ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου, ερμηνεία εις τους κανόνας της Πεντηκοστής.

Προλεγόμενα
Εν ταυτώ και Ερμηνεία Εις την Ακροστιχίδα του Κανόνος της Πεντηκοστής[1]

Ακροστιχίς
Πεντηκοστίν εορτάζομεν.
Ερμηνεία.
            Η Ακροστιχίς αυτή δεν είναι στίχος δωδεκασύλλαβος Ιαμβικός, ούτε έμμετρος, καθώς ήτον αι άλλαι ακροστιχίδες των λοιπών Κανόνων του Ιερού Κοσμά, αλλά είναι εννεασύλλαβος μόνο και άμετρος και κολοβός.  Διά ποίαν δε αιτίαν τούτο εποίησεν ο Μελωδός;  Αποκρίνομαι ότι την αληθινήν τούτου αιτίαν αυτός μόνος ηξεύρει ο Ασματογράφος, και το Πνεύμα το εν αυτώ. ημείς δε στοχαστικώς λέγομεν ότι ίσως τούτο εποίησεν από τον υπερβολικόν έρωτα όπου είχεν εις τα λόγια Γρηγορίου του Θεολόγου. υπό τούτου γαρ καταφλεγόμενος, δεν ήθελε να παραλλάξη τους εκείνου λόγους, αλλ’ αυτούς εκείνους γυμνούς και ξηρούς και με αυτάς τας λέξεις ηγάπα να προφέρη, όχι μόνον εις τα άλλα του συγγράμματα, αλλά και εις αυτάς ακόμη τας Ακροστιχίδας.

            Και τούτο δείκνυται από την παρούσαν Ακροστιχίδα, ήτις είναι αυτολεξεί ερανισμένη από τον εις την Πεντηκοστήν λόγον του Θεολόγου, όπου το δεύτερον Προοίμιον του ούτω προφέρει. «Πεντηκοστήν εορτάζομεν, και Πνεύματος επιδημίαν, και προθεσμίαν επαγγελίας, και ελπίδος συμπλήρωσιν, και το Μυστήριον όσον; (ερωτηματικώς γαρ πρέπει να αναγινώσκεται) Ως μέγα τε και σεβάσμιον» (αποκριτικόν γαρ τούτο εστιν). Είπον δε δεύτερον Προοίμιον. διότι εσυνείθιζον οι παλαιοί ρήτορες να μεταχειρίζωνται και δύο Προοίμια, ως και ο Θεολόγος εν τω ανωτέρω της Πεντηκοστής λόγω δύο Προοίμια εμεταχειρίσθη, ως τινες λέγουσιν, ων το μεν πρώτον ούτως άρχεται, «Περί της εορτής βραχέα φιλοσοφήσωμεν» . το δε δεύτερον, «Πεντηκοσστήν εορτάζομεν».  Τούτο λοιπόν νομίζω να είναι αφορμή, δια την οποίαν η Ακροστιχίς του παρόντος κανόνος έμεινεν εννεασύλλαβος και κολοβή. διότι ο Ιερός Κοσμάς φιλογρηγόριος ων είπερ τις άλλος, ηθέλησε την αρχήν του λόγου εκείνου να γράψη εν τη Ακροστιχίδι, χωρίς να προσθέση τίποτε. όθεν κατά την κολοβήν Ακροστιχίδα κολοβά έγιναν και ελλιπέστα εν πολλαίς Ωδαίς τα Τροπάρια του Κανόνος. ώστε δια να φθάσουν εις τον συνήθη αριθμόν των οκτώ στίχων χρειάζονται να τριπλασιασθούν και να τετραπλασιασθούν. εάν δε εν μόνον Τροπάριον εστίν εν τη Ωδή, ως εν τη τρίτη και τη Πέμπτη και τη έκτη, χρειάζεται αυτό εξάκις να πολλαπλασιαθή ου χωρίς σχεδόν αηδίας και βάρους και των ψαλλόντων και των κανοναρχούντων και των ακουόντων.
            Καθώς λοιπόν ο Ιερός Κοσμάς τόσον πολλά ηγάπα τα του Θεολογου θελκτικά και σειρήνια λόγια, ώστε, δια να μεταχειρισθή ταυτα αυτολεξεί εις την Ακροστιχίδα, έπεσεν υπό μέμψιν παρά τοις πολλοίς ως άμετρος και ελλιπής, ούτω και εγώ, όστις μέλλων να ερμηνεύσω τον εις το Πνεύμα Κανόνα αυτού, ζητώ την βοήθειαν του Αγίου Πνεύματος. πλην όχι με άλλου τινός λόγια, αλλά με εκείνα του Θεολόγου, και δη βοώ μετ’ αυτού.  «Τα μεν ουν σωματικά του Χριστού πέρας έχει… τα δε του Πνεύματος βουλομένω λέγειν παρέστω μοι το Πνεύμα, και διδότω λόγον, όσον και βούλομαι. ει δε μη τοσούτον, όσος γε τω καιρώ σύμμετρος» (Λόγος εις την Πεντηκοστήν).  Διότι αν ο τόσον μέγας Κοσμάς δεν εντρέπεται να ιεροσυλή αυτολεξεί τα του θείου Γρηγορίου ρήματα, (τι λέγω δεν εντρέπεται; και σεμνύνεται ακόμη και εγκαλλωπίζεται εις την τοιαύτην ιεροσυλίαν) διατί εγώ να εντρέπωμαι αυτήν;  εγώ ο μηδέν ων; εγώ ο κεγχριαίος κατά το μέγεθος προς τοσούτον απειρομεγέθη άνδρα παραβαλλόμενος;  μάλλον μεν ουν εγώ πρέπει να καλλωπίζωμαι περισσότερον εις την τοιαύτην ιεράν και επαινετήν κλεψίαν.
            Με όλον τούτο το πράγμα τούτο δεν είναι κλεψία η ιεροσυλία, αλλά είναι δάνειον. μάλλον δε ουδέ δάνειον, αλλά δωρεά και χάρις. εκκεχυμένος γαρ είναι εις όλον το πλήρωμα των Χριστωνύμων ο της του Θεολόγου σοφίας Ωκεανός, όστις προσκαλεί τους θέλοντας να εξαντλήσουν από αυτόν δωρεάν, και να χορτάσουν από τα ρείθρα του όσον και αν δύνωνται. ου λέγω δε όσον και αν θέλωσιν.  αν γαρ εις την θέλησιν του ανθρώπου ηκολουθεί και η δύναμις, ίσως εγώ πρώτος ήθελα ανοίξη πλατέως το στόμα μου, και απορροφήση όλον τον του Θεολόγου Ωκεανόν. επειδή δε επιθυμώ και θέλω, η δύναμις μου όμως δεν είναι σύμμετρος με την θέλησίν μου, δια τούτο ανοίγω το στενόν στόμα της διανοίας μου, και απορροφώ ολίγας τινάς ρανίδας εκ των εκείνου λόγων προς ερμηνείαν του παρόντος Κανόνος[2]. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου