχή έμελλε να γίνει παιάνας καί δοξαστικό πλεγμένο προαιώνια στις ανθρώπινες καρδιές:ό ευχαριστήριος ύμνος κάθε ανθρώπινης πνοής για την άφατο συγκατάβαση καί βουλή του Θεού να πο­ρευτεί εκούσια προς το πάθος για να μεταμορφώσει την πορεία κάθε «βροτείας» υπάρξεως καί να τη μεταθέσει «εκ γης προς ουρανόν».
Τούτη την πορεία λειτουργικά βιώνοντας ή Εκκλησία γυρεύει από κάθε ανθρώπινη σάρκα κρατώντας την ανάσα της, να γίνει μέτοχος της για να υποδεχθεί τον Κύριο των κυρίων πού προσέρχεται να σφαγιασθεί θεληματικά και να προσφερθεί ως τροφή αθανασίας στους πιστούς:«Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία καί στήτω μετά φόβου καί τρόμου, καί μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέτω· ό γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων καί Κύριος των κυριευόντων προσέρχεται σφαγιασθήναι καί δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς...» (Χερουβικός ύμνος Μ. Σαββάτου).
Εκούσιος θάνατος
Πολλές φορές ό Κύριος χρειάστηκε να ερμηνεύσει στους Μαθητές Του το γιατί ήλθε στον κόσμο: ήλθε όχι μόνο να διδάξει καί να «γνωρίσει» στους ανθρώπους το όνομα του Πατρός· ήλθε για να αποθάνει χάριν του κόσμου, υπακούοντας στην προαιώνια βουλή του Πατρός· ό θάνατος Του ήταν εκού­σιος θάνατος·παραδόθηκε στο θάνατο«παρέδωκεν εαυτόν» (Έφεσ.ε'25) παραιτούμενος ολοκληρωτικά από κάθε τάση καί επιδίωξη φυσικής αύθυπαρξίας του κτιστού καί μεταθέτοντας το γεγονός της υπάρξεως καί της ζωής στη ΣΧΕΣΗ με τον Πατέρα, στην εγκατάλειψη Του στο θέλημα του Πατρός, στην παράδοση του «πνεύματος» Του «εις χείρας του Πατρός».
Τα Πάθη Του τα προεφήτευσε ως ερχόμενα με εκείνο το φοβερό «πρέπον εστί» καί ότι «δεϊ» ή «έδει» να πάθει.Δεν είπε «πρόκειται», αλλά «πρέπει»:
«Καί ήρξατο αυτούς διδάσκειν, ότι δεί τον Υϊόν του Άνθρωπου πολλά παθείν, καί άποδοκιμασθήναι από των πρεσβυτέρων καί των αρχιερέων καί των γραμματέων καί άποκτανθήναι, καί μετά τρεις ημέρας άναστήναι» (Μάρκ.η'31).'Οταν δε οι Μαθητές έταράσσοντο, με πολλή δύναμη τους ρωτούσε: «Ουχί ταύτα έδει παθεϊν τον Χριστόν καί είσελθείν είς την δόξαν Αυτού;» (Λουκ.κδ'26)
Έπαθε ό Κύριος καί απέθανε,όχι γιατί δεν μπορούσε ν' αποφύγει τα Πάθη, αλλά γιατί θέλησε να πάθει.Ό ϊδιος «έθεσε» την ψυχή Του ως «έξουσίαν έχων» (Ίωάν.ι'18) καί «ηθέλησε» όχι μόνο με την έννοια ότι άφησε να ολοκληρωθεί πάνω Του όλο το δαιμονιώδες ξέσπασμα της α­μαρτίας καί της αδικίας, αλλά «ηθέλησε» με την έννοια ότι άφησε και «ευδό­κησε» καί «κατεδέξατο».
Τα Πάθη Ταυ δεν ήταν επιταγή του αμαρτωλού κό­σμου, ήταν επιταγή αγάπης του θεού, ήταν αποκάλυψη του προαιώνιου μυ­στηρίου της αγάπης καί της σοφίας του Θεού. Για τούτο στο Ευαγγέλιο γίνεται λόγος περί του Χρίστου ως αμνού «προεγνωσμένου προ καταβολής κόσμου» (Α' Πέτρου α' 19) καί «έσφαγμένου προ καταβολής κόσμου» ('Α-ποκ. ιγ' 8). Το θέλημα της αγάπης του Θεού ήταν να μεταποιήσει την αναγ­καιότητα του θανάτου, πού επέβαλε στην καθολική φύση ή πτώση, σε επίσης καθολική δυνατότητα αφθαρσίας καί αθανασίας. Γι' αυτό Εκείνος αποδέχε­ται εκούσια το θάνατο, εντάσσοντας την έσχατη συνέπεια της ανταρσίας του ανθρώπου στην ελευθερία της αγάπης και υπακοής στο θέλημα του Πατρός
Ό άγιος Ειρηναίος διδάσκει ότι ή σωτηρία είναι νίκη κατά της φθοράς καί του θανάτου· δεν μπορούμε, υπογραμμίζει, άλλως πως να εννοήσουμε τη λύτρωση παρά «ως ένωση μας με την Αφθαρσία καί την Αθανασία», «ϊνα το φθαρτόν καταποθή υπό της αφθαρσίας». Ό Κύριος με το εκούσιο Πάθος Του επέτυχε να ζωοποιήσει τον άνθρωπο από το θάνατο, θα μας πεϊ ό Μ. Αθανάσιος, «τη της αναστάσεως χάριτι τον θάνατον αυτόν ως καλάμην από πυρός άφανίζων»! Τούτο σημαίνει ότι στο πρόσωπο του ασπίλου Αμνού του Θεού ή ανθρώπινη φύση αξιώθηκε στην ίδια σχέση ζωής με το Θεό πού έχει ό Υιός με τον Πατέρα, στην παραίτηση δηλαδή άπ' την αύτοζωή, τη σάρκινη ζωή, για να κατορθωθεί ή ζωή, για άντληση της ζωής όχι άπ'την κτιστή πραγματικότητα - φύση, αλλά άπ'τη ζωοπάροχο πλευρά Του.
Εκούσιο Πάθος: Διακονία αρχιερατική
Κάθε φορά πού ή Εκκλησία τελεί την αναίμακτη Θυσία,με τη «Μεγάλη Είσοδο», την μεταφορά των Τιμίων Δώρων άπ'την Αγία Πρόθεση στο Θυσια­στήριο, «την από Βηθανίας προς την Ιερουσαλήμ δήλοι του Κυρίου εισέλευσιν» (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως) καί οί πιστοί υποδεχόμαστε το Χριστό με ύμνους καί κλάδους δοξαστικούς «αϊροντα» την αμαρτία του κόσμου:«Μετά κλάδων νοητώς κεκαθαρμένοι τάς ψυχάς, ως οί Παίδες τον Χριστόν, άνευφημήσωμεν πιστώς,μεγαλοφώνως κραυγάζοντες τω Δεσπότη.Ευλογη­μένος ει Σωτήρ, ό εις τον κόσμον έλθών, του σώσαι τον Αδάμ εκ της αρ­χαίας αράς...Ό πάντα Λόγε, προς το συμφέρον οίκονομήσας δόξα Σοι» (Όρθρος Κυριακής Βαΐων). Καθομολογεϊται λειτουργικώς ότι ή ζωή του Χρι­στού μας ήταν μία φανέρωση αγάπης, ήταν ολάκερη ό Σταυρός, το δε Πά­θος Του, το κορύφωμα του Σταυροϋ της αγάπης (Φιλάρετος Μόσχας).
Ό Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του περιγράφει το άπολΐίτρωτικό έργο του Θεανθρώπου ως «διακονία αρχιερατική», ως προσφορά θυσίας, ως θυσία αγάπης: «Χριστός ήγάπησεν ημάς καί παρέδωκεν εαυτόν υπέρ η­μών προσφοράν καί θυσίαν τω Θεώ εις όσμήν εύωδίας» (Έφεσ. ε' 1).
Ό Θεός με το «νοικοκυρεμένο σχέδιο Του» (Ν. Άρσένιεφ) «παρέδωσε το Γιο Του για να πεθάνει πάνω στο σταυρό, ένεκα της αγάπης Του για το ανθρώπινο πλάσμα Του. "Αν είχε κάτι ακόμα πιο πολύτιμο θα το είχε δώσει το ίδιο, για ν' αποκτήσει την ανθρωπότητα» (Ισαάκ ό Σύρος)
Ή απεραντο­σύνη της συγκαταβάσεώς Του έφτασε ώστε «καλοκάγαθα έκένωσε εαυτόν για να μας συνάξει στη φωλιά του Πατέρα» (Ειρηναίος)· ως γνήσιος έκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους καί ως αληθινός Αρχιερέας πορεύεται εκούσια το δρόμο των Παθών για ν' άποκαταλλάξει, να συμφιλιώσει τα πάντα «εις αυτόν,ειρηνοποιήσας δια του αίματος του σταυρού αύτοϋ, δι' αύτοϋ είτε τα επί της γης είτε τα εν τοΐς ουρανοϊς»(Κολ.α'20).«Εκτείνοντας δε τα άγια χέρια Του επί του ξύλου, άπλωσε δύο φτερούγες, μία δεξιά καί μία αριστε­ρά, προσκαλώντας όλους όσους πιστεύουν σ' Αυτόν καί σκεπάζοντας τους όπως ή όρνιθα τους νεοσσούς της» (Μάξιμος Όμολογητής).
Άρχιμ. Θ. Άθαν.