ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, Η Γέννηση της Παναγίας


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
1. Κατά πρῶτον, χριστιανοί μου, ἤθελα νά σᾶς πῶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας δέν γιορτάζει γενέθλια. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἑορτάζουν τήν ἡμέρα πού ἔφυγαν ἀπό τόν κόσμο αὐτό, εἴτε μέ μαρτύριο, εἴτε «ἐν εἰρήνῃ», μέ φυσικό δηλαδή θάνατο. Γενέθλια ἡ Ἐκκλησία δέν γιορτάζει, παρά μόνον τά Γενέθλια τοῦ Χριστοῦ στίς 25 Δεκεμβρίου, γιατί ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔφερε τήν σωτηρία στόν κόσμο. Καί ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τά Γενέθλια τοῦ Χριστοῦ, ἑορτάζει καί τά Γενέθλια τῆς Παναγίας, ἀκόμη καί τά Γενέθλια τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, γιατί ἡ Γέννηση τῶν δύο αὐτῶν Προσώπων προμηνύει τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι λοιπόν τήν Τρίτη ἑορτάζουμε τά Γενέθλια τῆς Παναγίας μας. Ἀλλά ἀφοῦ, χριστιανοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας δέν γιορτάζει γενέθλια, τί εἶναι αὐτό πού γίνεται σε ᾿μᾶς σήμερα μέ τίς γιορτές τῶν γενεθλίων μας; Ἐντάξει! Δέν θά περάσουμε ἀδιάφορα την ἀνάμνηση τῆς ἡμέρας πού γεννηθήκαμε, ἀλλά θά εὐχαριστήσουμε τόν Θεό γιά τά χρόνια πού μᾶς ἄφησε νά ζήσουμε καί θά Τόν παρακαλέσουμε πάλι γιά τά ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς μας.

Αὐτός ὅμως ὁ παρατονισμός τῆς ἡμέρας τῶν γενεθλίων καί τά ξεφαντώματα τῶν νέων μας, ἀλλά καί τῶν μικρῶν μας παιδιῶν ἀκόμη στά γενέθλιά τους, εἶναι δυτικό «φροῦτο». Μᾶς ἦρθε ἀπ᾿ ἔξω. Ἔ, βέβαια! Ἀφοῦ τά ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων τῆς Δύσεως δέν εἶναι ὀνόματα ἁγίων, γιά νά γιορτάσουν τήν μνήμη τους, γιορτάζουν τήν ἡμέρα τῶν γενεθλίων τους. Πάντως νά ξέρετε, χριστιανοί μου, ὅτι τά πραγματικά γενέθλια τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ μέρα πού βαπτίστηκε. Κι ἄν θέλετε κάθε χρόνο νά ἑορτάζετε τά γενέθλια τῶν παιδιῶν σας, νά τιμᾶτε τήν ἡμέρα πού βαπτίστηκε τό παιδί σας. Καί νά καλεῖτε σ᾿ αὐτή τήν γιορτή τῶν πραγματικῶν γενεθλίων καί τόν Ἱερέα πού βάπτισε τό παιδάκι. Ἔτσι, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο, θά συνειδητοποιήσει ὁ μικρός, ἀλλά καί οἱ μεγάλοι ὅτι ἀνήκουμε στήν ἱερή Οἰκογένεια τῆς Ἐκκλησίας.
2. Τά Γενέθλια τῆς Παναγίας, χριστιανοίμου, δηλώνουν ὅτι τελειώνει ὁ σκοπός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Παλαιά Διαθήκη μᾶς προφητεύει τόν ἐρχομό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλά γιά τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔπρεπε νά βρεθεῖ καί ἡ κατάλληλη γυναίκα, ἡ ὁποία θά γινόταν ἡ Μητέρα Του. Καί ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη ἐργάζεται στό νά γεννηθεῖ σέ κάποια της γενεά ἡ Ἅγια καί Πανάγια αὐτή Γυναίκα, πού θά γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Μεσσία. Ναί! Ὅλο αὐτό τό εὐλογημένο περιβόλι τοῦ Θεοῦ, πού λέγεται Παλαιά Διαθήκη, ἔχει ὡς σκοπό τό νά βγάλει τόν ὡραῖο καρπό, τήν Παναγία! Καί ὅταν γεννήθηκε ἡ Παναγία – καί σήμερα ἑορτάζουμε τά Γενέθλιά Της – τελειώνει λοιπόν, ὅπως σᾶς εἶπα, ἡ Παλαιά Διαθήκη. Γι᾿ αὐτό καί ἕνα σχετικό τροπάριο λέγει στήν Παναγία: «Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα...». Ποιές εἶναι αὐτές οἱ «ἔσχατες ἡμέρες»; Ὄχι, βέβαια, ἡ Δεύτερη Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τό τέλος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ τήν Γέννηση τῆς Παναγίας.
3. Ἡ Παναγία μας γεννήθηκε ἀπό στείρα γυναίκα, τήν Ἄννα. Γιατί αὐτό; Αὐτό ἔγινε γιά νά προειδοποιήσει τό θαῦμα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπό παρθένο. Καί σ᾿ αὐτό τον σκοπό ἀπέβλεπαν οἱ στεῖρες γυναῖκες στήν Παλαιά Διαθήκη, πού τεκνοποίησαν θαυμαστῶς.
«Ἄν σᾶς ρωτοῦν οἱ Ἰουδαῖοι – λέει ὁ Χρυσόστομος – πῶς ἔτεκε ἡ Παρθένος, νά τους ρωτᾶτε καί σεῖς: Πῶς ἔτεκε ἡ στείρα;». Ἀλλά οἱ γονεῖς τῆς Παναγίας, ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα, ἦταν καί σέ πολύ προχωρημένη ἡλικία. Αὐτό, χριστιανοί μου, δηλώνει ὅτι αὐτοί οἱ γέροντες γονεῖς γιά τήν σύλληψη τῆς Παναγίας δέν ἑνώθηκαν ἀπό ἡδονή, ἀλλά ἀπό παρόρμηση Κυρίου. Γι᾿ αὐτό καί ὁ μεγάλος δογματικός τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τό σπέρμα τοῦ Ἰωακείμ γιά τήν γέννηση τῆς Παναγίας τό λέει «Πανάμωμο σπέρμα»!!!
4. Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Παναγίας, ἀδελφοί μου, εἶναι, ξαναλέγω, μεγάλη ἑορτή. Εἶναι ἡ πρώτη θεομητορική ἑορτή τοῦ Νέου Ἐκκλησιαστικοῦ Ἔτους. Γιατί δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ὁ μήνας Σεπτέμβριος εἶναι ὁ πρῶτο μήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ἡ 1η Ἰανουαρίου θεωρεῖται ὡς πρώτη τοῦ ἔτους γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς οἰκουμένης. Καί γιά ὀρθοδόξους καί γιά αἱρετικούς. Ἀλλά σάν ὀρθόδοξοι δέν πρέπει νά λησμονοῦμε την 1η Σεπτεμβρίου, μέ τήν ὁποία ἀρχίζουμε τό νέο Ἐκκλησιαστικό Ἔτος. Ἡ ἑορτή λοιπόν τῶν Γενεθλίων τῆς Παναγίας μας, στίς 8 Σεπτεμβρίου, εἶναι ἡ πρώτη θεομητορική ἑορτή τοῦ ἔτους. Καί μή λησμονοῦμε ὅτι τώρα, σέ μία ἑβδομάδα, θά γιορτάσουμε καί τήν ἄλλη μεγάλη ἑορτή, τήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τήν Παναγία καί τόν Σταυρό λοιπόν γιορτάζουμε αὐτόν τόν μήνα. Αὐτά τά δύο ἔχουμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι: Παναγία καί Σταυρό, Σταυρό καί Παναγία! Καί τά εἶπα ἔτσι ἀντίστροφα, γιατί στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία μας ὅ,τι λέγεται γιά τήν Παναγία λέγεται καί γιά τόν Σταυρό. Καί ὅ,τι λέγεται γιά τόν Σταυρό λέγεται καί γιά τήν Παναγία.
Χαρεῖτε, ἀδελφοί χριστιανοί! Γεννήθηκε ἡ Παναγία. Ὁ κόσμος τώρα ἔχει Παναγία, πού θά φέρει σ᾿ ὅλους τήν χαρά μέ τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό καί λέγει τό Ἀπολυτίκιο: «Ἡ γέννησή σου, Θεοτόκε, χαράν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ. Ἐκ σοῦ γάρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν...».
Θεραπεία τῆς αἱμορροούσης καί ἀνάσταση τῆς θυγατρός τοῦ ἀρχισυναγώγου (9,18-26)
Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ
1. Στήν περικοπή μας αὐτή ἐδῶ περιγράφονται δύο θαύματα τοῦ Ἰησοῦ. ῞Ενας ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς (βλ. Μάρκ. 5,22), πιθανόν τῆς Καπερναούμ, ὀνομαζόμενος Ἰάειρος ἀπό τούς εὐαγγελιστές Μᾶρκο καί Λουκᾶ, καί τόν παρακαλοῦσε νά θεραπεύσει τήν θυγατέρα του, γιά τήν ὁποία ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι ἦταν δώδεκα ἐτῶν (Λουκ. 8,42). Αὐτή «ἄρτι ἐτελεύτησεν» (στίχ. 18), ἀλλά ὁ Ἰάειρος ἐπίστευε ὅτι ὁ Ἰησοῦς μπορεῖ νά τήν ἐπαναφέρει στήν ζωή.
Φαίνεται λοιπόν ὅτι εἶχε πίστη, ἀλλά ὄχι μεγάλη. Γιατί παρακαλεῖ τόν Χριστό ὄχι νά πεῖ μόνο ἕνα λόγο ἀπό μακρυά καί νά τήν θεραπεύσει (βλ. 8,8), ἀλλά νά πάει σπίτι του καί νά ἐπιθέσει τό χέρι Του ἐπάνω της (στίχ. 18).

2. Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος λέγει ὅτι ἡ νεάνιδα ἀπέθανε. Ὁ ἄλλοι ὅμως Εὐαγγελιστές τήν παρουσιάζουν ὡς ἑτοιμοθάνατη («ἐσχάτως ἔχει», Μάρκ. 5,23· «αὕτη ἀπέθνησκεν», Λουκ. 8,42).
Αὐτή ἡ φαινομενική ἀσυμφωνία ἐξηγεῖται ἀπό τό ὅτι ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύεται πρός τήν οἰκία τοῦ Ἰαείρου ἦλθε κάποιος ἀπό τήν οἰκία του καί τοῦ ἀνέφερε ὅτι πέθανε ἡ θυγατέρα του (βλ. Μάρκ. 5,35. Λουκ. 9,49).
Ὁ Ματθαῖος δέν ἀναφέρει μέν τήν πληροφορία αὐτή, ἀλλά λόγω αὐτῆς παρουσιάζει τήν νεάνιδα ἀπό
τήν ἀρχή, κατά τό αἴτημα τοῦ πατέρα της, ὡς θανοῦσα μέ τό ἔκφραση μάλιστα «ἄρτι» (στίχ. 18).
Ὁ Θεοφύλακτος ἔχει ἄλλη ἑρμηνεία: Παρουσιάζει ὁ Ματθαῖος τόν Ἰάειρο νά λέγει ἀπό τήν ἀρχή ὅτι ἡ θυγατέρα ἐτελεύτησε (ἀντίθετα ἀπό τούς ἄλλους Εὐαγγελιστές πού τήν παρουσιάζουν ὅτι ζεῖ ἀκόμη),
γιατί αὐτή ἦταν πραγματικά στίς τελευταῖες της ἀναπνοές· ἤ εἶπε ὁ πατέρας γιά τήν κόρη του ὅτι
πέθανε αὐξάνοντας τήν συμφορά, γιά νά ἑλκύσει τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Ἰησοῦ (MPG 123,229).


3. Καθώς ὁ Ἰησοῦς πήγαινε μέ τούς μαθητές του στήν οἰκία τοῦ Ἰαείρου, τόν πλησίασε μία γυναίκα
πού ἔπασχε ἀπό αἱμορραγία γιά δώδεκα χρόνια καί ἄγγιξε ἐκ τῶν ὄπισθεν τό ἄκρο τοῦ ἐξωτερικοῦ του ἐνδύματος (στίχ. 20).
Ἄς παρατηρήσουμε τήν ἀντιστοιχία τῶν δώδεκα ἐτῶν τῆς ἀσθενείας τῆς αἱμορροούσης καί τῆς ἡλικίας τῆς θυγατέρας τοῦ Ἰαείρου. Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα θεωρεῖτο ἀκάθαρτη (βλ. Λευιτ.
15,19-30), γι᾽ αὐτό καί αὐτή ἦλθε «ὄπισθεν» καί ἄγγιξε τό κράσπεδο τοῦ Ἰησοῦ (στίχ. 20). «Ἀκάθαρτος οὖσα διά τό πάθος, οὐ προσῆλθε φανερῶς ἡ γυνή, εὐλαβουμένη μήπως κωλυθῇ» (MPG 123,229). Καί ὅμως ὁ Ἰησοῦς τήν ἐθεράπευσε καί μάλιστα τήν προσεφώνησε μέ τήν τρυφερή ἔκφραση «θύγατερ» καί μέ τό ἰσχυρό ρῆμα «θάρσει» (στίχ. 22).
Τῆς εἶπε «θάρσει», γιατί αὐτή θά ἐφοβήθη ὅτι ἔκλεψε, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, τήν δωρεά, ἐπειδή ἦλθε «ὄπισθεν» καί ἄγγιξε τό κράσπεδο τοῦ Ἰησοῦ. Καί τήν προσεφώνησε «θύγατερ» γιά τήν πίστη της. «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», τῆς εἶπε στήν συνέχεια (στίχ. 22). «Δείκνυσι ὅτι,
ἐάν μή πίστιν προσήγαγεν, οὐκ ἄν ἔλαβεν τήν χάριν, κἄν τά ἱμάτια ἦσαν» (Θεοφύλακτος, MPG 123,232).

Λέγεται ὅτι ἡ θεραπευθεῖσα αἱμορροοῦσα γυναίκα ἔκανε ἀνδριάντα στόν Σωτῆρα της καί στήν βάση τοῦ ἀνδριάντος ἐφύετο βοτάνη πού βοηθοῦσε τίς αἱμορροοῦσες γυναῖκες. Κατά τά χρόνια ὅμως τοῦ Ἰουλιανοῦ οἱ ἀσεβεῖς κατέστρεψαν τόν ἀνδριάντα αὐτόν.

4. Τό μήνυμα τοῦ θαύματος αὐτοῦ εἶναι ὅτι δέν καθίσταται ἀκάθαρτος ὁ ἄνθρωπος γιά κάτι πού εἶναι
φυσικό καί δέν εὐθύνεται αὐτός γι᾽ αὐτό καί ἀκόμη ὅτι δέν εἶναι κατώτερη ἡ γυναίκα γιά τήν ἔμμηνο ρύση της. Γι᾽ αὐτό καί τήν περικοπή περί αἱμορροούσης τήν διαβάζει συνήθως ἡ Ἐκκλησία σέ μνῆμες ἁγίων γυναικῶν. – Εἶναι βέβαιο ὅτι ἀπό τό θαῦμα στήν αἱμορροοῦσα γυναίκα θά ἐνδυναμώθηκε ἡ πίστη τοῦ Ἰαείρου, στό σπίτι τοῦ ὁποίου πορευόταν ὁ Ἰησοῦς.

5. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔφθασε στήν οἰκία τοῦ ἄρχοντος Ἰαείρου εἶδε νά εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἤδη οἱ αὐλικοί γιά νά θρηνήσουν μέ θλιβερά μοιρολόγια τόν θάνατο τῆς κόρης. Ὅλοι βεβαίως πίστευαν ὅτι ἀπέθανε ἡ θυγατέρα τοῦ ἄρχοντα καί γι᾽ αὐτό, ὅταν ὁ Ἰησοῦς τούς εἶπε ὅτι «καθεύδει», αὐτοί «κατεγέλων» αὐτόν (στίχ. 24). Καί ὁ Ἰησοῦς βέβαια δέν ἀρνεῖτο ὅτι πραγματικά ἡ κόρη ἀπέθανε, ἀλλά συνέκρινε τόν θάνατο μέ τόν ὕπνο. Καί ὅπως αὐτός πού κοιμᾶται ξυπνᾶ, ἔτσι καί ἡ νεάνιδα θά ἀνασταινόταν μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ.
«Καθεύδειν δέ λέγει αὐτήν, διότι παρ᾽ αὐτῷ ὁ θάνατος ὕπνος ἦν, δυναμένῳ εὐκόλως ἀναστῆσαι»
(Θεοφύλακτος, MPG 123,232). Ἀφοῦ τό πλῆθος διασκορπίστηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐπανέφερε τό νεκρό κοράσιο στήν ζωή (στίχ. 25).
Τέτοια δύναμη ἀνήκει πραγματικά μόνο στόν Θεό καί τό θαῦμα διαδόθηκε σέ ὅλη τήν γῆ (στίχ. 26).

6. Ἄς παρατηρήσουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀνέστησε τήν κόρη ὅταν ἐξεβλήθη ὁ ὄχλος ἀπό τό δωμάτιό της, διότι «ἔνθα ὄχλος καί περισπασμός, οὐ θαυματουργεῖ ὁ Ἰησοῦς» (Θεοφύλακτος, MPG
123,232) καί ὅτι πάλι ὁ Ἰησοῦς ἐκράτησε τό χέρι τῆς νεκρᾶς δίνοντας δύναμη σ᾽ αὐτήν. «Καί ἐσένα –λέγει ὁ Θεοφύλακτος – ὅταν νεκρωθεῖς στίς ἁμαρτίες σου, θά ἀναστηθεῖς, ὅταν ὁ Χριστός σοῦ κρατήσει τό χέρι, γιατί μ᾽ αὐτό θά πράττεις τά καλά ἔργα, καί ὅταν θά σοῦ ἐκβάλει τόν ὄχλο καί τόν περισπασμό (τῆς ψυχῆς)» (MPG 123,232).
Ἡ ἀνάστασις τῆς θυγατρός τοῦ Ἰαείρου καί ἡ θεραπεία τῆς αἱμορροούσης 
Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η´ 41–56, Ματθ. θ´, Μᾶρκ. ε´) 

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ὁ μὲν Ἰησοῦς, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος, ὑπέστρεψε ἀπὸ τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν. Οἱ δὲ ὄχλοι τὸν προσέμεναν, ἕνας μὲν διὰ τὴν διδασκαλίαν, ἄλλος δὲ καὶ διὰ τὰ θαύματα. Προσῆλθε λοιπὸν καὶ κάποιος ἄρχων τῆς συναγωγῆς, ὄχι παραμικρός τις ἢ πτωχός, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς πρώτους.
Προσθέτει καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ὁ Εὐαγγελιστής, διὰ νὰ γίνη γνωριμώτερον τὸ θαῦμα, ὅτι ἀληθινὸν εἶναι. Προσπίπτει δὲ οὗτος εἰς τὸν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ καὶ εἶχε ἀνάγκη, ὁποὺ θὰ ἔπρεπε καὶ χωρὶς νὰ ἔχη ἀνάγκην, νὰ προσπέσῃ καὶ νὰ τὸν γνωρίσῃ πὼς εἶναι Θεός.
Ὅμως καὶ ἡ θλῖψις πολλάκις ἀναγκάζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δράμουν πρὸς τὸ καλόν. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ ὁ Δαβὶδ «ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαι τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σὲ» (ψαλμ. λα´).
Ἦτο λοιπὸν ἀρχισυνάγωγος ὁ Ἰάειρος καὶ εἶχε πένθος βαρύ. Καὶ τοῦτο, διότι τὸ παιδὶ ἦτο μονάκριβον, 12 χρονῶν, εἰς τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς.

Τὸ γεγονὸς περιγράφουν καὶ οἱ τρεῖς Εὐαγγελισταί. Ὁ Λουκᾶς δὲ μὲ περισσοτέρας λεπτομερείας (Ματθ. θ´, Μᾶρκ. ε´). Ἂς προσέξωμεν, λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, τὴν ἁπλοϊκότητά του.
Δύο αἰτήματα ὑποβάλλει εἰς τὸν Χριστόν. Καὶ νὰ πάῃ ὁ ἴδιος καὶ νὰ βάλη τὸ χέρι του ἐπάνω. Σημεῖον ὅτι εἶχε ἀφήσει τὸ παιδὶ ζωντανό.
Τὸ ἴδιο ζητοῦσε καὶ ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος ἀπὸ τὸν Προφήτην Ἐλισαῖον (Δ´ Βασ. ε´ 14). Ἔλεγε καὶ θὰ βγῆ ἔξω καὶ τὸ χέρι του θὰ βάλη ἐπάνω. Διότι καὶ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ αἰσθανθοῦν ἔχουν ἀνάγκην οἱ πιὸ ἁπλοϊκοί.
Καθὼς λοιπὸν ἐπήγαινε εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου ὁ Ἰησοῦς ἦλθε κάποια γυναῖκα, ποὺ δώδεκα χρόνια αἱμορροοῦσε, ἦλθε πίσω του καὶ ἄγγισε τὴν ἄκρην τῶν ρούχων του. Ἔλεγε μέσα της. Ἂν ἀγγίσω μονάχα τὸ ροῦχο του, θὰ σωθῶ.
Διὰ ποιὸ λόγον δὲν τὸν ἐπλησίασε μὲ θάρρος; Ἐντρέπετο τὴν ἀσθένειάν της καὶ ἐνόμιζε πὼς ἦτο ἀκάθαρτη. Γιατί, ἂν ἡ γυναῖκα, ποὺ ἔχει τὰ ἔμμηνά της, νομίζει πὼς δὲν εἶναι καθαρή, πολὺ περισσότερο ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην, αὐτὴ ἡ ὁποία ἔχει τέτοια ἀρρώστια.
Ὁ νόμος ἐθεώρει τὴν ἀσθένεια πολὺ ἀκάθαρτη. Διʼ αὐτὸ καὶ προσπαθεῖ νὰ κρυφθῆ καὶ νὰ μὴ γίνη ἀντιληπτή. Δὲν εἶχε ἀκόμη ὀρθὴν καὶ τελείαν γνώμην διὰ τὸν Χριστόν, ἀλλιῶς δὲν θὰ ἐπίστευε ὅτι θὰ ἐπερνοῦσε ἀπαρατήρητη.
Ἔτσι πλησιάζει πρώτη αὐτὴ ἡ γυναῖκα μέσα εἰς τὸν κόσμο. Εἶχε ἀκούσει ὅτι θεραπεύει καὶ γυναῖκες καὶ ὅτι πηγαίνει νὰ θεραπεύση τὴν ἀποθαμένη κόρη. Στὸ σπίτι της βέβαια δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν καλέση μολονότι ἦτο εὐκατάστατος, οὔτε πάλι ἦλθε κοντά του φανερά, μόνο κρυφὰ ἤγγισε μὲ πίστιν τὰ ροῦχα του.
Οὔτε εἶχε ἀμφιβολία, οὔτε εἶπε μέσα της θὰ ἐλευθερωθῶ ἆραγε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια; Μήπως δὲν θὰ ἐλευθερωθῶ;
Πλησίασε μὲ ἐλπίδα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὑγείας της. Ἔλεγε μέσα της, διηγοῦνται οἱ Εὐαγγελισταὶ Ματθαῖος καὶ Μᾶρκος «Ἐὰν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, σωθήσομαι».
Εἶδε ποιοὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν: τελῶνες καὶ ἁμαρτωλοί. Ὅλα αὐτὰ τῆς ἔδωσαν ἐλπίδες. Κι ὁ Χρι- στός; Δὲν τὴν ἄφησε νὰ διαφύγη, ἀλλὰ τὴν φέρει εἰς τὸ μέσον καὶ τὴν φανερώνει διὰ πολλὰς αἰτίας.

Ἂν καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ ἔκαμε αὐτό, ἐπειδὴ ποθοῦσε δόξα. Διατί, λέγουν, δὲν τὴν ἄφησε νὰ φύγη ἀπαρατήρητη; Τί λέτε, μωροὶ καὶ ἀνόητοι; Αὐτὸς ποὺ ἐπιβάλλει σιωπή, ποὺ μύρια θαύματα ἀποσιωπᾶ, αὐτὸς ποθεῖ τὴν δόξαν; Διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν τὴν φέρει εἰς τὸ μέσον;

Πρῶτον διαλύει τὸν φόβον τῆς γυναικός, διὰ νὰ μὴ τὴν ἐνοχλῆ ἡ συνείδησίς της, σὰν νὰ ἔχῃ κλέψει τὴν χάριν καὶ ζῆ ἐν ἀγωνίᾳ.
Δεύτερον τὴν βγάζει ἀπὸ τὴν πλάνην της, ποὺ νομίζει ὅτι ἐπέρα- σε ἀπαρατήρητη. Καὶ ἀπὸ τὴν παῦσιν τῆς ροῆς τοῦ αἵματος δίδει σημάδι ὄχι μικρότερον· τὴν ἀπόδειξιν ὅτι γνωρίζει τὰ πάντα.
Τρίτον παρουσιάζει εἰς ὅλους τὴν πίστιν της, ὥστε νὰ τὴν ζηλέψουν καὶ νὰ τὴν μιμηθοῦν καὶ ἄλλοι. Ἔπειτα μὲ τὴν στάσιν τῆς γυναικὸς κερδίζει τὸν ἀρχισυνάγωγον, ποὺ ἦτο ἕτοιμος ν᾽ ἀμφιβάλη καὶ ἔτσι νὰ καταστρέψη τὸ πᾶν.
Διότι αὐτοί, ποὺ ἦλθαν, ἔλεγαν· Μὴ ταλαιπωρῆς τὸν Διδάσκαλον, διότι ἔχει πεθάνει τὸ κορίτσι. Καὶ οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν οἰκίαν περιγελοῦσαν τὸν Χριστόν, ποὺ εἶπε ὅτι κοιμᾶται.
Ἦτο φυσικὸν κάτι τέτοιο νὰ νοιώση καὶ ὁ πατέρας. Δι᾽ αὐτὸ προλαβαίνοντας τὴν ἐκδήλωσιν αὐτήν, φέρει εἰς τὸ μέσον τὴν γυναῖκα.
Ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀπὸ τοὺς πολὺ ἁπλοϊκούς, ἄκουσε τί τοῦ εἶπε· «Μὴ φοβοῦ, σὺ μόνον πίστευε καὶ σωθήσεται». Καὶ τοῦτο, διότι ἐπίτηδες ἐπερίμενε νὰ ἐπέλθη ὁ θάνατος καὶ τότε νὰ πάη, διὰ νὰ γίνη φανερὴ ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀναστάσεως.
Δι᾽ αὐτὸ καὶ βαδίζει κάπως ἀργά, καὶ παρατείνει τὴν συνομιλίαν του, διὰ νὰ ἀφήση νὰ πεθάνη τὸ κορίτσι καὶ νὰ ἔλθουν οἱ ἀγγελιοφόροι τοῦ θανάτου της λέγοντες· Μὴ ταλαιπωρῆς τὸν Διδάσκαλον.
Αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ὑπονοεῖ καὶ τὸ ἐπισημαίνει λέγοντας: Ἐνῶ αὐτὸς ὡμιλοῦσε ἀκόμη, ἦλθαν οἱ ἰδικοί του λέγοντες· Πέθανε ἡ κόρη σου, μὴ ἐνοχλῆς καὶ βάζη εἰς κόπον τὸν Διδάσκαλον.

Ἤθελε νὰ διαπιστωθῆ ὁ θάνατος, διὰ νὰ μὴ γίνη ὕποπτη ἡ ἀνάστασις. Αὐτὸ κάμνει παντοῦ. Ἔτσι καὶ εἰς τὸν Λάζαρον, ἐπερίμενε μία καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας. Δι᾽ ὅλα αὐτὰ τὴν φέρει εἰς τὸ μέσον καὶ τῆς λέγει· Θάρσει θύγατερ· Ὅπως ἔλεγε καὶ εἰς τὸν παράλυτο, «Θάρσει τέκνον» κουράγιο παιδί μου.
Διότι ἦτο τρομαγμένη ἡ γυναῖκα. Διὰ αὐτὸ τῆς λέγει: Θάρσει, κουράγιο, καὶ τὴν ἀποκαλεῖ θύγατερ, κόρη, ἡ πίστις της τὴν εἶχε κάνει κόρη.
Καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ἐγκώμιον· «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», ἡ πίστις σου σὲ ἔχει σώσει. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς ἀναφέρει διὰ τὴν γυναῖκα περισσοτέρας λεπτομερείας.
Ὅταν ἐπλησίασε, ἔλαβε τὴν ὑγείαν της. Δὲν τὴν ἐκάλεσε ἀμέσως ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἐρώτησε πρῶτον· «Τίς ἐστιν ὁ ἁψάμενός μου». Ποιὸς μὲ ἄγγισε; (Ἀφήνω πόσον μεγάλη ἀπόδειξις ἀποτελοῦσε αὐτὸ ὅτι εἶχε ντυθῆ σάρκα ἀληθινὴ καὶ ὅτι καταπατοῦσε κάθε ὑπερηφάνεια, διότι δὲν ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ μακράν, ἀλλὰ τὸν τριγύριζαν ἀπὸ παντοῦ).
Αὐτὸς ὅμως ἔλεγε μὲ ἐπιμονή. Ἥψατό μου τίς· κάποιος μὲ ἄγγισε. «Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἀπ᾽ ἐμοῦ ἐξελθοῦσαν». Ἐγὼ κατάλαβα νὰ βγαίνει δύναμις ἀπὸ ἐμένα.
Ὡμιλοῦσε κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον κατεβαίνοντας εἰς τὸ πνευματικὸν ἐπίπεδον τῶν ἀκροατῶν του. Καὶ τὸ ἔλεγε αὐτό, διὰ νὰ τὴν κάμη νὰ ὁμολογήση μόνη της τὴν πρᾶξιν της.
Δι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν τὴν ἐφανέρωσε ἀμέσως. Ἤθελε νὰ δείξη ὅτι τὰ ἐγνώριζε καθαρὰ ὅλα καὶ νὰ τὴν πείση νὰ τὰ ἀποκαλύψει ὅλα αὐθόρμητα, νὰ τὴν φέρη εἰς τὸ σημεῖον νὰ ὁμολογήση ἡ ἴδια ὅ,τι εἶχε γίνει καὶ νὰ μὴ γίνη ὕποπτος λέγοντάς το ὁ ἴδιος.

Βλέπεις ὅτι ἡ γυναῖκα ἦτο καλύτερη ἀπὸ τὸν ἀρχισυνάγωγον. Δὲν τὸν ἐσταμάτησε, δὲν τὸν ἐκράτησε, ἀλλὰ μὲ τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων της μόνον τὸν ἤγγισε, καὶ ἐνῶ ἦλθε ἔπειτα ἀπʼ αὐτόν, ἔφυγε θεραπευμένη.
Αὐτὸν τὸν ἰατρὸν καλοῦσε εἰς τὸ σπίτι του· εἰς αὐτὴν τὸ ἄγγιγμά του μόνον ἦτο ἀρκετόν. Ἂν καὶ ἦτο δεμένη εἰς τοῦ πάθους της τὰ δεσμά, τῆς ἔδιδε φτερὰ ἡ πίστις της. Πρόσεξε δὲ πῶς τὴν παρηγορεῖ.
«Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» τῆς λέγει. Αὐτὴν ἤθελε νὰ δοξάση καὶ τοὺς ἄλλους νὰ διορθώση καὶ ὄχι νὰ προβάλη τὸν ἑαυτό του.  Ἀφοῦ λοιπὸν τὴν ἔφερε εἰς τὸ μέσον, τὴν παρουσίασε μεγαλόφωνα κι ἀπὸ αὐτήν, ποὺ πλησίασε τρέμοντας, ἀφοῦ ἔδιωξε τὸν φόβον, τὴν ἔκαμε νὰ λάβη θάρρος.

Τέλος μαζὶ μὲ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος τῆς ἔδωσε καὶ ἄλλα ἐφόδια λέγοντάς της: «Πορεύου ἐν εἰρήνῃ», πήγαινε μὲ εἰρήνη.
Ὅταν ἦλθε εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντα καὶ εἶδε τοὺς αὐλητὰς καὶ τὸν ὄχλο ἀνήσυχο, ὅπως διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, καὶ τοὺς ἔλεγε «Φύγετε δὲν ἀπέθανε ἡ κόρη, κοιμᾶται» τὸν κορόϊδευαν.
Κι ὁ Χριστός: Ἔβγαλε ἔξω ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ ἔβαλε μόνον τοὺς γονεῖς τοῦ παιδιοῦ καὶ τοὺς τρεῖς μαθητάς Του, Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον, ὥστε νὰ γίνη ἀδύνατον νὰ εἰποῦν ὅτι ἡ θεραπεία ἔγινε κατ᾽ ἄλλον τρόπον. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάστασίν του ἀνιστᾶ μὲ τὸν λόγον του· Δὲν ἀπέ- θανε ἡ κόρη, ἀλλὰ κοιμᾶται.

Πολλάκις τὸ κάμει αὐτό. Ὅπως καὶ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐπιτιμᾶ πρῶτον τοὺς μαθητάς, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τώρα διώκει τὴν ταραχὴν ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν παρόντων καὶ φανερώνει ὅτι τοῦ ἦτο εὔκολον νὰ σηκώνη τοὺς νεκρούς.
Τὸ ἴδιον δὲν ἔκαμε εἰς τὸν Λάζαρον λέγοντας ὅτι ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας ἐκοιμήθη; Ἀλλὰ ἐδίδασκε συγχρόνως νὰ μὴ φοβούμεθα τὸν θάνατον. Διότι αὐτὸς δὲν ἦτο, μόνον εἶχε καταντήσει ὕπνος.
Ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ ἀποθάνη καὶ ὁ ἴδιος προετοίμαζε τοὺς μαθητάς του εἰς τὰ σώματα τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ὑποφέρουν τὸ τέλος του μὲ ἠρεμία. «Καὶ γὰρ αὐτοῦ παραγενομένου λοιπὸν ὕπνος ὁ θάνατος ἦν».
Ὡστόσο τὸν περιγελοῦσαν. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἐθύμωσε, ποὺ δὲν τὸν ἐπίστευαν δι᾽ ὅσα ἐπρόκειτο ἐντὸς ὀλίγουν νὰ θαυματουργήση. Οὔτε τοὺς ἐμάλωσε διὰ τὸ γέλιο τους, ὥστε καὶ αὐτὸ καὶ οἱ αὐλοὶ καὶ τὰ κύμβαλα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, νὰ γίνουν ἀπόδειξις τοῦ θανάτου.

Ἐπειδὴ πολλάκις μετὰ τὰ θαύματά Του οἱ ἄνθρωποι δυσπιστοῦν, τοὺς προλαμβάνει μὲ τὶς ἴδιες τὶς ἀπαντήσεις τους. Ὅπως ἔγινε καὶ εἰς τὸν Λάζαρον καὶ εἰς τὸν Μωϋσέα. Τί κρατᾶς εἰς τὸ χέρι σου; εἶπε στὸ Μωϋσῆ (Ἐξ. δ´ 4).
Διὰ νὰ μὴ λησμονήση, ὅταν ἰδῆ νὰ μετατρέπεται σὲ φίδι ὅτι ἦτο πρῶτα ραβδί. Καὶ εἰς τὸν Λάζαρον ἐρωτᾶ: Ποῦ τὸν ἔχετε θάψει; Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; Διά νὰ τοῦ εἰποῦν «Ἔρχου καὶ ἴδε, ὄζει, τεταρταῖος γάρ ἐστι» καὶ νὰ μὴ μποροῦν νὰ ἀρνηθοῦν ὅτι ἀνέστησε νεκρόν.
Ὅταν εἶδε λοιπὸν τὰ κύμβαλα καὶ τὸν κόσμον, τοὺς βγάζει ὅλους ἔξω καὶ μόνον μπροστὰ εἰς τοὺς γονεῖς θαυματουργεῖ.
Δὲν τῆς βάζει ἄλλην ψυχήν, ἀλλὰ τὴν ἴδια, ποὺ βγῆκε ἐπαναφέρει καὶ σὰν ἀπὸ ὕπνο τὴν ξυπνᾶ. Καὶ τὴν κρατεῖ ἀπὸ τὸ χέρι πληροφορῶν τοὺς βλέποντας, ὥστε μὲ ὅτι ἔβλεπαν νὰ τοὺς προετοιμάση, διὰ νὰ πιστεύσουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.
Ὁ πατέρας ἔλεγε: Βάλε ἐπάνω τὸ χέρι σου. Αὐτὸς κάμνει κάτι περισσότερον· δὲν τὸ βάζει μόνον ἐπάνω της, ἀλλὰ τὴν κρατᾶ καὶ τὴν σηκώνει δείχνοντας ὅτι τὸν ὑπακούουν τὰ πάντα. Καὶ δὲν τὴν σηκώνει μόνον, προστάζει νὰ τῆς δώσουν καὶ τροφή, διὰ νὰ μὴ νομίσουν ὅτι εἶναι φανατασία ὅ,τι ἔγινε.  Καὶ δὲν τῆς δίδει ὁ ἴδιος, ἀλλὰ προστάζει ἐκείνους. Ὅπως εἶπε καὶ εἰς τὸν Λάζαρον «Λύσατέ τον καὶ ἀφῆστέ τον νὰ περπατήση», κι ἔπειτα τὸν ἐπῆρε μαζί Του εἰς τὸ τραπέζι.

Συνήθως φροντίζει καὶ τὰ δύο. Καὶ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως, κάμει μὲ κάθε ἀκρίβεια τὴν ἀπόδειξιν. Σεῖς ὅμως μὴ βλέπετε τὴν ἀνάστασιν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγγελίαν νὰ μὴ ἀνακοινώσουν τίποτε σὲ κανένα.
Κι ἀπʼ ὅλα αὐτὸ προπάντων διδάξου τὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τὴν σοβαρότητα. Ἂν ἔβγαλε τότε ἐκείνους ἔξω, πολὺ περισσότερο θὰ τὸ κάμη τώρα. Τότε δὲν ἦτο φανερὸν ὅτι ὁ θάνατος εἶχε γίνει ὕπνος. Τώρα εἶναι ἡλίου φανερώτερον.
Κανεὶς λοιπὸν ἂς μὴ θρηνῆ, κι ἂς μὴ διαβάλη τὸ κατόρθωμα τοῦ Χριστοῦ. Διατὶ ἐνίκησε τὸν θάνατο. Τί θρηνεῖς ἄδικα; Τὸ πρᾶγμα ἔγινε ὕπνος. Διατὶ ὀδύρεσαι καὶ κλαῖς; (Λόγος Ἀναστάσεως Κατηχητικός).
Ἐπίλογος 

Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἀπομακρύνει τὴν ἁμαρτίαν, ἡ ὁποία καὶ τὸν εἰσήγαγε εἰς τὸν κόσμον καὶ προσανατολίζει ὀρθὰ τὴν ζωήν. «Οὐδεὶς μνήμην θανάτου ἐγνωκὼς δυνήσεται ἁμαρτῆσαι ποτὲ» (Ἅ - γιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος).
«Ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου μιμνήσκου τὰ ἔσχατά σου καὶ εἰς τὸν αἰῶνα οὐχ ἁμαρτήσει» (Ἁγ. Γραφή). «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον».
Ὁ πιστεύων εἰς τὸν Χριστὸν «κἂν ἀποθάνη ζήσεται. Ὁ πιστὸς οὐ μὴ ἀποθάνη εἰς τὸν αἰῶνα». Ὁ πιστὸς φοβεῖται μόνον τὸν πνευματικὸν θάνατον, τὴν ἀπομά- κρυνσιν ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἄνευ αὐτοῦ ὁ θάνατος τῆς σαρκὸς ἀποστερεῖται τῆς τραγικότητός του.
«Ὁ γὰρ τοῦτον (δηλαδὴ τὸν θάνατον τῆς ψυχῆς) φοβηθεὶς καὶ φυλαξάμενος, σαρκὸς οὐ δείσει προσερχόμενον θάνατον, ἔνοικον ἔχων τὴν ὄντως ζωὴν ἥτις τῷ θανάτῳ μᾶλλον προσκτᾶται τὸ ἀναφαίρετον» (Ἁγ. Γρηγ. Παλαμᾶς πρὸς Ξένην).

Ἔτσι ὁ θάνατος χάνει τὴν τραγικότητά του καὶ γίνεται γέφυρα μετάγουσα «ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστε- ρα καὶ ἀνάπαυσις καὶ χαρὰ» (Β´ εὐχὴ γ´ γονυκλισίας τῆς Πεντηκοστῆς). Ἰδοὺ διατὶ πολλοὶ ἀσκηταὶ καὶ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ ἀναμένουν τὸν θάνατον μετὰ χαρᾶς καὶ λησμονοῦν τὰς τραγικὰς συνεπείας του.

Ὁ Χριστὸς διὰ τοῦ θανάτου του ἐνίκησε τὸν θάνατον καὶ διὰ τῆς ἀναστάσεώς του ἠλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπον καὶ ἤνοιξε εἰς αὐτὸν τὴν πύλην τῆς αἰωνίου ζωῆς. «Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν». Ὁ Χριστιανὸς δὲν φοβεῖται νὰ ἀποθάνη, ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι δὲν θὰ ἀποθάνη. Δὲν φοβεῖται τὸν θάνατον, διότι ἤδη κατέστη νικητὴς αὐτοῦ ἐν Χριστῷ.
Βεβαίως δὲν παύει νὰ τελῆ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ κινδυνεύει νὰ χάση τὴν θείαν ζωήν. Διὰ τοῦτο καλεῖται νὰ γρηγορῇ καὶ νὰ νήφῃ.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ Λ0ΥΚΑ


Λκ η΄ 41-56


«Πορεύου εν ειρήνη»


ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟ αγαθό, ωραιότερο πράγμα από την ειρήνη. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, εξυμνώντας σε μια ομιλία του την ειρήνη, αναφωνεί: «Ειρήνη φίλη, το γλυκύ και πράγμα και όνομα…Ειρήνη το εμόν μελέτημα και καλλώπισμα…Ειρήνη φίλη, το παρά πάντων μεν επαινούμενον αγαθόν, υπ’ ολίγων δε φυλασσόμενον..».

Πράγματι! Όλοι οι άνθρωποι εξυμνούμε την ειρήν, όλοι θέλουμε να επικρατεί γύρω μας, στον κόσμο ολόκληρο, η ειρήνη. Ωστόσο, δεν εργαζόμαστε πάντοτε για την επικράτηση της. Και όχι μόνο αυτό. Συχνά και πολλοί αντί για την ειρήνη υπηρετούμε τις συγκρούσεις, τις αντιπαραθέσεις, την αναστάτωση, τον πόλεμο! Ανάμεσα στους ανθρώπους. Ανάμεσα στις οικογένειες. Ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ανάμεσα στους λαούς!

Ο Κύριος μακαρίζει τους ειρηνοποιούς (Ματθ. 5,9). Και συχνά ομιλεί για το αγαθό της ειρήνης. Αυτό κάνει και στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε. Αποτείνεται προς την αιμοροούσα γυναίκα, που λίγο πριν είχε θεραπευτεί από την χρόνια αρρώστια της, όταν «προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού». Της ζητά να έχει θάρρος και της απευθύνεται την ευχή-ευλογία: «Πορεύου εις ειρήνην». Ο Κύριος δηλαδή εύχεται η ζωή αυτής της γυναίκας να κυλά ειρηνικά. Η ειρήνη του Θεού να αποτελεί τον αχώριστο σύντροφο της.

Την ειρήνη του Θεού προσφέρει ο Χριστός και σ’ όλους εμάς τους μαθητές Του. Η διαβεβαίωση που δίνει στους Δώδεκα, λίγο πριν από το σταυρικό Του Πάθος, ισχύει και για μας: «ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιω,14, 27). Γι’ αυτό και οι χριστιανοί κάθε φορά που συναθροιζόμαστε για να λατρεύσουμε τον Κύριο, ένα από τα πιο βασικά αιτήματα που του απευθύνουμε είναι να μας δώσει ειρήνη: «Ειρήνη τω κόσμω σου δώρησαι»! Συναγμένοι όλοι οι πιστοί τον παρακαλούμε «εν ειρήνη». Και λαμβάνοντες «άνωθεν» την ευλογία της ειρήνης αποχωρούμε «εν ειρήνη» από τις συνάξεις μας. Τι να σημαίνει τούτο άραγε; Ότι η ζωή μας ως χριστιανών πρέπει να είναι ειρηνική. Η ειρήνη του Θεού να αποτελεί το σταθερό πλαίσιο της. Η πορεία και η παρουσία μας ως μαθητών του Χριστού μέσα στον κόσμο να είναι παρουσία κατ’ εξοχήν ειρηνευμένων ανθρώπων.

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΙΝΑΙ πράγματι ένας ειρηνικός άνθρωπος, όταν είναι ειρηνευμένος και συμφιλιωμένος με τον ίδιο τον Θεό. Χωρίς τον Θεό, μακριά από τον Ιησού Χριστό, δεν υπάρχει ειρήνη. Ο άνθρωπος αδυνατεί να ειρηνεύσει. Ειρηνεύουμε όταν πιστεύουμε στον Θεό και ακολουθούμε το θέλημα Του. Ειρηνεύουμε όταν μέσα μας κατοικεί ο Χριστός, διότι η ειρήνη του χριστιανού τελικά είναι ο ίδιος ο Κϋριος, καθώς γράφει ο απόστολος Παύλος: «Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών» (Εφ. 2,14). Γι’ αυτό ακριβώς και ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει ότι «ο ζητών ειρήνην, Χριστόν εκζητεί, ότι αυτός εστιν η ειρήνη». Ειρηνεύουμε όταν αγωνιζόμαστε εναντίον του πονηρού. «Αν τω διαβόλω πολεμώμεν», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ειρηνεύομεν τω Θεώ».

Καθώς διδάσκει ο απόστολος Παύλος, η ειρήνη στη βαθύτερη υπόσταση της αποτελεί καρπόν του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22). Και αποδίδουμε αυτόν τον καρπό όταν μέσα μας κατοικεί το πνεύμα του Θεού. Αλλά προϋπόθεση της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα μας είναι η αφοσίωση και η υπακοή μας στο νόμο του Θεού. Και όταν αυτό γίνεται, τότε έρχεται και η ειρήνη: «Ειρήνη πολλή τοις αγαπώσι τον νόμον σου, Κύριε» (Ψαλ. 118,165). Δηλαδή, ειρήνη πολλή βασιλεύει στην καρδιά εκείνων που αγαπούν και τηρούν τον νόμο του Κυρίου. Πολύ σοφά και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι η ειρήνη πηγάζει από την γνώση του αληθινού Θεού και από την απόκτηση της αρετής: «Ουδέν γαρ ούτως ποιείν είωθεν, ως η του Θεού γνώσις, και η της αρετής κτήσις».

ΩΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ οφείλουμε – όσο γίνεται, όσο εξαρτάται από μας – να ειρηνεύουμε με όλους τους ανθρώπους (Ρωμ. 12, 18). Πορεύομαι εν ειρήνη σημαίνει ότι επιδιώκω να έχω ειρηνικές σχέσεις με τους άλλους, ότι προσπαθώ να συμπεριφέρομαι σε κάθε περίσταση με τρόπο ειρηνικό. Ειρηνικοί στο σπίτι μας. Μέσα στην οικογένεια μας. Ειρηνικοί στο χώρο της εργασίας μας. Ειρηνικοί στις κοινωνικές μας συναναστροφές. «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων» μας συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος (Εβρ. 12, 14).

Όμως ας μην το θεωρούμε ευκολοκατόρθωτο πράγμα. Χωρίς ειλικρινή αγάπη στην καρδιά, χωρίς ανεκτικότητα προς τους άλλους, ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει. Η ειρήνη στις διαπροσωπικές σχέσεις προϋποθέτει πολλήν αυταπάρνηση. Απαιτεί να εμφορούμαστε από πνεύμα θυσίας. Και αν βλέπουμε σήμερα να απουσιάζει από τις σχέσεις καιτη συμπεριφορά πολλών ανθρώπων η ειρήνη, αυτό οφείλεται στη φιλαυτία και τον εγωισμό που φωλιάζει στην καρδιά μας.

Η ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΝ είναι μια εξωτερική κατάσταση, είναι προπάντων κατάσταση εσωτερική, υπόθεση της καρδιάς του ανθρώπου. Και όταν η καρδιά μας ειρηνεύει, τότε η ειρήνη σφραγίζει και την εξωτερική μας συμπεριφορά. Διαποτίζει και τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Γι’ αυτό και βασική επιδίωξη μας θα πρέπει να είναι η ειρήνευση της καρδιάς, η ειρήνευση των λογισμών μας. Διότι όταν αφήνουμε τα πάθη να συνταράζουν την καρδιά, όπως τα αφρισμένα κύματα στη θάλασσα, όταν επιτρέπουμε οι ακάθαρτοι λογισμοί να αναστατώνουν τον νου, τότε μέσα μας δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη.

Μισούμε; Η καρδιά ταράζεται από το μίσος. Θυμώνουμε; Ο θυμός διώχνει από μέσα μας την ειρήνη. Κατακρίνουμε; Η κατάκριση αναστατώνει το λογισμό. Υποκύπτουμε στη φιληδονία; Αναταράζονται οι εμπαθείς επιθυμίες και επαναστατεί η σάρκα. Η ειρήνη, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, προϋποθέτει «την κατά των παθών δεσποτείαν», δηλαδή την υπερνίκηση των διαφόρων παθών. Και όπως γράφει ένας άλλος από τους πνευματικούς διδασκάλους μας, «η ειρήνη του Χριστού δεν μας παρακινεί να ειρηνεύσουμε με τους άλλους μόνο, αλλά και με τον εαυτό μας, ώστε η σάρκα να μην επαναστατεί εναντίον της ψυχής». Ο απόστολος Παύλος παρομοιάζει την ειρήνη με φρουρό. Και γράφοντας προς τους χριστιανούς των Φιλίππων εύχεται η ειρήνη του Θεού να φρουρεί τις καρδιές μας (Φιλ. 4, 7).

* * *
Αδελφοί μου,

Καθημερινά όλοι μας διαπιστώνουμε τη ζουγκλοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Όλοι μας επισημαίνουμε την απουσία της ειρήνης και της αλληλοκατανόησης στη συμπεριφορά των περισσοτέρων.

Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνει; Είναι απλό, και μας το υποδεικνύει σήμερα ο λόγος του Κυρίου: Να πορευόμαστε εν ειρήνη. Να ειρηνεύουμε μεταξύ μας. Η ειρήνη του Θεού να βασιλεύει στην καρδιά μας και να διέπει τη συμπεριφορά μας.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Κυριακή Ζ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. η΄41-56)
 
28 Ὀκτωβρίου 2012
 
Δυό μεγάλα θαύματα τοῦ Κυρίου μας μᾶς παρουσιάζει, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τό σημερινόν Ἱερόν Εὐαγγέλιο. Τήν θεραπεία τῆς αἱμορροούσης γυναίκας καί τήν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου.
Νά δοῦμε τό ἱερό κείμενο. Μιά μέρα ὁ ἀρχισυνάγωγος - ὁ ἄρχων τῆς Ἰουδαϊκῆς συναγωγῆς - ἦλθε ἀνήσυχος στόν Κύριο. Ἔπεσε στά πόδια του καί τοῦ λέγει: «Κύριε, σέ παρακαλῶ, ἔλα στό σπίτι μου. Τό κορίτσι μου, τό μονάκριβο, κινδυνεύει νά πεθάνη. Καί, ἐνῶ ὁ Κύριος ξεκίνησε, γιά νά πάη, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων Τόν εἶχε περισφύξει καί Τόν συνέθλιβε. Τήν στιγμή ἐκείνη πλησίασε καί μιά γυναῖκα, πού δώδεκα χρόνια εἶχε αἱμορραγία καί κανείς γιατρός δέν μποροῦσε νά τήν κάνη καλά. Πλησίασε τόν Χριστό, γιατί μόνο σ’ Αὐτόν εἶχε στηρίξει τίς ἐλπίδες της. Τόν πλησίασε σιγά-σιγά. Παρακολουθῆστε τίς κινήσεις της. Δέν ἁπλώνει μέ θάρρος, μέ ὁρμή τό χέρι της, γιά νά ἀκουμπήση κάπου τόν Κύριο, ὄχι. Δέν θεωρεῖ τόν ἑαυτό της ἄξιο. Σκύβει ταπεινά καί ἀκουμπάει τήν ἄκρη - ἄκρη τοῦ φορέματος Του καί μόνο γιά μιά στιγμή. Αὐτό ὅμως τό στιγμιαῖο ἄγγιγμα ἔφερε τό ἀποτέλεσμα καί τοῦτο γιατί ἔγινε μέ πίστι ἀκράδαντη. Ἀμέσως, λέγει τό Ἱερόν Εὐαγγέλιο, σταμάτησε ἡ αἱμορραγία. Ἡ γυναῖκα θεραπεύτηκε. Τώρα ὁ Κύριος σταματᾶ καί ἐρωτᾶ ποιός Τόν ἀκούμπησε. Ὁ Κύριος ἐπιμένει. Ἡ γυναῖκα διστάζει νά μιλήση. Οἱ ἄλλοι Τοῦ λένε: «Ἐδῶ Σέ συνθλίβουν καί  Ἐσύ λές κάποιος Σέ ἀκούμπησε!». Ὁ Κύριος ἐπιμένει: «Ἐγώ γάρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ». Τότε ἡ γυναῖκα παρουσιάστηκε καί μέ φόβο καί εὐλάβεια πέφτει στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί διηγεῖται ὅλα ὅσα ἔγιναν. Ὁ Κύριος τῆς λέγει: «Ἔχε θάρρος, κόρη μου. Χάρη στήν πίστη σου θεραπεύτηκες. Πήγαινε στό καλό, εἰρηνική καί  εὐλογημένη!».
Ἐνῶ, ὅμως, ἔλεγε τά λόγια αὐτά ὁ Κύριος, ἦλθε κάποιος ἀπό τό σπίτι τοῦ Ἰαείρου καί τοῦ ἀναγγέλλει, ὅτι ἡ κόρη του πέθανε καί δέν χρειάζεται νά μπῆ σέ κόπο ὁ Διδάσκαλος. Ὁ Κύριος ὅμως τοῦ δίνει θάρρος. «Μή φοβᾶσαι, τοῦ λέγει, μόνο πίστευε καί ἡ κόρη σου θά σωθῆ. Συνέχισαν τόν δρόμο καί, ὅταν ἔφθασαν στό σπίτι τοῦ Ἰαείρου, βρῆκαν τούς συγγενεῖς καί τούς οἰκιακούς νά μοιρολογοῦν καί νά χτυπιῶνται ἀπό τόν πόνο τους. Τότε ὁ Κύριος διέταξε νά βγοῦν ὅλοι ἀπό τό δωμάτιο τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ καί κράτησε μέσα μόνο τούς γονεῖς καί τούς τρεῖς μαθητές Του τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη. Πλησίασε, στή συνέχεια, τό νεκρό κορίτσι, τό ἔπιασε ἀπό τό χέρι καί φώναξε: «Κόρη, σήκω πάνω». Ἀμέσως, τό παιδί σηκώθηκε καί ὁ Κύριος τό παρέδωσε στούς δικούς του, ἀφοῦ παρήγγειλε νά μή ποῦν τό γεγονός σέ κανένα.
Σήμερα, θά πρέπει νά μᾶς διδάξουν πολύ τά δύο γεγονότα – τά δύο θαύματα. Ἀφ’ ἑνός ἡ στάση τῆς αἱμοροούσας γυναίκας ἀπέναντι στόν Κύριό μας, ἀφ’ ἑτέρου δέ τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου. Ἡ γυναῖκα πλησίασε μέ πολύ δέος καί, μόλις – μόλις, ἔπιασε τήν ἄκρη τοῦ ἰματίου τοῦ Κυρίου καί, στή συνέχεια, ἔπεσε στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί ὁ Ἰάειρος ἔδειξε ἀνάλογα αἰσθήματα ἀπέναντι στό Χριστό. Μέ λεπτή εὐγένεια Τόν παρεκάλεσε. Ἀκόμα αὐτός ὁ ἄρχων τῆς συναγωγῆς ἔπεσε στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά τί θέλουν νά μᾶς διδάξουν; Τόν σεβασμό καί τήν προσοχή, πού πρέπει νά ἔχωμε, ὅταν μέ τήν προσευχή, τήν λατρεία, τά Ἅγια Μυστήρια ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Χριστό μας.
Ἰδιαίτερα, πρέπει νά προσέχωμε, ὅταν μπαίνωμε στό ἱερό τοῦ Ναοῦ. Μερικοί μπαίνουν μέ ψυχρή καρδιά. Ξεχνοῦν ποῦ μπαίνουν, ξεχνοῦν, ὅτι πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα ὑπάρχει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί μόλις μποῦν, χαιρετοῦν, γελοῦν, ἀστειεύονται, θορυβοῦν, σάν νά εἶναι στό δρόμο. Ἄλλοι προχωροῦν νά κοινωνήσουν μέ σπρωξιές καί ἄλλοι μέ ἄλλες ἀσέβειες. Δέν θά ποῦμε γιά τό τί γίνεται κατά τήν διάρκεια τῆς τελέσεως τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, τοῦ Βαπτίσματος ἤ τοῦ Γάμου. Γιατί γίνονται ὅλα αὐτά; Γιατί λείπει ἀπό μέσα μας ὁ σεβασμός καί ἡ εὐλάβεια.
Ἀδελφοί μου! Ἄς ἐπαναλάβωμε τό παράγγελμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας: «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου». Αὐτό τό παράγγελμα νά ἐφαρμόσωμε μέ τή δύναμη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ.          Γένοιτο!

http://www.imchiou.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=632:-28-2012-&catid=65:2012-02-03-19-13-26&Itemid=97

Η πίστη Νικά. Κυριακή Ζ΄ Λουκά. Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

«Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε… Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε» (Λουκ. 8,48,50)

Χωρὶς Θεό, ἀγαπητοί μου, δὲ ζῇ ὁ ἄνθρω­πος. Καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἔθνος καὶ λαὸς ποὺ νὰ μὴ πιστεύῃ στὸ Θεό.
Ὑπάρχουν πολλὲς θρησκεῖες. Ἀλλ᾽ ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ποιά ἀπ᾽ ὅλες εἶνε ἡ ἀληθινή, ποιά ἀνταποκρίνεται στὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀπαντῶ· ἡ θρησκεία ποὺ ἔχου­με ἐ­μεῖς, ἡ Ὀρ­θόδοξος Ἐκκλησία.
Καὶ εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή, γιατὶ αὐτὸς ποὺ τὴν ἵδρυσε δὲν εἶνε ἕνας ἄν­θρωπος ἁπλῶς, ὅπως ὁ Μωάμεθ ποὺ ἵδρυσε τὴ θρησκεία τῶν Τούρκων ἢ ὅ­πως ὁ Βούδδας ποὺ ἵδρυσε τὴ θρησκεία τῶν Ἰνδῶν, δὲν εἶνε ἕ­νας φιλόσοφος ἢ ἄλλος μεγάλος ἄνδρας τῆς ἱστορίας.
Ὁ Χριστός, ποὺ ἵ­δρυσε τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶνε Θεός. Αὐ­τὴ εἶνε ἡ ῥίζα καὶ τὸ θεμέλιο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Γι᾽ αὐ­τὸ καμμία δύναμι στὸν κόσμο δὲ θὰ μπορέ­σῃ ποτὲ νὰ γκρεμίσῃ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Κι ἂν ἐμεῖς τὸ ἀρνηθοῦ­με, καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ φωνάξουν ὅτι «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).
Θὰ πῇς· Μὰ ἐγὼ σήμε­ρα θέλω ἀποδείξεις. Ὑ­πάρχουν ἀποδείξεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός;
Ὑπάρχουν πλῆθος ἀποδείξεις. Καὶ πρὶν ἀπ᾽ ὅλα τὰ θαύματά του, ποὺ ποτέ δὲν σταμάτησαν. Μετρᾷς τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης, τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὰ φύλλα τῶν δασῶν; Ἄλλο τό­σο μπορεῖ κανεὶς νὰ μετρήσῃ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν
Ἰησοῦς Χριστός.
Δύο θαύματα διηγεῖται τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὸ ἕνα εἶνε μεγαλύτερο, τὸ ἄλλο μικρό­τερο. Ποιά εἶνε αὐτά;
* * *
Ὁ Χριστὸς πῆγε σὲ μιὰ πόλι. Μόλις τό ᾽μα­θε ὁ κόσμος, αὐθορμήτως σχημάτισε δια­δήλωσι· λαὸς πολὺς βγῆκε νὰ τὸν ὑποδε­χθῇ. Καθὼς περπατοῦσε ὁ Χριστός, ἦρθε ἕ­νας, ἔ­πεσε μπρούμυτα μπροστά του καὶ μὲ δά­κρυα στὰ μάτια τὸν παρακαλοῦσε. Δὲν ἦ­ταν φτω­χὸς ζητιάνος· ἦταν ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος. Ἦ­ταν πλούσιος, ἀλλὰ δυστυχισμένος. Μὲ τὰ λε­φτά, βλέπετε, ἀ­γοράζεις τὰ πάντα, ἕνα δὲν ἀ­γοράζεις· τὴν εὐ­τυχία. Καὶ αὐτὸς ἦ­ταν δυστυ­χισμένος, διότι μέσ᾽ στὸ σπίτι του συνέβη κακό.
Τὸ μονάκριβο κορίτσι του ἀρρώ­στησε, ἔπεσε στὸ κρεβάτι· καί, μολονότι ξώδε­ψε πολλὰ γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσῃ, δὲν κατώρ­θωσε τίποτε. Ἀ­πὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ κορίτσι πέθαινε. Ἀπελπισμένος βγῆκε στοὺς δρόμους. Πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἔρθῃ στὸ σπίτι του. Ὁ Χριστὸς δέχθηκε. Ἀλλ᾽ ἐν­ῷ προχωροῦσαν γιὰ τὸ σπίτι, ἔρχεται ἀπὸ ᾽κεῖ ἕνας ὑπηρέτης τοῦ Ἰαείρου καὶ τοῦ λέει· Τὸ κορίτσι σου πέθανε, μὴν ἐνοχλεῖς πιὰ τὸν διδάσκαλο. Ὁ Χριστός, ποὺ τ᾽ ἄκουσε, στρέφεται στὸν πατέρα καὶ λέει· Μὴ φοβᾶσαι· μόνο πίστευε, καὶ θὰ σωθῇ.
Ἔτσι ἔφθασαν ἔξω ἀπ᾽ τὸ σπίτι. Μέσα τὸ κορίτσι ἦταν πλέον νεκρό. Φίλοι, συγγενεῖς, γείτονες εἶχαν μαζευτῆ καὶ ἔκλαιγαν. Ὁ Χριστὸς εἶπε· «Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλ­λὰ κοι­μᾶται» (Λουκ. 8,52). Ἄρχισαν νὰ τὸν περιγελοῦν· ὅπως καὶ τώρα κοροϊδεύουν κά­θε παπᾶ – δεσπότη – ἱεροκήρυκα ἅμα λέῃ τὰ σωστά. Ἡ κοινωνία παραμένει ἴδια πάντα. Κορόιδευαν τὸ Χριστό· Ἄκου λέει «κοιμᾶται»! Ἀφοῦ τὸ κορί­τσι εἶνε νεκρό, τί ἦρθε αὐτὸς ἐδῶ νὰ μᾶς πῇ;…
Ἤξερε ὅμως ὁ Χριστὸς τί ἔλεγε.
Ὅπως εἶπε καὶ κάποιος ἅγιος διδάσκαλος, ὁ ὕπνος, ποὺ κοιμούμεθα κάθε μέρα, εἶνε ἕ­νας μικρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος ἕνας μεγάλος ὕπνος. Κάθε βράδυ ποὺ κοιμούμεθα πεθαίνουμε. Ἂν τὸ σκεφθοῦμε καλὰ – καλά, κανείς δὲ θὰ κοιμηθῇ. Ἕνα μυστήριο εἶνε κι ὁ ὕπνος· δὲ μποροῦν νὰ τὸ ἐξηγήσουν καὶ μεγάλοι ἐπιστήμονες. Κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐν μέρει νεκρώνεται. Δὲ βλέπει, δὲν ἀκούει – ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὄνειρα ποὺ φανερώνουν ὅτι ἔ­χει μεταφυσικὴ προέλευσι, πέραν τοῦ κόσμου τούτου. Κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, νεκρὸς εἶνε· τὸ πρωὶ γίνεται ἀνάστασις. Ὅπως λοιπὸν αὐ­τὸς ποὺ κοιμᾶται θὰ ξυπνήσῃ, ἔτσι κι αὐτοὺς πού ᾽νε μέσ᾽ στὰ μνήματα ―αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας― θὰ τοὺς σηκώσῃ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστὸς τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔπιασε τὸ χέρι τῆς νεκρᾶς καὶ φώναξε· Παιδί μου, σή­κω. Καὶ ἀμέσως τὸ νεκρὸ κορίτσι σηκώθηκε ὄρθιο. Μὲ ὅση εὐκολία ἡ μάνα ξυπνάει τὸ παιδί, ἔτσι ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ νεκρὸ κορίτσι. Ἦταν ἕνα θαῦμα, ποὺ τὸ εἶδαν καὶ θαύμασαν ὅλοι. Μὲ τὸ θαῦμα αὐτὸ ὁ Χριστὸς ἀπέδειξε ὅτι εἶνε Θεός, Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν.
Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ μεγάλο, ἔκανε κ᾽ ἕνα ἄλλο μικρότερο. Στὴν πόλι ἐκείνη ζοῦσε μιὰ γυναίκα δυστυχισμένη. Ἦταν ἄρ­ρωστη δώδεκα χρόνια. Ἔπασχε ἀπὸ γυναι­κεία πάθησι· εἶχε αἱμορραγία, ποὺ τὴν εἶχε στραγγίσει, τὴν εἶχε ἀφήσει πετσὶ καὶ κόκκαλο. Πῆγε σὲ γιατρούς, ξώδεψε μιὰ περιουσία, πῆ­ρε βότανα καὶ φάρμακα, ὅλα τὰ χρησιμοποίησε, μὰ τίποτα.
Ἀπελπισμένη περίμενε τὸ θάνατο. Τώρα ὅμως, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦρθε ὁ Χρι­στός, ξεκίνησε νὰ πάῃ νὰ τὸν συναντήσῃ μὲ τὴν πεποίθησι «Αὐτὸς θὰ μὲ κάνῃ καλά!». Δυσκολεύτηκε νὰ βρεθῇ κοντά του ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο· μῆλο νά ᾽ρριχνες δὲν ἔπεφτε κάτω. Μὲ μεγάλο ἀγῶνα κατώρθωσε νὰ πλησιάσῃ ἀπὸ πίσω τὸ Χριστὸ καὶ ν᾽ ἀγγίξη τὴν ἄκρη τοῦ φορέματός του! Καὶ πράγματι, μόλις τὸ ἄγγιξε ―ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε―, ἀμέσως ἔγινε καλά· ἡ αἱμορραγία σταμάτησε.
Τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν τό ᾽ξερε κανένας· μόνο αὐτὴ κι ὁ Χριστός. Γιατὶ ὑπάρχουν καὶ κρυφὰ θαύματα στὴ ζωή μας, κι αὐτὰ ἴσως εἶνε τὰ πιὸ πολλά.
Ὁ Χριστὸς ρωτάει·
―Ποιός μὲ ἄγ­γιξε;
Ὁ Πέτρος λέει·
―Μά, Κύριε, ὁ κόσμος ὅλος σὲ ἀγγίζει καὶ σὲ πιέζει, καὶ ρωτᾷς ποιός σὲ ἄγγιξε;
―Ὄχι, λέει ὁ Χριστός, κάποιος μ᾽ ἄγγιξε· ἕνα ἄλλο ἄγγιγμα ἦταν αὐτό, ἐγὼ ἔ­νιωσα ὅτι βγῆκε δύναμις ἀπὸ μένα. Τότε ἡ γυναίκα, τρέμοντας, ἀναγκάστηκε νὰ παρουσι­αστῇ. Ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ εἶπε μπροστὰ σὲ ὅλους·
―Χριστέ, συχώρεσέ με· ἐγὼ εἶμαι ἡ ἁμαρτωλὴ ποὺ τόλμησα ν᾽ ἀγγίξω μὲ τὰ δάχτυλά μου τὸ χιτῶνα σου· ἔπασχα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀσθένεια, καὶ τώρα ἔγινα καλά. Κι ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε·
―«Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην»· ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε, βάδιζε ἥσυχη τὸ δρόμο σου (ἔ.ἀ. 8,48).
* * *
Αὐτά, ἀγαπητοί μου, διηγεῖται τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, ποὺ πιστοποιοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Παρατηροῦμε ὅτι καὶ οἱ δύο, καὶ ὁ Ἰάει­ρος καὶ ἡ αἱμορροοῦσα, πίστευαν. Ἀπαραίτητη δηλαδὴ προϋπόθεσις τοῦ θαύματος εἶνε ἡ πίστις· γιὰ νὰ γίνῃ θαῦμα, χρειάζεται πίστις.
Ὁ Χριστὸς εἶνε καὶ σήμερα ὁ ἴδιος ποὺ ἦ­ταν ὅταν ζοῦ­σε ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ὁ ἴδιος θὰ μεί­νῃ «εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8). Ὅπως τότε ἔ­κανε τὰ θαύματα ποὺ ἀ­κούσαμε, ἔτσι καὶ σήμερα κάνει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνουν θαύματα πρέπει νὰ πιστεύουμε. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἐμεῖς πιστεύουμε, ἔχουμε αὐτὴ τὴν πίστι;
Ἡ πίστις δὲν εἶνε κάτι κρυφό. Εἶ­νε ὅπως ὁ ἔ­ρωτας. Ἕνας ποὺ ἀγαπάει ἕνα κο­ρίτσι τὸ δεί­χνει· μὲ βλέμματα, μὲ γράμματα, μὲ αἰσθήματα. Ἔτσι καὶ ἡ πίστις. Πιστεύεις; θὰ τὸ φανερώσῃς. Κάθε δέν­τρο τὸ καταλαβαίνουμε ἀπὸ τὸν καρ­πό (Λουκ. 6,43)· καὶ τὸ δέντρο τῆς πίστεως παράγει καρποὺς στὴν καθημερινὴ ζωή.
Σήμερα ἡ πίστις μένει κρυμμένη, δὲν ἐκδηλώνεται ὅπως ἄλλοτε. Οἱ πρόγονοί μας, π.χ. στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ στὸν Πόντο, πίστευαν. Ὅ­ποιος πήγαινε τότε ἐκεῖ, ἔβλεπε ζωντανὴ πίστι. Βλαστήμια δὲν ἀκουγόταν. Διαζύγιο δὲν ὑπῆρχε. Οἱ οἰκογένειες ἔφερναν παιδιὰ στὸν κόσμο. Νήστευαν Τετάρτη, Παρασκευή, σα­ρακοστές. Ἂν ἔβγαζαν 100 δραχμές, κρατοῦ­σαν 10 καὶ τὶς 90 τὶς ἔδιναν νὰ χτιστοῦν ἐκ­κλησίες καὶ σχολεῖα. Ὅταν χτυποῦσε ἡ καμ­πάνα ―ἢ καὶ χωρὶς καμπάνα, γιατὶ δὲν ἄφηνε ὁ Τοῦρκος― πήγαιναν ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Κι ὅταν θυμιάτιζε ὁ παπᾶς ἢ περνοῦσαν τὰ ἅγια καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, δάκρυζαν.
Εἴδατε σήμερα κανένα δάκρυ; Ἄλλος χασμουριέται, ἄλλος ξύνεται, ἄλλος κοιτάζει τὸ ρολόι του. Ἁμαρτά­νουμε ἔξω· νὰ ἁμαρτάνουμε καὶ μέσα στὴν ἐκ­κλησία; Προτιμότερο νὰ κλείσουν οἱ ἐκκλησίες. Ποῦ καταντήσαμε τώρα! Νὰ προχωρήσω, νὰ ἐλέγξω, νὰ παρουσιάσω τὴν ἀθλιότητα ποὺ ἔχουμε σήμερα; Ἂς μὴ γίνω πικρός…
Ἐλεύθερος εἶνε ὁ καθένας νὰ μὴν πιστεύῃ. Ἀλλὰ θὰ ἔρθῃ ἡ ὥρα τῆς τιμωρίας. Διότι «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. 6,7). Δὲν εἶνε παραμύθι ἡ θρησκεία μας· εἶνε ζωντανή. Ἐὰν εἶνε ψέμα, νὰ πᾶμε μὲ τοὺς ἀθέους καὶ νὰ καταστρέψου­με τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μὴ ζοῦμε μ᾽ ἕνα ψέμα. Ἐὰν ὅμως εἶνε ἀλήθεια ―καὶ εἶνε ἀλήθεια―, ἀπευθύνομαι σ᾽ ἐσᾶς καὶ λέω· Κι ἂν ἄλλοι ἀρ­νηθοῦν τὸ Χριστὸ καὶ χειροκροτήσουν ἀπίστους καὶ ἀθέους, ἐσεῖς μείνετε πιστοὶ καὶ ἀ­φωσιωμένοι σ᾽ αὐτόν· νὰ λατρεύετε πάντα τὸ Χριστό· «ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας»· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Μάταιοι κόποι!
«Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».
 Κυριακή Α΄Λουκᾶ (Λουκ. ε΄  1-11)
Ἦτο δραματικὴ ἡ νύχτα ἐκείνη, ποὺ ἐπέρασν οἱ μετέπειτα μαθηταὶ καὶ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα. Δὲν ἦσαν πρωτόπειροι. Χρόνια τώρα τοὺς εἶχε χτυπήσει ἡ ἅλμη τῆς θαλάσσης.  Εἶχαν ζυμωθῆ πιὰ μὲ τὸ ψάρεμα.
Ὅλη, λοιπόν, τὴ νύχτα ἠγρύπνησαν, πάλεψαν. Ἀποτυχία!  Δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι. Ξημέρωσε πλέον.
 Κατάκοποι καὶ πικραμένοι εἶχαν βγάλει τὰ δίκτυα στὴν ἀκρογιαλιά καὶ τὰ ἔπλυναν. Ἔρχεται αἴφνης ὁ Χριστός. Τοὺς παρακαλεῖ νὰ τοῦ προσφέρουν γιὰ λίγο τὸ πλοιάριο.  Θέλει νὰ τὸ κάμῃ ἄμβωνα.
Ὁ κόσμος περιμένει μὲ δίψαν τὸ κήρυγμα.
Ἡ ὁμιλία ἔγινε. Ὁ  Μέγας Ἁλιεὺς τοῦ κόσμου ἔρριψε τὰ πνευματικὰ του δίκτυα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἐκείνην θάλασσαν.
Πολλὲς ψυχὲς εἱλκύσθησαν πάλιν εἰς τὴν σωτηρίαν....
Καὶ ἤδη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Σίμωνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκε καὶ τὸ πλοῖον, καὶ τοῦ λέγει: «Τραβῆξτε τὸ πλοῖον πρὸς τὸ βάθος καὶ ρίξτε ἐκ νέου τὰ δίκτυα γιὰ ψάρεμα».
Μάταιος κόπος, σκέπτονται οἱ θαλασσοδαρμένοι ψαράδες.  Τελείως ἀκατάλληλες οἱ συνθῆκες.  Τὴν ἡμέρα δὲν ψαρεύουν. Ὕστερα τὰ νερὰ ἐδῶ δὲν εἶναι γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά. Δὲν ὑπάρχουν σ’ αὐτὸ τὸ μέρος ψάρια. Ὅμως ἡ προσταγὴ τοῦ Κυρίου ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο τόνο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθοῦν.
Διδάσκαλε, ὅλην τὴν νύκτα ἐκοπιάσαμεν ρίπτοντας τὰ δίκτυα καὶ δὲν ἐπιάσαμε τίποτε. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ διατάσσεις, θὰ ρίψω τὸ  δίκτυον».   Καὶ τὸ ἔκαμε. Σὲ λίγο  τὰ ψάρια ποὺ ἔπιασαν ἦσαν τόσον πολλὰ, ὥστε ἄρχισεν ἀπὸ τὸ βάρος νὰ σχίζεται τὸ δίκτυον. Δυὸ πλοῖα ἐγέμισαν τελείως ἀπὸ ψάρια.  Κατάπληξις!  Καὶ δέος!
Εὔκολα ἀναπηδᾷ, ἀγαπητέ, ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἕνα σοβαρώτατο δίδαγμα. Ὅτι: Χωρὶς τὸν Χριστὸν ὅλες οἱ προσπάθεις εἶναι μάταιες καὶ ἄκαρπες. Ἡ πλήρης ἐπιτυχία εὑρίσκεται μόνον, ὅταν γίνεται μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ.
Ἀγῶνες , ἀγωνίες καὶ ἀγονία.

Θάλασσα ἡ ζωή.  Καὶ ὁ ἄνθρωπος τρέχει μὲ τὴ βάρκα τῶν ὀνείρων του, ζητῶντας τὴν εὐτυχία, τὴν χαρά. Ὅλοι μας ψαράδες ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια. Πόσοι ὅμως βλέπουν μὲ πικρίαν νὰ περνοῦν τὰ χρόνια τῆς ζωῆς των, νὰ κυλοῦν τὰ γεγονότα, καὶ τὰ δίκτυα τῆς εὐτυχίας των νὰ εἶναι ἀδειανά!  Πόσοι, ἀλήθεια!  Ἡ ἑρμηνεία εἶναι, ὅτι συνήθως ἀγωνίζονται στὴ ζωή των μοναχοί. Χωρὶς τὸν Θεόν. Ὅπως οἱ ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ.  Καὶ δοκιμάζουν στοὺς ἀγῶνές των ἄπειρες ἀγωνίες.  Καὶ γίνονται τελικὰ ἄγονοι αὐτοὶ των οἱ ἀγῶνες.
1.Στὴν περίπτωσι τοῦ ἀτόμου.

Ξεκινάει ὁ καθένας μὲ ὁραματισμοὺς καὶ σχέδια. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ πορεία δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη.  Θὰ ὀρθωθοῦν σὲ λίγο οἱ ἀναποδιές, τὰ ἀτυχήματα μὲ τὰ ἀπρόβλεπτα χτυπήματα.  Σπάζει τὸ θάρρος ἡ θύελλα αὐτή.  Θολώνει τὴ σκέψι. Λυγίζει τὰ γόνατα. Ποῦ νὰ βρῇ τώρα τὴ δύναμι νὰ προχωρήσῃ; Ποιὸς θὰ τοῦ πῇ: «Στάσου ὀθρός! Εἶμαι κι’ ἐγὼ κοντά σου!» Εἶναι, βλέπετε, μόνος.  Δὲν θέλησε τὸν Θεὸν συμπαραστάτην. Ἐρείπια συνήθως τὰ σχέδια του.  Νυχτωμένος τραγουδιστὴς μιᾶς ἐλπίδος, ποὺ ἔσβησε.  Νὰ ἡ εἰκόνα τοῦ χθεσινοῦ ὀραματισμοῦ.
Κι’ ἄν νικήσῃ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια, ἔρχονται ἄλλα. Ἀπὸ τοὺς γύρω. Ἀπ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν συμφέρον ἀντίθετο ἀπὸ τὸ ἰδικόν του. Εἶναι πολλοὶ ποὺ δὲν θέλουν τὸ καλό του. Πολλοί.  Καὶ θὰ κάνουν τὸ πᾶν, γιὰ νὰ παρεμποδίσουν τὸ ἔργο του.  Εἰρωνεῖες καὶ πειράγματα καὶ δυσμενὴ σχόλια καὶ χολές.  Δὲν ἔφθασαν αὐτά; Ἐν συνεχείᾳ θὰ ἀρχίσῃ φανερὴ ἀντίδρασις καὶ συκοφαντία καὶ μαχαιριὲς στὴν καρδιά.... Με σύστημα.  Μὲ πρόγραμμα μελετημένο.  Μέχρις ὅτου τὸν παραμερίσουν.
Τοῦ ἐχρειάζετο μιὰ ἀσπίδα.  Δὲν τὴν ἠθέλησε. Ὁ Θεός, «ὁ βοηθὸς καὶ ὁ σωτήρ», ἀπουσιάζει.  Μόνος του ἔτσι ὁ ἀγωνιστής...
Καὶ ἄν κι αὐτὰ τὰ ὑπερπηδήσῃ, ὑψώνεται στὴ συνέχεια ἡ ἁμαρτία, μὲ τὸ γοητευτικὸ της προσωπεῖο, μὲ τὸ πλάνο τραγούδι της.  Εἶναι ρουφήχτρα ἡ ἁμαρτία.  Σκύλλα καὶ Χάρυβδις.  Ἕρχεται μὲ γλυκὸ τρόπο.  Μὲ μαεστρία. Ἀρχίζει ἀπὸ ἁπλὲς ὑποχωρήσεις· προχωρεῖ σὲ ἐνόχους συμβιβασμούς· καταλήγει ἀργότερα σὲ πλήρη ὑποταγὴ τοῦ ὀχυροῦ τῆς ψυχῆς. Ξέφτισμα γενικό.  Ψυχικὸ κουρέλιασμα.  Σκλαβιὰ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν πόθων.  Διαστροφὴ τῶν σκιρτημάτων.  Κόβεται τότε καὶ ἡ ὄρεξις διὰ τὴν ἐργασίαν·  σπάζει ὁ ἐνθουσιασμὸς διὰ τὴν σπουδὴν· ἐγκαταλείπονται τὰ μεγάλα σχέδια.  Κλείνουν οἱ δρόμοι διὰ τὴν κορυφήν. Σκαλώνει στὰ χαμηλὰ ὁ ἑαυτός πλέον.  Δὲν ἀντέχει γιὰ πέταγμα.  Πόσοι νέοι καὶ νέαι μὲ ἱκανότητες καὶ ὄνειρα ἔμειναν στὸ δρόμο!
Στὸ βωμὸ τῆς ἁμαρτίας τὰ ἐθυσίασαν ὅλα. ΟΛΑ!
Καὶ ἦταν φυσικό.  Διότι ὁ ἄνθρωπος δὲ ἔχει τὸν Θεὸν μαζί του, τὴν «βακτηρία» καὶ δυσκολεύεται πάλιν νὰ συντρίψῃ τὸ κακό.  Σκεφθῆτε τί θά γίνῃ χωρὶς αὐτὴν τὴν βοήθεια, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό.  Ἡ βάρκα του θὰ στριφογυρίζῃ διαρκῶς στὰ ἀφρισμένα κύματα, μὲ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ναυαγίου. Καὶ τὸ δίχτυ τῶν ἐλπίδων.... γιὰ πάντα ἀδειανό.
Νὰ τὸ κατάντημα τοῦ ἀτόμου χωρὶς Θεόν!  Τὸ ἔχει βεβαιώσει ἄλλως τε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄5).
Ἀλήθεια ούδέν!
2.Ἄκαρποι οἱ ἀγῶνες καὶ στὴν οἰκογένεια.

Θλιβερὰ ἡ διαπίστωσις αὐτή.  Καὶ ὅμως ἀληθινή.  Θέλετε νὰ πάρωμε μιὰ οἰκογένεια, ποὺ χτίστηκε μὲ ὅλες τὶς ἐλπιδοφόρες κοσμικὲς προϋποθέσεις; Ἔχει χρῆμα, θέσιν κοινωνικήν, ὄνομα, ἀνέσεις, νεότητα, ὄνειρα.... Δὲν ἔχει ὅμως Θεόν.  Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτό, ποὺ θὰ γραφῇ.  Δὲν εἶναι.  Αὐτὸ τὸ σπίτι ὁμοιάζει μὲ οἰκοδόμημα, ποὺ ἔχει στὸ ὑπόγειό του δοχεῖα βενζίνης.  Δὲν χρειάζεται παρὰ ἕνα σπινθὴρ γιὰ νὰ γίνῃ τὸ μεγάλο κακό.... Ἡ ἀνατίναξις!  Γρήγορα θὰ ἔλθουν τὰ πείσματα, οἱ ἐγωϊσμοί, αἱ μικρότητες, οἱ θυμοί, ποὺ θὰ κρατοῦν τὸ στόμα κλεισμένο ἡμέρα ἤ καὶ ἡμέρες ἀκόμη.  Μία σύγκρουσις σήμερα, ἄλλη μεθαύριο, τρίτη ἀργότερα.  Σιγὰ -σιγὰ αὐτὰ ἀνοίγουν τρύπες στὰ δοχεῖα βενζίνης.  Καὶ ἡ βενζίνη χύνεται στὸ πάτωμα.... Καὶ ἕνα πρωΐ ὁ σπινθήρ, τὸ δυστύχημα.... Δικηγόρος, χαρτιά, «ἐπειδή», «διὰ ταῦτα»... δικαστήρια, ἀπόφασις. «Ἀσυμβίβαστον χαρακτήρων»... Διάλυσις... Πόσα τέτοια γεγονότα ἐξ αἰτίας τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ! 
Θὰ ἔλθουν κατόπιν καὶ ἀτυχήματα. Ἀρρώστεις, φτώχεια,, ἀπρόβλεπτα.  Θὰ ἀρχίσῃ ἡ γκρίνια, οἱ σκηνές, ποὺ θὰ φθάνουν σὲ ἐνέργειες βίαιες.  Θὰ τὸ ρίξῃ στὸ κρασὶ ὁ σύζυγος, στὸ ξενύχτι. Ἡ σύζυγος θὰ μαραζώσῃ. Τὰ δοχεῖα βενζίνης πάλι τρυπημένα... Πόσα δὲν βλέπει ἡ γενεά μας σήμερα!
Ποῦ νὰ ἀκουμπίσῃ ὁ ἄνδρας; Ποῦ νὰ στηριχθῇ ἡ γυναίκα; Ἔσπασαν μόνοι των τὸ δέντρο, ποὺ τοὺς ἔδινε καὶ γλυκὺ καρπὸ καὶ δροσερὴ σκιὰ καὶ στήριγμα.  Τὸ ἔσπασαν... Φοβερόν!
Καὶ γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα μύωπες, εἰς μίαν οἰκογένειαν χωρὶς Θεόν, δὲν θὰ βραδύνουν νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὸν δρόμον της καὶ τὰ ἀγκάθια τῶν παρεκτροπῶν, ποὺ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ἠθικήν, τὸν οἰκογενειακὸν ὅρκον.... Δίοτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, ποιὰ δύναμις θὰ συγκρατήσῃ τὴν ὁρμήν, ποιός φραγμὸς θὰ ἀνακόψῃ τὴν κλίσιν ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν παράβασιν, πρὸς τὴν φθοράν, πρὸς τὴν ἀτιμίαν; Ποιὰ δύναμις;
Καὶ ἔτσι δὲν θὰ ἀργήσουν νὰ ἐκδηλωθοῦν αἱ τρομεραὶ συνέπειαι, ποὺ ἄν δὲν καταλήξουν εἰς τὸ φέρετρον καὶ τὴν φυλακήν, θὰ φθάσουν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν χρεωκοπίαν τῆς οἰκογενείας. Νὰ πῶς μένῃ ἀδειανὸ τὸ δίχτυ τῆς οἰκογενείας ἀπὸ ψάρια, ἀπὸ εὐτυχίαν!  Ἔρχεται ὁ καρχαρίας τῶν ἀτυχιῶν, τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, τῆς ἁμαρτίας καὶ σχίζει, καὶ διαλύει τὸ δίχτυ.... Ἤ, ἄλλοτε, τὸ δίχτυ εἶναι γεμᾶτο. Ἀπὸ φίδια ὅμως... ποὺ σκορποῦν τὸν θάνατον. Τὸν θάνατον εἰς τοὺς συζύγους· τὸν θάνατον εἰς τὰ παιδιά...  Κυρίως εἰς τὰ παιδιά. Πῶς νὰ μὴ θυμηθοῦμε τώρα τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσει οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Ψαλμὸς 126, 1). Εἱς μάτην, ναί, χωρὶς Θεόν!

3.Μάταιες οἱ προσπάθειες καὶ στὴν κοινωνία.

Μοιραίως ἔτσι θὰ προχωρήσῃ τὸ κακὸ στὴν κοινωνία.  Μιὰ κοινωνία χωρὶς Θεόν, χωρὶς σεβασμὸν εἰς τὸν κόσμον Του, εἶναι μία ζούγκλα, μία ὁμάδα θηρίων.  Καὶ αἱ ἐκδηλώσεις αὐτῆς τῆς καταστάσεως θὰ γίνουν ἔντονα ἀντιληπταί. Ἀδικίαι καὶ καταπάτησις πάσης ἀρχῆς τιμιότητος. Δολιότης καὶ ἀνειλικρίνεια.  Καταπιέσεις τοῦ ἀδυνάτου· στραγγαλισμὸς τῆς φωνῆς τοῦ μικροῦ ἀνισχύρου· ἐξουθένωσις τοῦ περιφρονημένου ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸν καὶ τὸν «καπάτσον».  Συντριβὴ τῆς κεφαλῆς τοῦ πιεζόμενου, ὅταν θελήσῃ νὰ διαμαρτυρυθῇ· ἐμπαιγμὸς τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦς ἰσχυρούς, πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς, θράσος καὶ πρόκλησις ἀπὸ μέρους τῶν εὐνοιοκρατῶν καὶ «κρατούντων».
Ὑποταγὴ τῶν ἀνισχύρων εἰς τοὺς ἰσχυρούς, ὅταν ἀνακύπτουν διεθνῆ σοβαρὰ θέματα. Ἐγκλήματα μεγάλης ἀκτῖνος εἰς τὸν παγκόσμιον στίβον χωρὶς ἐντροπήν, χωρὶς συνείδησιν.... Δὲν τελειώνει, ἀγαπητέ μου, ὁ κατάλογος τῶν παραβάσεων αὐτῶν...
Καὶ ἐνῷ θὰ ζητῇ ὁ κόσμος χαράν, θὰ τρυγάῃ πικρίες.  Καὶ τὸ δίχτυ πάλιν ἀδειανό, ἤ γεμᾶτο, ἀλλὰ τώρα μὲ νάρκες καὶ ἀκτῖνες θανάτου... Καὶ ἐφαρμόζεται ἔτσι καὶ ἐδῶ τοῦ ψαλμῳδοῦ ἡ βεβαίωσις. : «Οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπολοῦνται» (Ψαλμ. 72,27). Καὶ ἐπειδὴ ἐκάμαμε διαπαλνητικὰ βλήματα καὶ δορυφόρους καὶ διαστημόπλοια, ἐπιστεύσαμεν, ἀνοήτως, ὅτι αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ὅτι πᾶμε καλά. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι ψάρια.  Αὐτὰ εἶναι πνοὴ θανάτου... Τὸ δίχτυ μας ἐποθήσαμεν νὰ τὸ γεμίσωμε μὲ ψάρια, ὄχι μὲ θάνατον. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ δίνει μόνον ὁ Θεός.
4.Ἡ εὐλογία.

Τὸ δίχτυ τῶν μαθητῶν ἐγέμισε ψάρια. Ἐπῆγε νὰ σχισθῇ. Πότε ὅμως; Ὅταν ἦλθε στὸ πλοῖο ὁ Χριστός.
Νὰ τὸ μεγάλο μυστικόν.
Ἁπλοῦν εἶναι τώρα τὸ συμπέρασμα.  Δὲν τὸ ἔμαθαμε ὅμως ἀκόμη.  Δὲν τὸ ἐμάθαμε, δυστυχῶς!

Ἀγαπητοί,
Θὰ ἔχετε ἀκούσει ἴσως διὰ τὸ ναυάγιον τοῦ «Τιτανικοῦ», ποὺ συνέβη τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1912. Ἦταν τὸ μεγαλύτερον ὑπερωκεάνειον τῆς ἐποχῆς του, 47.000 τόννων.  Θαῦμα ναυπηγικῆς τέχνης.  Θὰ ἔκαμε τὸ πρῶτο του ταξίδι. Εὑρώπη-Ἀμερική.  Πανηγυρικὴ ἡ ἀναχώρησίς του. Ἕνα ὁμιλητὴς εἶπε μὲ ὑπερηφάνειαν: «Καμμία δύναμις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κλονίσῃ καὶ νὰ ἀπειλήσῃ αὐτὸν τὸν γίγαντα... Εἶναι ἀήττητος». Ἡ ἑορτὴ ἐτελείωσε.  Σηκώνονται οἱ ἄγκυρες. Ὁ κολοσσός, ὑπερήφανος, διασχίζει τὰ ἤρεμα νερὰ τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ κόσμος χαιρετᾷ τὸν θαλάσσιον γίγαντα, ποὺ ξεκινάει, χωρὶς ὅμως, δυστυχῶς, τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ.
Κρῖμα! Ὁ «Τιτανικὸς» δὲν ἐπέστρεψεν.  Εἰς τὴν πορείαν του κατὰ τὴν νύκτα συνήντησεν ἕνα φοβερὸ παγόβουνο. Ἔπεσεν ἐπάνω του. Ἡ συγκρουσις ἦτο τρομακτική.  Μετὰ 2 ὥρας καὶ 45΄ ὅλος ἐκεῖνος ὁ κολοσσὸς εἶχε χαθῆ μέσα στὰ κύματα. Ἀπὸ τοὺς 2224 ἐπιβάτας του ἐπνίγηκαν οἱ 1563...
Αὐτὸ παθαίνομεν καὶ ἡμεῖς.... Προχωροῦμε χωρὶς Θεόν. Ἡ ζωὴ εἶναι γεμάτη ἀπὸ παγόβουνα, ποὺ μᾶς χτυποῦν. Καί....βυθιζόμεθα.. Γύρω μας ἄπειρα ναυάγια.  Κατάρτια σπασμένα, πανιὰ σχισμένα, δίχτυα ἀδειανὰ καὶ κομματιασμένα... Θλιβεραὶ ἐπιβεβαιώσεις, ὅτι ὅλα πεθαίνουν, ὅταν λείπῃ ὁ Θεός! ....

Ἀδελφέ,
Δύο λεπτά. Θέλεις νὰ μὴ βυθιστοῦμε στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς;
Θέλεις νὰ πᾶνε χαμένοι οἱ κόποι μας;
Θέλεις τὸ δίχτυ νἆναι γεμᾶτο;
Σταμάτησε. Ἐξήτασες καλά;
Εἶναι στὸ πλοῖο μας ὁ Θεός;
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_2739.html
Κυριακή Ζ΄Λουκά
Όπως οι άγγελοι είναι λειτουργικά πνεύματα, έτσι και στον άνθρωπο το πνεύμα είναι λειτουργικό. Το πνεύμα θέτει σε λειτουργία το σώμα, όταν μάλιστα τα μέλη του κατασκευάζουν αριστουργήματα.  Το πνεύμα θέτει σε κίνηση τις δυνάμεις, που κρύβει ο άνθρωπος. Είναι κρυμμένο το πνεύμα. Και όμως δίνει ζωντανή την παρουσία του συνεχώς, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε στιγμή. Παρών φωνάζει το πνεύμα κάθε φορά, που συγκινούμεθα, που κλαίμε ή γελάμε, που ενθουσιαζόμαστε ή μελαγχολούμε, που αγαπάμε ή μισούμε. Τα ζώα δεν έχουν συναίσθημα. Έχουν υποτυπώδεις αισθήσεις. Ο άνθρωπος έχει συναίσθημα. Και το συναίσθημα είναι λειτουργία, έκφανσης του   πνεύματος. Παρών φωνάζει το πνεύμα σε κάθε λειτουργικότητα της συνειδήσεως. Τι είναι συνείδησης;  Αυτογνωσία του πνεύματος. Η αόρατη, αλλά τόσο βροντερή φωνή του πνεύματος. Θα προτιμούσε ο ευαίσθητος να τον χτυπούσαν σωματικά, παρά να τον μαστιγώσει η συνείδηση. Το πνεύμα οδηγεί τον άνθρωπο στην αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία. Το πνεύμα ανεβάζει τον άνθρωπο, καθοδηγούμενο, φωτιζόμενο, από το Πνεύμα το Άγιο, σε σφαίρες αγγελικές. Έτσι εξηγείται, πως υπάρχουν στην Εκκλησία πνεύματα μεγάλα, άγιοι άνθρωποι, που ανεδείχθησαν επίγειοι άγγελοι. Τιμάμε τους αγγέλους. Πολύ περισσότερο οφείλουμε τιμή στους αγίους, που έζησαν ως επίγειοι άγγελοι.  Οι άγγελοι έχουν την αρετή τους στη φύση τους, ενώ οι άγιοι με τον αγώνα τους έφθασαν σε αγγελικά ύψη. Για τους αγγέλους η αρετή είναι τα κατά φύσιν, για τους ανθρώπους το υπέρ φύσιν. Υπάρχει λοιπόν πνεύμα. Και το πνεύμα δεν πεθαίνει είναι αθάνατο. Απλώς χωρίζεται για λίγο από το σώμα. Παίρνει, όπως είπαμε διαζύγιο. Αλλάζει κατοικία. Ανάλογα με τι πληρώνουμε  σε αυτή τη ζωή. Άλλος πληρώνει και αγοράζει υπόγειο. Και άλλος πληρώνει και αγοράζει ολοφώτεινο «ρετιρέ». Άλλος με τις πράξεις του, και ιδίως με την αμετανοησία, αποκτά τόπο στα καταχθόνια της κολάσεως. και άλλος με τις αρετές, και προπαντός, με την μετάνοια του, αποκτά διαμέρισμα, στον Ουρανό. Ανάλογα με όσα πράττουμε, θα είναι και η θέσης του πνεύματος, της ψυχής, στην αιωνιότητα. Εκείνο που εδώ θέλουμε να τονίσουμε, είναι, ότι το πνεύμα θα επιστρέψει. Πότε; Κατά την κοινή ανάσταση. Θα επιστρέψει, για να ξαναενωθεί με το σώμα. Απόδειξης και η ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου. Δύο θαύματα βλέπουμε στην ευαγγελική περικοπή. Το ένα είναι θεραπεία, το άλλο είναι ανάστασης. Πολλοί οι άρρωστοι, οι αγιάτρευτοι, που αδυνατούν οι γιατροί να τους θεραπεύσουν, όπως την αιμορροούσα γυναίκα. Ελπίδα τους κάποιο φάρμακο. Ελπίδα τους κάποιος περίφημος γιατρός. Ελπίδα τους κάποιο θαύμα, σαν το θαύμα του  Χριστού στη γυναίκα;, που δώδεκα χρόνια βασανιζόταν. Αλλά αν η ελπίδα της θεραπείας του σώματος χαθεί και ο άνθρωπος πεθάνει, τότε απομένει η άλλη ελπίδα, η μεγάλη και βεβαία ελπίδα. Είναι η ανάστασης. Δεν πρόκειται για φρούδα ελπίδα. Δεν είναι όνειρο απατηλό. Είναι μία πραγματική μελλοντική  βεβαιότητα. Απόδειξης και η ανάσταση του δωδεκάχρονου κοριτσιού. Ειδοποίησαν τον πατέρα, τον αρχισυνάγωγο Ιάειρο: «Τέθνηκεν η θυγάτηρ σου» πάει πέθανε! Έσβησαν οι ελπίδες. Ο Ιάειρος ήταν έτοιμος να βάλει το κεφάλι κάτω και να κλαίει. Μα να, η καινούργια; Ελπίδα, ο Ιησούς Χριστός. Επεμβαίνει ο Χριστός: «Μη φοβού, μόνον πίστευε και σωθήσεται». «Πίστευε. Πίστη στην ανάσταση, αυτό απαιτούσε ο Χριστός εκείνη την ώρα. Πίστη σε δύο πράγματα, στο ότι το σώμα του κοριτσιού κοιμάται και στο ότι το πνεύμα έφυγε για λίγο και θα επιστρέψει. δεν άργησε να συμβεί το μεγάλο, το συγκλονιστικό γεγονός. Το διαζύγιο σώματος και πνεύματος κράτησε για λίγο. Ο Χριστός, που ήλθε να ενώσει τα πάντα, ξαναένωσε το πνεύμα του κοριτσιού  με το σώμα.  Πήγε ο Χριστός στο σπίτι, όπου το νεκρό κορίτσι. Μπροστά στα μάτια του πατέρα και της μάνας δίνει το αναστάσιμο σύνθημα, το εγερτήριο σάλπισμα. «Η παίς, εγείρου». Αμέσως ο φυγάς επέστρεψε.  Το πνεύμα ξαναγύρισε. Σαν το πουλί, που βγαίνει για λίγο από το κλουβί και ύστερα επιστρέφει. Έτσι επέστρεψε το πνεύμα μέσα στο κλουβί, που λέγεται σώμα. Αμήν.

ΠΗΓΗ: http://agiaparaskevh.gr/?p=748

Κυριακή Ζ’ Λουκά

(Η θυγατέρα του Ιάειρου)

(Λουκ.η’, 4ί-56) κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

Ένας πατέρας, ο Ιάειρος, πλησίασε τον Κύριο και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει. Του είπε  ότι η μονάκριβη κόρη του ασθενούσε και κινδύνευε να πεθάνει. Ο Κύριος τον σπλαχνίστηκε και δέχτηκε πρόθυμα να πάει στο σπίτι να τη θεραπεύσει. Στο δρόμο που πηγαίνανε έρχεται ένας υπηρέτης και λέει στον πατέρα ότι η κόρη του πέθανε. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός  στον Ιάειρο, ο οποίος δεν θα ήταν παράξενο εάν σωριαζόταν στο χώμα. Όμως ο Κύριος του είπε, «μη φόβου∙ μόνον πίστευε». Και θα έλεγε κανείς τι να μη φοβηθεί αφού πέθανε, τι άλλο να περιμένει. Τουλάχιστο να την προλάβαινε ζωντανή. Τώρα όμως πού ξεψύχησε και δεν υπάρχει ελπίδα ζωής; Και όμως ο Διδάσκαλος απαιτεί πίστη, θάρρος και αφοβία.
Ύστερα από λίγο έφθασαν στο σπίτι όπου οι  θρήνοι και οι κοπετοί των συγγενικών προσώπων ήταν μάρτυρες ότι η κόρη είχε πεθάνει. Και όμως ο Διδάσκαλος επιμένει ότι ζει και μάλιστα ότι κοιμάται. Αυτοί όμως που θρηνούσαν έχοντας εμπιστοσύνη στα μάτια τους που είδαν το κορίτσι πεθαμένο, δεν πείθονται στα λόγια του Χριστού και επιμένουν ότι πέθανε. Και βέβαια είχε πεθάνει, αλλά για το Χριστό ο θάνατος είναι νικημένος εχθρός και ύπνος.Τότε παίρνοντας μαζί Του τους γονείς του κοριτσιού και τρεις από τους μαθητές Του άγγιξε το παγωμένο χέρι του παιδιού και του είπε να σηκωθεί. Αμέσως το παιδί άνοιξε τα μάτια του, όπως ξυπνάει κανείς από τον ύπνο, και αντίκρυσε τους δικούς του.
Έτσι ο Κύριος απέδειξε ότι έχει όλη την εξουσία ώστε και αυτό το θάνατο αλυσοδένει και εξαφανίζει. Απέδειξε ο Κύριος ότι ο θάνατος είναι ύπνος μεγαλύτερης διάρκειας, και γι’ αυτό τόνισε στους πιστούς  Του να μη φοβηθούν αυτούς που θανατώνουν το σώμα και δε μπορούν να βλάψουν την ψυχή. Ο σωματικός θάνατος είναι προσωρινός χωρισμός της ψυχής από το σώμα ο δε πνευματικός θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το Άγιο Πνεύμα.
Αλλά κατά την πορεία του Κυρίου προς το σπίτι του Ιάειρου συνέβη και άλλο θαύμα πολύ σημαντικό. Ενώ υπήρχε συνωστισμός από τον κόσμο, αισθάνθηκε ο Χριστός ότι κάποιος τον άγγιξε. Αμέσως σταμάτησε, κοίταξε τριγύρω του και είπε ποιος με άγγιξε; Οι συνοδοιπόροι τον κοίταξαν κατάπληκτοι και περισσότερο ο Πέτρος, ο οποίος είπε, Διδάσκαλε βλέπεις ότι ο λαός σε συνθλίβει και ρωτάς ποιος σε άγγιξε; Ο Κύριος όμως είπε, κάποιος με άγγιξε, γιατί εγώ κατάλαβα να εξέρχεται από εμένα δύναμη. Τότε μία γυναίκα παρουσιάστηκε και ομολόγησε όλη την αλήθεια. Ήταν από ετών ασθενής και μολονότι κατανάλωσε την περιουσία της στους γιατρούς,  δεν θεραπευόταν.Τότε πλησίασε με πίστη μέσα στο πλήθος  και έπιασε την άκρη του ιματίου του Κυρίου και έλεγε μέσα της ότι και μόνο εάν αγγίξω το ιμάτιό του θα θεραπευθώ. Αυτό και έγινε. Ο Χριστός βλέποντας την πίστη της της είπε. Η πίστη σου σε έσωσε, πορεύου εις ειρήνη.
Το περιστατικό αυτό πιστοποιεί ότι ο Χριστός έχει δύναμη επάνω Του αστείρευτη, την οποία είναι δυνατό να λάβουν όσοι με πίστη τον πλησιάζουν. Όπως δηλαδή είναι δυνατό με την πρίζα να λάβει ο άνθρωπος ηλεκτρικό ρεύμα, κατά παρόμοιο τρόπο και ο πιστός άνθρωπος μπορεί να αντλήσει χάρη από την πηγή της χάριτος, που είναι ο Χριστός. Χωρίς την πίστη αυτή  είναι αδύνατο να λάβει κανείς τη χάρη. Η πίστη είναι η προϋπόθεση για την απόκτηση της χάρης του Θεού. Έτσι ο άνθρωπος με τον αγώνα του έχει ως στόχο να φθάσει στην αγάπη του Θεού. Πρέπει να αγαπάμε το Θεό, γιατί Αυτός είναι η αξία των αξιών, δηλαδή το αξίζει να αγαπιέται από όλους. Είναι άξιο και δίκαιο. Εάν κανείς δεν αγαπάει το Θεό, τον προσβάλλει, γιατί τον εμποδίζει η αμαρτία, όπως τα σύννεφα εμποδίζουν να φανεί ο ήλιος.  Ας αγαπάμε λοιπόν το Θεό, γιατί Αυτός μας αγάπησε πρώτος. Αμήν.
http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4630&Itemid=29

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ

Λουκ. η’ 41-56

«Η πίστις  σου σέσωκέ σε, πορεύου εις  ειρήνην» «μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται»
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή περιγράφονται δύο θαύματα τα οποία, χάρι της ζώσας πίστης των πονεμένων εκείνων ανθρώπων, έκαμε ο Σωτήρας Χριστός. Το πρώτο είναι η θεραπεία της αιμορροούσης γυναίκας  και το δεύτερο η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου.  Και τα δύο αυτά θαύματα, τα εποίησε με τον λόγο Του και φανερώνουν, ότι ο των όλων Κύριος δεν κάνει ουδεμία διάκριση, διότι «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι  και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
 Αιτία της πραγμάτωσης αυτών των θαυμάτων ήταν η θερμή πίστη, που επέδειξαν τόσο η ίδια η γυναίκα, που αιμορραγούσε, όσο και ο πονεμένος πατέρας, επιβεβαιώνοντας την ευαγγελική ρήση, που λέγει ότι «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται».
Είναι φανερό ότι ο «κατ’ εικόνα Θεού» πλασθείς  άνθρωπος  πρέπει να  διακρίνεται  δια την πραγματική και την αληθινή πίστη του, την ζέουσα πίστη του στον Τριαδικό Θεό, και τούτο διότι δια της πίστεως ο άνθρωπος ενώνεται  αγαπητικιά με τον Θεό, τον Πλάστη και Δημιουργό του, και επιστρέφει στην όντως ζωή. Η αληθινή, η  θερμή, η ζέουσα πίστη στο Θεό και το «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανο της ζωής», κατά το Ιερό βιβλίο της Θείας Αποκάλυψης, καθιστά τον άνθρωπο ήρωα, ισχυρό, άγιο, ενάρετο, τέλειο και τον οδηγεί σε μεγάλα κατορθώματα και προπάντων τον οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Όμως η Χριστιανική πίστη δεν είναι  μία απλή γνώση, δεν είναι μία απλή  θεωρία, δεν είναι ένα σύστημα φιλοσοφικό, διατυπωμένο από ανθρώπους, αλλά είναι θεία δύναμη, είναι θάρρος, είναι φλόγα, που φωτίζει. Η πίστη είναι θείος οργασμός που οδηγεί σε προσωπική ένωση του ανθρώπου  με τον Θεό. Πίστη, κατά τον Απ. Παύλο, είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Πίστη, δηλαδή, στον εν Τριάδι Θεό, στον Πατέρα, στο σαρκωμένο Λόγο και στο Άγιο Πνεύμα. Πιστεύουμε στη Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική και Ορθόδοξο Εκκλησία. Στο ένα Βάπτισμα και σε όσα περιλαμβάνονται στο Σύμβολο της Πίστεως.
Αντίθετα η πίστη μας στο Χριστό και την αγία Του Εκκλησία δεν είναι πείραμα, που μπορεί να γίνει στο επιστημονικό εργαστήριο και έτσι να αποκτήσουμε γνώση και εμπειρία των φαινομένων, που ακολουθούν. Δεν είναι επιστημονική μάθηση, που τη μαθαίνουμε από τα βιβλία. Δεν είναι ατομική ή προσωπική ή υποκειμενική γνώμη.
Η αληθινή πίστη είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Είναι η ακατάληπτη πνευματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται ο νους τα ουράνια, εν Αγίω Πνεύματι. Είναι ακόμη, ένας έλεγχος. Δηλαδή, μια απόδειξη, μια φανέρωση, των άδηλων πραγμάτων του Θεού, που δεν τα βλέπουν με τα σωματικά μας μάτια, αλλά τα αποκτάμε με τις πνευματικές μας αισθήσεις, μέσω των οποίων μπορούμε να προγευόμεθα τα πνευματικά οφέλη από τώρα. Είναι η γνώση των πραγμάτων, των όντων δηλαδή, που μας παρουσιάζονται, ως αντικείμενα, τα οποία έχουμε μπροστά μας. Είναι δεδομένα, που ταυτίζουμε, διότι πρέπει να τα ταυτίζουμε, για να τα διαχωρίζουμε από τα άλλα αντικείμενα.
Το θέμα γνώσεως και πίστεως αποτελεί για πολλούς ένα δίλημμα, το οποίο προβάλλει το επιχείρημα ότι όποιος πιστεύει, εγκαταλείπει τη γνώση. Αυτό  το δίλημμα είναι το γνωστό «Πίστευε και μη ερεύνα». Υπάρχει επίσης, και η αντίληψη ότι η γνώση προπορεύεται της πίστεως, καθώς και η αντίθετη αντίληψη ότι η πίστη προπορεύεται της γνώσεως και αναζητεί τη λογική της, όπως διατυπώθηκε από τον Αυγουστίνο.  Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα είναι ότι εάν δεν γνωρίσεις, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Δηλαδή. δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάτι, που δεν το γνωρίζουμε. Επομένως αυτό φιλοσοφικά σημαίνει, ότι η σχέση που δημιουργούμε με ένα ον προϋποθέτει την αντικειμενική αναγνώριση αυτού του όντος. Αυτό στηρίζεται στην προϋπόθεση, ότι η γνώση είναι θέμα διανοητικής συλλήψεως, ενώ η αγάπη είναι θέμα συναισθηματικής καταστάσεως. Όμως δεν μπορεί να σταθεί αυτό, ως σωστό, ούτε επίσης να λέμε, ότι η γνώση προηγείται της αγάπης, αλλά ούτε, ότι η αγάπη προηγείται της γνώσεως. Δεν αγαπάμε για να γνωρίσουμε, διότι αυτά τα δύο ταυτίζονται.
Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την πίστη. Η πίστη και η γνώση βασικά ταυτίζονται. Είναι το ίδιο πράγμα. Πίστη, λοιπόν, δεν είναι κάθε τι, που μας φανερώνεται, ως υποχρεωτική γνώση ή φύση των πραγμάτων, ούτε οτιδήποτε μας επιβάλλει, ως υποχρεωτική γνώση η εμπειρία και η ιστορία, αλλά αυτό που μας έρχεται, ως υπόσταση, από τα μέλλοντα, που δεν προέρχεται από την ιστορία και την εμπειρία, ή από τα μη «βλεπόμενα». Αυτό σημαίνει ότι δεν προέρχεται η πίστη από τα ελεγχόμενα της φύσης μας και των αισθήσεών μας, γι’ αυτό και ερμηνεύεται, ως εμπιστοσύνη, που έχει κάποιος προς κάποιον άλλον. Αυτή όμως η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποτελέσει τον ορισμό της πίστεως, δηλαδή, ως εμπιστοσύνη, διότι δεν στηρίζεται η πίστη στην εμπειρία των ήδη βεβαιωμένων πραγμάτων. Αλλά προέρχεται από τη στροφή προς τα πράγματα, τα οποία δεν ελέγχονται με τις αισθήσεις. Πίστη λοιπόν είναι να μη στηρίζεται η ασφάλειά μας, η υπόστασή μας, σε ό,τι ελέγχεται λογικά με τις αισθήσεις ή με την εμπειρία, διότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικότητα. Συνεπώς, πίστη σημαίνει την τοποθέτηση της ασφάλειάς μας, σε οτιδήποτε δεν ελέγχεται από τις αισθήσεις και δεν βεβαιώνεται από την εμπειρία. Η πίστη στηρίζεται στην κατάσταση των ελπιζομένων και μη βλεπομένων, τα οποία καλούμαστε να τα αναγνωρίσουμε, ως όντα. Αυτό αν εκλείψει, τότε δεν υπάρχει λόγος πίστεως πια.
Ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, λέγει ότι η πίστη στο Θεό «δεν είναι το συμπέρασμα σε μια σειρά συλλογισμών ή  η λύση σ’ ένα μαθηματικό πρόβλημα». Πίστη δεν σημαίνει απλά βαθιά πεποίθηση, αλλά υποδηλώνει κάτι πολύ βαθύτερο και αμεσότερο. Δεν είναι παθητική έννοια, αλλά κατεξοχήν ενεργητική. Δεν είναι στάση, αλλά «κίνηση». Είναι «γίγνεσθαι» που προϋποθέτει επαφή, αναφορά, εμπειρία προσωπικής αντάμωσης. Ο δε Λόσκυ λέγει ότι «Η χριστιανική πίστις είναι προσκόλληση σε μία προσωπική παρουσία, σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο δίδει ουσία, περιεχόμενον και βεβαιότητα».
Η πίστη, όταν περιχαρακώνεται σε διανοητικούς αφορισμούς και δομείται με δικανικές συσχετίσεις, τότε γίνεται ιδεολογία. Η ιδεολογικοποίηση της πίστης και κατά συνέπεια η εκνομίκευση του εκκλησιαστικού «ζειν» είναι σημείο των καιρών μας και, ίσως εν πολλοίς, αναπόφευκτη. Δεν καταδικάζεται στο βαθμό μόνο της αυτογνώσεώς της, στην κατάφαση της παρακλήσεως του «βοήθει μοι τη απιστία…» Στην εποχή μας επικρατεί λοιπόν, σύγχυση ως προς το «είδος» της χριστιανικής μας πίστεως και τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της, που επηρεάζει και κατευθύνει ολόκληρη τη ζωή και πορεία του πιστού στην Εκκλησία.
Γι’ αυτό εμείς ας αντιληφθούμε, ότι η χριστιανική πίστη βοήθησε τον άνθρωπο, ανύψωσε τον άνθρωπο, κατέλυσε τις κοινωνικές ανισότητες, καθιέρωσε την αρχή της φιλανθρωπίας, δημιούργησε τις μεγάλες και θεάρεστες πράξεις και εμφύτευσε στον άνθρωπο τα έργα αγάπης και  φιλαλληλίας.  Δια τούτο ας πιστέψουμε και εμείς ολοψύχως στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και ας πράττουμε έργα αγάπης και αρετής. Ας είμαστε, παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, στερεοί και ακλόνητοι στην πίστη μας και ας μη μας κλονίζουν οι σειρήνες του κόσμου τούτου, ούτε να μας φοβίζουν οι διάφορες δοκιμασίες, αλλά αφού ειρηνεύουμε πρώτα τα του εαυτούς μας, να πράττουμε έργα αγάπης, δια να ακούσουμε και εμείς το: «μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται», που είπε στον πονεμένο πατέρα, καθώς και το, «η πίστις σου σέσωκέ σε πορεύου εις ειρήνην», είπε στην θεραπευμένη αιμορροούσα γυναίκα.

ΠΗΓΗ: http://souleika.wordpress.com/2011/11/05/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%B7-%CE%B6%CE%84%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B1/
ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012
Ζ΄ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. η΄41-56)                                                                          (Γαλ. β΄16-20)

Στις κορυφογραμμές της πίστης
«θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε»
Δύο ακόμα θαύματα του Κυρίου διασώζει η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Πρόκειται για μια θεραπεία γυναίκας και την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου.
Η σώζουσα πίστη
Η πίστη του Ιαείρου καταθρυμάτιζε τα στεγανά των τύπων και διείσδυε στην πεμπτουσία της αλήθειας. Τον έσπρωχνε να παραδοθεί με ολοκληρωτική εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού. Όχι μόνο τον ίδιο αλλά και ολόκληρη την οικογένειά του. Επιθυμούσε διακαώς την θεραπεία της κόρης του. Ωστόσο δεν τολμούσε να ζητήσει κάτι τέτοιο. Έκανε όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό. Εμπιστεύθηκε τον Κύριο. Και βέβαια, αυτή η πίστη του Ιαείρου δεν διέλαθε της προσοχής του Χριστού. Γι’ αυτό χωρίς αναστολές ξεκίνησε αμέσως για το σπίτι του.
Ο πολύς κόσμος είχε περικυκλώσει τον Χριστό. Ο συνωστισμός ήταν τέτοιος που υπήρχε το αδιαχώρητο.
Ευλογημένη επικοινωνία
Δείγματα αληθινής πίστης και κοινωνίας, απορρέουν και από το περιστατικό με την αιμορροούσα γυναίκα. Υπέφερε για πάνω από δώδεκα χρόνια από ακατάσχετη αιμορραγία. Απογοητευμένη από τον εαυτό της, η γυναίκα φανέρωσε την αγάπη της στον Χριστό με τον πιο αθόρυβο τρόπο. Θεωρούσε τον εαυτό της ανάξιο να παρακαλέσει τον Κύριο για το πρόβλημά της. Η καρδιακή ωστόσο επικοινωνία που ξεχύνεται τόσο αυθόρμητα έσπαζε τα οποιαδήποτε φράγματα. Ήταν σίγουρη ότι και απλώς να ακουμπούσε το κράσπεδο του ιματίου του Ιησού θα γινόταν καλά. Η θεραπεία της πραγματοποιήθηκε. Η αγάπη της απέσπασε τη θεϊκή θαυματουργή δύναμη της αγάπης του Κυρίου. Με την όλη στάση και συμπεριφορά της, η αιμορροούσα βλέπουμε ότι γίνεται ισχυρό παράδειγμα και πρότυπο ζωής.
Βράβευση της πίστης
Ο Κύριος πάντοτε επιβραβεύει την αυθεντική πίστη όπως ήταν εκείνη που επέδειξε η αιμορροούσα γυναίκα. Η απλή αυτή γυναίκα ήθελε να κρατήσει την σχέση της με τον Χριστό κρυμμένη από τους άλλους. Η αρετή της ταπείνωσης βαθειά ριζωμένη μέσα της αναδείκνυε το εσωτερικό μεγαλείο και την αρχοντιά της. Ακριβώς, η αγάπη και η ταπείνωση της γυναίκας απέσπασαν τη θεϊκή δύναμη του Χριστού και «έγνω τω σώματι ότι ίαται από της μάστιγος». Ενώ εκείνη έτρεμε και ομολογούσε πως «ιάθη παραχρήμα», ο Χριστός την επιβράβευσε δημοσίως: «θάρσει θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην».
Η πύλη της αιωνιότητας
Η αληθινή πίστη στον Χριστό είναι εκείνη που σώζει τον άνθρωπο. Από την άλλη όμως όταν η πίστη στρέφεται στον εαυτό μας  και μόνο τότε εκδηλώνεται με τη μορφή του εγωισμού και προκαλεί σοβαρές εμπλοκές. Αφήνει τον άνθρωπο αδύναμο να προσεγγίσει και να κατανοήσει τα γεγονότα. Αυτό συνέβη και με τους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί στο σπίτι του Ιαείρου όταν έμαθαν πως το κορίτσι πέθανε. Όταν ο Κύριος έφθασε στο σπίτι και είπε: «μη κλαίετε, ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει», τότε όλοι μαζί «κατεγέλων αυτού ειδότες ότι απέθανεν». Δεν μπορούσαν να αντιληφθούν ότι μπροστά τους είχαν «τον κυριεύοντα ζωής και θανάτου Κύριον». Δεν κατανόησαν ότι με την αγάπη του Χριστού ο δρόμος του θανάτου μεταβάλλεται σε πύλη της αιωνιότητας.
Αγαπητοί αδελφοί, η πίστη που εκδήλωσαν τόσο η αιμορροούσαν γυναίκα όσο και ο Ιάειρος, είναι εκείνη που μπορεί να καταξιώσει τον άνθρωπο για να ανέβει τα σκαλοπάτια της αληθινής ζωής. Αυτή η πίστη που βλασταίνει μέσα από τη μυστηριακή ζωή μας καθιστά μέτοχους των θαυμαστών ενεργειών του Κυρίου. Με μεταβάλλει σε αποδέκτες του λόγου του Κυρίου προς τον Ιάειρο: «μη φοβού, μόνο πίστευε και σωθήσεται».

ΠΗΓΗ: http://www.churchofcyprus.org.cy/article.php?articleID=2692

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ – 6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011

Λουκ. η΄, 41-56
Δυό διαφορετικά πρόσωπα προβάλλει ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πού τό καθένα δημιουργεῖ ἐντελῶς διαφορετική  σχέση μέ τό Χριστό. Τό πρῶτο πρόσωπο, ἕνας ἄνδρας ἐπώνυμος, ὁ Ἰάειρος, προϊστάμενος τῆς Συναγωγῆς. Τό δεύτερο πρόσωπο μία γυναίκα ἀνώνυμη, ἁπλή γυναίκα τοῦ λαοῦ. Ὁ πρῶτος ἔχει ἑτοιμοθάνατη τή μονάκριβη 12χρονη κόρη του. Ἡ δεύτερη ὑποφέρει, 12 χρόνια τώρα, ἀπό αἱμορραγία. Καί οἱ δύο ἐπιδιώκουν νά συναντηθοῦν μέ τόν Χριστό.
Ὁ Ἰάειρος πέφτει στά πόδια του, στή μέση του δρόμου, φανερά καί τόν παρακαλεῖ θερμά νά πάει στό σπίτι του. Γύρω του βρίσκεται κόσμος πολύς. Κοιτάζουν μέ ἀπορία. Ὁ Ἰάειρος, ὁ ἀρχισυνάγωγος σ’ αὐτή τή στάση; Ἀλλά ὁ Ἰάειρος δέν ἐνδιαφέρεται γιά τά σχόλια τοῦ κόσμου. Ὁ πόνος ἀποδεικνύεται εὐεργετικός. Τόν φέρνει κοντά στό Χριστό.
Ἡ γυναίκα κουρασμένη καί ἀπογοητευμένη ἀπό τήν ἀρρώστια της, ἀπελπισμένη κυριολεκτικά, πλησιάζει δειλά τό Χριστό. Δέ φωνάζει, δέν ἱκετεύει. Ἀναμιγνύεται μέ τόν ὄχλο, πλησιάζει ἀπό πίσω τό Χριστό καί τόν ἀγγίζει, ἀγγίζει τά ἱμάτιά Του. Πιστεύει ὅτι ἀφοῦ ἔχουν ἐπαφή μέ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔχουν διαποτιστεῖ ἀπό τή σωστική του χάρη καί δύναμη. Κανένας δέν τήν πρόσεξε. Κανένας δέν ἔνιωσε πώς ἀνάμεσα στήν πονεμένη γυναίκα καί στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ στήθηκε γραμμή ἐπικοινωνίας καί ἀγάπης. Ἡ αἱμορροοῦσα προσεύχεται ἄφωνα. Ἡ προσευχή της εἶναι ἕνα ἄγγιγμα, τίποτε ἄλλο.
Καί οἱ δύο τρέχουν καί ζητοῦν αὐτό πού τόσο ποθοῦν, αὐτό πού ἔχουν ἀνάγκη καί τό ζητοῦν μέ πίστη καί τόλμη. Τολμᾶ ὁ ἄρχοντας Ἰάειρος καί συνομιλεῖ μέ τό Χριστό. Παρόλο πού οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι εἶχαν ἀπαγορεύσει στό λαό νά τόν πλησιάζει καί νά ἀκούει τή διδασκαλία Του. Πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι ὁ μόνος πού μπορεῖ νά σώσει τό παιδί του εἶναι ὁ Χριστός. Πιστεύει καί ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα καί τολμᾶ, παρόλο τόν κοινωνικό ἀποκλεισμό της, λόγω τῆς ἀσθένειάς της, ἀφοῦ ὁ νόμος τή θεωροῦσε ἀκάθαρτη, τολμᾶ καί προσδοκᾶ τήν ἴαση.
Μπροστά στόν πόνο λοιπόν καί στό θάνατο οἱ ἄνθρωποι παραδέχονται τήν ἀδυναμία τους καί στρέφονται μέ πίστη στήν παντοδυναμία Του Θεοῦ. Ὁ Θεός δέχεται καί τόν ἄρχοντα Ἰάειρο καί τήν ἁπλή γυναίκα. Δέχεται καί τόν ἄρχοντα καί τόν ἀρχόμενο καί τόν πλούσιο καί τό φτωχό καί τόν ἄνδρα καί τήν γυναίκα. Ὁ Θεός καταργεῖ τίς διακρίσεις. Ὅλοι εἴμαστε παιδιά του.
Ἔτσι καί οἱ δύο προσελκύουν τήν ἀγάπη καί τήν παντοδυναμία τοῦ Ἰησοῦ καί λαμβάνουν αὐτά πού ζητοῦν: Ὁ Ἰάειρος ζητάει τή θεραπεία τῆς κόρης του. Ὁ Κύριος ὄχι μόνο τή θεραπεύει ἀλλά τήν ἀνασταίνει ἀφοῦ στό μεταξύ ἔχει πεθάνει. Ἡ αἱμορροοῦσα ζητάει καί αὐτή τή θεραπεία της καί «ἰάθη παραχρῆμα».
Οἱ ἄνθρωποι, βέβαια, βλέπουν τό Χριστό σάν γιατρό. Ἐκεῖνος ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι πολύ περισσότερο ἀπό γιατρός, ὅτι εἶναι Θεός. Ἐγκωμιάζει τήν πίστη τῆς γυναίκας καί χαρίζει τήν εἰρήνη. Τῆς προσφέρει καί τή σωματική ὑγεία καί τήν ψυχική σωτηρία. Ζητᾶ τήν πίστη τοῦ Ἰάειρου: «Μή φοβοῦ μόνο πίστευε καί σωθήσεται», τοῦ λέει,  ὅταν γίνεται γνωστός ὁ θάνατος τῆς θυγατέρας του.
Γιά τούς ἀνθρώπους ὅλα τελείωσαν, τό παιδί πέθανε, ὁ θάνατος εἶναι τό τέλος. Γιά τό Χριστό ὅμως τό παιδί κοιμᾶται, ὁ θάνατος εἶναι ἕνας ὕπνος. Αὐτός εἶναι κύριος της ζωῆς καί τοῦ θανάτου, κάνει τό θαῦμα, ἀνασταίνει τήν θυγατέρα τοῦ Ἰάειρου, ἀνασταίνει τούς νεκρούς, νικᾶ τό θάνατο. «Ἐγώ εἰμί ἡ Ἀνάσταση καί ἡ ζωή, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ καν ἀποθάνει, ζήσεται» λέγει καί μέ τά λόγια αὐτά μας προετοιμάζει γιά τήν ἀνάσταση στή δευτέρα παρουσία. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: http://www.imsk.gr/?p=202

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ – 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012


(Λκ. η΄ 41–56) 
Γιά δύο θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς λέει τό σημερινό εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί ἀδελφοί. Τό ἕνα εἶναι ἡ θεραπεία μίας γυναίκας ἀπό ἀρρώστια πού τή βασάνιζε δώδεκα χρόνια. Τό ἄλλο εἶναι ἡ ἀνάσταση ἑνός κοριτσιοῦ. Καί τά δύο εἶναι θαύματα τῆς ἀγάπης, πού μᾶς ἔχει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καί τῆς θεϊκῆς του παντοδυναμίας.
 Τί θά εἴχαμε, ἀλήθεια, νά ποῦμε ἐμεῖς σήμερα καί γιά τά δύο, γιά μία θεραπεία καί μία ἀνάσταση; Ἔγινε τόσο ἀγωνιώδης ἡ ζωή μας, εἶναι τέτοιοι οἱ ρυθμοί τοῦ βίου μας, πού δέ μένει καιρός νά σκεφτοῦμε καί νά μιλήσουμε γιά τέτοια πράγματα. Ὁ κόσμος χάνεται! Δουλειά, τρέξιμο, ἀγκομαχητό…! Τρέχουν καί βιάζονται οἱ ἄνθρωποι. Ὁ ἕνας πέφτει πάνω στόν ἄλλο στό δρόμο, γιά νά προσπεράσει. Χρησιμοποιοῦν ὅλα τά μέσα συγκοινωνίας καί ἐπικοινωνίας, γιά νά προλάβουν τίς δουλειές τους, ὅσοι φυσικά ἔχουν. Γιατί ὅσοι δέν ἔχουν, ὁδηγοῦνται σέ κατάθλιψη καί συχνά σέ ἀπόγνωση. Λόγια λοιπόν θά λέμε; Γιά θαύματα θά μιλοῦμε τώρα;
 Ἐκεῖνοι ὅμως πού αἰσθάνονται χρέος τους νά ποῦν πολλά καί βλέπουν πώς εἶναι ἀνάγκη νά μιλοῦν γιά θαύματα, σκέφτονται μήπως ὁ καιρός μας εἶναι ἴδιος μ’ ἐκεῖνον πού λέει ἡ ἁγία Γραφή πρίν ἀπό τόν κατακλυσμό καί τήν καταστροφή στά Σόδομα: «Ἔτρωγαν, ἔπιναν, ἀγόραζαν, πουλοῦσαν, φύτευαν, ἔχτιζαν…καί ἦρθε ὁ κατακλυσμός…». Μέσα στήν ἐξαντλητική ἐργασία καί δραστηριότητα, στήν πίστη πρός τόν ἑαυτό τους καί στήν αὐτοϊκανοποίηση γιά τό δυναμισμό τους, δέν κατάλαβαν οἱ ἄνθρωποι πότε ἦρθε ὁ κατακλυσμός.
 Σήμερα ὅλο καί περισσότερο συνειδητοποιεῖται ὅτι ἡ οἰκονομική κρίση πού βιώνουμε εἶναι ἀποτέλεσμα μίας γενικότερης κοινωνικῆς κρίσης, μίας κρίσης ἠθικῆς. Ἡ κρίση αὐτή ἀποτελεῖ συνέπεια μίας θεωρητικῆς ἀντίληψης σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο καί τή φύση, ἡ ὁποία, στήν ἐποχή τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, κινήθηκε σέ ἐντελῶς διαφορετική κατεύθυνση ἀπό τή χριστιανική. Βγάζοντας ἀπό τή συνείδησή του τήν πίστη στό Θεό, στό Θεό τῆς ἀλήθειας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀγάπης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται.
 Ἔτσι, λοιπόν, καί στίς μέρες μας διαπιστώνουμε πώς συμβαίνει τό πρῶτο πού εἶχε συμβεῖ στά Σόδομα- ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τό Θεό- κι εὐχόμαστε νά μήν ἔρθει τό δεύτερο- ἡ καταστροφή. Ἄν, ὅμως, τό δεύτερο εἶναι συνέπεια τοῦ πρώτου κι ἄν τό πρῶτο εἶναι στή θέληση καί τή δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, τότε πρέπει νά ξέρουμε πώς μέ τήν εὐχή μόνο δέν προλαβαίνεται τό κακό. Γιατί ἡ εὐχή ἀπευθύνεται πρός τό Θεό· κι ὁ Θεός, ὅπως γνωρίζουμε, ποτέ δέν παραβιάζει τή θέληση καί τήν ἐξουσία τοῦ ἀνθρώπου, ποτέ δέν τοῦ περιορίζει τήν ἐλευθερία. Ἡ εὐχή, λοιπόν, γιά νά τήν ἀκούσει ὁ Θεός, πρέπει νά εἶναι ἡ ἀρχή μίας καλῆς θέλησης καί τό τέλος μίας φιλότιμης προσπάθειας. «Βουλομένων γάρ οὐ τυραννουμένων τό τῆς σωτηρίας μυστήριον», λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής. Δηλαδή, ἡ σωτηρία ἀνήκει σ’ ἐκείνους πού τή θέλουν κι ὄχι σέ τυραννουμένους. Μέ τό ζόρι δέν πιάνει ἡ εὐχή καί τά πράγματα τότε ἀκολουθοῦν τό φυσικό τους δρόμο· δέ γίνεται θαῦμα.
 Γιατί τό θαῦμα εἶναι ἀκριβῶς αὐτό. Κάτι πού γίνεται ἔξω ἀπό τή φυσική τάξη, μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ὁ ποιητής καί δημιουργός, ὁ κατασκευαστής τῶν πάντων, πολύ περισσότερο μπορεῖ νά εἶναι κι ὁ μετασκευαστής. Κι ὅταν βέβαια εἶναι νά ἐπέμβει στήν ἄψυχη φύση, τότε δέ χρειάζεται τή συγκατάθεσή της. Τό πράγμα τότε ἔχει μόνο φυσική σημασία. Ὅταν, ὅμως, εἶναι νά ἐπέμβει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, τότε χρειάζεται τή συγκατάθεσή του. Καί τό πράγμα τότε δέν ἔχει φυσική, ἀλλά ἠθική σημασία.
 Κάποτε ὁ Ἰησοῦς ἦταν στήν πατρίδα του «καί δέ μπόρεσε ἐκεῖ νά κάνει κανένα θαῦμα…κι ἔμεινε κατάπληκτος  ἀπό τήν ἀπιστία τους» (Μρκ. 6, 5-6). Μπροστά στήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου ὁ Θεός ἀρκεῖται νά θαυμάζει. Ἐδῶ καταλαβαίνετε πώς οἱ ὄροι ἀντιστρέφονται καί θαῦμα δέν εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου.
 Ἡ θύρα, ἀγαπητοί ἀδελφοί, εἶναι ἡ πίστη. Πρέπει νά τήν ἀνοίξει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά μπορέσει νά μπεῖ ὁ Θεός. Διαφορετικά τά πράγματα, κατά ἕνα τρόπο, ἀκολουθοῦν τό φυσικό τους δρόμο. Γι’ αὐτό καί στά δύο θαύματα σήμερα ὁ Χριστός εἶπε τά ἴδια λόγια: «Θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστη σου σ’ ἔσωσε» εἶπε στήν αἱμορροοῦσα. Καί στόν ἀρχισυνάγωγο ἐπανέλαβε: «Ἐσύ μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε, καί θά σωθεῖ». Τό θαῦμα εἶναι στή δύναμη καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νά τό κάνει, καί στή θέληση τοῦ ἀνθρώπου νά τό δεχθεῖ. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: http://www.imsk.gr/?p=930